Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009








Αλκοόλ
Αλκοολισμός
Νεολαία





α)Το αλκοόλ



Το αλκοόλ είναι μια ουσία νόμιμη η οποία κυκλοφορεί ευρύτατα χωρίς προβλήματα και ανησυχίες. Το αλκοόλ διαφημίζεται καθημερινά από τα μέσα ενημέρωσης. Ο τρόπος με τον οποίο διαφημίζεται δεν αναφέρεται στα προβλήματα υγείας τα οποία μπορεί να προξενήσει, αλλά στην εφορεία και τον δυναμισμό τον οποίο μπορεί να προσφέρει. Σε αυτή την προσπάθεια βλέπουμε το αλκοόλ να ιδιοποιείται τον χώρο των σπορ, δηλαδή τον χώρο της νεότητας.
Το αλκοόλ είναι το απαραίτητο συστατικό της διασκέδασης κάθε νέου και νέας, όπως επίσης και κάθε πατέρα και μάνας. Απευθύνεται σε όλα τα μέλη της οικογένεια και αποτελεί το διάμεσο της αποφυγής του στρες της πραγματικότητας και της δημιουργίας χαλάρωσης σώματος και σκέψης.
Σε μικρές δόσεις το αλκοόλ προσφέρει αυτή την χαλάρωση και την εφορεία αλλά σε μεγαλύτερες δόσεις μπορεί να επιφέρει μια ενστικτώδη απελευθέρωση στο άτομο με συνέπεια την αναστολή κόσμιων συμπεριφορών του, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε σαν ανισόρροπο, προβληματικό, βίαιο, το οποίο προκαλεί « ιστορίες» από όπου περάσει. Δηλαδή η χωρίς μέτρο χρήση του αλκοόλ δημιουργεί αντικοινωνική συμπεριφορά.



β) Ο αλκοολισμός



Έχουμε δύο είδη αλκοολισμού


«Τον υπέρμετρο αλκοολισμό»


ο οποίος ξεκινά με τον εμποτισμό του οργανισμού μέχρι το μεθύσι, όπου όπως σε όλες τις άλλες μορφές δηλητηρίασης τα συμπτώματα που δημιουργεί χάνονται μετά την μύωση της τοξικής ουσίας στον οργανισμό και τις περισσότερες φορές δεν αφήνει αποτυπώματα.


«Το χρόνιο αλκοολισμό»


ο οποίος εμφανίζεται μετά από αρκετό χρονικό διάστημα χρήσης του αλκοόλ. Σ’ αυτή την περίπτωση η χρήση μπορεί να επιφέρει με το πέρασμα του χρόνου, σημαντικές διαταραχές στο μεταβολισμό του οργανισμού, οι οποίες αποτελούν την πηγή σοβαρών προβλημάτων εκ των οποίων τα πιο συχνά έχουν να κάνουν με το νευρικό σύστημα, ξεκινώντας από την πολυνευρίτιδα και φθάνοντας σε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, όπως επίσης με προβλήματα στο σύστημα χώνευσις που μπορούν να οδηγήσουν στην κύρωση του ήπατος..
Όπως έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικούς τρόπους χρήσης του αλκοόλ, έτσι έχουμε και με δύο διαφορετικούς χρήστες.
Έχουμε τον «υπέρμετρο χρήστη», ο οποίος δεν πίνει συχνά, καθημερινά αλλά όταν πιει θα πιει.
Και τον «χρόνιο χρήστη», ο οποίος πίνει καθημερινά και μεγάλες ποσότητες
Η διαφορά μεταξύ τους είναι ότι στον πρώτο, δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα η εξάρτηση, ενώ στον δεύτερο η εξάρτηση αποτελεί το βασικό παράγοντα χρήσης.
Ο χρόνιος αλκοολικός είναι κυριαρχημένος από την αίσθηση της εξάρτησης του από το αλκοόλ και του είναι αδύνατον να σταματήσει να πίνει από μόνος του, διότι η δηλητηρίαση έχει γίνει αναγκαία. Αυτή η εξάρτηση είναι ψυχολογική αλλά και οργανική, σωματική. Η Ψυχολογική εξάρτηση είναι αυτή που εμφανίζεται πρώτη και καθορίζεται από την παθολογική ανάγκη του αλκοόλ για να απαλύνει της νευρικές εντάσεις του ατόμου. Δυστυχώς όμως αυτός ο τρόπος για περιορισμό των νευρικών εντάσεων το μόνο που μπορεί να επιφέρει είναι την όξυνση παρά τον περιορισμό τους. Σε αυτή την περίπτωση η μεγαλύτερη χρήση επιφέρει και μεγαλύτερη εξάρτηση. Δηλαδή δεν λύνει κανένα πρόβλημα αλλά αντίθετα δημιουργεί προβλήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις
Η σωματική εξάρτηση έρχεται πολύ αργότερα και εκφράζεται με το χαρακτηριστικό γνώρισμα των αλκοολικών, το πρωινό τρέμουλο το οποίο εξαφανίζεται όταν ο πότης πιει κάτι.



Η Εξάρτηση


Υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες χρόνιου αλκοολισμού οποίες όλες βασίζονται πάνω σε δύο βασικά χαρακτηριστικά στη σωματική και στην ψυχολογική εξάρτηση του ατόμου. Η χρήση του αλκοόλ προκαλεί ψυχολογική και σωματική εξάρτηση
Η Ταξινόμηση η οποία χρησιμοποιείται περισσότερο είναι του Jellinek ( 1962) η οποία ξεχωρίζει τέσσερις μεγάλες κατηγορίες αλκοολισμού.
Τον αλκοολισμό Άλφα όπου δημιουργείται με την πρώτη, αμέσως σχεδόν μια ψυχολογική εξάρτηση.
Τον αλκοολισμό Βήτα, όπου δεν υπάρχει ψυχολογική εξάρτηση και περιλαμβάνει μόνο του υπέρμετρη χρήση.
Τον αλκοολισμός Γάμα, όπου έχουμε μια ψυχολογική και σωματική εξάρτηση μαζί με « χάσιμο του έλεγχου» της κατάστασης. Το άτομο δεν μπορεί να σταματήσει αλλά πίνει ποτήρι πίσω από ποτήρι μέχρι να μεθύσει και μετά μπορεί να μην ξαναπεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τον αλκοολισμό Δέλτα, όπου το «χάσιμο του έλεγχου» το διαδέχεται η «αδυναμία να απέχει», δηλαδή πίνει συνεχώς χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα εξάρτησης αλλά η δυνατότητα να περιορίσει την κατάποση του αλκοόλ είναι ανύπαρκτη. Τα συμπτώματα σωματικής εξάρτησης δεν εμφανίζονται λόγω της συνεχούς χρήσης αλλά η ψυχολογική εξάρτηση είναι εμφανής.



γ) Η νεολαία


Όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, το αλκοόλ αποτελεί το βασικό παράγοντα διασκέδασης μικρών και μεγάλων. Το αλκοόλ διαφημίζεται και πωλείται παντού και κάθε νέος μπορεί να το αγοράσει ανεξάρτητα από την ηλικία του. Η χρήση του αλκοόλ ξεκινάει σε μικρότερη ηλικία από ότι παλιά. Περισσότεροι νέοι, παρά νέες από τα δεκαεφτά και μετά, λένε οι στατιστικές, κάνουν χρήση αλκοόλ, σε συχνότητα τρεις τέσσερις φορές την εβδομάδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί θα γίνουν αλκοολικοί, αλλά το ότι κάνουν χρήση από αυτή την ηλικία μεγαλώνει τις πιθανότητες για ένα μεγαλύτερο αριθμό νέων να εθιστούν και να περάσουν στην κατάχρηση.

Χρήση
και κατάχρηση



Οι νέοι μπορούν να κάνουν χρήση για πολλούς λόγους, οι βασικότεροι είναι « για να διασκεδάσω, να κάνω κέφι», « για να ξεχάσω», « για να το ξεπεράσω», « για να πάρω δύναμη»,. Εδώ το αλκοόλ παίρνει ένα υποστηρικτικό ρόλο. Είναι ένα μέσο για να περάσουμε σε κάτι άλλο, σε μια άλλη αίσθηση, τόσο του εαυτού , όσο και του περιβάλλοντος. Αυτή η αίσθηση έχει σχέση με την δυναμικότητα, την αποφασιστικότητα, την σεξουαλικότητα, την συντροφικότητα, το ρίσκο. Αυτή η αίσθηση η οποία προβάλλεται και από τις διαφημίσεις του αλκοόλ αποτελεί συμβολικά την προσδοκία του φτασίματος για κάθε νέο, σε ένα επίπεδο ζωής απαλλαγμένο από κάθε άγχος. Όλος ο κόσμος το θέλει αυτό
Το αλκοόλ βοηθάει με τρόπο ώστε η έκθεση στο άγχος να περνάει απαρατήρητη τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Σε αυτή την περίπτωση το αλκοόλ έρχεται να μειώσει το άγχος της ζωής. Όμως έχουμε την χρήση και την κατάχρηση. Η απλή χρήση του αλκοόλ δεν μπορεί να προκαλέσει ανησυχία, όσο η κατάχρηση η οποία οδηγεί στην έλλειψή της εμπιστοσύνης και όχι στην απόκτησή της.
Εδώ πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι ο αλκοολισμός έχει ορισμένες φάσεις στην περίπτωση όπου περνάμε στην κατάχρηση.
Έτσι έχουμε την πρώτη περίοδο την «Θετική περίοδο»
Διαρκεί τρία χρόνια περίπου. Σε αυτή την περίοδο φαίνεται ότι το αλκοόλ προσφέρει μόνο καταστάσεις εφορίας, όπου ο χρήστης δεν σκέφτεται να το κόψει, αντίθετα κάνει χρήση, το αναζητά αποδίδοντας του την ικανότητα να διαμορφώνει την διάθεση του προσφέροντας του επίσης την ψευδαίσθηση του έλεγχου αυτής της διάθεσης.
Μετά την δεύτερη περίοδο την « Ουδέτερη περίοδο».
Σε αυτή την περίοδο τα προβλήματα δεν έχουν φανερωθεί ακόμα, αλλά ο χρήστης διατηρεί την εντύπωση του έλεγχου και του αυτοκαθορισμού των διαθέσεων, αλλά αρχίζει να αντιλαμβάνεται την εγκατάσταση της εξάρτησης.
Για να περάσουμε στην τρίτη περίοδο την« Αρνητική περίοδο»
όπου ο χρήστης μπαίνει στην διαδικασία του να το κόψει. Δηλαδή αντιλαμβάνεται την εγκατάσταση της εξάρτησης. Έτσι αρχίζει η προσπάθεια να περιορίσει την κατανάλωσή του. Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι μπορεί.
Βέβαια είναι δύσκολο να καταλάβουμε τα αθέατα σύνορα μεταξύ αυτών των περιόδων, αλλά αυτό γίνεται κατανοητό από την στιγμή που ο χρήστης πίνει καθημερινά μεγάλες ποσότητες. Η εξάρτηση σε αυτή την περίπτωση έχει γίνει από ψυχολογική και οργανική.

