Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Αυτισμός - Διάχυτη αναπτυξιακή Διαταραχή




 Ορισμός – Αιτιολογία

Ο όρος «αυτισμός» προέρχεται από τον ελληνικό όρο «αυτός». Ο Bleuler (1911) εισήγαγε πρώτος τη λέξη «αυτισμός» από το ελληνικό «αυτός», «εαυτός» που σημαίνει «εγώ ο ίδιος» (Συνοδινού, 1994). Ο αυτισμός αποτελεί μία σοβαρή και εκτεταμένη διαταραχή της ανάπτυξης.

 Ο όρος εκτεταμένη (ή διάχυτη) αναφέρεται στη σύνθετη φύση της διαταραχής, καθώς επηρεάζει τρεις περιοχές της ανάπτυξης: την κοινωνική αλληλεπίδραση, την επικοινωνία και τη φαντασία. Αυτές οι τρεις περιοχές συνιστούν την τριάδα των διαταραχών, δηλαδή τον πυρήνα των κλινικών χαρακτηριστικών του αυτισμού2. 

Εκδηλώνεται με συχνότητα εμφάνισης 2-6 στις 1000 γεννήσεις (Center for Disease Control and Prevention, 2001). Μάλιστα πρόσφατα το Center for Disease Control and Prevention υποστήριξε ότι ο αυτισμός πλέον εμφανίζεται με συχνότητα 1/166 γεννήσεις (Preissler, 2006). Είναι διεθνώς αποδεκτό ότι στα 10.000 άτομα τα 50 είναι άτομα με αυτισμό. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η Αμερικάνικη Ακαδημία Νευρολογίας, 60.000 -115.000 παιδιά κάτω των 15 ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες ανταποκρίνονται στα διαγνωστικά κριτήρια του αυτισμού (American Academy of Neurology, 2000). 

Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 4.000-5.000 παιδιά και ενήλικα άτομα με κλασικό αυτισμό και 20.000-30.000 με αυτιστικού τύπου διαταραχές ανάπτυξης (Τσόρμπα, 2007). Στην ιστοσελίδα του παιδαγωγικού ινστιτούτου, που περιέχει το αναλυτικό πρόγραμμα για τα παιδιά με αυτισμό, αναφέρεται ότι η συχνότητα εμφάνισης του αυτισμού στο γενικό πληθυσμό κυμαίνεται από 2 έως 11 άτομα ανά 10.000 άτομα. 

Ο αυτισμός έχει οργανική βάση και είναι το αποτέλεσμα μιας νευρολογικής διαταραχής που επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου. Συναντάται τέσσερις φορές περισσότερο στα αγόρια από ό,τι στα κορίτσια. Διεθνώς παρατηρείται το παράδοξο φαινόμενο ότι τα 2/3 των ατόμων με αυτισμό είναι άνδρες και το 1/3 γυναίκες. Η Εταιρεία Προστασίας Αυτιστικών Ατόμων κατέγραψε 657 περιπτώσεις παιδιών με αυτισμό σχολικής ηλικίας (Καργανάκης, 2004).

Ο αυτισμός εισήχθη στην επιστήμη από τον L. Kanner το 1943 και σύμφωνα με τις σύγχρονες απόψεις αναφέρεται σε νευροαναπτυξιακό σύνδρομο, που εμφανίζεται σε πρώιμο στάδιο της ζωής του ανθρώπου (κατά τα 3 πρώτα έτη). Η μορφή έκφρασης των συμπτωμάτων του αυτισμού και ο βαθμός σοβαρότητας τους ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση του κάθε ατόμου. Γι’ αυτό το λόγο συνήθως αναφερόμαστε στο «φάσμα του αυτισμού» που περιλαμβάνει πολλές περιπτώσεις. 

Για παράδειγμα ο αυτισμός που συνοδεύεται από νοητική καθυστέρηση, αλαλία, ή σοβαρές καθυστερήσεις στην γλωσσική ανάπτυξη και ομιλία αποκαλείται αυτισμόςτύπου Kanner ή κλασικός αυτισμός, ενώ ο αυτισμός που χαρακτηρίζεται από σχετικά υψηλή λειτουργικότητα, με ακέραιες τις γλωσσικές δεξιότητες και τη νοημοσύνη ονομάζεται σύνδρομο Asperger (Frith, 1994). Ένας άλλος τύπος αυτισμού είναι και το σύνδρομο Rett που συναντάται κυρίως στα κορίτσια. Στα παιδιά με το σύνδρομο αυτό υπάρχουν περίοδοι τυπικής ανάπτυξης που ακολουθούνται από τη σταδιακή απώλεια των ήδη κεκτημένων δεξιοτήτων.

Κοινά χαρακτηριστικά των παιδιών με αυτισμό είναι η απουσία ή βλάβη της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, της επικοινωνίας και της ανάπτυξης της φαντασίας που με τη σειρά της οδηγεί στην αδυναμία ανάπτυξης του συμβολικού παιχνιδιού. 

Όσον αφορά στο παιχνίδι, κάποια από τα κριτήρια διάγνωσης του αυτισμού, όπως καταγράφονται στο ICD-10 (Διεθνής Ταξινόμηση των Ασθενειών, 10η έκδοση, 1987) και στο DSM-IV (Εγχειρίδιο Διαγνωστικής και Στατιστικής, 4η έκδοση, Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, 1994) είναι η έλλειψη ποικίλου, αυθόρμητου παιχνιδιού με παίξιμο ρόλων ή κοινωνική μίμηση, ανάλογου με το αναπτυξιακό επίπεδο, καθώς και οι καθυστερήσεις ή η ανώμαλη λειτουργικότητα πριν την ηλικία των 3 ετών στην ανάπτυξη συμβολικού ή φανταστικού παιχνιδιού. (Peeters, 2000). Επίσης ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι το περιορισμένο, άκαμπτο και επαναλαμβανόμενο ρεπερτόριο δραστηριοτήτων και ενδιαφερόντων. Οι άνθρωποι με αυτιστικές διαταραχές δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον κόσμο και έχουν δυσκολία να μάθουν από εμπειρίες. Βρίσκουν δύσκολο να οργανωθούν σε θέματα που αφορούν το χώρο και το χρόνο. 

Πάντως η βλάβη στην κοινωνική αλληλεπίδραση είναι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτής της διαταραχής (Wing, 2000). Επίσης, είναι σημαντικό ότι το 75% των παιδιών με αυτισμό παρουσιάζουν νοητική καθυστέρηση με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αναπτύξουν τις γνωστικές τους δεξιότητες και να δυσκολεύονται να ξεπεράσουν τα προβλήματα που αναφέρθηκαν.

Χαρακτηριστικό της κοινωνικής ανάπτυξης στον αυτισμό δεν είναι τόσο η αποφυγή ή η αντίσταση στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, όσο η υποκείμενη έλλειψη κοινωνικού ενδιαφέροντος και αντίληψης. 

Επίσης, παρατηρείται μια χαρακτηριστική έλλειψη αμοιβαιότητας στα πλαίσια της κοινωνικής αλληλεπίδρασης με τους συνομηλίκους. Ένα παιδί τυπικής ανάπτυξης στέλνει σήματα λεκτικά ή μη λεκτικά όταν θέλει να πάρει, να δώσει ή να μοιραστεί ένα παιχνίδι, το παιδί όμως με αυτισμό δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τι σημαίνουν τα σήματα αυτά και οποιαδήποτε αντίδραση από τη μεριά του στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ακατάλληλη, ενώ στη χειρότερη θα είναι αντίθετη από αυτό που θέλει. 

Επομένως πολλά παιδιά με αυτισμό μπορεί να επιτρέπουν να τους παίρνουν τα παιχνίδια χωρίς αντίσταση και αντίστοιχα μπορεί να πάρουν απλώς αυτό που θέλουν, άσχετα με το ποιος το χρησιμοποιεί εκείνη τη στιγμή. Εν συντομία αν ένας συνομήλικος ξεκινήσει μια κοινωνική πράξη, το παιδί με αυτισμό μπορεί να μην την αναγνωρίσει ως τέτοια. Επομένως δε θα την αναπτύξει σε κοινωνική συνδιαλλαγή με νόημα.

Τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης μαθαίνουν κοινωνικές δεξιότητες ώστε να συμμετέχουν ή να απομακρύνονται από το παιχνίδι με άλλους. Ο πιο κοινός τρόπος για να μπει ένα παιδί σε μια ομάδα είναι να κοιτάξει τι κάνουν οι άλλοι, να παίξει για λίγο δίπλα αντιγράφοντας αυτό που κάνουν οι άλλοι και σταδιακά να μπει στο παιχνίδι. Τα παιδιά με αυτισμό δε μαθαίνουν από την απλή ανάμειξη με τους άλλους. Πρέπει να εκπαιδευτούν συγκεκριμένα στη μίμηση, στο πώς να προσέχουν και τι να προσέχουν, όταν παρατηρούν.
Οι επιπτώσεις της κοινωνικής διαταραχής των παιδιών με αυτισμό στη ανάπτυξή τους προκαλούν διάφορα προβλήματα και δυσκολίες στους εξής τομείς (Jordan, Powell 2000, 
33-36):

Στην κοινωνική κατανόηση. 
Το παιδί με αυτισμό δεν αναγνωρίζει ότι ο άλλος μπορεί να μην ξέρει αυτό που το ίδιο ξέρει και έτσι δε θα σκεφτεί ότι πρέπει να μεταφέρει τις απαραίτητες πληροφορίες. Η βασική έλλειψη κοινωνικής κατανόησης δημιουργεί δυσκολίες στη σκέψη και στη μάθησή τους. Η έλλειψη της κοινωνικής κατανόησης επεξηγείται στη θεωρία του νου. Τα παιδιά με αυτισμό δε μπορούν να διαβάσουν τη συμπεριφορά και τα πρόσωπα και να κάνουν υποθέσεις για το τι σκέφτονται και αισθάνονται οι άνθρωποι. Δεν έχουν ανεπτυγμένη τη θεωρία του νου ώστε να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα και τις προθέσεις πίσω από αυτό που κυριολεκτικά βλέπουν.

Στη μίμηση. 
Το παιδί με αυτισμό δε μπορεί να ξεπεράσει την αρχική εξάρτηση από τον ενήλικα και αυτό οδηγεί σε δυσκολίες στην ανεξαρτητοποίηση και στην αδυναμία να προκαλέσει κοινωνική αλληλεπίδραση κατά βούληση. Τα παιδιά αυτά μπορούν να μιμηθούν με ακρίβεια. Το πρόβλημα είναι η ποιότητα της μίμησης η οποία είναι ακριβές αντίγραφο αυτού που μιμούνται. Η μίμηση πρέπει να είναι ενεργός και δημιουργική και ποτέ ακριβής αντιγραφή. Στον αυτισμό, όμως, έχει μια παρασιτική ιδιότητα: το άτομο αναπαράγει ό,τι ακριβώς αντιλαμβάνεται. Η προβληματική αυτή μίμηση οδηγεί σε δυσκολίες αλληλεπίδρασης και διαπραγμάτευσης με τον κόσμο.

Στη συνδυασμένη προσοχή. 

Τα παιδιά με αυτισμό σπάνια επιχειρούν να μοιραστούν παιχνίδια ή να κατευθύνουν την προσοχή του ενήλικα δείχνοντας ή κοιτώντας αντικείμενα. Αδυνατούν να μοιραστούν αυθόρμητα το αντικείμενο προσοχής με ένα ενήλικα και δεν τραβούν την προσοχή σε αυτό που κάνουν. 
Διαθέτουν λίγες στρατηγικές για να συντονίσουν την προσοχή τους με εκείνη των άλλων. Αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στη διδασκαλία και στη μάθηση (Kasari/ Freeman/ Pararella, 2006).

