Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Ο ρόλος της τηλεόρασης





Η κατανόηση του ρόλου της τηλεόρασης στη σύγχρονη κοινωνία είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα περίπλοκη και γι΄ αυτό είναι δύσκολο να δοθούν σαφείς απαντήσεις. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που ένα μέσο υπερτερεί έναντι των άλλων στην ιστορία της μαζικής επικοινωνίας, διότι η παρουσία του δημιουργεί έντονα αντικρουόμενες απόψεις γύρω από τη φύση του, το σκοπό και τις επιδράσεις του στο κοινωνικό σύνολο1. Πάντως, αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί ότι η τηλεόραση αρέσει στους ανθρώπους και η παρακολούθησή της τους προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα. Σύμφωνα με τη Μυρτώ Ρήγου «η τηλεόραση αρέσει διότι είναι ζωή και η ζωή είναι ψευδαίσθηση με όλο το αρνητικό και το θετικό φορτίο αυτής της λέξης, τόσο από την κριτική ματιά όσο και από τη ματιά που γοητεύει»2.

Η τηλεόραση είναι γνωστή για την επιμορφωτική, ενημερωτική, παιδαγωγική και ψυχαγωγική λειτουργία που επιτελεί. Εκτός όμως από αυτές, επιτελεί και μια κοινωνική λειτουργία αφού καθημερινή πρακτική των περισσότερων ανθρώπων αποτελεί η συζήτηση γι’ αυτή ή για θέματα που προβάλλει. Αποτελεί δηλαδή, κοινό σημείο αναφοράς και σημείο σύγκλισης, καθώς παρέχει τη μεγαλύτερη από ποτέ ταυτόχρονη παραλαβή του ίδιου μηνύματος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ως μέσο, λοιπόν, που τείνει να συμπεριλαμβάνει πολλές πτυχές της κοινωνίας, και αυτό γιατί έχει τη δυνατότητα να «ξετυλίγεται» σε όλη τη διάρκεια του 24ωρου, δεν είναι δυνατόν να μην προκαλεί από τη φύση της διχογνωμίες σχετικά με το περιεχόμενο που προβάλλει, αφού τις περισσότερες φορές τα προγράμματά της βρίσκονται στο στόχαστρο των επικριτών. Όπως έχει επισημάνει η Μυρτώ Ρήγου «η άλλη ματιά στην τηλεόραση, η αλλήθωρη θολή ματιά, η δική μας ματιά είναι η ίδια ματιά, δηλαδή η ματιά της δικής μας ζωής»3. Ωστόσο, μέρος των επικρίσεων που δέχεται καθημερινά δεν έχει να κάνει τόσο με το περιεχόμενό της αυτό καθ’ εαυτό, όσο με τα προβλήματα που ενυπάρχουν στο σύστημα που «διακοινωνεί» κάτι ταυτόχρονα και σε όλες τις κατηγορίες και τους τύπους των ανθρώπων4. Όμως, παρόλα αυτά, ακόμηκαι όσοι κατηγορούν αυτό το μέσο συνεχίζουν να το βλέπουν. Μάλιστα, αξιοσημείωτο και συνάμα ανησυχητικό, ως προς την επιρροή της τηλεόρασης, είναι το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι δίνουν τόση σημασία σε αυτά που προβάλλει που θεωρούν, από τη μια, ένα συμβάν «ανύπαρκτο» ως προς την κοινωνική του έννοια, σε περίπτωση που δεν μεταδοθεί από την τηλεόραση, και από την άλλη θεωρούν ότι ό,τι ειπωθεί σε αυτή ισχύει, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα την εξής φράση: «αφού το είπε η τηλεόραση, είναι σωστό».

Η γλώσσα ή η ρητορική της τηλεόρασης υποβοηθά στη δημιουργία και την επιβεβαίωση των ιδεολογικών στερεοτύπων και κατηγοριοποιήσεων. Η καθημερινή αφομοίωση του τηλεοπτικού περιεχομένου μακροπρόθεσμα ενδυναμώνει και επεκτείνει την κυρίαρχη ιδεολογία και τις πολιτιστικές προκαταλήψεις που εμπεριέχονται στο τηλεοπτικό περιεχόμενο5. Ωστόσο, η τηλεόραση δεν επηρεάζει μακροπρόθεσμα μόνο τα άτομα αλλά και τον ίδιο τον πολιτισμό, το πεδίο της γνώσης, τους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας, διότι προσφέρει πληθώρα εικόνων, ιδεών και εκτιμήσεων, βάσει των οποίων τα μέλη του κοινού μπορούν να επιλέξουν και να διαμορφώσουν τις δικές τους στάσεις.

Η δύναμη της τηλεόρασης –όπως επισημαίνεται από τον Todd Gitlin- έγκειται στο ότι τα τηλεοπτικά προγράμματα ενέχουν μια ηγεμονική ιδεολογία, η οποία ανακυκλώνεται με διαφορετικούς τρόπους στη συνολική τηλεοπτική ροή6. Μπορεί στις μέρες μας να υπάρχει ένα πολυκαναλικό τηλεοπτικό περιβάλλον με την ταυτόχρονη λειτουργία ενός πλήθους πολυσυλλεκτικών και θεματικών καναλιών, παρέχοντας τη δυνατότητα της επιλογής στους τηλεθεατές, ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η λογική προγράμματος που επιβάλλεται από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των καναλιών7. Οι μεγάλοι ιδιωτικοί επικοινωνιακοί οργανισμοί τείνουν προς τη σταθερότητα και προσβλέπουν στη δυνατότητα πρόβλεψης των προγραμμάτων εκείνων που θα τους αποφέρουν κέρδη, δηλαδή όσο το δυνατόν περισσότερες διαφημίσεις. Αυτό οφείλεται στη διαχειριστική λογική των καναλιών -τα οποία αν μη τι άλλο δεν παύουν να είναι επιχειρήσεις- που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τυποποιημένων μορφών τηλεοπτικού περιεχομένου8. Αποτέλεσμα αυτού είναι η τηλεοπτική ομοιομορφία. Αυτό συμβαίνει διότι όταν σε ένα τηλεοπτικό πεδίο επικρατούν συνθήκες έντονου ανταγωνισμού και οι σταθμοί ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξασφάλιση εσόδων από την ίδια πηγή, τα διαφημιστικά μηνύματα, τότε δεν είναι εύκολο για ένα κανάλι να ρισκάρει και να πάρει τολμηρές και ρηξικέλευθες αποφάσεις όσον αφορά στο περιεχόμενό του9.

Βασικός στόχος των τηλεοπτικών μέσων είναι η μόνιμη προσέλκυση του κοινού, προβαίνοντας συνήθως σε αλλαγές όχι ριζοσπαστικές αλλά περισσότερο επιφανειακές, διότι η πολλαπλότητα του τηλεοπτικού περιεχομένου εγκυμονεί επιχειρηματικούς κινδύνους. Για παράδειγμα, στα ψυχαγωγικά προγράμματα προβάλλονται -ως επί το πλείστον- παρόμοιες ιδέες, παρόμοια πλοκή σεναρίου με τα ίδια επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τα οποία αναπροσαρμόζονται σε νέες μορφές, καθιστώντας τις «παλιές συνταγές» πιο ελκυστικές στο κοινό. Αλλάζει, δηλαδή, λίγο το «περιτύλιγμα» του δοκιμασμένου προϊόντος χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά το περιεχόμενο για χάρη της λογικής της μη διακινδύνευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαχειριστικής λογικής, στα πλαίσια μάλιστα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, είναι –μεταξύ άλλων- τηλεοπτικά προϊόντα όπως το ριάλιτι «Big Brother», τα τηλεπαιχνίδια «Deal» και «Ποιός θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;» και σίριαλ-τηλενουβέλλες όπως η «Μαρία η άσχημη». Τα ψυχαγωγικά αυτά προγράμματα έκαναν διεθνή καριέρα φορώντας, σε κάθε χώρα, τα εθνικά της χρώματα. Το κάθε κανάλι, δηλαδή, που ενδιαφέρθηκε για αυτά δεν αγόρασε ένα έτοιμο προϊόν αλλά ένα «concept», μια ιδέα-οδηγό, του οποίου οι κανόνες προσαρμογής ήταν άλλοτε πολύ αυστηροί και άλλοτε πιο ευέλικτοι. Έτσι, λοιπόν, μια δοκιμασμένη συνταγή «εξάγεται» σε μια άλλη χώρα και προβάλλεται αναπροσαρμοσμένη –χωρίς, βέβαια, να τυγχάνει πάντα της ίδιας αποδοχής αφού οι απαιτήσεις του κοινού διαφοροποιούνται.

Η τηλεόραση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαφήμιση αφού η δεύτερη αποτελεί το στυλοβάτη της πρώτης και η πρώτη αναδεικνύεται –λόγω της αμεσότητας της- το κατάλληλο μέσο προβολής της δεύτερης, ένα δηλαδή κατεξοχήν διαφημιστικό μέσο. Μάλιστα, η διάκριση ανάμεσα στη διαφήμιση και το τηλεοπτικό πρόγραμμα φαντάζει πια ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα στο σύγχρονο τηλεοπτικό τοπίο. Όλα τα τηλεοπτικά ψυχαγωγικά προγράμματα χρησιμοποιούνται ως πρότυπα συγκεκριμένων τρόπων ζωής, όπως επίσης και οι διαφημίσεις. Η τηλεόραση και η διαφήμιση έχουν αναπτύξει μια σχέση που προωθεί την κοινωνική και ψυχολογική κατασκευή των αναγκών και την υλική επιδειξιμανία της καταναλωτικής κοινωνίας10. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που η εμπορευματοποίηση των Μ.Μ.Ε έχει συμβάλει στο να ταυτίζεται η έννοια του πολίτη με αυτή του καταναλωτή, μια άποψη δηλαδή που κυριαρχεί στη μαζική κουλτούρα. Άλλωστε, η τηλεόραση στο σύνολό της αποτελεί μια διαφήμιση του υπάρχοντος συστήματος, όπως υπογραμμίζει ο Robert Dunn11. Αυτό σημαίνει ότι όπως οι διαφημίσεις προσπαθούν να πουλήσουν προϊόντα και ταυτόχρονα να νομιμοποιήσουν ένα τρόπο ζωής, έτσι και τα ψυχαγωγικά προγράμματα διαφημίζουν έναν τρόπο ζωής που καθιστά δυνατή ή ακόμα και αναγκαία την αγορά προϊόντων. Ακόμη δηλαδή και η καταναλωτική ηθική έχει υποστεί αλλαγές στη εποχή της τηλεοπτικής κυριαρχίας.