Διαφοροποίηση

Η Τάση του νέου για ανεξαρτησία τον οδηγεί σε αναζήτηση τρόπων διαφοροποίησης από το οικογενειακό περιβάλλον και τα πρότυπα τα οποία επικρατούσαν. Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να πάρει μορφές αποδεχτές η μη. Στην ουσία η διαφοροποίηση αυτή δηλώνει την ανάγκη απόκτησης ταυτότητας. Αυτή η κατάσταση εμπεριέχει και το ανάλογο άγχος, όχι μόνο του ατόμου αλλά και του περιβάλλοντος του. Σε αυτή την περίοδο παρατηρούμε μεγαλύτερη ρήξη με την οικογένεια. Περισσότερες κρίσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν με τρόπους συμπεριφοράς και θέματα ορίων. Από την μια παρατηρούμε μια απομάκρυνση από την οικογένεια και μια προσκόλληση, ενσωμάτωση μοντέλων αποδεχτών από τον κόσμο των νέων, όπως κοινωνικά μοντέλα που προβάλλονται από την τηλεόραση και γενικά το θέαμα,( μουσική, κινηματογράφος) και μοντέλα από την παρέα.

Η Παρέα
Για τους γονείς, η παρέα , τις περισσότερες φορές παίζει το ρόλο του βασικού αιτίου του προβλήματος που παρουσιάζει το παιδί τους. Φαίνεται ότι η παρέα από μια ηλικία και μετά έρχεται να αντικαταστήσει τους γονείς, έτσι τουλάχιστον νομίζουν οι ίδιοι και μπορεί να μην τους αρέσει αλλά αυτό θεωρείται ένα φυσιολογικό στάδιο στην ωρίμανση του ατόμου. Η παρέα είναι ο χρόνος και ο χώρος της διαφοροποίησης από την οικογένεια εκεί γίνεται περισσότερο αποδεχτός, και αυτό θέλει. Αυτό δεν θα πρέπει να μας ανησυχεί, διότι το αλκοόλ
μπορεί να ξεκινάει με την παρέα, αλλά δεν οφείλεται σε αυτή.

Η οικογένεια


Η επίδραση της οικογένειας στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου είναι καταλυτική και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Αυτό το οποίο έχει παρατηρηθεί είναι ότι η αναζήτηση του αλκοόλ είναι πιο φανερή σε νέους που διακρίνονται για την συναισθηματική τους ανεπάρκεια, όπου οι λόγοι αυτής της συναισθηματικής ανεπάρκειας μπορεί να είναι διαφορετικοί κάθε φορά. Παραδείγματος χάριν, γονείς απομακρυσμένοι λόγο εργασίας, ασυμφωνίες και συγκρούσεις μεταξύ τους, έλλειψη επικοινωνίας και φροντίδας και άσκηση βίας.
Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με οικογένειες σε κρίση όπου οι γονείς δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ωριμότητα για να ασκήσουν με επιτυχία τον ρόλο τους. Μια τέτοια κατάσταση θα επιδράσει στην ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού, Θα διαμορφώσει συμπεριφορές βασισμένες στον φόβο και την ανασφάλεια. Εάν έχουμε και χρήση αλκοόλ από τους γονείς σημαίνει ότι, οι ίδιοι μέσα από τον αλκοολισμό τους προβάλουν μοντέλα με τα οποία μπορεί εύκολα να ταυτιστεί το παιδί η ο νέος , μοντέλα τα οποία εμπεριέχουν την αντικοινωνικότητα την οποία τόσο ανάγκη έχει η εφηβεία. Σ αυτά τα παιδιά, η αναζήτηση της ταυτότητας περνάει από το αλκοόλ, η τα ναρκωτικά στην προσπάθεια να δημιουργήσουν μια σταθερή ταυτότητα.

Αυτοί λοιπόν που πίνουν, είναι αυτοί που δεν βρίσκουν την θέση τους.

Αυτοί που εκ των πραγμάτων είναι αναγκασμένοι να αποδεχτούν καταστάσεις, στις οποίες δεν συμφώνησαν, δεν συμφιλιώθηκαν ποτέ θα λέγαμε. Έτσι το παθολογικό μεθύσι, είναι λιγότερο αποτέλεσμα του αλκοόλ και περισσότερο αποτέλεσμα των δυσκολιών προσαρμογής του ατόμου στο κοινωνικό περιβάλλον.
Το αλκοόλ είναι αυτό που αποκαλύπτει και ενισχύει το πρόβλημα και όχι η αιτία του προβλήματος. Οπότε το αλκοόλ είναι η λύση ενός προβλήματος και όχι το πρόβλημα αυτό καθ’ εαυτό.



Σήμερα ενα αγόρι εντεκα χρονών
την ώρα που σχόλασε από τα αγγλικά του,
κατά τις επτά το βράδυ
το απήγαγαν
και το άφησαν αργότερα
αφού το είχαν βιάσει.







Η Χαμένη τιμή της σάρκας




Η Χαμένη τιμή της σάρκας κυλάει πάνω στην πλατφόρμα του εμπορείου με δόντια που έχουν χαθεί εδώ και χρόνια, με δάκτυλα που τρέμουν μπροστά στην βιτρίνα με τα κουστούμια με το σάλιο να συνωστίζεται στην πληγωμένη στοματική κοιλότητα και να μην ξέρει που να πάει. Είμαι εκεί με την ψυχή στο στόμα . Είμαι μπροστά στους κάμπους της πόλης που βρωμάνε τα χνώτα της καθώς καταστρεμένα κορμιά με τρύπια χέρια κινούνται για να κάνουν αέρα στους έμπορους του σφαγείου που κανείς δεν βλέπει και κανείς δεν λογαριάζει. Αυτοί ανεβασμένοι στα ψιλά σε διαμερίσματα διευθυντικών προδιαγραφών κρεμάνε ταμπέλες υπερήφανοι με το όνομα τους και για το σφαγείο που αντιπροσωπεύουν. Έμποροι ξοφλημένων ιδεολογιών, έμποροι ελπίδων που πατάνε, που πατάνε πάνω στα πτώματα του μεσημεριού, στα πτώματα του μεροκάματου, γι΄ αυτό βρωμάει τόσο ακριβή σόλα τους και βγάζουν τα παπούτσια μόλις μπαίνουν στο γραφείο τους και βάζουν άλλα με καθαρές σόλες
Απλώνω το μυαλό μου για να τα χωρέσει όλα αυτά, αλλά όσο και αν έχει γεράσει δεν μπορεί να τα περιβάλει μέσα στα λογικά του όρια γι΄ αυτό έχει ξεχειλώσει και αυτό, έχει γίνει λάστιχο σαν την ζωή , που δεν ξέρει από που έρχεται και που πηγαίνει. Και δεν είμαι κάποιος τυχαίος, λέω στον εαυτό μου. Όχι είμαι στηριγμένος σε μια καλή σπονδυλική στήλη που κρατάει καλά τις μάζες της σφιχτά επάνω της φοβισμένη την χαλάρωση των γηρατειών, Αλλά αυτό που γέρασε είναι το βλέμμα μου. Αυτό έχει γίνει διακοσίων ετών που βλέπει παντού την σκοτεινιά στο βλέμμα των μικρών παιδιών. Που βλέπει την χαμένη τιμή της σάρκας να σέρνεται μέσα σε σανατόρια εργασίας με διακυμάνσεις διαθέσεων, με χαμόγελα από στόματα χωρίς δόντια. Και που είναι η αγάπη; η αγάπη για αυτή την σάρκα που που χλόμιασε, που κιτρίνισε και κρέμεται από το στύλο του πεζοδρομίου χωρίς να μπορεί να ακουμπήσει σε κανένα. Κανείς δεν περνάει από μπροστά της όλοι έχουν περάσει από μέσα της, όλοι έχουν από τότε που ήταν τρυφερή και απαλή, από τότε που τύλιγε ένα νέο οργανισμό, καινούργιο και λαμπερό που κατρακυλούσε στου βρώμικους δρόμους της πόλης και βρώμισε και αυτή.
Όχι, όχι δεν την προστάτευσε κανείς η νόμιζε πως την προστάτευσε, αλλά χωρίς να καταλαβαίνει ασελγούσε επάνω της, Πατεράδες δεν της δίνανε μεγάλη σημασία, μανάδες την κλείνανε στο κρεβάτι τους, την χάιδευαν και την παραχάιδευαν έτσι που την έκαναν να χάσει την λαμπρότητα της. ,Οι δάσκαλοι την φτύνανε και στρατηγοί χάραξαν στις φλέβες την υπερηφάνεια της πατρίδας Την έσταξαν με σύριγγες ξεχαρβαλωμένου εθνικισμού και να την τώρα κυλάει πάνω στην πλατφόρμα του εμπορείου με δόντια που έχουν χαθεί εδώ και χρόνια, με δάκτυλα που τρέμουν μπροστά στην βιτρίνα με τα κουστούμια με το σάλιο να συνωστίζεται στην πληγωμένη στοματική κοιλότητα και να μην ξέρει που να πάει παρά μόνο για την επόμενη Δόση.