Στη βλεμματική επαφή

Μια βασική λειτουργία που συμβάλει στην ανάπτυξη των κοινωνικών συμπεριφορών είναι η βλεμματική επαφή. Τα παιδιά με αυτισμό παρουσιάζουν αποκλίνουσα βλεμματική επαφή. Χαρακτηριστικό τους είναι η απόκλιση στην αμοιβαία ποιότητα της οπτικής επαφής και όχι απλώς η αποφυγή βλέμματος.  Τα παιδιά με αυτισμό που χρησιμοποιούν το βλέμμα δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν κατάλληλα για επικοινωνία. Κοιτούν άλλοτε πολύ κοντά, ή πολύ μακριά από τα μάτια του άλλου και άλλοτε δεν τον κοιτάνε καθόλου. Η στέρηση του βλεμματικού παιχνιδιού του μικρού παιδιού με τη μητέρα στα πρώτα χρόνια της ζωής έχει σοβαρές επιπτώσεις και στο παιχνίδι των παιδιών αυτών. Το παιχνίδι τους δεν εξελίσσεται φυσιολογικά. Στο ελεύθερο παιχνίδι τους, για παράδειγμα, δεν μπορούν να συσχετίσουν το χαμόγελο με την οπτική επαφή, ώστε να δείχνουν επικοινωνιακή πρόθεση και να χαμογελούν ανταποκρινόμενα στο χαμόγελο της μητέρας τους (Williams, 2003).

Στη δημιουργία σχέσεων με συνομηλίκους. 

Πολύ λίγα άτομα με αυτισμό δημιουργούν προσωπικές σχέσεις με συνομηλίκους. Απουσιάζει το συνεργατικό παιχνίδι με τα άλλα παιδιά. Επίσης απουσιάζει και η ικανότητα ενσυναίσθησης και αυτό οδηγεί, καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά αυτά σε ολοένα και μεγαλύτερη απομόνωση. Τα παιδιά αυτά αδυνατούν να δημιουργήσουν φιλίες και έτσι στερούνται και τις βασικές κοινωνικές δεξιότητες που εδραιώνονται μέσω των φιλιών.

Στο κοινωνικό και συμβολικό παιχνίδι

Χαρακτηριστικό των παιδιών με αυτισμό είναι οι φτωχές δεξιότητες παιχνιδιού. Συνήθως χειρίζονται απλώς τα παιχνίδια, χωρίς να αναπτύσσουν λειτουργικό ή συμβολικό παιχνίδι. 

Το παιχνίδι τους είναι στερεότυπο και επαναλαμβανόμενο. Ακόμη και στα πιο ικανά, τα οποία αναπτύσσουν κάποια μορφή λειτουργικού παιχνιδιού ή ακόμη και παιχνιδιού προσποίησης, αυτό είναι στερεότυπο και επαλαμβανόμενο. Το κοινό παιχνίδι είναι σπάνιο ή ανύπαρκτο, εκτός από εκείνο με σωματική επαφή και κίνηση. Στη συνέχεια θα γίνει αναλυτικότερη περιγραφή του παιχνιδιού των παιδιών αυτών.

Τέλος, όπως αναφέρθηκε, τα παιδιά με αυτισμό, εξαιτίας της διαταραγμένης τους κοινωνικότητας, αντιμετωπίζουν και δυσκολίες στην επικοινωνία. Κάποια παιδιά μένουν σε όλη τους τη ζωή χωρίς λόγο, ενώ άλλα μπορεί να έχουν καλές γλωσσικές δεξιότητες. Ανεξάρτητα όμως από το επίπεδο της γλωσσικής ικανότητας, όλα τα παιδιά με αυτισμό πάσχουν από μια διαταραχή επικοινωνίας. 

Στον αυτισμό η γλώσσα εξελίσσεται χωρίς το παιδί να έχει αντίληψη της χρήσης της για επικοινωνία και χωρίς να κατανοεί το πώς μπορούν οι άλλοι να χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να δημιουργήσουν μια ποικιλία σημασιών πέρα από την κυριολεκτική σημασία των λέξεων και των προτάσεων. Λόγω της ανεπάρκειας στην κατανόηση της επικοινωνίας η γλώσσα του παιδιού με αυτισμό τείνει να χρησιμοποιείται για ένα πολύ στενό φάσμα σκοπών, κυρίως για να διατυπώνονται αιτήματα. Συχνά είναι μη παραγωγική, αφού δε στηρίζεται στα λεχθέντα των άλλων, ούτε έχει σχέση με το πλαίσιο. Το παιδί με αυτισμό προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνουν οι λέξεις, παρά τι εννοεί ο ομιλητής, ερμηνεύει τους ιδιωματισμούς και το σαρκασμό κυριολεκτικά και χωρίς να καταλαβαίνει το νόημα. 

Ένα χαρακτηριστικό πρόβλημα της γλώσσας των παιδιών με αυτισμό είναι και η ηχολαλία, η αντιγραφή δηλαδή, αυτού που άκουσαν από άλλους είτε αμέσως είτε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ακόμη και ετών. Η ηχολαλία μπορεί να ερμηνευτεί ως ένας τρόπος με τον οποίο το παιδί με αυτισμό προσπαθεί να επικοινωνήσει, να πει κάτι που θέλει (Jordan, 2000).

3 www.nas.org.uk

πηγή: 
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 
ΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ

ΓΚΑΡΑΝΗ ΣΤΕΛΛΑΣ
Με ΘΕΜΑ:
«Αυτισμός και παιχνίδι – μια πιλοτική έρευνα της καταγραφής και διερεύνησης των απόψεων εκπαιδευτικών, εκπροσώπων ειδικοτήτων (εκπαιδευτικών, λογοθεραπευτών, εργοθεραπευτών, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών) και γονέων για τη χρήση του παιχνιδιού στην εκπαίδευση και θεραπεία των παιδιών με αυτισμό»

Πινακας :http://www.amiria.co.nz/artist/ncea-level-3-painting-folio/

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΜΥΘΟΣ



Για τον Barthes ο «μύθος» είναι ο τρόπος σκέψης μιας κουλτούρας, το πώς αυτή αντιλαμβάνεται, κατανοεί και ερμηνεύει κάποιες πλευρές της πραγματικότητας. Ως έννοια είναι συγγενής της συμπαραδήλωσης καθώς και οι δύο αναφέρονται στην αλληλόδραση μεταξύ του σημείου και του χρήστη – μέλους κουλτούρας που το χρησιμοποιεί.

Οι μύθοι έχουν ως κύρια χαρακτηριστικά μια δυναμική και μια προσαρμοστικότητα που τους καθιστούν λιγότερο ή περισσότερο ισχυρούς αναλόγως των μεταβαλλόμενων συνθηκών (εποχή, κοινωνία κτλ) μέσα στις οποίες κινούνται.(20)

Δίνουν μορφή στην κυρίαρχη ιδεολογία. Περιγράφουν πολιτιστικές και κοινωνικές αξίες και στάσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να τις μετατρέπουν σε γεγονότα, «φυσικά», «λογικά» και τελικά αποδεκτά.

Μέσω μιας ιδιότυπης μάλλον διαδικασίας το νόημα, που είναι προ-εγγεγραμμένο στη συλλογική συνείδηση ως γνώση, μνήμη, ιδέες, παίρνει μορφή μέσα από την οργάνωσή του με σημεία και κώδικες σχηματίζοντας ένα μύθο.

Ο μύθος, λοιπόν, μετατρέπει το πολιτιστικό σε φυσικό, τα κοινωνικά σημεία σε γεγονότα. Η σημειωτική ανάλυση πολιτιστικών μύθων που εκφράζονται και αναπαράγονται μεταξύ άλλων και μέσω της διαφήμισης, δε συνίσταται παρά στην αποσυναρμολόγηση των σημείων και των κωδίκων που τους συνθέτουν, καθώς και στην έρευνα του κατά πόσο και με ποιο τρόπο κάποιες αξίες και στάσεις αναδεικνύονται ή αντίθετα παραγκωνίζονται.

Ένα έξοχο όχημα αναπαραγωγής και συντήρησης πολιτιστικών μύθων είναι η φωτογραφία

 Βιβλιογραφία
.20 Barthes R., «Μυθολογίες», Ράππα, Αθήνα, 1979

Πηγή:
Διπλωματική Εργασία
 με θέμα:
«Ο οπτικός πολιτισμός μέσα από τη σημειολογία της έντυπης διαφήμισης»
Φοιτήτρια:
 Παπασημακοπούλου Θάλεια
πίνακας: Cornelius Fraenkel

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Από τη ζωή ενός Άντρα στην Αρχαία Αθήνα 1



Η Εμφάνιση

Στην Αθήνα η μέρα αρχίζει όπως στη φύση, με την ανατολή του ήλιου. Στον Αθηναίο δεν άρεσε η τεμπελιά. Πλούσιος ή φτωχός, σηκωνόταν μόλις φώτιζε η μέρα. Αλλιώς ούτε ήταν δυνατό. Η ζωή της Αθήνας ήταν έτσι ρυθμισμένη, που εκείνος που θα επέτρεπε στον εαυτό του να τεμπελιάσει τις πρώτες ώρες της μέρας δεν θάβρισκε κανέναν στο σπίτι.
Όταν ο Ιπποκράτης ήθελε να περάσει από τον Σωκράτη να τον πάρει για να κάνουν μαζί μια επίσκεψη στον Πρωταγόρα, που είχε έρθει στην Αθήνα, πήγε στον Σωκράτη πριν από την ανατολή του ήλιου, κι όπως λέει ο Πλάτωνας "έκανε μεγάλη φασαρία χτυπώντας τη θύρα με ένα ραβδί".
Ο Σωκράτης κοιμόταν. Ο Ιπποκράτης τον σήκωσε απ' το κρεβάτι και επέμεινε να πάνε χωρίς καθυστέρηση. Αλλά ο φιλόσοφος του απάντησε: "Όχι, είναι πολύ νωρίς. Να πάμε όταν φέξει".
Μόλις φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Καλλία, όπου είχε καταλύσει ο Πρωταγόρας. Όταν όμως έφτασαν εκεί, βρήκαν το σπίτι γεμάτο καλεσμένους. Ο Πρωταγόρας έκανε περίπατο στη στοά μαζί με τον Καλλία και τους ακολουθούσε μια ομάδα ξένων, που είχαν έρθει από άλλες πόλεις, ακολουθώντας τα ίχνη του Πρωταγόρα. Στην άλλη άκρη της στοάς ένας άλλος σοφιστής, ο Πρόδικος, ήταν ακόμα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με την κουβέρτα στο δωμάτιο, που είχε μετατραπεί σε κοιτώνα εξαιτίας των πολλών καλεσμένων, και συζητούσε κι αυτός για κάτι, αλλά ο Σωκράτης δεν κατάφερε να μάθει για ποιο πράγμα γινόταν λόγος γιατί ο Πρόδικος μιλούσε πάρα πολύ σιγανά.
Έτσι, λοιπόν, ο Αθηναίος έκανε τις επισκέψεις του την αυγή. Η πρωινή προετοιμασία των Αθηναίων δεν ήταν και τόσο πολύπλοκη. 'Έπλεναν μονάχα το πρόσωπο και τα χέρια, έπειτα ντύνονταν και έβγαιναν.

Η Ενδυμασία

Συνήθως πιστεύουν ότι οι Έλληνες ντύνονταν στα λευκά, αλλά αυτή η γνώμη είναι λαθεμένη. Το πλήθος στην Αθήνα παρουσίαζε μια εικόνα πολύ γραφική, που δεν έμοιαζε καθόλου με μια μονότονη πομπή λευκών μορφών. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, κάποτε μάλιστα από πολλά χρώματα (ειδικότερα η ενδυμασία των νέων) : πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο. 
 
Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Ο χιτώνας δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, μα αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. 

Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια. Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μονάχα για το αριστερό χέρι, ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο. Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη. 
 
