Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011


ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ
ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ


Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Ταοϊστές, ανεξαρτήτου θρησκείας όλοι είμαστε άνθρωποι και σαν άνθρωποι είμαστε πλασμένοι να νοιαζόμαστε τους συνανθρώπους μας, ανεξάρτητα με το επίπεδο υγείας και τις κινητικές και νοητικές ικανότητες του καθενός. Ανταυτού, οι περισσότεροι από εμάς κρατάμε αρνητική στάση απέναντι στα άτομα με αναπτυξιακές δυσλειτουργίες βάζοντάς τα στο περιθώριο. Ακόμη και στο πλαίσιο της μικρότερης κοινωνίας, της οικογένειας, τα άτομα αυτά περιθωριοποιούνται από τους ίδιους τους γονείς. Αυτή είναι μία νοοτροπία που επιβάλλεται να αλλάξει.

Η οποιαδήποτε δυσλειτουργία, είτε κινητική είτε νοητική, δεν αποτελεί ατομικό ή οικογενειακό πρόβλημα, αλλά καθαρά κοινωνικό και με αυτή τη θεώρηση πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ιδιαίτερα όταν αυτή η δυσλειτουργία αφορά ένα παιδί έχουμε μία από τις πιο οδυνηρές καταστάσεις που μπορεί να αποδεχθεί κανείς ξεκινώντας πάντα από την ίδια την οικογένεια του παιδιού. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι αρκετοί από τους γονείς δεν έχουν δεχτεί τα παιδιά τους, ντρέπονται γι αυτά, τα κρύβουν και υιοθετούν τη λύση του εγκλεισμού τους σε άσυλα ή μέσα στο ίδιο το σπίτι που γίνεται φυλακή. %εν θέλουν να ξέρουν οι άλλοι ότι η οικογένειά τους έχει στιγματιστεί με τη γέννηση αυτού του παιδιού. Το αποτέλεσμα είναι οι ίδιοι να γίνονται δυστυχισμένοι, να κρύβονται συνεχώς από τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους. Τα παιδιά που αντιμετωπίζονται έτσι είναι καταδικασμένα να μη νιώσουν τη σιγουριά, την ασφάλεια, το αίσθημα αυτάρκειας που προσφέρει η σωστή και δεμένη οικογένεια στα μέλη της και οπωσδήποτε χωρίς ελπίδα εξέλιξης καιαξιοποίησης των δυνατοτήτων τους. Παρόλο που όλοι θα ήθελαν να πιστεύουν ότι αυτές είναι καταστάσεις του παρελθόντος, δυστυχώς συμβαίνουν ακόμη και σήμερα.

Οικογένεια έχει έναν πολύ σημαντικό ρόλο να παίξει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και των δεξιοτήτων του παιδιού με αναπτυξιακές δυσλειτουργίες. Λόγω όμως των προβλημάτων που δημιουργούνται, πολλές φορές η στάση της είναι αρνητική επιδεινώνοντας το ήδη υπάρχον πρόβλημα.

Αξίζει επίσης να συμπεριληφθεί και ο σχολιασμός για το πώς γίνεται κατά κανόνα η ενημέρωση των γονιών, όταν αποκτούν παιδί με δυσλειτουργίες. Συνήθως στην ανακοίνωση στους γονείς δίνονται αρνητικές μόνο πληροφορίες. Οι γονείς ήδη βρίσκονται σε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, η πληροφόρηση που τους δίνεται συνήθως από γιατρούς είναι ελλιπής και αρνητική. %υστυχώς, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν γιατροί (μαιευτήρες-παιδίατροι) που συμβουλεύουν τους γονείς να αφήσουν το παιδί τους στο ίδρυμα, γιατί θα
είναι βάρος για αυτούς και την οικογένειά τους. Αυτές είναι καταστάσεις που συμβαίνουν ακόμη και σήμερα, 7 χρόνια μετά τον 21ο αιώνα. Αυτή η στάση των επαγγελματιών οφείλεται στην άγνοιά τους, στην ελλιπή τους πληροφόρηση αλλά και στην ιατροκεντρική τους φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία καθετί που παρεκκλίνει του μέσου όρου είναι παθολογικό και επιζήμιο στους υπολοίπους φυσιολογικούς.

Πρέπει να κατανοήσουν επιτέλους όλες οι οικογένειες ότι έχουν και τη δύναμη και την ικανότητα να στηρίξουν το παιδί τους και από την άλλη οι επαγγελματίες που ασχολούνται με τα παιδιά, πως ο ρόλος τους εκτός από θεραπευτικός είναι και υποστηρικτικός. Έτσι θα διευκολύνει την οικογένεια να μπορέσει να προβάλλει όλα αυτά τα θετικά της στοιχεία για να βοηθήσει την ανάπτυξη του παιδιού. Άλλωστε, εμείς μπορεί να είμαστε το παρόν, αλλά τα παιδία μας, υγιή και μη, είναι το μέλλον…

πηγή:
από την εισαγωγή της εργασίας
της
Γεωργιάδου Αθηνά
με τίτλο
«Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ»

Πίνακας:Georgia O Keeffe
http://eureka.lib.teithe.gr:8080/bitstream/handle/10184/448/andr_mostr.pdf?sequence=1

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011


Η ΤΙΘΑΣΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.
ΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΦΟΥΚΩ.

Το πολυσχιδές έργο του Foucault, του οποίου ο αδόκητος θάνατος κατά τη διάρκεια της πέμπτης δεκαετίας της ζωής του σίγουρα μας στέρησε από σημαντικές πνευματικές κατακτήσεις, εξετάζει τους διάφορους τρόπους μέσα από τους οποίους οι άνθρωποι καθίστανται υποκείμενα επιστημονικής μελέτης, μια βασική εκδήλωση των οποίων ήταν η ιστορική εγχάραξη των σχέσεων εξουσίας – γνώσης πάνω στο σώμα. Κατά την ανάλυση του επέμεινε στη διαπλοκή των σχέσεων εξουσίας και γνώσης, οι οποίες συνέστησαν τους πραγματολογικούς όρους μέσα από τους οποίους οι άνθρωποι συγκροτήθηκαν ως υποκείμενα. Ο Foucault έδωσε έμφαση στην κοινωνική, ιστορική σημασία της εμφάνισης των ανθρωπιστικών επιστημών και επικεντρώθηκε στην αμοιβαία σχέσης τους με την ανάδυση, ανάπτυξη και σταθεροποίηση των νέων αντικειμενοποιητικών και υποκειμενοποιητικών τεχνολογιών της εξουσίας. Η θέση που υιοθετήθηκε από τον Foucault, δηλαδή ότι η γνώση δεν είναι ανεξάρτητη από την εξουσία, εκφράζεται σε αρκετές μελέτες του οι οποίες περιγράφουν λεπτομερειακά τις πραγματολογικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναδύθηκαν οι συγκεκριμένες επιστήμες.33

Το ανθρώπινο σώμα εκλαμβάνεται αρχικά ως ένα αναπόσπαστο μέρος της φύσης, που δεν είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και διαχείρισης, πέραν της ιατρικής, των κοινωνικών επιστημών. Αρχικά τοποθετείται σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με το πνεύμα και εκλαμβάνεται ως ένα υλικό περίβλημα που παγιδεύει το πνεύμα και το εγκλωβίζει στις χαμερπείς επιδιώξεις του. Αργότερα ο επιστημονικός λόγος δυστυχώς αναλώθηκε αποκλειστικά στην ανατομική εξέταση και βιολογική ανάλυση του σώματος. Η μονοδιάστατη αυτή αντίληψη διαμορφώθηκε από την παραδοσιακή μονοπωλιακή ενασχόληση με το ανθρώπινο σώμα από τις θετικές επιστήμες, οι οποίες το κατηγοριοποίησαν πρόωρα και αυθαίρετα ως ένα δικό τους προνομιακό πεδίο επέμβασης, θέτοντας στο περιθώριο της κοινωνικές επιστήμες. Η διχοτόμηση του ατόμου σε δύο διαφορετικές οντότητες υποβίβασε την
ανθρώπινη υπόσταση στην απλή οργανική της εκδοχή, ενώ αποτέλεσε μιαεννοιολογική κατασκευή που εγκλώβισε την επιστημονική πρόοδο σε έναν απλουστευτικό και διασπαστικό συλλογισμό.34

Το σώμα περιβάλλεται από συσχετισμούς εξουσίας και κυριαρχίας, το υποβάλλουν σε αναγκαστική εργασία, το βασανίζουν, το σημαδεύουν και τελικά μετατρέπεται σε χρήσιμη δύναμη, μόνο αν γίνει σώμα παραγωγικό και καθυποταγμένο. Το υποκείμενο, επειδή ακριβώς εκλαμβάνεται ως μια μονάδα παραγωγής, υποβάλλεται σε έναν ολοκληρωτικό έλεγχο της συμπεριφοράς του, με σκοπό την αύξηση της αποδοτικότητάς του.35 Η επίμονη αφοσίωση της ιατρικής στη διασφάλιση της υγείας του πληθυσμού, μπορεί να αποτελεί ιδρυτική αξία της επιστήμης, αναχαίτισε όμως την καθιέρωση άλλων θεμελιωδών αξιών, όπως ο αυτοκαθορισμός, η ανθρώπινη ποικιλομορφία και η ελευθερία των επιλογών. Εφόσον το σώμα εκκενωνόταν από άσκοπες, φιλήδονες καταχρήσεις και αλόγιστες, ηδονικές απολαύσεις θα γινόταν πειθήνιο και αποδοτικό, ανταποκρινόμενο ταυτόχρονα στις νέες εργασιακές ανάγκες που ακολούθησαν την εξάπλωση της φάμπρικας, του εργαστηρίου και της βιομηχανίας.

Τα ιδρύματα του ασύλου, του νοσοκομείου, της φυλακής, και ο καναπές του ψυχαναλυτή αποτέλεσαν όχι μόνο τα πλαίσια μέσα στα οποία σχηματίστηκαν και ασκήθηκαν οι σχέσεις εξουσίας, αλλά και «εργαστήρια» παρατήρησης και τεκμηρίωσης, μέσα από τα οποία συγκεντρώθηκαν σύνολα γνώσεων για τον τρελό, τον ασθενή, τον εγκληματία και το «παρανοϊκό» υποκείμενο. Η θέση του Foucault είναι ότι η εμφάνιση και διάχυση των τεχνολογιών πειθαρχίας και εξομολόγησης, οι σχετιζόμενες με αυτές μέθοδοι εξέτασης, οι τεχνικές υποταγής και αντικειμενοποίησης, καθώς και οι διεργασίες εξατομίκευσης, παρείχαν τις κατάλληλες πραγματολογικές συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούσαν να αναδυθούν οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Από μια τέτοια οπτική γωνία, ο ασθενής είναι απλά και μόνο ένα εξωτερικό γεγονός, ένας χώρος που καταλαμβάνεται από τη νόσο.

