Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ: ΛΥΚΟΣ Ή ΠΡΟΒΑΤΟ;





(του Έριχ Φρομ) 


Υπάρχουν πολλοί πού πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι πρόβατα.
  Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι λύκοι.
 Και οι δυο πλευρές μπορούν να προβάλουν γερά επιχειρήματα για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους.

O
ι άνθρωποι είναι «πρόβατα»;

 Εκείνοι πού προτείνουν ότι οι άνθρωποι είναι πρόβατα, δεν έχουν παρά να τονίσουν το ότι οι άνθρωποι εύκολα επηρεάζονται για να κάνουν αυτό πού τούς λένε, έστω και αν αυτό είναι κακό για τούς ίδιους τούς εαυτούς τους.
'Ότι ακολουθούν τούς ηγέτες τους σε πολέμους πού δεν τούς προσφέρουν τίποτε άλλο από καταστροφή. Ότι πιστεύουν σε κάθε είδους ανοησία αν τούς την παρουσιάσουν αρκετά έντονα και αν υποστηρίζεται από δύναμη - από τις γεμάτες τραχύτητα απειλές των παπάδων και των βασιλιάδων μέχρι τις ήπιες φωνές κρυφών και φανερών υποκινητών.

Φαίνεται ότι στην πλειονότητά τους οι άνθρωπου είναι μισοξύπνια παιδιά πού δέχονται εύκολα επιδράσεις, όντας πρόθυμα να παραδώσουν τη βούληση τους σ' οποιοδήποτε τούς μιλήσει με φωνή αρκετά απειλητική η αρκετά γλυκιά για να τούς επιβληθεί. Πραγματικά, εκείνος πού έχει μια πεποίθηση τόσο στερεή ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την αντίθεση τού πλήθους, αποτελεί περισσότερο την εξαίρεση παρά τον κανόνα, μια εξαίρεση πού συνήθως την εμπαίζουν ο ί σύγχρονοί του και τη θαυμάζουμε αιώνες αργότερα.

Σ' αυτήν ακριβώς την υπόθεση - ότι δηλαδή οι άνθρωποι είναι πρόβατα - εδραίωσαν τα συστήματά τους οι ιεροεξεταστές και οι δικτάτορες. Και ακόμη , αυτή ακριβώς η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είναι πρόβατα και γι αυτό χρειάζονται ηγέτες να παίρνουν αποφάσεις γι' αυτούς, έκανε τους ηγέτες να πιστεύουν ειλικρινά ότι εκπληρώνουν ένα ηθικό καθήκον - ακόμα και τραγικό - όταν δίνουν στον άνθρωπο αυτό πού χρειάζεται: αν γίνονται δηλαδή αυτοί ηγέτες και τον απαλλάσσουν από το φορτίο της ευθύνης και της ελευθερίας.

Oι άνθρωποι είναι «λύκοι»;

 Αν όμως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πρόβατα, τότε γιατί ή ζωή τού ανθρώπου είναι τόσο διαφορετική από τη ζωή τού προβάτου; Ή ιστορία του είναι γραμμένη με αίμα. Είναι μια ιστορία αδιάκοπης βίας, στην οποία πάντα σχεδόν χρησιμοποιείται ή δύναμη για να καμφθεί ή θέλησή του. Ο Ταλαάτ πασάς μόνος του εξόντωσε εκατομμύρια Αρμένιους; Μόνος του ο Χίτλερ εξόντωσε εκατομμύρια Εβραίους; Μόνος του ό Στάλιν εξόντωσε εκατομμύρια πολιτικών αντιπάλων του; Οι άντρες αυτοί δεν ήταν μόνοι. Είχαν χιλιάδες ανθρώπους πού σκότωναν για λογαριασμό τους, βασάνιζαν για λογαριασμό τους και το έκαναν αυτό όχι μόνο με τη θέλησή τους αλλά και με ευχαρίστηση.

Μήπως δε διαπιστώνουμε την απανθρωπιά τού ανθρώπου προς τον άνθρωπο παντού - στοές ανελέητους πολέμους, στο φόνο και το βιασμό, στη δίχως έλεος εκμετάλλευση του ασθενέστερου από τον Ισχυρότερο, καθώς και στο γεγονός ότι οι στεναγμοί τού βασανιζόμενου, τού πλάσματος πού υποφέρει, πολύ συχνά φτάνουν σε κουφά αφτιά και σκληρές καρδιές;
'Όλα αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στοχαστές όπως ο Χομπς στο συμπέρασμα ότι:  homo homini lupus ( ο άνθρωπος είναι λύκος για τούς συνανθρώπους του). 

Οδήγησαν πολλούς από μάς σήμερα στην υπόθεση ότι ό άνθρωπος είναι κακοήθης και καταστροφικός από τη φύση του, ότι είναι φονιάς πού αν δεν καταπιάνεται με την αγαπημένη του ενασχόληση, το κάνει μόνο από φόβο μπροστά σε πιο δυναμικούς φονιάδες.
Αλλά τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών μάς φέρνουν σε αμηχανία.

Για την πλάνη των «ρεαλιστών»
 Ή απάντηση στα ερωτήματα αυτά έχει ουσιαστική σημασία σήμερα, πού τα έθνη προσβλέπουν στη χρήση των πιο καταστροφικών δυνάμεων για να εξαφανίσουν τους «εχθρούς» τους, και δε δείχνουν να λογικεύονται ακόμη και μπροστά στην πιθανότητα να εξαφανιστούν κι αυτά τα ίδια μέσα στο ολοκαύτωμα.  Αν εδραιωθεί μέσα μας ή πεποίθηση πώς το ανθρώπινο γένος κλίνει από φυσικού του στην καταστροφή , ότι είναι ριζωμένη βαθιά μέσα του ή ανάγκη να χρησιμοποιεί βία, τότε η αντίστασή μας στην ολοένα αυξανόμενη αποκτήνωση θα αποδυναμώνει όλο και περισσότερο . Γιατί να αντισταθούμε στους λύκους αφού όλοι είμαστε λύκοι;

Όντας ένας από εκείνους πού παρερμηνεύτηκαν πολλές φορές οι απόψεις τους πώς υποτιμούν το δυναμικό του κακού πού υπάρχει στον άνθρωπο, επιθυμώ να τονίσω ότι μια τέτοια συναισθηματική αισιοδοξία δεν διακρίνει καθόλου τη σκέψη μου . Και θα ήταν μάλιστα πολύ δύσκολο για όποιον έχει μια τόσο μεγάλη κλινική εμπειρία σαν ψυχαναλυτής να υποτιμήσει τις καταστροφικές δυνάμεις πού υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο.

Υπάρχει ωστόσο ό κίνδυνος, η αίσθηση αυτή αδυναμίας πού νιώθουν ολοένα και πιο έντονα σήμερα οι άνθρωποι - τόσο οι διανοούμενοι όσο και ό μέσος άνθρωπος - να τούς οδηγήσει στο να αποδεχτούν μια νέα εκδοχή της διαφθοράς και τού προπατορικού αμαρτήματος πού χρησιμεύει σαν αιτιολόγηση στην ηττοπαθή άποψη πώς ό πόλεμος δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί, επειδή είναι αποτέλεσμα της καταστροφικότητας της ανθρώπινης φύσης. 

Μια τέτοια άποψη, πού πολλές φορές ισχυρίζεται ότι βασίζεται στον υπέρτατο ρεαλισμό, δεν είναι ρεαλιστική για δύο λόγους.
Πρώτον, η ένταση των καταστροφικών παρορμήσεων δε σημαίνει καθόλου ότι είναι ακαταμάχητες η κυριαρχικές.
Το δεύτερο σφάλμα της άποψης αυτής βρίσκεται στην προ υπόθεση ότι οι πόλεμοι είναι κατά κύριο λόγο το αποτέλεσμα ψυχολογικών δυνάμεων. 

Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε πολύ σχετικά με το σφάλμα αυτού τού «ψυχολογισμού » για την κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων.
Οι πόλεμοι είναι αποτέλεσμα της απόφασης των πολιτικών, στρατιωτικών και επιχειρηματιών ηγετών να κηρύξουν πόλεμο για να κατακτήσουν εδάφη, πλουτοπαραγωγικές πηγές, εμπορικά πλεονεκτήματα.

Επίλογος

 --Ό άνθρωπος δεν παύει να είναι ανθρώπινος ακόμη κι αν οπισθοδρομήσει στις πιο αρχαϊκές μορφές εμπειρίας. 'Έτσι δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με το κακό σαν λύση.

--Κακό είναι ή απώλεια από τον άνθρωπο τού εαυτού του στην τραγική προσπάθεια ν' απαλλαχτεί από το βάρος της ανθρωπιάς του . Και ή δυνατότητα του κακού γίνεται πολύ μεγαλύτερη , γιατί ό άνθρωπος είναι προικισμένος με φαντασία πού τον κάνει ικανό να φαντάζεται όλες τις δυνατότητες για το κακό κι έτσι να επιθυμεί αυτές τις δυνατότητες και να ενεργεί πάνω σ' αυτές, να τρέφει την κακή φαντασία του.

--Ό άνθρωπος είναι υπεύθυνος ως το σημείο πού είναι ελεύθερος να διαλέξει τις πράξεις του.

--Ή καρδιά τού ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει. Μπορεί να γίνει απάνθρωπη αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Παραμένει πάντοτε καρδιά τού ανθρώπου . 

'Όλοι μας οριζόμαστε από το γεγονός ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και κατά συνέπεια από το χωρίς τελειωμό καθήκον να παίρνουμε αποφάσεις. Πρέπει να διαλέγουμε τα μέσα μαζί με τους σκοπούς. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε πώς κάποιος θα μας σώσει, αλλά να έχουμε επίγνωση τού γεγονότος ότι οι λαθεμένες επιλογές μάς κάνουν ανίκανους να σώσουμε τούς εαυτούς μας.

Πρέπει πραγματικά να αποκτήσουμε γνώση για να μπορέσουμε να διαλέξουμε το καλό - αλλά καμιά γνώση δε θα μάς οδηγήσει αν έχουμε χάσει την ικανότητα να μάς συγκινεί ή δυστυχία ενός άλλου ανθρώπινου όντος, ή φιλική ματιά ενός άλλου προσώπου, το κελάηδημα ενός πουλιού, το πράσινο χρώμα της χλόης. 