Η ψυχαγωγία χρησιμοποιείται ως «πυξίδα» για την αναπαράσταση κάθε μορφής της πραγματικότητας από την εμπορική τηλεόραση, σύμφωνα με τους Neil Postman και George Comstock12. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει μόνο στην εμπορική τηλεόραση αλλά στην τηλεόραση γενικότερα, καθώς αποτελεί πρωτίστως ένα μέσο ψυχαγωγίας. Μπορεί η τηλεόραση να κρατά το κοινό σε επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, όμως, επιδιώκει να το κάνει αυτό με ένα απαράλλακτο «χαμογελαστό» πρόσωπο, δηλαδή παρουσιάζοντας οτιδήποτε με ένα ψυχαγωγικό τρόπο. Ακόμη και οι ειδήσεις, τα ντοκιμαντέρ, οι εκπομπές λόγου έχουν μια εμφανή ψυχαγωγική διάσταση. Η ψυχαγωγία αποτελεί το ιδεολογικό πρότυπο του τηλεοπτικού λόγου και γι΄ αυτό οτιδήποτε προβάλλεται από την τηλεόραση έχει ως στόχο να ψυχαγωγήσει και να ευχαριστήσει τους τηλεθεατές13. Έτσι, λοιπόν, ως ένα αμιγώς μαζικό και οπτικοακουστικό μέσο, πρέπει να παράγει εικόνες –ως επί το πλείστον ελκυστικές και ερεθιστικές- ενώ παράλληλα το περιεχόμενό του θα έχει χαμηλό βαθμό αμφισημίας ώστε να είναι κατανοητό και προσιτό στην πλειονότητα των τηλεθεατών. Απόρροια τούτου είναι ότι και αυτοί που εμφανίζονται στην οθόνη οφείλουν να έχουν συγκεκριμένη ποιότητα εμφάνισης και ήχου. Επειδή η διαφήμιση είναι αυτή που χρηματοδοτεί την τηλεόραση και κύριο μέλημα των διαφημιστών είναι τα ποσοστά τηλεθέασης, τα τηλεοπτικά δίκτυα επιδίωκαν να προβάλλουν το επονομαζόμενο «star system» ώστε να προσελκύουν -μέσω των λαμπερών προσωπικοτήτων- ένα μεγάλο μέρος του κοινού14.

Βιβλιογραφία
 1 Cumberbach, G. and Howitt, D.A , Measure of Uncertainty: The effects of the Mass Media, London: John Libbey, 1989, σελ.1-12.
2 Ρήγου, M., Μπροστά στην τηλεόραση, Αθήνα: Πλέθρον, 1999, σελ. 133.
3 Ό.π., σελ. 132.
4 Παπαθανασόπουλος, Σ., Η δύναμη της τηλεόρασης, Αθήνα: Καστανιώτης, 1997, σελ.81.
 5 Ό.π., σελ.67.
6 Gitlin, T., Inside Prime Time, London: Routledge, 1994.
7 Παπαθανασόπουλος, ό.π., σελ.71-72.
8 Ό.π., σελ.72.
 9 Παπαθανασόπουλος, Σ., Απελευθερώνοντας την τηλεόραση, Αθήνα: Καστανιώτης, 1993, σελ. 216.
 10 Παπαθανασόπουλος, Η δύναμη της τηλεόρασης, ό.π., σελ.101.
11 Dunn, R., «Τηλεόραση, κατανάλωση και εμπορευματική μορφή» στο Κομνηνού Μ. και Λυριτζής Χ., Κοινωνία, εξουσία και μέσα μαζικής επικοινωνίας, Αθήνα: Παπαζήσης, 1989, σελ.327-359.
12 Comstock, G., The evolution of American Television, Beverly Hills: Sage, 1989, σελ.159-160, Postman, N. Amusing ourselves to death, New York: Penguin, 1985, σελ.92.
13 Παπαθανασόπουλος, Η δύναμη της τηλεόρασης, ό.π., σελ.259-260.
14 Ό.π., σελ.42.
Πηγή
Από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Με τίτλο
ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ ΣΤΑ Μ.Μ.Ε:
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΡΙΑΛΙΤΙ

Βάπτιση: έννοια και συμβολισμός






Η Βάπτιση είναι ένα από τα σημαντικότερα μυστήρια της Χριστιανικής Εκκλησίας που είναι γενικότερα γνωστή ως μια ιεροτελεστία μύησης. Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν ότι προήλθε από το βάπτισμα του Ιησού από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ένα γεγονός του οποίου η πρώτη καταγραφή βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη έχοντας πλούσια απεικόνιση στη Χριστιανική τέχνη. Αλλά το τελετουργικό πλύσιμο ή βύθιση στο νερό ήταν ήδη μια αρχαία και ευρέως διαδεδομένη πρακτική, πολύ πριν από εκείνη την εποχή, με ποικίλους συμβολισμούς. Για να κατανοήσουμε την πλήρη σημασία της χριστιανικής βάπτισης, είναι απαραίτητο πρώτα να εκτιμήσουμε τους πολλαπλούς συμβολικούς ρόλους του νερού στη θρησκεία.

Από τον S.G.F. Brandon

Ο Samuel George Frederick Brandon (1907-1971) ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Leeds. Από το 1951, ήταν Καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Χειροτονήθηκε το 1932 μετά από εκπαίδευση σε Αγγλικανική Mirfield, και στη συνέχεια έκανε επτά χρόνια ως ιερέας έως την εγγραφή του ως εφημέριος του στρατού στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτό ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα το 1951. Ο Brandon άρχισε τον προβληματισμό του σχετικά με την Καινή Διαθήκη με το βιβλίο του «Η Πτώση της Ιερουσαλήμ και της Χριστιανικής Εκκλησίας».

Μία από τις πιο διάσημες θεωρίες του, η οποία δημιούργησε συζητήσεις μεταξύ μελετητών, ήταν η προσπάθειά του να αποδείξει ότι ο Ιησούς ήταν ο πολιτικός ηγέτης της εβραϊκής επανάστατης με ισχυρή επιρροή του κινήματος Ζηλωτής. Αυτό, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο μιας και παρουσιάζει τον Ιησού ως πολιτικό ακτιβιστή.


Στους μύθους της δημιουργίας πολλών λαών το νερό είναι η ουσία από την οποία ο Κόσμος, ή ο Δημιουργός του Κόσμου, πρωταρχικά αναδύθηκε. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι φαντάζονταν ότι στην απαρχή, υπήρχε μόνο μια χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έκταση νερού, ονομαζόμενη Νουν. Από αυτήν πρωτοαναδύθηκε ο αρχέγονος λόφος, ακολουθούμενος από τον δημιουργό θεό Άτουμ, ο οποίος στάθηκε επάνω του για να αρχίσει το έργο της δημιουργίας του σύμπαντος. Στους Βαβυλωνιακούς μύθους βρίσκουμε πως, οι πρώτοι θεοί γεννιούνται από την επαφή των αλμυρών νερών - Τιαμάτ και των φρέσκων γλυφών νερών - Απσού. Στη συνέχεια, ο Βαβυλωνιακός θεός Μαρντούκ, τον οποίο οραματίζονταν σαν ένα μεγάλο τέρας, σκοτώνει τον Τιαμάτ και διαμορφώνει το σύμπαν από το σώμα του.

Σε αυτές τις αρχαίες παραδόσεις το νερό θεωρείτο ως η πηγή της Ζωής, μια πίστη η οποία έχει βρει έκφραση σε πολλές θρησκείες στην ιδέα ενός μυστικού «νερού της Ζωής» ή αλλιώς «πηγή της Ζωής».

Η καθαρτήρια ιδιότητα του νερού απέκτησε επίσης θρησκευτική σημασία ως ένα μέσο ή σύμβολο τελετουργικού και πνευματικού συμβολισμού: τοιουτοτρόπως στον Ψαλμό 51 γίνεται η παράκληση στον Θεό: «Πλύνε με εντελώς από την ανομία μου… αποκάθαρέ με με ύσσωπο και θα είμαι καθαρός, πλύνε με, και θα είμαι λευκότερος από το χιόνι». Παρόλα αυτά οι εξαγνιστικές ιδιότητες στη χρήση του νερού βρίσκονται ακόμη πιο πίσω στα παγανιστικά τυπικά.

Η Σωτηρία του Φαραώ

Δεν μας εκπλήσσει, συνεπώς ότι, στα πρώτα πασίγνωστα θρησκευτικά κείμενα τα Κείμενα της Πυραμίδας της Αιγύπτου, τα οποία χρονολογούνται περίπου από το 2500 ΠΚΕ, το νερό παίζει αναζωογονητικό και εξαγνιστικό ρόλο. Αυτά τα κείμενα ασχολούνται με τη νεκρική τελετή που τελείτο για να εξασφαλιστεί η ανάσταση του νεκρού Φαραώ σε μια ευλογημένη και αιώνια ζωή, απεικονίζοντας τις ιδέες και πίστεις των Αιγυπτίων εκείνης της εποχής. Αρκετά από αυτά αναφέρονται σε μια λίμνη που βρίσκεται στον άλλο κόσμο στην οποία ο ηλιακός θεός Ρα αναζωογονείται κάθε πρωί, και που μέσα της ο νεκρός βασιλιάς, κάνοντας το λουτρό του, θα αναγεννηθεί. Τα κείμενα επίσης δείχνουν ότι οι τελετουργικές καθάρσεις ήταν συχνές κατά τη διάρκεια του τυπικού της ταρίχευσης^ και ένας από τους σκοπούς τους ήταν και να εξαγνίσουν το σώμα από τη μόλυνση του θανάτου και να το αναζωογονήσουν. Το τυπικό ήταν φτιαγμένο σύμφωνα με τις ιεροτελεστίες που πίστευαν ότι είχαν εκτελεστεί από διάφορες θεότητες για την ανάσταση του νεκρού θεού Όσιρι. Ο νεκρός Φαραώ τελετουργικά ταυτιζόταν με τον Όσιρι και πίστευαν πως με την επανάληψη και αναπαράσταση αυτών των τυπικών θα τον ανέσταιναν σε μια νέα ζωή.