Το«βλέμμα» του γιατρού πρέπει να κατευθυνθεί προς την πάθηση και την αναγνώριση των απαραίτητων συμπτωμάτων της.Οι μετασχηματισμοί που συνδέονται με την εφαρμογή της εξουσίας πάνω στη ζωή είχαν αρκετά σημαντικές συνέπειες κυρίως στην μεταβολή της κλασικής ανάγνωσης της πραγματικότητας. Ένα μείζον γεγονός που επήλθε από την πρόσληψη του ανθρώπου ως αντικειμένου γνώσης, ήταν ένας πολλαπλασιασμός των πολιτικών τεχνολογιών που περιζώνουν το σώμα, την υγεία, τους τρόπους διατροφής καικατοικίας, τις βιοτικές συνθήκες, ολόκληρο τον χώρο της ύπαρξης, επιβεβαιώνονταςτην κυριαρχία των ρυθμιστικών και διορθωτικών μηχανισμών που επιδιώκουν να επιτύχουν μια απόλυτη ομαλοποίηση της ζωής. 36
Η αναζήτηση του σύγχρονου υποκειμένου μέσω μορφών γνώσης, πρακτικών και «λόγων», στην οποία επιδόθηκε ο Φουκώ, επικεντρώθηκε στο δίπολο που αποκαλεί εξουσία-γνώση. Η εξουσία παράγει πραγματικότητα, παράγει πεδία αντικειμένων και τελετουργίες αλήθειας. Το άτομο και η γνώση που δύναται να αποσπαστεί από αυτό ανήκουν σε αυτή την παραγωγή. Η εξουσία δεν οικοδομεί τον εαυτό της μέσω ατομικών ή συλλογικών βουλήσεων, ούτε πηγάζει από συμφέροντα. Η εξουσία λαμβάνει ποικίλες μορφές, είναι ανώνυμη, ανεντόπιστη, πανταχού παρούσα όχι επειδή περικλείει τα πάντα, αλλά επειδή εκπηγάζει από παντού. Όλοι μας αποτελούμε αποτέλεσμα αυτής και γρανάζια του μηχανισμού της. Είναι μια μηχανή στην οποία είναι παγιδευμένοι οι πάντες, εκείνοι που την ασκούν στον ίδιο

βαθμό με εκείνους πάνω στους οποίους ασκείται. Η εξουσία διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία και απλώνεται πάνω από όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. 37 Στο αμφιλεγόμενο έργο του Foucault, η βιολογία και η ιστορία θεωρούνται αναπόσπαστα συνδεδεμένες μεταξύ τους καθώς και με την εμφάνιση σύγχρονων τεχνολογιών εξουσίας προσανατολισμένων προς τη ζωή. Η ίδια η υλικότητα του ανθρώπινου σώματος περιβάλλεται πανταχόθεν από σχέσεις εξουσίας και γνώσης, με αποτέλεσμα να υπάρχει η δυνατότητας μιας «ιστορίας των σωμάτων» και των

συνθηκών που διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις κοινωνικό-ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες. 38Κεντρικό ζήτημα για τον Foucault ήταν εκείνο της μετάλλαξης των μορφών της ιατρικής αντίληψης και γνώσης από μια «ταξινομική ιατρική» σε μια «ιατρική των συμπτωμάτων», και τελικά σε μια «ανατομική, κλινική ιατρική». Το κεντρικό ζήτημα είναι εκείνο της ανάδυσης, στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, των συνθηκών που κατέστησαν δυνατή την ανάπτυξη της σύγχρονης ιατρικής. Η ιατρική δόμησε την ιστορία της, προβάλλοντας την εικόνα μιας σταθερής επιστημονικής προόδου προς μια μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, κατανόηση και ακρίβεια, μιας αναζήτησης της «αλήθειας» για τις παθήσεις και τα νοσήματα. Μέσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας ιστορίας, η ανάπτυξη της παθολογικής ανατομίας θεωρείται μια σημαντική στιγμή, μια εξέλιξη που έγινε δυνατή από το γεγονός ότι η ιατρική, αγνοώντας την ηθική και θρησκευτική αντίσταση, προχώρησε στην ανατομία πτωμάτων. Η μετατροπή του σώματος σε συγκεκριμένο αντικείμενο εξέτασης ήταν αποτέλεσμα μιας βιοϊατρικής διαδικασίας που επιτεύχθηκε μέσω της ανατομίας των πτωμάτων και της νέας μορφής παρατήρησης που τη συνόδευσε και την οποία ο Φουκώ αποκάλεσε «ανατομικό– κλινικό βλέμμα». 39

Ο Foucault δεν υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη αγκαλιάστηκε ολοκληρωτικά από τεχνικές εξουσίας μέσα από τις οποίες ρυθμίζεται και ελέγχεται. Μπορεί να περιγράφει τις σύγχρονες κοινωνίες ως «πειθαρχικές», αλλά αυτές απέχουν πολύ από το να είναι «πειθαρχημένες». Οι επιδράσεις των τεχνολογιών εξουσίας στις οποίες υποβλήθηκε η ζωή ήταν συστηματικά διαφορετικές από εκείνες που υπόσχονταν τα διάφορα πολύπλοκα προγράμματα. Ευτυχώς η ανθρώπινη ύπαρξη έχει διαφύγει την ολοκληρωτική υποταγή και υποτέλεια μέσα από μορφές αντίστασης στην άσκηση της εξουσίας. Ωστόσο η σχετική αποτυχία των τεχνολογιών εξουσίας που αποσκοπούν στην ομαλοποίηση των πληθυσμών μπορεί με τη σειρά της να θεωρηθεί ένα λειτουργικό συστατικό της διάχυσης και εξάπλωσής τους. Όσο περισσότερες οι ανωμαλίες και τα προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη για μια επέκταση των τεχνικών ομαλοποίησης, οπότε προκύπτει μια αύξηση της ζήτησης για γνώση των «ανωμαλιών» και για βελτιώσεις των τεχνολογιών εξουσίας ώστε να ενισχυθεί η «αποτελεσματικότητα» της παρέμβασης. Με την εγκαθίδρυση της βιοεξουσίας στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, δηλαδή με την εδραίωση μιας ποιμαντικής εξουσίας που ασχολείται με τη ρύθμιση,διαχείριση και ευημερία των πληθυσμών, η μη επίτευξη προγραμματισμένων στόχων δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώσει την ανάγκη για καλύτερη διαχείριση ή διοίκηση, δηλαδή για μια επέκταση στην άσκηση της εξουσίας πάνω στη ζωή, για μια τεχνική λύση σε ένα πρόβλημα που ορίζεται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό ως τεχνικό και όχι ως πολιτικό.

βιβλιογραφία
33Βλ. Smart B. «Michel Foucault: Υποκείμενα εξουσίας, Αντικείμενα γνώσης», στο: Μαρία Πετμεζίδου (επιμέλεια), Σύγχρονη Κοινωνιολογική Θεωρία. Τόμος 2ος. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο 1999. σελ. 172-174. 34Βλ. Αλεξιάς Γεώργιος. Κοινωνιολογία του Σώματος. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα 2006. σελ. 104-107. 35Βλ. Μακρυνιώτη Δήμητρα. «Εισαγωγή», στο: Μακρυνιώτη Δήμητρα, Τα όρια του σώματος. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις. Εκδόσεις Νήσος. Αθήνα 2004. σελ.28-36. 36Βλ. Χαράλαμπος Οικονόμου. «Κοινωνιολογία της Υγείας. Βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Εκδόσεις Διόνικος. Αθήνα 2005. σελ. 158-164. 37Βλ. Nettleton Sarah. . Κοινωνιολογία της υγείας και της ασθένειας. Μετάφραση: Ανθή Βακάκη. Εκδόσεις Τυπωθήτω Αθήνα 2002. σελ. 162-167. 38Βλ. Smart B. «Michel Foucault: Υποκείμενα εξουσίας, Αντικείμενα γνώσης», στο: Μαρία Πετμεζίδου (επιμέλεια), Σύγχρονη Κοινωνιολογική Θεωρία. Τόμος 2ος. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο 1999. σελ. 205-208. 39Βλ. Φρεντερίκ Γκρο. «Μισέλ Φουκώ» Μετάφραση: Άντα Κλαμπατσέα. Εκδόσεις Νήσος. Αθήνα 2007. σελ. 40-43.

Πηγή:
Από την ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ:
Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ
Ο «ΡΟΛΟΣ» ΤΗΣ ΣΤΙΣ ΔΥΤΙΚΕΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ.
του Χρήστου Τσότσου
http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/653/1/tsotsos.pdf

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011


Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ

1.1 Η έννοια της επαγγελματικής ικανοποίησης

Η επαγγελματική ικανοποίηση αποτελεί ένα από τα σημαντικά ζητήματα της οργανωτικής ψυχολογίας, κυρίως γιατί θεωρείται ότι συνδέεται άρρηκτα τόσο με την ψυχική υγεία των εργαζομένων, όσο και με το ενδιαφέρον των οργανισμών να έχουν υψηλή αποδοτικότητα και σε πολλές περιπτώσεις ικανοποιημένο προσωπικό. Άλλωστε, η επαγγελματική ικανοποίηση είναι πολύ βασική για το αυτοσυναίσθημα του ατόμου, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε το χρόνο που αναλώνει στην εργασία κατά τη διάρκεια της ζωής του. Μάλιστα, ο Haldane (1981) υποστηρίζει ότι «για έναν πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων, η εργασία είναι ένας τρόπος για να δηλώσουν την ύπαρξή τους».

Παρόλο που οι έρευνες προσέγγισαν το φαινόμενο της επαγγελματικής ικανοποίησης με διαφορετικό τρόπο, οι ερευνητές συμφωνούν ως προς το ότι η επαγγελματική ικανοποίηση είναι μια πολυδιάστατη εννοιολογική κατασκευή και συνίσταται από πολλά επιμέρους στοιχεία (Κουστέλιος, 2001, Ματσαγγούρας και Μακρή- Μπότσαρη, 2003, Μπρούζος 2004) χωρίς όμως να αρνούνται και την ύπαρξη μιας σφαιρικής ικανοποίησης γενικά από την
εργασία (Perie, Baker & Whitener, 1997).

O πιο πολυχρησιμοποιημένος ορισμός για την επαγγελματικήικανοποίηση προέρχεται από τον Locke (1976), ο οποίος την χαρακτηρίζει ως μια ευχάριστη ή θετική συναισθηματική κατάσταση, η οποία προέρχεται από την αποτίμηση της εργασίας ή των εργασιακών εμπειριών κάποιου (Locke, 1969). Με τον ορισμό αυτόν, αναδεικνύεται η σημασία τόσο του
συναισθήματος όσο και της γνώσης. Περαιτέρω, ο Locke (1969) συνδέει την ικανοποίηση και τη δυσαρέσκεια από την εργασία με το σύστημα των αξιών του ατόμου υποστηρίζοντας ότι επαγγελματική ικανοποίηση είναι μια θετική συναισθηματική απόκριση προς το συγκεκριμένο έργο που απορρέει από την εκτίμηση ότι αυτό παρέχει πλήρωση ή επιτρέπει την πλήρωση των εργασιακών αξιών του ατόμου. Αντίθετα, η επαγγελματική δυσαρέσκεια προέρεχεται από τη ματαίωση των εργασιακών αξιών του ατόμου. Ομοίως, σύμφωνα με τους Granny, Smith & Stone (1992) η εργασιακή ικανοποίηση συνδέεται με τη στάση του ατόμου απέναντι στην εργασία του, που προέρχεται από τη σύγκριση που κάνει ανάμεσα στα οφέλη που αποκομίζει και σε αυτά που θα επιθυμούσε να έχει. Οι ανωτέρω υποστηρίζουν ότι όλοι οι ορισμοί που δίνουν έμφαση στο συναισθηματικό τομέα είναι επαρκείς, ωστόσο οι ίδιοι αναφέρονται στην πρακτική διάσταση της ικανοποίησης, λέγοντας ότι η εργασιακή ικανοποίηση ταυτίζεται με την εργασιακή συμπεριφορά (Παπάνης & Ρόντος, 2005).