Αν ό άνθρωπος γίνει αδιάφορος στη ζωή, δεν υπάρχει πια ελπίδα πως μπορεί να διαλέξει το καλό.Και τότε, ή καρδιά του θα έχει πραγματικά σκληρύνει τόσο, πού ή « ζωή» του θα έχει τελειώσει. Αν αυτό συμβεί σ' ολόκληρη την ανθρωπότητα ή στα πιο δυναμικά μέλη της, τότε η ζωή της ανθρωπότητας θα σβήσει ακριβώς τη στιγμή πού παρουσιάζει τις πιο μεγάλες υποσχέσεις. 

φωτό:
Roy Lichenstein

____________________________________
Το παραπάνω κείμενο αποτελείται από επιλογές κειμένων από το βιβλίο του Έριχ Φρομ με τίτλο: «Η Καρδιά του Ανθρώπου», των εκδόσεων Μπουκουμάνη.
Την επιμέλεια των επιλογών των κειμένων και τους τίτλους των κεφαλαίων έκανε ο Αλέξανδρος Μπέλεσης, μέλος της Μ.Κ.Ο. Σόλων.
http://www.solon.org.gr/index.php/politismos-oikologia-anthropologia/91---a-/2819-sheep-wolf-fromm.html

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Ο μύθος του σπηλαίου




 



Ο μύθος, που περιγράφεται στην Πολιτεία του Πλάτωνα, διηγείται πως σε ένα σπήλαιο, κάτω από τη γη, βρίσκονται μερικοί άνθρωποι αλυσοδεμένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να δουν μόνο τον απέναντί τους τοίχο. Δεν μπορούν να κοιτάξουν ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Πίσω τους ωστόσο είναι αναμμένη μια φωτιά. Έτσι οτιδήποτε εκδηλώνεται πίσω από την πλάτη τους αναπαριστάνεται ως σκιά στον απέναντι τους τοίχο.

 Επειδή οι άνθρωποι αυτοί σε ολόκληρη τη ζωή τους τα μόνα πράγματα που έχουν δει είναι οι σκιές των πραγμάτων, έχουν την εντύπωση ότι οι σκιές που βλέπουν πάνω στον τοίχο είναι τα ίδια τα πράγματα. Εάν όμως κάποιος από τους αλυσοδεμένους κατορθώσει να ελευθερωθεί, να βγει από τη σπηλιά και να ανέβει πάνω στη γη και, κάτω από το φως του ήλιου πλέον, δει τα πράγματα, θα καταλάβει την πλάνη στην οποία ζούσε όσο ήταν μέσα στη σπηλιά. Θα αντιληφθεί τότε ότι οι σύντροφοι του, που εξακολουθούν να βρίσκονται αλυσοδεμένοι στο σπήλαιο, ακόμη ζουν βυθισμένοι μέσα στις ψευδαισθήσεις.

Σύμφωνα με τον αλληγορικό μύθο οι άνθρωποι ζούμε σαν φυλακισμένοι μέσα στις παραισθήσεις και τις αυταπάτες και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την αλήθεια γιατί μας εμποδίζουν τα δεσμά των αισθήσεων και τα δεσμά των εξουσιαστών, που τις χειραγωγούν, ώστε να αντιλαμβανόμαστε μόνο την πραγματικότητα όπως την καθορίζουν εκείνοι.

Κάποια στιγμή μερικοί δεσμώτες απαλλάσσονται επιτέλους από την επιρροή των δογμάτων, χάρη στην παιδεία και τον ορθό λόγο και επιτέλους με καθαρή σκέψη μπορούν να γνωρίσουν την αλήθεια βασιζόμενοι σε αποδείξεις.

Κατά τον Πλάτωνα, ο απελεύθερος δεσμώτης είναι ο φιλόσοφος, ο οποίος βλέπει τα ίδια τα όντα, τις ιδέες, και όχι τα είδωλά τους. Οι αλυσοδεμένοι σύντροφοι του είναι οι κοινοί άνθρωποι που, έχοντας εθισθεί στις απατηλές παραστάσεις των αισθητών πραγμάτων, ζουν, χωρίς να το ξέρουν, μέσα στο ψέμα.

Πάντοτε βέβαια, για τον Πλάτωνα, υπάρχει η δυνατότητα απεμπλοκής των αλυσοδεμένων ανθρώπων από τις πλάνες τους. Για να το πετύχουν αυτό, χρειάζεται να αποδεσμευτούν από τις αλυσίδες τους. Αυτές συμβολίζουν τις αισθήσεις τους, που τους υποχρεώνουν να παρατηρούν μόνο τα απατηλά είδωλα των ιδεών, των αληθινών όντων. Αντί για τις αισθήσεις τους όμως θα πρέπει να εμπιστευτούν το νου τους.
 πηγή:
http://www.philenews.com/el-gr/Eidiseis-Politismos/31/111157/o-mythos-tou-spilaiou-optikopoieitai-apo-ton-stayro-papageorgiou




Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΥΣ

 

 της Μπετίνας Ντάβου



   Όταν - κοντά στο μέσον της ζωής μας, συνήθως- φουσκώνει ένα "πρώτο κύμα" απώλειας σημαντικών κι αγαπημένων μας προσώπων, αλλά εμείς πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε, τότε γίνεται χειροπιαστή η μεταφορά της ζωής σαν διαδρομή. Μια διαδρομή που ακατάπαυστα ο καθένας μας διασχίζει μέχρι το τέλος, μαζί με την επίγνωση πως, παρότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι, δεν υπήρξαμε εντελώς μονάχοι στην διαδρομή. 

Μια συνοδοιπορία είναι η ζωή. Μ' άλλους ανθρώπους διασταυρώνεσαι και χάνεσαι αμέσως, μ' άλλους βηματίζεις μικρές αποστάσεις κι αποχαιρετίζεσαι μόλις ο ένας απ' τους δύο αναγνωρίσει τον προορισμό του, μ' άλλους συνοδοιπορείς με την ψευδαίσθηση πως θα βρίσκεσθε δίπολα μέχρι το τέλος, κι άλλους τους χάνεις "κατα λάθος" στη διαδρομή. 
    Οι άνθρωποί μας είναι εν τέλει οι συνοδοιπόροι μας. Και το μέγεθος της διαδρομής που θα διασχίσουμε μαζί τους είναι, όσο περνάει απ' τ' ανθρώπινα χέρια μας, ζήτημα κοινού προορισμού, εναρμόνισης κι ευελιξίας. Να μπορούμε να σταματήσουμε όταν ο άλλος κουραστεί και να περιμένουμε να ώσπου να ανακάμψει. Να μπορούμε να επιταχύνουμε όταν βιάζεται, να επιβραδύνουμε όταν αγναντεύει,  να τον στηρίζουμε αν παραπατήσει και να μας στηρίξει κι αυτός. Δεν είναι όμως δυνατό να συντονίσουμε τον βηματισμό μας με όλους τους ανθρώπους που συναντούμε και μας γοητεύουν. 

Κάποιοι μας τραβούν σέρνοντας μπροστά, άλλοι μας κρατάνε ακινητοποιημένους πίσω, με λίγους μόνο μπορούμε να χορέψουμε με αέναο συντονισμό σωμάτων και βλεμμάτων και με την σκληρή επίγνωση ότι κάποια στιγμή ο ένας απ' τους δύο θα υποχρεωθεί από δυνάμεις που τον υπερβαίνουν να εγκαταλείψει πρώτος τον χορό. 

Υπάρχουν άνθρωποι που μας πάνε πιο μπροστά με μικρές σκουντιές προς κάτι καλό που βρίσκεται κάτω απ' την μύτη μας, αλλά δεν το βλέπουμε ή που μας ρίχνουν στα βαθιά γιατί γνωρίζουν καλύτερα από εμάς πως θα καταφέρουμε να κολυμπήσουμε, που κεντάνε πάνω στις ιδέες μας και τις μεγεθύνουν. Υπάρχουν οι άλλοι με το συνεχές πάρε - δώσε, με το "βάστα με να σε βαστώ" με το "προχώρα και θα σε φτάσω, μόλις ξαποστάσω". 

Κι αυτοί που έμειναν πίσω ή έκαναν άλμα προς τα μπρος και τους χάσαμε στην διαδρομή. Όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν για λίγο ή πολύ - ποτέ για πάντα, αφού συνήθως ο ένας απ' τους δύο φεύγει πρώτος - συνοδοιπόροι μας. Και για κανέναν απ' αυτούς δεν πρέπει να πενθούμε. Ούτε γι΄αυτούς που χάθηκαν στο δρόμο.
 Όχι, δεν πρέπει να πενθούμε για τους συνοδοιπόρους που αποχαιρετάμε. Να χαιρόμαστε πρέπει, για όσο πλούτο μας έδωσαν στη διαδρομή. Για όσα προλάβαμε ν' ανταλλάξουμε, για άλλους τόπους κι άλλους ρυθμούς που μας έδειξαν, ακόμα και για κάποιους φευγαλέους συντονισμούς που μας πρόσφεραν. Ακόμη κι αν ο βηματισμός τους υπήρξε πολύ γρήγορος ή πολύ αργός για μας, μας έδωσε ένα μέτρο του δικού μας ρυθμού για να πορευόμαστε.
 psychologies magazine - greek edition - Ιούλιος 2010
(H Μπετίνα Ντάβου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας 
και διευθύντρια του Εργαστηρίου 
Ψυχολογικών Εφαρμογών 
και  Επικοινωνιακού Σχεδιασμού 
στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.) 

 http://ex-oneirou.blogspot.gr/2010/06/blog-post_30.html

πίνακας:
http://www.etsy.com/listing/99149811/modern-art-poster-surrealism-art-work

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Η φιλία





Εργασία του μαθητή Β’ Τάξης 
 Μιχάλη Μιαούλη :


Από όλα τα αγαθά που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου ευτυχισμένη τίποτε δεν είναι μεγαλύτερο, τίποτε γονιμότερο, τίποτε πιο ευχάριστο από την πραγματική φιλία.



      Τι είναι όμως η πραγματική φιλία;



Είναι ο στενός και θερμός δεσμός δυο ή περισσότερων προσώπων, που στηρίζεται στην αμοιβαία ανιδιοτελή αγάπη και εκτίμηση.

Είναι ο πολύτιμος και σταθερός δεσμός που ενώνει ενάρετους ανθρώπους, στη καταγωγή ξένους ή συγγενείς.

Οι εκλεκτότεροι πνευματικοί άνθρωποι όλου του κόσμου έχουν αναγνωρίσει και έχουν εξυμνήσει την πραγματική φιλία και πολλοί, από τα αρχαιότατα χρόνια ως σήμερα, έχουν γράψει γι’ αυτήν ότι είναι ένα από τα πιο απαραίτητα και τα πιο βασικά στηρίγματα του ανθρώπου για την επίλυση των προβλημάτων του, για την προκοπή του και για την ευτυχία του.