Ένα ιμάτιο για να θεωρείται σεμνό έπρεπε να καλύπτει τα γόνατα, αλλά να μη φτάνει ως τους αστράγαλους. Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ' το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ' τους ώμους και τις πλάτες. Αυτή η πελερίνα ονομαζόταν χλαμύδα και τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια. Στην Αθήνα η χλαμύδα ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας.

Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο. Οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ' την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη Βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί τον Πλάτωνα ή τον Δημοσθένη να διασχίζει την Αγορά με κάλυμμα στο κεφάλι. Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ. ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού.

Τα Υποδήματα

Στα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα 'δεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν κι άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσε ο Αθηναίος όταν πήγαινε επίσκεψη ή ήταν καλεσμένος σε τραπέζι. Ακριβώς η υπόδηση ήταν το αντικείμενο όπου εκδηλωνόταν η φαντασία των κομψών Αθηναίων. Μας είναι γνωστοί μερικοί τύποι υποδημάτων που συνδέονται με το όνομα ορισμένων προσώπων. ΟΙ Αθηναίοι είχαν να λένε για τα "υποδήματα του Αλκιβιάδη", και για τα "άρβυλα του Ιπποκράτη". Γενικά τα υποδήματα γίνονταν από δέρμα, αλλά κάποτε τα έφτιαχναν κι από πίλημα, όπως τα καλύμματα της κεφαλής. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι. Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι. 
 
Σχετικά με το στίλβωμα των υποδημάτων έφτασε ως εμάς το εξής διασκεδαστικό ανέκδοτο: ένας Αθηναίος συναντήθηκε στο δρόμο με έναν γνωστό του και παρατήρησε ότι τα υποδήματά του ήταν θαυμάσια στιλβωμένα. Απ' αυτό έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο φίλος του περνάει οικονομικές δυσκολίες και ήταν υποχρεωμένος να λουστρίζει μόνος του τα υποδήματά του, γιατί ένας δούλος δεν θα του τα λούστριζε ποτέ τόσο καλά. 
 
Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα γυρνούσαν ξυπόλητοι. Οι δρόμοι όμως είχαν τέτοιες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να προφυλάγει κανένας τα πόδια του. Άλλωστε αυτό ήταν και ζήτημα διάθεσης και συνήθειας. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους. Ο Σωκράτης δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα. 

Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι κι ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα. Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια. Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, η τελευταία λέξη της κομψότητας, για να εκφραστούμε έτσι, που ολοκλήρωνε την εμφάνιση του Αθηναίου. Ούτε περνούσε από το μυαλό ενός σεβαστού πολίτη να βγει στο δρόμο χωρίς ραβδί. Έτσι ο Αθηναίος ήταν έτοιμος να βγει. Δεν του έμενε παρά το πρόγευμα. 

Το φαγητό τού έτρωγε πολύ λίγο χρόνο. Μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί, αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό του φαγητό. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα ελαττώματά του, η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά. Ύστερα απ' αυτό το πρόγευμα, ο Αθηναίος έβγαινε στην πόλη. Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μετέφεραν τα ψώνια ή θα πήγαιναν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος, τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι αν δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί έστω κι έναν δούλο, θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα - πρώτα θα κατευθυνθεί.

Η Κόμη

Οι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. τα έκοβαν έτσι που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά να μη φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, σαν τον Αλκιβιάδη π.χ., είχανε μακριούς Βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ' τους κομψευόμενους νέους, Βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι, αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.


Τα Κουρεία

Οι Αθηναίοι για να βοηθούν το μεγάλωμα των μαλλιών τα άλειφαν με λάδι ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες. Τον 6ο αιώνα οι άντρες είχαν μακριούς βοστρύχους, αλλά μετά τη μάχη του Μαραθώνα άρχισαν να τους κόβουν πιο κοντούς. Αργότερα, μετά τον Αλέξανδρο το Μεγάλο, ξύριζαν τα μουστάκια και τα γένια. Οι Έλληνες δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. 

Έπειτα ο κουρέας τούς περιποιόταν τα χέρια κι όταν τελείωνε έδινε στον πελάτη έναν καθρέφτη για να θαυμάσει τον εαυτό του, έτσι ακριβώς όπως κάνουν οι κουρείς στις μέρες μας. Τον καιρό που ο κουρέας έφτιαχνε τη ν κόμη ενός πελάτη, οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους φλυαρώντας για όλα. χάρη σ' αυτό τον τρόπο ζωής, οι κουρείς έγιναν εξαιρετικά κοινωνικοί. 

Ήταν κατατοπισμένοι για όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά, που τα διέδιδαν και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Δεν είναι παράξενο που είχαν τη φήμη ότι ήταν φλύαροι και αθυρόστομοι Ο πρώτος άνθρωπος που έφερε στην Αθήνα την είδηση της καταστροφής στη Σικελία ήταν ένας κουρέας από τον Πειραιά. Είχε μάθει τη θλιβερή είδηση από το δούλο ενός λιποτάκτη και χωρίς να αργήσει άφησε το κουρείο κι έτρεξε με μια ανάσα στην Αθήνα, από φόβο μην τον προλάβει κανένας άλλος. Στην πόλη, όπου δεν ήξεραν τίποτε, η είδηση προκάλεσε μεγάλη ανησυχία. Ο κόσμος περικύκλωσε τον κουρέα και άρχισε να τον ξεψαχνίζει, μα αυτός δεν ήξερε ούτε το όνομα εκείνου που του είχε ανακοινώσει το τραγικό νέο.

 Οι πολίτες αγανακτισμένοι άρχισαν να φωνάζουν: "0 ψεύτης στην ανάκριση!", "στα Βασανιστήρια!". Ο φουκαράς ο κουρέας είχε δεθεί κιόλας στον τροχό, όταν κατά καλή του τύχη έφτασαν κάμποσοι οπλίτες που είχαν γλιτώσει από το μακελειό και επιβεβαίωσαν την τρομερή αλήθεια. Αναστατωμένοι οι Αθηναίοι από τη φοβερή είδηση, σκόρπισαν στα σπίτια τους για να κλάψουν τους χαμένους τους συγγενείς και ξέχασαν τον κουρέα. Άφησαν δεμένο τον αγγελιοφόρο των κακών ειδήσεων. 

Τον θυμήθηκαν αργά τη νύχτα. Αλλά όταν ο δήμιος ήρθε να τον λύσει, η πρώτη ερώτηση που του έθεσε ο κουρέας ήταν αν υπήρχε, Καμιά είδηση για τον Νικία, κι αν είναι γνωστό πως πέθανε. Οι κουρείς ήταν ενήμεροι για όλα τα νέα και μιλούσαν για τα πάντα. "Πώς θέλετε να σας κουρέψω;", ρώτησε ο κουρέας το Βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο. "χωρίς πολλές κουβέντες", απάντησε ο Βασιλιάς. 

πηγή:
: http://sgtogias.tripod.com/articles/ancientathens.html
πίνακας Giorgio de Chirico
 

Από τη ζωή ενός Άντρα στην Αρχαία Αθήνα 2



Στην οικογένεια


Στο σπίτι

Ο Αθηναίος αφού χορτάσει συζήτηση πηγαίνει στο σπίτι του για φαγητό. Τρώει ή κάτω από μια σκεπασμένη στοά ή στην εσωτερική αυλή, μαζί με την οικογένειά του. Μετά το φαγητό ξεκουράζεται ή ίσως διαβάζει. Στη Βιβλιοθήκη του βρίσκονται τα έπη του Ομήρου ο πάπυρος είναι παλιός και σκοροφαγωμένος καθώς και τα έργα των ξακουστών ποιητών. Κάθε χειρόγραφο φυλάγεται μέσα σ' ένα μετάλλινο σωλήνα με κάλυμμα. Σ' ένα ξεχωριστό ράφι βρίσκονται οι λόγοι των ρητόρων και των φιλοσόφων, καθώς και τα έργα των ιστορικών. Όλα έχουν αντιγραφεί με μεγάλη φροντίδα από τους αντιγραφείς. Έτσι, λοιπόν, αν θέλει να διαβάσει, ο Αθηναίος έχει από πού να διαλέξει. Μετά το φαγητό δεν κοιμάται. Γενικά ο ύπνος δεν κατέχει μεγάλη θέση στη ζωή του. Του αρέσει πάρα πολύ η ζωή σ' όλες τις εκδηλώσεις της και δεν χάνει με τον ύπνο περισσότερο χρόνο από ό,τι είναι απόλυτα απαραίτητο.

Το φαγητό

Τώρα δεν του έμεινε πια παρά μόνο να συμφωνήσει μια χορεύτρια, αυλητές και ένα μάγειρα, έναν απ' αυτούς τους τεχνίτες που έμαθαν στις Συρακούσες την τέχνη της παρασκευής φαγητού. Τους μαγείρους μπορούσε να τους Βρει κανείς κάθε μέρα σε ένα ορισμένο μέρος της αγοράς. 

'Έπαιζαν ρόλο αρκετά σημαντικό στη ζωή της πόλης, αν κρίνουμε από το πλήθος τις ειρωνείες που αφθονούν στις αρχαίες κωμωδίες. Ο τύπος του μάγειρα είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς της ελληνικής κωμωδίας. Τον παρουσιάζουν σαν ψεύτη, κλέφτη, φαγά και φαφλατά. Ο Ξενοφώντας ήταν αγανακτισμένος από το πλήθος των λεπτεπίλεπτων φαγητών που μαγείρευαν στον καιρό του, ο Πλάτωνας έδιωξε, χωρίς δισταγμό, από την Πολιτεία του όλους τους μαγείρους. 

Οι Σπαρτιάτες λογάριαζαν ίσως πως το λεπτό γούστο για το φαγητό οδηγεί στην εξασθένηση του κράτους, γι' αυτό δεν έπαιρναν παρά μόνο μάγειρους που μαγείρευαν τα πιο απλά φαγητά από κρέας, ενώ εκείνους που δοκίμαζαν να καθιερώσουν καινούργια φαγητά τούς έδιωχναν από την πόλη. Αφού τελείωνε όλες τις δουλειές, δηλαδή ανάμεσα στις 1011 το πρωί, ο Αθηναίος κατευθυνόταν σε μια από τις στοές που ήταν γύρω από την αγορά, όπου συναντιόταν με τους φίλους του.




Το γεύμα

Στο σπίτι όλα ήταν έτοιμα και δεν περίμεναν παρά την άφιξη των καλεσμένων. Τραπέζια, λεκάνες, μαξιλάρια, στεφάνια, τάπητες, ψωμιά, αρώματα, γυναίκες, ζαχαρωτά, πίτες, κουλούρια, χορεύτριες. Γλυκόψωμα και του Αρμόδιου τα τραγούδια. Στη διάρκεια του γεύματος ο οικοδεσπότης συνήθως είναι ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ η γυναίκα του κάθεται σε σκαμνί. Τα παιδιά εμφανίζονται στα επιδόρπια και στέκονται όρθια ή κάθονται, ανάλογα με την ηλικία τους και τις συνήθειες της οικογένειας. Αλλά σ' ένα τραπέζι με καλεσμένους τα μέλη της οικογένειας δεν παρουσιάζονται. παίρνουν μπρος μονάχα οι άντρες, γιατί η συζήτηση θα είναι ή φιλοσοφική, επομένως ακατανόητη για τις γυναίκες και τα παιδιά, ή καθαρά αντρική, επομένως ακατάλληλη για τα αυτιά των γυναικών.

 Στο "Συμπόσιο" του Πλάτωνα, η Διοτίμα, μια ξένη από τη Μαντίνεια, έγινε δεκτή μόνο στο κατώφλι της θύρας, απ' όπου σαν καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν, μπορούσε να διακόπτει τις φαντασίες του Αριστοφάνη με τις ευφραδέστατες παρεμβάσεις της κι αυτό μονάχα γιατί στη χώρα της είχε το αξίωμα της μάντισσας. Όσο για τις συνηθισμένες καλεσμένες στα συμπόσια που παριστάνονται συχνά στα αγγεία, η θέση κι ο ρόλος τους είναι έξω από κάθε αμφιβολία. 