Ο Κάντας (1998) σημειώνει ότι η επαγγελματική ικανοποίηση είναι η συνολική και ενιαία στάση του ατόμου απέναντι στη συγκεκριμένη εργασία, η οποία αποτελείται όμως από διαφορετικές πτυχές, δηλαδή γίνεται συνολική μέτρηση της ικανοποίησης όπου λαμβάνονται υπόψη όλες οι επιμέρους όψεις.
Επίσης, σύμφωνα με τους Rice, Gentile & McFarlin (1991) η σφαιρική επαγγελματική ικανοποίηση προσδιορίζεται στη βάση της ικανοποίησης από επιμέρους όψεις της εργασίας ή του επαγγέλματός του, όπως είναι για παράδειγμα οι αποδοχές, η αυτονομία και οι σχέσεις με τους συναδέλφους.
Οι Warr (1987) και Landy (1989) υποστηρίζουν ότι η επαγγελματική ικανοποίηση δεν είναι κάτι σταθερό και εννοούν ότι δεν περιμένουμε να βρούμε απόλυτη ικανοποίηση στον εργαζόμενο, γιατί και αν ακόμα υπάρξει, ενδεχομένως να αναστραφεί άμεσα η επαγγελματική ικανοποίηση λόγω των διαφορετικών παραγόντων που την προσδιορίζουν (Κάντας, 1998). Ο Spector (2000) συνδέει την επαγγελματική ικανοποίηση με θετικά συναισθήματα που έχει κάποιος για την εργασία του, ενώ η επαγγελματική δυσαρέσκεια υποδηλώνει αρνητικά συναισθήματα που έχει κάποιος.

«Ο όρος διδασκαλική επαγγελματική ικανοποίηση αναφέρεται στη συναισθηματική σχέση εκπαιδευτικού με τον διδασκαλικό του ρόλο και είναι μια λειτουργία της αντιλαμβανόμενης σχέσης ανάμεσα στο τι αποζητά από τη διδασκαλία ο εκπαιδευτικός και στο τι αντιλαμβάνεται ότι προσφέρει στον ίδιο» (Zembylas & Papanastasiou, 2004).
Επισημαίνεται, τέλος, ότι παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι η επαγγελματική ικανοποίηση είναι κάτι το αυτονόητο και έτσι ελάχιστοι είναι εκείνοι που επιχείρησαν να διατυπώσουν έναν αυστηρό εννοιολογικό και λειτουργικό ορισμό της (Evans, 1999).
Η παρούσα έρευνα στοχεύει στη μελέτη των επιμέρους όψεων της επαγγελματικής ικανοποίησης των εκπαιδευτικών και στη συμβολή αυτών στη γενική ικανοποίησή τους.

1.2 Θεωρητικές προσεγγίσεις της επαγγελματικής ικανοποίησης
Η επαγγελματική ικανοποίηση επηρεάζεται από ατομικούς, κοινωνικούς- διαπροσωπικούς, οργανωτικούς και θεσμικούς παράγοντες. Κύριος εμπνευστής της «θεωρίας των κινήτρων» (hierarchy of needs theory) που στηρίχθηκε στις προτεραιότητες που θέτει η ψυχοσωματική και κοινωνική υπόσταση του ανθρώπου είναι ο Abraham Maslow. Η θεωρία του Maslow (1970), είχε ιδιαίτερη απήχηση στον εργασιακό χώρο και συνδέει την ικανοποίηση από την εργασία με την ικανοποίηση των πέντε ιεραρχικών αναγκών του ανθρώπου. Ο Maslow υποστήριζε ότι ο άνθρωπος σε όλη του τη ζωή ενεργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ικανοποιεί όσο το δυνατό περισσότερες από τις ανάγκες του με τον πιο αποτελεσματικό και οικονομικό τρόπο. Μόλις ικανοποιηθεί μία ανάγκη, παρουσιάζεται η επιθυμία ικανοποίησης νέων αναγκών σε ένα ανώτερο επίπεδο και η κλιμάκωση είναι αυστηρά ιεραρχική (Παπάνης & Ρόντος, 2005). Το κάθε άτομο σκοπεύει να αναπτύξει τις δυνατότητές του και επομένως, πρέπει πρώτα να ικανοποιήσει τις βιολογικές ανάγκες του (π.χ. πείνα, δίψα, ύπνος). Ακολουθούν στο επόμενο επίπεδο της ιεραρχίας, οι ανάγκες για αγάπη και συναισθηματική ανταπόκριση.

Στο επόμενο στάδιο ανήκουν οι ανάγκες για κοινωνική επαφή και η ανάγκη για κοινωνική αναγνώριση ενώ στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκεται η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό (να κάνει, δηλαδή, το άτομο αυτό που ταιριάζει καλύτερα στον εαυτό του και να ενεργοποιήσει το δυναμικό του στο μέγιστο βαθμό). Η εμφάνιση της ανάγκης για αυτοπραγμάτωση υφίσταται μόνο όταν έχουν ικανοποιηθεί οι ανάγκες των προηγούμενων επιπέδων. Ο Maslow υποστηρίζει ότι οι υψηλότερου επιπέδου ανάγκες ικανοποιούνται δύσκολα και σε μικρό βαθμό από τις οργανώσεις. Με αυτά τα δεδομένα, μια επιχείρηση πρέπει να στρέψει το ενδιαφέρον της στην ικανοποίηση αυτών των αναγκών, αν θέλει να δημιουργήσει κίνητρα στους εργαζομένους παρέχοντάς τους διακρίσεις, ευκαιρίες για μετεκπαίδευση και προοπτικές εξέλιξης (Κάντας, 1998).

Οι παράγοντες οι οποίοι συμβάλλουν στην επαγγελματική ικανοποίηση ή δυσαρέσκεια και οι οποίοι αποδίδονται και με τον όρο «πηγές ικανοποίησης» (Evans, 1999), σχετίζονται είτε με το περιεχόμενο της εργασίας είτε με το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρέχεται η εργασία. Οι παράγοντες αυτοί διακρίνονται σε «ενδογενείς» και σε «εξωγενείς» σε σχέση με την εργασία. Ο Herzberg (1968), αποδίδει τους ενδογενείς παράγοντες και με τον όρο «κίνητρα».

Ο Herzberg, εκφραστής της θεωρίας των δύο παραγόντων (two factor theory) εντόπισε πέντε παράγοντες που αποτελούν πηγές κινήτρων ή επαγγελματικής ικανοποίησης. Οι παράγοντες αυτοί είναι η επίτευξη, η αναγνώριση του έργου, η ίδια η εργασία, η υπευθυνότητα και η δυνατότητα ανέλιξης. Οι εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι, όταν απουσιάζουν, αποτελούν πιθανές πηγές δυσαρέσκειας, είναι οι αποδοχές, οι διαπροσωπικές σχέσεις, η πολιτική του οργανισμού και ο τρόπος διοίκησης, η εποπτεία και οι συνθήκες εργασίας. Σύμφωνα με τον Herzberg, η εξάλειψη των εξωγενών παραγόντων δεν εξασφαλίζει την επαγγελματική ικανοποίηση του ατόμου.