Ναρκωτικά
και
Οικογενειακές Σχέσεις



α) Ναρκωτικά

Η παραίτηση και η εξάρτηση είναι σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις.

Τα ναρκωτικά όπως το τσιγάρο και το αλκοόλ, είναι τρόποι διοχετεύσεως του άγχους της καθημερινής ζωής. Τόσο ο ενήλικας όσο και ο ανήλικος ο καθένας τους είναι εκτεθειμένος σε αυτό το άγχος. Ο καθένας λοιπόν ψάχνει τρόπους να απαλύνει αυτό το άγχος. Οι γονείς με το τσιγάρο και το αλκοόλ, τα παιδιά με ναρκωτικά……
Τα ναρκωτικά έτσι όπως τα ορίζει η επίσημη πολιτεία, παρ’ όλες τις διαφορές τους όσο αναφορά την μορφή εξάρτησης που επιφέρουν στο χρήστη, επιτελούν την ίδια ανάγκη, την αποφυγή του άγχους της οικογενειακής εξάρτησης με την δημιουργία μια καινούργιας εξάρτησης η οποία δεν απορρέει από την οικογένεια και δεν ελέγχεται από αυτή, αλλά από τον ίδιο το χρήστη. Αυτό δίνει την εντύπωση στον χρήστη του ελέγχου της ευχαρίστησης, δίνοντάς του επίσης την εντύπωση, στην αρχή τουλάχιστον, μιας ανεξαρτησίας και διαφοροποίησης από το οικογενειακό περιβάλλον, όπου γρήγορα θα καταλάβει ότι είναι σκλαβιά.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ, η χρήση ναρκωτικών αποτελεί για το νέο/νέα το τελετουργικό χωρόχρονο της ενηλικίωσης.
Δηλαδή η χρήση ναρκωτικών σηματοδοτείται σαν το πέρασμα των ορίων που θέτουν οι οικογενειακές σχέσεις, δηλαδή είναι ένα ρίσκο που παίρνει ο νέος η νέα ξεπερνώντας το απαγορεύεται, εκλαμβάνοντας αυτή του την ενέργεια σαν πράξη ελευθερίας και εκδήλωση της ατομικότητας του. Βασικά η τάση διαφοροποίηση του παιδιού από τους γονείς είναι μια φυσιολογική τάση, είναι μια τάση επανακαθορισμού των εξαρτήσεων στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων, κάτι το οποίο η οικογένεια δύσκολα μπορεί να δεχτεί. Έτσι λοιπόν η χρήση ναρκωτικών εκλαμβάνεται σαν εμπειρία εσωτερικής και εξωτερικής διαφοροποίησης.
Με αυτό το τρόπο τα ναρκωτικά φαντάζουν σαν ένας χώρος και χρόνος καινούργιων εμπειριών ελευθερίας και ανεξαρτησίας, όμως ενώ ο νέος/νέα νομίζει ότι μέσα από την χρήση διαφοροποιείται, ανεξαρτητοποιείται από τα δεσμά των οικογενειακών σχέσεων, δεν αντιλαμβάνεται, πως η πράξη του δεν είναι παρά η συνέχεια της οικογενειακής μορφής εξάρτησης κάτω από άλλους όρους. Δηλαδή, παρατηρούμε ότι ο βαθμός εξάρτησης από τα ναρκωτικά καθορίζεται από το βαθμό εξάρτησης από την οικογένεια. Η οποία εξάρτηση,καθορίζει συγχρόνως το επίπεδο συναισθηματικής του ωριμότητας
Δηλαδή η σχέση εξάρτησης από τα ναρκωτικά έρχεται να αντικαταστήσει την σχέση εξάρτησης από την οικογένεια, εκλαμβάνοντας την σαν απελευθέρωση. Στην ουσία η εμπειρία μας έχει δείξει ότι, αντί να την αντικαταστήσει την μεγαλώνει, την δυναμώνει, και αντί να αποδεσμεύει τον χρήστη από την οικογένεια, το εξαρτά περισσότερο από αυτή.
Τα ναρκωτικά μπορούν και δημιουργούν την ψευδαίσθηση της αποδέσμευσης, της ανεξαρτησίας.
Αυτό επιτυγχάνεται με την αποδέσμευση από την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι η πραγματικότητα του “εαυτού”. Ζει και υπάρχει επειδή υπάρχει ο “εαυτός” και η αποδέσμευση από αυτή είναι σαν να αποδεσμευόμαστε από τον ίδιο τον εαυτό μας. Αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από την δημιουργία μιας άλλης πραγματικότητας και ενός άλλου εαυτού, την οποία ο χρήστης πιστεύει ότι μπορεί να την ορίσει καλύτερα.
Άρα στην αρχή, η χρήση είναι μια λύση. Είναι μια ενέργεια, έλεγχου, όπως είπαμε και καθορισμού μιας νέας πραγματικότητας, αλλά με το πέρασμα του χρόνου και την εξάρτηση που δημιουργείται, γίνεται μια κατάσταση ανεξέλεγκτη και τραγική. Έτσι λοιπόν η αποδέσμευση από την πραγματικότητα, δεν υφίσταται σαν μια πραγματικότητα, αλλά υπάρχει σαν μια φαντασιοτική ιδέα. Αυτή η ιδέα μπορεί να προσφέρει άσυλο σε περιπτώσεις πίεσης και άγχους, όπου η αποδέσμευση έρχεται να οριστεί σαν την παραίτηση του χρήστη από την συμμετοχή στο κοινωνικό παιχνίδι, με την δημιουργία μιας καινούργιας μορφής εξάρτησης. Η παραίτηση και η εξάρτηση είναι σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις.
Η Παραίτηση -εθισμός δηλώνει την κατάσταση εκείνη όπου το άτομο συναντά δυσκολία να βάλει τέρμα σε μια συνήθεια η οποία δεν είναι ούτε επιθυμητή ούτε ευχάριστη. Έτσι η παραίτηση μπορεί να εγκατασταθεί σαν μια συνήθεια, ξέχωρα από την ευχαρίστηση, η όχι, την οποία προσφέρει Υπάρχουν πολλές μορφές και τρόποι παραίτησης, όπως η βουλιμία, η, η ανορεξία, ο χρόνος μπροστά στην τηλεόραση, η κόκα κόλα, ο κεραυνοβόλος έρωτας. Το ερωτικό πάθος αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα, «τοξικής» θα λέγαμε εξάρτησης και παραίτησης, όπου το καθετί μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, όπου όλος ο κόσμος συμπυκνώνεται και παίρνει νόημα μάσα από ένα πρόσωπο. Η απουσία αυτού του προσώπου κάνει άδειο τον κόσμο. Πολλοί χρήστες περιγράφουν την πρώτη συνάντησή του με το ναρκωτικό σαν έναν κεραυνοβόλο έρωτα.
Η παραίτηση λοιπόν σε αυτή την περίπτωση, δεν εκφράζει μια συμπεριφορά μέσω της οποίας, το άτομο επενεργεί δημιουργικά στο περιβάλλον και καθορίζει την εξέλιξη του, αλλά παθητικά δημιουργώντας την διατήρηση και την επανάληψη του.
Δεν υπάρχει ανεξαρτησία αλλά ρύθμιση των εξαρτήσεων μας.
Η ποιότητα της δέσμευσης των οικογενειακών σχέσεων, μπορούν να μας φανερώσουν την ποιότητα της εξάρτησης την οποία δημιουργούν. Όπως είπαμε δεν υπάρχει ανεξαρτησία αλλά ρύθμιση των εξαρτήσεων μας.
Η ποιότητα της οικογενειακών σχέσεων καθορίζεται από την δυνατότητα την οποία δίνει η οικογένεια στα μέλη της να ρυθμίζουν τα ίδια την σχέση τους με τα άλλα μέλη της οικογένειας. Πάνω σε αυτή την ποιότητα της δέσμευσης των οικογενειακών σχέσεων, ο νέος/νέα δημιουργεί σιγά, σιγά τον δικό του τρόπο δεσμευτικής ύπαρξης μέσα σε αυτή, η οποία μπορεί να τον ακολουθεί στην μετέπειτα ζωή του Το δημιουργεί αυτό μέσα από την ενεργητική του στάση και την επίδραση την οποία ασκεί προς το οικογενειακό περιβάλλον, στο βαθμό που αυτό το περιβάλλον του επιτρέπει.
Έτσι λοιπόν δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, η σχέση του ατόμου με το περιβάλλον του είναι μια αμφίδρομη σχέση, δηλαδή μια σχέση κατά την οποία, τόσο το άτομο όσο και το οικογενειακό περιβάλλον επηρεάζουν και επηρεάζονται το ένα από το άλλο. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως όσο στη σχέση των γονέων δεν υπάρχει μια ισορροπία δηλαδή σταθερότητα και αντιθέτως, υπάρχουν συγκρούσεις και φόβος διάσπασης των δεσμών της οικογένειας, τόσο ο νέος/νέα εξαρτιέται, δεσμεύεται από αυτή. Ο νέος/νέα μπορεί να δεσμευτεί με χιλιάδες τρόπους, αναζητώντας ασφάλεια μέσα στην ανασφάλεια που δημιουργούν τέτοιες καταστάσεις. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορεί να γίνει ίδιο/ίδια ο σημαντικότερος πόλος δέσμευσης και συνοχής μέσα στην οικογένεια και ένας τρόπος είναι η χρήση των ναρκωτικών
Η Χρήση
Η χρήση ναρκωτικών είναι η πράξη δια μέσου της οποίας χάνεται ο έλεγχος της παρουσίας, προσπαθώντας να κερδηθεί. Δηλαδή ο χρήστης δεν ελέγχει το εαυτό του αλλά ελέγχεται από το ναρκωτικό. Αυτό μπορεί και του καθορίζει την πραγματικότητα, δίνει νόημα και αιτία, γίνεται μέσο και σκοπός.
Η Χρήση είναι η πράξη της απουσίας όπου βασιλεύει η απουσία της πράξης, η απουσία της δράσης. Το άτομο δεν ζει μέσα στην δράση αλλά στην αντίδραση.
Είναι αυτό στην αντίδραση διότι την δράση την έχει αναλάβει το ναρκωτικό . Η δράση του ναρκωτικού είναι αυτό που κάνει το άτομο να αντιδρά. Έτσι η πράξη του χρήστη είναι η αντίδραση στην ύπαρξη του ναρκωτικού. Βασικά πρέπει να πούμε ότι τελικά η αντίδραση και όχι η πράξη είναι αυτό που καλλιεργεί περισσότερο η οικογένεια πριν την εμφάνιση του ναρκωτικού. Δηλαδή η οικογένεια δίνει νόημα στις ενέργειες των μελών της καθορίζοντας της σαν δράση-πράξη ή αντίδραση. Έτσι η οικογένεια έχει την ικανότητα να πυροδοτεί περισσότερο την αντίδραση παρά την δράση του νέου/νέας μέσα στους κόλπους της. Δηλαδή επιζητά περισσότερο από το νέο/νέα την συμφωνία και την υποταγή παρά την εκδήλωση άρνησης και της διαφωνίας πάνω σε θέματα τα οποία τον/την αφορούν.
Στην περίπτωση της ηρωίνης, ο χρήστης δεν είναι παρά μόνο χρήστης δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο. Η καθημερινότητα του χρήστη αρχίζει και τελειώνει με αυτό. Όλη του η ενεργητικότητα και δραστηριότητα καταναλώνεται στην αναζήτηση του. Σε αυτό το στάδιο στο στάδιο της αναζήτησης μεγαλώνει το αίσθημα της εξάρτησης, ενώ μετά την λήψη και κατά την διάρκεια του φτιαξίματος μεγαλώνει το αίσθημα της παραίτησης που βιώνεται σαν αίσθημα ανεξαρτησίας.