     «Συν τε δύ’ ερχομένω», λέει ο Όμηρος «όταν πηγαίνουν δύο μαζί» μπορούν οι άνθρωποι να τα βγάλουν πέρα καλύτερα και πιο άνετα.

Γιατί ο πραγματικός φίλος θα σε βοηθήσει στην αντιμετώπιση των ζητημάτων σου ή των κινδύνων που διατρέχεις και στην επιτυχία των σκοπών σου, θα ακούσει τα μυστικά σου, στη δυστυχία σου θα λυπηθεί μαζί σου και με πίστη θα σου συμπαρασταθεί, στην ευτυχία σου δε θα σε φθονήσει, αλλά θα χαρεί κι εκείνος ειλικρινά, θα επαινέσει την καλή σου απόδοση και θα σου ευχηθεί το καλύτερο, δε θα θελήσει ποτέ να σε εκμεταλλευτεί, όταν βρίσκεσαι σε ανάγκη θα σε βοηθήσει, θα κάνει θυσίες για σένα, θα σε σκέφτεται και όταν βρίσκεται μακριά σου, θα σου πει την αλήθεια και όταν πρέπει, θα σε κρίνει με αυστηρότητα, θα είναι ειλικρινής μαζί σου και δε θα σε κολακεύει, θα χαίρεται από την παρουσία σου και θα είναι ο συμπαραστάτης σου, θα σε ενθαρρύνει και θα σε στηρίζει για την κατάκτηση της αρετής και θα σε αποτρέπει από το κακό, θα κάνει να υποχωρήσεις και δε θα κάνει οτιδήποτε το πονηρό, που θα μπορούσε να προκαλέσει μείωση, πόνο ή λύπη σε σένα.

Τα ίδια φυσικά θα προσφέρεις και συ σ’αυτόν, για να έχει σταθερά θεμέλια η φιλία σας.



      Η πραγματική φιλία ανυψώνει τους ανθρώπους ηθικά και πνευματικά, γιατί σ’αυτήν ο δόλος δεν έχει θέση και η προσφορά είναι αυθόρμητη, εκούσια και ανιδιοτελείς και η αμοιβαία συμπαράσταση στους πνευματικούς στόχους αποτελεσματική.

Η αληθινή φιλία έχει διάρκεια και δεν τραυματίζεται (παρά σπανιότατα) από τις συκοφαντίες.

Μόνο όμως εκείνοι που είναι πραγματικά καλλιεργημένοι και ενάρετοι αξιώνονται να την προσφέρουν και να την απολαύσουν.



                                                                          Αφιέρωμα Γυμνασίου Παπαγιάννη για τη φιλία.
                                                                                                       (απόσπασμα-διασκευή)
ΠΗΓΉ:http://gym-papag.flo.sch.gr/periexomeno/jobs/friends.htm
πίνακας: Claude Sauzet

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Η Τρομοκρατία (;) 1



 


Ορισμός

Η τρομοκρατία αν καιαποτελεί σημαντικό όρο στο λεξιλόγιο της πολιτικής δεν κατέστη δυνατό να
προσδιορισθεί με έναν κοινά αποδεκτό ορισμό. Ο Alex P. Smith (2005) αναφέρει ότι οι ακαδημαϊκοί πολλών πεδίων έχουν χύσει τόσο μελάνι όσο αίμα έχουν χύσει οι πράξεις των τρομοκρατών αλλά ακόμα δεν υπάρχει ένας συναινετικός ορισμός για την τρομοκρατία.
Επίσης χαρακτηριστική είναι η έκφραση «Ένας τρομοκράτης για κάποιον είναι μαχητής της ελευθερίας για κάποιον άλλον*» (Nacos, 2010, σ. 19).

Κατά τον Λοβέρδο δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κάποιος ενιαίος ορισμός της τρομοκρατίας για τους ακόλουθους παράγοντες:

i. το φαινόμενο της τρομοκρατίας παρουσιάζεται με τις μορφές της κρατικής τρομοκρατίας αλλά
και αυτής που στρέφεται εναντίον του κράτους

ii. η μη κρατική τρομοκρατία εμφανίζεται σε τέσσερεις διαφορετικές παραλλαγές, ως πρακτική εναντίον δικτατορικών καθεστώτων, ως πρακτική εθνικό-­‐απελευθερωτικών κινημάτων, ως εισαγόμενη τρομοκρατία και ως νιοστή πολιτική πρόταση σε συνθήκες λειτουργούντων δημοκρατικών πολιτευμάτων

iii. η ύπαρξη της τρομοκρατίας του ποινικού δικαίου

iv. η οριζόντια τρομοκρατία (αυτή που εκκινεί και στρέφεται εναντίον της κοινωνίας και μόνο)
(Λοβέρδος,1985 -­‐ 1986, σσ. 110-­‐111).

Ομοίως, η Μπόση αναφέρει ότι η τρομοκρατία με τους τρόπους και τις μεθόδους που έχει εμφανιστεί, δεν έχει ενταχθεί σε ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό πλαίσιο που θα αποκωδικοποιούσε
επακριβώς τις εκφάνσεις της, ή θα οριοθετούσε τη δράση της (Μπόση, 2000, σ. 70).
Υπό αυτό το πρίσμα οι διεθνείς οργανισμοί και τα κράτη επεδίωξαν περισσότερο να περιγράψουν
τις πράξεις τρομοκρατίας παρά το ίδιο το φαινόμενο.

Κατά τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στο υπ’αριθμ 1566(2004) ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, τρομοκρατικές πράξεις είναι “εγκληματικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων και
κατά πολιτών, πουαποσκοπούν στην πρόκληση θανάτου ή σοβαρών σωματικών βλαβών, ή η απαγωγή ομήρων, με σκοπό να προκληθεί κατάσταση τρόμου στον γενικό πληθυσμό ή σε μια ομάδα ατόμων ή
σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ο εκφοβισμός ενός πληθυσμού ή ο εξαναγκασμός μιας κυβέρνησης ή ενός διεθνούς οργανισμού  στο να ενεργήσει ή να μην ενεργήσει κάποια πράξη…*”.

Κατά την Ευρωπαϊκή Ένωση στην Απόφαση – Πλαίσιο του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 “για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας” (2002/475/ΔΕΥ) θεωρούνται ως εγκλήματα τρομοκρατίας
“οι εκ προθέσεως πράξεις… όταν ο δράστης τις διαπράττει με σκοπό: • να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό, ή • να εξαναγκάσει αδικαιολόγητα τις δημόσιες αρχές ή ένα διεθνή οργανισμό να εκτελέσουν οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχουν από την εκτέλεσή της, ή • να αποσταθεροποιήσει
σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις πολιτικές, συνταγματικές, οικονομικές ή κοινωνικές δομές
μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού

i. προσβολή κατά της ζωής προσώπου, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει θάνατο

ii. σοβαρή προσβολή κατά της σωματικής ακεραιότητας προσώπου

iii. απαγωγή ή αρπαγή ομήρων

iv. πρόκληση μαζικών καταστροφών σε κυβερνητικές ή δημόσιες εγκαταστάσεις, συγκοινωνιακά
συστήματα, υποδομή, περιλαμβανομένων και των συστημάτων πληροφορικής, σταθερές εξέδρες που
ευρίσκονται επί της υφαλοκρηπίδας, δημόσιους χώρους ή ιδιωτικές ιδιοκτησίες, που θα μπορούσαν
να εκθέσουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές ή να προξενήσουν σημαντικές οικονομικές απώλειες,

v. κατάληψη αεροσκαφών, πλοίων ή άλλων μέσων μαζικής μεταφοράς ή μεταφοράς εμπορευμάτων

,vi. κατασκευή, κατοχή, κτήση, μεταφορά, προμήθεια ή χρήση πυροβόλων όπλων, εκρηκτικών υλών,
πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων καθώς και, όσον αφορά τα βιολογικά και χημικά όπλα,
έρευνα και ανάπτυξη,

vii. απελευθέρωση επικίνδυνων ουσιών ή πρόκληση πυρκαγιών, πλημμυρών ή εκρήξεων, με αποτέλεσμα την έκθεση ανθρωπίνων ζωών σε κίνδυνο,

viii. διαταραχή ή διακοπή του εφοδιασμού ύδατος, ηλεκτρικής ενέργειας ή κάθε άλλου βασικού φυσικού πόρου, με αποτέλεσμα την έκθεση ανθρωπίνων ζωών σε κίνδυνο,

ix. απειλή τέλεσης μιας εκ των πράξεων οι οποίες απαριθμούνται στα στοιχεία i έως viii.»

Εκτός όμως των διεθνών οργανισμών και κράτη επιδίωξαν να ορίσουν το φαινόμενο της τρομοκρατίας, συχνά με διαφορετικούς ορισμούς από διαφορετικές υπηρεσίες.

Έτσι, ενώ το Υπουργείο των Εξωτερικών των ΗΠΑ ορίζει: “τρομοκρατία είναι η προσχεδιασμένη
με πολιτικά κίνητρα βία, η οποία στρέφεται κατά στόχων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού και η
οποία προέρχεται από υπο-­εθνικές ομάδες ή μυστικούς πράκτορες και στοχεύει στον επηρεασμό του
κοινού”* (Μάζης, 2005, σ. 18) το FBI ορίζει «τρομοκρατία είναι η παράνομη άσκηση βίας κατά ατόμων ή περιουσίας με σκοπό τη διάβρωση ή φθορά μιας κυβέρνησης, άμαχου πληθυσμού ή τμημάτων τους, με στόχο την ανάπτυξη πολιτικών και κοινωνικών σκοπών» (Μπόση, 2000, σ. 74).

Από την πλευρά της ακαδημαϊκής κοινότητας κοινωνιολογικές, πολιτικές και νομικές προσεγγίσεις
έχουν αποδώσει αριθμό ορισμών σχεδόν ανάλογο των φορέων και των αναλυτών που ασχολούνται
με το θέμα.

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και σημαντική έρευνα σχετικά με τις διάφορες ακαδημαϊκές προσεγγίσεις διεξήχθη το 1998 από τους Schmid και Longman (Μπόση, 2000, σ. 125; Transnational
Terrorism, Security & the Rule of Law, 2008, σ.63).

