Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Ο προδομένος εαυτός και η φυλακή του




 





       Ο προδομένος εαυτός είναι εκείνος ο εαυτός ο οποίος προδίδεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η φράση;
       Σημαίνει ότι, όταν το άτομο φτάνει στην ενήλικη ζωή κουβαλώντας όλες τις απογοητεύσεις-ματαιώσεις που εισέπραξε από το οικογενειακό του περιβάλλον, αυτό συνεχίζει, ακόμα και μετά από την απομάκρυνση από αυτό, να αυτό - αποθαρρύνει κάθε ενέργεια του, κάθε απόφασή του από μόνο του, δημιουργώντας μια σύγκρουση μέσα του, η οποία τις περισσότερες φορές μπορεί να βιωθεί σαν ασφαλιστικός παράγοντας αλλά στην ουσία λειτουργεί απαγορευτικά και αποθαρρυντικά.

Η ενοχή

       Η ενοχή είναι το βασικό συναίσθημα που λειτουργεί απαγορευτικά προς το άτομο κάνοντας το να αναπτύσσει έναν ελεγκτικό "υπό - εαυτό" ο οποίος αντικαθιστά τα παλαιά οικογενειακά πρότυπα και τον απαγορευτικό τους λόγο, ο οποίος γίνεται η ελεγκτική φωνή που σπέρνει και καλλιεργεί την ενοχή καθορίζοντας το τι επιτρέπεται και τι όχι. Καθορίζοντας με λίγα λόγια το δικαίωμα του ατόμου στην ζωή, σύμφωνα με την επιθυμία του και τις ανάγκες του. 
    Σε αυτή την περίπτωση η συνείδηση του ατόμου συνεχίζει να επηρεάζεται από τον “εσωτερικευμένο λόγο” των άλλων, όπως θα έλεγε ο Λακάν, συνεχίζει να καθορίζεται από ένα αυστηρό υπέρ-εγώ, όπως θα έλεγε ο Φρόιντ. Έτσι ο λόγος αυτός μετατρεπόμενος σε αυτό – έλεγχο, έρχεται να ελέγξει τον εαυτό, κάνοντας τον να μην έχει καμιά εμπιστοσύνη στις αποφάσεις του και στις ενέργειές, αφήνοντας τον να κινείται σύμφωνα με τις αποφάσεις των άλλων, που στην ενήλικη ζωή έχουν αντικατασταθεί από άλλα πρόσωπα τα οποία ο εαυτός τα έχει επενδύσει αναζητώντας ασφάλεια, (σύζυγοι, φίλοι, εργοδότες, πολιτικοί)
      Άρα είμαι ένοχος από την στιγμή που θέλω να είμαι ο εαυτός μου. Από την στιγμή που ακούω την επιθυμία μου και παίρνω αποφάσεις που μπορούν να με φέρουν σε αντίθεση με τους άλλους. Δηλαδή εάν αρνούμαι να υποταχθώ στις επιθυμίες τον άλλων και αποφασίζω σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, σύμφωνα με τις ανάγκες μου και με την προσωπική μου αντίληψη, τότε είμαι ένοχος.

Η εσωτερική φυλακή

     Αυτή η ενοχική κατάσταση θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με μια φυλακή, μια εσωτερική φυλακή. Η ενοχή είναι μια φυλακή που κτίστηκε στην παιδική ηλικία για “το καλό” του παιδιού και που συνεχίζει να υπάρχει ακόμα στην ενήλικη ζωή ακόμα και όταν “οι δεσμώτες” γονείς έχουν απομακρυνθεί από αυτό. Αυτή η ενοχική κατάσταση επίσης, μας κάνει να σκεφτούμε ότι η οικογενειακή “φυλακή” η οποία δημιουργήθηκε από τα “απαγορεύεται” μετατρέπεται σε μια προσωπική φυλακή που δεν χρειάζεται πλέον δικαστές και φύλακες για να υπάρξει.
     Σε αυτή την περίπτωση, ο εαυτός από μόνος του χωρίζεται σε διάφορους "υπό – εαυτούς", ο καθένας από τους οποίους υποδύεται τον ρόλο του δικαστή, του φύλακα, αλλά και του καταδίκου κουβαλώντας τον εσωτερικευμένο, απαγορευτικό ρόλου “του άλλου” και απαγορεύοντας όχι μόνο την ελεύθερη συμπεριφορά του εαυτού, αλλά και την ελευθερία της σκέψης του.
     Στο βαθμό που η αναζήτηση της ικανοποίησης αποτελεί το βασικό στόχο της ζωής σε οποιαδήποτε εκδήλωσή της και έχει σχέση με την επιθυμία και την αποφάσεις που καλείται να πάρει για την ζωή του ο εαυτός, η παρουσία των "υπό – εαυτών", ασκώντας την κριτική τους υπό μορφή ελέγχου, οδηγούν τον εαυτό σε ένα αδιέξοδο, όπου η ματαίωση αντικαθιστά την ικανοποίηση με τέτοιο τρόπο ώστε η ματαίωση να αποτελεί το βασικό ζητούμενο και όχι η ικανοποίηση. Έτσι φθάνουμε στην ικανοποίηση της ματαίωσης η οποία εκδηλώνεται με έλλειψη εμπιστοσύνης και με χαμηλή αυτοεκτίμηση για τον ίδιο τον εαυτό .