Η στέρηση
Η ζωή του χρήστη ηρωίνης είναι ένα κουβάρι μπερδεμένα συναισθήματα, φόβου, αγωνίας, ανασφάλειας. Μια ζωή χωρίς στόχο, χωρίς μέλλον και παρελθόν, μια ζωή τρομοκρατημένη, αρπαγμένη απεγνωσμένα από τον εφιάλτη που λέγεται « Στέρηση ».
Όλη του η ενέργεια καταναλώνεται στην αποφυγή της στέρησης από την ουσία. Ο φόβος των «στερητικών» όπως λένε οι χρήστες στην περίπτωση της ηρωίνης, καταλαμβάνει όλη την ζωή. Ζούνε πάντα με αυτό το φόβο ακόμα και όταν είναι φτιαγμένοι. Ο φόβος της στέρησης τους ακολουθεί παντού, όμως ο φόβος της στέρησης δεν αποτελεί κανόνα μόνο για τους χρήστες αλλά αποτελεί κανόνα για όλη την ανθρωπότητα. Οι στερήσεις διαμορφώνουν ένα δυναμικό ψυχολογικό τοπίο όπου το άτομο ανάλογα την κοινωνική του θέση σηματοδοτεί τι γι’ αυτόν τι σημαίνει στέρηση και ενεργεί ανάλογα για την αποφυγή της. Σε φυσιολογικά επίπεδα, όλη η ενέργεια του ατόμου κατευθύνεται προς την δημιουργία συνθηκών κατάλληλων για την αποφυγή της στέρησης.
Το ίδιο μπορούμε να παρατηρήσουμε σε οικογενειακό κοινωνικό, κρατικό, επίπεδο. Δηλαδή οι θεσμοί αυτοί, όπως η οικογένεια η εκπαίδευση, το κράτος υπάρχουν για να εκπληρώσουν αυτό το στόχο, δηλαδή την ανεμπόδιστη ανάπτυξη του ανθρώπου και την αποφυγή των στερήσεων. Βασικότερο λοιπόν, εμπόδιο στην ανάπτυξη του ανθρώπου, είναι η στέρηση.
Η έλλειψη δηλαδή αυτών των κατάλληλων συνθηκών η οποίες μπορούν να βοηθήσουν την συναισθηματική ανάπτυξη του κάθε ατόμου τόσο στην σχέση με τα πρόσωπα, όσο και στην σχέση με τα πράγματα.
Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης συνδέεται άμεσα με τον φόβο της στέρηση.
Αν δούμε το ένστικτο στο πέρασμα των αιώνων μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο πυρήνας του έμεινε αμετάβλητος, αλλά ο τρόπος έκφρασής του άλλαξε σύμφωνα με την εποχή και τις προτεραιότητες της. Κοινωνικοποιήθηκε θα λέγαμε, απέκτησε μορφές αποφυγής της στέρησης αποδεχτές από το κοινωνικό σύνολο. Η εργασία π.χ. είναι μια μορφή αποφυγής της στέρηση, ακόμα και αν ο στόχος μας είναι ο πλουτισμός. Άλλοι στερούνται την τροφή και άλλοι την Β.Μ.V.
Όλοι ζούμε με τον φόβο των στερητικών και ενεργούμε για την αποφυγή τους. Η στέρηση λοιπόν, σε στιγμές πανικού, ή ο φόβος της στέρησης μπορεί να πάρει μορφές έκφρασης οι οποίες είναι αντικοινωνικές και στηρίζονται περισσότερο στη ακατέργαστη έκφραση του ενστίκτου, παρά στην λογική. Αυτό το παρατηρούμε σε καταστάσεις πανικού, φυσικές καταστροφές κ.λ.π. σε αυτές τις καταστάσεις το άτομο ξεχνά την εκπαίδευση του και ενεργεί περισσότερο με τρόπο ο οποίος ανήκει σε παλαιότερα στάδια φυλογενετικής ανάπτυξης.
Ο χρήστης λοιπόν ζει, κατοικεί μέσα στο πανικό της στέρησης και οι ενέργειες για την αποφυγή της έχουν να κάνουν, τις περισσότερες φορές με την ακατέργαστη έκφραση του ενστίκτου, παρά με την λογική της αντιμετώπιση Με όλα αυτά θέλω να τονίσω ότι η στέρηση έχει πάντα τον πρώτο λόγο και ότι η στέρηση από την ηρωίνη μπορεί να είναι μια μορφή έκφρασης μιας γενικότερης στέρησης την οποία βιώνει το άτομο και μέσα από την οποία έχει μάθει να εκφράζεται.
Η παρουσία του ναρκωτικού μπορεί να δίνει την ευκαιρία στον χρήστη να συγκεντρώσει όλες τις μορφές των στερήσεων τις οποίες έχει υποστεί σε μία, αυτή του ναρκωτικού. Αυτή η κατάσταση δίνει και την εντύπωση του ελέγχου, όπως έχουμε πει ήδη, της στέρησης. την οποία ο χρήστης μπορεί να την βιώνει συγχρόνως σαν έλεγχο της ζωής του, της χαράς του, της ηδονής του.


β) Οικογενειακές σχέσεις



Η συνεξάρτηση
Η είσοδος των ναρκωτικών και ειδικά της ηρωίνης, μέσα στην οικογένεια αναποδογυρίζει τα πάντα. Καλύπτει τα προβλήματα με το να δημιουργεί καινούργια. Δημιουργεί ένταση και συνεχή κρίση στις οικογενειακές σχέσεις, οι οποίες αρχίζουν να βασίζονται στο φόβο, την βία και την ενοχή. Το αίσθημα της εμπιστοσύνης κλονίζεται ανάμεσα στα μέλη της σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί να οδηγήσει τα μέλη σε συμπεριφορές τρέλας. Ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν τα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους και ο τρόπος που συμπεριφέρονται δεν ελέγχεται από κανένα μέλος της σωστά, έτσι ώστε να πιστεύουμε ότι όταν ένα μέλος της οικογένειας πέσει στην εξάρτηση του ναρκωτικού, αρχίζει όλη η οικογένεια να εξαρτάται από αυτό, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ζούνε σε ένα πλαίσιο συνεχούς πίεσης και εκνευρισμού μην μπορώντας να καθορίσουν και να ελέγξουν την εξέλιξη των καταστάσεων. Ο Εκβιασμός και η αποκοπή της επικοινωνίας είναι το αρρωστημένο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το κάθε τι μέσα στην οικογένεια. Και δεν είναι μόνο το περιβάλλον, οι γονείς που ζούνε μέσα σε αυτό το πλαίσιο αλλά περισσότερο ο χρήστης. Ο Χρήστης δεν είναι μόνο εκτεθειμένος στην πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος, να σταματήσει, αλλά το τροφοδοτεί και αυτός με την δική του βία μέσα από την χρήση. Με την χρήση τα πάντα υποτάσσονται στην χρήση. Σε αυτή την περίπτωση οι όροι αλληλεξάρτησης μέσα στην οικογένεια δεν χαλαρώνουν αλλά δυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό όπου όλα τα μέλη κινούνται στην ατμόσφαιρα της εξάρτησης, την οποία υποβάλει η χρήση. Δυναμώνοντας το αίσθημα της ματαιότητας των πραγμάτων για όλους.
Τα οικογενειακά δεσμά γίνονται βαριά σαν αλυσίδες που πληγώνουν τα μέλη του σώματος, εσωτερικά και εξωτερικά.