Στην έρευνα αυτή συγκεντώθηκαν 109 διαφορετικοί ορισμοί του φαινομένου της τρομοκρατίας οι
οποίοι αφού αναλύθηκαν προέκυψε μία λίστα με δέκα κατηγοριοποιήσεις με τις οποίες ταξινομήθηκαν οι μορφές της τρομοκρατίας, ανάλογα με το περιεχόμενο που προσδίδουν στην
έννοια της.

Οι κατηγορίες αυτές είναι:
1. με βάση τον δράστη (actor-­‐based)
2. με βάση το θύμα (victim-­‐based)
3. με βάση την αιτία (cause-­‐based)
4. με βάση το περιβάλλον (environment-­‐based)
5. με βάση τα μέσα (means-­‐based)
6. με βάση τον πολιτικό προσανατολισμό (political-­‐orientation-­‐based)
7. με βάση τα κίνητρα (motivation-­‐based)
8. με βάση τον σκοπό (purpose-­‐based)
9. με βάση την απαίτηση (demand-­‐based)
10. με βάση τον στόχο (target-­‐based)

Οι Schmid και Longman εξέτασαν πιο προσεκτικά τρεις από τις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις.
Η πρώτη με την οποία ασχολήθηκαν διεξοδικότερα ήταν αυτή με βάση τον δράστη, η οποία
πρόκειται ίσως για την πιο προφανή μιας και η τρομοκρατία διαπράττεται από κάποιον δράστη ή
δράστες.  Το εύρος των τρομοκρατών μπορεί να εκτίνεται από ένα άτομο (οι αποκαλούμενοι lone -­‐ wolf) μέχρι και κυβερνήσεις που ασκούν κρατική τρομοκρατία.

Η δεύτερη κατηγοριοποίηση είναι αυτή με βάση τον πολιτικό προσανατολισμό. Η κατηγοριοποίηση αυτή ξεπερνά τους δράστες των ενεργειών και ελέγχει την προέλευση τους.

Η τρίτη κατηγοριοποίηση που μελετήθηκε εκτενέστερα είναι αυτή με βάση τον σκοπό (Transnational
Terrorism, Security & the Rule of Law, 2008, σσ. 63-­‐64).

Άλλη μορφή θεωρητικής προσέγγισης η οποία προτείνεται από την Μπόση (2000) είναι αυτή που
διακρίνει τριών ειδών περιεχόμενα: την τρομοκρατία ως έγκλημα, την τρομοκρατία ως πολιτική
σύγκρουση και την τρομοκρατία ως απλή ή τυχαία χρήση βίας.

Όπως αναφέρει, μελετητές υποστηρίζουν ότι η τρομοκρατία εξισώνεται με το έγκλημα μιας και
αποτελεί σύνολο πράξεων που εμπεριέχουν βία ή χρήση πράξεων που προκαλούν τρόμο και έχουν
αποτέλεσμα τον θάνατο, τη φθορά ή την καταστροφή περιουσίας.

Την τρομοκρατία ως μέσο πολιτικής σύγκρουσης την αναγνωρίζουν αρκετοί ακαδημαϊκοί μη κατορθώνοντας όμως να την αναγάγουν σε κύριο και τελικό ορισμό μιας και περιλαμβάνει στο
πλαίσιό της πολιτικές επαναστάσεις, εξεγέρσεις, στρατιωτικές δικτατορίες οι οποίες παρότι εμπεριέχουν τη χρήση βίας δεν αποτελούν τρομοκρατία.

Η τρίτη μορφή προσέγγισης είναι αυτή της τρομοκρατίας ως τυχαίας χρήσης βίας η οποία ορίζεται
ως «...τυχαία χρήση βίας κατά του πληθυσμού μιας χώρας, με σκοπό την άσκηση επιρροής επί των
πολιτικών εξελίξεων».

Η άποψη αυτή, πάντα κατά την ίδια, δεν θα πρέπει να θεωρείται απόλυτα ακριβής στο μέτρο κατά
το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη της όλη την πιθανή γκάμα των τρομοκρατικών ενεργειών, όπως είναι
για παράδειγμα οι απόπειρες κατά εγκαταστάσεων με συγκεκριμένα πολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα.

Πηγή:
Διπλωματική Εργασία
Τρομοκρατία, Πολιτική Επικοινωνία & Κυβερνήσεις
Επικοινωνιακή διαχείριση τρομοκρατικών ενεργειών από μέρους των
κυβερνήσεων και η επίδραση τέτοιων ενεργειών στην εκλογική επίδοση
των κυβερνητικών κομμάτων

του
Παναγιώτη Χατζηαυγουστίδης

Η Τρομοκρατία 2


 

Ιστορική αναδρομή

Η έννοι της τρομοκρατίας παρατηρείται σε διάφορες ιστορικές περιόδους με διαφορετικές μορφές,
εμφανιζόμενη μέσα σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων και φθάνοντας ως τις μέρες μας με θεαματικές
και συνάμα πολύνεκρες ενέργειες όπως αυτή της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ. Η βία επιμένει
να εμφανίζεται και να επανέρχεται με διαφορετικούς χρήστες και μέσα, εφόσον τμήμα του κοινωνικού συνόλου αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείταικαι δεν συμμετέχει στο σύνολο ή σε τμήμα
της νομής της εξουσίας (Μπόση, 2000, σ.20). Ο όρος «τρομοκρατία» εμφανίστηκε για πρώτη φορά το
1798 σε ένα συμπλήρωμα του Λεξικού της Γαλλικής Ακαδημίας (Dictionnaire), όρος ο οποίος  χρησιμοποιήθηκε από το Τάγμα των Ιακωβίνων κατά την Γαλλική Επανάσταση. Με την έκφραση αυτή χαρακτηρίστηκε η άσκηση βίας με σκοπό την οικοδόμηση της νέας κοινωνικής τάξης.

Στο στόχαστρο των τρομοκρατικών ενεργειών ήταν οι αριστοκράτες και οιοπαδοί τους,αργότερα όμως συμπεριελήφθησαν και οι αντιφρονούντες επαναστάτες.Ο Ροβεσπιέρος σε ομιλία του στην
Εθνοσυνέλευση την 5η Φεβρουαρίου του 1974 ανέφερε: “Είναι ανάγκη να καταπνιγούν οι εσωτερικοί και οι εξωτερικοί εχθροί της Επανάστασης ή να χαθούν μαζί της. Τώρα, στην παρούσα κατάσταση,
ο κύριος πρωταρχικός σκοπός της πολιτικής σας είναι να κατευθύνετε το λαό με την λογική και τους
εχθρούς του λαού με την τρομοκρατία. Αν η δύναμη της λαϊκής κυβέρνησης σε καιρό ειρήνης είναι
η αρετή, η δύναμη της λαϊκής κυβέρνησης σε καιρό επανάστασης είναι ταυτόχρονα η αρετή και η
τρομοκρατία. Η αρετή, χωρίς την οποία η τρομοκρατία είναι ολέθρια, η τρομοκρατία, χωρίς την οποία
η αρετή είναι ανίσχυρη.
Η τρομοκρατία  δεν είναι άλλοαπό την άμεση, αυστηρή και άκαμπτη δικαιοσύνη. Είναι λοιπόν μια
εκδοχή της αρετής”. (Bonanate,2009,σ. 18)
Το καθεστώς του τρόμου, “regime de la terreur”, έλαβε τέλος με την 9η Θερμιδώρ, την 27 Ιουλίου 1794. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί το χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης από τις τέσσερεις ιστορικές φάσεις τουφαινομένου της τρομοκρατίας οι οποίες μπορούν να διακριθούνως
 εξής (Hoffman, 2006 σσ. 1-­‐20; Μπόση, 2000, σσ.19-­‐25; Baylis &Smith, 2007, σσ. 611-­‐614):

1. τρομοκρατία συσχετιζόμενη με την διάλυση των μεγάλων πολυεθνοτικών αυτοκρατοριών από
το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου
2. τρομοκρατία συσχετιζόμενη με τις διαδικασίες της αποαποικιοποίησης μετά τον2 Παγκόσμιο
Πόλεμο
3. «αριστερή» και «δεξιά» τρομοκρατία κατά την διάρκεια του ΨυχρούΠολέμου των δεκαετιών 1970
και 1980
4. διεθνής Ισλαμική τρομοκρατία η οποία αναδύεται στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με κορυφαίο
γεγονός τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, (9/11)

Τρομοκρατία συσχετιζόμενη με την διάλυση των πολυεθνοτικών Ευρωπαϊκών μοναρχιών

 Η πρώτη αυτή φάση είναι συνδεδεμένημε την διάλυση των Ευρωπαϊκών Αυτοκρατοριών και ειδικά με την διάλυση των πολυεθνοτικών μοναρχιών.
Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί ορόσημο αυτής της περιόδου διότι αποστέλλειμ το μήνυμα της επαναστατικής ιδέας στα αντιμοναρχικά κινήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η ανάδυση του εθνικισμού και η ιδέα ότι ένα κράτος δεν μπορεί να διεκδικεί την νομιμοποίησή του στην κληρονομικότητα του μονάρχη και στο θεόσταλτο δικαίωμα του να διοικεί προκάλεσε την δημιουργία εθνικιστικών κινημάτων πανευρωπαϊκά και ειδικότερα εντός των  τριών μεγάλων αυτοκρατοριών:
της Ρωσικής, της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής. Την ίδια στιγμήάρχισαν να εμφανίζονται
νέες ιδεολογίες, όπως ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός, οι οποίες προέκυψαν από την εκμετάλλευση των κατώτερων τάξεων από τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα. Παράλληλα άρχισε να διαδίδεται η ιδεολογία της «απαραίτητης βίας» από τον Ιταλό εξτρεμιστή Carlo Pisacane.

Η βία, όπως υποστήριζε, δεν είναι αναγκαία μόνο για να τραβήξει την προσοχή αλλά και για να
πληροφορήσει, να εκπαιδεύσει και τελικά να συστρατεύσει τις μάζες πίσω από την επανάσταση.
Επόμενος σημαντικός σταθμός στην ιστορική εξέλιξη του φαινομένου της τρομοκρατίας αποτελούν
οι ενέργειες από τις ρωσικές επαναστατικές οργανώσεις εναντίον της «αυταρχικής» τσαρικής κυβέρνησης στα μέσα του 19ου αιώνα. Σημαντικότερη οργάνωση αυτής της εποχής είναι η
«Ελευθερία του Λαού» (ή κατά άλλους η «Θέληση του Λαού») – Narodnaya Volya.

