Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011





Ανάγκη για προστασία των παιδιών

από κάθε είδους κακοποίηση


Οφείλουμε να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά ώστε να μπορούν να διαχωρίσουν το καλό από το κακό μυστικό
Η σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών είναι αναμφισβήτητα μια από τις ειδεχθέστερες εγκληματικές συμπεριφορές και προκαλεί έντονα συναισθήματα ντροπής και οργής στην κοινή γνώμη. Με αφορμή πρόσφατη δημοσίευση περιστατικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, ο Οργανισμός HFC «Hope for Children» UNCRC Policy Center θέλει να εκφράσει για άλλη μια φορά τη λύπη του και να τονίσει την άμεση ανάγκη εφαρμογής μέτρων και πρακτικών που να προλαβαίνουν παρόμοια περιστατικά και να προωθούν την ενημέρωση ενηλίκων και ανηλίκων στα θέματα σεξουαλικής κακοποίησης.
Το γεγονός ότι η σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση έχει ως στόχο τα παιδιά - τα οποία θα έπρεπε να τυγχάνουν προστασίας και φροντίδας από το περιβάλλον τους - καθιστά όλους εμάς τους ενήλικες υπεύθυνους για την προώθηση της πρόληψης της βίας, την προστασία των παιδιών, τη δίωξη (prosecution) των δραστών και τη συμμετοχή (participation) των παιδιών στα θέματα που τα αφορούν. Τόσο μέσα από το οικογενειακό περιβάλλον, όσο και μέσα από το σχολείο, με την κατάλληλη εκπαίδευση το παιδί μπορεί να μάθει να αυτοπροστατεύεται.
Ένας τρόπος είναι να τονίσουμε στο παιδί ότι υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία στο σώμα του (κυρίως αυτά που καλύπτονται από τα εσώρουχα) στα οποία δεν επιτρέπεται να αγγίζουν οι άλλοι, αλλά και αντίστοιχα το παιδί δεν επιτρέπεται να αγγίζει με παρόμοιο τρόπο στο σώμα κάποιου άλλου. Επιπλέον, αν το παιδί εξαιτίας μιας κατάστασης βιώνει αρνητικά συναισθήματα όπως ντροπή, φόβο, ανασφάλεια, λύπη, αυτό είναι ένδειξη ύπαρξης κακής συμπεριφοράς και πρέπει να προσπαθήσει να απομακρυνθεί.
Ακόμη, οφείλουμε να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά ώστε να μπορούν να διαχωρίσουν το καλό από το κακό μυστικό, αφού συχνά η νοσηρή σχέση θύτη και θύματος χαρακτηρίζεται κυρίως από μυστικότητα. Το παιδί πρέπει να μάθει ότι μπορεί να απευθυνθεί στο γονιό ή στο δάσκαλό του σε περίπτωση που υφίσταται κακομεταχείριση. Αυτό επιτυγχάνεται αν το παιδί έχει ενθαρρυνθεί στο να συζητά άφοβα τα προβλήματά του με έναν έμπιστο ενήλικα, ο οποίος θα το υποστηρίξει.
Όπως ανέφερε πρόσφατα και ο πρεσβευτής του Οργανισμού HFC «Hope for Children» κ. Γιώργος Θεοφάνους: «Θα ήθελα να ενθαρρύνω όλους τους πολίτες που γνωρίζουν τέτοια περιστατικά να τα καταγγέλλουν άμεσα αλλά και να συμβάλουν στην ενδυνάμωση της οικογένειας, η οποία - εφόσον λειτουργεί σωστά - μπορεί να ανταποκριθεί στις σωματικές, συναισθηματικές και αναπτυξιακές ανάγκες όλων των παιδιών».
Κλείνοντας, πέραν από το τι μπορεί να προσφέρει η οικογένεια και το σχολείο στο παιδί, πρέπει να δούμε τι επιβάλλεται να γίνει με πρωτοβουλία και ευθύνη του κράτους σε εθνικό επίπεδο. Η Συνθήκη Lanzarote (2007) είναι η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης. Η Κύπρος, ως κράτος-μέλος της ΕΕ, έχει υπογράψει την πιο πάνω σύμβαση από το 2007, όμως δεν έχει προβεί ακόμη στην επικύρωσή της.
Η επικύρωση της Συνθήκης δεσμεύει επίσημα το κράτος στην εφαρμογή του περιεχομένου της σύμβασης μέσω της αντίστοιχης νομοθεσίας. Με τις ανησυχητικές διαστάσεις που έχει λάβει το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας κατά των παιδιών, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη επικύρωσης της σχετικής σύμβασης. Τα πιο πάνω εμπερικλείονται και στους κύριους στόχους της εκστρατείας του Συμβουλίου της Ευρώπης «Ένα στα Πέντε» κατά της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών.
Ο Οργανισμός HFC «Hope for Children» UNCRC Policy Center ως επίσημος συνεργάτης του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει αρχίσει την υλοποίηση αυτής της εκστρατείας και στην Κύπρο στοχεύοντας μεταξύ άλλων και στην επικύρωση και εφαρμογή της πιο πάνω Συνθήκης. Σύμφωνα με τον Διευθυντή του οργανισμού κ. Joseph Varughese: «Ως οργανισμός, επιδιώκουμε την πρόληψη της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών και δεσμευόμαστε να συνεργαστούμε με τα αρμόδια υπουργεία και υπηρεσίες για να πετύχουμε τον στόχο αυτό. Εκτός αυτού, οι πόρτες μας είναι πάντα ανοιχτές σε θύματα τέτοιων εγκλημάτων για να τους παρέχουμε τη στήριξη που χρειάζονται».
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥH Μαρία Παπαδοπούλου είναι εκπαιδευτικός και μέλος του Οργανισμού «Hope for Children» -UNCRC Policy Center



Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011





«Βυθισμένοι» στο αλκοόλ...

Το 30% των εφήβων στην Ελλάδα καταναλώνει αλκοόλ περισσότερες από 2 φορές την εβδομάδα!
Οι ανήλικοι στη χώρα μας προτιμούν τα «σκληρά» ποτά, όταν στην Ευρώπη το 10% των θανάτων οφείλεται σε κατάχρηση αλκοόλ


Εξάρτηση στο… χέρι τους έχει γίνει πλέον το ποτήρι με το αλκοόλ για τους περισσότερους νέους, παρά το ότι η κατανάλωση οινοπνευματωδών στον γενικό πληθυσμό της Ελλάδας έχει αρχίσει να μειώνεται. Τα αυξανόμενα κρούσματα του πρόωρου ηλικιακά εθισμού στο αλκοόλ λαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις, αποτελώντας πραγματικά μια μάστιγα για τους νέους της χώρας μας και προκαλώντας συγχρόνως την ανησυχία ολόκληρης της κοινωνίας.


Σε πρόσφατη έρευνα γνωστής εταιρείας δημοσκοπήσεων οι έφηβοι ερωτήθηκαν πόσο συχνά καταναλώνουν αλκοόλ μέσα σε μια εβδομάδα. Συγκεκριμένα, ένας στους επτά μαθητές πίνει με συχνότητα δύο με τρεις φορές την εβδομάδα.


Σχεδόν οι μισοί μαθητές αναφέρουν υπερβολική χρήση αλκοόλ με 5 ή περισσότερα οινοπνευματώδη ποτά στη σειρά.


Σύμφωνα όμως και με την έρευνα του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής,


οι έφηβοι πρωτοπίνουν μπίρα ή κρασί στα 12 με 13 τους χρόνια, ενώ στα 14 έως 15 επιλέγουν τα πιο «σκληρά» ποτά, όπως το τζιν, τη βότκα, την τεκίλα και το ουίσκι.


Σημαντικό ρόλο όμως σε αυτή την πρώιμη κακή συνήθεια παίζει και η παρουσία αλκοολούχων αναψυκτικών.


Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι έφηβοι πίνουν με συνομήλικούς τους σε πάρτι, νυχτερινές εξόδους και σε ίντερνετ-καφέ.


Όπως προκύπτει από πανευρωπαϊκή στατιστική μελέτη, το 10% των 11χρονων και το 21% των 15 χρονών ομολογούν πως έχουν μεθύσει μία φορά στη ζωή τους.


Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, που καταδεικνύει η ίδια μελέτη σε σχέση με την κατανάλωση αλκοόλ από τους έφηβους και νέους, είναι το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία (65,4%) των εφήβων καταναλώνει αλκοολούχα σε χώρους, όπου σύμφωνα με τον υφιστάμενο νόμο απαγορεύεται η κατανάλωσή τους από άτομα ηλικίας κάτω των 17 ετών.


Μια άλλη έρευνα μάλιστα καταλήγει στο συμπέρασμα πως στην Ελλάδα έρχονται πρώτα στις προτιμήσεις των εφήβων τα «σκληρά» οινοπνευματώδη, ενώ στις άλλες χώρες επικρατεί στις προτιμήσεις η μπίρα.







Η οικονομική κρίση ωθεί τους Έλληνες, σε χρήση ναρκωτικών ουσιών, στον παράνομο τζόγο, στην κατάθλιψη

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών (26/6), ο Δρ Χαράλαμπος Πουλόπουλος, διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.), αναλύει τον τρόπο που η οικονομική κρίση προάγει την χρήση ναρκωτικών ουσιών και δυσχεραίνει τη λειτουργία των δομών απεξάρτησης και επανένταξης. Περιγράφει τον τρόπο που η οικονομική κρίση μεταβάλλει το προφίλ του χρήστη, ενώ προτείνει νέα μέσα που οι φορείς θα πρέπει να αξιοποιήσουν προκειμένου να δημιουργήσουν διαύλους επικοινωνίας με τους νέους. Τέλος, δίνει απτά παραδείγματα απεξάρτησης και επανένταξης, που επιτρέπουν στην ελληνική κοινωνία να αισιοδοξεί ότι θα κερδίσει τη μάχη κατά των εξαρτήσεων.


Από στοιχεία προκύπτει ότι η οικονομική κρίση ωθεί τους Έλληνες στον τζόγο (νόμιμο ή παράνομο), στην χρήση ουσιών και στην εκδήλωση κατάθλιψης και άλλων ψυχιατρικών διαταραχών. Υπάρχουν στοιχεία που το ΚΕΘΕΑ έχει στη διάθεσή του και τεκμηριώνουν την τάση του Έλληνα να στρέφεται στην κατάχρηση ουσιών προκειμένου να «ξεφύγει» από την πραγματικότητα/καθημερινότητα;


Η οικονομική κρίση έχει ήδη επιδεινώσει τις συνθήκες ζωής και την καθημερινότητα των πολιτών δημιουργώντας ένα περιβάλλον ανασφάλειας και αβεβαιότητας για το παρόν και το μέλλον. Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί σημαντική μείωση του εισοδήματός τους ή έχουν χάσει τη δουλειά τους βιώνουν έντονες συναισθηματικές επιπτώσεις, όπως άγχος, κατάθλιψη, ψυχοσωματικά συμπτώματα κ.ά. Ως εκ τούτου η καταφυγή σε νόμιμες ή παράνομες ουσίες ή στον τζόγο μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ανακούφισης. Στο πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΑΛΦΑ για τις νόμιμες εξαρτήσεις έχουμε ήδη διαπιστώσει αύξηση των αιτημάτων θεραπείας το τελευταίο διάστημα.



Προσφάτως, επίσης η έκθεση της Παγκόσμιας Επιτροπής για την Πολιτική Αντιμετώπισης των Ναρκωτικών, καταλήγει στο θλιβερό συμπέρασμα, ότι η παγκόσμια εκστρατεία κατά των ναρκωτικών έχει αποτύχει. Το ΚΕΘΕΑ συμμερίζεται αυτή τη διαπίστωση; Κι αν ναι, συμφωνεί με την πρόταση για αποποινικοποίηση ορισμένων ναρκωτικών; Το ΚΕΘΕΑ έχει να προτείνει άλλες λύσεις;

Προφανώς το πρόβλημα των ναρκωτικών είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο και η αντιμετώπιση του απαιτεί μέτρα σε πολλούς τομείς. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ο ποινικός κώδικας δεν μπορεί από μόνος του να αποτελέσει εργαλείο επίλυσης του προβλήματος. Σταθερή θέση του ΚΕΘΕΑ είναι να μην καταλήγει ο χρήστης στη φυλακή, κατάσταση η οποία επιδεινώνει τα προβλήματά του και του στερεί την ευκαιρία της εξόδου από την εξάρτηση.Αυτό που έχει νόημα, για τον εξαρτημένο και για την κοινωνία, είναι να υπάρχουν υπηρεσίες απεξάρτησης σε όλα τα στάδια της ποινικής αντιμετώπισής του αλλά και να εφαρμόζονται τα ευεργετήματα του νόμου. Αυτό αποτελεί για το ΚΕΘΕΑ προτεραιότητα και επιδιώκει να αναπτύσσει διαρκώς το δίκτυο των υπηρεσιών του στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και με δομές υποδοχής και επανένταξης αποφυλακισμένων στην κοινωνία.


Όσον αφορά την έκθεση της Παγκόσμιας Επιτροπής, περιλαμβάνει βασικές αρχές με τις οποίες συμφωνούμε, όπως η αποφυγή της περιθωριοποίησης και του στιγματισμού των χρηστών, η διευκόλυνση της πρόσβασης σε θεραπεία, η αποποινικοποίηση της χρήσης και η παραπομπή των χρηστών σε θεραπευτικά προγράμματα.Ωστόσο, έχουμε σοβαρές διαφωνίες ως προς την πρόταση νομιμοποίησης κάποιων ουσιών, όπως η κάνναβη και η εφαρμογή «καινοτόμων» προγραμμάτων τα οποία βασίζονται στη χορήγηση των ίδιων των ουσιών, όπως τα προγράμματα χορήγησης ηρωίνης.Αν έχει τελειώσει ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών, σύμφωνα με τις εξαγγελίες και την πολιτική της αμερικάνικης κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε συμβιβασμούς με καταστάσεις που μπορεί να δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα στο μέλλον, αλλά να σχεδιάσουμε μια προσεκτική στρατηγική προς την κατεύθυνση εναλλακτικών μέτρων και τη στήριξη της κοινωνικής ένταξης όσων έχουν ανάγκη.


Το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά και την Τοξικομανία (ΕΜCDDA) και η Europol προειδοποιούν για τον πολλαπλασιασμό με «πρωτοφανή ρυθμό» των νέων ναρκωτικών που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά, σε κοινή έκθεσή τους. Αντίστοιχα, μπορούμε να μιλήσουμε για νέους τρόπους αντίδρασης των φορέων απέναντι στο πρόβλημα ή η οδός της απεξάρτησης παραμένει πάντα ίδια;

Η επινοητικότητα και οι νέες τεχνολογίες στα χέρια των εμπόρων, τόσο όσον αφορά τους τρόπους διακίνησης όσο και την τροποποίηση ή παραγωγή νέων ουσιών, θέτουν πολλές φορές σε κίνδυνο τη ζωή των εξαρτημένων.Συγχρόνως οι νέες τεχνολογίες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν πια αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας και της καθημερινής ζωής των νέων και διαθέτουν τεράστια δύναμη στη διάδοση μηνυμάτων και πληροφοριών, είτε με θετικό είτε με αρνητικό αποτέλεσμα.Οι φορείς θεραπείας χρειάζεται να μελετήσουν πώς μπορούν να αξιοποιήσουν αυτά τα νέα μέσα, τα forum, το facebook, το twitter, τα blogs, την τηλε-συμβουλευτική, ως νέες οδούς επικοινωνίας με τους νέους, πρόληψης, κινητοποίησης σε θεραπεία και συμβουλευτικής υποστήριξης.Στην προσπάθεια αντιμετώπισης της εξάρτησης, πάντως, στόχος παραμένει η ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των αιτιών της χρήσης και της υποτροπής, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει εκτός από αμιγώς θεραπευτικές υπηρεσίες, και υπηρεσίες εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης, νομικής στήριξης, φροντίδας της υγείας κ.ά. Σε κάθε περίπτωση οι μέθοδοι για την πρόληψη και τη θεραπεία της εξάρτησης εξειδικεύονται ανάλογα με το προφίλ των ατόμων στους οποίους απευθύνονται παρά με το είδος των ουσιών.