Τα αρχαία Αιγυπτιακά στοιχεία είναι ιδιαίτερα σημαντικά επειδή παρουσιάζουν τόσο γραφικά τις δύο όψεις του νερού συνδυασμένες σε μία μόνο σωτήρια τελετουργική διαδικασία. Το νερό αποκαθάρει το σώμα του θανόντα από την αλλοίωση του θανάτου και επίσης το αναζωογονεί ή το αναγεννά ετοιμάζοντάς το για μια ζωή αιώνιας ευλογίας. Αυτή η διπλή διαδικασία για την επίτευξη μιας ευλογημένης αθανασίας δεν συναντάται ξανά μέχρι την ανάδυση του Χριστιανισμού. Η τελετουργική πλύση ως μυητική ιεροτελεστία ή πνευματική αναγέννηση ασκήθηκε στις μυστηριακές θρησκείες του Ελληνορωμαϊκού κόσμου, και υπάρχουν ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με το Χριστιανικό βάπτισμα.

Πλένοντας το χοίρο

Ως εξαγνιστικό τυπικό, το λουτρό στη θάλασσα ήταν από μόνο του ένα σημαντικό κομμάτι της μυητικής ιεροτελεστίας των Ελευσινίων Μυστηρίων, της παλαιότερης μυστηριακής λατρείας στην αρχαία Ελλάδα. Τη δεύτερη ημέρα των Μεγάλων Μυστηρίων οι μυούμενοι έτρεχαν στη θάλασσα μεταφέροντας ο καθένας ένα γουρουνάκι. Το έπλεναν καθώς και τους εαυτούς τους μέσα στη θάλασσα ως μια πράξη τελετουργικού καθαρμού. Στη συνέχεια θυσιάζονται οι χοίροι και το αίμα τους θεωρείται ένας εν δυνάμει εξαγνιστικός παράγοντας εναντίον του δαιμονικού κακού.

Στα μυστήρια της Κυβέλης και του Άττι συναντάμε την αγριότερη μορφή ενός αναζωογονητικού λουτρού. Το τυπικό ήταν γνωστό ως Ταυροβόλιο. Ο μυούμενος κατέβαινε μέσα σε ένα λάκκο κάνοντας λουτρό στο αίμα ενός ταύρου που θυσιαζόταν ακριβώς από πάνω του. Υπάρχει αντίστοιχη αναφορά επίσης ενός κριοβόλιου, που περιελάμβανε τη σφαγή ενός κριού. Τα πρώτα τεκμηριωμένα στοιχεία της ιεροτελεστίας χρονολογούνται από το 2ο αιώνα.

Η ιεροτελεστία του ταύρου εφαρμοζόταν κάποιες φορές σαν θυσία για ευημερία αλλά, η αναγεννητική της λειτουργία αποτυπώθηκε σε ορισμένες επιγραφές με τις λέξεις γεννημένος ξανά ή μυητικά αναγεννημένος καθώς και σαν γενέθλια ημέρα του μυούμενου. Μερικές από τις ιδέες που αποτελούν τη βάση αυτής της ιεροτελεστίας είναι προφανείς: ο ταύρος πάντα συμβόλιζε δύναμη και ρωμαλεότητα και το αίμα του ήταν η ουσία της ζωής του. Αλλά με τι τρόπο ο ταύρος σχετιζόταν με τον Άττι, έναν «νεκρό-αναστημένο θεό», και με ποια έννοια ο μυούμενος αναγεννάτο ή ξανάνιωνε από το ταυροβόλιο δεν είναι σαφές.

Η τελετουργική πλύση για ποικίλους σκοπούς ήταν ένα αρχαίο έθιμο μεταξύ των Εβραίων, αφού για παράδειγμα θεραπεύονταν από τη λέπρα. Αναφέρεται ότι ο Ιησούς είχε θεραπεύσει έναν τυφλό στέλνοντάς τον να πλυθεί σε μια λίμνη, αφού πρώτα άλειψε τα μάτια του με λάσπη (Ιωαν. κεφ. 9). Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν την βαθιά πίστη στη δύναμη του τελετουργικού πλυσίματος ώστε με αυτόν τον τελετουργικό τρόπο να απομακρυνθεί κάθε «βρωμιά» μέσα από τη θεραπευτική ιδιότητα του νερού. Πρόδρομος της πρώτης Χριστιανικής βάπτισης ήταν το τελετουργικό μπάνιο το οποίο έπρεπε να κάνουν οι νεοφώτιστοι στον Ιουδαϊσμό. Αυτή η ιεροτελεστία ήταν ουσιαστικά ένας εξαγνισμός από την ειδωλολατρία, ως προετοιμασία για να γίνουν μέλη του ιερού λαού του Γιαχβέ, του Θεού του Ισραήλ. Για αυτή την εισδοχή ήταν βασική απαίτηση η πλήρης βύθιση του υποψηφίου στα ύδατα.

Το Βάπτισμα του Ιησού

Η ανακάλυψη των Περγαμηνών της Νεκράς Θάλασσας στις ανασκαφές του Κουμράν έδωσε πολλά στοιχεία για τη φύση του βαπτίσματος του Ιησού. Οι Κουμράν της Διαθήκης, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους σαν μια ιερή κοινότητα μέσα στο Ισραήλ, θα δέχονταν ένα νέο μέλος μετά από δημόσια μετάνοια και βάπτιση. Ένα απόσπασμα από την περγαμηνή γνωστή ως το Εγχειρίδιο της Πειθαρχίας λέει «ότι η σάρκα του θα καθαρθεί από το κατάβρεγμα του νερού για όποια ακαθαρσία και θα ακολουθήσει η καθαγίασή του με εξαγνιστικό νερό». Μεγάλες και βαθιές δεξαμενές βρέθηκαν στο Κουμράν υποδεικνύοντας πως η βάπτιση γινόταν με καθολική βύθιση.

Προτού εξετάσουμε τις Χριστιανικές αναφορές του τύπου βαπτίσματος που ασκήθηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, είναι χρήσιμο να κοιτάξουμε την αναφορά στις Εβραϊκές Αρχαιότητες του Ιώσηπου, του εβραίου ιστορικού που έζησε τον 1ο αιώνα. Αυτή η αναφορά υπό το φως των στοιχείων του Κουμράν είναι σημαντική, καθώς η δράση του Ιωάννη του Βαπτιστή είναι σχετικά κοντινή.

«Ο Ιωάννης, ως ευσεβής άνθρωπος, προέτρεπε τους ενάρετους και δίκαιους Ιουδαίους που έδειχναν ευλάβεια προς τον Θεό να προσέλθουν για βάπτιση. Πίστευε πως, και με τον εξαγνισμό του σώματος θα ήταν αποδεκτή η Καθαγίαση του Βαπτίσματος, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η κάθαρση για μια ψυχή που έχει ήδη καθαρθεί από την ενάρετη συμπεριφορά της.»

Σε αυτό το φόντο των σύγχρονων εβραϊκών τελετουργικών πλύσεων, όπου τονίζετε η εξαγνιστική δράση του νερού, πρέπει να κατανοηθεί η πρώτη μορφή του Χριστιανικού βαπτίσματος, ιδιαίτερα εκείνης του Ιησού από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Αυτό είναι γνωστό από την πρωταρχική αναφορά στα Ευαγγέλια (Μαρκ. κεφ. 1). Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής εμφανίστηκε στην ερημιά κηρύσσοντας βάπτισμα μετάνοιας για τη συγχώρεση των αμαρτιών. Τον προσέγγισε όλη η ύπαιθρος της Ιουδαίας και όλος ο λαός της Ιερουσαλήμ και βαπτίζονταν από αυτόν στον ποταμό Ιορδάνη, ομολογώντας τις αμαρτίες τους… Εκείνες τις ημέρες ήταν που και ο Ιησούς ήρθε από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και βαπτίστηκε από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό.

Οι μαθητές του Ιησού, υπό την καθοδήγησή του, βάπτιζαν δημόσια τους νεοφώτιστους, αν και υπάρχει κάποια ασάφεια ως προς το εάν ο ίδιος ο Ιησούς πραγματικά βαπτίστηκε, γιατί σαν πρώτη παράδοση τον έχουμε να δίνει εντολή στους μαθητές του: «Πηγαίνετε, συνεπώς, και κάνετε μαθητές από όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. Κεφ. 28). Αυτή η εντολή όπου το βάπτισμα θα έπρεπε να είναι «στο όνομα» των τριών Θείων Προσώπων, τα οποία στο μεταγενέστερο Χριστιανικό δόγμα συνθέτουν την Τριάδα, υποδεικνύει μια μεταγενέστερη ανάπτυξη του αυθεντικού τύπου. Έτσι η χρήση του Τριαδικού τύπου εγκαθιδρύθηκε σύντομα ως ορθόδοξο δόγμα, και συνεχίζει να θεωρείται έως σήμερα ουσιαστική προϋπόθεση για ένα έγκυρο βάπτισμα.

Αυτή η αρχική μορφή του Χριστιανικού βαπτίσματος, και η σύνδεσή της με τις σύγχρονες μορφές της Εβραϊκής βάπτισης, δείχνουν ότι το βάπτισμα κατ΄αρχάς ήταν ουσιαστικά μια εξαγνιστική ιεροτελεστία, η οποία ήταν στενά συνδεδεμένη με τη μετάνοια των αμαρτιών. Ήταν ουσιαστική προϋπόθεση για την εισδοχή κάποιου ως μέλος της Χριστιανικής κοινότητας. Ενώ ήταν στενά συνδεδεμένη με την αναγνώριση του Ιησού ως τον Μεσσία του Ισραήλ, ο οποίος θα επέστρεφε σύντομα με υπερφυσική δύναμη για να εγκαθιδρύσει τη βασιλεία του Θεού. Δεν υπάρχει καμία αναφορά ότι η ιεροτελεστία οδηγούσε σε κάποιο είδος πνευματικής μεταμόρφωσης του βαπτιζομένου προσώπου, κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «αναγέννηση» ή «ανάπλαση».