Οι γυναίκες αποζημιώνονται όμως στο γυναικωνίτη, όπου τα ζαχαρωμένα φρούτα και τα γλυκά των ζαχαροπλαστών της Κρήτης, της Σάμου και της Αθήνας τιμούνταν εξαιρετικά. Κάθε μαγείρισσα ετοίμαζε γλυκίσματα για τα Θεσμοφόρια και τις άλλες γιορτές, ενώ οι αξιοσέβαστες κυράδες τα κατανάλωναν σε μεγάλες ποσότητες με τη συντροφιά των γνωρίμων τους, που είχαν έρθει επίσκεψη στο σπίτι τους. Για τους Έλληνες ήταν αδιανόητο να φάνε μόνοι. 

Ο Πλούταρχος λέει ότι το να φάει κανείς μόνος του "δεν σημαίνει να γευματίσει, αλλά να γεμίσει το στομάχι του σαν τα ζώα". Γι' αυτό, εκτός της πρόσκλησης καλεσμένων, υπήρχαν διάφοροι τρόποι να φάει κανείς με συντροφιά: οργάνωναν συμπόσια στα οποία οι συνδαιτυμόνες συνέβαλαν εξίσου ή ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Αυτά τα συμπόσια γίνονταν σε νοικιασμένες αίθουσες ή στο σπίτι μιας εταίρας. 

Κάποτε κάθε συνδαιτυμόνας έφερνε το φαγητό του στο καλάθι. Τα προγράμματα του φαγητού δεν ήταν υπερβολικά. Σε μια κωμωδία λέγεται ότι ένα τραπέζι στην Αθήνα είναι πολύ ωραίο στην εμφάνιση, μα δεν χορταίνει ένα πεινασμένο στομάχι. Στους Διαλόγους του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα οι συνδαιτυμόνες δεν συζητούν καθόλου για τα φαγητά. Το κλασικό ιδανικό της Αττικής απαιτούσε το φαγητό να προσφέρεται ωραία αλλά να μην είναι πολύ. Να είναι τόσο όσο χρειάζεται για να καταπραΰνει μια κανονική πείνα, γιατί το κύριο δεν ήταν το φαγητό αλλά η συντροφιά των συνδαιτυμόνων και οι συζητήσεις.


Τα Γυμνάσια

Αφού ξεκουραστεί, ο Αθηναίος κατευθύνεται προς ένα από τα τρία μεγάλα δημόσια γυμνάσια των προαστίων της Αθήνας: το Λύκειο, την Ακαδημία, το Κυνοσάργες. Τα γυμνάσια ήταν μεγάλα, επιβλητικά, με σκιερούς διαδρόμους, με ευρείες στοές, λουτρά και άλλα διαμερίσματα προορισμένα γι, τον αθλητισμό, τις επιστημονικές απασχολήσεις και την ανάπαυση. 

Γενικά τα γυμνάσια αποτελούνταν: από το εφηβείο, μια αίθουσα προορισμένη για τις γυμναστικές ασκήσεις της νεολαίας. τα λουτρά, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι επισκέπτες του γυμνασίου. τα αποδυτήρια, μια αίθουσα όπου οι παλαιστές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, μι, άλλη αίθουσα όπου "πασπάλιζαν" το σώμα τους με λεπτή άμμο, για να μπορούν να πιάνονται εύκολα στη διάρκεια της πάλης. τους διαδρόμους, σκεπαστούς και ξεσκέπαστους για περίπατο και τρέξιμο. Οι λεγόμενες ξυστές (δηλαδή διάδρομοι στιλβωμένοι) ήταν κάτι διάδρομοι σκεπαστοί, πιο ψηλά στις πλευρές, που ήταν προορισμένοι για περιπάτους, ενώ το κεντρικό μέρος, που ήταν πιο χαμηλό, προοριζόταν για ασκήσεις όταν ο καιρός ήταν ακατάλληλος και το χειμώνα. 

Όλοι αυτοί οι χώροι περιβάλλονταν με στοές, με καθίσματα και εξέδρες, μερικές αίθουσες ημικυκλικές, σκεπαστές ή ξεσκέπαστες, όπου οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες έκαναν μαθήματα και συζητήσεις. Ο Αθηναίος δεν μετείχε υποχρεωτικά στις αθλητικές ασκήσεις, αλλά παρακολουθούσε, σχολίαζε και χειροκροτούσε. Οι γεροντότεροι πολίτες δεν ξεχνούσαν, φυσικά, να διηγηθούν τι θαυμάσιοι αθλητές ήταν στα νιάτα τους και παραπονούνταν για την αδυναμία των σημερινών. Οι θεατές μαζεύονταν ομάδες - ομάδες και συζητούσαν διάφορα προβλήματα. Κάποιος σχεδιάζει κάτι με το ραβδί στον άμμο, εξηγώντας στους γύρω του μια πρωτότυπη ιδέα. Στο κέντρο μιας άλλης ομάδας ένα άτομο σιμό και άσχημο αναλύει με τόνο ειρωνικό τι είναι προτιμότερο: να είσαι ψεύτης από άγνοια ή να είσαι συνειδητός ψεύτης. 

Ο σιμός είναι ο Σωκράτης. Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας εκθέτει, με νέα ύφος διαλεχτό, τις φιλοσοφικές του θεωρίες, μπροστά σ' ένα ακροατήριο από θαυμαστές και αντιπάλους κάθε ηλικίας. Στο Λύκειο, στο μέρος που λέγεται "Περίπατος", ένας άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι και φανερή κλίση προς την κομψότητα, συζητεί σε μια γλώσσα όχι τόσο ωραία, μα πολύ καθαρή και εκφραστική, τις θεμελιακές αρχές της πολιτικής, της ηθικής, της ποίησης και της λογικής. Ο ομιλητής είναι ο Αριστοτέλης. 

Στο γυμνάσιο ο Αθηναίος περνάει μια ή δυο ώρες. Πριν από το γεύμα θέλει να λουστεί, γι' αυτό κατευθύνεται προς το λουτρό. Το λουτρό είναι ένα κτίριο πολύ σεμνό, ένα απλό δωμάτιο με ένα καζάνι για το νερό και πολλά αγγεία. Οι επισκέπτες αλείφονταν πρώτα σ' όλο το σώμα με ελαιόλαδο ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες, έπειτα έξυναν το κορμί μ' έναν ειδικό ξύστη από ορείχαλκο (στλεγγίδα) και ξεπλένονταν με νερό. 'Έτσι τελείωνε το λουτρό κι ο Αθηναίος θα μπορούσε να ντυθεί και να φύγει, αν δεν είχε διάθεση να καθυστερήσει λιγάκι και να μιλήσει με τον άνθρωπο του λουτρού, που, όπως κι ο κουρέας, ήταν μια ζωντανή εφημερίδα και ο οποίος ήξερε συχνά για τους πελάτες του περισσότερα απ' ό,τι ήξεραν κι αυτοί οι ίδιοι για τον εαυτό τους. 

πηγή:
: http://sgtogias.tripod.com/articles/ancientathens.html
πίνακας Giorgio de Chirico

Aπό τη ζωή ενός Άντρα στην Αρχαία Αθήνα 3






Οι σχέσεις με την κοινωνία


Στους Έλληνες δεν άρεσε να σιωπούν. ήταν εξαιρετικά κοινωνικοί. Σ' ένα ελληνικό τραγούδι, όπου απαριθμούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη ευτυχία, μετά την υγεία, την ομορφιά και τον πλούτο ακολουθεί η φιλία. χωρίς τη φιλία δεν υπάρχει χαρά, γιατί η φιλία στολίζει τη ζωή. Φυσικά ο χαρακτήρας της φιλίας ποίκιλλε ανάλογα με την ηλικία και τις κλίσεις. Εκτός από την αληθινή φιλία, που τόσο ποθούσε ο Σωκράτης, στους Έλληνες άρεσε ανείπωτα να φλυαρούν για όλα τα μικροπράγματα. Γιατί, άλλωστε, μαζεύονταν στα κουρεία και στα αρωματοπωλεία; Αλλά και η φλυαρία είχε όρια, που τα καθόριζαν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς. Όποιος ξεπερνούσε αυτά τα όρια έβγαζε τη φήμη ότι είναι αθυρόστομος κι ο κόσμος άρχιζε να τον κοροϊδεύει.

Οι Χαιρετισμοί

Όταν συναντιόντουσαν δυο γνωστοί χαιρετιόνταν με μια κίνηση του χεριού. Δεν ταίριαζε να υποκλιθείς, να προσκυνήσεις κάποιον, γιατί οι περήφανοι πολίτες της Αθήνας θα το θεωρούσαν αυτό υπόλειμμα του καιρού της τυραννίας. Οι Αθηναίοι έδιναν το χέρι μονάχα όταν ορκίζονταν ή στους επίσημους αποχωρισμούς. Ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν "Χαίρε!", που συνοδευόταν ορισμένες φορές από μια παρατήρηση για τον καιρό. Είναι γνωστοί επίσης και άλλοι τύποι χαιρετισμών: "Υγίαινε!", "Τα ωφέλιμα εργάζου!", "Εργάζου και ευτύχει!".

Η Συμπεριφορά

Οι Αθηναίοι ήταν πολύ απαιτητικοί στα ζητήματα της καλής συμπεριφοράς. Δεν τους άρεσαν οι νευρικοί ή οι βιαστικοί και δεν υπέφεραν την υπεροψία. Την έπαρση, το αλαζονικό περπάτημα, οι Αθηναίοι τα κατέκριναν. μα δεν επαινούσαν και το βιαστικό περπάτημα. Δεν θεωρούνταν αξιοπρεπές για έναν άντρα να ρίχνει το βλέμμα του παντού, όπως δεν θεωρούνταν ωραίο να βαδίζει κανείς με τα μάτια χαμηλωμένα στη γη και με ύφος λυπημένο. Συνεπώς, είναι άπρεπο να βαδίζεις γρήγορα και να μιλάς δυνατά. Κατά τον Αριστοτέλη, ένας που σέβεται τον εαυτό του κινείται ήσυχα, μιλάει σιγανά κι ήρεμα. Ο Θεόφραστος χαρακτηρίζει έτσι τον ανάγωγο.

Συζητήσεις

Μετά τους καθιερωμένους χαιρετισμούς, ο Αθηναίος μιλούσε με τους φίλους και τους γνωστούς για την πολιτική, σχολίαζε τα τελευταία νέα ή μπλεκόταν σε φιλοσοφικές συζητήσεις, αν είχε τέτοια κλίση. Συνήθως οι συναντήσεις και οι συζητήσεις γίνονταν στα αρωματοπωλεία και στα κουρεία. Και τα υποδηματοποιεία ήταν επίσης κατάλληλος χώρος για συναντήσεις, μια φορά μάλιστα ο Σωκράτης μπήκε σ' έναν τεχνίτη που έφτιαχνε χάμουρα για να τελειώσει μια συζήτηση. Η επίσκεψη στα καταστήματα είχε γίνει μια συνήθεια τόσο διαδεδομένη, που ο Δημοσθένης σ' ένα λόγο του κατηγορεί έναν Αθηναίο για "ακοινώνητο", γιατί "δεν μπαίνει ποτέ σε κουρεία, αρωματοπωλεία και άλλα καταστήματα". Ο προτιμούμενος τόπος συναντήσεων ήταν, αναμφισβήτητα, τα κουρεία. Ο Αθηναίος κουρέας μπορούσε να περηφανευτεί για την πλατιά και πολύπλευρη πείρα του. Οι άντρες, όπως και οι γυναίκες, έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν τη λευκότητά τους.