Ο ρόλος του ΚΕΘΕΑ και των άλλων κρατικών και μη δομών που ασχολούνται με τις εξαρτήσεις, μήπως θα πρέπει να μετασχηματιστεί/αλλάξει, ώστε να βρεθεί πιο κοντά στα άτομα που χρειάζονται βοήθεια, με πιο αποτελεσματικό τρόπο;

Οι αυξημένες ανάγκες των εξαρτημένων την περίοδο της κρίσης επιβάλλουν την εξωστρέφεια και την άμεση ανταπόκριση των οργανισμών κοινωνικής φροντίδας. Το ΚΕΘΕΑ έχει προσαρμόσει τη στρατηγική του στα καινούρια δεδομένα, ώστε να αντιμετωπίσει ταχύτερα τις επείγουσες ανάγκες των χρηστών που μπορεί να σχετίζονται τόσο με την επιδείνωση της κατάστασής τους στη χρήση όσο και με τα αυξημένα αιτήματα για θεραπεία.Σε αυτό το πλαίσιο εντατικοποίησε τα προγράμματά του άμεσης πρόσβασης και προσέγγισης χρηστών στο δρόμο, ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας, αύξησε τις πύλες εισόδου στις υπηρεσίες του, δημιούργησε προγράμματα πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης για εφήβους και νέους στις επιβαρυμένες περιοχές και νέες δομές για μετανάστες και φυλακισμένους, ενίσχυσε τις υπηρεσίες κοινωνικής επανένταξης κ.ά.Tο ΚΕΘΕΑ προσπαθεί να βρίσκεται όπου υπάρχουν χρήστες ουσιών, δίνοντας τη δυνατότητα διεξόδου από την εξάρτηση και την προοπτική της κοινωνικής ένταξης.


Τα νεότερα στατιστικά στοιχεία, τί δείχνουν σχετικά με τον αριθμό των χρηστών, τις ουσίες που είναι δημοφιλέστερες για χρήση, καθώς και τις πύλες εισόδου και διακίνησης των ναρκωτικών στην Ελλάδα;

Γενικά, η κατάσταση, λόγω της οικονομικής κρίσης παρουσιάζεται οξυμένη, και ο αριθμός των χρηστών αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.Σύμφωνα, πάντως με τα φετινά στοιχεία του ΚΕΘΕΑ, 7 στους 10 εξαρτημένους που μας προσεγγίζουν είναι μακροχρόνιοι χρήστες ηρωίνης με πρόβλημα κατάχρησης που εκτείνεται πάνω από μια δεκαετία. Ο ένας στους δύο δεν έχει απολυτήριο λυκείου, ενώ 6 στους 10 είναι άνεργοι και 2 στους 10 έχουν περιστασιακή ή επισφαλή εργασία. Το 11,5% είναι άστεγοι ή διαμένουν σε προσωρινή στέγη. Τέσσερις στους δέκα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, 6 στους 10 έχουν νοσηλευτεί στο παρελθόν, ενώ σχεδόν οι μισοί ενδοφλέβιοι χρήστες έχουν μολυνθεί από ηπατίτιδα C. Τέλος, 7 στους δέκα χρήστες έχουν συλληφθεί, 4 στους 10 έχουν καταδικαστεί και 1 στους 3 έχει φυλακιστεί στο παρελθόν.Όσον αφορά τις οδούς διακίνησης, οι παράνομες ουσίες μπαίνουν στη χώρα μας τόσο από τα βόρεια σύνορά μας όσα και δια θαλάσσης. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αποτελεί σταυροδρόμι.


Η οικονομική κρίση μπορούμε να πούμε ότι έχει επηρεάσει/τροποποιήσει το προφίλ του Έλληνα χρήστη ουσιών; Αν ναι, ως προς ποια χαρακτηριστικά;

Για τους εξαρτημένους που είναι πολλαπλώς επιβαρυμένοι, η κρίση συνεπάγεται επιδείνωση των προβλημάτων ψυχικής και σωματικής υγείας, μείωση του κινήτρου για ένταξη και παραμονή σε θεραπεία και αύξηση των δυσκολιών κατά την κοινωνική επανένταξη.Η εξεύρεση και διατήρηση εργασιακής θέσης καθίστανται δύσκολες όπως και η διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών και απολαβών εργασίας, αυξάνοντας τον κίνδυνο υποτροπής σε προβληματικές συμπεριφορές.Στα θέματα της υγείας οι περικοπές στο σύστημα δημόσιας υγείας έχουν ήδη καταστήσει δυσκολότερες τις παραπομπές των εξαρτημένων για ιατρικές εξετάσεις.Η οικονομική κρίση μπορεί να οξύνει και την παραβατικότητα ενώ η κοινωνική περιθωριοποίηση και η εξαθλίωση πολύ συχνά οδηγούν στην ενίσχυση της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς.


Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, έχει επηρεάσει και πώς, τα πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ;

Δυστυχώς και παρά το γεγονός ότι η οικονομική κρίση αύξησε τις ανάγκες των εξαρτημένων, οι πόροι για την απεξάρτηση μειώθηκαν και εξακολουθούν μειώνονται.Το ΚΕΘΕΑ αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα λόγω της μείωσης της κρατικής επιχορήγησης και του παγώματος των προσλήψεων για τέταρτη συνεχή χρονιά. Με πάνω από 15 αιτήματα πόλεων για υπηρεσίες να εκκρεμούν, έχουμε εξαντλήσει κάθε περιθώριο συμπίεσης των δαπανών και αύξησης της αυτοχρηματοδότησης προκειμένου να ανταποκριθούμε.Αν η κατάσταση αυτή παρατηθεί γρήγορα θα καταλήξει σε διατάραξη της λειτουργίας των προγραμμάτων μας και αδυναμία ανταπόκρισης στα αιτήματα με οδυνηρές συνέπειες στους χρήστες και τις οικογένειές τους.


Η ιδιωτική πρωτοβουλία (πέραν των χορηγιών) πως μπορεί να αξιοποιηθεί ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η λειτουργία των δομών του ΚΕΘΕΑ, αλλά και των υπολοίπων προγραμμάτων κατά των εξαρτήσεων;

Παράλληλα με τις υπόλοιπες προσπάθειες στις οποίες αναφέρθηκα, το ΚΕΘΕΑ αξιοποιεί ένα ευρύ δίκτυο εθελοντών σε όλη τη χώρα. Μεταξύ αυτών οι Σύλλογοι Οικογένειας που υποστηρίζουν το έργο του εθελοντικά αλλά μεγάλος αριθμός ιδιωτών που προσφέρουν αφιλοκερδώς πολύτιμες υπηρεσίες στα θεραπευτικά προγράμματα.Στόχος του ΚΕΘΕΑ, μέσω της δικτύωσης και των συνεργασιών του με ιδιώτες, κοινωνικούς φορείς, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα ΜΜΕ, εθελοντές και επιχειρήσεις, είναι όχι μόνο να καλύψει τα κενά που δημιουργεί η υποχρηματοδότηση, αλλά και να εμπλέξει ολόκληρη την κοινωνία σε ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα


.Δεδομένης της δύσκολης κοινωνικής συγκυρίας που βιώνει η Ελλάδα, μπορούμε να αισιοδοξούμε ως προς την καταπολέμηση των εξαρτήσεων; Μπορείτε να αναφέρετε ένα «αισιόδοξο» και απτό παράδειγμα;