Η ικανοποίηση της προδοσίας

     Εφόσον η ικανοποίηση συνορεύει με την ενοχή, η αποφυγή της ενοχής οδηγεί τον εαυτό στην αποφυγή της ίδιας της ικανοποίησης. Η ικανοποίηση γίνεται ένας ανασφαλής χώρος, ενώ η ματαίωση αποτελεί το γνωστό περιοριστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο εαυτός έχει συνηθίσει να βιώνει τον εαυτό του σαν κομμάτι των άλλων και σαν τέτοιο απολαμβάνει μια ασφάλεια μακριά από το ρίσκο της άγνωστης ικανοποίησης του. Η έννοια λοιπόν της προδοσίας του εαυτού από τον εαυτό αντιπροσωπεύει αυτή ακριβώς την κατάσταση και εκφράζεται με την υποταγή του στις επιθυμίες και αποφάσεις των άλλων και όχι στο άκουσμα των δικών του επιθυμιών και των αποφάσεων.
    Με λίγα λόγια η προδοσία μπορεί να είναι μια συνεχής αυτο- αλλοτρίωση του εαυτού από τον ίδιο, με αποτέλεσμα να κερδίσει την ηρεμία του, η οποία μπορεί να μεταφράζεται σε παθητικότητα, υποταγή και καθυπόταξη του στην επιθυμία του “άλλου”. 
   Η οποία μπορεί  να μεταφράζεται με την άρνηση της δικής του επιθυμίας που σημαίνει επίσης, άρνηση του εαυτού και της ικανότητας του να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες ικανοποίησης του και να αποφασίζει σύμφωνα με αυτές.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Γνωρίζουμε τα παιδιά μας;





Τι γνωρίζουμε από τα παιδιά που φέρνουμε στο κόσμο; 
Πόσο μπορούμε να τα πλησιάσουμε; 
Να καταλάβουμε τις ανάγκες τους; 
Να καταλάβουμε τις επιθυμίες τους; 
Να καταλάβουμε  γενικά την ύπαρξή τους έτσι όπως εκδηλώνεται μέσα και έξω από την οικογένεια στα διάφορα στάδια ανάπτυξή τους;
Αυτά τα ερωτήματα μου γεννήθηκαν ακούγοντας ιστορίες οικογενειών όπου διαφέντευε και διαφεντεύει η επιβολή, η ενοχή και τελικά ο εκβιασμός αποτελώντας τις ουσιαστικές λειτουργίες για την εξέλιξη της οικογένειας αλλά και των μελών της.

Πολλές φορές, σαν οικογενειακός θεραπευτής βρίσκομαι μπροστά σε ένα τοίχο που έχει σηκωθεί ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς, ένα τοίχο που στην αρχή κτίζεται από τους γονείς και μετά, όταν τα παιδιά φθάσουν σε ηλικία που μπορούν, τον σηκώνουν και τα ίδια. Αυτός ο τοίχος εκφράζεται με την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα τους, με την οχύρωση του καθένα στα μικρά του κεκτημένα μέσα στην οικογένεια. Με την σχέση των γονιών η οποία αντί να εξελίσσεται σαν συνεργασία, παίρνει περισσότερο τον δρόμο της αντιπαλότητας δημιουργώντας συμμαχίες στο κτίσιμο του τοίχους.