Η οργάνωση αυτή που ιδρύθηκε το 1878 πιθανόν είναι η πρώτη η οποία εφάρμοσε στην πράξη την
ιδεολογία του Pisacane. Μάλιστα θεωρούσε η ίδια ότι είναι “τρομοκρατική” και όχι “αντάρτικη”.
Οι στόχοι που επέλεγε ήταν άτομα τα οποία είχαν ιδιαίτερο συμβολισμό ως εκπρόσωποι του τσαρικού καθεστώτος με κορυφαία ενέργεια την δολοφονία του ίδιου του Τσάρου Αλέξανδρου ΄Β
την 1η Μαρτίου 1881.

Μετά την δολοφονία αυτή διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη η ιδεολογία της “προπαγάνδας μέσω
της δράσης”. Το κύμα τρομοκρατίας που επακολούθησε οδήγησε στην δολοφονία του Αρχιδούκα της
Αυστρίας Φραγκίσκου Φερδινάρδου στις 28 Ιουνίου 1914, γεγονός που πυροδότησε την έναρξη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου.

Τρομοκρατία σχετιζόμενη με την αποαποικιοποίηση του Τρίτου Κόσμου

Η δεύτερη ιστορική φάση του φαινομένου της τρομοκρατίας έχει σχέση με την αποαποικιοποίηση
του Τρίτου Κόσμου. Αυτή η φάση ξεκίνησε μετά τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά αυξήθηκε σημαντικά μετά τον ΄ΒΠαγκόσμιο Πόλεμο. Σεαυτήν την περίοδο η “τρομοκρατία” αναφερόταν συνήθως σε βίαιες ενέργειες εθνικιστικών και αντιαποικιακών κινημάτων στην Αφρική, την Μέση
Ανατολή και την Ασία. Χώρες όπως η Κένυα, το Ισραήλ και ηΑλγερία οφείλουν την ανεξαρτησία τους
εν μέρη σε εθνικιστικά κινήματα τα οποία χρησιμοποίησαν τρομοκρατικές μεθόδους εναντίον των αποικιοκρατών.
Την περίοδο αυτή ο όρος “τρομοκρατία” ήταν άμεσα συνυφασμένος με τον “απελευθερωτικό αγώνα”.

Τρομοκρατία κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου

Η τρίτη φάση της μη κρατικής τρομοκρατίας συνδέθηκε με τον Ψυχρό Πόλεμο και τον ιδεολογικό ανταγωνισμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκαν Μαρξιστικά, Λενινιστικά και Μαοϊκά φοιτητικά κινήματα. Σταδιακά, τα κινήματα αυτά εξελίχθηκαν
σε αντιαμερικανικές-­‐ αντιιμπεριαλιστικές – αντικαπιταλιστικές ομάδες οι οποίες ήταν πρόθυμες να
χρησιμοποιήσουν την τρομοκρατία εναντίον των συμπολιτών τους για να επιτύχουν τους σκοπούς τους.

Η νίκη των Βιετκόνγκ υπέρ των ΗΠΑ λειτούργησε ως κάλεσμα για δράση από τους “φίλους” της
επανάστασης παγκοσμίως. Η πεποίθηση ότι η τρομοκρατία και η επαναστατική δράση θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τις Δυτικές κοινωνίες έδωσε το έναυσμα στο να δημιουργηθούν ομάδες όπως η “Φράξια Κόκκινος Στρατός” (Red Army Fraction, RAF) στην Γερμανία και η «Ερυθρές Ταξιαρχίες» (Red Brigades) στην Ιταλία, οι οποίες λειτούργησαν με την ηθική υποστήριξη της ΕΣΣΔ. Μάλιστα η ανάπτυξη τωνομάδων αυτών ενέπνευσαν τις τρομοκρατικές οργανώσεις 17 Νοέμβρη (17Ν) και Επαναστατικό Λαϊκό Αγώνα (ΕΛΑ) οι οποίες έδρασαν στην Ελλάδα. Παράλληλα όμως σχηματίζονται και εθνικιστικές - αποσχιστικές οργανώσεις όπως η «Πατρίδα και Ελευθερία» (Euskadi Ta Askatasuna, ETA) στην Ισπανία και ο «Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός» (Irish Republican Army, IRA) στην Ιρλανδία. Αλλά και στην αντίθετη πλευρά του πολιτικού φάσματος εμφανίζονται «δεξιές» τρομοκρατικές οργανώσεις όπως είναι οι «Κόντρας» (Contras) στην Νικαράγουα με την υποστήριξη των ΗΠΑ ως αντίμετρο στην εξάπλωση του κομμουνισμού.

Την περίοδο αυτή επίσης έλαβε χώραένα είδος διεθνοποίησης της τρομοκρατίας που είχε σχέση με
την διαμάχη στην ΜέσηΑνατολή.  Η διεθνοποίηση αυτή οφειλόταν στον Ψυχρό Πόλεμο και στην χρησιμοποίηση από την “Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης” (Palestine Liberation Organization, PLO) βάσεων σε διάφορες χώρες της Μέσης Ανατολής όπως επίσης και η εκτέλεση
τρομοκρατικών ενεργειών σε τρίτες χώρες.

Διεθνής Ισλαμιστική τρομοκρατία

Η τέταρτη ιστορική φάση του φαινομένου εμφανίστηκε σταδιακά την δεκαετία του 1990 και
κορυφώθηκε με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ όπως και αυτές που ακολούθησαν την 11η Μαρτίου 2004 στην Ισπανία και την 7η Ιουλίου 2005 στην Μεγάλη Βρετανία.
Η τρομοκρατία του παρελθόντος μετεξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο καταστροφικό, πολύ πιο απειλητικό το οποίο αποκαλέστηκε ως “νέα τρομοκρατία” ή “μεταμοντέρνα τρομοκρατία” (Nacos, 2010, σ. 2).

Η τρομοκρατία αυτή βασίζεται ιδεολογικά στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε δυο υποκατηγορίες. Η πρώτη υποκατηγορία αφορά οργανώσεις όπως η Hamas
και η Hezbollah οι οποίες προβάλλουν εδαφικές διεκδικήσεις στηριζόμενες σε ριζοσπαστικές ισλαμιστικές ιδεολογίες. Η δεύτερη αφορά οργανώσεις όπως η Al Qaida, οι οποίες λαμβάνουν μέρος
στον «παγκόσμιο  αγώνα» εναντίον όλων εκείνων των «προδοτικών κυβερνήσεων της Umma*», που εγκαταλείπουν το Ισλάμ και «παρακμάζουν», ακολουθώντας δυτικές πολιτισμικές και κοινωνικές αντιλήψεις οργάνωσης των κοινωνιών τους (Μάζης, 2005, σ. 26).

Συμπερασματικά μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η έννοια της τρομοκρατίας διαχρονικά αλλάζει
φυσιογνωμία εξαρτώμενη της εποχής και των πολιτικών και άλλων συνθηκών πουεπικρατούν.
Τον 18ο αιώνα η τρομοκρατία περιγράφεται από βίαιες πράξεις των εχόντων την εξουσία, χαρακτηριζόμενη και ως «τρομοκρατία από πάνω», όπως αυτές ασκήθηκαν κατά την διάρκεια του
«Καθεστώτος του Τρόμου» στηνΓ αλλική Επανάσταση. Τον 19ο αιώνα η έννοια συμπεριέλαβε τις
πράξεις βίας εναντίον αυτών που κατέχουν εξουσία με ενέργειες όπως δολοφονίες ηγετών και
άλλων πολιτικών, χαρακτηριζόμενη και ως «τρομοκρατία από κάτω».

Τον 20ο αιώνα η τρομοκρατία ασκήθηκε με τοποθετήσεις βομβών και δολοφονίες από αναρχικούς και συσχετίστηκε με αντικρατική -­‐ αντικυβερνητική βία. Στο τέλος του 20ο και στις αρχές του 21ου
αιώνα η τρομοκρατία κατέληξε να σημαίνει ακόμα περισσότερο πολιτική βία «από κάτω» είτε αναφέρεται στην διεθνή είτε στην εσωτερική μορφή της (Nacos, 2010, σ. 20).

Πηγή:
Διπλωματική Εργασία
Τρομοκρατία, Πολιτική Επικοινωνία & Κυβερνήσεις
Επικοινωνιακή διαχείριση τρομοκρατικών ενεργειών από μέρους των
κυβερνήσεων και η επίδραση τέτοιων ενεργειών στην εκλογική επίδοση
των κυβερνητικών κομμάτων

του
Παναγιώτη Χατζηαυγουστίδης

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ




Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα, εάν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, εάν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες, ακολουθούν. Είναι παιχνίδια. Αρχικά πρέπει να απαντήσουμε. Και εάν σύμφωνα με το Νίτσε, είναι αλήθεια πως για να εκτιμηθεί ένας φιλόσοφος
οφείλει να δίνει το παράδειγμα, καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει η απάντηση, αφού απ' αυτή εξαρτάται η τελική χειρονομία. Εδώ είναι φανερό ότι πρόκειται για ευαισθησίες της καρδιάς, πρέπει όμως να εμβαθύνουμε σ' αυτές για να τις καταλάβουμε.

Όταν διερωτώμαι πώς κρίνω ότι ένα τέτοιο ερώτημα είναι πιο αναγκαίο από ένα άλλο, απαντάω ότι η πραγματικότητα το αναγκάζει να τεθεί. Δεν είδα ποτέ κανένα να πεθαίνει για το οντολογικό επιχείρημα. Ο Γαλιλαίος που ήταν κάτοχος μιας σημαντικής επιστημονικής αλήθειας, την απαρνήθηκε ευκολότατα τη στιγμή που έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο. Από μια άποψη έκανε καλά. Δεν άξιζε ν' ανέβει στην πυρά γι' αυτή την αλήθεια. Το εάν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο ή ο ήλιος γύρω απ' τη γη, δεν έχει κατά βάθος σημασία. Είναι μια μάταιη απορία. Αντίθετα, παρατηρώ ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πιστεύουν πως η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς. Βλέπω άλλους να σκοτώνονται, παραδόξως, για ιδέες ή αυταπάτες που τους παρέχουν μια δικαιολογία για να ζουν (αυτό που νομίζουν δικαιολογία για να ζουν αποτελεί συγχρόνως μια περίφημη δικαιολογία για να πεθάνουν). Συμπεραίνω λοιπόν ότι το νόημα της ζωής είναι το σπουδαιότερο από τα ερωτήματα. Πώς ν' απαντήσουμε; Πάνω σ' όλα αυτά τα σημαντικά προβλήματα - καταλαβαίνω κι εκείνους που διακινδυνεύουν να σκοτωθούν κι αυτούς που δεκαπλασιάζουν το πάθος για ζωή - υπάρχουν κατά τα φαινόμενα δυό μονάχα μέθοδοι σκέψης, η μέθοδος του ντε Λα Παλίς και η μέθοδος του Δον Κιχώτη.