Όσο παρατείνεται η απουσία εθνικής πολιτικής για τα ναρκωτικά καθώς και η μείωση των κονδυλίων παρά τις δεσμεύσεις για την ενίσχυση ευάλωτων ομάδων, στενεύουν τα περιθώρια για αισιοδοξία.Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η κοινωνική επένδυση στη θεραπεία απεξάρτησης είναι θετικά ανταποδοτική καθώς εξοικονομεί πόρους από τη μείωση της παραβατικότητας, την ένταξη των απεξαρτημένων στην αγορά εργασίας και τη μειωμένη χρήση υπηρεσιών σωματικής και ψυχικής υγείας. Τα χρήματα που κόβονται από την απεξάρτηση η κοινωνία θα τα πληρώσει πολλαπλάσια.Για μας το αισιόδοξο μήνυμα είναι οι εκατοντάδες απόφοιτοι του ΚΕΘΕΑ κάθε χρόνο, που έχουν σταματήσει εντελώς τη χρήση, έχουν αφήσει πίσω τους την παραβατική συμπεριφορά και έχουν ενταχθεί δημιουργικά και παραγωγικά στην κοινωνία μας ως ισότιμοι πολίτες. Αυτοί μας δίνουν το κουράγιο να συνεχίσουμε.
πηγή: health.in.gr

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011





Ο πολιτικός βίος
για τον Αριστοτέλη


Ο Αριστοτέλης διέκρινε τρεις τρόπους ζωής (ΒΙΟΙ)τους οποίους μπορούν οι άνθρωποι να διαλέξουν ελεύθερα, δηλαδή εντελώς ανεξάρτητα από τις βιοτικές ανάγκες και τις σχέσεις που αυτές παράγουν. Οι προϋπόθεση αυτής της ελευθερίας απέκλειε όσους τρόπους ζωής έχουν κύριο στόχο τους την αυτοσυντήρηση- δεν απέκλειε μόνο τον μόχθο, τον τρόπο ζωής του δούλου ο οποίος βρισκόταν πάντα κάτω από τον διπλό καταναγκασμό της ανάγκης να συντηρήσει την ζωή του και της εξουσίας του κυρίου του, αλλά και την εργατική ζωή του τεχνίτη και την αποθησαυριστική ζωή του εμπόρου.
Εν ολίγοις απέκλειε όσους ακούσια ή εκούσια για ολόκληρη την ζωή τους ή προσωρινά είχαν χάσει την ελευθερία των κινήσεων και των δραστηριοτήτων τους. Οι υπόλοιποι τρεις τρόποι ζωής έχουν κοινό ότι αφορά το “ ωραίον” δηλαδή αφορούν πράγματα που δεν είναι αναγκαία, ούτε απλώς χρήσιμα΅
είναι η ζωή των σωματικών απολαύσεων, όπου το ωραίον αναλώνεται αμέσως:
είναι η ζωή η οποία αφιερώνεται στα ζητήματα της ΠΟΛΕΩΣ όπου η υπεροχή γεννά ωραίες πράξεις΅
και η ζωή του φιλοσόφου η οποία αφιερώνεται στην έρευνα και την ενατένιση των αιωνίων πραγμάτων, που η αδιάφθορη ομορφιά τους δεν είναι δυνατό, ούτε να γεννηθεί με την παραγωγική παρέμβαση του ανθρώπου, ούτε να μεταβληθεί με την κατανάλωση της από αυτόν.
Η κύρια διαφορά ανάμεσα στην Αριστοτελική και την μετέπειτα μεσαιωνική χρήση του όρου είναι ότι ο ΠΟΛΙΤΙΚΌΣ ΒΊΟΣ σήμαινε σαφώς μόνο την σφαίρα των ανθρωπίνων υποθέσεων τονίζοντας την ΠΡΑΞΗ που χρειαζόταν για να εγκαθιδρύσει και να διατηρήσει αυτό τον πολιτικό βίο.
Ούτε ο μόχθος, ούτε η εργασία θεωρούνταν πως έχουν αρκετή αξιοπρέπεια ούτε συνιστούν έναν πλήρη ΒΙΟΝ ούτε ένα αυθεντικό τρόπο ζωής΅ αφού υπηρετούσαν και παρήγαγαν το αναγκαίο και το ωφέλιμο, δεν μπορούσαν να είναι ελεύθερες διαδικασίες, ανεξάρτητες από τις ανθρώπινες ανάγκες και χρειές
Το ότι ο πολιτικός τρόπο ζωής ξέφευγε από αυτή την ετυμηγορία οφείλεται στην ελληνική αντίληψη της ζωής της ΠΟΛΕΩΣ η οποία σήμαινε για αυτούς μια πολύ εξαιρετική και ελεύθερα επιλεγμένη μορφή πολιτικής οργάνωσης και κατά κάποιον τρόπο, απλώς κάποια μορφή πράξης αναγκαία για να κρατάει τους ανθρώπους ενωμένους σε μια εύτακτη συμβίωση.
Όχι πως οι Έλληνες η ο Αριστοτέλης αγνοούσαν το γεγονός ότι η ανθρώπινη ζωή απαιτεί πάντα κάποια μορφή πολιτικής οργάνωσης και ότι η εξουσία πάνω σε υπηκόους μπορεί να συγκροτεί ένα ξεχωριστό τρόπο ζωής΅
αλλά ο τρόπος ζωής του δυνάστη όντος “καθαρή” ανάγκη δεν μπορούσε να θεωρηθεί ελεύθερος και δεν είχε σχέση με τον ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΒΙΟ


πηγή: Χάννα Άρεντ Η ανθρώπινη κατάσταση

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011






Το στίγμα της ψυχικής ασθένειας

Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσουμε σύντομα ορισμένα στοιχεία για το στίγμα της ψυχικής ασθένειας, τις αρνητικές στάσεις και συμπεριφορές των ανθρώπων δηλαδή έναντι των ατόμων με ψυχική ασθένεια, καθώς και ένα θεωρητικό μοντέλο το οποίο προέκυψε στα πλαίσια ενός Πανευρωπαϊκού Προγράμματος Καταπολέμησης του Στίγματος.


Η έρευνα πάνω στο στίγμα για την ψυχική ασθένεια έχει τις ρίζες της, σύμφωνα με τον θεωρητικό Corrigan (2003), στις κλασσικές θεωρίες του Goffman (1963a στο Corrigan, 2003) και Scheff (1966 στο ό.π.). Η θεωρία της ετικέτας (labeling theory) του Scheff υποστηρίζει ότι όταν οι συμπεριφορές των ατόμων χαρακτηρίζονται ως «ψυχική ασθένεια», αυτό πυροδοτεί αρνητικά στερεότυπα (όπως αυτό της επικινδυνότητας), τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε κοινωνική απόρριψη και αλλαγές στην ταυτότητα. Ο Goffman (1963a στο ό.π.) αναφέρει ότι καταστάσεις όπως η ψυχική ασθένεια είναι σε μεγάλο βαθμό στιγματιστικές και επίσης ότι αυτός που δεν είναι στιγματισμένος κατασκευάζει μια θεωρία στίγματος, μια ιδεολογία προκειμένου να εξηγήσει την κατωτερότητα του στιγματισμένου και να δικαιολογήσει τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει. Οι παραπάνω θεωρίες θεμελίωσαν χωρίς αμφιβολία την κατανόηση των επιδράσεων του στίγματος, επιπλέον όμως έρευνες συνέβαλαν στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι έννοιες της ψυχικής ασθένειας οδηγούν στις κοινωνικές διακρίσεις και την κοινωνική απόρριψη.