Η αυτονομία

Για την αποφυγή τέτοιων περιπτώσεων η οικογένεια πρέπει να καλλιεργεί την αυτονομία των μελών της και όχι την εξάρτηση τους από αυτή. Αυτό πρέπει να γίνει στην βάση της καθημερινότητας επιτρέποντας τους την δοκιμή και πλάνη και όχι υιοθετώντας τους λύσεις και πρακτικές οι οποίες μπορούν να “βολεύουν” το νέο/νέα αλλά να μην τους επιτρέπουν να αντλούν την απαιτούμενη εμπειρία πάνω στην οποία θα μπορέσουν να κτίσουν τον εαυτό τους και κατ΄ επέκταση την δημιουργία της ταυτότητας τους. Ο νέος/νέα έχει την ικανότητα να διακρίνει και να καθορίσει το τι είναι καλό η όχι για αυτόν αλλά δεν έχει την δυνατότητα να το πράξει, διότι του αφαιρείται η δυνατότητα πειραματισμού μέσα από την οποία μπορεί και τροφοδοτεί την δική του πραγματικότητα η οποία δεν είναι η πραγματικότητα της οικογένειας. Η άρνηση της πραγματικότητας του νέου /νέας από την οικογένεια αφαιρεί την δυνατότητα διαφοροποίησης και αυτονόμησης του οδηγώντας τον τις περισσότερες φορές στο οικογενειακό περιθώριο και σε λύσεις οι οποίες εμπεριέχουν σαν βασικό τους χαρακτηριστικό την εξάρτηση, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για την χρήση των ναρκωτικών .
Η άρνηση, η απόρριψη, η μη αναγνώριση, του νέου/νέας και του τρόπο που αυτός ενεργεί-δρα, από την οικογένεια μπορεί να τον /την οδηγήσει στην παραίτηση και την εξάρτηση οι οποίες εκφράζονται με τον παρασιτισμό και την περιθωριοποίηση .
Ο παρασιτισμός και η περιθωριοποίηση στηρίζονται στο ίδιο βασικό χαρακτηριστικό, την παθητικότητα Και επιτυγχάνονται πιο ανώδυνα με την χρήση των ναρκωτικών, και ειδικά της ηρωίνης.





Τζόγος


Νάρκωση χωρίς Ναρκωτικό





Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορεί κάποιος να ασχοληθεί με τα τυχερά παιχνίδια. Αυτό εξαρτάται από την συχνότητα και από την σημασία που προσδίδει σε αυτά. Υπάρχει λοιπόν το τυχερό παιχνίδι σαν ανάπαυλα και ευχαρίστηση στον ελεύθερο χρόνο, ή κατά την διάρκεια των εορτών. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έναν ευκαιριακό παίχτη. Υπάρχει ο παίχτης ο οποίος σκέπτεται και παίζει σύμφωνα με το συμφέρον του, σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα επαγγελματία όπου ο τζόγος είναι η δουλειά του. Υπάρχει όμως και ένας άλλος παίχτης, ο οποίος παίζει χωρίς κανένα μέτρο και το παιχνίδι έχει γίνει το κέντρο της ύπαρξης του, καταστρέφοντας κάθε συναισθηματική και κοινωνική επένδυση στην ζωή του. Είναι ο παίχτης ο οποίος μας ενδιαφέρει. Είναι ο παθολογικός παίχτης.



Μιλώντας για τον παθολογικό παίχτη, μιλάμε για το άτομο εκείνο για το οποίο ο τζόγος καταλαμβάνει τον χώρο και τον χρόνο της ζωής του εναποθέτοντας σε αυτή την ενέργεια, όλες του τις προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή. Για αυτόν τον λόγο όταν μιλάμε για τον τζόγο, μιλάμε για μια μορφή εξάρτησης και εθισμού η οποία δεν διαφέρει από τις άλλες εξαρτήσεις και στην οποία συναντάμε χαρακτηριστικά που βρίσκουμε στην εξάρτηση από ουσίες και μάλιστα χαρακτηριστικά τα οποία συναντάμε στην εξάρτηση από την βασίλισσα των ναρκωτικών, αυτή της ηρωίνης . Δηλαδή στο τζόγο μπορούμε να πούμε ότι έχουμε σωματική αλλά και ψυχολογική εξάρτηση στο βαθμό που την συναντάμε και στην ηρωίνη.
Κατ' αρχάς η γνωριμία με το παιχνίδι, όπως και με την ηρωίνη μπορεί να είναι της ίδια φύσεως. Γίνεται από την οικογένεια η από την παρέα. Τόσο ο παίχτης όσο και ο χρήστης μπορεί να γνωρίσουν την χρήση, ή το παίξιμο από ένα μέλος της οικογένειας τους, συνήθως ο πατέρας, η ο παππούς, η κάποιος συγγενικό πρόσωπο, από πολύ μικρή ηλικία. Επίσης η παρέα μπορεί να βοηθήσει στην γνωριμία με την πρόταση να “δοκιμάσει” και αυτός, είτε λέγεται τυχερό παιχνίδι, είτε ηρωίνη. Μετά από αυτή την γνωριμία μπορεί να περάσει καιρός, αλλά κάποια δύσκολη στιγμή, το άτομο μπορεί να ανατρέξει στην παλιά του εμπειρία και να κάνει χρήση, ή να παίξει για να βρει ένα διέξοδο από το άγχος το οποίο τον καταλαμβάνει. Με αυτό τον τρόπο όπως και στην χρήση έτσι και στο τζόγο αρχίζει η ενασχόληση του με αυτόν, η οποία ενασχόληση, στην αρχή είναι ευχάριστη, διότι στον μεν παιχνίδι στην αρχή κερδίζει, στην δε χρήση χαλαρώνει. Το πιο σημαντικό είναι ότι, και στις δύο περιπτώσει αυτή η ενασχόληση είναι κρυφή. Δηλαδή το άτομο αρχίζει κρυφά να βρίσκει λεφτά, είτε αφαιρώντας από τον προϋπολογισμό του χρήματα, είτε παίρνοντας δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Μετά από την εγκατάσταση της εξάρτησης μπορούμε να την χωρίσουμε σε τρία επίπεδα. Στο πριν από την χρήση, ή το παιχνίδι, στην διάρκεια της χρήσης, ή του παιχνιδιού και στο μετά την χρήση, ή το παιχνίδι.
Στο πριν από την χρήση, ή το παιχνίδι, υπάρχει τόσο για τον χρήστη, όσο και για τον παίχτη μια ψυχολογική ευχάριστη διέγερση η οποία έχει και σωματικά χαρακτηριστικά και εκφράζεται με μια ευθυμία και χαρά, όπου το άτομο βιώνει μια αίσθηση πληρότητας με την ελπίδα ότι θα εκπληρώσει όλες του τις ανάγκες και το μέλλον φαντάζει ελεγχόμενο και καθορισμένο από τον ίδιο.
Κατά την διάρκεια της χρήσης, ή του παιχνιδιού, για τον μεν χρήστη παρατηρούμε μια υπερδιέγερση μια κινητικότητα, ένα αίσθημα εφορίας σε όλο του το σώμα και επιθυμία για συζήτηση, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη χαλάρωση και κούραση, για τον δε παίχτη έχουμε την ίδια ένταση και υπερδιέγερση και το αίσθημα εφορίας που μπορεί και αυτό να μετατραπεί σε κούραση σωματική και ψυχολογική μετά το πέρας του παιχνιδιού. Βέβαια πρέπει να τονίσουμε ότι στο παίχτη αυτή η σωματική διέγερση διατηρείται πολύ περισσότερο από αυτή του χρήστη.
Και μετά, από την χρήση, ή το παιχνίδι, τόσο στον χρήστη, όσο και στον παίχτη από την μια επέρχεται η απογοήτευση και από την άλλη η προσδοκία και η προσπάθεια επανάληψης του εγχειρήματος με τις ίδιες ανανεωμένες προσδοκίες και ελπίδες.. Και στις δύο περιπτώσεις η προσπάθεια έγκειται στην επανεύρεση και διατήρηση της κατάστασης ευχαρίστησης που είχε νιώσει και πριν. Δηλαδή την επανεύρεση για τον χρήστη της κατάστασης του “φτιαξίματος” και για τον παίχτη του “κέρδους”
Έτσι τόσο στον χρήστη όσο και στον παίχτη, όπως είπαμε, παρατηρούμε σωματικές διαταραχές οι οποίες μπορεί να εκδηλώνονται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα αλλά μοιάζουν. Έχουμε λοιπόν, πονοκεφάλους, γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως νευρική διάρροια, η εμετούς, μυικά άλγη, δερματικά εξανθήματα, τα οποία για ένα χρήστη αποτελούν τα “στερητικά” από την έλλειψη της ουσίας, ενώ για ένα παίχτη αποτελούν το προϊόν του άγχους και της υπερέντασης από το παιχνίδι.
Εκεί όμως όπου υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες είναι στο κοινωνικό επίπεδο και στην σχέση του χρήστη, ή του παίχτη με το οικογενειακό του περιβάλλον. Στο κοινωνικό επίπεδο παρατηρούμε και για τον χρήστη όσο και για τον παίχτη μια κοινωνική απόσυρση, απομόνωση, απομάκρυνση από τους άλλους. Παρατηρούμε μειωμένο κίνητρο για δραστηριότητες και δημιουργικότητα Στο οικογενειακό επίπεδο παρατηρούμε μια πλήρης σύγχυση στην οικογένεια και στις δύο περιπτώσεις. Μια τεράστια διαταραχή στο οικογενειακό σύστημα το οποίο δεν ξέρει πως να αντιδράσει και με ποιόν τρόπο να βοηθήσει τον παίχτη, ή τον χρήστη να σταματήσει. Υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση ενοχής την οποία μοιράζει απλόχερα ο χρήστης, ή ο παίχτης στα άλλα μέλη της οικογένειας με αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση του καθένα μέσα σε αυτή. Ο θυμός και οι εντάσεις αποτελούν το καθημερινό περιεχόμενο των οικογενειακών σχέσεων. Οι αντιπαλότητες και οι συμμαχίες έρχονται να διαιρέσουν και να ανεβάσουν τον δείχτη του οικογενειακού άγχους κατακόρυφα. Η έλλειψη εμπιστοσύνης και η ανησυχία για τον μέλλον όχι μόνο του χρήστη, ή του παίχτη έρχεται να προσδώσει μια γενικευμένη ανασφάλεια και να χειραγωγήσει την εξέλιξη του κάθε μέλους της οικογένειας στο πρόβλημα της χρήσης, ή του τζόγου.
Σε αυτή την περίπτωση θα λέγαμε ότι το πρόβλημα πλέον δεν είναι ατομικό, προσωπικό αλλά οικογενειακό. Γι΄ αυτό το λόγο η προσπάθεια απάλειψη του χρίζει ειδικής παρέμβασις η οποία δεν στοχεύει μόνο τον χρήστη, ή τον παίχτη αλλά όλο το σύστημα της οικογένεια της οποίας αποτελεί μέρος.

