Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



(Η ιστορία του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού)

ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΠΕΤΡΗ


«Θα σου διηγηθώ μια ιστορία, την άκουσα
όταν ήμουνα
μικρός μα, από τότε κάθε φορά που τη
συλλογιζόμουν
μου φαινόταν όλο και πιο όμορφη, γιατί
υπάρχουν
ιστορίες που, όπως και πολλοί άνθρωποι,
ομορφαίνουν
ακόμα κι αδιάκοπα με το πέρασμα
του χρόνου, κι αυτό
είναι τόσο διασκεδαστικό!»

(Χανς Κρίστιαν Αντερσεν)

Παρά τον μύθο – παραμύθι, το μαγικό μαξιλάρι που μας κατευνάζει και αφηνόμαστε στο χέρι του να μας οδηγήσει στον κόσμο του αφελούς και του αχρονικού.
Η λέξη παραμύθι είναι τόσο μακρινή όσο και η ιστορία μας. Τη συναντάμε στο ομηρικό ρήμα «παραμυθέομαι» με στη σημασία του συμβουλεύω. Στα κείμενα του Ηροδότου και του Πλάτωνα εμφανίζεται με την έννοια του παρηγορώ. Κοντινή στην έννοια του μύθου, διαφορετική με το στίγμα της παρηγοριάς.
Ως είδος τέχνης είναι ισοδύναμο με τη λαϊκή ποίηση, έχει αναπτυχθεί ομόλογα σε όλους τους λαούς και πολιτισμούς και αντιπροσωπεύει τη λαϊκή πεζογραφία.

Στο τετράπλευρο που λέγεται Αιγαίο, στη θεογονία, στη μακραίωνη διονυσιακή λατρεία, στα Ορφικά και στα Ελευσίνια Μυστήρια, στην ανάγκη της επαφής με το άγνωστο θείο, στον εξανθρωπισμό του, το θέατρο ως έκφραση είναι εμφανώς μεγαλύτερο ηλικιακά από τη θρησκεία.

Η ιστορία του Αιγαιακού ανθρώπου θεοποιείται και οι θεοί εξανθρωπίζονται. Με την ακολουθία Ιστορία – Μύθος – Αρχέτυπο – Σύμβολο, την επανάληψή τους, τη φαντασία, την τέχνη, η επική παράδοση θα γίνει αφήγηση. Το ιστορικό και θρησκευτικό μυθιστόρημα με τη σειρά του θα μετουσιωθεί σε αφηγηματικό μύθο. Όλα αυτά μαζί με τη φαντασία και την ειρωνεία της καθημερινότητας θα κάνουν ταλαντούχα άτομα να δημιουργήσουν το παραμύθι.

Αυτά που θα θεωρήσουμε προγόνους και συγγενείς του παραμυθιού από τα αρχαία χρόνια είναι: το σατιρικό δράμα, το μιμικό θέατρο, η όρχηση και η μίμηση, η παντομίμα των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων, η ιλαροτραγωδία, η φλυακογραφία ή φλύακα (που είναι συνώνυμη σχεδόν με την ιλαροτραγωδία), η μαγωδία και οι μιμίαμβοι.

Πατέρας του μιμητικού θεάτρου θεωρείται ο Σώφρονας Αγαθοκλέους. Γεννήθηκε τα χρόνια της εισβολής του Ξέρξη στην Ελλάδα. Το θέαμα αυτό αναπτύχθηκε κυρίως στη Σικελία, την περίοδο που στην Αθήνα ανθούσε το δράμα.
Ο Ξενοφώντας αναφέρει κάποιον θαυματοποιό από τη Συρακούσα που διασκέδαζε τους παρευρισκομένους στο συμπόσιο του πλούσιου Καλία: «Ούτος οι άφρονες γαρ τα εμά νευρόσπαστα θεώμενος τρέφουσί με».