Η αγορά

Ο Αθηναίος θα περάσει από τις κιονοστοιχίες που στολίζονται με τα αγάλματα των επιφανών ανδρών της πόλης και θα φτάσει μπροστά στην αγορά τροφίμων. Στις ελληνικές πόλεις η αγορά δεν ήταν ένας τόπος αποκλειστικά για τους εμπόρους. Στην αγορά της Αθήνας Βρίσκονταν τα κύρια δημόσια καταστήματα: η Βουλή, τα δικαστήρια, οι ναοί, το αρχείο, καθώς και δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες. Οι αγρότες της Αττικής πάνε στην αγορά πριν ξημερώσει σαλαγώντας γίδια και κατσίκια, ή κουβαλώντας σ' ένα ξύλο στηριγμένο στον ώμο λαγούς και τσίχλες με τις φτερούγες γυρισμένες προς το ράμφος. 

Οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων που ήταν γύρω από την πόλη, έστελναν τα προϊόντα τους για ανταλλαγή. Από τον Πειραιά και το Φάληρο έφταναν ψαράδες. στα καλάθια τους έφερναν τόνο, από τον Εύξεινο Πόντο χέλια, που τα αγαπούσαν πάρα πολύ οι Αθηναίοι, και μπαρμπούνια από το Αρχιπέλαγος. Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπάει στον καθαρό πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το τουρσί, την ώριμη μελιτζάνα, το πηγμένο αίμα, το κρασί, την πρασινάδα, κι απ' τις αρμάθες των ζεστών κουλουριών, που τραβούν τη ματιά των πεινασμένων αγοραστών. Ο θόρυβος σε ξεκουφαίνει. το πλήθος κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. 

Ο Αριστοφάνης μας παρουσιάζει μέσα σ' αυτό το πλήθος έναν αλλαντοπώλη που πουλάει ζεστά λουκάνικα με την τάβλα κρεμασμένη από το λαιμό και μερικούς "επόπτες" της αγοράς, τους ονομαζόμενους αγορανόμους, που παρακολουθούν αν τηρούν οι έμποροι τις διατάξεις του νόμου. Αυτοί φροντίζουν τα ψωμιά να είναι όσο χρειάζεται μακριά και να μην καταβρέχουν οι έμποροι τα ψάρια με νερό. Οι φτωχές γυναίκες ήρθαν με φύλλα για πίτες ή με στεφάνια από λουλούδια. Στο μέρος πάλι που πουλούν τα οπωρικά και τα λαχανικά μπορεί να δει κανείς τη μάνα του Ευριπίδη, που, όπως μας διαβεβαιώνει ο Αριστοφάνης, ήταν μια απλή λαχανοπώλισσα. Πουλούσε σουσάμι, κρεμμύδια, όσπρια και σύκα. 


Η αγορά είναι τακτοποιημένη με ένα ορισμένο σχέδιο. Για κάθε λογής προϊόντα είχαν καθορίσει ειδικούς χώρους. Ο αγοραστής ξέρει πού ακριβώς θα βρει ψωμί και ψάρια, τυρί σε πλεχτά καλαθάκια, λαχανικά και λάδι, ξέρει πού θα βρει να συμφωνήσει μια χορεύτρια ή μάγειρα για ένα συμπόσιο. Αν θέλει να συναντηθεί με τους φίλους του στην αγορά, θα τους πει με βεβαιότητα: "στο ιχθυοπωλείο" "στο τυροπωλείο" "στα σύκα".

 Οι πωλητές κι οι πραματευτάδες άπλωναν το εμπόρευμά τους στο ύπαιθρο ή σε μερικές παράγκες από κλαδιά ή καλάμια πλεχτά, που το απόγευμα τις χαλούσαν. Γύρω από την αγορά ήταν πολλά καταστήματα που κατείχαν ειδικά κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιοί και οινοπώλες. Πολύ κοντά σ' αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι.

 Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου. Αργότερα (αρχίζοντας από τον 5ο αιώνα) στις ελληνικές πόλεις οικοδομήθηκαν ειδικά κτίρια για αγορές. Τον καιρό του Περικλή υπήρχε στην Αθήνα μια αίθουσα για αλεύρι στον Πειραιά, ένα κτίριο όπου είχαν εκτεθειμένα δείγματα εμπορευμάτων. Η γυναίκα, αν ήταν πλούσια ή και απλώς εύπορη, δεν πήγαινε ποτέ στην αγορά ούτε έστελνε τις υπηρέτριές της. Όλα τα ψώνια τής τα έκανε ο άντρας. Συχνά μπορούσε να δει κανείς έναν στρατιώτη, πάνοπλο, να αγοράζει σαρδέλες ή σύκα. Δεν συναντήθηκε η Λυσιστράτη με μερικούς αξιωματικούς του ιππικού, που είχαν γεμίσει τις περικεφαλαίες τους με βραστά λαχανικά; 

Όπως είπαμε, στη ζωηρή αγορά της Αθήνας μπορούσαν να συναντηθούν κάθε λογής άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί. Να ένας ανάπηρος, πελάτης του ρήτορα Λυσία που ζει με τη σύνταξη που του πληρώνει το κράτος. Γύρω του έχουν μαζευτεί μερικοί πλούσιοι νέοι. Τα καυστικά, τα δηκτικά του αστεία τούς διασκεδάζουν. Ένας χωριάτης κουβαλάει στην πλάτη ένα σακί, μέσα από το οποίο ακούονται να γρυλίζουν μερικά γουρουνάκια. τώρα παραμέρισε από το δρόμο για να περάσει ένας στρατηγός. Δαμαστές φιδιών συναγωνίζονται με τους ιδιοκτήτες άλλων εξημερωμένων ή άγριων ζώων. μια ομάδα εύθυμων θεατών πηγαίνουν από τους θαυματοποιούς και τους ταχυδακτυλουργούς σ' αυτόν που καταπίνει σπαθιά και αναμμένα ξύλα. 

Τα αγαλματάκια από οπτή γη (τερακότα) μας παρουσιάζουν ορισμένους συνηθισμένους τύπους των ελληνικών δρόμων: Ένας μάγειρας δούλος με ξυρισμένο κεφάλι κρατάει με το ένα χέρι ένα πινάκιο και με το άλλο βάζει κάτι στο στόμα. Άλλοι μάγειροι φορτώνουν από την αγορά κουνέλια και καλάθια με σταφύλια. Ένας χωριάτης κατέβηκε στην πόλη. Ο δρόμος είναι μακρύς, γεμάτος σκόνη, ο ήλιος καίει αλύπητα κι ο προβλεπτικός οδοιπόρος πήρε μαζί του ένα αγγείο με νερό. Τυλιγμένο με φροντίδα με τη χλαμύδα, ένα παιδάκι κάνει περίπατο κρατώντας το χέρι μιας γριάς και καμπούρας παραμάνας. Ένα κοριτσάκι βαδίζει μαζί με τη μητέρα του. σηκώνει το κεφάλι προς αυτήν και τη ρωτάει για όλα όσα βλέπει γύρω του. Για να μη χαθεί κρατιέται από την άκρη του ιματίου της μητέρας του. Πηγαίνοντας από τον ένα έμπορο στον άλλο, ο Αθηναίος διαλέγει τα τρόφιμα και τα στέλνει στην κατοικία του με το δούλο. 

Ο αέρας είναι γεμάτος από τις φωνές των πραματευτάδων που διαλαλούν τα εμπορεύματά τους: "άιντε στο ξίδι", "αγοράστε λάδι!", "ξεχάσατε να πάρετε κάρδαμο!", "νέε μου, ορκίζομαι στην Αφροδίτη πως η αγαπημένη σου στολισμένη με το στεφανάκι αυτό, θα γίνει ακόμα ομορφότερη!", "κρέας ψητό, μισός οβολός το κομμάτι!". Κάθε πράγμα και κάθε άνθρωπος έχουν τιμή. Σε μερικές συνοικίες μπορείς να βρεις ό,τι υπάρχει για πούλημα στην Αθήνα: "Σύκα, συκοφάντες, σταφύλια κι αχλάδια, γογγύλια, τριαντάφυλλα, εφευρέσεις, μούσμουλα και μήλα. Κοιλιά βραστή φρέσκο τυρί και μέλι, γλυκό, μπιζέλια και ψηφοδόχες, μύρτο, υάκινθο και μάρτυρες για δίκη". Όποιος επιθυμεί μπορεί να ντυθεί από το κεφάλι ως τα πόδια και μάλιστα εδώ, στην αγορά.

 Ο έμπορος των έτοιμων ενδυμάτων πουλάει για δώδεκα δραχμές (το πιο μικρό ασημένιο νόμισμα στην Αθήνα ήταν ο οβολός. Έξι οβολοί έκαναν μια δραχμή. Μια μνα είχε εκατό δραχμές. Εξήντα μνες κάναν ένα τάλαντο, που δεν ήταν πια νόμισμα αλλά μονάδα μέτρησης και υπολογισμού) το ιμάτιο και για οκτώ δραχμές ο υποδηματοπώλης προσφέρει κάθε χρώματος σανδάλια. Ο πιο ενδιαφέρων όμως κι ο πιο ελκυστικός τομέας της αγοράς ήταν τα ιχθυοπωλεία. 

Η αδυναμία των Αθηναίων ήταν το ψάρι, όχι το κρέας. Απ' όλους τους πραματευτάδες, οι πιο ανεξάρτητοι ήταν οι ιχθυοπώλες, για να μην πούμε οι πιο αυθάδεις. Ένας κωμωδιογράφος τους ονομάζει "ληστές", ένας άλλος "λωποδύτες της νύχτας"... Ζητούν για το εμπόρευμά τούς όσα θέλουν. Αν τους απαντήσεις ότι είναι πολύ ακριβά, ακούς να σου λένε κοφτά: "Αυτή είναι η τιμή, αν δεν σου αρέσει, δρόμο!". Δεν θα δίσταζαν να ζητήσουν ακόμα πιο μεγάλη Τιμή αν κατάφερναν να κρατήσουν τα ψάρια φρέσκα. Αλλά οι προνοητικοί αγορανόμοι δεν τους επιτρέπουν να τα Βρέξουν με νερό. Όταν όμως φοβάται μη του χαλάσει το ψάρι, ο ψαράς Βιάζεται να το πουλήσει και δεν ζητάει εξαιρετικά μεγάλη Τιμή. 

Μια μέρα ένας Αθηναίος ζαλίστηκε και λιποθύμησε στην αγορά. 'Ένας ιχθυοπώλης ήθελε να τον Βοηθήσει για να συνέλθει κι έχυσε απάνω του ένα αγγείο με νερό. Πράγματι ο διαβατής συνήλθε, αλλά όταν ο έμπορος άδειασε το αγγείο με το νερό, ράντισε όλους τους γειτόνους κι όλους όσοι Βρέθηκαν εκεί τυχαία. Οι αγορανόμοι που ήρθαν τρέχοντας διαπίστωσαν ότι και το δοχείο με τα ψάρια γέμισε ως τη μέση νερό και τα ψάρια ζωντάνεψαν κι άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Αυτή τη φορά η παράβαση των νόμων είχε ελαφρυντικά και στους αγορανόμους δεν έμεινε τίποτε άλλο να κάνουν, παρά μόνο να τον διατάξουν να αδειάσει αμέσως το νερό από το δοχείο, πράγμα που έκανε. ο έμπορος είχε πετύχει άλλωστε το σκοπό του! Ο περαστικός που είχε λιποθυμήσει τα 'χε συμφωνήσει για δύο οβολούς!