Αυτό είναι σε θέση να το επιτύχουν μόνο οι ενδογενείς παράγοντες, δηλαδή οι πέντε παράγοντες κινήτρων (Μακρή- Μπότσαρη & Ματσαγγούρας, 2003). Η θεωρία του Aldefer έχει τις βάσεις της στη θεωρία των ανθρωπίνων αναγκών του Maslow, με βασικές διαφορές ότι η θεωρία αυτή αναφέρεται σε τρεις κατηγορίες αναγκών και ότι αυτές οι ανάγκες δεν ακολουθούν την αυστηρή σειρά ακολουθίας που υποστηρίζει ο Maslow. Επίσης, σύμφωνα με
τον Alderfer (1972), η μη ικανοποίηση (ματαίωση) για οποιοδήποτε λόγο των αναγκών ανώτερου επιπέδου μπορεί να προκαλέσει οπισθοδρόμηση σε ανάγκες κατώτερου επιπέδου, ενώ, αντίθετα, η ικανοποίηση μιας ανάγκης δεν σημαίνει ότι αυτή παύει να αποτελεί κίνητρο, όπως υποστηρίζει ο Maslow, αντίθετα μάλιστα, μπορεί να λειτουργήσει αυξητικά για την έντασή της. Η επαγγελματική ικανοποίηση εξαρτάται από την εκπλήρωση τριών ειδών
αναγκών: α) των αναγκών ύπαρξης (existence), που υπάγονται οι φυσιολογικές ανάγκες και οι ανάγκες ασφάλειας, β) των αναγκών σχέσης (relatedness) με το κοινωνικό περιβάλλον, που υπάγονται οι κοινωνικές ανάγκες και γ) των αναγκών ανάπτυξης (growth) που υπάγονται οι δυο ανώτερες κατηγορίες αναγκών του Maslow (Κάντας, 1998, Παπάνης & Ρόντος, 2005).
Ο J. Stacy Adams (1965), υποστηρίζει πως οι εργαζόμενοι ακολουθούν στην εργασία τους τις νόρμες της ισότητας και της δικαιοσύνης.
Οι εργαζόμενοι συγκρίνουν όλα όσα επενδύουν για την επιχείρηση με τα αποτελέσματα που λαμβάνουν από αυτήν και ταυτόχρονα με τα αποτελέσματα ενός άλλου ατόμου ή ομάδας που προσφέρει εξίσου με τους ίδιους. Εάν ο εργαζόμενος βιώσει μια αδικία, δηλαδή ότι εργάζεται κάτω από ένα πλαίσιο ανισοτήτων, μπορεί να δυσαρεστηθεί και να μειώσει την απόδοσή του. Τα άτομα που αισθάνονται αδικημένα αλλά δεν προσπαθούν να αλλάξουν τη στάση τους οδηγούνται σε λανθάνουσες πρακτικές είτε αλλάζοντας τησυμπεριφορά τους απέναντι στη σημαντικότητα των παραγόντων τηςανισότητας είτε επαναπροσδιορίζοντας τις παραδειγματικές σχέσεις τους στο χώρο της εργασίας (Κάντας, 1998).
Τη σύνδεση κινήτρων και επαγγελματικής ικανοποίησης τη συναντάμε στη «θεωρία της προσδοκίας» (expectancy theory), που διατύπωσε ο Vroom (1964), ο οποίος ασχολείται με το τι καθορίζει την πρόθεση του ατόμου να καταβάλει προσωπική προσπάθεια στη δουλειά. Αυτή η προσπάθεια συνεισφέρει στην απόδοση του τμήματος ή ολόκληρου του οργανισμού που εργάζεται. Υποστηρίζει ότι η επαγγελματική παρακίνηση ενός ατόμου προσδιορίζεται από: α) τι πιστεύει για της σχέσεις προσπάθειας- απόδοσης (expectancy), β) τι πιστεύει για τις σχέσεις δουλειάς και αποτελεσμάτων (instrumentality) και γ) από το πόσο επιθυμεί τα αποτελέσματα από την εργασία (valence).
Ο Douglas McGregor (1960) ανέπτυξε τη διπολική θεωρία Χ και Ψ (employee motivation theory X and theory Y) της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην εργασία. εν υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι ανήκουν οπωσδήποτε στον ένα τύπο ή στον άλλο. Κατά κύριο λόγο έβλεπε ότι οι δύο αυτές θεωρίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες – έχοντας μάλιστα μεταξύ τους ένα ευρύ φάσμα πιθανών διαφορετικών εργασιακών συμπεριφορών. Οι εργαζόμενοι σύμφωνα με τη θεωρία X μπορούν να περιγραφούν σαν άτομα που δεν τους αρέσει η εργασία και προσπαθούν με κάθε ευκαιρία να αποφύγουν να αναλάβουν ευθύνες και πρωτοβουλίες. Πρόκειται για άτομα που επιθυμούν να εργάζονται εκ του ασφαλούς και είναι φυγόπονα. Αντίθετα, όσοι περιγράφονται από τη θεωρία Y του McGregor θεωρούν ότι η εργασία είναι κάτι φυσιολογικό, όπως
και η ξεκούραση, δεν αντιπαθούν την εργασία και επιδιώκουν να αποκτήσουνυπευθυνότητες εφόσον έχουν κάποια υποκίνηση. (Vaske, J.J. & Grantham,C.E., 1990)
Τέλος, ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι η επαγγελματική ικανοποίηση σχετίζεται με την αφοσίωση που δείχνει ένα άτομο στον οργανισμό που εργάζεται, αλλά και με την απόδοση του ίδιου του οργανισμού (Mathieu, 1991, Ostroff, 1992). Η αφοσίωση στον οργανισμό, στον οποίο κάποιος εργάζεται είναι ο βαθμός στον οποίο ο εργαζόμενος συμμετέχει και ταυτίζεται με τον οργανισμό αυτό. Ως προς την απόδοση του οργανισμού, ο Ostroff (1992) ξεχώρισε πέντε τομείς απόδοσης σε επίπεδο σχολικής μονάδας: α) επίδοση των μαθητών, β) συμπεριφορά - διαγωγή των μαθητών, γ)ικανοποίηση των μαθητών, δ) κινητικότητα ή ροή ανανέωσης του προσωπικού και ε) απόδοση της διοίκησης.

Η ικανοποίηση που κερδίζει το άτομο από την εργασία του συνδέεται επίσης και με την παραγωγικότητατου (Rice et al, 1991). Ειδικότερα, η επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών έχει άμεση σχέση με την ποιότητα και τη σταθερότητα του διδακτικού τους έργου (Perie et al, 1997), αλλά και με την αποτελεσματικότητα τους, η οποία τελικά επηρεάζει την επίδοση των μαθητών (Asthton & Webb, 1986). Οι Smith και Ross (2001) θεωρούν ότι οι
συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών είναι οι συνθήκες μάθησης των μαθητών τους. Έτσι, ένα σχολικό σύστημα που δεν προάγει την επαγγελματική ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει συναισθήματα ικανοποίησης ούτε στους μαθητές του.

πηγή: από την έρευνα
Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
Των
Μαργαρίτα Παπαγεωργίου του Κωνσταντίνου & Λήδα Παπατζήκα του Αθανασίου

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011


ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Η τηλεόραση αποτελεί το πιο ισχυρό από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας καθώς συνδυάζει δύο διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας με το κοινό του – τον λόγο και την εικόνα. Η τηλεόραση θα εξετασθεί ως μέρος των ΜΜΕ και ως τέτοιο θα ερευνήσουμε με ποιον τρόπο κατασκευάζει την πραγματικότητα και δημιουργεί στο κοινό συνείδηση γύρω από τα θέματα που προβάλλει.

Μεταπολεμικά, η χρήση του όρου «μέσα μαζικής ενημέρωσης» αντικαταστάθηκε από τον όρο «μαζικές επικοινωνίες». Η καινούργια αυτή ορολογία δεν στέκεται αποκλειστικά στην ικανότητα των μέσων να μεταδίδουν πληροφορίες ή να λειτουργούν ως κέντρα πολιτικού ελέγχου ή επιρροής. Αντίθετα προχωρά τονίζοντας την ιδιότητά τους ως θεσμοί μέσω των οποίων πραγματοποιείται η επικοινωνίαΑυτό που συμβαίνει σύμφωνα με τον Williams R. είναι ότι «μοναδικές εμπειρίες μετατρέπονται σε κοινές εμπειρίες».

Με την επικοινωνία τα άτομα διαντιδρούν μεταξύ τους. Υποστηρίζουν κοινούς στόχους, αντιλήψεις, δραστηριότητες ή ακόμα δίνουν την ίδια ερμηνεία σε κοινά θέματα, ενώ αναπτύσσουν και αντιθέσεις καθώς αποτελούν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα, εμπειρίες, τρόπους νοηματοδότησης των γεγονότων. Τα ΜΜΕ έχοντας ως βάση τους την επικοινωνία αποτελούν τους θεσμούς που ερμηνεύουν τα φαινόμενα και συνθέτουν τον κόσμο γύρω μας. Μας παρέχουν μια εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας την οποία εμείς λίγο πολύ υιοθετούμε ως τη δική μας εκδοχή για τα γεγονότα, τις κοινωνικές σχέσεις, τους κοινωνικούς κανόνες και αξίες που συνθέτουν το ευρύτερο περιβάλλον μας. «Πολύ λίγα απ’ αυτά που νομίζουμε ότι ξέρουμε για τους κοινωνικούς κόσμους της πραγματικότητας τα ξέρουμε από πρώτο χέρι.

Τις περισσότερες εικόνες μέσα στο κεφάλι μας τις έχουμε αποκτήσει από τα μέσα στο βαθμό που συχνά δεν πιστεύουμε πραγματικά αυτό που βλέπουμε μπροστά μας αν δεν το διαβάσουμε στον τύπο ή το ακούσουμε στο ραδιόφωνο (...) το μέτρο της ευπιστίας μας, τα κριτήριά μας για την πραγματικότητα τείνουν να ορίζονται από τα μέσα κι όχι από τις δικές μας αποσπασματικές εμπειρίες». Όπως έγραφε ο Μills «μεταξύ συνείδησης και ύπαρξης βρίσκονται οι μαζικές επικοινωνίες, οι οποίες επηρεάζουν την όποια συνείδηση έχουν οι άνθρωποι για την ύπαρξη τους». Στις μέρες μας τα μέσα επικοινωνίας δημιουργούν το δικό τους πλαίσιο αξιολόγησης των γεγονότων καταφέρνοντας ταυτόχρονα να μεταδώσουν τον τρόπο αυτό αξιολόγησης στο κοινό τους. Έτσι κατασκευάζουν την συνείδηση του κοινού για το πώς πρέπει να κατανοούν τα γεγονότα. Με τον τρόπο αυτό καταφέρνουν να κατασκευάσουν την πραγματικότητα μέσα στην οποία τοποθετούν το κοινό που καλείται να τη βιώσει. Με τη χρήση συμβόλων γίνεται ευκολότερη η μετάδοση και υιοθέτηση μηνυμάτωναπό το κοινό, τα οποία μπορεί καταρχήν ακόμα και να μοιάζουν εξωπραγματικά (κάτι που συμβαίνει στις κινηματογραφικές ταινίες) στην ουσία όμως αφορούν τις καθημερινές εμπειρίες των ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό το κοινό θεωρεί αυτό που του προβάλλεται ως δεδομένο. Δηλαδή ότι έτσι πρέπει να συμβεί ή έτσι συμβαίνει γενικά.

Σύμφωνα με τον Williams R., «Ο χορός του σώματος, η κίνηση της φωνής, οι ήχοι των οργάνων αποτελούν, όπως και τα χρώματα, οι φόρμες, τα σχήματα, μέσα μετάδοσης της εμπειρίας μας με τρόπο τόσο δυνατό ώστε οι άλλοι να μπορούν κυριολεκτικά να τη βιώσουν». Πρόκειται για την έμμεση μετάδοση μηνυμάτων. Για μηνύματα τα οποία μεταδίδονται χωρίς να είναι άμεσα φανερά στα μάτια του κοινού. Υπάρχουν ‘υπό’ το προβαλλόμενο θέμα. Η ιδιότητά τους αυτή είναι που τους δίνει και την ιδιαίτερη δύναμή τους.

Ο Adorno υποστηρίζει ότι «το κρυμμένο μήνυμα μπορεί να είναι πιο σημαντικό απ’ ό,τι το φανερό, αφού το κρυμμένο μήνυμα θα διαφύγει τους συνειδητούς ελέγχους, δεν θα το διαπεράσουμε δεν θα το αποκρούσουμε όπως άλλες προσπάθειες να μας “πλασάρουν” κάτι, αλλά αντίθετα, είναι πιθανόν ότι θα διεισδύσει βαθιά στο μυαλό του θεατή». Η εμπειρία είναι ουσιαστικά ένα σύνολο συμβόλων. Με τη χρήση των συμβόλων, είτε αυτά είναι αντικείμενα είτε είναι γεγονότα, επιτυγχάνεται η ανθρώπινη επικοινωνία.

Λέξεις, πράξεις, αντικείμενα δημιουργούν την κοινωνική συνεργασία των ατόμων καθώς με τα σύμβολα αυτά τα άτομα κατασκευάζουν νοήματα και ερμηνεύουν την κοινωνική πραγματικότητα. Με τις αξίες, τους στόχους και τους κανόνες , ένα ακόμα σύστημα συμβόλων, δημιουργείται η κοινωνική συνύπαρξη. «Το άτομο ζει σε έναν πραγματικό και σε έναν συμβολικό κόσμο ταυτόχρονα». Σύμφωνα με τον McQuail, η συχνότητα εμφάνισης ενός συμβόλου αποτελεί σημαντική και ικανή ένδειξη του κυρίαρχου νοήματος του μηνύματος.