Σε αυτή την αντιπαλότητα το παιδί δεν γίνεται αποδεχτό “για αυτό που είναι”, αλλά για αυτό που ο κάθε γονέας “θα ήθελε να είναι”. Αυτό το “θα ήθελε να είναι” εμποδίζει τον γονέα να αντιληφθεί την παρουσία του παιδιού και να παρατηρήσει την εξέλιξή του, τις επιθυμίες του καθώς και τις ανάγκες του, έτσι όπως εκφράζονται από το ίδιο. 
 
Την έλλειψη ελευθερίας του, τη διαπιστώνουμε τόσο στην εκλογή της εμφάνισης του, στην εκλογή της παρέας, όσο και στην εκλογή του επαγγέλματος που θα ήθελε να ακολουθήσει. Πάντα ο ένας τουλάχιστον γονέας θα είναι αντίθετος με τις επιλογές του.
Αλήθεια πόσο εύκολα μπορεί να εκφραστεί ένα παιδί μέσα στην οικογένεια του;
Πόσο εύκολο είναι να μιλήσει και να στηρίξει τις θέσεις του για θέματα που αφορούν τον εαυτό του και το πως φαντάζεται την προσωπική του εξέλιξη;
Πόσο ελεύθερο είναι να διαλέξει αυτό που του αρέσει;
Πόσο ελεύθερο είναι να κάνει αυτό που εκείνο αγαπά;

Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο, απλώς ήθελα να θέσω κάποια ερωτήματα.


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Γνώση, παιδεία, πολιτισμός

 
 


Του ΠΕΤΡΟΥ ΜΑΡΚΑΡΗ *
Κάποτε η γνώση και η παιδεία ήταν οι δύο μεγάλες σιαμαίες και κανένας χειρουργός της πολιτικής δεν τολμούσε να τις διαχωρίσει. Κάποτε η επιστήμη, η τέχνη και ο πολιτισμός αποτελούσαν ένα τρίπτυχο, τόσο που ο Μπρεχτ να οραματίζεται ένα θέατρο της επιστημονικής εποχής.


*Η είσοδος του πολιτισμού στα πανεπιστήμια ήταν προϊόν του Διαφωτισμού, ο οποίος κυριάρχησε στα πανεπιστήμια μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, όταν κυριαρχούσε ακόμα σε φοιτητές και διδάσκοντες η πεποίθηση ότι ο πανεπιστημιακός χώρος δεν είναι μόνο χώρος κατάκτησης γνώσης, αλλά και ανταλλαγής ιδεών, ένας χώρος παιδείας και πολιτισμού.


*Σήμερα ο Διαφωτισμός υποχωρεί σε όλα τα μέτωπα. Τα πανεπιστήμια λειτουργούν με βάση τις ανάγκες ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος. Συνεπώς ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τη γνώση που απαιτεί το σύστημα ως προϋπόθεση για την αγορά εργασίας και πολύ λιγότερο για μια γενικότερη παιδεία, άρα και για μια πολιτισμική συνισταμένη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ζούμε την εποχή της αντιστροφής του όρου «μεταρρύθμιση», που στις μέρες μας σημαίνει αντί για πρόοδο οπισθοδρόμηση σε παλαιότερες δομές. Οι αξίες του Διαφωτισμού εκπίπτουν η μια μετά την άλλη. Τα πανεπιστήμια υποτάσσονται μοιραία σ' αυτή τη γενική κατεύθυνση.


*Παράλληλα, η ευκολία πρόσβασης σε άπειρες πληροφορίες, γνώσεις και επιλογές που προσφέρονται στο φοιτητή μέσα από το Διαδίκτυο, και οι οποίες έχουν σαφή γνωστικό προσανατολισμό, διευρύνουν πολλές φορές τον γνωστικό ορίζοντα εις βάρος του πολιτισμικού. Αν δε χρησιμοποιηθεί σωστά, το Διαδίκτυο μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα είδος αναβολικού, που αναπτύσσει σε υπέρογκο βαθμό ορισμένες πτυχές της γνώσης και της σκέψης, ενώ άλλες τις αφήνει υπανάπτυκτες ή και τις καταστρέφει.