 Για να πουλιέται όσο το δυνατόν πιο φρέσκο το ψάρι, ο ερχομός στην αγορά ενός κάρου φορτωμένου ψάρια γινόταν γνωστός στους Αθηναίους με το χτύπημα μιας ειδικής καμπάνας. Διηγούνται πως την ώρα που ένας μουσικός έπαιζε ορισμένα τραγούδια για μια ομάδα φίλων που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του, το οποίο Βρισκόταν κοντά στην αγορά, ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας του ψαράδικου. .Όλοι οι φίλοι σηκώθηκαν ευθύς και τρέξαν για την αγορά, εκτός από ένα μισόκουφο γέρο. Ο μουσικός πλησίασε τον γέροντα τότε και του είπε: "Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ, είσαι ο μόνος άνθρωπος που τηρείς τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς και δεν με εγκατέλειψες στο άκουσμα της καμπάνας". "Τι είναι;" του απάντησε ο γέρος. "Είπες ότι ακούστηκε η καμπάνα του ψαράδικου; Ευχαριστώ! Καλή αντάμωση". Κι έφυγε βιαστικός, ακολουθώντας τα ίχνη των άλλων. 

Τις πρώτες ώρες του πρωινού ο Αθηναίος λογάριαζε ότι δεν έπρεπε να λείψει από την αγορά. Αν δεν περίμενε ξένους, περιοριζόταν να αγοράσει τα συνηθισμένα τρόφιμα που ο δούλος τα πήγαινε στο σπίτι. Αν όμως είχε καλεσμένους τα πράγματα μπερδεύονταν. Τα ψάρια, το κρέας, τα λαχανικά έπρεπε να διαλεχτούν με ξεχωριστή φροντίδα. 

πηγή: http://sgtogias.tripod.com/articles/ancientathens.html
πίνακας Giorgio de Chirico

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Aπό τη ζωή ενός Άντρα στην Αρχαία Αθήνα 4



Η διασκέδαση


Το συμπόσιο

Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα. Αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά (το φαγητό που προτιμούσε ο Ηρακλής ήταν ζωμός από μπιζέλια), ήταν ταυτόχρονα "φαγητό των φτωχών" και γι' αυτό σ' ένα τραπέζι με καλεσμένους δεν ταίριαζε να προσφέρεις ζωμό. Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά: τη συνταγή για τις σάλτσες μάς τη μετέδωσε ο Αριστοφάνης: "... χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξίδι, χύσε ακόμα λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές". 

Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας. Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι. Μερικά φαγητά των Ελλήνων μάς φαίνονται το λιγότερο παράξενα. Να ένα απόσπασμα του Αθήναιου στο οποίο περιγράφει το πρόγραμμα φαγητού ενός γεύματος: "Εμφανίστηκαν χέλια χοντρά και σχεδόν σκεπασμένα στο αλάτι, έπειτα ένα θαυμάσιο χέλι, από το οποίο δεν θα παραιτούνταν ούτε οι θεοί. 'Έφεραν ένα μεγάλο στομάχι ψαριού στρογγυλό σαν τον ουρανό. Όταν τελειώσαμε με το στομάχι του ψαριού, μας φέρανε κάτι πινάκια: το ένα είχε ένα κομμάτι σκυλόψαρο, το άλλο παχιά σουπιά, το τρίτο χταπόδι και πολύποδες ζεστούς". Σ' αυτό το μέρος του φαγητού δεν έπιναν κρασί. 

Οι Αθηναίοι προτιμούσαν να πιουν κρασί μετά το φαγητό. Άλλωστε το κρασί μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό αν ήταν ανακατεμένο με κρίθινο αλεύρι και τριφτό τυρί. Αυτό το μείγμα ονομαζόταν κυκεώνας και ήταν το ποτό που προτιμούσαν οι Έλληνες. Οι δούλοι έφερναν ξανά νερό, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια, έπειτα οι δούλοι σήκωναν τα κόκαλα και τα αποφάγια. Τώρα έφερναν άλλα τραπέζια φορτωμένα επιδόρπια και κρασιά. Άρχιζε το τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, γέμιζαν τα κύπελλα κρασί με την ευχή "υγίαινε" και περνούσαν στο δεύτερο μέρος του γεύματος. 

Τα επιδόρπια ήταν νωποί και ξηροί καρποί, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, γλυκές και αλμυρές πίτες, το καύχημα της Αττικής. Οι πίτες αυτές ήταν φτιαγμένες από μέλι, τυρί και λάδι. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε το φαγητό που ονομαζόταν μυτλωτός, μια πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα. Αυτό το μέρος του γεύματος λεγόταν συμπόσιον. Τώρα έπιναν κρασί, "γλυκό και αρωματικό, που είχε τη μυρουδιά των λουλουδιών. Είναι ευχάριστο να πίνεις κρασί, το γάλα της Αφροδίτης", να συζητάς, να τραγουδάς, να διηγείσαι λογής-λογής περιστατικά, να ακούς μουσική, να παρακολουθείς τους χορούς. 

Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ακούν θλιβερές συζητήσεις στο τραπέζι. Ανάμεσα στις συνηθισμένες διασκεδάσεις των τραπεζιών ήταν και τα αινίγματα. Εκείνος που δεν ήξερε να απαντήσει τιμωρούνταν να πιει ένα κύπελλο κρασί. Να μερικά από τα αινίγματα αυτά: 1. Αν δεν μου πεις τίποτε, λες τ' όνομά μου. μα αν προφέρεις το όνομά μου ω θαύμα! Τότε δεν θα με μαντέψεις. (Η σιωπή). 2. Είμαι το σταχτόχρωμο παιδί ενός λαμπερού πατέρα. πουλί χωρίς φτερά υψώνομαι ως τους ουρανούς. μόλις γεννήθηκα και σκόρπισα αμέσως στον αέρα. (0 καπνός). 3. Όταν με κοιτάς σε κοιτώ και γω, μα δεν σε Βλέπω γιατί δεν έχω μάτια. όταν μιλάς, κοιτάζοντάς με, ανοίγω και γω το στόμα και κινώ τα χείλη, αλλά σιωπηλά, γιατί φωνή δεν έχω. (Ο καθρέφτης).


Μουσική-Χορός

Από τα πιο παλιά χρόνια η μουσική και ο χορός δεν έλειπαν από τα συμπόσια. Αργότερα (5ο-4ο αιώνα) για τη διασκέδαση των καλεσμένων συμφωνούσαν επαγγελματίες ηθοποιούς που ερμήνευαν σκηνές από τον Όμηρο αοιδούς, χορεύτριες, αυλητές. Τραγουδούσαν κι οι καλεσμένοι όλοι μαζί ή με τη σειρά. Ο Πλούταρχος μας λέει ότι το κλαδί της μυρτιάς περνούσε από χέρι σε χέρι. Αυτός που το έπαιρνε έπρεπε να τραγουδήσει παίζοντας λύρα, αν, βέβαια, ήταν σε θέση. Προς το τέλος του συμποσίου ο αριθμός των συνδαιτυμόνων που ήξεραν να τραγουδούν ήταν συνήθως μεγαλύτερος από ό,τι στην αρχή. 

Επίσης δεν υπήρχε συμπόσιο χωρίς κότταβο, ένα παιχνίδι που το έφεραν από τη Σικελία. Κάθε συνδαιτυμόνας άφηνε στο κύπελλο λίγο κρασί, το οποίο έχυνε σε καθορισμένο μέρος. Ενώ άδειαζε το κύπελλο έλεγε από μέσα του ή δυνατά το όνομα της γυναίκας που αγαπούσε. Ο ήχος του χυνόμενου υγρού λεπτότερος ή χοντρότερος καθώς και η ακριβής ή λιγότερο ακριβής επιτυχία του καθορισμένου στόχου, ήταν δείκτες αν το αγαπώμενο πρόσωπο συμμεριζόταν τα αισθήματά του. Κάποτε το κρασί το έχυναν στο δίσκο μιας ζυγαριάς, που έπρεπε να κατεβεί ως ένα ορισμένο σημείο ή να γκρεμίσει ένα σωρό αντικείμενα που ήταν στημένα από κάτω σε σχήμα πυραμίδας. 

Οι συνδαιτυμόνες εξέλεγαν έναν "πρόεδρο" του συμποσίου που επέβλεπε την τήρηση της τάξης. Αυτός αποφάσιζε πόσο κρασί θα πιουν και την ποιότητά του. Οι Έλληνες έπιναν με μέτρο. Να πιει κανείς κρασί χωρίς να το ανακατεύει με νερό, θεωρούνταν κατά τη γνώμη τους βάρβαρη συνήθεια. Μια κωμωδία λέει: Το πρώτο κροντήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ευχαρίστηση, το τρίτο ύπνο κι αφού το πιεις πρέπει να πας στο σπίτι σου. Το τέταρτο κροντήρι φέρνει αυθάδεια, το πέμπτο ουρλιαχτά, το έκτο φασαρία στους δρόμους, το έβδομο ένα μελανιασμένο μάτι, το όγδοο κλήση στο δικαστήριο. 

Ο Αριστοφάνης το λέει συγκεκριμένα: "Δεν είναι καλά να μπεκρουλιάζεις. μόλις πιεις πιο πολύ, μπαίνεις σε ξένες αυλές, ξυλοκοπάς και κάποιον. Ύστερα σαν συνέλθεις πληρώνεις τα σπασμένα". Ο Εύηνος ο Πάριος προσθέτει: "Για τον Βάκχο το καλύτερο μέτρο είναι η εγκράτεια ούτε πιο πολύ ούτε πιο λίγο. Αλλιώς μας οδηγεί στη μανία ή στη θλίψη". Παρ' όλα αυτά, οι συγγραφείς που αναφέραμε δεν τολμούν να παρουσιάσουν τους Έλληνες εγκρατείς στο ποτό. Δεν λέει τυχαία το ελληνικό ρητό: "Όποιος πίνει νερό δεν θα κάνει τίποτε σοφό". και για να αναγκάσουν τους πολύ διστακτικούς καλεσμένους να κατανικήσουν το δισταγμό τους υπάρχει ένα άλλο ρητό: "Πίνε ή φύγε". 

Το κρασί το ανακάτευαν σε αναλογία δύο μέρη νερό και ένα κρασί ή τρία μέρη νερό κι ένα κρασί. Το κρασί που ήταν ανακατεμένο με τρία μέρη νερό θεωρούνταν πολύ αδύνατο και το έλεγαν "ποτό για τα βατράχια". Παρά τα προληπτικά μέτρα που αναφέραμε, ο Αθηναίος όταν γύριζε από ένα συμπόσιο δεν μπορούσε να περηφανευτεί ότι είναι σε θέση να σταθεί γερά στα πόδια του κι ότι δεν έχει ανάγκη από συνοδεία. Τους καλεσμένους που δεν είχαν υπηρέτες για να τους κρατούν, τους οδηγούσαν συνήθως στο σπίτι τους με ένα φανάρι, γιατί το δείπνο άρχιζε μετά τη δύση του ήλιου και τέλειωνε όταν σκοτείνιαζε για καλά. Το καλοκαίρι το κρασί το ανακάτευαν με πάγο που έφερναν από τα βουνά και τον διατηρούσαν σε άχυρα και κουρέλια. Γι' αυτό το θέμα υπάρχει κι ένα ανέκδοτο: ένας συγγραφέας τραγωδίας ρώτησε την εταίρα με την οποία έτρωγε μαζί πώς τα καταφέρνει να κρατάει τόσο κρύο το κρασί. "Το τυλίγω με τους προλόγους σου", του απάντησε η εταίρα. 
 
Πηγή: http://sgtogias.tripod.com/articles/ancientathens.html

πινακαs

Giorgio de Chirico,

Aπό τη ζωή ενός Άντρα στην Αρχαία Αθήνα 5


Η πολιτική πραγματικότητα


Οι Βιοτέχνες

Θα 'ταν απλοϊκό να πιστέψει κανείς ότι όλοι οι Αθηναίοι περνούσαν μια άνετη ζωή... Μέχρι τώρα έγινε λόγος μονάχα για τους ευκατάστατους. Εντελώς διαφορετική ήταν η κατάσταση των πολυάριθμων Αθηναίων βιοτεχνών. Βαδίζουν για να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στη δουλειά, να εργασθούν σκληρά ως τη δύση του ήλιου για να κερδίσουν το ψωμί της μέρας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ούτε καιρό ούτε χρήματα για να μπουν στο κουρείο. Αυτοί δεν παίρνουν μέρος ούτε στις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται στις στοές.