Συγκεκριμένες πρακτικές χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση συγκεκριμένων εικόνων και στρατηγικών αναπαράστασης της πραγματικότητας. Για παράδειγμα σχετικά με την αναπαράσταση των αποκλινόντων από τα ΜΜΕ χαρακτηριστική είναι η υιοθέτηση αφηγηματικών και ρητορικών τεχνικών, οι οποίες αναπαράγονται στηβάση διχοτομικών διπολικών, στερεοτυπικών σχημάτων («εμείς»- περιθωριακοί, εχθροί). Βασική στρατηγική συμβολικού αποκλεισμού αποτελεί η δημιουργία μιας σειράς «ηθικών πανικών», όπου κοινωνικές ομάδες και συνθήκες αναπαρίστανται με στερεοτυπικό τρόπο, οριζόμενες ως απειλή για την κοινωνική συνοχή και τη δημοκρατική σταθερότητα.

Σημαντική για την ανάδειξη της τηλεόρασης ως μέσο κατασκευής και μετάδοσης νοημάτων είναι η ανάπτυξη των σημειολογικών προσεγγίσεων. Αυτές κατέδειξαν ότι η τηλεόραση αποτελεί ένα περίπλοκο σύστημα νοηματοδότησης, διαμέσου του οποίου οι άνθρωποι αντλούν ένα μεγάλο μέρος των εμπειριών τους και ενημερώνονται για τα τεκταινόμενα του κόσμου. Μια άλλη σημαντική συμβολή των σημειολογικών προσεγγίσεων ήταν η επισήμανση ότι αυτό που παρουσιάζει η τηλεόραση ως πραγματικότητα αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή λειτουργεί ως μέσο, ο οποίος καθορίζει και τις απεικονίσεις της.

Σύμφωνα με τη σημειολογική θεώρηση, « κάθε κοινωνική πρακτική διαμεσολαβείται από κάποια (ες) «γλώσσα(ες)», δηλαδή συστήματα σημείων που διέπονται από τους δικούς τους εσωτερικούς κανόνες και που αρθρώνονται σε «λόγους». Ο όρος «λόγος» αναφέρεται σε έναν (κοινωνικό) τρόπο επικοινωνίας: γραπτός λόγος, προφορικός λόγος, εικαστικός λόγος, μουσικός λόγος, κλπ. Το «σημείο» δεν είναι παρά ένα σύμβολο, ένας τρόπος καταγραφής κάποιου νοήματος, ένας οποιοσδήποτε ήχος/λέξη/εικόνα που λειτουργεί ως «σημαίνον» για κάτι «σημαινόμενο», δηλαδή για κάποιο αντικείμενο/γεγονός/ φαινόμενο από τον κόσμο της εμπειρίας για το οποίο επιθυμούμε να επικοινωνήσουμε — δηλαδή να του αποδώσουμε νόημα.

Το σημαίνον, του οποίου υπόσταση είναι πάντα υλική (ήχος, αντικείμενο, εικόνα) δεν είναι παρά μια μορφή, μια εικόνα, μια έκφραση, της οποίας η έννοια ή το περιεχόμενο αποκαλύπτεται από το σημαινόμενο. «Το σημαινόμενο δεν είναι, πράγμα, αλλά μια “ψυχική κατάσταση του πράγματος”…Το σημαινόμενο της λέξης βόδι δεν είναι το ζώο βόδι, αλλά η ψυχική του κατάσταση. Το σημαινόμενο είναι εκείνο το “κάτι τις” που εννοεί με το σημείο εκείνος που το χρησιμοποιεί». Τονόημα του κάθε σημείου καθορίζεται από τον τρόπο που είναι οργανωμένο όλο το σύστημα σημείων στο οποίο ανήκει — από τις σχέσεις του με τα άλλα σημεία του συστήματος (συνδυασμός ή/και αντιθέσεις σημείων). Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια ένας μεγάλος αριθμός διαφημίσεων τσιγάρων συνδυάζει το κάπνισμα με υγιεινή «φυσική» ζωή: άτομα γεμάτα νιάτα και υγεία απολαμβάνουν το τσιγάρο τους ενώ κάνουν κάποιο σπορ ή περιπλανιούνται σε παρθένα δάση, βουνά, κλπ. Επομένως, λόγω της εσωτερικής οργάνωσης του διαφημιστικού λόγου το σημείο «τσιγάρο» (ως λέξη ή εικόνα) λειτουργεί ως σημαίνον για το αντικείμενο «τσιγάρο» στο οποίο αποδίδει το περιεχόμενο ή την έννοια «υγιεινή» ή «φυσική» ζωή (σημαινόμενο).

Αυτή η ιδιαίτερη οργάνωση/διάταξη των σημείων που χαρακτηρίζει κάθε τρόπο επικοινωνίας — η εσωτερική δομή κάθε λόγου — αποτελεί την ειδική γλώσσα του κάθε λόγου. Η γλώσσα καθορίζει όχι μόνο τη σημασία του κάθε σημείου αλλά, κατά προέκταση, το νόημα των αντικειμένων, φαινομένων της κοινωνικής πραγματικότητας, τα οποία από μόνα τους δεν έχουν ένα μοναδικό, «φυσικό», αναγκαίο και απόλυτα σαφές σε όλους νόημα. Από μόνα τους δεν μας «μιλούν», χρειάζεται να διαμεσολαβήσουν ορισμένες διεργασίες οι οποίες θα τους προσδώσουν νόημα, θα κάνουν κατανοητό τον κόσμο που μας περιβάλλει. Με άλλα λόγια, «το νόημα είναι μια κοινωνική παραγωγή, μια πρακτική... Η γλώσσα και ο συμβολισμός είναι τα μέσα για την παραγωγή “νοήματος”». Ακριβώς επειδή το νόημα «παράγεται», διαφορετικά νοήματα μπορεί να αποδοθούν στα ίδια αντικείμενα/γεγονότα, ανάλογα με τη γλώσσα που τα διαμεσολαβεί. ΙΙ.χ. η γλώσσα του διαφημιστικού λόγου αποδίδει στο τσιγάρο το νόημα «υγιεινή ζωή», ενώ η γλώσσα του ιατρικού λόγου αποδίδει ακριβώς το αντίθετο νόημα. Είναι λοιπόν προφανές ότι σύμφωνα με τη σημειολογική προσέγγιση η γλώσσα, αν και αναμφίβολα κοινωνικό προϊόν, δεν λειτουργεί ως απλή, άμεση, παθητική αντανάκλαση της πραγματικότητας που τη γέννησε. Η γλώσσα παίζει έναν πολύ ενεργητικό ρόλο, και απολαμβάνει μιας σχετικής, αλλά πολύ σημαντικής, αυτονομίας: Δεν καθρεφτίζει την πραγματικότητα, τη «χτίζει», τη δημιουργεί, την αναπλάθει. Πώς; Με το να προσδίνει νόημα στα συστατικά της στοιχεία (αντικείμενα, γεγονότα, κοινωνικές σχέσεις, κλπ.). Η σημειολογία αντιλαμβάνεται τα ΜΜΕ ωςμηχανισμούς παραγωγής μηνυμάτων, δηλαδή «σημείων διατεταγμένων σε πολύπλοκους λόγους: συμβολικών αγαθών».

Τα ΜΜΕ χρησιμοποιούν όχι ένα, αλλά πολλά τέτοια συστήματα σημείων, δηλαδή πολλούς τρόπους επικοινωνίας ή λόγους : γραπτό, προφορικό, εικαστικό, μουσικό κλπ. καθώς και συνδυασμούς αυτών των λόγων (π.χ. ο κινηματογραφικός λόγος συνδυάζει όλους τους παραπάνω λόγους, η αφίσα το γραπτό και τον εικαστικό, κλπ.). Η γλώσσα ή εσωτερική δομή του κάθε λόγου είναι αποτέλεσμα ορισμένων κανόνων και καθιερωμένων πρακτικών που καθοδηγούν το μεταδότη στη διαμόρφωση και διατύπωση ενός μηνύματος, καθορίζοντας βασικά τι συνδυασμούς ή αντιθέσεις σημείων θα χρησιμοποιήσει. Αυτοί οι κανόνες και οι καθιερωμένες πρακτικές ονομάζονται «κώδικες» και αποτελούν το κατεξοχήν αντικείμενο μελέτης της σημειολογικής ανάλυσης περιεχομένου των μηνυμάτων των ΜΜΕ. «Το κάθε μέσο κωδικοποιεί την πραγματικότητα διαφορετικά, το κάθε μέσο κάνει τις δικές του δηλώσεις με το δικό του τρόπο... Το κάθε μέσο έχει λοιπόν μοναδικούς τρόπους να κωδικοποιεί το περιεχόμενο της επικοινωνίας και να δομεί την πραγματικότητα»26». Στον τηλεοπτικό λόγο, βρίσκουμε πολλά σημεία – πολλούς κώδικες επικοινωνίας που δεν συναντούμε στα άλλα μέσα. Για παράδειγμα, όπως αναφέρουν οι Stephenson και Debrix, ο φωτισμός χρησιμοποιεί τους δικούς του κώδικες μέσα από τους οποίους μπορεί να δώσει διαφορετικά νοήματα στην εικόνα. Έτσι ο φωτισμός από πάνω προσδίδει σοβαρότητα στο υποκείμενο, ενώ ο φωτισμός από κάτω δηλώνει αίσθημα ανησυχίας.

Όλα τα παραπάνω δημιουργούν την αίσθηση ότι το κοινό των μέσων είναι άμοιρο επιλογών και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ασκήσει έλεγχο σε αυτά. Σύμφωνα με τον Silvey το κοινό έχει την δύναμη να ασκεί έλεγχο στην διαδικασία επικοινωνίας ή τουλάχιστον να αντιδρά στα μηνύματα των μέσων…«Ας αναρωτηθούμε λοιπόν τι κάνουμε με το ραδιόφωνο και την τηλεόραση εμείς, το κοινό. Αντιμέτωποι με την ατέλειωτη ροή της, το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να επιλέγουμε απ’ αυτήν. Μπορούμε να ανοίξουμε ή να κλείσουμε το κουμπί. Ακόμα περισσότερο μπορούμε να μεταβάλλουμε το πόση προσοχή δίνουμε στην εκπομπή.Κι έχουμε ακόμα ένα δικαίωμα επιλογής, αν κι αυτό το ασκούμε ασυνείδητα : μπορούμε και αντιλαμβανόμαστε επιλεκτικά, απλούστατα με το να μην αντιλαμβανόμαστε αυτό που για οποιοδήποτε λόγο δε θέλουμε να αντιληφθούμε. Επίσης, χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε έστω και στο ελάχιστο, μπορούμε να παραποιήσουμε αυτό που μεταδίδουν οι αισθήσεις μας έτσι ώστε αυτό που φτάνει στη συνείδησή μας να είναι αυτό που θέλουμε να ακούσουμε».