Όπως προκύπτει, αυτός ο γελωτοποιός, κωμικός ποιητής, ήταν ο Φίλιππος, ο πρωτότοκος γιος του Αριστοφάνη. Γι’ αυτόν ο Αριστοφάνης δεν έτρεφε καμιά εκτίμηση, αφού δεν ήταν παρά ένα λαϊκό κακέκτυπό του που γύριζε τα συμπόσια και διασκέδαζε τους Αθηναίους. Αυτό το είδος θεάτρου, που μοιάζει με μικροθέατρο, για να παιχτεί, πρέπει κανείς να διαθέτει μια ευκολία αυτοσχεδιασμού, μίμησης και κατάλληλου τονισμού της φωνής, ώστε χωρίς τη χρήση θεατρικού χώρου να μπορεί να μαγεύει… το κοινό του. Ο Πλάτωνας εκτιμούσε την αξία τους, ώστε στο προσκεφάλι του ανάμεσα στα κτερίσματά του να τον συνοδεύουν τέτοια έργα.
Δημιουργοί της μιμητικής και της όρχησης θεωρούνται επίσης ο Πυλάδης από την Κιλικία και ο Βαθύλος από την Αλεξάνδρεια.

Το παραπάνω είδος μικροθεάτρου, όπου κυριαρχεί η έκφραση του λόγου με τον συνδυασμό της κίνησης των ώμων, των χεριών, των δαχτύλων, των γονάτων, του κεφαλιού, του προσώπου, χαρακτηριζόταν με τη φράση «χείρες πάμφωνοι».

Η ιλαροτραγωδία γίνεται ιδιαίτερα αγαπητή στους φιλήδονους Ταραντίνους. Η μαγωδία παίρνει το όνομά της από τη «μαγεία» των φράσεων των τελετουργιών και τη γελοιογράφησή τους.
Απ’ ό,τι φαίνεται, την ίδια περίοδο αναπτύσσεται και το μικροθέατρο των νευρόσπαστων. Όλα αυτά παίζονται σε μικρούς χώρους, κυρίως σε συμπόσια, για την ευχαρίστηση των καλεσμένων. Οι ιστορίες αυτών των έργων γράφονταν από γελωτοποιούς και μιμούκους. Στη σφαίρα αυτών των ειδών έκφρασης αναπτύσσεται και το παραμύθι, το οποίο δανείζεται πολλά στοιχεία από αυτές τις τέχνες. Οι ιστορίες των τότε παραμυθιών ήταν ιστορίες για μεγάλους. Είναι εμφανής ο απόηχος των μύθων στην πλοκή τους, που αναμιγνύονται με την ιστορία αλλά και τον καθημερινό βίο.

Ψυχαγωγούν το λαό μιας και το τραγικό γίνεται μελό, η σάτιρα γίνεται αστείο και γενικά πρόκειται για χοντροκομμένες ιστορίες. Αυτό το λαϊκό δημιούργημα ανθεί στη μεσαία και κατώτερη τάξη. Ο Πλάτωνας φέρεται πολέμιός τους και τα ονομάζει «Μυθεύματα γραιώδη».

Το είδος αυτών των μικροθεατρικών εκφράσεων παραμερίστηκε από την ανάπτυξη του θεάτρου, της ποίησης και γενικά των μεγάλων τεχνών, βρίσκοντας γόνιμο έδαφος στις ιταλικές αποικίες. Ωστόσο, επανέρχεται δριμύτερα και αναπτύσσεται στην Αθήνα μετά το θάνατο του Αριστοφάνη.