Μονάχα η ισορροπία αληθοφάνειας και λυρισμού μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε την ίδια στιγμή τη συγκίνηση και τη σαφήνεια. Σ' ένα θέμα τόσο απλό και παθητικό μαζί η επιστημονική και κλασική διαλεκτική οφείλει να παραχωρήσει τη θέση σε μια απλούστερη πνευματική στάση που
προέρχεται από την ειλικρίνεια και τη συμπάθεια. Αντιμετώπισαν πάντα την αυτοκτονία σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ όμως τίθεται το θέμα της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην ατομική σκέψη και την αυτοκτονία. Μια χειρονομία σαν κι αυτή ωριμάζει μέσα στη σιωπή της καρδιάς, με το ρυθμό που ωριμάζει ένα μεγάλο έργο. Ο ίδιος ο άνθρωπος το αγνοεί. Ένα βράδυ, κάνει την τελική χειρονομία. Μου έλεγαν για το διευθυντή κάποιας επιχείρησης που αυτοκτόνησε, πως είχε χάσει
την κόρη του πριν πέντε χρόνια, πως από τότε είχε αλλάξει ριζικά και ότι αυτή η ιστορία "τον είχε φθείρει". Δεν υπάρχει ακριβέστερη έκφραση. Το ότι αρχίζεις να σκέφτεσαι σημαίνει πως αρχίζεις να φθείρεσαι. Η κοινωνία δε δίνει μεγάλη σημασία σ' αυτές τις καταστάσεις. Το σαράκι βρίσκεται
στην καρδιά του ανθρώπου. Εκεί πρέπει να το αναζητήσουμε. Αυτό το θανάσιμο παιχνίδι που οδηγεί την αντιμέτωπη στο φως ύπαρξη, στη φυγή έξω απ' αυτό, πρέπει να το παρακολουθήσουμε και να το καταλάβουμε.

Υπάρχουν πολλά αίτια σε μια αυτοκτονία και γενικά τα πιο φανερά δεν είναι τα κυριότερα. Σπάνια αυτοκτονεί κανείς (η υπόθεση εν τούτοις δεν αποκλείεται) από αντίδραση. Εκείνο που οδηγεί στην αυτοκτονία πάντα σχεδόν είναι ανεξέλεγκτο. Συχνά οι εφημερίδες αναφέρουν για "βαθιές μελαγχολίες" ή "για ανίατη ασθένεια". Αυτές οι εξηγήσεις γίνονται δεκτές. Θα έπρεπε όμως να ξέρουμε μήπως την ίδια μέρα ένας φίλος του απελπισμένου του μίλησε μ' έναν τόνο αδιάφορο. Αυτός ο φίλος είναι ο υπαίτιος. Γιατί αυτό φτάνει για να ξεσπάσουν οι θλίψεις και η κούραση που είναι ακόμα μετέωρες. [Δεν παραλείπουμε την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε το σχετικό χαρακτήρα αυτού του δοκιμίου. Πράγματι, η αυτοκτονία μπορεί να συνδεθεί με πολύ πιο έντιμα αίτια. Παράδειγμα: οι πολιτικές αυτοκτονίες, οι λεγόμενες αυτοκτονίες διαμαρτυρίας, στην κινεζική επανάσταση].

Αλλά, εάν είναι δύσκολο να καθορίσουμε ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία το πνεύμα ξεκίνησε για το θάνατο, είναι πιο εύκολο να αντλήσουμε από την ίδια την αυτοκτονία τα συμπεράσματα που μας
αναγκάζει να βγάλουμε. Από μια άποψη το να σκοτωθείς, σημαίνει, όπως στο μελόδραμα, πως αναγνωρίζεις κάτι. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως νικήθηκες απ' τη ζωή ή πως δεν την καταλαβαίνεις. Ας μην προχωρούμε όμως τόσο μακριά μ' αυτές τις αναλογίες κι ας επιστρέψουμε στις συνηθισμένες εκφράσεις. Σημαίνει μονάχα πως αναγνωρίζεις ότι "δεν αξίζει τον κόπο" να ζεις. Φυσικά, η ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη. Συνεχίζουμε να κάνουμε τις χειρονομίες που υπαγορεύει η ύπαρξη για πολλούς λόγους, αλλά ο κυριότερος είναι η συνήθεια. Το να πεθαίνεις θεληματικά σημαίνει πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις το γελοίο χαρακτήρα αυτής της συνήθειας, την απουσία κάθε βαθιάς αιτίας, τον ανόητο χαρακτήρα της καθημερινής κίνησης και τη ματαιότητα του πόνου.
Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το πνεύμα απ' τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο;

Ένας κόσμος που μπορούμε να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ' ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ' αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδα ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου. Κάθε υγιής άνθρωπος όταν σκέφτεται την αυτοκτονία, πρέπει να παραδεχτεί, χωρίς περισσότερες εξηγήσεις, πως αισθάνεται να υπάρχει ένας σταθερός σύνδεσμος ανάμεσα σ' αυτό το συναίσθημα και την έλξη προς το μηδέν. Θέμα του δοκιμίου είναι αυτή ακριβώς η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο παράλογο και την αυτοκτονία, το ακριβές μέτρο μέσα στο οποίο η αυτοκτονία αποτελεί μια λύση για το παράλογο. Μπορούμε να θέσουμε σαν
αρχή πως για έναν άνθρωπο που δεν κοροϊδεύει, τις πράξεις του πρέπει να τις ρυθμίζει αυτό που πιστεύει γι' αλήθεια. Η πίστη, λοιπόν, στον παραλογισμός της ύπαρξης πρέπει να ρυθμίζει την πορεία του. Η περιέργειά μας ν' αναρωτηθούμε, ειλικρινά και χωρίς ψεύτικες συγκινήσεις, εάν ένα τέτοιο συμπέρασμα επιβάλλει να εγκαταλείψουμε ταχύτερα μια ακατανόητη κατάσταση, είναι θεμιτή. Εδώ, βέβαια, μιλάω για ανθρώπους διατεθειμένους να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους.
Αυτό το πρόβλημα, τοποθετημένο με σαφήνεια, μπορεί να φαίνεται πως είναι απλό και άλυτο μαζί. Αλλά άδικα πιστεύουμε πως τα απλά προβλήματα έχουν απλές λύσεις και πως το εμφανές καταλήγεις στο εμφανές. Εκ των προτέρων, και αντιστρέφοντας τα δεδομένα του προβλήματος, φαίνεται πως δεν υπάρχουν παρά δυο φιλοσοφικές λύσεις, είτε αυτοκτονούμε είτε όχι, η λύση του ναι και η λύση του όχι. Θα ήταν πολύ ωραίο.

Πρέπει, όμως, να πάμε με το μέρος εκείνων που, χωρίς να συμπεραίνουν, πάντα διερωτώνται. Δεν ειρωνεύομαι: αυτοί είναι οι περισσότεροι. Παρατηρώ ακόμα πως εκείνοι που απαντούν όχι, ενεργούν σαν να σκέφτηκαν, ναι. Πραγματικά, εάν δεχτώ το κριτήριο του Νίτσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σκέφτονται, ναι. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές εκείνοι που αυτοκτονούν είναι βέβαιοι για το νόημα της ζωής. Αυτές οι αντιφάσεις πάντα υπάρχουν. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ποτέ δεν ήταν τόσο ζωντανές όσο αυτήν τη στιγμή που η λογική, αντίθετ5α, είναι τόσο απαραίτητη. Η σύγκριση ανάμεσα στις φιλοσοφικές θεωρίες και τη συμπεριφορά εκείνων που τις διδάσκουν είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι μεταξύ των στοχαστών που δέχονται πως η ζωή δεν έχει νόημα κανείς δεν έφτασε στο σημείο να την αρνηθεί, εκτός απ' τον Κιρίλωφ - που είναι μυθιστορηματικός ήρωας - τον Πενεγκρίνο [ Έχω ακούσει να μιλάνε για ένα μεταπολεμικό συγγραφέα, εφάμιλλο του Περεγκρίνου, που αφού τελείωσε το πρώτο του βιβλίο αυτοκτόνησε για να δημιουργήσει ενδιαφέρον γύρω απ' το έργο του. Το ενδιαφέρον πράγματι δημιουργήθηκε, μα το βιβλίο κρίθηκε ως αποτυχημένο] - γνωστό απ' τον Λουκιανό - και τον Ζυλ Λεκιέ που εκθειάζει την υπόθεση. Για να γελάσουν αναφέρουν συχνά τον Σοπενάουερ που έπλεκε το εγκώμιο της αυτοκτονίας μπροστά σ' ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά. Δεν είναι αστείο αυτό. Το να μη σέβεσαι μ' αυτό τον τρόπο το τραγικό, δεν είναι σπουδαίο, φτάνει όμως για να κρίνεις τον άνθρωπο.

Πρέπει λοιπόν να πιστέψουμε πως - μπροστά σ' αυτές τις αντιφάσεις και ασάφειες - δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στην γνώμη που μπορεί να έχουμε για τη ζωή και τη χειρονομία που κάνουμε για να την αφήσουμε; Δεν υπερβάλλουμε. Στον έρωτα ενός ανθρώπου για τη ζωή υπάρχει κάτι δυνατότερο απ' όλες τις αθλιότητες του κόσμου. Η κρίση του κορμιού αξίζει περισσότερο απ' την κρίση του πνεύματος και μπροστά στην εκμηδένιση το κορμί υποχωρεί. Συνηθίζουμε να ζούμε προτού συνηθίσουμε να σκεφτόμαστε. Σ' αυτήν τη διαδρομή που κάθε μέρα μας φέρνει κοντύτερα στο θάνατο το κορμί διατηρεί αυτή την αναπόφευκτη προτεραιότητα.