Τελετουργικός Θάνατος και Αναγέννηση

Ο Απ. Παύλος ήταν υπεύθυνος για τη μεταμόρφωση αυτής της αρχικής μορφής του βαπτίσματος μέσα στη μυσταγωγική τελετή αναγέννησης στους κόλπους της Χριστιανικής Εκκλησίας. Αυτή η αλλαγή πρωτοεκφράζεται στο 6ο κεφάλαιο της επιστολής του Απ. Παύλου προς Ρωμαίους, η οποία γράφτηκε περίπου το 56 ή το 57. Το εν λόγω κείμενο χρειάζεται ίσως παραπομπές και σχόλια για να αποκαλύψει την πλήρη του σημασία.

«Γνωρίζετε ότι όλοι όσοι έχουμε βαπτισθεί εντός του Ιησού Χριστού, βαπτιστήκαμε μέσα στο θάνατό του; Θαφτήκαμε συνεπώς μαζί του μέσα στο θάνατο, έτσι ώστε όπως ο Χριστός εγέρθη εκ νεκρών από τη δόξα του Πατρός, ομοίως μπορούμε κι εμείς να βαδίσουμε στη νέα ζωή. Γιατί εάν έχουμε ενωθεί μαζί του σε ένα θάνατο σαν αυτόν, σίγουρα θα ενωθούμε μαζί του σε μιαν ανάσταση σαν τη δική του. Γνωρίζουμε ότι ο παλαιός μας εαυτός σταυρώθηκε μαζί του, έτσι ώστε το αμαρτωλό σώμα να καταστραφεί ώστε να μην είμαστε πλέον σκλαβωμένοι στην αμαρτία. Γιατί αυτός ο οποίος έχει πεθάνει είναι ελεύθερος από αμαρτήματα. Αλλά καθώς έχουμε πεθάνει μαζί με τον Χριστό, πιστεύουμε ότι επίσης θα ζήσουμε μαζί του. Γιατί γνωρίζουμε ότι ο Χριστός έχοντας εγερθεί εκ νεκρών δε θα πεθάνει ποτέ ξανά. Ο θάνατος δεν έχει εξουσία πάνω του. Το θάνατο που πέθανε, πέθανε προς την αμαρτία, άπαξ δια παντός, αλλά τη ζωή που ζει αυτός τη ζει προς τον Θεό. Έτσι πρέπει εσείς επίσης να θεωρείτε τον εαυτό σας νεκρό προς την αμαρτία και ζώντα προς τον Θεό μέσα στον Ιησού Χριστό.»

Αυτό το κείμενο που είναι γεμάτο από εσωτερικές εικόνες, αντιμετωπίζει το βάπτισμα με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο από εκείνον των πρώτων τελετουργικών καθαρμών, το οποίο μυούσε τον νεοφώτιστο στη Χριστιανική κοινότητα. Ο Απ. Παύλος παρουσιάζει την ιεροτελεστία ως τελετουργικό που σχετίζεται με τον θάνατο και την αναγέννηση, η οποία προσομοιάζει τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού.

Υπάρχει ένας παραλληλισμός εικόνων μεταξύ της ταφής του Χριστού μέσα στον τάφο και της βύθισης-ταφής του νεοφώτιστου κάτω από το νερό του βαπτίσματος. Με άλλα λόγια, στο θάνατο-βύθιση, πεθαίνει ο προηγούμενος εαυτός, έτσι ώστε όπως ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θα εγερθεί σε μια νέα αθάνατη ζωή, με τρόπο τελετουργικό, ενσωματωμένος μέσα στο Χριστό.

Αυτό το δόγμα του Παύλου για το βάπτισμα θυμίζει, με εντυπωσιακό τρόπο, την ταύτιση του νεκρού με τον Όσιρι στην αρχαία Αιγυπτιακή νεκρική λατρεία. Όπως η Αιγυπτιακή ιεροτελεστία έτσι και το βάπτισμα για τον Παύλο επιφέρει αναγέννηση ή μεταμόρφωση σε μία νέα εξυψωμένη κατάσταση ύπαρξης. Η άποψη του Παύλου είχε δυναμική επιρροή και βρήκε απόλυτη έκφραση στην ιεροτελεστία του βαπτίσματος της Πρώτης Εκκλησίας. Κατασκευάστηκαν ειδικές κολυμπήθρες ή βαπτιστήρια για να επιτρέπουν ολική βύθιση. Οι υποψήφιοι έβγαζαν τα ρούχα τους και κατέρχονταν μέσα στο νερό συμβολίζοντας τελετουργικά έναν θάνατο, προς τους παλαιούς εαυτούς τους. Στην ανάδυση από το νερό του βαπτίσματος ντύνονταν με λευκές εσθήτες, έπαιρναν νέο όνομα και τους δινόταν μυστηριακή τροφή, ένα μίγμα από γάλα και μέλι, ανακηρύσσοντας έτσι την αναγέννησή τους μέσω του βαπτίσματος προς μια νέα εν Χριστώ ζωή.

Το Βάπτισμα των Βρεφών

Στην πρώτη περίοδο της Εκκλησίας, οι περισσότεροι υποψήφιοι για βάπτιση ήταν ενήλικες, γιατί οι νεοφώτιστοι, ανέβαλλαν το βάπτισμα μέχρι τον καιρό του θανάτου τους, με την πίστη ότι θα πέθαιναν εξαγνισμένοι από την αμαρτία και πνευματικά αναγεννημένοι. Αλλά καθώς περνούσε ο καιρός, το έθιμο να βαπτίζονται τα βρέφη βαθμιαία υπερίσχυσε. ‘Ηταν απόλυτα φυσικό πως οι Χριστιανοί γονείς ήθελαν τα παιδιά τους να ευλογηθούν με τα πνευματικά οφέλη του βαπτίσματος, παρόλο που αυτή η πρακτική επισκιάστηκε ολοκληρωτικά από το δόγμα του Πρωταρχικού Αμαρτήματος.

Σύμφωνα με αυτό το δόγμα, ένα νεογέννητο παιδί, αν και ανίκανο να αμαρτήσει πραγματικά, θεωρείτο ότι υπόκειται στην οργή του Θεού επειδή μοιραζόταν το κληρονομημένο αμάρτημα της ανθρωπότητας. Ένα βρέφος το οποίο πέθαινε αβάπτιστο ήταν καταδικασμένο στην κόλαση, ή στον Προθάλαμο της Κολάσεως, ένα ειδικό διαμέρισμα της κόλασης.

Το βάπτισμα αρχικά γινόταν σε ανοιχτούς φυσικούς χώρους με τρεχούμενο νερό όπως οι λίμνες και τα ποτάμια ή άλλους ειδικούς χώρους, τα λεγόμενα βαπτιστήρια. Με το πέρασμα του χρόνου και την εφαρμογή του βαπτίσματος των βρεφών οδηγήθηκαν στην εισαγωγή μιας μικρότερης ανυψωμένης κολυμπήθρας καθώς η τελετή πραγματοποιείτο στους ναούς.

Διαπιστώνουμε, επίσης, και τον αποχωρισμό του βαπτίσματος από το χρίσμα, το οποίο ήταν αρχικά τμήμα της τελετής της βάπτισης στην Πρώτη Εκκλησία. Θεωρείτο ότι μεταδιδόταν στον βαπτιζόμενο το δώρο του Αγίου Πνεύματος μέσω της επίθεσης των χεριών του επισκόπου. Μια άλλη σημαντική εξέλιξη ήταν η πίστη, ότι η χάρη του βαπτίσματος μεταφερόταν ex opera operando δηλ. «από τη λειτουργία του έργου», από την αποτελεσματικότητα της δράσης του μυστηρίου που εκτυλισσόταν στο τυπικό. Δόθηκε έμφαση επάνω στη σωστή «μορφή» και «ύλη»: έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ο Τριαδικός τύπος, και το νερό να ρέει πάνω από τον υποψήφιο και όχι απλά να τον ραντίσουν.

Η Μεταρρύθμιση διατήρησε το τυπικό του βαπτίσματος ως την ουσιαστική ιεροτελεστία της Χριστιανικής μύησης για τους Προτεστάντες όπως επίσης και για τους Καθολικούς. Στην πραγματικότητα ορισμένες σχισματικές ομάδες, όπως οι Αναβαπτιστές και οι Βαπτιστές, έθεταν πρωταρχική έμφαση στη σημασία της και επέμεναν στην ενήλικη βάπτιση με βύθιση. Υποστήριζαν πως μόνον με αυτόν τον τρόπο το βάπτισμα θα εξέφραζε την ηθελημένη αποδοχή του Χριστού, η οποία ήταν αδύνατη για ένα βρέφος.

Σήμερα το βάπτισμα θεωρείται πως συμβολίζει περισσότερο την αποδοχή του να είναι κάποιος μέλος στη Χριστιανική κοινότητα, παρά την επίδραση του τυπικού σε μια μυστηριακή αναγέννηση, όπως δίδαξε ο Παύλος.

Για την Ορθόδοξη εκκλησία το βάπτισμα αποτελεί ένα από τα επτά μυστήριά της. Σύμφωνα μάλιστα με το υπόμνημα της Μεγάλης Παρασκευής το βάπτισμα όπως και η Θεία Ευχαριστία εξέρευσαν εκ της τρωθείσης πλευράς του Ιησού Χριστού. Η τριπλή κατάδυση συμβολίζει την τριήμερη ταφή και ανάσταση του Χριστού. Έτσι πέρα από μια τελετουργική υποδοχή των πιστών στο σώμα της εκκλησίας, πέρα από τη λήψη της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί συμμετοχή στο Θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Ο νεοφώτιστος με την βάπτιση αποθέτει τον «Παλαιόν άνθρωπον» και εξέρχεται από το μυστήριο αναγεννημένος «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στη Χριστιανική βάπτιση, συνηθίζεται να πιστεύεται ευρέως ότι, εάν ένα παιδί δεν κλάψει, η ιεροτελεστία έχει αποτύχει να εκδιώξει το Διάβολο από μέσα του.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κατέχει το πολυπλοκότερο τελετουργικό βάπτισης στη Δύση, περιλαμβάνει προκαταρκτικούς εξορκισμούς, τοποθέτηση αλατιού στο στόμα του υποψηφίου, άλειμμα με σάλιο και λάδι, και το κράτημα ενός κεριού.