Περίπου στα 190 π.Χ., στην παρηκμασμένη πια Αθήνα, το ευρύ κοινό ανατρέχει σε ονόματα λογομίμων, θαυματοποιών, μίμων, γελωτοποιών, με αποκορύφωμα το στήσιμο του ανδριάντα του Ευρικλείδη (παίκτη νευρόσπαστων ενός είδους κουκλοθέατρου) κοντά στον ανδριάντα του Αισχύλου.
Το 1892 στην Αίγυπτο, ο Αγγλος αρχαιολόγος Κένυεν ανακαλύπτει επτά παπύρους 80-130 στίχων με σύντομες υποθέσεις από την καθημερινή ζωή της μεσαίας και κατώτερης τάξης. Οι ιστορίες αυτές είναι χοντροκομμένες, λιτές και κάνουν το φιάσκο κάτι το φυσιολογικό μπροστά στις ανάγκες της επιβίωσης των ηρώων τους.

Υπογράφονται από τον Ηρώνδα τον Συρακούσιο. Στην αττική διάλεκτο το όνομά του ήταν Ηρώδης και ήταν ένας από τους πιο γνωστούς συγγραφείς της μιμογραφίας της εποχής του.
Ο Καβάφης που ζούσε μέσα σ’ αυτόν τον πυρετό των αρχαιολογικών ανακαλύψεων, εμπνεύστηκε από τα γραπτά του Ηρώνδα και έγραψε το ποίημα:

Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου

Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβοι οι χαριτωμένοι,

…………………………….

Οι ευτράπελοί των τόνοι
μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών
κ’ εκβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.

………………………………

Αλλον κατόπιν βλέπωμεν αχρείον
όστις κατάστημά τι συντηρεί
ως άνδρα Φρύγαν εμμανώς κατηγορεί
ως βλάψαντα το - παρθεναγωγείον.

………………………………….

Πλην πόσα έλειψαν εκ των παπύρων,
πόσον συχνά των μιαρών θηρών βορά
έγινε ίαμβος λεπτός ή είρων!
Ο ατυχής Ηρώδης, καμωμένος
διά τα σκώμματα και διά τα φαιδρά,
τι σοβαρά μας ήλθεν πληγωμένος!

Ακολουθεί η ρωμαϊκή περίοδος, όπου βασιλεύει ένα πολυεθνικό πολιτισμικό μωσαϊκό.
Το σπέρμα τού ελληνικού πολιτισμού είναι εμφανές στη λογοτεχνία και στη φιλοσοφία. Για την ευχαρίστηση της ευρείας λαϊκής μάζας αναπτύσσονται τα κατώτερα είδη τέχνης που εξελίσσονται έτσι σε έντεχνα.

Το παραμύθι στην περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης αναπτύσσεται μαζί με άλλα κατώτερα είδη τέχνης, διαμορφώνοντας έτσι το πολυεθνικό μωσαϊκό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αναβαθμίζονται τα κατώτερα είδη τέχνης και γίνονται λαοφιλή, περνώντας στην έντεχνη δημιουργία από ευρηματικούς καλλιτέχνες, όπως το θέατρο των μίμων, το μικροθέατρο, το κουκλοθέατρο, η παντομίμα κ.ά.

Η μετέπειτα περίοδος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι ποτισμένη από το θρησκευτικό μένος με ελάχιστες εξαιρέσεις φωτισμένων αυτοκρατόρων και άλλων επιφανών προσωπικοτήτων, που κυβέρνησαν την επίσης αχανή αυτοκρατορία. Προστάτευσαν τη γνώση, τα σύμβολα, τα έθιμα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, σε αντίθεση με ό,τι φίμωνε και διαστρέβλωνε τη γνώση αυτή.

Καταγραφές και αντιγραφές πολύτιμων αρχαίων εγγράφων, όσες διασώθηκαν από την καθολική καταστροφή, κυρίως από αντιγραφείς τρόφιμους μοναστηριών και της αυτοκρατορικής αυλής, μεταφέρθηκαν με διαβολή στα νοήματα, αφού μάλιστα δημιούργησαν και μια νέα γλώσσα που μιμούταν την αρχαία, ανακατεμένη με λαϊκές λέξεις και εκφράσεις, τη λεγόμενη ψευδοαττική.