Με βάση αυτά τα δεδομένα, θα επικεντρωθούμε σ’ αυτό το σημείο στο μοντέλο για το στίγμα της ψυχικής ασθένειας το οποίο δομήθηκε στο πλαίσιο του Διεθνούς Προγράμματος της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας για την Καταπολέμηση του Στίγματος και των Διακρίσεων που Συνοδεύουν την Σχιζοφρένεια (Sartorius, 2000 στο Οικονόμου και συνεργάτες, 2006). Περιγράφοντας το μοντέλο του ο Sartorius (2006) – καταρχήν αναφέρει ότι το στίγμα μπορεί να οριστεί ως το χαρακτηριστικό ενός ατόμου ή ενός ιδρύματος (institution) – για παράδειγμα το χρώμα του δέρματος, ο τύπος εργασίας ή μια ετικέτα (label) – το οποίο προκαλεί αρνητικές στάσεις και συναισθήματα (όπως φόβο, απέχθεια ή μίσος) και συνήθως καταλήγει σε συμπεριφορές διάκρισης απέναντι στο άτομο ή στο ίδρυμα σε διάφορες όψεις της ζωής.


Στίγμα έχει πολύ συχνά αποδοθεί σε ασθένειες και μειονεξίες διαφορετικού είδους, όπως η λέπρα ή η κύρτωση. Με το πέρασμα του χρόνου κάποιες ασθένειες είναι δυνατόν να στιγματίζονται λιγότερο: αυτό συμβαίνει συχνά όταν γίνεται δυνατόν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, ή η προέλευσή τους να εντοπιστεί σε μια ανώτερη αιτία, όπως με τα άτομα που απέκτησαν αναπηρία σε πολέμους οι οποίοι θεωρήθηκαν δίκαιοι. Ο τρόπος με τον οποίο ένα χαρακτηριστικό ενός ατόμου ή ενός ιδρύματος γίνεται στίγμα περιγράφεται από τον Sartorius (2006). Σύμφωνα λοιπόν με τον Sartorius (2006) το μοντέλο δείχνει ότι ένα «σημάδι» (μια εμφανής ανωμαλία ή μια ετικέτα – label) το οποίο επιτρέπει την αναγνώριση ενός ατόμου, είναι δυνατόν να λάβει φορτίο αρνητικού περιεχομένου διαμέσου σύνδεσης με προηγούμενη γνώση, με πληροφορίες που λαμβάνονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή από προσωπικές επαφές, ή διαμέσου σύνδεσης με αναμνήσεις πραγμάτων που έχουμε δει σε ταινίες ή έχουμε ακούσει στο κοινωνικό μας περιβάλλον. Από τη στιγμή που το «σημάδι» λαμβάνει ένα τέτοιο φορτίο, μετατρέπεται σε στίγμα.


Ο στιγματισμός μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές διακρίσεις, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε αναρίθμητα μειονεκτήματα όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, συχνά εμπόδια που μπορεί να τραυματίσουν την αυτοεκτίμηση, και επιπρόσθετο στρες το οποίο είναι δυνατόν να δυσχεράνει την κατάσταση του «σημαδεμένου» ατόμου, και με αυτό τον τρόπο να μεγεθύνει το σημάδι, με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμη πιο πιθανή η αναγνώριση και ο στιγματισμός του ατόμου. Με βάση το συγκεκριμένο μοντέλο και σύμφωνα πάντα με τον Sartorius (2006), η παρέμβαση σε οποιοδήποτε σημείο είναι δυνατόν να διακόψει τον φαύλο αυτό κύκλο του στιγματισμού. Κατ’ αυτο τον τρόπο, εάν αποδεικνύεται αδύνατον να απαλειφθεί το στίγμα, είναι όμως συχνά δυνατό να επικεντρωθούμε στην εξάλειψη των διακρίσεων με νομικά και άλλα μέσα. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να αποδειχθεί δυνατό να βελτιώσουμε την αγωγή και τις υπηρεσίες επανένταξης έτσι ώστε η αποδοχή των ατόμων αυτών να μην τα στιγματίζει. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις υπάρχει αρκετός χρόνος και ευκαιρία να εκπαιδεύσουμε την κοινωνία με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να μειωθεί το αρνητικό φορτίο του «σημαδιού» που οδηγεί, μέσα από την διαδικασία που είδαμε, στο στίγμα.
Βιβλιογραφία
Οικονόμου, Μ., Γραμανδάνη, Χ., & Λουκή Ε. (2006). Στίγμα και Ψυχική Διαταραχή: Ο δρόμος προς τον αποστιγματισμό. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, 13(3), 28-43.
Corrigan, P., Markowitz, F. E., Watson, A., & al. (2003). An Attribution Model of Public Discrimination Towards Persons with Mental Illness. Journal of Health and Social Behavior, 44(2), 162-179.
Sartorius, N. (2006). Lessons from a 10-year global programme against stigma and discrimination because of an illness. Psychology, Health & Medicine, 11(3), 383-388


Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011








Οι Νέοι

και τα Κινητά Τηλέφωνα


Το κινητό τηλέφωνο είναι οµεγάλος φίλος των Ελλήνων µαθητών. Από τα ερωτηµατολόγια προέκυψε ότι

το 96,5% των εφήβων έχουν κινητό,
το 82,74% των εφήβων το χρησιµοποιούν για να στέλνουν SMS σε φίλους, αλλά και να ενηµερώνουν τους γονείς (Πίνακας 5).

Το 67,9% χρησιµοποιεί καρτοκινητό για να µπορούν οι γονείς να ελέγχουν τους λογαριασµούς τους.


Πίνακας 5.

Τι κάνουν οι έφηβοιµε το κινητό τους.
Ενέργειες
Ποσοστό%
Τηλεφωνούν
69,65
Παίζουν παιγνίδια
41,25
Στέλνουνµηνύµατα
82,74
Στέλνουν εικόνες
34,34
Πλοηγούνται στο ∆ιαδίκτυο
9,05
Επίσης, αγόρια και κορίτσια ανταλλάσσουν SMS για να πουν σε κάποιον ότι τον/την σκέφτοµαι 44,5% (συχνά– πολύ συχνά).

Ανταλλάσσουν SMS όµως και για να«κάνουν πλάκα» σε κάποιον(30,7%).

Με το κινητό τους, επίσης, στέλνουν και λαµβάνουν εικόνες MMS (25,8%).

Λογικό είναι όµως να ανταλλάσσουν SMS ακόµη και στις ερωτικές σχέσεις τους ( 54,3%) και αναµενόµενο ναµην εµφανίζεται διαφορά φύλων.


∆ιαφορές φύλου στη χρήση του κινητού


Το 86,1% µε το κινητό τους στέλνουν και λαµβάνουνµηνύµατα(SMS) συχνά ή πολύ
συχνά. Υπάρχει διαφορά µεταξύ αγοριών και κοριτσιών(απαντούν πολύ συχνά το
58,4% των αγοριών έναντι 80,1% των κοριτσιών,χ2 = 56,868 p = 0,000).
Οι έφηβοι ανταλλάσσουν SMS για να κανονίζουν τα ραντεβού τους (το70,3% απαντάει συχνά– πολύ συχνά).

Τα κορίτσια όµως περισσότερο από τα αγόρια (47,4% έναντι 29,5% απαντούν πολύ συχνά, ).

Ανταλλάσσουν SMS για να ενηµερώνουν τους γονείς τους ( 43,8% συχνά– πολύ συχνά).

Τα κορίτσια περισσότερο από τα αγόρια( 51,8% έναντι33,9% απαντούν συχνά– πολύ συχνά). Με το κινητό στέλνουν γραπτά µηνύµατα ή εικόνες που θα µπορούσαν να αναστατώσουν κάποιον( 19,4% απαντούν συχνά- πολύ συχνά).

Τα αγόρια το κάνουν περισσότερο (το24,8% των αγοριών απαντούν συχνά- πολύ συχνά έναντι14,7% των κοριτσιών).

Το48% δεν έστειλε ποτέ τέτοια µηνύµατα.