Με τη συνεχή παραγωγή κατασκευών της πραγματικότητας, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας υπονομεύουν την αντίληψη περί ελευθερίας που συνεχίζει να κυριαρχεί. Η ελευθερία εκλαμβάνεται ακόμη όπως στο φυσικό δίκαιο ως απουσία καταναγκασμών. Τόσο οι φιλελεύθερες όσο και οι σοσιαλιστικές ιδεολογίες έχουν χρησιμοποιήσει αυτή την έννοια της ελευθερίας και φιλονικούσαν μόνο για τις πηγές του καταναγκασμού – αν ήταν το κράτος δικαίου ή καπιταλιστική κοινωνία. Η κοινωνική «αθωότητα» των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ο αβλαβής τους χαρακτήρας βασίζεται στο ότι δεν ασκούν καταναγκασμό σε κανέναν. Αυτό ισχύει για όλους τους προγραμματικούς τους τομείς και κυρίως για τη διαφήμιση. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η ελευθερία βασίζεται στις γνωστικές συνθήκες της παρατήρησης και στην περιγραφή εναλλακτικών λύσεων με ένα μέλλον ανοικτό, αποκρίσιμο, αλλά ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο και άγνωστο. Εάν κανείς εξακολουθεί ακόμη να ορίζει την ελευθερία ως απουσία καταναγκασμού, η λειτουργία των μέσων μαζικής επικοινωνίας, καταστατική της ελευθερίας, παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση, τουλάχιστον δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Μπορεί κανείς να κάνει μόνο την υπόθεση ότι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας οδηγούν στην υπερεκτίμηση της ελευθερίας άλλων, ενώ ο καθένας μεμονωμένα έχει πλήρη συνείδηση των γνωστικών ορίων του δικού του πλαισίου άσκησης της ελευθερίας. Και αυτή η ανισορροπία στην κατηγόρηση της ελευθερίας σε μια κοινωνία, η οποία έχει διευρύνει εξαιρετικά τα περιθώρια των αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα και έχει δημιουργήσει ανάλογες αβεβαιότητες, μπορεί να έχει πολύ πιο σοβαρές συνέπειες από το ερώτημα ποιος θα αναγκασθεί κάτω από αυτές τις συνθήκες να προβεί σε μια ορισμένη πράξη ή παράλειψη.

Τα ΜΜΕ μπορούν και διαμορφώνουν τις προτιμήσεις και το γούστο του κοινού τους έτσι ώστε το κοινό να θέλει αυτό που του προσφέρουν… Άλλωστε «στην εποχήμας το μεγάλο ‘αμάρτημα’ ή ‘σφάλμα’ είναι το να πάει κανείς κόντρα στο ρεύμα, να προβάλει ουσιαστική αντίσταση στις προσταγές του κοινωνικού συνόλου, να μη κινείται στα πλαίσια της ‘κοινωνικής συναίνεσης’. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η σύγχρονη κοινωνία δεν «καταδικάζει» ούτε «τιμωρεί» το δράστη· απλώς τον περιθωριοποιεί τον εξοστρακίζει. Κι αυτός δεν πάσχει τόσο από τύψεις ενοχές, αλλά από το νέο σύγχρονο εφιάλτη του ψυχικού μας κόσμου: άγχος και την ανασφάλεια».
Έτσι λοιπόν το κοινό προτιμά να μην πάει κόντρα στο ρεύμα και να παθητικοποιηθεί. Ο Γκαίτε έβρισκε ανησυχητική την παθητικότητα του κοινού. Το κοινό απαιτεί να διασκεδάσει, δεν ενδιαφέρεται για τα «μηνύματα» της τέχνης, έγραφε. «…ζητούν αυτό που μπορούν άμεσα να απολαύσουν. Θέλουν να δουν κάτι, να απορήσουν με κάτι να γελάσουν και να κλάψουν». Στο ίδιο μοτίβο ο Bogart υποστήριξε ότι «τα ΜΜΕ προσφέρουν μια νέου τύπου κοινωνική εμπειρία κατά την οποία εκατομμύρια μπορούν και γελούν με τα ίδια αστεία, αισθάνονται τις ίδιες συγκινήσεις και άγχη, και αντιδρούν στους ίδιους ήρωες. Η ύπαρξη και λειτουργία των ΜΜΕ είναι δυνατή μόνο εκεί που μαζικά παραγόμενα σύμβολα μπορούν και έχουν νόημα».

Η μάζα αντιπροσωπεύει μια συνάντηση ενός μεγάλου αριθμού ατόμων με μια προσπάθεια ελέγχου των συναισθημάτων, των ιδεών και των συμπεριφορών τους. Στην κλασική του χρήση ο όρος «μάζα» υπονοεί ότι το κοινό που έχει δημιουργηθεί από τα μέσα είναι κοινωνικά αδιαφοροποίητο, δηλαδή χωρίς ουσιαστικές διακρίσεις όσον αφορά την τάξη, το φύλο και τη φυλή. Τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας είναι μαζικά, γιατί απευθύνονται σε μάζες ανθρώπων οι οποίες δεν βρίσκονται σε φυσική επαφή με την πηγή επικοινωνίας. Αντίθετα, συχνά τους χωρίζει μια σημαντική γεωγραφική απόσταση.

Αυτού του είδους η επικοινωνία προϋποθέτει τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής και μετάδοσης ή διανομής «μηνυμάτων», δηλαδή πληροφοριών, ιδεών, εικόνων, γενικά «συμβολικών αγαθών».
Δεύτερον η επικοινωνία έχει μαζικό χαρακτήρα γιατί είναι «δημόσια», ανοιχτή σε όλους. Τα ΜΜΕ αντιλαμβάνονται τοκοινό τους ως ομοιόμορφο και ομοιογενές.
Τρίτον, η επικοινωνία είναι κατά κύριο λόγο, μονής κατευθύνσεως από τον πομπό στον δέκτη. Επιπλέον οι δέκτες καταναλώνουν ο κάθε ένας τα προϊόντα των ΜΜΕ απομονωμένα και μοναχικά, χωρίς καμιά ουσιαστική επικοινωνία ή συναλλαγή μεταξύ τους.
Οι σύγχρονες επικοινωνίες συμβάλουν στη λειτουργία του κοινού σαν μια μάζα παθητικοποιημένων και απομονωμένων ατόμων. Τέλος η μαζικότητα των σύγχρονων ΜΜΕ αναφέρεται στις σημαντικότατες ποσότητες χρόνου που αφιερώνει «το μέσο άτομο» σε αυτά.

Τα μέσα εισβάλουν σε όλους τους τομείς και πτυχές της καθημερινής ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, (δημόσιες – ιδιωτικές δραστηριότητές ) ώστε η συμπεριφορά του να διαμορφωθεί σύμφωνα με τα πρότυπα που προβάλλονται στα μηνύματα των μέσων. Σε όλους τους τομείς της ζωής τα μέσα επικοινωνίας προτρέπουν και ωθούν τα μέλη της κοινωνίας να υιοθετήσουν έναν ομοιόμορφο, ενιαίο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, ο οποίος επιπλέον, διαμορφώνεται και προβάλλεται «εκ των άνω», χωρίς καμία ουσιαστική συμμετοχή των «μέσων ανθρώπων» στη διαμόρφωσή του.

Με άλλα λόγια, τα ΜΜΕ, επιχειρούν να μετατρέψουν το σύγχρονο άνθρωπο σε άβουλο, παθητικό μόριο μιας ομοιόμορφης ανθρώπινης μάζας.
Όπως παρατηρεί ο Gerbner « ποτέ πριν τόσα πολλά άτομα σε τόσα πολλά μέρη δεν συμμερίζονταν τόσο πολύ ένα κοινό σύστημα μηνυμάτων και εικόνων και δεν είχαν τόσο ενσωματώσει τις παραδοχές (αυτών των μηνυμάτων και εικόνων) για τη ζωή, την κοινωνία και τον κόσμο ενώ παράλληλα είχαν τόσο λίγο να κάνουν με την παραγωγή τους».

Η δημιουργία αυτής της «κοινωνίας της μάζας» και συνακόλουθα, των μαζικών επικοινωνιών είναι αποτέλεσμα της εξελικτικής πορείας του καπιταλισμού μέσα στο χρόνο, δηλαδή της μετάβασης από το στάδιο του φιλελεύθερου βιομηχανικού καπιταλισμού του περασμένου αιώνα στο μονοπωλιακό και κρατικομονοπωλιακό στάδιο που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

Συγκεκριμένα, αφενός η χειραγώγηση των ανθρώπινων αναγκών από τους σύγχρονους φορείς του κεφαλαίου στον οικονομικό τομέα της κοινωνικής ζωής και αφετέρου οι ταξικές αναδιαρθρώσεις καιμετασχηματισμοί που παρατηρούνται στον αιώνα μας στις κοινωνίες της καπιταλιστικής μητρόπολης, προσέφεραν γόνιμο έδαφος για να ριζώσει και να αναπτυχθεί η ομοιομορφοποίηση όλων των μελών της κοινωνίας σε ότι αφορά τόσο την εξωτερική τους συμπεριφορά όσο και τον υποκειμενικό τους κόσμο. Οπωσδήποτε, οι ταξικές και άλλες κοινωνικές, διαφοροποιήσεις δεν εξαφανίζονται ολότελα, αλλά η τάση είναι προς μια ολοένα και μεγαλύτερη σύγκλιση αξιών, στόχων, πεποιθήσεων, τρόπων συμπεριφοράς.

Στην κοινωνία της μάζας το άτομο, αλλοτριωμένο από τον ίδιο τον εαυτό του, στρέφεται στην απρόσωπη μάζα για οδηγίες ως προς το πώς πρέπει να αισθάνεται για τον εαυτό του. Με άλλα λόγια, η κοινωνία της μάζας είναι η πλήρης παθητικοποίηση των μελών της. Ο άνθρωπος παύει να βιώνει τον εαυτό του ως ενεργητικό φορέα των ικανοτήτων και δυνάμεών του.

Η μαζικότητα της παραγωγής καθιστά την ποσότητα πιο σημαντική από την ποιότητα, και, συνακόλουθα, την επανάληψη και τη στερεοτυπία αναπόφευκτη, ενώ την πρωτοτυπία και την καινοτομία όλο και πιο σπάνια. Αν πάρουμε την τηλεόραση ως τυπικό παράδειγμα, η οποία έχει να καλύψει ένα συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ωρών, απλά και μόνο δεν υπάρχουν αρκετά καινούργια, φρέσκα και υψηλής ποιότητας ταλέντα για να γεμίσουν με νέα και πρωτότυπα προγράμματα αυτές τις ώρες.

Κατά τους Schramm,Lyle,Parker «η εμπορική τηλεόραση είναι ένα μέσο το οποίο... λόγω της κοινωνικής του οργάνωσης είναι καταδικασμένο να είναι μονότονο, κατά κανόνα ρηχό και στερεοτυπημένο…». Η μεγιστοποίηση του κέρδους απαγορεύει τα ρίσκα, δηλαδή τους πολλούς πειραματισμούς και αλλαγές στη μορφή και περιεχόμενο των προγραμμάτων, εκπομπών, εντύπων, κλπ., ενώ αντίθετα επιβάλλει την παραγωγή δοκιμασμένων και ασφαλών προϊόντων. «…Αντί να επιχειρεί κάτι το καινούργιο, η εμπορική τηλεόραση τείνει να παράγει κι άλλο απ’ ό,τι έχει ήδη αποδειχθεί επιτυχημένο» .
Πρόκειται για το φαινόμενο της μαζικής κουλτούρας. Η μαζική κουλτούρα διαφοροποιείται ριζικά και από τη λεγόμενη «υψηλή κουλτούρα», την άλλη βασική μορφή κουλτούρας που ιστορικά γνώριζε η ανθρωπότητα μέχρι περίπου τονπερασμένο αιώνα. Μετά τις κρίσεις που χαρακτήρισαν τον καπιταλισμό από τα τέλη του 19ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα, ενισχύθηκε η τάση της διατήρησης της κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Οι πρωταγωνιστές της τωρινής μοιρασιάς της εξουσίας και της ιδιοκτησίας εκμεταλλεύτηκαν τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις και επινόησαν αυτό που λέγεται μαζική κουλτούρα, για να μπορούν να ασκούν έλεγχο στη συνείδηση των ανθρώπων.