Χριστιανική προσευχή

«Παντοδύναμε και αιώνιε Θεέ, Συ που με το μεγάλο σου έλεος τον Νώε έσωσες και την οικογένειά του μέσα στην Κιβωτό, να μη χαθεί στα ύδατα. Συ που με ασφάλεια οδήγησες τα παιδιά του Ισραήλ, τον λαό σου μέσα από την Ερυθρά Θάλασσα, αποκαλύπτοντας το ιερό σου Βάπτισμα. Συ που με το Βάπτισμα του πολυαγαπημένου σου Υιού Ιησού Χριστού, στον ποταμό Ιορδάνη, αληθινά καθαγίασες το Ύδωρ με το μυστηριακό ξέπλυμα της αμαρτίας. Σε ικετεύουμε για τα αιώνια σου ελέη, κοίταξε τούτο το παιδί σπλαχνικά και πλύνε το, καθαγίασέ το με το Άγιο Πνεύμα…»

Το Βιβλίο της Κοινής Προσευχής
Αζτέκικη προσευχή

Από την Αζτέκικη ιεροτελεστία πλύσης του νεογέννητου:

«Ευσπλαχνική Κυρία Τσαλτσιουχτλίκιου, ο υπηρέτης σου εδώ παρών έχει έρθει στον κόσμο… Πλύνε τον και απελευθέρωσέ τον από βρωμιές… Αποκάθαρέ τον από τη μόλυνση που έχει πάρει από τους γονείς του: άφησε το νερό να απομακρύνει στο έδαφος κάθε κηλίδα, και απελευθέρωσέ τον από κάθε μίασμα. Μακάρι να σε ευχαριστήσει, ω Θεά, ώστε η καρδιά και η ζωή του θα εξαγνιστούν, και ότι μπορεί να κατοικήσει σε αυτόν τον κόσμο εν ειρήνη και σοφία. Μακάρι αυτό το νερό να απομακρύνει όλες τις ασθένειες… πλύνε από αυτόν τα κακά τα οποία φέρει πριν την αρχή του κόσμου.»

Bernardino de Sahagun Historia de las Cosas de la Nueva Espana


Ενδεικτική Βιβλιογραφία

M. Black, Οι Περγαμηνές και οι Χριστιανικές Καταγωγές, Nelson, 1961
L. Duchesne, Χριστιανική Λατρεία (S.P. C.K., 1931)
J.D.C. Fisher, Χριστιανική Μύηση: Βάπτισμα στη Μεσαιωνική Δύση, S.P.C.K., 1965

Έργα του S.G.F. Brandon

• Η πτώση της Ιερουσαλήμ και της Χριστιανικής Εκκλησίας (1951)
• Χρόνος και Ανθρωπότητα: μια ιστορική και φιλοσοφική μελέτη της στάσης της ανθρωπότητας για τα φαινόμενα της αλλαγής (1954)
• Ο Άνθρωπος και το Πεπρωμένο του σε όλες τις Μεγάλες Θρησκείες: Μια ιστορική και συγκριτική μελέτη (1962)
• Θρύλοι Δημιουργία της Αρχαίας Εγγύς Ανατολής (1963)
• Ιστορία, ο Χρόνος, και Θεότητα (1965)
• Η Απόφαση των Νεκρών: Η ιδέα της μετά θάνατον ζωής στις μεγάλες θρησκείες (1967)
• Ο Ιησούς και οι Ζηλωτές: Μια μελέτη του πολιτικού παράγοντα στον πρωτόγονο Χριστιανισμό (1967)
• Η Δίκη του Ιησού από τη Ναζαρέτ (1968)
• Θρησκεία στην Αρχαία Ιστορία: Μελέτες σε ιδέες, άνδρες και Εκδηλώσεις (1969)
• Αρχαίες Αυτοκρατορίες (1970) 



Πηγή:
file:///D:/Documents%20and%20Settings/Lampros/%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%20%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82/modules.php.htm

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Χρήση και σαδομαζοχισμός







Είναι ο χρήστης ένας μαζοχιστής;.

Αυτό που θα λέγαμε καθαρά και ξεκάθαρα, είναι πως η σχέση με την Ηρωίνη, είναι μια σαδομαζοχιστική σχέση. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρεία, η εξαρτήση από την ηρωίνη, μοιάζει να ακινητοποιεί το σώμα μέσα σε μια θεραπεία πόνου που οδηγεί σε ένα ναρκισιστικό δίπλωμα του χρήστη στον εαυτό του. Με αυτό τον τρόπο ο χρήστης καθορίζει και ρυθμίζει ο ίδιος την κατεύθυνση της Λίμπιντο προσπαθώντας να εξουδετερώσει προσωρινά τον ψυχικό πόνο και τις τάσεις μελαγχολίας. Τον κάνει να νιώθει ανεξάρτητος, του δίνει την εντύπωση ότι δεν εξαρτάται από κανένα, αλλά Το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε εθιστικής διαδικασίας είναι ότι η προσπάθεια του ατόμου να αποκτήσει την εξουσία και τον έλεγχο του εαυτού του με την χρήση κάποιου εξωτερικού μέσου, καθιστά στο τέλος το άτομο ανίσχυρο και εξαρτημένο”.

Η χρήση είναι μια σχέση ηδονικής υποταγής, μια σεξουαλική πράξη παθητικότητας. Σε αυτή την πράξη ο χρήστης, όπως ο Φρόιντ είπε πάρα πάνω, είναιένας σαδιστής είναι πάντοτε ταυτόχρονα μαζοχιστής πράγμα που δεν εμποδίζει την υπερίσχυση της ενεργητικής η της παθητικής πλευράς της διαστροφής”....

.Ο χρήστης δεν είναι μόνο μαζοχιστής αλλά και σαδιστής απέναντι στον εαυτό. Σαδιστής και ο μαζοχιστής είναι το ίδιο πρόσωπο, απλά εναλλάσσονται οι ρόλοι- ενεργητικού η παθητικού. Εναλλάσσονται στάσεις, ταυτότητες, εαυτοί, στην διάρκεια της πράξης - λήψης της ναρκωτικής ουσίας. Εάν στην σεξουαλική συνεύρεση υπάρχει η εισχώρηση, η παραχώρηση, η αποδοχή, η προσφορά του σπέρματος, η ηδονή, ο οργασμός, στην πράξη – λήψης της ουσίας αναβιώνει όλο το σχήμα της σεξουαλικής συνεύρεσης, δηλαδή έχουμε την εισχώρηση, στην περίπτωση της ενδοφλέβιας χρήσης, την αποδοχή της, την εκσπερμάτιση της ουσία μέσα στην φλέβα και την ηδονή που μετά μπορεί να γίνει οργασμός. Έτσι ο χρήστης παίζει και τους δύο ρόλους, και του δότη, αλλά και του αποδέχτη της ηδονής. Και του ενεργού αλλά και του παθητικού μέλους της συνεύρεσης.

Αυτό του δίνει την αίσθηση της ελευθερίας και του ελέγχου της ηδονής. Αυτή η δυνατότητα του ελέγχου της ηδονής, αυτός ο ψυχαναγκαστικός αυνανιστικός οργασμός προσφέρει επίσης και την αίσθηση της αυτονομίας. Ο χρήστης κρατάει την ηδονή στα χέρια του. Είναι ο δότης αλλά και ο αποδέχτης αυτής της ηδονής, έτσι δεν έχει ανάγκη κανένα. Δεν εξαρτάται από κανένα, παρά μόνο από αυτή. Και αυτό τον κάνει «άλλον άνθρωπο» 
 
Τελικά, ο χρήστη είναι και τα δύο, σαδιστής και μαζοχιστής μαζί. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Αυτός είναι ο σατράπης του εαυτού του, που τον σέρνει στα κρατητήρια, με φλέβες ξεκοιλιασμένες, με ρουθούνια ματωμένα, μαραμένα χωρίς αισθητήρια, με δόντια που κουνιούνται και συκώτια που έκανε φωλίτσα η ηπατίτιδα. Αυτός είναι και ο μαζοχιστής που τρέμει από την απουσία του σατράπη του, της ηρωίνης η οποία μπορεί και φέρνει σε αρμονία αυτές της δύο ταυτότητες, τους δύο εαυτούς, όπως θα λέγαμε. Σε αυτή την προσπάθεια ο χρήστης είναι μόνος αποκομμένος από τον κόσμο. Είναι μόνος ακόμα και αν είναι μέσα σε ένα πλήθος. Ο χρήστης, όπως έχει πει, αυτό το κάνει για να έρθει πιο κοντά στο κόσμο και όχι να φύγει μακριά του. 
 
Ο χρήστης μέσα από την χρήση ζητάει την συνένωση, την ένωση με με τον κόσμο που περνάει από την συνένωση με τον εαυτό του όμως η χρήση δεν ενώνει αλλά, όπως είχουμε πει, διαχωρίζει. Γι' αυτό και ο χρήστης είναι μόνος του, είναι χωρίς αγάπη. Το κορμί του ψοφάει για χάδια για επαφή. Κυκλωμένος από τις ενοχές, κουβαλάει την ντροπή μέσα στο πλήθος των επιβατών. Κοιτάει να βρει μια γωνιά και να την αράξει μέσα στην ανησυχία του. Είναι απομονωμένος, αλλά δεν γουστάρει με κανένα να ενωθεί, η μόνη ένωση που επιθυμεί η ψυχή του, είναι η ένωση, συνεύρεση με την ηρωίνη που είναι το άλλο του εγώ. Η Κίνηση προς τον κόσμο είναι κίνηση προς την ηρωίνη, αυτό τον χωρίζει από τον κόσμο. Τον βάζει στην μπάντα.