Παρόλο που η πίεση και οι εκφοβισμοί που γίνονταν δεν είχαν το μέγεθος της σκληρότητας της παπικής φεουδαρχίας, τα αποτελέσματα ήταν τόσο καταστροφικά, ώστε να καψαλιστούν τα φτερά του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, να αφανιστούν αρχαία αλλά και σύγχρονα συγγράμματα. Ο προοδευτισμός φιμώνεται και οι επαγγελματίες συγγραφείς είναι οι γνωστικοί σοφοί που συντάσσουν θρησκευτικά βιβλία, μιμούμενοι αρχαία κλασικά βιβλία στην ψευδοαττική γλώσσα, κάτι σαν τη γλώσσα των σαλονιών. Η ανάπτυξη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε έναν ωριμότερο χρόνο που η σύνθεση της πολιτιστικής της στόφας μορφοποιείται, φέρνει τη γένεση της αστικής τάξης κατά τον 10ο αιώνα. Απόρροια αυτών των μορφοποιήσεων είναι οι λαϊκές εξεγέρσεις κατά της καλογερικής κυριαρχίας.

Η διαμόρφωση των κοινωνικών τάξεων και η ανάπτυξη της οικονομίας φέρνουν την ελευθερία στην έκφραση, κοινωνική και καλλιτεχνική. Τα προηγούμενα είδη λαϊκής δημιουργίας αναπτύσσονται κυρίως στις γιορτές και στα πανηγύρια. Ανάμεσα σε αυτά είναι και το παραμύθι. Ο τύπος αυτός συγκλίνει πολύ στη σημερινή κλασική μορφή του παραμυθιού, που γράφεται από λογίους κατά παραγγελίαν αρχόντων. Τα κείμενα αυτά έχουν ηπιότερη πλοκή από τα αιμοσταγή και σκληρά λαϊκά και έντεχνα λογοτεχνήματα των δυτικών. Μας καταθέτουν επίσης μια πλούσια κληρονομιά στοιχείων της καθημερινής ζωής της εποχής τους. Ακόμα, στον αυτοσχεδιασμό τους και στην απλοϊκότητά τους έχουν συχνά και ποιητικό λόγο.

Η άρχουσα τάξη στο Βυζάντιο ταύτισε την έννοια Ελλάδα, Ελλην με την έννοια του ειδωλολατρισμού, του αφορισμένου, του αιρετικού. Οταν «η Βασιλίς των πόλεων καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει», όπως έγραφε ο Παλαμάς, οι αστοί μάταια με έναν ιδεαλιστικό παροξυσμό προσπαθούν να αναδείξουν την καταγωγή από τον αρχαίο πολιτισμό.

Σε εκείνον τον βυζαντινό μεσαίωνα ο έρωτας ήταν θανάσιμο αμάρτημα και χρειάστηκε ειδική συζήτηση σε Σύνοδο για να θεωρηθεί η γυναίκα νομικά άνθρωπος!

Το 691 μ.Χ. η Σύνοδος του Τρούλου αποφάσισε να καταργηθεί το θέατρο, όμως στους κόλπους του απλού λαού, όπου δεν είχε ξεχαστεί η ρίζα και οι καταβολές του, καλλιεργείται ο πρόδρομος της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Παραμύθια, έμμετρα μυθιστορήματα, ποίηση, ιστορικά και σατιρικά κείμενα εμφανίζονται, για να χαθούν μετά μέσα στην ανωνυμία της μάζας και την ατυχία του προφορικού λόγου. Ολίγα θα διασωθούν για να μας δώσουν έναν ανεκτίμητο πλούτο για μετέπειτα ιστορικές και λαογραφικές μελέτες.