Οι νέοι µας προτιµούν το κινητό από το να στέλνουνe-mail, διότι εξασφαλίζει την ιδιωτικότητά τους, δηλαδή δεν το µοιράζονταιµε τους υπόλοιπους στην οικογένεια όπως µας λέει ο Παναγιώτης, µαθητής Γ΄ Γυµνασίου:


Ε: Τι χρησιµοποιείς πιο συχνά το e-mail ή τα SMS;

Α: Το κινητό, γιατί δεν είναι τόσο εύκολο να µπαίνεις στο Ίντερνετ. Βρίσκω το κινητό πιο πρακτικό και υπάρχει µεγαλύτερη πιθανότητα να διαβάσουν το µήνυµα παρά αν στείλω µέσω email.
Το κινητό είναι βολικό, γιατί το έχουνµαζί τους ανά πάσα στιγµή. Είναι περισσότερο ένα εργαλείο συντονισµού των φίλων, συνήθως χρησιµοποιείται για να κλείσουν µια πρόσωπο µε πρόσωπο συνάντηση. Λέει ο Χρήστος, µαθητής Α΄ Λυκείου:
Το κινητό είναι πολύ βολικό γιατί όταν δεν είχα δεν µπορούσα να βρω τους φίλους µου εύκολα και όταν είχα ένα πρόβληµα δενµπορούσα να επικοινωνήσωµε κανένα.
Οι εξ αποστάσεως επικοινωνίες αναδεικνύονται σε ρυθµιστή της κοριτσίστικης κοινωνικοποίησης. Από τις συνεντεύξεις προκύπτει ότι το κινητό έχει γίνει αποδεκτό ως επικοινωνιακό εργαλείο κατάλληλο περισσότερο για να κορίτσια. Επίσης, τα κορίτσια διαθέτουν ελαφρώς περισσότερα κινητά( 95,2%) από τα αγόρια( 92.4%)
Η χρήση του κινητού είναι διαφορετική ανάµεσα στα αγόρια και τα κορίτσια. Τα κορίτσια έχουν αποθηκεύσει παραπάνω αριθµό φίλων στο κινητό τους και το χρησιµοποιηθούν περισσότερο από τα αγόρια. Τα κορίτσια περισσότερο από τα αγόρια χρησιµοποιούνµεταξύ τους τα SMS (80,1% έναντι 58,4%).
Τα αγόρια δίνουν βαρύτητα περισσότερο στην τεχνολογία του κινητού, ενώ τα κορίτσια στην επικοινωνία µέσω κινητού. Τα αγόρια χρησιµοποιούν το κινητό κυρίως για πρακτικούς λόγους (ραντεβού ή µαθήµατα). Όπως µας λέει ο Κώστας, Γ΄ Λυκείου:
(Με το κινητό µου) θα στείλω καµιά εικόνα σε κανένα φίλο µου, καµιά ηχογράφηση, θα
φωτογραφίσω κανένα παίχτη. Έχω καλό κινητό για να κάνει όλα αυτά, µου παρέχει
βίντεο εικόνες να κατεβάζω mp3, έχω βίντεο-κλήση.
ΟιYounies και Smolar (1985) υποστηρίζουν ότι τα κορίτσια εκµυστηρεύονται περισσότερα στους στενούς τους φίλους, ενώ µόνο το 40% των αγοριών ανταλλάσσουν προσωπικές εκµυστηρεύσεις µε τους καλύτερους φίλους τους. Πράγµατι:
1. Όταν τσακωνόµαστε είναι πιο εύκολο να τα πεις από το κινητό σου µέσω γραπτού
µηνύµατος παρά να τα πεις από κοντά. (Εύα, Α΄ Λυκείου)
2.Σ.: Τι λέτε όταν µιλάτε στο κινητό;
Θ.: Υπάρχει µια ποικιλία, για ερωτικά θέματα τα κορίτσια, για ποδόσφαιρο και πολιτική τα αγόρια, καµιά φορά για να κοροϊδέψουµε, µπορεί να κανονίσουµε κάποια έξοδο ή να µιλήσουµε για περιστατικά στο σχολείο. (Θοδωρής, Γ΄ Λυκείου)


πηγή:

ΕΡΕΥΝΑ

Η Επικοινωνία των Νέων στην Ψηφιακή Εποχή.
Η επικοινωνία των νέων
µέσω γραπτώνµηνυµάτων στο κινητό και στο διαδίκτυο.
Ασλανίδου Σοφία, Οικονόµου Ανδρέας
Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.– Ε.Π.ΠΑΙ.Κ. Θεσσαλονίκης
saslan@otenet.gr
, anoiko@otenet.gr
http://www.scribd.com/doc/21281280/2008-%CE%91%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85-%CE%A3%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%97-%CE%95%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%9D%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%A8%CE%B7%CF%86%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%95%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011





Βιασμός

Πραγματικότητα και φαντασία.


Μέρος Α


Είναι γεγονός ότι τα σεξουαλικά εγκλήματα είναι μεταξύ αυτών που δεν αναφέρονται συχνά στις αρμόδιες αρχές και ιδιαίτερα η εγκληματική πράξη του βιασμού.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπολογίζεται ότι μόνο το 1/5 των βιασμών τελικά καταγράφεται στα επίσημα στατιστικά δεδομένα των αστυνομικών αρχών (Mayhew, et. al., 1989) και ανάλογη είναι η εικόνα που παρουσιάζεται στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.


Τα σεξουαλικά εγκλήματα αφορούν τη χρήση απειλών ή εξαναγκασμού, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση του θύματος σε σεξουαλικές πράξεις με απώτερο στόχο τη σεξουαλική διέγερση του θύτη (Blackburn, 1998).


Πιο συγκεκριμένα, ο βιασμός περιγράφεται ως το έγκλημα που διαπράττεται από έναν σκληρό και βίαιο άντρα, ο οποίος κινητοποιείται από την ανάγκη του για εξουσία, για εξαναγκασμό ή από θυμό, και ο οποίος επιλεγεί ένα θύμα, ασκεί βία πάνω του, πολλές φορές υπερβολική για να υπερνικήσει την αντίστασή του και να το ταπεινώσει (Groth and Birnbaum, 1979).


Το έγκλημα του βιασμού διαφοροποιείται ως προς την ένταση της βίας που χρησιμοποιείται, ως προς το φύλο του θύματος (δεν είναι πάντα οι γυναίκες τα θύματα), ως προς τον αριθμό των θυτών και ως προς τη σχέση θύματος –θύτη (Jones, 2000; Blackburn, 1998).


Παρά το γεγονός ότι ο βιασμός θεωρείται ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα, μια σειρά μύθων έχουν αναπτυχθεί και συντηρηθεί στο ευρύ κοινό δικαιολογώντας τη συγκεκριμένη πράξης βίας και ενοχοποιώντας παράλληλα το θύμα.


Οι μύθοι που έχουν αναπτυχθεί για τον βιασμό μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τρεις κατηγορίες: αυτοί που αφορούν τα θύματα, αυτοί που αφορούν τους θύτες και αυτοί που σχετίζονται με τη φύση της εγκληματικής πράξης (Burt, 1980). Αναφορικά με το θύμα οι πιο συνηθισμένοι μύθοι είναι ότι η γυναίκα ψεύδεται γιατί έχει απώτερους στόχους, ότι «πήγαινε γυρεύοντας», ή ότι δεν είναι ο τύπος της γυναίκας που βιάζεται, γιατί οι «απελευθερωμένες» αποτελούν τα θύματα βιασμών, η γυναίκα διεγείρεται σεξουαλικά από την ιδέα του βιασμού (Bond and Mosher, 1986).


Οι μύθοι που σχετίζονται με τους θύτες, ουσιαστικά είτε δικαιολογούν τη συμπεριφορά του (π.χ. «δεν το ήθελε αλλά τον προκάλεσε»), ή περιορίζουν τους θύτες σε πολύ συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού (π.χ. ψυχοπαθείς). Τέλος, ως προς τη φύση του βιασμού υποστηρίζεται ότι εφόσον δεν προκάλεσε κάποια βλάβη ή τραυματισμό δεν είναι βιασμός ή η φύση του άντρα είναι τέτοια που δικαιολογεί σεξουαλική βία.