 Η τύχη τούς έγραψε να εργάζονται σκληρά κάθε μέρα, από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. Τα παιδιά τους δεν τα διαπαιδαγωγούν παιδαγωγοί, τις γυναίκες τους δεν τις περιβάλλει η ευεργετική ησυχία του γυναικωνίτη. Βοηθούν το σύζυγο ή το γονιό στη σκληρή καθημερινή πάλη. Ο συναγωνισμός της φτηνής δουλειάς των δούλων έριχνε όλο πιο χαμηλά την τιμή των προϊόντων των ελεύθερων βιοτεχνών. Ακόμη πιο σκληρή ήταν η ζωή των απόρων, που ο αριθμός τους ήταν αρκετά μεγάλος στην Αθήνα.

Οι Φτωχοί

Η βασική τροφή των φτωχών ήταν το κριθάρι: ζωμός από κριθάρι, πίτες με κριθάλευρο και κρίθινα ψωμιά. Τους άρεσαν οι πηχτοί ζωμοί με μπιζέλια ή φακές, κι αγόραζαν φτηνά αλλαντικά. Ο Αριστοφάνης κατηγορεί τους αλλαντοποιούς ότι χρησιμοποιούν κρέας από σκυλί ή από γαϊδούρι, αλλά ας ελπίσουμε ότι ο ποιητής ήταν υπερβολικός. Το κρέας και το άσπρο ψωμί σπάνια εμφανίζονταν στο τραπέζι των φτωχών. Αντίθετα οι φτωχοί έτρωγαν πολλά αλατισμένα ψάρια φερμένα από τον Εύξεινο Πόντο. Έπιναν φτηνό κρασί νερωμένο, αλλά συνήθως έμεναν ευχαριστημένοι μονάχα με το νερό. 

Η Σπάρτη διέφερε εντελώς από την Αθήνα κι από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες τρέφονταν με πιο πρωτόγονες και πιο χοντρές τροφές, μ' έναν παχύ χυλό από μπιζέλια το ζωμό που ήταν το φαγητό που προτιμούσαν. "Μπορείς να φας μέλανα ζωμό" λέει ειρωνικά σ' ένα Σπαρτιάτη ένα πρόσωπο μιας χαμένης κωμωδίας του Αριστοφάνη. Διηγούνται πως ένας Συβαρίτης, που έτυχε σ' ένα σπαρτιατικό γεύμα, είπε: "Αληθινά οι Σπαρτιάτες είναι οι πιο γενναίοι άνθρωποι. Κάθε άλλος θα προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει, παρά να ζήσει όπως αυτοί". "Τα συσσίτια των Σπαρτιατών αποτελούνταν από το μέλανα ζωμό", Βραστό χοιρινό κρέας, κρασί, πίτα γλυκιά και ψωμί από Βρώμη. τα δάχτυλα τα σκούπιζαν με τα ψίχουλα του ψωμιού. Αν θα πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ήταν απαραίτητη μια ειδική αγωγή για να εκτιμήσει κανείς αυτό το ζωμό, που τόσο αγάπησαν οι Σπαρτιάτες. 

Ο Διόνυσος, ο τύραννος των Συρακουσών, αγόρασε ένα μάγειρα από τη Σπάρτη και του έδωσε εντολή να του παρασκευάσει το γνωστό φαγητό. Όμως δεν κατάφερε να καταπιεί ούτε την πρώτη κουταλιά και την έφτυσε. Τότε ο μάγειρας του είπε: "Για να δοκιμάσεις αυτό το φαγητό πρέπει να κάνεις σπαρτιατική γυμναστική και να κολυμπήσεις στον Ευρώτα". Επειδή η πλειοψηφία των Ελλήνων εκείνης της εποχής δεν έκανε κάτι τέτοιο, ο σπαρτιατικός ζωμός δεν είχε καμιά επιτυχία, εκτός από τη Σπάρτη βέβαια. Η καθημερινή ζωή των Αθηναίων πολιτών, η εύθυμη και γεμάτη χαρές για ορισμένους, η Βαριά και θλιβερή για τους άλλους, κυλούσε με την καθορισμένη τάξη, κάτω απ' τον ήρεμο ουρανό της Αττικής, μέχρι τότε που οι τρομερές θύελλες των πολέμων αναστάτωναν την πόλη.

Οι Πόλεμοι

Οι δρόμοι ερήμωναν. Στην Αγορά Βασίλευε ησυχία. Οι γυναίκες και τα παιδιά κρύβονταν από το φόβο στους γυναικωνίτες περιμένοντας θλιβερές ή χαρούμενες ειδήσεις. Κάτω απ' τις στέγες των στοών οι γέροι με τις κατάλευκες γενειάδες κλωθογύριζαν αναμνήσεις για τους αγώνες που έκαναν στα νιάτα τους, κριτικάροντας την τακτική των στρατηγών, και σκέφτονταν τι θα 'φερνε στα παιδιά τους ο καινούργιος πόλεμος: δόξα ή πρόωρο χαμό στα μακρινά πεδία των μαχών. Μα αν από μακριά οι πόλεμοι έρχονταν κοντά, αν ο εχθρός, συντρίβοντας τον αθηναϊκό στρατό, επέδραμε στην Αττική, η πόλη γνώριζε τότε τη δυστυχία, τα ερείπια, την πείνα και συχνά το μαζικό χαμό και την υποδούλωση των αγαπημένων. 

Πηγή:

Οι φάκελοι του Στέλιου

file:///D:/Documents%20and%20Settings/Lampros/%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%20%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%82/ancientathens.html#02
Πίνακας: De Chirico
de De Chirico
de De Chirico

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Οι άνδρες φοβούνται τον ψυχολόγο!





Από την επαγγελματική μου εμπειρία, αυτό που έχω αποκομίσει τόσα χρόνια, είναι η άρνηση των ανδρών να επισκεφτούν ένα ψυχολόγο ή θεραπευτή, ακόμα και αν η κατάστασή τους ατομικά και οικογενειακά είναι χάλια. Σύμφωνα λοιπόν με τις στατιστικές ένας στους 10 άνδρες πάσχει από κατάθλιψη, γεγονός που οι ίδιοι δυσκολεύονται να το αποδεχθούν και να παραδεχτούν ότι είναι δυστυχισμένοι, καθώς η κοινωνία απαιτεί από αυτούς να κρατούν πάντα τον ρόλο τον οποίο τους έχει αποδώσει, δηλαδή να κρατούν την εξουσία σαν παντοδυναμία στην ζωή τους και την ζωή των άλλων. Αυτή την θέση κρατούν επίσης όταν το παιδί τους, ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας παρουσιάζει πρόβλημα, με κίνδυνο η κατάσταση να επιδεινωθεί και το μικρό πρόβλημα να γίνει ανυπέρβλητο. 
 
Τα βασικά σλόγκανς που ακούμε από το στόμα του άνδρα είναι “ Τι θα μου πει εμένα ο ειδικός” “ Δεν πιστεύω εγώ αυτά, δεν πιστεύω στην ψυχολογία”. Αυτή την θέση την κρατάν τόσο οικογενειάρχες και όσο και οι ελεύθεροι άνδρες. 
 
Προσπαθώντας να ερμηνεύσω αυτή την στάση, άρχισα να πιστεύω ότι οι άνδρες είναι θύματα το κοινωνικού τους ρόλου. Ότι είναι θύματα της ιδέας που έχουν για αυτούς, δηλαδή της ικανότητας που η κοινωνία τους αποδίδει σαν αρσενικά, τα οποία σύμφωνα με τον κοινωνικό ρόλο τους πρέπει να τα καταφέρνουν όλα, όπου μια ελάχιστη αίσθηση δυσκολίας ή αναζήτηση βοήθειας μπορεί να μαρτυρήσει την ανεπάρκειά τους και να αισθανθούν μειωμένοι απέναντι στην γυναίκα και τα παιδιά τους. 
 
Στην άρνηση αυτή διακρίνω δύο σκέλη,
από την μια,
άρνηση να αποδεχτούν το πρόβλημα τους.
και από την άλλη
άρνηση να αποδεχτούν ότι κάποιος θα τους συμβουλεύσει. 
 
Από την μια λοιπόν η παραδοχή του προβλήματος, κατά την γνώμη τους, αποτελεί αδυναμία. Από την άλλη η αποδοχή του ειδικού σαν το άτομο που θα τους συμβουλεύσει, θεωρείται σαν άσκηση εξουσίας και σαν υποταγή απέναντί του, δηλαδή αποδοχή, επίσης της αδυναμίας τους. 
 
Με την έκφραση “τι θα μου πει εμένα ο ειδικός” αντιλαμβάνομαι ότι ο άνδρας μπαίνει σε κατάσταση σύγκρισης με τον ειδικό ή την ειδικό και σε αυτή την σύγκριση νιώθει μειωμένος. Άρα ο σκοπός του είναι να μην βρεθεί σε μια τέτοια θέση.

Η άλλη έκφραση “ Δεν πιστεύω εγώ στην ψυχολογία” δείχνει ένα πνεύμα ανωτερότητας, μια απαίτηση από τον εαυτό να μην αναγνωρίσει το πρόβλημά του, μη αναγνωρίζοντας μια επιστήμη, που σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη του ψυχικού κόσμου του ιδίου και των άλλων.

Πια σχέση έχει αυτή η στάση του άνδρα απέναντι στο ψυχολόγο, ή την ψυχολόγο με την έννοια του ανδρισμού του;. 
 
Πόσο μπορεί να νομίζει ότι μειώνεται σαν άνδρας στα μάτια τα δικά του και στων άλλων, όταν αποδέχεται το πρόβλημά του;

Εκείνο που μπορώ να πω στους άνδρες, είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιώ σε αυτές τις περιπτώσεις, με τον μηχανικό αυτοκινήτων. Δηλαδή όταν ένας άντρας σηκώνεται το πρωί και πάει να βάλει μπρος στο αυτοκίνητό του και δεν παίρνει, το πρώτο που θα κάνει είναι να ανοίξει το καπό και να δει αν μπορεί να διορθώσει το πρόβλημα μόνος του. Αν τα καταφέρει τότε όλα είναι καλά, αν όμως το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, τότε είναι αναγκασμένος να φωνάξει το μηχανικό. Σε αυτή την περίπτωση δεν νιώθει μειωμένος και ανώριμος, αντίθετα η ενέργειά του μπορεί να θεωρηθεί σωστή και ώριμη. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, όταν ένα ψυχικό πρόβλημα δεν μπορούμε να το λύσουμε μόνοι μας, τότε πρέπει να απευθυνθούμε στο ειδικό.

Επίσης εκείνο που μπορώ να πω στους άνδρες είναι, ότι η παραδοχή ενός προβλήματος, ή μιας δυσκολίας δεν αποτελεί μια μορφή αδυναμίας, αλλά μια μορφή δύναμης. 