Τι είναι
η Οικογένεια




Η οικογένεια

Η Οικογένεια σαν θεσμός υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και σε όλες τις εποχές Είναι μια από τις πρώτες μορφές οργάνωσης, η πρώτη θα έλεγα, και εμφανίσθηκε με την εμφάνιση του ζωικού βασιλείου μέρος του οποίου είναι ο άνθρωπος. Δηλαδή η οικογένεια δεν είναι μόνο προνόμιο του ανθρώπου αλλά και των ζώων.
Όμως το ερώτημα παραμένει
Τι είναι η οικογένεια;
Βέβαια σε πολλούς μπορεί αυτό το ερώτημα να ακούγεται σαν αστείο, διότι λίγο πολύ όλοι ξέρουμε τι είναι η οικογένεια, η νομίζουμε ότι ξέρουμε. Ξέρουμε ότι σε μια οικογένεια πρέπει να υπάρχει ένας μπαμπάς μια μαμά, το παιδί τους, ή τα παιδιά τους, και νομίζουμε ότι ξέρουμε την οικογένεια. Στην ουσία το μόνο που ξέρουμε και αυτό ελλιπή, είναι μερικά κομμάτια από την οικογένεια, τα οποία μπορεί να είναι τελείως διαφορετικά από αυτά τα οποία ξέρει ένα άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας.

Αν θελήσουμε λίγο πιο επιστημονικά να ορίσουμε την οικογένεια, θα λέγαμε πώς
Η οικογένεια είναι μια κλειστή κοινωνική ομάδα με συνεκτικούς δεσμούς αίματος.
Είναι ένα σύνολο ανθρώπων όπου οι συγγενικοί δεσμοί αποτελούν το βασικό λόγο συνεύρεσης τους. Οι συγγενικοί αυτοί δεσμοί, καθορίζονται από την βιολογική συγγένεια και πάνω σε αυτή δημιουργείται το συναισθηματικό περιεχόμενο των συγγενικών σχέσεων . Δηλαδή σχέσεων όπως πατέρας- παιδί Μητέρα- πατέρας, παππούς- εγγονός κ.λ.π. . Έτσι λοιπόν οι οικογενειακές σχέσεις καθορίζονται από δύο παράγοντες το βιολογικό και το ψυχολογικό όπου ο βιολογικός παράγοντας είναι το υπόβαθρο του ψυχολογικού.

Η οικογένεια πείρε διαφορετικές μορφές ανάλογα το χρόνο και την γεωγραφική χώρο και την κουλτούρα που την περιέβαλλε. Σήμερα όταν μιλάμε για την οικογένεια μιλάμε για την πυρηνική οικογένεια, όπως την λέμε, η οποία αποτελείται από τους γονείς και το παιδί η τα παιδιά. Συγχρόνως όμως έχουμε και την ευρύτερη οικογένεια στην οποία περιλαμβάνονται μέλη από τις οικογένειες καταγωγής των γονέων, τους συγγενείς, που είναι οι παππούδες, οι γιαγιάδες, θείες, θείοι και λοιπά.

Άρα όταν μιλάμε για οικογένεια, στην Ελληνική πραγματικότητα, πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας όχι μόνο την οικογένεια αυτή κάθε αυτή, δηλαδή την πυρηνική οικογένεια αλλά και την ευρύτερη οικογένεια, που την περιβάλει, δηλαδή το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, τους συγγενείς. Επίσης όταν μιλάμε για την οικογένεια, μιλάμε για τις διάφορες μορφές και σημασίες που μπορεί να πάρει για μας, η οικογένεια, ανάλογα την θέση και την λειτουργία που επιτελούμε μέσα σε αυτήν. Δηλαδή αλλιώς αντιλαμβανόμασταν την οικογένεια από την θέση του παιδιού, αλλιώς από την θέση του πατέρα.

Στην οικογένεια καταγωγής μας, δηλαδή σε αυτή που γεννηθήκαμε, βιώσαμε την παρουσία της οικογένειας να μας περιβάλλει, από την θέση του παιδιού, του εφήβου η του νέου. Στην οικογένεια που δημιουργήσαμε η θα δημιουργήσουμε, η οποία ονομάζεται οικογένεια αναπαραγωγής, πήραμε, ή, θα πάρουμε την θέση του πατέρα, ή, της μητέρας που καταλάμβαναν παλιά οι γονείς μας. Συγχρόνως γίναμε θείοι, θείες, ανιψιοί, κουμπάροι κλπ, Με αυτό τον τρόπο, κατά το πέρασμα του χρόνου καλύψαμε η θα καλύψουμε τις περισσότερες θέσεις και λειτουργίες στην οικογένεια, περνώντας από την οικογένεια καταγωγής στην οικογένεια αναπαραγωγής. Αυτό σημαίνει πως σε όλη μας την ζωή η οικογένεια θα αποτελεί το πεδίο της συναισθηματικής μας αναφοράς, με τα γνωστά ευχάριστα, ή, δυσάρεστα αποτελέσματα.


Οικογενειακές σχέσεις


η επίδραση και η εξάρτηση

Η οικογένεια είναι ένας ζώντας οργανισμός ο οποίος όπως κάθε άλλος οργανισμός γεννιέται , ενηλικιώνεται και πεθαίνει.
Ο χώρος και ο χρόνος της οικογένειας αποτελεί το ψυχολογικό πεδίο της οικογένειας, μέσα στο οποίο δημιουργούνται οι σχέσεις των μελών της. Η ψυχολογική κατάσταση ενός μέλους την οικογένειας επιδρά και επηρεάζει την ψυχολογική κατάσταση των άλλων μελών και το αντίθετο και αποτελεί κανόνα για το κάθε μέλος ξεχωριστά. Η επίδραση αυτή ασκείται δια μέσου της λεκτικής και μη λεκτικής επικοινωνίας, δηλαδή δια μέσου του λόγου και της συμπεριφοράς.

Πρέπει να σημειώσουμε πως κάθε μέλος της οικογένειας ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου επιδρά με το δικό του τρόπο στα άλλα μέλη. Οι σχέσεις οι οποίες δημιουργούνται καθορίζονται και παίρνουν μορφή από αυτές τις αλληλεπιδράσεις των μελών μέσα στο οριοθετημένο ψυχολογικό πεδίο της οικογένειας. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές με το πέρασμα του χρόνου, και με την συνεχή επανάληψη τους αποκτούν την μορφή της συνήθειας, Η επανάληψη του τρόπου συμπεριφοράς δημιουργεί την συνήθεια των οικογενειακών σχέσεων. Ο τρόπος λοιπόν, με τον οποίο το ένα μέλος επιδρά μέσα από την συμπεριφορά του στο άλλο δεν καθορίζει μόνο την μορφή της σχέσης, αλλά καθορίζει και το ποσοστό εξάρτησης από την σχέση.

Από μελέτες οι οποίες έχουν γίνει, φανερώνεται πως η συμπεριφορά ενός μέλους της οικογένειας έχει άμεση σχέση με την συμπεριφορά του άλλου μέλους, σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρούμε την συμπεριφορά τους σαν ένα σύνολο όπου η μία συμπεριφορά συμπληρώνει την άλλη. Παραδείγματος χάριν μια αυταρχική συμπεριφορά ενός πατέρα προκαλεί μια φοβισμένη συμπεριφορά στο παιδιού του. Αυτές οι δύο συμπεριφορές είναι η μία εξαρτώμενη από την άλλη, δηλαδή για να μπορέσει να εκδηλωθεί η μία απαιτείται η παρουσία της άλλης. Ο πατέρας δεν μπορεί να εκδηλώσει την αυταρχική συμπεριφορά του, αν το παιδί δεν είναι παρόν, το ίδιο και το παιδί δεν μπορεί να εκδηλώσει την συμπεριφορά που εκδηλώνει μπροστά στο πατέρα του, όταν εκείνος δεν είναι παρόν. Με αυτό τον τρόπο, τη σχέση πατέρα – παιδιού μπορούμε να το δούμε σαν ένα όλον, σαν μια ολότητα, όπου τα δύο μέλη της σχέσης μοιράζονται από μισό.