Τελικά, η ουσιαστική αντίφαση υπάρχει σ' αυτό που θα ονομάσω υπεκφυγή, γιατί συγχρόνως είναι κάτι λιγότερο και περισσότερο από την ικανοποίηση, με την έννοια που δίνει στη λέξη ο Πασκάλ. Η θνητή υπεκφυγή είναι η ελπίδα και αποτελεί το τρίτο θέμα αυτού του δοκιμίου. Η ελπίδα μιας άλλης ζωής που πρέπει "να αξίζει", ή η φρεναπάτη εκείνων που ζουν όχι για την ίδια τη ζωή, μα για κάποια μεγάλη ιδέα που τη διέπει, την εξυψώνει, της δίνει ένα νόημα και την προδίνει. Έτσι όλα οδηγούν στη σύγχυση. Δεν είναι μάταιο το ότι ως εδώ παίζαμε με τις λέξεις και κάναμε πως πιστέψαμε ότι η άρνηση ενός νοήματος στη ζωή οδηγεί οπωσδήποτε στο συμπέρασμα ότι δεν αξίζει τον κόπο να τη ζεις. Πράγματι, σ' αυτές τις δυο γνώμες δεν υπάρχει τίποτα το υπερβολικό. Πρέπει μονάχα να μη μας πλανήσουν οι συγχύσεις, οι διαστάσεις και οι ασάφειες που έχουμε μέχρι τώρα επισημάνει. Πρέπει να απομακρυνθούμε απ' όλα αυτά και να πάμε κατ' ευθείαν στο αληθινό πρόβλημα. Αυτοκτονεί κανείς γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ζήσει τη ζωή, να μια αναμφισβήτητη αλήθεια - άκαρπη όμως γιατί είναι αυτόδηλη. Αλλά μήπως αυτή η προσβολή, αυτή η άρνηση που μέσα της βυθίζουμε την ύπαρξη, οφείλεται στο ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα; Μήπως ο παραλογισμός της ζωής μας αναγκάζει να φύγουμε απ' αυτή με την ελπίδα ή την αυτοκτονία; Να σε τι πρέπει ν' απαντήσουμε, τι πρέπει να γνωστοποιήσουμε και να εξηγήσουμε παραμερίζοντας όλα τ' άλλα. Το παράλογο οδηγεί στο θάνατο; Σ' αυτό το πρόβλημα πρέπει να δώσουμε το προβάδισμα, τοποθετώντας το μακριά από κάθε μέθοδο σκέψης και πνευματικούς ακροβατισμούς

. Σ' αυτή την αναζήτηση, οι διαφορές, οι αντιφάσεις και η ψυχολογία, που ένα "αντικειμενικό" πνεύμα ξέρει πάντα να παρεμβάλλει σε όλα τα προβλήματα, δεν έχουν καμιά θέση. Εδώ, το μόνο που χρειάζεται, είναι μια σκέψη που δεν αιτιολογεί, δηλαδή μια σκέψη λογική. Αυτό δεν είν' εύκολο. Το να σκέφτεσαι λογικά, είναι πάντα απλό. Μα είναι σχεδόν αδύνατο να σκέφτεσαι λογικά ως το τέλος. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν με τα ίδια τους τα χέρια ακολουθούν, έτσι, τη
συναισθηματική τους πλευρά ως το τέλος. Η σκέψη της αυτοκτονίας μου δίνει λοιπόν την ευκαιρία να θέσω το μοναδικό πρόβλημα που μ' ενδιαφέρει: υπάρχει λογική που φτάνει ως το θάνατο; Δεν μπορώ να το μάθω παρά διανύοντας ανεπηρέαστα αυτό το μοναδικό φως της αλήθειας με τη βοήθεια ενός συλλογισμού που τον ονομάζω παράλογο συλλογισμό.

Πολλοί άρχισαν να τον κάνουν. Δεν ξέρω αν εξακολουθούν. Όταν ο Καρλ Γιάσπερς, ανακαλύπτοντας το ανέφικτο της ενιαίας συγκρότησης του κόσμου, αναφωνεί: "Αυτός ο περιορισμός με οδηγεί στον
εαυτό μου απ' όπου δεν υποχωρώ ούτε ένα βήμα, στην αντικειμενική άποψη που παρουσιάζω, με οδηγεί εκεί όπου ούτε εγώ ούτε η ύπαρξη του άλλου μπορεί να γίνει αντικείμενο για μένα", επικαλείται, ύστερα από πολλούς άλλους, αυτούς τους έρημους και άνυδρους τόπους όπου η σκέψη
φτάνει σ' αδιέξοδο. Ύστερα από πολλούς άλλους, πραγματικά, αλλά πόσο βιαστικούς να βγουν από κει. Στην τελευταία αυτή καμπή που η σκέψη ταλαντεύεται φτάσαν πολλοί κι ανάμεσά τους οι πιο σεμνοί. Αυτοί που παραιτήθηκαν τότε από το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή τους. Άλλοι, πνευματικές προσωπικότητες, επίσης παραιτήθηκαν, κατέληξαν όμως στην αυτοκτονία της σκέψης τους που αποτελούσε τη γνησιότερη επανάστασή τους. Η πραγματική προσπάθεια είναι να επιμένεις στο αντίθετο όσο μπορείς και να εξετάζεις από κοντά την άμορφη βλάστηση αυτών των μακρινών τόπων, όσο είναι δυνατό. Τα προσόντα που πρέπει να έχει κανείς για να παρατηρήσει αυτό το απάνθρωπο παιχνίδι, όπου το παράλογο, η ελπίδα κι ο θάνατος ανταλλάσσουν επιχειρήματα, είναι η επιμονή κι ηδιορατικότητα. Το πνεύμα μονάχα μ' αυτά μπορεί ν' αναλύσει - προτού περιγράψει κι αναστήσει - τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σ' αυτό τοβασικό κι ανάερο χορό.

πηγή:
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ
δοκίμιο πάνω στο παράλογο
albert camus
φωτο: Gilbert Garcin.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Ανθρωπιστική ψυχολογία


Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της ανθρωπιστικής ή ουμανιστικής ψυχολογίας ήταν δύο: ο Κάρλ Ρότζερς (1902-1987) και ο Αβραάμ Μάσλοου (1908-1972) οι οποίοι διαφωνούσαν με τον Σαρτρ και τους Υπαρξιστές.

Ο Καρλ Ρότζερς που πίστευε ότι το ανθρώπινο είδος έχει έμφυτη την τάση για αυτοπραγμάτωση και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο κατάφερε και εξελίχθηκε.

Οι θεωρίες του Σαρτρ και των Υπαρξιστών αναπτύχθηκαν την ίδια περίπου χρονική περίοδο με αυτές των θεωρητικών της ανθρωπιστικής ψυχολογίας, η τελευταία μάλιστα ονομάσθηκε και Υπαρξιστική ψυχολογία, και μου φαίνεται ενδεδειγμένο για θεωρίες που αναπτύχθηκαν την ίδια περίπου περίοδο, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν την ίδια αφετηρία, αλλά πολύ διαφορετικά συμπεράσματα. 

Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα κυριάρχησαν στην Ψυχολογία, η Ψυχανάλυση και ο Συμπεριφορισμός. Οι ψυχαναλυτές εστίασαν στις παρορμήσεις που προέρχονταν από το υποσυνείδητο ή το ασυνείδητο, οι συμπεριφοριστές στις περιβαλλοντολογικές συνθήκες (ήταν οι πιο μηχανιστικοί). Κατά το δεύτερο μισό του αιώνα εμφανίσθηκε η σχολή της Ανθρωπιστικής Ψυχολογίας, που ονομάστηκε και Τρίτο Κύμα της ψυχολογίας και αυτή η σχολή εστίασε στη συνείδηση, στη δύναμη της θέλησης και στην αποφασιστικότητα των ανθρώπων. 

Βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τις θεωρίες της σχολής του Τρίτου Κύματος γιατί ξεκινούν από την ίδια διαπίστωση που έκαναν και οι Υπαρξιστές,την ίδια ακριβώς περίοδο, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μεγάλη ασθένεια της εποχής, αυτό που την χαρακτήριζε, ήταν και για τους Υπαρξιστές  και για τους ανθρωπιστές ψυχολόγους, η έλλειψη αξιών. 

Οι συνέπειες της έλλειψης αξιών, που έχουν περιγραφεί από πολλούς αναγνωρισμένους συγγραφείς, διανοούμενους ή επιστήμονες, έτσι όπως μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό, είναι η ανηθικότητα, το εσωτερικό κενό -για το οποίο μας χάρισε μια πολύ όμορφη περιγραφή η Σιμόν ντε Μποβουάρ-, η απελπισία, η αποκοπή από τις ρίζες, η έλλειψη ιδανικών και ο εγωκεντρισμός. Τα πράγματα έφτασαν σε αυτό το σημείο (θυμηθείτε ότι όταν έγραφαν για “ανθρωπότητα” αυτοί οι θεωρητικοί, είχαν νωπή στο μυαλό τους την ανάμνηση της καταστροφής που επέφεραν στον κόσμο οι Χίτλερ και Στάλιν), επειδή κατά την άποψή τους, επειδή όλα τα παραδοσιακά συστήματα αξιών που δημιούργησε η ανθρωπότητα, αποδείχθηκαν πρακτικά, στην καθημερινή ζωή, αποτυχημένα. Ο πλούτος, η ευημερία περισσότερων ανθρώπων, η τεχνολογική πρόοδος, η ευρύτατα διαδεδομένη εκπαίδευση, τα δημοκρατικά πολιτικά σχήματα, απέτυχαν παταγωδώς να δημιουργήσουν ειρήνη, αδελφικότητα, ψυχική γαλήνη ή ευτυχία, μας άφησαν πιο γυμνούς απέναντι στα δυσνόητα ζητήματα που η ανθρωπότητα αποφεύγει συστηματικά, επειδή είναι απασχολημένη με το επιφανειακό. 

Ο Αβραάμ Μάσλοου μιλούσε για τη “νεύρωση της επιτυχίας” και παρατηρούσε ότι οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίζουν να αγωνίζονται με ελπίδες, ακόμα και με χαρά, για την ψεύτικη πανάκεια, εφόσον δεν την αποκτούν. Είναι ο στόχος τους, ο σκοπός της ζωής, το “ιδανικό” τους. Όταν όμως την αποκτούν, ανακαλύπτουν σύντομα ότι η ελπίδες τους ήταν ψεύτικες. Ακολουθεί ψυχική συντριβή και απελπισία, βουτιά στον ωκεανό της ματαιότητας, μέχρι να γίνει δυνατό (συνήθως με τη βοήθεια ψυχολόγου) να εμφανιστούν κάποιες καινούριες ελπίδες. Η ενασχόληση με το επιφανειακό, απασχολεί, αλλά δεν πληρώνει… 

Οι Μάσλοου και Ρότζερς βρίσκονταν στο μεταίχμιο, ανάμεσα στα παλιά συστήματα αξιών, που δεν λειτουργούσαν πια, και στα νέα που δεν είχαν ακόμα γεννηθεί. Είδαν ότι η ανθρωπότητα χρειαζόταν ένα έγκυρο και εύχρηστο σύστημα ανθρώπινων αξιών, αξιών στις οποίες θα μπορούμε να πιστεύουμε, να αφιερωνόμαστε γιατί θα είναι αληθινές και όχι γιατί θα μας εξορκίζουν να τις “εμπιστευθούμε και να έχουμε πίστη σε αυτές”. 