Το βυζαντινό παραμύθι έχει δομική συμπεριφορά ανάλογη των αρχαίων ελληνικών και είναι ο πρόδρομος των ύστερων λαϊκών παραμυθιών. Κύριο θέμα τους, ο ιδανικός έρωτας. Στην πλοκή συμβαίνουν υπερφυσικές καταστάσεις που δανείζονται στοιχεία από τους βίους των αγίων. Εχουν μορφή ποιήματος και μεταδίδονται από στόμα σε στόμα. Οι ήρωές τους βασιλιάδες, βασιλόπουλα, που κερδίζουν μέσα από απίθανες περιπέτειες την κοπέλα που ερωτεύονται. Μαγικά αντικείμενα και καρποί εμφανίζονται στην πλοκή.

«…Αν, εις τον κόρφο του κανείς το μήλο τούτο βάλει
άπνους νεκρός να γένηται ευθύς παρά της ώρας
αν πάλι εις την ρίνα του του νεκρωμένου θέση
το μήλο τούτο παρευθύς κανείς, εξανεμήσει…»,
γράφει σε ένα από τα παλιά έργα τού είδους ο Καλλίμαχος Χρυσορρόης. Εμφανίζεται, λοιπόν, το μαγικό μήλο των προϊστορικών καρπολατρικών θρησκειών της Δήμητρας και του Διονύσου, της μαγείας και οιωνοσκοπίας που συναντάμε στα γνωστά μας παραμύθια των ύστερων χρόνων, αλλά και στη λαϊκή μνήμη.

Μαζί με τα ερωτικά αναπτύσσονται τα σατιρικά και διδακτικά κείμενα, έμμετρα και αυτά, οι ήρωες των οποίων είναι τετράποδα ζώα και σατιρίζουν την άρχουσα τάξη, τον κλήρο και την ψευτοηθική.
Τα ιστορικά κείμενα όπως το «Χρονικό του Μορέως» ακολουθούν τον ίδιο τύπο γραφής, συχνά με στίχο δεκαπεντασύλλαβο και τα περισσότερα δεν έχουν ιστορική αξία. Σε ένα από αυτά παρουσιάζεται η ζωή του Μεγαλέξανδρου σαν παραμύθι, με τον τίτλο «Η φυλλάδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

Η πεζογραφία αναπτύσσεται στα τέλη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Σημαντικότερη της πεζογραφίας εμφανίζεται η λαϊκή ποίηση. Αυτή τραγουδιέται από το λαό που εναποθέτει σ’ αυτήν τη ζωή του, την ψυχή του, αυτά που τον σηματοδοτούν. Στη γραφή της, τον 7ο αιώνα, διαφαίνεται ο σχηματισμός της νεοελληνικής γλώσσας. Είναι η ώρα όπου εξαφανίζονται οι διακρίσεις των φωνηέντων. Ένας στίχος, όπως του Ομήρου «Ανδρα μοι ένεπε μούσα πολύτροπον», με τα νέα μέτρα κρατώντας έναν ρυθμό, γίνεται τον 10ο αιώνα «Ψυχήν είχα κι’ επήρες την καρδιάν και ανέστησές την» και γεννιέται έτσι ο δεκαπεντασύλλαβος.

Η λαϊκή έκφραση, το πνεύμα και οι εκδηλώσεις επέζησαν και παραδόθηκαν στις επόμενες γενιές παρ’ όλες τις κατηγορίες και μομφές των πατέρων της Εκκλησίας, ονοματίζοντας το ιπποδρόμιο - σατανοδρόμιο, ή «ψυχοβλαβή του διαβόλου πομπήν» κ.ά.
Οι επόμενες γενιές των Ελλήνων που παραλαμβάνουν, διαφυλάσσουν, δημιουργούν και εξελίσσουν το ελληνικό πνεύμα κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αναπτύσσουν το παραμύθι στην τελειότερη και κλασική του μορφή.

Βασικότεροι λόγοι της ανάπτυξής τους είναι η μαστοριά των Τούρκων στη δημιουργία του παραμυθιού και ότι το παραμύθι λειτουργεί σαν φάρμακο προσωρινής λησμονιάς από τη ζοφερή πραγματικότητα στα χρόνια που δεν έλεγαν να περάσουν.