Εάν έχουμε και μια μητέρα, η οποία δεν συμφωνεί με την αυταρχικότητα του πατέρα, χωρίς να τολμάει να του εναντιωθεί αλλά έχοντας και αυτή υιοθετήσει μπροστά του μια στάση υποταγής. Η, το αντίθετο μια μητέρα η οποία εναντιώνεται και συμμαχεί με το παιδί. Σε αυτή την περίπτωση, εάν το παιδί παρουσιάσει κάποια προβλήματα, όπως ενούρηση την νύχτα, εκδήλωση φοβίας στο σκοτάδι, εκδήλωση άγχους που μπορεί να σωματοποιηθεί και να έχουμε συχνές αδιαθεσίες, πόνους, και γενικά παράπονα, τα οποία επιφέρουν μια ένταση στην οικογένεια. Αυτό το γεγονός από την μία, μπορεί να τραβήξει την προσοχή της οικογένειας, και από την άλλη, μπορεί να περιορίσει την αυταρχικότητα του πατέρα και συγχρόνως το άγχος και τον φόβο πού προκαλεί Σε αυτή την περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ατομικό πρόβλημα αλλά με ένα οικογενειακό, από το οποίο κάθε μέλος έχει το μερίδιο του διότι κάθε μέλος είναι εξαρτημένο από την κατάσταση και από την σχέση του με τα άλλα μέλη.

Η εξάρτηση λοιπόν, αποτελεί το βασικό στοιχείο των αλληλεπιδράσεων των μελών της οικογένειας.
Δια μέσου της εξάρτησης δημιουργείται η συνοχή της οικογένειας. Κάθε μέλος ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου, μπορεί να εξαρτήσει και να εξαρτηθεί από τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια . Αυτή την περίπτωση την λέμε αλληλεξάρτηση, και φανερώνει τον τρόπο και το ποσοστό εξάρτηση των μελών μεταξύ της. Η εξάρτηση λοιπόν υπάρχει πάντα, άρα το να μιλάμε για ανεξαρτησία είναι σαν να μιλάμε για μια άλλη μορφή εξάρτησης. Στην κατάσταση της ανεξαρτησίας δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαρτήσεις αλλά ότι οι εξαρτήσεις αυτές είναι ρυθμισμένες έτσι ώστε να μην προκαλούν προβλήματα στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου, και της οικογένειας του, αλλά να μπορούν να αποτελέσουν και στοιχεία προώθησης αυτής της ανάπτυξης.
Ανάλογα με την μορφή των σχέσεων που αναπτύσσει μια οικογένεια μπορούμε να έχουμε

Την οικογένεια απεμπλοκής

Η οικογένεια απεμπλοκής χαρακτηρίζεται από το γεγονός της ώθησης των παιδιών στην κοινωνική ζωή πριν αυτά να είναι ώριμα για κάτι τέτοιο, δηλαδή χωρίς να έχουν υιοθετήσει ένα μοντέλο κοινωνικοποίησης για την αντιμετώπιση της.
Σε αυτή την περίπτωση οι γονικοί ρόλοι δεν είναι καλά ξεκαθαρισμένοι, ακόμα και αν φαίνονται ότι εμπεριέχουν μια σταθερότητα. Και τα παιδιά αναγκάζονται να αυτονομηθούν συναισθηματικά παρ’ όλη την ανωριμότητα τους. Αυτή την κατάσταση το παιδί μπορεί να την εκλάβει σαν απόρριψη και να αντιδράσει με βίαιη και αντικοινωνική συμπεριφορά στην κοινωνική του ζωή.

Την εμπλεκόμενη οικογένεια

Αυτή η περίπτωση οικογένειας είναι τελείως αντίθετη από την προηγούμενη. Στην μπερδεμένη οικογένεια οι σχέσεις δημιουργούνται γύρω από ένα οικογενειακό μύθο γύρω από τον οποίο ενώνεται η οικογένεια η οποία δεν δέχεται εύκολα τις τάσεις διαφοροποίησης των μελών της.

Την δυσλειτουργική οικογένεια

Η δυσλειτουργική οικογένεια μπορεί να είναι η οικογένεια απεμπλοκής, όπως και η μπερδεμένη οικογένεια, δηλαδή οικογένειες βασισμένες στην προωθημένη διαφοροποίηση των μελών τους, ή, το αντίθετο οικογένειες με πλήρη συγχώνευση των μελών τους, Και στις δύο περιπτώσεις τα προβλήματα τα οποία συναντάμε είναι σχεδόν τα ίδια. Και στις δύο περιπτώσεις διακρίνουμε προβλήματα επικοινωνίας και ορίων μεταξύ των μελών, δηλαδή και στην μια και στην άλλη περίπτωση οι σχέσεις των μελών είναι βασισμένες, ή στην σκληρότητα των στερεοτύπων, ή, στην έλλειψη νοήματος και διάρκειας της σχέσης.

Την υπέρ- δυσλειτουργική

Κάτω από αυτό τον τίτλο μπορούμε να βάλουμε τις οικογένειες εκείνες οι οποίες μοιάζουν με ετερογενείς ολότητες, οι οποίες καθορίζονται, από την ένταση και την πολυπλοκότητα των παθολογικών σχέσεων. Οι σχέσεις αυτές δεν έχουν να κάνουν μόνο με ένα μέλος το οποίο παρουσιάζει ένα πρόβλημα, αλλά όλα τα μέλη παρουσιάζουν μια προβληματική συμπεριφορά. Πρόκειται για οικογένειες χωρίς καμία οργάνωση, όπου οι σχέσεις μεταξύ των μελών δεν έχουν καμία συνέπεια, όπως και καμία ευθύνη. Αυτές τις καταστάσεις τις συναντάμε σε περιπτώσεις μεγάλης φτώχειας, ή, σε περιπτώσεις όπου ένας από τους γονείς , ή και οι δύο έχουν ψυχιατρικά προβλήματα όπου

Την υπέρ-εμπλεκόμενη οικογένεια

Ονομάζουμε έτσι την οικογένεια η οποία κατά την εισαγωγή, π.χ. κάποιου μέλους της στο νοσοκομείο, επεμβαίνει με τρόπο άμεσο στο τρόπο λειτουργίας του νοσοκομείου. Αυτό γίνεται η με την συνεχή παρουσία των μελών στο δωμάτιο του ασθενούς, με συχνά τηλέφωνα και προτάσεις για τον τρόπο θεραπείας του ασθενούς. Ο συχγωνευτικός τρόπος με τον οποίον λειτουργούν οι οικογενειακές αλληλεπιδράσεις, μπορούν να εμποδίσουν την πραγμάτωση των θεραπευτικών στόχων.

Την εκτεταμένη οικογένεια

Η εκτεταμένη οικογένεια εκτός από την πυρηνική οικογένεια περιλαμβάνει και άλλα μέλη, όπως παππούδες γιαγιάδες, αδέλφια, κ.λ.π. Σε αυτή την περίπτωση, η πυρηνική οικογένεια χάνει την συναισθηματική της δύναμη. Δηλαδή η γονικές φιγούρες μπορούν να χάσουν την σημαντικότητα και το κύρος τους, από την επέμβαση των συγγενών.
Στην ελληνική πραγματικότητα η εκτεταμένη οικογένεια αντιπροσωπεύει την πλειονότητα των οικογενειών.