Πίστεψαν ότι για πρώτη φορά στην ιστορία, μπορεί να εδραιωθεί ένα τέτοιο σύστημα, κυριολεκτικά υπαρξιακό, που θα βασίζεται αποκλειστικά πάνω στην επιβεβαιωμένη γνώση της φύσης του ανθρώπου. Δεν ισχυρίστηκαν ποτέ -και εδώ τους βγάζω το καπέλο- ότι αυτή η γνώση είναι διαθέσιμη στην εποχή μας στην τελική της μορφή, ώστε να επωάσει συνειδητοποίηση και δράση, όσα όμως ήταν διαθέσιμα εκείνη την εποχή, η μέχρι τότε γνώση τους, τους έδινε την πεποίθηση ότι ήξεραν τα είδη εργασίας που έπρεπε να γίνουν ώστε να προχωρήσουν προς ένα τέτοιο στόχο. Όπως είπαν, “φαίνεται ότι είναι δυνατό για τον άνθρωπο να κινηθεί προς την αυτοπραγμάτωσή του, και προς την κοινωνική βελτίωση, με τις δικές του φιλοσοφικές και επιστημονικές προσπάθειες”. 

Ο Κάρλ Ρότζερς θεωρείται σήμερα, μαζί με τον Αβραάμ Μάσλοου, ως ο ψυχολόγος με την μεγαλύτερη επιρροή στη διάρκεια του 20ου αιώνα, όχι μόνο στην ψυχολογία, όπου πολλοί σύγχρονοι ψυχολόγοι τον αναγνωρίζουν ως δάσκαλό τους, αν και πολλοί από αυτούς ανήκαν σε διαφορετικές σχολές, αλλά και στην εκπαίδευση. Στο πιο σημαντικό βιβλίο του, On Becoming a Person(1981) μας εξηγεί πώς θα μπορούσαμε να γίνουμε περισσότερο ανθρώπινοι, γιατί αυτό ακριβώς που λείπει από τους περισσότερους ανθρώπους είναι η ανθρωπιά, και εξάρει τη σημασία της προσωπικής εμπειρίας η οποία είναι κάτι σαν τροφή. Ανιχνεύουμε την αλήθεια μέσω προσωπικής εμπειρίας και όχι ακούγοντας ή διαβάζοντας τις εμπειρίες των άλλων. 

Οι άλλες ανθρώπινες υπάρξεις είναι όμως πολύτιμες, και όπως έγραψε ο Μάσλοου, “…οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες μπορούν να εκπληρωθούν μόνο μέσω άλλων ανθρώπων, δηλαδή μέσω της κοινωνίας. Η ανάγκη για κοινότητα (το να ανήκει κανείς κάπου, ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, ομαδοποίηση) είναι από μόνη της μια βασική ανάγκη. Μοναξιά, απομόνωση, εξοστρακισμός, απόρριψη από την ομάδα, όλα αυτά δεν είναι μόνο οδυνηρά, αλλά και παθογόνα”. 

Ο Αβραάμ Μάσλοου, ύστερα από 30 χρόνια ερευνών (κυρίως με φοιτητές, αλλά και νοικοκυρές, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι με ερωτηματολόγια) έφτασε στο όχι και τόσο ευχάριστο συμπέρασμα ότι η αλυσίδα των ανθρώπινων αναγκών (εννοεί το απλό ότι όταν εκπληρωθεί μια βασική μου ανάγκη αναζητώ αμέσως να εκπληρώσω την επόμενη, όταν βρω πού να κοιμηθώ το βράδυ, θα αναζητήσω και τροφή, μετά θα ψάξω για δουλειά και στη συνέχεια για ερωτικό σύντροφο) σταματάει όταν εκπληρωθούν οι 4 πρώτες βασικές ανάγκες (α! οι φυσικές ανάγκες: τροφή, νερό ύπνος, κλπ, β! η ανάγκη για ασφάλεια: σπίτι, ρούχα, καθαριότητα σώματος, δουλειά, κάποια αίσθηση ηθικής, γ! η ανάγκη ανθρώπινης κοινότητας για την οποία μιλήσαμε παραπάνω: σεξουαλικός σύντροφος, φιλία, οικογένεια και τέλος δ! η ανάγκη για αυτοεκτίμηση: αυτοπεποίθηση, σεβασμός του εαυτού και των άλλων, γόητρο) και δεν οδεύει προς την εκπλήρωση της πέμπτης βασικής ανάγκης που είναι η αυτοπραγμάτωση. Αυτή η αυτοπραγμάτωση χαρακτηρίζεται από ηθική ακεραιότητα, που μπορεί να μην ακολουθεί κάποια θρησκεία, δημιουργικότητα, αυθορμητισμό, πνεύμα ικανό να επιλύει προβλήματα, έλλειψη προκαταλήψεων, αποδοχή της πραγματικότητας για καλύτερη αντιμετώπισή της. 

Στο βιβλίο όπου μας περιγράφει τα πειράματά του με απόλυτα υγιείς ανθρώπους που έζησαν εμπειρίες έκστασης, Θρησκείες, Αξίες και Εκστατικές Εμπειρίες (εκδ.Δίοδος), ο Μάσλοου διατυπώνει μια από τις πιο σημαντικές του θέσεις. Οι άνθρωποι που έζησαν εκστατικές εμπειρίες (το πιο ισχυρό επιχείρημα κατά της απαισιοδοξίας των Υπαρξιστών) είχαν πάντα την τάση να μιλούν γι’ αυτές με θρησκευτικούς όρους (αποκάλυψη, φώτιση, ενόραση, κλπ) και αυτό τον προβλημάτισε πολύ. Η απόρριψη των θρησκειών, δηλαδή η απόρριψη μιας ιερατικής τάξης τα μέλη της οποίας ισχυρίζονταν ότι είναι οι αποκλειστικοί θεματοφύλακες μιας μυστικής ανοιχτής γραμμής επικοινωνίας με το ιερό, ήταν κατά τη γνώμη του ένα μεγάλο βήμα για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Και γι’ αυτό θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τους μύστες, οι οποίοι βέβαια, από όσο μελέτησε και κατάλαβε, είχαν πάντα εκστατικές εμπειρίες. Υπάρχουν, προφανώς, δύο είδη θρησκείας και θέλησε με ένα κολπάκι να τις διαχωρίσει.από τη μία πλευρά το εμπειρικό, που αποκαλείται συνήθως μυστικιστικό ή και -εντελώς λανθασμένα- αποκρυφιστικό, η φυσιοκρατική θρησκευτική εμπειρία και από την άλλη οι θεσμοθετημένες, εθιμοτυπικές, οργανωμένες Θρησκείες. Χρησιμοποιεί πεζό αρχικό γράμμα για τις πρώτες και κεφαλαίο για τις δεύτερες. 

Η θέση του Μάσλοου, ύστερα από τις απαραίτητες διευκρινήσεις, είναι ότι η θρησκευτική εμπειρία (και μιλά γι’ αυτού του είδους την εμπειρία που μπορεί κάλλιστα να έχει ένας άθεος) είναι ένα θέμα που έχει δικαίωμα στην επιστημονική έρευνα και μελέτη. Και αντίστροφα, η επιστημονική κοινότητα θα δει το έργο της να εμπλουτίζεται αν αναγνωρίσει και και μελετήσει την ανάγκη που έχει όλο το ανθρώπινο γένος για πνευματική έκφραση. Η πνευματική αυτή έκφραση βρίσκεται, με πολλές μορφές, στην καρδιά των εκστατικών εμπειριών στις οποίες έχουν φτάσει υγιή άτομα που λειτουργούν ολοκληρωμένα. 

Οι Μάσλοου και Ρότζερς, αλλά και ο Όλπορτ, ανακάλυψαν πειραματικά, όχι διαβάζοντας βιβλία, ότι ο άνθρωπος έχει μια ανώτερη και υπερβατική φύση η οποία είναι μέρος της ουσίας του, δηλαδή της βιολογικής του φύσης ως εξελιγμένου μέλους του είδους. Μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον να σκιαγραφήσω πρόχειρα τις απόψεις της σχολής του Τρίτου Κύματος, πριν περάσω στον Σαρτρ, αφού αυτοί οι θεωρητικοί αντέδρασαν πολύ στις απόψεις του, κυρίως επειδή αρνιόταν να παραδεχτεί και να αντιμετωπίσει την ίδια την ύπαρξη των βιολογικών επιστημών. Θα προσπαθήσω να δείξω ότι η διαφορά τους είναι βαθύτερη.  

Το όλο ζήτημα πάντως έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και το ενδιαφέρον αυξάνει αν αναλογιστούμε ότι κανείς δεν ασχολείται πια με αυτές τις ανακαλύψεις, πέρα από κάποιους ακαδημαϊκούς. 

Ο άνθρωπος φτιάχνει ο ίδιος τον εαυτό του, όπως φώναζαν αγανακτισμένοι οι Υπαρξιστές, αλλά η μελέτη αποκαλύπτει ότι υπάρχουν όρια ως προς το πόσο και πού μπορεί να τον φτιάξει. Οι άνθρωποι, ας μην το ξεχνάμε, είναι βιολογικά προκαθορισμένοι και αν θέλεις να ανέβεις ψηλότερα, πρέπει να εξετάσεις πόσο δυνατά πνευμόνια και αντοχή διαθέτεις. Οι Υπαρξιστές ανέβηκαν ψηλά, το αναγνωρίζω, αλλά δεν μπόρεσαν να κρατηθούν εκεί, έπεσαν με πάταγο κάτω και πόνεσαν. Δεν αρκέστηκαν στον πόνο, πείσμωσαν και αποφάσισαν να μας πείσουν ότι η ανθρώπινη φύση καθορίζεται από την αρνητικότητά της, με έξοχο θεωρητικό αυτής της αντίληψης τον Σαρτρ. 
 
του Τάκη Αθανασόπουλου από το blog της Ελευθεροτυπίας

πηγή:http://sciencearchives.wordpress.com/2010/10/22/%CE%AE-%CE%AF-%CF%8Crh/