Το Ραμαζάνι των Τούρκων ήταν μια εξαιρετική περίοδος συναγωνισμού των καλύτερων παραμυθιών που άφηναν το κοινό με κομμένη την ανάσα. Με την ανάπτυξη του εμπορίου στη Μεσόγειο, την εναλλαγή κατοχής σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας από Τούρκους σε Ρώσους, Ενετούς, ακόμα και τη μετανάστευση των ίδιων των Ελλήνων, έχουμε εισαγωγή λαϊκών παραμυθιών από διάφορα μέρη της γης, που συγχωνεύονται στη δική μας μυθολογία και τρόπο ζωής.

Όμως, το ελληνικό υφάδι αυτών των παραμυθιών δεν είναι ένα ξερό πολιτιστικό δάνειο. Μοιάζει πολύ με τη δανεική πολιτισμική στόφα που μεταναστεύει στους κόλπους της ελληνικής κουλτούρας, τον Καραγκιόζη, και όχι μια άλλη φιγούρα ή θέατρο σκιών στη χώρα μας, αφού ο χαρακτήρας και η μορφή του προϋπάρχουν σε αρχαίες κωμωδίες. Η εικαστική του καρικατούρα αναγνωρίζεται σε απεικονίσεις του Διονύσου και άλλων συναφών μορφών, ενώ αναπλάθεται με το παρόν, το παρελθόν και τα όνειρα της ιστορίας του λαού μας. Έτσι, το παραμύθι κεντιέται πάνω σε στοιχεία της αρχαιότητας, του Βυζαντίου, των καημών της σκλαβιάς.

Στο τετράπλευρο της Μεσογείου αποστάζονται οι ώριμες πια φυλές και πολιτισμοί της Ευρώπης, χωρών της Αφρικής και της Ασίας, ταξιδεύουν όχι μόνο οι κατακτητές και έχοντας εμπορικές διαθέσεις, αλλά και τα παραμύθια. Οι αποσκευές των ταξιδευτών περιέχουν ως είδος συναλλαγής στις ώρες της ανάπαυσης στα χάνια, και στις συναναστροφές τους παραμύθια. Γι’ αυτό συχνά συναντάμε έκπληκτοι παρόμοια έως και τα ίδια παραμύθια σε μια θεμιτή εικόνα του τότε γνωστού κόσμου.

Ετσι βρίσκουμε παραμύθια διεθνή όπως η Σταχτοπούτα, όπου η πλοκή τους συνυφαίνεται με στοιχεία ενός ελληνικού τοπίου και ελληνικών εθίμων. Η λέξη Σταχτοπούτα μεταφέρεται στη μυκονιάτικη παραμυθολογία ως Σταχτομπούτα, δηλαδή αυτή που έχει στάχτες στα μπούτια της, ή στην Πελοπόννησο με την ονομασία Σταχτομπιλιαρού, δηλαδή αυτή που έχει στην μπίλια της (ποδιά) στάχτες.

Στην Πελοπόννησο αξίζει να σημειώσουμε ότι σε μανιάτικη απόδοση στην πλοκή αναφέρεται ανθρωποφαγία. Επίσης, ο χορός όπου συναντιέται ο πρίγκιπας με τη Σταχτοπούτα, στην ελληνική εκδοχή είναι ένα πρωινό πανηγύρι σε ένα ξωκκλήσι.
Στη νεότερη εποχή, μέσους και νέους χρόνους, η έννοια παρηγορώ από τη λέξη παραμύθι υποχωρεί και περιορίζεται σε αυτό που είναι κοντά στο μύθο και τέρπει το λαό. Είναι φανταστικό, διδακτικό, ευτράπελο σε αντίθεση με το μύθο που διδάσκει.