 
Μορφή δύναμης στο βαθμό που, εκείνος αναλαμβάνει να λύσει το πρόβλημα και βρίσκει τον τρόπο για να πετύχει, στο πρόσωπο του ειδικού. Η παρουσία του ειδικού δεν είναι μια λύση που οι άλλοι σερβίρουν σε εκείνον , αλλά είναι μια λύση που έχει επιλέξει και σύμφωνα με την επιλογή του, εκείνος ορίζει και ελέγχει την κατάσταση που βρίσκεται. Ο ειδικός λοιπόν δεν είναι κάποιος που θα του επιβάλει κάποια λύση την οποία θα έπρεπε να έχει βρει μόνος του, αλλά κάποιος, που θα βοηθήσει να βρει την λύση ο πελάτης, όπως βρήκε και την λύση του ειδικού που, όπως τονίσαμε, εκείνος έχει επιλέξει, όπως τον μηχανικό για το αμάξι του. πράγμα που δεν τον μειώνει αλλά τον εξυψώνει στο βαθμό που
Άρα το να απευθυνθεί ένας άντρας σε ένα ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή δεν μπορεί παρά να είναι μια ενέργεια ελέγχου της κατάστασης που δεν μειώνει τον ρόλο του σαν άνδρα, αλλά τον δυναμώνει και σαν σύντροφο και πατέρα. Διότι μέσω της επιλογής ενός τρίτου προσώπου, του ειδικού, ο άντρας κατανοεί την δυσκολία του προβλήματος και επιμελείται για την επίλυσή του μέσα από την επιλογή του. Αυτή η στάση του μαρτυρά την πρόθεσή του να το αντιμετωπίσει κρατώντας μια ενεργητική στάση απέναντί του. Με λίγα λόγια αντιμετωπίζοντας το
 
Άρα η προσφυγή στον ειδικό για τον άντρα αλλά και για οποιονδήποτε δεν είναι μια κατάντια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, αλλά είναι μια ώριμη πράξη κάποιου που αναγνωρίζει την δυσκολία του ελέγχου των καταστάσεων που βιώνει καθημερινά και θέλει να βάλει σε τάξη

Η προσφυγή στον Ψυχολόγο ή τον θεραπευτή δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή. Όμως η προσφυγή εμπεριέχει και τα δύο και το τέλος και την αρχή, σε μία συνεχή πάλη, 
 όπου το μεν τέλος αντιστέκεται, ενώ η αρχή λαχταρά.





Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτική επικοινωνία και ανδρική διασκέδαση στα μπαρ με κονσομασιόν

της Λιόπης Αμπατζή

Η κατανάλωση ως επικοινωνία

Η δική μου παρέμβαση στη συζήτηση αφορά στην ανάδειξη της κατανάλωσης ως σκοπιάς για να παρατηρήσουμε και να σκεφτούμε άλλες όψεις της ανθρώπινης δράσης, κι εν προκειμένω για την ετεροφυλόφιλη ερωτική επιθυμία. Δύο ακόμα έννοιες είναι κεντρικές στην οργάνωση του επιχειρήματος που θα θέσω υπόψη σας, αυτές της σχόλης και της διασκέδασης. Το εθνογραφικό πλαίσιο στο οποίο ωρίμασε αυτό το επιχείρημα δεν είναι άλλο από την πρακτική της κονσομασιόν όπως επιτελείται σε εκείνη την κατηγορία μπαρ, που ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι μία συγκεκριμένη μορφή εμπορευματοποίησης της συντροφιάς..

Τα μπαρ με κονσομασιόν είναι χώροι που εντάσσονται στην κατηγορία νυχτερινή διασκέδαση και απευθύνονται μόνο σε άνδρες πελάτες, καταναλωτές Εκτός από τη συνήθη και κοινή για όλες τις κατηγορίες μπαρ κατανάλωση ποτών ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα- και το σκοπό ταυτόχρονα- να πληρώσει, να καταναλώσει ένα είδος συντροφιάς στη διάρκεια, η για μέρος, της διασκέδασης του. Για το σκοπό αυτό διατίθενται στο μπαρ, γυναίκες, οι οποίες, στο τέλος της βραδιάς πληρώνονται στη βάση ποσοστών επί των ποτών που κατανάλωσαν μαζί με τους πελάτες. Η πληρωμή της συντροφιάς δεν είναι άμεση. Για ποιο πράγμα, λοιπόν, πληρώνουν οι άνδρες όταν (δεν) πληρώνουν ποτά ή συντροφιά. (ποιες απαγορεύσεις, αμφιθυμίες ή και ενοχές διακυβεύονται;) Η πληρωμή συντροφιάς δεν είναι άμεση αλλά μεσολαβείται από το κυρίως εμπόρευμα του μπαρ, το ποτό, και τον κώδικα που οργανώνει την κυκλοφορία του, το «κέρασμα». Οι άνδρες εκείνοι που επιθυμούν τη συντροφιά των κονσοματρίς τις κερνούν ποτά, δηλαδή, πληρώνουν τα ποτά που πίνουν άλλοι, καταναλώνουν μέσω των κονσοματρίς, τα περίφημα γυναικεία ποτά που έχουν διακριτή τιμή από τα υπόλοιπα που διατίθενται στο μπαρ.

Συνεπώς, θα σας μιλήσω για την κονσομασιόν, για τη διασκέδαση στα μπαρ με κονσομασιόν, για την ερωτική επικοινωνία που συντελείται κι επιτελείται από τους άνδρες και τις γυναίκες που συναντιούνται και αλληλοσχετίζονται στα μπαρ, ιδωμένα από τη σκοπιά της κατανάλωσης.
Για την οικονομία αυτής της συζήτησης βάζω ως αφετηρία την ανάγνωση της κατανάλωσης ως επικοινωνιακής σχέσης και την επανατοποθέτηση και θέασή της μέσα και ως μέρος της κοινωνικής διαδικασίας της εργασίας, της κοινωνικής συσχέτισης αλλά και των υλικών που την μεσολαβούν . Τα υλικά, φαγητό, ποτό και φιλοξενία, λουλούδια και δώρα που προσφέρουμε και πολλά άλλα αποτελούν τους μεσολαβητές της κάθε κοινωνικής συσχέτισης. Ωστόσο, υλικά, εργασία και κατανάλωση έχουν αυθαίρετα αφαιρεθεί από το κοινωνικό συμφραζόμενο χωρίς το οποίο δεν έχουμε πολλές ελπίδες να κατανοήσουμε και να γνωρίσουμε αυτές τις όψεις της ζωής μας. Η κατανάλωση είναι ένας τρόπος επικοινωνίας του υποκειμένου με τον εαυτό του, με τους άλλους, αλλά και με τα αντικείμενα που καταναλώνονται.

Κονσομασιόν είναι η γαλλική λέξη για την κατανάλωση αν και δεν γνωρίζουμε πώς και πότε ενσωματώθηκε στο λεξιλόγιο της διασκέδασης στην Ελλάδα, πάντως ο όρος είναι ενεργός και αποδίδει το ίδιο νόημα στην ίδια πρακτική για περισσότερα από 80 χρόνια. Επίσης η πρακτική του εγχρήματου, ανταλλακτικού συμποσιασμού ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο δημιουργίας κλίματος ερωτικής προσέγγισης καταγράφεται στην ιστοριογραφική βιβλιογραφία που αφορά στους οίκους ανοχής του Παρισιού από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τα μπαρ με κονσομασιόν αρχίζουν να αποκτούν σημαντική θέση ως πρόταση διάθεσης του ελεύθερου χρόνου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και γρήγορα εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα κατακτώντας μεγάλο μερίδιο στη νυχτερινή κατανάλωση.
Παρόλ’ αυτά, μια καταναλωτική πρακτική που αποτελεί επιλογή διασκέδασης και φέρει το όνομα «κονσομασιόν» δεν εξαντλεί την καταναλωτική διάσταση στην κατανάλωση ποτών, ή το «ξόδεμα» χρημάτων, αλλά τοποθετεί σε άλλη προοπτική την συγκρότηση της επιθυμίας, την οριοθέτηση του εαυτού προς τα συναισθήματα, την ατομικότητα, τους τρόπους συσχέτισης με τους άλλους και τα αντικείμενα, τις δεσμεύσεις και τις πολλαπλές εντάξεις του εαυτού (οικογένεια, εργασία, κοινωνικότητα) σε ολοκληρωμένες διαδικασίες νοηματοδότητσης της καθημερινής δράσης.

Διασκέδαση για άνδρες, ανδρισμός κι ερωτική διέγερση

Η συντροφιά με τις κονσοματρίς ανοίγει την προοπτική της ερωτικής συσχέτισης χωρίς δέσμευση, υποχρέωση (βλ οικογένεια, εργασία) καθώς και χρόνου για τον εαυτό, την επιθυμία, με μια γυναίκα της διασκέδασης , δηλαδή του γλεντιού, του ποτού, του χορού, του σεξ, , διαθέσιμης για αγχολυτική, επιβεβαιωτική, ανανεωτική συντροφιά. Με άλλα λόγια μια γυναίκα κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της (φαντασίωσης της) ετερόφυλης ερωτικής επιθυμίας. Έτσι ένας ανδρικός εαυτός συγκροτείται μέσα στην κονσομασιόν, αποδεσμευμένος από τον κόσμο της υποχρέωσης που αντιπροσωπεύει η συζυγική οικιακότητα, κατάσταση η οποία αφορά και τη συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών της κονσομασιόν.

Με τα λόγια μιας κονσοματρίς

«Εδώ είναι φώτα, μουσική, ποτά [...] ο άλλος έρχεται να ξεσκάσει, να περάσει καλά, να ξεχάσει τα προβλήματά του [...] θέλει να γελάσει, να νιώσει ωραίος, να καυλαντίσει με τις γυναίκες, να λέμε μαλακίες, όχι σοβαρές συζητήσεις […]».
Η κονσοματρίς περιγράφει τους όρους ενός ‘ερωτικού κεφιού’ ως αφηγήτρια από μία θέση ιεραρχικά προσδιορισμένης με έμφυλους και σωματικούς τρόπους, εμπλοκή στην παραγωγή του. Οι έγνοιες, λοιπόν, εξαφανίζονται, τα προβλήματα ξεχνιούνται, ενώ η επικοινωνία είναι ‘ελαφριά’: γέλια και ανάλαφρες κουβέντες, φλερτ και ερωτικές φιλοφρονήσεις, σε ένα περιβάλλον γλεντιού. Η ερωτική επικοινωνία δεν είναι άλλη από ένα σκηνοθετημένο παιχνίδι γοητείας, όπου τα σώματα και οι τεχνικές τους ενορχηστρώνονται σε σχήματα επιθυμίας, όπου τα όρια μεταξύ διασκέδασης και σεξουαλικής διέγερσης (καύλα) είναι παραπειστικά και παραπλανητικά. Για όλους. Εκ των προτέρων.
Το μοτίβο που κυριαρχεί στις κουβέντες στο μπαρ είναι η διαρκής άμεση ή υπαινισσόμενη αναφορά στο σεξ. Άνδρες και γυναίκες χρησιμοποιούν συστηματικά λέξεις με σεξουαλικό περιεχόμενο και αναφέρονται απροκάλυπτα στη σεξουαλική πράξη, στα γεννητικά όργανα, στη σεξουαλική επιθυμία.

Ο υπερτονισμός της σεξουαλικότητας μέσω λεκτικών και σωματικών πράξεων θεωρείται συστατικό στοιχείο της παρέας στο μπαρ και αποτελεί το μέσο επίτευξης της ‘καυλάντας’. Η ‘καυλάντα’, δηλαδή η απροσδιόριστη σεξουαλική επιθυμία, μια επιθυμία που δεν ορίζεται σε σχέση με ούτε απευθύνεται σε μία συγκεκριμένη γυναίκα, θεωρείται μηχανική αντίδραση και σύμβολο του ανδρισμού. Η επιθυμία αυτή, αν και αποτελεί μέρος της ευχαρίστησης των ανδρών στο μπαρ και ζητούμενο της διασκέδασής τους, δεν οδηγείται σε ικανοποίηση μέσω της σεξουαλικής συνεύρεσης. Ωστόσο, η φαντασίωση της πιθανότητας της σεξουαλικής συνεύρεσης και της διαπροσωπικής οικειότητας καλλιεργείται συστηματικά αλλά αναβάλλεται επ’ αόριστον .

Η Λιόπη Αμπατζή είναι διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθήνας

πινακας: Frank Picini

πηγή:http://mahitotekmirio.wordpress.com/2008/09/27/02-14/