Ένα από τα σπουδαιότερα γνωρίσματα της μαζικής κουλτούρας είναι η τυποποίηση (η ατέρμονη επανάληψη των ίδιων θεμάτων, μοτίβων και τεχνικών ή αναπαλαίωση παλιότερων θεμάτων και έργων, η αναίσχυντη εκμετάλλευση στοιχείων της λαϊκής κουλτούρας). Η τυποποίηση συμβαδίζει με την ψευδοεξατομίκευση, υπερτονισμό ορισμένων λεπτομερειών που αποβλέπουν στο διαχωρισμό των προϊόντων της μαζικής κουλτούρας. Η ψευδοεξατομίκευση επιτυγχάνεται με την υπερβολική χρήση κάθε είδους εφέ (μουσικών, οπτικών, σκηνοθετικών κλπ.) που εξαρτώνται με τη σειρά τους από μια προηγμένη τεχνολογία.

Η μαζική κουλτούρα προβάλλει την εικόνα ενός καλύτερου κόσμου, όπου ο άνθρωπος θα συμβίωνε αρμονικά με τους ομοίους του και με τη φύση. Δεν στοχεύει στην κατάδειξη των κοινωνικών αντιφάσεων ούτε επικαλείται ιδανικά που θα μπορούσαν δυνάμει να γίνουν πραγματικότητα. Αντίθετα ταυτίζεται απόλυτα με το υπάρχον, αναπαράγει και ενισχύει τις κυρίαρχες ερμηνείες της πραγματικότητας και κολακεύει το ευνουχισμένο άτομο, εκμεταλλευόμενη όλες τις αδυναμίες του εγώ του.

Η οχληρότητα της καθημερινής ζωής, τα προβλήματα επιβίωσης, συμμετοχής στα κοινά και αυτογνωσίας, η αγωνία για το μέλλον, η αίσθηση της αποξένωσης που έχει το σύγχρονο άτομο από κάθε τομέα της ιδιωτικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής, έκαναν τον ελεύθερο χρόνο πραγματικό άσυλο. Αλλά αυτό ακριβώς το καταφύγιο καταλήφθηκε από τη μαζική κουλτούρα, που πέτυχε τον εφησυχασμό, την εξουδετέρωση της οργής και της απελπισίας, την αδρανοποίηση της σκέψης και την αναπαραγωγή των παραδεδομένων αξιών και αναγκών.

«Τα ΜΜΕ και η βιομηχανία της κουλτούρας κατασκευάζουν και προσδιορίζουν τις συνειδήσεις των κυριαρχούμενων τάξεων και τις χειραγωγούν κατά τρόπο ώστε να εξαφανίζεται κάθε αντίσταση και να κυριαρχεί η παθητικότητα.»

Στο κλείσιμο του πρώτου μέρους αυτού του κεφαλαίου, θα λέγαμε ότι η κατασκευή της πραγματικότητας όπως την κατανοούν- επιλέγουν τα ΜΜΕ επιτυγχάνεται με ποικίλες μεθόδους. Οι μέθοδοι αυτοί στηρίζονται στην ίδια την δύναμη των μέσων. Πρόκειται για τον συνδυασμό συμβολισμών, λόγου και επομένως την παραγωγή νοημάτων τα οποία το κοινό δέχεται μαζικά. Βιώνει με τον τρόπο αυτό κοινές εμπειρίες απέναντι στις οποίες του δίνεται η εντύπωση ότι έχει επιλογή.

Η δύναμη της μάζας είναι ισχυρή και το άτομο αρνείται να έρθει κόντρα με αυτή καθώς αυτό που του προβάλλεται (με τον τρόπο που του προβάλλεται) τον παθητικοποιεί. Η μαζική κουλτούρα δημιουργεί στο κοινό ίδια συναισθήματα από τα οποία το άτομο νιώθει να καλύπτεται. Έτσι απορροφά τα μηνύματα είτε είναι άμεσα είτε έμμεσα χωρίς να τα ελέγχει. Σε αυτό το σημείο η δημιουργία της συνείδησης αποτελεί τον εύκολο στόχο για επίτευξη.

πηγή από την διπλωματική εργασία της
ΚΟΥΡΟΥΣΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ
« ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΕΣ ΣΕΙΡΕΣ.
ΕΙΔΙΚΗ ΕΣΤΙΑΣΗ ΣΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ »
http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/703/1/kourousi.pdf

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011


Σχολικός εκφοβισμός 2

Oρισμός
του σχολικού εκφοβισμού

Η συστηματική μελέτη ενός φαινομένου προϋποθέτει τον ακριβή προσδιορισμό του εννοιολογικού του πεδίου. Ο εκφοβισμός όμως αναφέρεται σε μία τόσο ευρεία ποικιλία επιθετικών πράξεων, που δεν είναι δυνατό να ορισθεί επακριβώς με συντομία.
Τόσο μεταξύ τω ερευνητών όσο και μεταξύ των απλών παρατηρητών-μαθητών και ενηλίκων- υπάρχουν ελαφρώς αποκλίνουσες απόψεις (Espelage & Swearer, 2003). Ο σχολικός εκφοβισμός οριοθετείται εννοιολογικά από το «πείραγμα» ως την ηπιότερη μορφή του και από την παρενόχληση -με τη νομική του όρου έννοια- ως την εντονότερη μορφή του (Macklem, 2004). Αλλά υπάρχει διχογνωμία όσον αφορά στη σημασιολογική υπαγωγή των δύο ακραίων αυτών συμπεριφορών στην έννοια του εκφοβισμού.

Στη λογοτεχνία το θέμα απαντάται από το 1857, που εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη το βιβλίο του Hughes Tom Brown’s school days (Οι σχολικές ημέρες του Τομ Μπράουν), βιβλίο που ήγειρε πλήθος σχετικών συζητήσεων και προτάσεων για τηναντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού (για περισσότερα βλέπετε Pepler, Rigby & Smith, 2004, κεφ. 1. Smith & Brain, 2000). Μεμονωμένες αναφορές στο φαινόμενο είχαν γίνει πριν τη δεκαετία του 1970 με επίκεντρο τις Σκανδιναβικές χώρες. Μάλιστα εξέχουσας σημασίας υπήρξε η επισήμανση εκ μέρους του Νορβηγού Heinemann (1972, στο Κασάπη, 2007) του möbbning, της ομαδικής δηλαδή άσκησης
βίας προς ένα αποκλίνον άτομο, η οποία πραγματοποιείται και υποχωρεί απότομα. Την ίδια περίοδο Ιάπωνες ερευνητές παρατηρούν το παρεμφερές ijime· υποθέτουν όμως ότι αυτός ο ειδικός τύπος βίας επιτελείται μόνο στη χώρα τους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κάποια διασύνδεση μεταξύ των δύο, παρά μόνο μετά το 1995 (Smith & Brain, 2000).

Ο σχολικός εκφοβισμός είναι ένα ζήτημα διεθνές και διαχρονικό. Την έναρξη της συστηματικής μελέτης του φαινομένου σήμανε η έκδοση του βιβλίου του Dan Olweus Aggression in the schools: Bullies and whipping boys στη Σουηδία το 1978 (Smith & Brain, 2000). Ο πρωτοπόρος στο πεδίο του σχολικού εκφοβισμού Dan Olweus (1993, σελ. 9) τον ορίζει ως εξής: «ένας μαθητής/ μία μαθήτρια (εκφοβίζεται) θεωρείται θύμα εκφοβισμού, όταν εκτίθεται επανειλημμένα και σε διάρκεια χρόνου σε αρνητικές ενέργειες ενός ή περισσότερων μαθητών οι οποίοι δρουν χωρίς ναπροκληθούν άμεσα». Έτσι ορίζεται και το λήμμα του σχολικού εφοβισμού στο Λεξικό Ψυχολογίας των Πατεράκη και Χουντουμάδη (ΑΡΑ, 2000-2008). Και μία ενέργεια θεωρείται αρνητική όταν σκόπιμα βλάπτει ή ταλαιπωρεί τον αποδέκτη της ή τουλάχιστον αποπειράται να το κάνει. Σύμφωνα με τον Dan Olweus (1993) λοιπόν, τα χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν τον εκφοβισμό είναι α) η σκοπιμότητα-
πρόθεση του δράστη να βλάψει το θύμα, β) η επαναληψιμότητα της εκφοβιστικής συμπεριφοράς του και πρωτίστως γ) η ανισότητα δράστη και θύματος ως προς τη σωματική ρώμη και το ψυχικό σθένος, ως προς τη δύναμη εν γένει, την εξουσία, ή και η αριθμητική υπεροχή των δραστών.