Η μοναξιάτης αποτοξίνωσης


Η μοναξιά του χρήστη είχε φοβίσει. Μια μοναξιά που έπαιρνε σάρκα και οστά, από την ώρα της αποτοξίνωσης. Από εκείνη την στιγμή ο χρήστης παύει να είναι χρήστης, πάει να είναι μαζοχιστής και σαδιστής και βρίσκεται σε μια άλλη πραγματικότητα την οποία πρέπει να την ξαναανακαλύψει. Σε αυτή την πραγματικότητα δεν υπάρχουν οι παλιές παρέες, οι παλιές συναναστροφές, οι παλιές συμπεριφορές. Όλους αυτούς που ήξερε μέχρι τώρα πρέπει να τους κάνει πέρα. Η συντροφικότητα που ένιωθε, η επαφή με τους άλλους χρήστες, οι δοσοληψίες που φάνταζαν σαν ανθρώπινες συναλλαγές υψίστης ποιότητας, τελείωσαν. 
Η αίσθηση της ένωσης, της ταύτισης με τους άλλους χρήστες, η επαφή μαζί τους, ήταν κομμάτι της χρήσης, ήταν κομμάτι της ηρωίνης. Συναισθήματα μίσους και αγάπης σε δοσοληψίες πεζοδρομίου. Η αίσθηση ότι είσαι στο κέντρο του κόσμου και δεν σου λείπει τίποτα, με την αποτοξίνωση τελειώνει. Τότε ο χρήστης καταλαβαίνει ότι είναι τελείως μόνος ακόμα και όταν η οικογένεια σκύβει από πάνω του, όπως σκύβει κάποιος πάνω από την πληγή του. 
 
Η μοναξιά ακολουθεί την αποτοξίνωση. Όχι, όχι δεν την ακολουθεί αλλά την αποκαλύπτει. Αποκαλύπτει την φτώχεια των κοινωνικών σχέσεων, τον φόβο των κοινωνικών σχέσεων, τον φόβο του κόσμου. και το γεγονός αυτό είναι ένας από του βασικούς παράγοντες αποτυχίας της αποτοξίνωσης. Ο πρώην χρήστης μένει βουβός μπροστά στο πλήθος, 

Φοβάται τον κόσμο. Αλλά και ο κόσμος φοβάται αυτόν. Η σχέση με τον κόσμο είναι μια σχέση φόβου. Έτσι την αράζει στην γωνιά του περιμένοντας προσπαθώντας να ξεπεράσει το μαρτύριο,μιας καινούργιας μοναξιάς, της δικής του μοναξιά που τόσο είχε φοβηθεί και προσπαθούσε να αποφύγει. Με αυτή την μοναξιά πρέπει να τα βάλει ο χρτήστης δηλαδή την μοναξιά που καλύπτει την προσπάθεια αποχής του Την μοναχική φαντασίωση του “καθαρού” που κουβαλάει τον απολεσθέντα σαδομαζοχιστικό οργασμό της ηρωίνης.
Η αγωνία της μοναχικότητας έχει καταλάβει το κορμί του πρώην χρήστη, όπως τον έχει καταλάβει και η αγωνία της συνένωσης του εαυτού και την συνένωση με τον κόσμο.
Πρέπει λοιπόν να βρει καινούργιες παρέες καινούργιους ανθρώπους, καινούργιες σχέσεις. Πρέπει να υιοθετήσει μια καινούργια συμπεριφορά, καινούργιες σκέψεις, καινούργιους στόχους.................................................................................. 
 
Πηγή:
Από 
Τοξικά οικογενειακά σενάρια
του Λάμπρου Κερεντζή

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Κοινωνική Επιρροή




1.1 Είδη Κοινωνικής Επιρροής

H μελέτη της κοινωνικής επιρροής συμπίπτει με την ίδια την κοινωνική ψυχολογία, αφού ολόκληρος ο κλάδος ασχολείται με την επίδραση που έχουν οι κοινωνικοί παράγοντες στη συμπεριφορά. Συνήθως, όμως, η έννοια της κοινωνικής επιρροής έχει πιο περιορισμένη σημασία, αφού αναφέρεται στην αλλαγή στις κρίσεις, στις απόψεις και τις στάσεις ενός ατόμου λόγω της επαφής του με τις απόψεις άλλων ατόμων (de Montmollin, 1977). Όπως λοιπόν, εξηγεί ο Παπαστάμου (1989α), η κοινωνική επιρροή: «...συνίσταται στην αλλαγή των κοινωνικών στάσεων, απόψεων, αντιλήψεων ή αναπαραστάσεων ενός ατόμου ή μίας ομάδας από τις κοινωνικές στάσεις, απόψεις, αντιλήψεις ή αναπαραστάσεις ενός άλλου ατόμου ή μίας άλλης ομάδας. Με άλλα λόγια, τα φαινόμενα επιρροής αφορούν τις διαδικασίες με τις οποίες τα άτομα και οι ομάδες δημιουργούν, διατηρούν, διαδίδουν και αλλάζουν τον τρόπο σκέψης και δράσης τους, κατά τη διάρκεια άμεσων ή συμβολικών κοινωνικών αλληλεπιδράσεων» (σελ. 13).

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι χειρίζονται την επαφή με διαφορετικές απόψεις από τις δικές τους, όπως υπάρχουν και διαφορετικές πραγματικότητες υπό διαπραγμάτευση σε κάθε περίσταση. Ο Moscovici (1974, 1979, όπως και Faucheux & Moscovici, 1967, 1971) έκανε διάκριση ανάμεσα σε τρία διαφορετικά είδη επιρροής.

Το πρώτο είδος, η εξομάλυνση ή κανονικοποίηση αναφέρεται στην πίεση για σύγκλιση των ατομικών κρίσεων κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης προς ένα κοινό μέσο όρο ο οποίος θα είναι αποδεκτός απ’ όλα τα άτομα. Με άλλα λόγια, η κανονικοποίηση αποτελεί προϊόν ενός αμοιβαίου συμβιβασμού σε συνθήκες ισοτιμίας.

 Σε ένα από τα πρώτα πειράματα κοινωνικής επιρροής ο Muzafer Sherif (1935) μελέτησε την κανονικοποίηση, χρησιμοποιώντας την αντιληπτική ψευδαίσθηση της αυτοκίνησης. Οι συμμετέχοντες τοποθετήθηκαν είτε μόνοι τους είτε κατά ομάδες δύο ή τριών ατόμων σε ένα εντελώς σκοτεινό δωμάτιο με ένα μικρό ακίνητο φωτεινό σημείο. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να εκφέρουν κρίσεις σχετικά με την κίνηση του φωτεινού σημείου, η οποία αποτελούσε ψευδαίσθηση. Στην απουσία ενός αντικειμενικού σημείου αναφοράς, οι συμμετέχοντες απέφευγαν τις ακραίες τιμές και συνέκλιναν όλο και περισσότερο προς ένα μέσο όρο, δημιουργώντας στην ουσία, ένα κοινό κανόνα βάσει του οποίου έκριναν το ερέθισμα.

Τα πειράματα του Sherif βοήθησαν στον καθορισμό των βάσεων της ψυχολογίας της κοινωνικής επιρροής, υποδεικνύοντας την ανάγκη των ανθρώπων να βασίζονται στην κρίση της πλειοψηφίας ιδιαίτερα σε αμφίσημες καταστάσεις. Τα πειράματα του Asch (1951, 1952, 1956) επέκτειναν αυτό το σημείο, δείχνοντας ότι οι συμμετέχοντες στα πειράματά του ήταν πρόθυμοι να αλλάξουν τις κρίσεις τους, για να υιοθετήσουν μία προφανή λανθασμένη απάντηση την οποία ακόμα και οι αισθήσεις τους εύκολα και αλάνθαστα απέρριπταν λόγω της υποστήριξής της από την πλειοψηφία.

Η συμμόρφωση, το δεύτερο είδος επιρροής, αναφέρεται στην κοινωνική πίεση, που ασκείται σε ένα άτομο ή σε μία ομάδα, όταν έρχεται σε επαφή με τις απόψεις μίας πλειοψηφίας ή του τμήματος της ομάδας, το οποίο είναι κυρίαρχο. Η συμμόρφωση δηλαδή προϋποθέτει μία πλειοψηφία και μία μειοψηφία, όπως και μία διαφορά στην κοινωνική θέση των δύο ομάδων.

Στα διάσημα πλέον πειράματα που διεξήγαγε ο Solomon Asch στις αρχές τις δεκαετίας του 1950 (Asch, 1951, 1952, 1956) ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να κρίνουν ποια από τρεις γραμμές σύγκρισης ήταν ίση προς μία άλλη σταθερή γραμμή. Στην πειραματική συνθήκη ο κάθε συμμετέχοντας καθόταν σε ένα δωμάτιο μαζί με έξι πειραματικούς συνεργούς, οι οποίοι υποστήριζαν μία προφανώς λανθασμένη θέση.

Παρόλο που η θέση που υποστήριζαν οι πειραματικοί συνεργοί ήταν προφανώς λανθασμένη, οι συμμετέχοντες συμμορφώνονταν με την πλειοψηφία. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων του Asch τονίζουν την έκταση που μπορεί να πάρει η συμμόρφωση με την πλειοψηφία αφού υποδεικνύουν ότι η συμμόρφωση μπορεί να φτάσει μέχρι την υιοθέτηση απόλυτα λανθασμένων απαντήσεων λόγω της υποστήριξης της θέσης αυτής από την πλειοψηφία. Η έμφαση που προσδόθηκε στην ενεργή κατασκευή της αντίληψης, ιδιαίτερα όταν κρίνονται απόψεις και χαρακτηριστικά άλλων ανθρώπων, ήταν ουσιώδης στο να στρέψει το Moscovici μακριά από το ερώτημα του πότε οι άνθρωποι συμμορφώνονται στις πιέσεις που εξασκεί μία κυρίαρχη ομάδα και προς τη διερεύνηση της ικανότητας της μειοψηφίας να προκαλεί καινοτομία.