*Η Ελλάδα λειτουργεί μέσα στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο ως ένα είδος άτυπου κύτταρου. Ή να το πω αλλιώς: η Ελλάδα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε παλιές, παγιωμένες δομές, που πιέζεται εσωτερικά για να τις κρατήσει και εξωτερικά για να τις αλλάξει, και σε καινούριες δομές που προσπαθεί να τις αφομοιώσει. Το πανεπιστήμιο ανήκει στην κατηγορία των πρώτων. Εσωτερικά πιέζεται για να μείνει ως έχει, εξωτερικά δέχεται πιέσεις για ν'αλλάξει. *Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι αυτή η εμμονή στο παλιό έχει το πλεονέκτημα να διατηρείται η ισορροπία γνώσης-παιδείας και, κατ' επέκταση, να εξακολουθούν τα ελληνικά πανεπιστήμια να παράγουν ένα πολιτισμικό πάρεργο.


*Εμείς όμως είμαστε δέσμιοι άλλων καταστάσεων που μας οδηγούν από διαφορετικούς δρόμους στο ίδιο αποτέλεσμα. Δεν μας φταίει η οπισθοδρόμηση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τον οποίο έτσι κι αλλιώς ελάχιστα γνωρίζουμε. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η σχέση (ή ακριβέστερα η έλλειψη σχέσης) ανάμεσα στη μέση και την ανώτερη εκπαίδευση. Τόσα χρόνια και με τόσες κυβερνήσεις ακούω αυτό τον ατέλειωτο διάλογο για την ανώτερη εκπαίδευση. Κανείς όμως δεν σκέφτεται ότι το πρόβλημα βρίσκεται πρωτίστως στη μέση εκπαίδευση και ειδικότερα στη διασύνδεση του λυκείου με την ανώτερη εκπαίδευση.


*Σε όλη την Ευρώπη το λύκειο είναι το κατώφλι του πανεπιστημίου. Η αποστολή του είναι να προετοιμάσει το μαθητή για το πανεπιστήμιο. Αντίθετα σ' εμάς το λύκειο έχει σβηστεί από τον εκπαιδευτικό χάρτη και ισχύει η αλυσίδα: δημοτικό - γυμνάσιο - φροντιστήριο - πανεπιστήμιο. *Οσοι έχουν διδάξει στα πανεπιστήμια, είτε ως μέλη ΔΕΠ, είτε με το 407 (όπως εγώ) ξέρουν ότι οι πρωτοετείς φοιτητές μπαίνουν στις σχολές τους με τη νοοτροπία του φροντιστηρίου και όχι του λυκείου. Φαντάζονται ότι θα μαθαίνουν κάποια κείμενα παπαγαλία, ότι θα γράφουν εργασίες, υπό τύπον εκθέσεων, όπως μάθαιναν στα φροντιστήρια και ότι - όπως λέμε τόσο ωραία στην Ελλάδα - «η ζωή συνεχίζεται». Αντίθετα τα παιδιά που βγάζουν λύκειο στην Ευρώπη, έχουν μάθει να κάνουν εργασίες, στο πρότυπο αυτών που θα τους ζητούνται και στα πανεπιστήμια, έχουν μάθει να ψάχνουν στις σχολικές βιοβλιοθήκες (που σ' εμάς ανήκουν στα ουσιώδη εν ανεπαρκεία) και έχουν μάθει τι είναι η βιβλιογραφία.


*Η τετραετής ή πενταετής φοίτηση είναι στα ελληνικά πανεπιστήμια στην ουσία διετής ή τριετής, γιατί τα πρώτα δύο χρόνια αναλώνονται για να αναπληρώσουν οι φοιτητές αυτά που δεν έμαθαν στο λύκειο.


*Τώρα, εμείς αναρωτιόμαστε, αν μπορεί να παραχθεί πολιτισμός στα ΑΕΙ. Τα ευρωπαϊκά τον έχουν αποποιηθεί για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω. Οσο για τα ελληνικά, μέσα στη σχέση λυκείων-πανεπιστημίων, μέσα σε υπεράριθμες σχολές που αγωνίζονται να μπάσουν τους φοιτητές αρχικά στο πνεύμα των πανεπιστημιακών σπουδών και μετά να αναπληρώσουν τη γνώση των χαμένων εξαμήνων, εμείς ψάχνουμε για πολιτισμό και φρου-φρου κι αρώματα. Είναι σαν να παίζουμε το «πού 'ν' το, πού 'ν' το το δαχτυλίδι».

 
* Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ 
είναι συγγραφέας, μεταφραστής 
και πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

πηγή: http://www.kpad.gr/text/news/April08/el300308.htm