Οι διαστρεβλωμένες αυτές αντιλήψεις είναι αρκετά διαδιδόμενες στο κοινωνικό σύνολο και μάλιστα επηρεάζουν άτομα με υπεύθυνες θέσεις στο δικαστικό σώμα.
Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να εξετάσουμε σε τι εξυπηρετεί η ύπαρξη αυτών των μύθων. Μια προφανής εξήγηση είναι ότι συντηρείται η ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος είναι δίκαιος και ότι ο βιασμός συμβαίνει μόνο σε άτομα που το αξίζουν.


Η αντίληψη ότι τα καλά πράγματα συμβαίνουν στους καλούς ανθρώπους βοηθά τα άτομα να έχουν μια αίσθηση ελέγχου και ασφάλειας στης ζωής τους. Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι η μη αποδοχή του βιασμού είναι μια σιωπηλή, ενοχική συναίνεση ότι οι πολιτισμικές αξίες κάθε κοινωνίας τηρούνται και διαφυλάσσονται, διότι η αναγνώριση της αντίθετης άποψης θα ανέτρεπε την ισορροπία και τα θεμέλια της κοινωνίας, δηλαδή ότι κάθε αποτρόπαια πράξη πρέπει να μην μένει ατιμώρητη, από τη στιγμή που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.


Μια τελευταία ερμηνεία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο τα άτομα απωθούν αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα, που είτε σχετίζονται με το ότι υπήρξαν θύματα βιασμού, είτε ότι διέπραξαν το βιασμό (Franiuk, et. al., 2008).


Η διατήρηση αυτών των αντιλήψεων επιφέρει μια σειρά αρνητικών συνεπειών κυρίως για τα θύματα τέτοιων πράξεων αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία. Η σοβαρότερη συνέπεια είναι ότι δεν αναγνωρίζεται το έγκλημα του βιασμού και μετατίθεται η ευθύνη στο θύμα. Καθώς, οι μύθοι αυτοί έχουν διαποτίσει τα πιστεύω μελών του δικαστηρίου (π.χ. πρόεδρος του δικαστηρίου, ένορκοι), αυτό έχει επιπτώσεις στην τιμωρία των θυτών.


Έχει διαπιστωθεί ότι δίνονται μικρότερες ποινές όταν τα μέλη του δικαστηρίου είναι προκατειλημμένα λόγω των παραπάνω μύθων (Gray, 2006). Οι μύθοι για το βιασμό δεν επηρεάζουν μόνο τους άντρες αλλά και τις γυναίκες με διαφορετικές συνέπειες για το κάθε φύλο. Οι άντρες που συντηρούν αυτά τα πιστεύω φαίνεται να τείνουν να επικροτούν τους παραδοσιακούς σεξιστικούς ρόλους για τα δύο φύλα και είναι πιθανό να βιαιοπραγούν κατά των γυναικών.


Από την άλλη οι γυναίκες που υιοθετούν αυτούς τους μύθους έχει αποδειχθεί ότι είναι πολύ πιο πιθανό να είναι θύματα σεξουαλικού εξαναγκασμού. Όμως η πιο ανησυχητική διάσταση όλων αυτών συνεπειών είναι ότι έμμεσα συντηρείται και ενισχύεται η σεξουαλική βία κατά των ατόμων (Franiuk, et. al., 2008).


Το ερώτημα που γεννιέται είναι αν αυτή η αρνητική κατάσταση για τα θύματα βιασμού μπορεί να αλλάξει, ώστε πέρα από τραυματικό γεγονός του βιασμού να μην θυματοποιούνται περισσότερο στην καθημερινότητά τους και στην διεκδίκηση του δικαιώματός τους για τιμωρία του ενόχου. Οι στάσεις μπορεί να αλλάζουν δύσκολα, αλλά το γεγονός είναι ότι αλλάζουν. Για την αλλαγή των λανθασμένων αυτών αντιλήψεων απαιτείται συστηματική ενημέρωση των αρμόδιων φορέων που εμπλέκονται στα εγκλήματα του βιασμού (π.χ. αστυνομία, δικαστικές αρχές, κοινωνικές υπηρεσίες), αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού δικτύου, σε αυτή την περίπτωση τα ενημερωτικά σποτάκια που παίζονται συχνά και τακτικά μπορεί να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές.


Η συνδρομή των ΜΜΕ είναι απαραίτητη, καθώς τα ίδια τα μέσα συντηρούν τους μύθους μέσα από τον τόπο που προβάλλονται στις ειδήσεις οι υποθέσεις βιασμών, και ο τρόπος που προσεγγίζεται ο βιασμός από τα τηλεοπτικά προγράμματα.


Βιβλιογραφία


Blackburn, R. (1998). The Psychology of Criminal Conduct: Theory, Research, and Practice. Chichester: Wiley.
Bond, S.B., and Mosher, D.L. 91986). Guided Imagery of Rape: Fantasy, Reality and the Willing Victim Myth. The Journal of Sex Research, 22(2): 162- 183.
Burt, M.R. (1980). Cultural Myths and Support for Rape. Journal of Personality and Social Psychology, 38: 217- 230.
Franiuk, R., Seefelt, J.L., Cepress, S.L., and Vandello, J.A. (2008). Prevalence and Effects of Rape Myths in Print Journalism. Violence Against Women, 14(3): 287- 309.
Gray, J.M. (2006). Rape Myth beliefs and Prejudiced Instructions: Effects on Decisions of Guilt in a Case of Date Rape. Legal and Criminological Psychology, 11: 75- 80.
Groth, A.N., and Birnbaum, H.J. (1979). Men who Rape: The Psychology of the Offender. New York: Plenum.
Jones, S. (2000). Understanding Violent Crime. Buckingham: Open University Press.
Mayhew, P., Elliott, D., and Dowds, L. (1989). The 1998 British Crime Survey, Home Office Research Study, No 111. London: HMSO.


Κατερίνα Γερολύμπου

Κλινική – Δικαστική Ψυχολόγος
πηγή:


Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011





Αξιοκρατία: το αντίθετο της δημοκρατίας;

του Καπυμπάρα

Η λέξη αξιοκρατία, παρόλο που είναι θετικά φορτισμένη στην καθημερινή χρήση, ποτέ δεν μου πολυάρεσε. Από τη μια, είναι το βάρος της ετυμολογίας της που με απωθεί, που αν το καλοσκεφτείς θυμίζει την αριστοκρατία, ενώ απ’ την άλλη, ειδικά απ’ όταν μπήκαμε στη δίνη της οικονομικής κρίσης, έχω βαρεθεί να την ακούω. Η συζήτηση για την αξιοκρατία δίνει και παίρνει στο δημόσιο λόγο είτε πρόκειται για το “έλλειμμα αξιοκρατίας”, που εμφανίζεται ως αιτία για το ότι φτάσαμε εκεί που φτάσαμε είτε για το αίτημα για αξιοκρατία, που προβάλλεται τόσο από αυτούς που ευθύνονται για την κρίση και πλουτίζουν από αυτή (τους οπαδούς του μαυραγορίτικου σλόγκαν “να κάνουμε την κρίση ευκαιρία!”) όσο και από τα αθώα και αρχικά σαστισμένα θύματά της. Πάντοτε ήμουν δύσπιστος απέναντι στις συνταγές που υιοθετούνται από όλους και δεν αφήνουν κανέναν δυσαρεστημένο…


Η αξιοκρατία ως άλλοθι


Το πρόβλημα με την αξιοκρατία και τη συζήτηση γύρω από αυτήν είναι ότι ξεκινάει την κουβέντα από τη μέση. Θεωρεί ως αυτονόητο ότι οι θέσεις εργασίας (και αντίστοιχα οι θέσεις ανεργίας) είναι δεδομένες και ως εκ τούτου δεν αναζητά στην ουσία τον “άξιο”· αυτόν που έχει τέλος πάντων τις ικανότητες να κάνει μια δουλειά (ειδικά όταν πρόκειται για μια θέση ευθύνης), αλλά τον “πιο άξιο από τους άλλους” για να καταλάβει μια από τις περιορισμένες σε αριθμό προσφερόμενες θέσεις εργασίας. Έτσι, αντί να αμφισβητεί κανείς μια κοινωνική δομή που πάντα θα παράγει ανθρώπους που περισσεύουν, μπαίνει σε μια διαδικασία ανταγωνισμού, για να βρεθούν οι “άξιοι” που θα βρουν μια θέση στον ήλιο. Όσοι δεν τα καταφέρουν, δεν θα αποτελούν το προϊόν ενός συστήματος που απέτυχε να παρέχει δουλειά και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης σε όλους, αλλά πολύ βολικά, δε θα είναι τίποτ’ άλλο παρά αποτυχημένοι, προσωπικά υπεύθυνοι για την αποτυχία τους.