Η καινοτομία αυτή αποτελεί το τρίτο είδος κοινωνικής επιρροής και αναφέρεται στην αντίθεση ενός ατόμου ή μίας μειοψηφικής ομάδας στους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες και στη συνεπακόλουθη πρόταση καινούργιων εναλλακτικών κοινωνικών κανόνων. Η καινοτομία δηλαδή προϋποθέτει μία μειονότητα, η οποία αντιτίθεται στην πίεση που της ασκείται για συμμόρφωση ή εξομάλυνση και επιδιώκει συνειδητά την τροποποίηση των γενικά αποδεκτών κοινωνικών κανόνων. Ωστόσο, δεν αρκεί απλά να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις απόψεις της μειονότητας και της πλειοψηφίας, αλλά χρειάζεται η μειονότητα να είναι αποφασιστική και σταθερή στις απόψεις της.

 Ο Moscovici (1976) προτείνει ότι ο πυρήνας της επίδρασης της μειοψηφίας βρίσκεται στη συμπεριφορά της, όπου το πιο σημαντικό στοιχείο αυτού του ύφους συμπεριφοράς θεωρείται η σταθερότητα με την οποία η μειοψηφία υπερασπίζεται και προωθεί τη θέση της (για ανασκόπηση ερευνών βλέπε Maass & Clark, 1984; Wood, Lundgren, Ouellette, Busceme & Blackstone, 1994). Αυτή η σταθερότητα συνεπάγεται δύο στοιχεία: α) την ένδο-ομαδική σταθερότητα κατά την οποία τα μέλη της μειονότητας συμφωνούν μεταξύ τους και β) τη διαχρονική σταθερότητα κατά την οποία τα μέλη της μειονότητας συνεχίζουν διαχρονικά να στηρίζουν την ίδια θέση. Μία σταθερή, διαχρονικά και ένδο-ομαδικά, μειοψηφία η οποία προτείνει μία προοδευτική καινοτομία δημιουργεί σύγκρουση στο εσωτερικό της πλειοψηφίας και κινητοποιεί έτσι τη γνωστική δραστηριότητα των μελών της πλειοψηφίας που επεξεργάζονται και εν τέλει υιοθετούν τις νέες προτεινόμενες θέσεις.

Απ’ ότι φαίνεται από τα τρία είδη κοινωνικής επιρροής που περιγράψαμε πιο πάνω, οι μηχανισμοί επίδρασης μίας μειοψηφίας και μίας πλειοψηφίας δεν είναι ακριβώς οι ίδιοι. Ένα άτομο αντιμέτωπο με μία πλειοψηφία βρίσκεται ουσιαστικά αντιμέτωπο με την κοινωνική νόρμα. Αντιθέτως ένα άτομο αντιμέτωπο με μία μειοψηφία έχει να αντιμετωπίσει δύο ομάδες – την αντιτιθέμενη μειοψηφία και τη δική του πλειοψηφική ένδο-ομάδα. Επιπλέον, οι έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει έντονη απαρέσκεια προς τις μειοψηφίες (Moscovici & Lage, 1976), γεγονός που αποτρέπει περαιτέρω την ανοικτή συμφωνία με μία μειοψηφική ομάδα. Για τους λόγους αυτούς, θα μπορούσαμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι μία μειοψηφία ασκεί λιγότερη δημόσια επίδραση απ’ ότι μία πλειοψηφία. Τι γίνεται όμως στο ιδιωτικό επίπεδο; Είναι δυνατόν η μειοψηφία να έχει εντονότερο αντίκτυπο πάνω στην ιδιωτική άποψη ενός ατόμου απ’ ότι η πλειοψηφία;

Τέτοιου είδους ερωτήματα οδήγησαν το Moscovici (1980) στη διατύπωση ενός μοντέλου κοινωνικής επιρροής, το οποίο εστιάζεται ακριβώς σε αυτές τις διαφορές στις διεργασίες και στις επιδράσεις μεταξύ της επιρροής της μειοψηφίας και της πλειοψηφίας. Οι προτάσεις του Moscovici έδωσαν έναυσμα σε πλείστες έρευνες αλλά και σε αρκετή αντιπαράθεση, αφού άλλοι ερευνητές (Latane & Wolf, 1981; Tanford & Penrod, 1984) επέλεξαν να προσδώσουν έμφαση στις ομοιότητες, αντί στις διαφορές, μεταξύ των δυο πηγών επιρροής. Στη συνέχεια περιγράφουμε τα μοντέλα μόνης διεργασίας των Latane και Wolf (1981) και των Tanford και Penrod (1984), όπως και το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο του Moscovici (1980).


1.2. Μοντέλα Κοινωνικής Επιρροής


Μοντέλα Μονής Διεργασίας


Τα μοντέλα μονής διεργασίας (Latane & Wolf, 1981; Tanford & Penrod, 1984) εισηγούνται ότι ο αριθμός των μελών της κάθε ομάδας καθορίζει τη δύναμη επιρροής της κάθε ομάδας. Περισσότερα μέλη στην ομάδα-πηγή του μηνύματος επιφέρουν μεγαλύτερη επιρροή, ενώ περισσότερα μέλη στην ομάδα-δέκτη επιφέρουν μεγαλύτερη αντίσταση στις προσπάθειες επιρροής.
Πιο συγκεκριμένα, οι Latane και Wolf (1981) βλέπουν την κοινωνική επιρροή ως μία μεμονωμένη διεργασία, η οποία καθορίζεται από τη συνάρτηση της ισχύος (δύναμης, κύρους), της αμεσότητας (γειτνίαση χώρου και χρόνου) και του μεγέθους της πηγής (αριθμού).

Η επίδραση της οποιασδήποτε από τις προαναφερθείσες μεταβλητές θα είναι μεγαλύτερη, καθώς αυξάνεται η τιμή μίας από τις άλλες μεταβλητές. Ως προς τη μεταβλητή του μεγέθους υποστήριξαν μία συνάρτηση ισχύος, όπου κάθε πρόσθετο μέλος της πηγής έχει μικρότερη επιρροή ή αντίκτυπο (όπως τον αποκαλούν οι ερευνητές), από το προηγούμενο. Με άλλα λόγια, τριάντα άνθρωποι επιφέρουν μεγαλύτερη επιρροή από πέντε ανθρώπους, αλλά η προσθήκη ακόμα ενός ατόμου θα έχει μικρότερο αντίκτυπο στην πρώτη περίπτωση απ’ όσο στη δεύτερη.

Με βάση αυτή τη λογική, οι Latane και Wolf υποστηρίζουν ότι μία μειοψηφία επιφέρει λιγότερη επιρροή απ’ ότι μία πλειοψηφία. Επιπλέον, στην περίπτωση που η πηγή παρουσιάζει το μήνυμά της σε πολλά άτομα, ο αντίκτυπός της μοιράζεται ανάμεσα στα μέλη στα οποία στoχεύει να επηρεάσει. Καθώς ο αριθμός των ατόμων-στόχων αυξάνεται, ο αντίκτυπος της πηγής σε κάθε μέλος-στόχου μειώνεται. Επομένως, οι Latane και Wolf υποστηρίζουν ότι μία μειοψηφία επιφέρει λιγότερη επιρροή απ’ ότι μία πλειοψηφία, εφόσον έχει λιγότερα μέλη από την πλειοψηφία αλλά και επειδή ο αντίκτυπος της μοιράζεται σε περισσότερους στόχους απ’ ότι ο αντίκτυπος της πλειοψηφίας.

Οι Tanford και Penrod (1984) έλεγξαν τις υποθέσεις αυτών των μοντέλων με μία μετά-αναλυτική επισκόπηση των ερευνών κοινωνικής επιρροής. Παρουσίασαν εντυπωσιακή υποστήριξη για την επίδραση του αριθμού των μελών της ομάδας-πηγής στις, ως επί το πλείστο, μετρήσεις της συμμόρφωσης. Ωστόσο, συμπεριέλαβαν στην ανάλυσή τους μόνο μία περιορισμένη επιλογή από έρευνες στη μειοψηφική επιρροή (μόνο 26), ενώ δεν έγιναν προσπάθειες εξέτασης της επίδρασης της πλειοψηφικής ή μειοψηφικής πηγής στην έκφραση της άμεσης και έμμεσης επιρροής. Ουσιαστικά, όπως διαπιστώνει η Wood και οι συνεργάτες της (1994):

«Η επισκόπηση προορίστηκε ως μία γενική επίδειξη της ισχύος του μοντέλου μόνης διεργασίας αντί ως ένας συγκεκριμένος έλεγχος της μειοψηφικής αποτελεσματικότητας» (σελ. 325).
Είναι πρόδηλο ότι η έμφαση αυτών των μοντέλων εστιάζεται αποκλειστικά στην πλειοψηφική επιρροή. Όπως παρατήρησαν οι Maass και Clark (1984) τα μοντέλα μονής διεργασίας εστιάζονται στη δημόσια επίδραση ή άμεση επιρροή και αγνοούν τις διαδικασίες μέσω των οποίων λειτουργούν οι παράγοντες της αμεσότητας, της ισχύος και του μεγέθους της πηγής. Επιπλέον, αδυνατούν να εξηγήσουν μία σειρά κοινωνικών φαινομένων, όπου καινοτόμες μειοψηφίες, οι οποίες, παρόλο που δεν κατέχουν τα απαιτούμενα, κατά τα μοντέλα αυτά, στοιχεία της αμεσότητας, ισχύος και του μεγέθους, επιφέρουν κοινωνική αλλαγή με επιτυχία.


Το Αλληλεπιδρασιακό Μοντέλο

 

Σε αυτές ακριβώς τις αδυναμίες του λειτουργικού μοντέλου άσκησε κριτική ο Moscovici (1976, 1979, 1980), διατυπώνοντας το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο, το οποίο προσδίδει έμφαση στον καινοτόμο ρόλο των ενεργών μειοψηφιών. Οι ενεργείς μειοψηφίες κατά τον Moscovici:
«...υπερασπίζονται κάποια πράγματα αντί να εναντιώνονται σε κάποια άλλα. Προσφέρουν μία άλλη πρόταση στις υφιστάμενες γνώμες και πεποιθήσεις, μία διαφορετική λύση στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας» (1985, από Παπαστάμου, 1989α, σελ. 263).