Στα παραπάνω χαρακτηριστικά συγκλίνουν και οι ορισμοί που μας παραδίδουν
άλλοι μελετητές:
«Σχολικό εκφοβισμό συνιστά η διαρκής βία -σωματική ή ψυχολογική- που διεξάγεται από ένα άτομο ή μία ομάδα εναντίον κάποιου ατόμου που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην παρούσα κατάσταση» (Roland, 1989, σελ. 143, στο Espelage & Swearer, 2003).
«O σχολικός εκφοβισμός (bullying) είναι μια μορφή επιθετικής συμπεριφοράς κατά κανόνα εσκεμμένη και επιζήμια· συχνά είναι επίμονη – κάποιες φορές συνεχιζόμενη επί εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και έτη. Αυτοί που τον υφίστανται είναι πολύ δύσκολο να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά συστηματική κατάχρηση εξουσίας και υποδηλώνει μια επιθυμία για εκφοβισμό και κυριαρχία.» (Sharp & Smith, 1994, σελ. 1).
Ο Rigby (1996, στο Suckling & Temple, 2001) συμφωνεί και επαυξάνει απαριθμώντας ως ουσιώδη χαρακτηριστικά του σχολικού εκφοβισμού τα εξής:
1.την πρόθεση του δράστη να βλάψει
2.την πραγματοποίηση της παραπάνω πρόθεσης
3.τη βλάβη/ζημία του στόχου – θύματος
4.την κυριαρχική επιβολή του δράστη επί του θύματος (με την εξουσία του/της)
5.την έλλειψη συχνά δικαιολογίας για την πράξη
6.την επανάληψη της συμπεριφοράς ξανά και ξανά
7.την ικανοποίηση που αντλεί ο δράστης από τη βλάβη του θύματος.
Από την άλλη, από τις περιγραφές του σχολικού εκφοβισμού εκ μέρους των
παιδιών, φαίνεται ότι τα ίδια δε θεωρούν την ανισορροπία δύναμης ως αναγκαία
συνθήκη για τη στοιχειοθέτηση του (Macklem, 2004).
Την έννοια του σχολικού εκφοβισμού συμπληρώνει η έννοια της θυματοποίησης (victimisation). Ο όρος θυματοποίηση αναφέρεται στον αντίκτυπο που έχει ο εκφοβισμός στο άτομο-στόχο και στη θέση που κατέχει το άτομο που υφίσταται τον εκφοβισμό, που γίνεται δηλαδή θύμα (Olweus, 1995, στο Κασάπη, 2007). Όσον αφορά τον οικουμενικό χαρακτήρα του, ο σχολικός εκφοβισμός εκτείνεται γεωγραφικά σε 16 ευρωπαϊκά κράτη, στις Η.Π.Α., τον Καναδά, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ ενδείξεις για παρεμφερή φαινόμενα παρατηρούνται και στις αναπτυσσόμενες χώρες (Espelage & Swearer, 2003. Smith & Brain, 2000).
Αναλυτικότερα, στη Νορβηγία, ο Olweus (1993) βρήκε ότι 9% των μαθητών/-ητριών ηλικίας 8-16 ετών ήταν θύματα, 7% θύτες και 1.6% θύτες/θύματα. Για την Αγγλία τα δεδομένα είναι πιο άσχημα· το 1993 θυματοποιούνταν 27% των μαθητών/- ητριών δημοτικού και 10% των μαθητών γυμνασίου, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τους θύτες ήταν 12% και 6% (Whitney & Smith, 1993). Στην Ιρλανδία, η εθνικής εμβέλειας έρευνα της O' Moore (2000) έδειξε ότι 13% των μαθητών/-ητριών δημοτικού και 5% των μαθητών/-ητριών γυμνασίου είχαν θυματοποιηθεί το προηγούμενο τρίμηνο. Στην Ιταλία, το 1999, 20% των μαθητών/-ητριών δήλωσαν ότι είχαν υποστεί εκφοβισμό (Fonzi et al., 1999, στο Sapouna, 2008) και στην Πορτογαλία 41.6% (Pereira et al., 2004, στο Sapouna, 2008). Τη μεγαλύτερη διάδοση όμως έχει γνωρίσει ο σχολικός εκφοβισμός στις Η.Π.Α., όπου 77% των μαθητών/- ητριών δηλώνουν ότι έχουν υπάρξει θύματα σχολικού εκφοβισμού και 25% παραδέχονται ότι έχουν εκφοβίσει κάποιον συμμαθητή τους (Espelage & Swearer, 2003).
Και μάλιστα ο σχολικός εκφοβισμός είναι πιθανό να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε
σχολικό ίδρυμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για «κακό» σχολείο (Smith &
Brain, 2000). Θα ήταν σφάλμα όμως αν η εκτεταμένη εμφάνιση και η μεγάλη
συχνότητα του σχολικού εκφοβισμού δημιουργούσαν την εντύπωση ότι πρόκειται για
κοινωνικά αποδεκτό φαινόμενο. Τέτοιες συμπεριφορές είναι πάντα κατακριτέες και
χρήζουν αντιμετώπισης.

1.2 Μορφές του σχολικού εκφοβισμού

Ο σχολικός εκφοβισμός, ανάλογα με τα μέσα που χρησιμοποιεί ο δράστης για να βλάψει το θύμα, παίρνει διάφορες μορφές. Έτσι διακρίνουμε τους εξής τύπους εκφοβισμού (Boulton, Καρέλλου, Λανίτη, Μανούσου & Λεμονή, 2001. Espelage & Swearer, 2003. Κωνσταντίνου & Ψάλτη, 2007. Olweus Bullying Prevention Program, 2007α. Sharp & Smith, 1994. Suckling & Temple, 2001):

α. Τον άμεσο ή σωματικό εκφοβισμό (physical bullying): ο θύτης μεταχειρίζεται φυσική βία, όπως γρονθοκοπήματα, κλωτσιές, σπρωξιές, καθώς επίσης άρπαγμα ή / και φθορά της ατομικής ιδιοκτησίας.

β. Το λεκτικό εκφοβισμό (verbal bullying): εδώ ο δράστης πειράζει κατ' επανάληψη το στόχο του και σε ενοχλητικό για τον δεύτερο βαθμό, τον κοροϊδεύει, του κολλάει παρατσούκλια, τον βρίζει και τον προσβάλλει γενικότερα με λόγια και βωμολοχίες.

γ. Τον έμμεσο ή κοινωνικό εκφοβισμό (indirect/social/relational bullying): σε αυτήν τη μορφή σχολικού εκφοβισμού τα μέσα που μεταχειρίζεται ο δράστης, ή κατά κανόνα οι δράστες, είναι η κοινωνική απομόνωση του θύματος και ο αποκλεισμός του από την παρέα, μέσω της χειραγώγησης της ομάδας ομηλίκων. Πιο συγκεκριμένα, οι δράστες συσπειρώνονται σε μία κλίκα και πολύ συντονισμένα αγνοούν το συμμαθητή ή τη συμμαθήτριά τους, τους κάνουν να αισθάνονται αόρατοι, δεν τους επιτρέπουν να παίξουν ή τους αναθέτουν τα πιο δυσάρεστα καθήκοντα στις ομαδικές δραστηριότητες, τρέχουν να τους κρυφτούν (δείχνοντας επιδεικτικά ότι θα ήθελαν να τους εγκαταλείψουν) και γενικά τους περιφρονούν. Ο έμμεσος εκφοβισμός πλήττει κατά κόρον τις διαπροσωπικές σχέσεις του θύματος και τοαίσθημά του ότι είναι αποδεκτό μέλος της ομάδας ομηλίκων, καθώς με ύπουλα μέσα, όπως είναι το κουτσομπολιό και η διάδοση κακών φημών, το αποκλείουν σταδιακά από όλες τις παρέες. Αυτή είναι και η μορφή που δυσκολεύονται τα θύματα περισσότερο να αναφέρουν, ακριβώς διότι εκφράζεται έμμεσα, συγκαλυμμένα.

δ. Τον εκβιασμό (extortion): σε αυτήν τη μορφή εκφοβισμού οι δράστες με απειλές και εκβιασμούς εξαναγκάζουν τα θύματα να τους παραδώσουν το χαρτζιλίκι τους και το κολατσιό τους.

ε. Τον οπτικό εκφοβισμό (visual bullying): αυτός πραγματοποιείται όταν ο δράστης γράφει ένα προσβλητικό για το θύμα σημείωμα και το περνάει στους συμμαθητές τους από χέρι σε χέρι ή το τοποθετεί σε περίοπτη θέση στο σακίδιο του θύματος ή στο ντουλάπι του. Εναλλακτικά σχεδιάζει γκράφιτι παρεμφερούς σημειολογίας σε εμφανή σημεία του σχολείου.

στ. Τον ηλεκτρονικό εκφοβισμό (cyberbullying): o δράστης χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά μέσα, παραδείγματος χάριν συντάσσει και προωθεί μηνύματα σε κινητά τηλέφωνα ή e-mails. Αυτή η σύγχρονη μορφή εκφοβισμού έχει παρατηρηθεί κατά κόρον στην Αγγλία, τον Καναδά και τις Η.Π.Α. (Smith, 2006) και εκδηλώνει επεκτατικές τάσεις προς τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Καπατζιά & Συγκολλίτου,2009). Βέβαια ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός λαμβάνει χώρα κυρίως εκτός σχολείου· μπορεί όμως να υλοποιηθεί και κατά τη διάρκεια των σχολικών μαθημάτων που περιλαμβάνουν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή.

ζ. Το σεξουαλικό εκφοβισμό (sexual bullying): ο δράστης προξενεί ένα αίσθημα αμηχανίας και ντροπής στο θύμα με αισχρά σκίτσα, ανήθικες χειρονομίες, αγενή «αστεία» και σχόλια σεξουαλικού περιεχομένου εις βάρος του θύματος και ερωτήσεις παρόμοιας θεματικής. Επιπλέον μπορεί να αγγίζει το θύμα σε διάφορα σημεία παρά τη θέλησή του, περίπτωση στην οποία διακρίνεται από τη σεξουαλική παρενόχληση με ποσοτικά κριτήρια.

η. Το ρατσιστικό εκφοβισμό (racial bullying): πρόκειται για μια ειδική περίπτωση εκφοβισμού, που εκφράζεται σωματικά, κοινωνικά ή ψυχολογικά, και αποσκοπεί να στιγματίσει τη διαφορετικότητα του στόχου ως προς τη φυλή. Από τη δεκαετία του ’90, με την επιτάχυνση του κύματος μετανάστευσης προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο επακόλουθος ρατσισμός διαχέεται και στο σχολικό περιβάλλον και διαβρώνει τις σχέσεις των αυτοχθόνων με τους μαθητές από τις διάφορες εθνικές μειονότητες, τους οποίους ήδη βαραίνουν εμπειρίες ματαίωσης και αποστέρησης (Smith, 2003). Επίσης ο ρατσιστικός εκφοβισμός μπορεί να αφορμάται από τη διαφορετικότητα του στόχου ως προς την κοινωνική τάξη και την οικονομική κατάσταση, την προφορά ή απλώς από το ότι ο στόχος είναι καινούριος/-α στη
γειτονιά και το σχολείο.

Επιπλέον, αφού ο σχολικός εκφοβισμός υπάγεται στην ευρύτερη έννοια «επιθετική συμπεριφορά», ακολουθεί τις κατηγοριοποιήσεις της σε συντελεστική (proactive or instrumental) και αντιδραστική (reactive) επιθετική συμπεριφορά.

«Συντελεστική» καλείται η επιθετική συμπεριφορά που συντελεί στην υλοποίηση κάποιου επιθυμητού αποτελέσματος, στην επίτευξη, για παράδειγμα, κάποιου υλικού οφέλους ή την κατοχύρωση ισχύος. Ενώ η αντιδραστική επιθετική συμπεριφορά στρέφεται κατά συγκεκριμένου θύματος ως επακόλουθο κάποιου συγκεκριμένου γεγονότος που θύμωσε ή δυσαρέστησε το θύτη. Στις περισσότερες περιπτώσεις σχολικού εκφοβισμού πρόκειται για συντελεστική επιθετική συμπεριφορά, καθώς ο δράστης μεταχειρίζεται βία ως μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού του χωρίς να έχει προκληθεί από προηγούμενο συγκεκριμένο γεγονός σχετικό με το θύμα· σε αυτό οφείλεται και η παρατετεμένη χρονική διάρκεια του εκφοβισμού (Espelage
&Swearer, 2003).

Πηγή από:
Το φαινόμενο του Σχολικού Εκφοβισμού
Διπλωματική εργασία της Τσικρικά Όλγας
εποπτεύουσα καθηγήτρια: Χ. Αθανασιάδoυ
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
2009