Ωραίος ο καπιταλισμός, μόνο που ο καπιταλιστής είναι κλειστό επάγγελμα


Βέβαια, η συζήτηση για την αξιοκρατία αφορά μόνο τη βάση της κοινωνικής ιεραρχίας. Πολλές μίζερες συζητήσεις έχουν γίνει π.χ. για το αν όλοι αυτοί οι συμβασιούχοι, που κατέλαβαν τα προηγούμενα χρόνια μια κακοπληρωμένη θέση εργασίας, με σχέση ορισμένου χρόνου και χωρίς ασφάλιση ήταν “άξιοι” (κατά τη γνώμη μου σε κανέναν δεν αξίζει μια τέτοια τύχη) ή μπήκανε με μέσο. Ενώ σήμερα, φτάσαμε να συζητάμε ακόμα και για “αξιοκρατικές” απολύσεις μέσω ΑΣΕΠ. Αντίθετα, την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας δεν την απασχολούν τέτοια θέματα. Όσοι βρίσκονται εκεί είναι προφανώς de facto “άξιοι” και μπορούν μάλιστα να θέτουν και τα κριτήρια για την αξιολόγηση των άλλων, όταν ψάχνουν για υπαλλήλους. Τα αφεντικά ως γνωστόν, δεν έγιναν αφεντικά με πανελλήνιες ούτε μέσω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ.


Case study


Το σύστημα λοιπόν, χρησιμοποιώντας την αξιοκρατία, μπορεί να επιλύει τις αντιφάσεις του με τρόπο που το βολεύει. Για να δούμε πως λειτουργεί αυτή η λογική, θα μπορούσαμε να μελετήσουμε ένα υποθετικό παράδειγμα βγαλμένο μέσα από την καθημερινή ζωή: Ας υποθέσουμε ότι οι δημόσιες τουαλέτες δεν επαρκούν και ότι απέξω σχηματίζονται μεγάλες ουρές με μεγάλο χρόνο αναμονής. Πώς θα μπορούσε να επιλυθεί αυτό το πρόβλημα; Κάποιος κρατικοδίαιτος οπαδός της λογικής της ήσσονος προσπάθειας θα έλεγε να χτίσουμε κι άλλες. Λάθος! Στο σύγχρονο κόσμο δεν μπορεί να κατουράει όποιος θέλει (γι’ αυτό χρωστάμε! από την υπερβολική δημοκρατία που μας κληροδότησε η μεταπολίτευση) θα πρέπει να μπει διαγωνισμός και να επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια οι υποψήφιοι που θα μπορούν να διαβούν το κατώφλι της τουαλέτας. Θα επιλέγονται μάλιστα οι πιο …εύστοχοι, ούτως ώστε να μειώσουμε παράλληλα και τις δαπάνες για καθαρίστριες.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011







Εφηβεία 10
Τα ναρκωτικά


Η χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών στην εφηβεία έρχεται να εκφράσει μια κρίση προσωπική, του ίδιου του εφήβου, όσο και μια κρίση οικογενειακή. Στην γέννηση της αυτή η κρίση δεν ξεκινά από τον έφηβο αλλά από την οικογένεια. Το ξεκίνημα αυτό μπορούμε σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρεία να την τοποθετήσουμε στην εποχή που ο έφηβος ήταν ένα παιδάκι. Έχει σχέση με την αποδοχή η όχι αυτού του παιδιού από τους γονείς του, η οποία εκφράζεται διαφορετικά από τον πατέρα και διαφορετικά από την μητέρα.


Το παιδί κτίζει την παρουσία του μέσα από το βλέμμα του γονέα και σύμφωνα με αυτό το βλέμμα καθορίζεται και η αντίληψη που έχει για τον εαυτό του. Αυτό το βλέμμα καθορίζει το δικό του βλέμμα στο είδωλο, που βλέπει μέσα από το καθρέφτη. Εάν το βλέμμα του γονέα είναι προσεκτικό, βλέμμα γεμάτο αγάπη και ενδιαφέρον για αυτό, τότε επιτρέπει και στο ίδιο το παιδί να κοιταχτεί στο καθρέφτη με ηρεμία και εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Εάν αντιθέτως, από αυτό  το βλέμμα  λείπει αυτή η τρυφερή αγάπη και η αποδοχή που χρειάζεται το παιδί, ο καθρέφτης "σπάει” στέλνοντας στο παιδί μια εικόνα ανεπάρκειας και απαξίωσης για αυτό που είναι, διότι δεν μπόρεσε να τραβήξει την προσοχή των γονέων, δεν μπόρεσε να απαντήσει στις προσδοκίες τους.


Σε αυτή την περίπτωση σύμφωνα με τον Oliverstein η συνάντηση με το ναρκωτικό έρχεται να αποκρύψει αυτό το “σπάσιμο” του καθρέφτη, κατά την διάρκεια της εφηβείας, δηλαδή τον πόνο από την μη αποδοχή του γονέα όταν ήταν παιδί. Το σοκ από την χρήση του ναρκωτικού είναι το ίδιο δυνατό με το σοκ της πληγής από την απόρριψη που κουβαλά από παιδί και αποτελεί ένα μέσο αποκατάστασης της χαμένης ενότητας, από την ικανοποίηση που νιώθει, ή από την ακύρωση του πόνου της απόρριψης που κουβαλά.


Όπως έχουμε συχνά μιλήσει σε αυτό το μπλοκ το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία αποτελεί μια αλλαγή η οποία δεν βιώνεται πάντα με ευχαρίστηση, αλλά αντιθέτως μπορεί να επενδύεται με μια ανησυχία και ένα πρωτόγνωρο φόβο από τον έφηβο. Αυτή η κατάσταση εκφράζεται με το κλείσιμο στον εαυτό του, με την απομόνωση, με μια θλίψη η οποία μοιάζει με ένα ανομολόγητο πένθος το οποίο δεν καταλαβαίνει.


Στο βαθμό που ο έφηβος αποτελεί συγχρόνως αντικείμενο απόρριψη από τους γονείς, τότε αυτό το πένθος μεγαλώνει και γίνεται ένα άγχος συνεχές για το μέλλον που τον πλησιάζει με μεγάλα βήματα. Η έλλειψη αποδοχής η οποία καθορίζει την αυτο-αποδοχή του, τον γεμίζει με ανασφάλεια η οποία μεταφράζεται με ένα ψυχικό πόνο που δεν μπορεί να τον υποφέρει.

Σε αυτή την περίπτωση το ναρκωτικό έρχεται να εξαφανίσει αυτό τον πόνο και να προσφέρει την ικανοποίηση. Έτσι επιτυγχάνεται η μείωση του άγχους και η αναζήτηση της δύναμης για να υποφέρει την πίεση που νιώθει από τον φόβο της στέρησης του εαυτού σαν απορριπτέου, αντικαταστώντας την με την στέρηση του ναρκωτικού.

Κερεντζής Λάμπρος