Ο Moscovici (1980, 1985α, 1985β) προτείνει ότι οι άνθρωποι θεωρούν ότι υπάρχουν ορισμένες κοινωνικά αποδεκτές απόψεις ή νόρμες πάνω σε οποιοδήποτε θέμα με τις οποίες συμφωνεί η πλειοψηφία. Όταν ένα άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με την άποψη της πλειοψηφίας, ενεργοποιείται μία διεργασία κοινωνικής σύγκρισης, όπου το άτομο συγκρίνει τη δική του θέση με τη θέση της πλειοψηφίας. Όταν υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στις θέσεις του ατόμου και αυτές της πλειοψηφίας, αυτή βιώνεται ως απειλή, αφού απειλείται η ανάγκη του ατόμου για κοινωνική αποδοχή, όπως και οι αντιλήψεις και πεποιθήσεις του ατόμου αναφορικά με τον υλικό και τον κοινωνικό του περίγυρο. Το άτομο διερωτάται γιατί αδυνατεί «να δει ή να σκεφτεί όπως τα άλλα μέλη της ομάδας» (1985β, σελ. 394).

Έτσι «επικεντρώνει την προσοχή του σε αυτά που λένε οι άλλοι, ώστε να εναρμονιστεί με τις απόψεις και τις κρίσεις τους» (1980, σελ. 214), χωρίς να αναλύει σε βάθος το ίδιο το υπό συζήτηση θέμα. Επειδή η συμφωνία με την πλειοψηφία βασίζεται στην ανάγκη για συναίνεση, η συμφωνία αυτή εκφράζεται δημόσια. Αντιθέτως, θεωρείται ότι οι ιδιωτικές απόψεις του ατόμου μένουν απρόσβλητες από την πλειοψηφική θέση εξαιτίας μίας αντιδραστικής προσπάθειας του ατόμου να διατηρήσει την αυτονομία και ιδιομορφία του, όταν οι πραγματικές του απόψεις διαφέρουν από αυτές της πλειοψηφίας. Συνεπώς, οι επιδράσεις της πλειοψηφίας στο άτομο είναι βραχύβιες, γιατί μόλις το άτομο απελευθερωθεί από την παρουσία της πλειοψηφίας και εστιάσει πάλι στο υπό συζήτηση θέμα θα εκφράσει ξανά την προσωπική του γνώμη.

Το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο αντί να δίνει έμφαση στον έλεγχο της σύγκρουσης, τονίζει την ανάγκη για σύγκρουση και την ανάγκη για αμφισβήτηση της πλειοψηφικής νόρμας από την ενεργή μειοψηφία με σκοπό τη δημιουργία καινοτομίας. Η καινοτομία που προσπαθεί να επιφέρει η μειοψηφία επικεντρώνεται στην όξυνση της σύγκρουσης με σκοπό την κοινωνική αλλαγή, ενώ η συμμόρφωση που προσπαθεί να εδραιώσει η πλειοψηφία προσανατολίζεται στην απορρόφηση της σύγκρουσης για τη διασφάλιση του κοινωνικού ελέγχου και τη διατήρηση του status quo. Η σύγκρουση που προκαλεί μία μειοψηφία αναδύεται από τη θέση που υιοθετεί. Αν η μειοψηφία είναι σταθερή στις θέσεις της, τότε προκαλεί μία διεργασία επικύρωσης, όπου η προσοχή επικεντρώνεται στο θέμα υπό συζήτηση, για να κατανοηθεί ο λόγος για τον οποίο η μειοψηφία αυτή παραμένει με σταθερότητα στην ίδια θέση.

Η δυνατότητα επιρροής της μειοψηφίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην προϋπόθεση ότι θα επιδείξει διαχρονική σταθερότητα στις θέσεις της, όπως και συγχρονική σταθερότητα μεταξύ των μελών της μειοψηφίας. Μόνο όταν τα μέλη της μειοψηφίας συμφωνούν και συνεχίζουν να συμφωνούν μεταξύ τους, θα έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν. Το είδος διαπραγμάτευσης που προβάλλει η μειονότητα, επίσης διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στις δυνατότητες επιρροής της ομάδας.

Το είδος διαπραγμάτευσης της μειοψηφίας εκφράζεται από τον τρόπο εκφοράς και οργάνωσης του μηνύματος που παραθέτει. Αν το μήνυμα της μειοψηφίας δεν αφήνει περιθώρια ευελιξίας, πιθανόν να μην έχει καθόλου επίδραση, παρόλη τη σταθερότητά της γιατί κάτω από τέτοιες συνθήκες συνήθως γίνεται αντιληπτή ως άκαμπτη (βλ. Mugny & Papastamou, 1984). Ο Mugny (1982) τονίζει ότι μία μειοψηφία θα είναι αποτελεσματική μόνο αν παρέχει συστηματικά μία εναλλακτική προοπτική της πραγματικότητας, ενώ συγχρόνως επιδεικνύει την προθυμία της για κάποιο συμβιβασμό, χωρίς βέβαια αυτό να γίνεται σε βάρος της σταθερότητας της συμπεριφοράς της.

 Συνεπώς, μόνο όταν η μειοψηφία επιδείξει σταθερότητα και ευλυγισία στις θέσεις της, θα μπορέσει να παρακινήσει το δέκτη του μηνύματός της να «δει αυτό που είδε η μειοψηφία και να καταλάβει αυτό που κατάλαβε» (Moscovici, 1980, σελ. 215). Η αυξημένη γνωστική επεξεργασία που ενεργοποιείται, για να κατανοηθεί η θέση της μειοψηφίας, επιφέρει μακροπρόθεσμη αλλαγή άποψης προς τις θέσεις της μειοψηφίας η οποία εκφράζεται ιδιωτικά ή έμμεσα λόγω του ότι η πίεση της πλειοψηφίας εμποδίζει τη δημόσια έκφραση. Συνεπώς, όταν μία θέση χαρακτηρίζεται από καινοτομία και πρωτοτυπία, η επιρροή δεν αποτελεί συμμόρφωση αλλά μεταστροφή. Το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο παρουσίασε τις διαδικασίες κοινωνικής επιρροής από μία εντελώς διαφορετική σκοπιά, εμπνέοντας τους ερευνητές να εξετάσουν εκ νέου τη μειοψηφική και την πλειοψηφική επιρροή.

πηγή:
Από την  διπλωματική εργασία της
Χριστίνα Ελένη Λύτρα
με τίτλο
Ο Ρόλος της Αντίληψης Ομοιογένειας
στη Μειονοτική και στην Πλειοψηφική Κοινωνική Επιρροή

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Κόντρα στο νεοοναζισμό.

 

Ένα κείμενο του Μάνου Χατζηδάκι

 Είχε δημοσιευθεί το 1993 στην Ελευθεροτυπία 

με αφορμή μια εκδήλωση κόντρα στο νεοοναζισμό. 

Το κείμενο είναι τόσο διαχρονικό και επίκαιρο 

που αξίζει να το διαβάσετε.

 

"Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενυσχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις».
Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.
(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι.
Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.
Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

πηγή:http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=145001&catid=9

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

στα παιδιά που δεν γεννήθηκαν ακόμα







Αφιερωμένο 
στα παιδιά που δεν γεννήθηκαν ακόμα

Δεν υπάρχουν ήχοι, δεν υπάρχουν . 

Το βρέφος ακουμπάει στο μαξιλαράκι 
που το πικραμένο πρόσωπο κουβάλησε 
από τα μακρινά ιστορικά του τοπία 
και το άφησε 
κάτω από το ασχημάτιστο κεφαλάκι. 

Από πάνω το έρεβος των αρπαχτικών ψυχών, 
των διψασμένων από αγάπη χειλιών 
που προσπαθούν να ρουφήξουν την τρυφερή σάρκα 
πριν ακόμα προλάβει να σχηματιστεί. 

Προσπαθούν να τις αποσπάσουν κομμάτια 
και να τα καταπιούν σαν φάρμακο 
ενάντια στην αδιέξοδη ζωή τους. 

Τρέφονται από αυτό 
από την πρώτη του στιγμή 
μέχρι την τελευταία τους.
 
πίνακας Mariano Fortuny Marsal

Ποιοι είναι πιο επικίνδυνοι;





Ποιοι είναι πιο επικίνδυνοι;


-Πιο επικίνδυνοι είναι αυτοί που παρουσιάζονται σαν ακίνδυνοι.

-Οι πιο επικίνδυνοι είναι αυτοί που προσπαθούν να φανούν ακίνδυνοι μιλώντας για τους κινδύνους που παραμονεύουν.

-Οι πιο επικίνδυνοι είναι αυτοί που δημιουργούν τον κίνδυνο και μιλάνε για αυτόν σαν να τον δημιούργησαν οι άλλοι.

-Οι πιο επικίνδυνοι είναι αυτοί που θέλουν να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο που λένε ότι οι άλλοι δημιούργησαν, χωρίς να βλέπουν τον κίνδυνο που δημιουργούν αυτοί.

-Οι πιο επικίνδυνοι είναι αυτοί που μιλάνε συνέχεια για το κίνδυνο που δημιούργησαν οι άλλοι, προσπαθώντας να κρύψουν τον κίνδυνο που δημιουργούν αυτοί.

-Οι πιο επικίνδυνοι είναι αυτοί που αναπαράγουν το κίνδυνο με σκοπό να τον αποτρέψουν.

-Οι πιο επικίνδυνοι είναι αυτοί που μιλάνε για την επικινδυνότητα της αλλαγής ξεχνώντας την επικινδυνότητα της σταθερότητας.

Για τον κίνδυνο

-Η προσπάθεια από τους πιο επικίνδυνους, της αποτροπής του κινδύνου δημιουργεί ένα καινούργιο κίνδυνο.

-Το να μιλά κάποιος τόσο πολύ για τον κίνδυνο σημαίνει ότι είναι επικίνδυνος, διότι ο κίνδυνος τον τρέφει.

-Η επικινδυνότητα έγκειται στο να χάσεις ότι μέχρι τώρα σου ανήκει, νομίζοντας ότι θα κερδίσεις αυτό που ποτέ δεν σου ανήκε.

-Πιο επικίνδυνο είναι να μην αντιλαμβάνεσαι τον κίνδυνο ή να θεωρείς επικίνδυνο ότι είναι ακίνδυνο.

-Λιγότερο επικίνδυνο είναι να αντιμετωπίζεις τον κίνδυνο από το να τον αποφεύγεις.


Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας: Francis Bacon