Ο ρόλος
των οικογενειακών
σχέσεων


Η κοινωνικοποίηση

Ο βασικός στόχος της οικογένειας όπως και των σχέσεων οι οποίες αναπτύσσονται μέσα σε αυτή πρέπει να είναι η κοινωνικοποίηση του νέου ανθρώπου. Δηλαδή την παροχή εκείνου του ψυχολογικού και ο κοινωνικού πλαισίου όπου το παιδί θα μπορέσει να ξεδιπλώσει τα φτερά του και να εξελιχθεί τόσο ατομικά όσο και κοινωνικά. Ο Βαθμός κοινωνικοποιήσεως του έχει να κάνει με την μορφή των αλληλεπιδράσεων μέσα στην οικογένεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα παιδί μπορεί να είναι αμέτοχο σε αυτό το μηχανισμό κοινωνικοποίησης, αντιθέτως συμμετέχει ενεργητικά και μπορεί να επηρεάσει όπως είπαμε την ίδια του την κοινωνικοποίηση. Έτσι όταν μιλάμε για την κοινωνικοποίηση, από την μια αναφερόμαστε στην ικανότητα που έχει το άτομο να δέχεται τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος , να τα επεξεργάζεται και να προσπαθεί να βρει την καλύτερη , δυνατή λύση όσο αφορά τους στόχους και τις ανάγκες του. Και από την άλλη την ικανότητα της οικογένειας να του παράσχει αυτή την δυνατότητα μέσα από την μορφή των σχέσεων οι οποίες έχουν αναπτυχθεί μέσα σε αυτή.
Κάθε σχέση ενήλικα με παιδί είναι μια παιδαγωγική σχέση.
Ακόμα και όταν παίζουμε, τρώμε, μιλάμε με ένα παιδί πάντα κρατάμε ένα παιδαγωγικό ρόλο απέναντί του είτε το θέλουμε, είτε όχι. Η παιδαγωγική αυτή σχέση στηρίζεται στην επικοινωνία, όπως είπαμε λεκτική και μην λεκτική. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάνε οι γονείς, διότι τις περισσότερες φορές ενώ πιστεύουν ότι έχουν επιδράσει θετικά, μέσα από το λόγο, απέναντι στα παιδιά τους με την συμπεριφορά τους μπορεί να έχουν επιδράσει αρνητικά.
Όσο καλύτερα νιώθει το παιδί μέσα στην οικογένειά του, τόσο ευκολότερα μπορεί να προσαρμοσθεί στο περιβάλλον του σχολείου και κατ’ επέκταση στο κοινωνικό περιβάλλον ,και αντιθέτως. Ένα παιδί που έχει μάθει να αντιμετωπίζει ένα οικογενειακό περιβάλλον με φόβο και ενοχή , διότι οι γονείς του για να μπορέσουν να το προσαρμόσουν στις οικογενειακές απαιτήσεις χρησιμοποίησαν περισσότερο μια παιδαγωγική μέθοδο που στηρίχτηκε στην τιμωρία παρά στην αμοιβή , αυτό το παιδί θα αντιμετώπιση με επιφυλακτικότητα το σχολείο και κατ΄ επέκταση την κοινωνία και θα αντιδράσει με το ίδιο συναίσθημα που αντιδρά στο οικογενειακό περιβάλλον .
Ο ρόλος της οικογένειας, λοιπόν στην κοινωνικοποίηση του παιδιού είναι καθοριστικός.
Στην ουσία η οικογένεια είναι αυτή που θέτει τις βάσεις για την ομαλή κοινωνικοποίηση του παιδιού. Αυτή είναι που προετοιμάζει το μελλοντικό πολίτη της χώρας, και αυτή είναι που πλάθει και διαμορφώνει την προσωπικότητα του ατόμου . Νομίζω πως αυτές οι λέξεις είναι πολύ φτωχές για να χωρέσουν την σημαντικότητα του ρόλου της οικογένειας στην ζωή του καθένα μας. Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο περιβάλλον του παιδιού και από αυτή αντλεί τα πρώτα του ερεθίσματα και σε αυτή στέλνει τα πρώτα του μηνύματα που έχουν να κάνουν με τις οργανικές και ψυχολογικές του ανάγκες. Από αυτές τις πρώτες στιγμές που το παιδί έρχεται σε επαφή με το οικογενειακό περιβάλλον, αρχίζει να λειτουργεί ο μηχανισμός της κοινωνικοποίησης με βασικούς παράγοντες, σε πρώτο επίπεδο, τους γονείς και σε δεύτερο τα άλλα μέλη της διευρυμένης οικογένειας που το περιβάλλουν , όπως παππούδες , γιαγιάδες , θείοι, θείες , και μετά ο κοινωνικός περίγυρος.



Η σχέση των γονέων
και τα παιδιά




Η λειτουργία της γονικής σχέσης είναι αυτή η οποία δημιουργεί την οικογενειακή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία καλείται να μεγαλώσει το παιδί. Η σημασία της για το παιδί είναι τεράστια και έχει σχέση με την σημασία που της δίνουν οι γονείς. Η σημαντικότητα της σχέσης των γονέων έγκειται στο γεγονός ότι αυτή αποτελεί το βασικό περιβάλλον του παιδιού. Είναι αυτή που δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του η το αντίθετο. Εάν η σχέση των γονέων στηρίζετε στην αναγνώριση και τον σεβασμό του ενός από τον άλλον, τότε δημιουργείται ένα κλίμα εμπιστοσύνης που βοηθάει το παιδί να ξεδιπλώσει τις ικανότητες του γιατί και η σχέση των γονέων με το παιδί τους θα στηρίζεται επίσης στα ίδια χαρακτηριστικά Αντίθετα, εάν η σχέση στηρίζεται στην απόρριψη και την υποταγή, τότε δημιουργείται ένα κλίμα ανασφάλειας και ενοχής, το οποίο επηρεάζει το παιδί στην εξέλιξη και αυτονόμηση του.
Η σχέση των γονέων είναι μια σχέση σύνθεσης και όχι αποσύνθεσης και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Γιατί όσο πιο σημαντική είναι η σχέση για τους γονείς τόσο πιο σημαντική είναι για το παιδί Από την σημαντικότητα της σχέσης απορρέει η σημαντικότητα του παιδιού. Στην ουσία η γονική σχέση είναι πάντα σημαντική, είτε την διακρίνει η αγάπη και η φροντίδα, είτε η αδιαφορία η, η αντιπαλότητα. Η Σχέση των γονέων είναι μια διαλεκτική σχέση θέσης αντίθεσης, μέσα από την οποία δημιουργούνται οι προϋπόθεσης για την εξέλιξη της, πράγμα που σημαίνει επίσης προϋποθέσεις για την εξέλιξη στην σχέση με το παιδί η οποία σημαίνει εξέλιξη του ίδιου του παιδιού. Η ελευθερία έκφρασης της γονικής σχέσης δημιουργεί τις δυνατότητες έκφρασης του παιδιού, και το αντίθετο η καταπίεση στην γονική σχέση είναι καταπίεση στην σχέση του κάθε γονέα με το παιδί του
Η σχέση του κάθε γονέα με το παιδί του καθορίζεται από την σχέση του με τον άλλο γονέα. Δηλαδή ο πατέρας σαν προσωπικότητα ποτέ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από το παιδί μεμονωμένα αλλά πάντα σε συνδυασμό με τον τρόπο που συνδέεται αυτός με την μητέρα και με τον τρόπο με τον οποίον αυτή συνδέεται με το παιδί. Εάν λοιπόν η σχέση των γονέων είναι διαταραγμένη, τότε η σχέση του κάθε γονέα ξεχωριστά με το παιδί του, είναι διαταραγμένη, ασχέτως εάν δημιουργούνται συμμαχίες. Στην περίπτωση όπου ο ένας γονέας προσεταιρίζεται το παιδί στην διαφωνία του με τον άλλο γονέα, δεν σημαίνει πως η σχέση με το παιδί του είναι καλύτερη και πως αυτή η σχέση βοηθάει και ασφαλίζει το παιδί. Διότι και ο ίδιος είναι σε μια ανίσχυρη θέση, ζητώντας την συμμαχία του παιδιού, αλλά και το παιδί γίνεται περισσότερο ευάλωτο σε σχέση με την οργή του άλλου γονέα
Η Συνεχής σύγκρουση των γονέων, με σκοπό την επικράτηση του ενός από τους δύο, δημιουργεί την εσωτερική και εξωτερική σύγκρουση του παιδιού, η οποία έχει να κάνει με την ταυτότητα του και την ικανοποίηση, η την δυσαρέσκεια που απορρέει από αυτή. Σε μία τέτοια περίπτωση το παιδί γίνεται υποχείριο της γονικής σχέσης , περνώντας σε δεύτερη μοίρα. Η υποβίβαση του παιδιού σε εξάρτημα της γονικής η οποιασδήποτε άλλη σχέσης, σημαίνει έλλειψη σημαντικότητας της παρουσίας του, το οποίο με την σειρά του σημαίνει για το παιδί, έλλειψη αυτοπεποίθησης στον εαυτό και στο περιβάλλον που ζει. Κάθε διαταραχή στην σχέση των γονέων μπορεί να σημαίνει διαταραχή στην συμπεριφορά του παιδιού και το αντίθετο.
Αυτό δεν σημαίνει πως οι γονείς πρέπει να συμφωνούν πάντα μεταξύ τους αλλά η διαφωνία τους. αυτή να μην γίνεται μέσο υποτίμηση και απόρριψης του άλλου, αλλά μέσο αναγνώρισης και συνεργασίας μαζί του. Σημαίνει αναγνώριση του δικαιώματος του άλλου στην διαφωνία και την υποστήριξη της γνώμης του, πράγμα που σημαίνει την ελευθερία έκφρασης και συμπεριφοράς στην γονική σχέση, έτσι ώστε οι δύο γονείς να μπορούν να εκφράσουν τον εαυτό τους, την διαφορετικότητα τους και την εκάστοτε θέση τους σε καταστάσεις οι οποίες αφορούν την οικογένεια. Σε περίπτωση διαμάχης των γονέων για λόγους που δεν αφορούν το παιδί, καλό είναι ο γονέας να εξηγήσει στο παιδί τι συμβαίνει μεταξύ τους και πως η διαφωνία δεν έχει να κάνει με αυτό το ίδιο, αλλά και ότι η διαφωνία δεν αποτελεί απειλή διάλυσης της σχέσης, αλλά προσπάθεια ανασυγκρότησης της. Με αυτό τον τρόπο ο γονέας προλαβαίνει τις ερμηνείες τις οποίες μπορεί να υιοθέτηση ένα παιδί σε μια τέτοια κατάσταση, ερμηνείες οι οποίες βασίζονται περισσότερο στην φαντασία του παρά στην λογική. Με αυτό τον τρόπο βοηθάμε το παιδί να κρατήσει απόσταση από τα δρώμενα και να μην χρειαστεί να πάρει το μέρος του ένα η του άλλου γονέα, και να μείνει ανέπαφο από την κρίση.
Ακόμα σε μια τέτοια κατάσταση δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το παιδί μαθαίνει και αν δεν του εξηγήσουμε τι συμβαίνει, τότε αυτό που μαθαίνει στηρίζεται περισσότερο στις εσωτερικές του ανασφάλειες και φόβους προσδίνοντας του μεγαλύτερη σημασία στο συμβάν από αυτή που πρέπει.
Έτσι έχει το παιδί την δυνατότητα να σκεφτεί και να διαλέξει την συμπεριφορά του, όχι κάτω από εκβιαστικά τεχνάσματα και τιμωρίες, αλλά με την σιγουριά πως όποια απόφαση και αν πάρει αυτό δεν σημαίνει απειλή απόσυρσης της αγάπης αλλά μέσο για συζήτησης και αποδοχής. Αποδοχής γι’ αυτό που θέλει να είναι και όχι γι’ αυτό που θέλουν οι άλλοι να γίνει
Τέλος