Σε αυτά τα παραμύθια συναντά κανείς το απόσταγμα της μνήμης απ’ όλες τις γενιές των Ελλήνων. Το αρχέγονο, το μαγικό, η σοφία, το μυθικό, οι μακρινοί και κοντινοί χώροι μπλέκονται με σύγχρονες πλοκές. Εκεί μπορεί να αναγνωρίσει κανείς τοπικές παραδόσεις, ψυχοσύνθεση και έθιμα που υφαίνονται σε τοπικά ή διεθνή παραμύθια. Η παρουσία αυτών των στοιχείων είναι ένα σημαντικό ντοκουμέντο, πολιτιστική ομολογία για τη ρίζα, την ύπαρξη και την εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Πού και πότε μπορεί να γεννηθούν τα παραμύθια;
Παντού και ανά πάσα στιγμή!

Στη χώρα μας αυτά τα παραμύθια γεννήθηκαν στα χάνια, στα καπηλειά, στις νυχτερινές βεγγέρες, στα πλοία από μια ναυτική λάμπα, στο φούρνο την ώρα που περίμεναν να ψηθεί το ψωμί, στο μύλο περιμένοντας να αλέσουν το σιτάρι, στα τσαγκαράδικα, στο αλώνι, στον τρύγο, στη στράτα.
Ο δημιουργός του είδους, όπως του λαϊκού τραγουδιού, δεν έχει φύλο. Πολλοί μάλιστα από αυτούς, οι πιο επιδέξιοι δημιουργοί πλοκών χρηματίζονταν από προύχοντες και άρχοντες, για να διασκεδάσουν του ίδιους και τους καλεσμένους τους στις γιορτές τους και στα πανηγύρια.
Μέχρι τον 12ο αιώνα, η παράδοση του παραμυθιού είναι προφορική. Η γραπτή τους παράδοση ξεκινάει στην Ευρώπη με επίκεντρο την Ιταλία το 16ο αιώνα, με τους μύθους του Αισώπου – τα ομηρικά έπη μαζί με τις ιστορίες του βασιλιά Αρθούρου, όπου και εκτυπώνονται σε βιβλία. Σταδιακά εξελίσσεται η αναζήτηση και η καταγραφή τους από ευαίσθητους συγγραφείς και παραμυθοσυλλέκτες λαϊκών δημιουργιών ποιητικού και πεζογραφικού λαϊκού λόγου με απαράγραπτα τα στοιχεία εθνικής ταυτότητας. Ετσι συλλέγεται η περιφρονημένη έως τότε λαϊκή χρυσή κληρονομιά – θρύλος – παραδόσεις – τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες κ.ά.

Οι καταγραφείς αυτοί συχνά δίνουν τον προσωπικό τους τόνο και χρωματισμό στην καταγραφή τους. Ρίχνοντας μια σύντομη ματιά για να κατανοήσουμε τι και πώς συνέβη στο πέρασμα αυτού του παλιρροϊκού κύματος στην Ελλάδα, ξεχωρίζουμε τρεις κυρίως καταγραφείς του είδους.

Καταγραμμένος ανάμεσα στους «Αθανάτους» της Γαλλικής Ακαδημίας, ο Σαρλ Περό γεννήθηκε τα 1628 στο Παρίσι, άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου και κατέγραψε τα παραμύθια που κατέγραψαν αργότερα οι αδελφοί Γκριμ. Είναι οφθαλμοφανές ότι γράφτηκαν για τη διασκέδαση της αυλής των Βερσαλλιών χωρίς να εξαλείφεται το ηθικό δίδαγμα ή κάποιος βαθύτερος στόχος, κάτι αντίστοιχο με αυτό που γινόταν στην αρχαία Ελλάδα. Ο Σαρλ Περό εξακολουθεί να είναι άγνωστος στο ευρύ κοινό στην Ελλάδα και άρχισε να γίνεται γνωστός τη δεκαετία του ’80. Τηρεί ένα παραμυθιακό πλαίσιο στο οποίο τοποθετεί μια σκληρή περιγραφή, ώστε τα κείμενα αυτά να είναι πιο κοντά σε ενήλικο αναγνωστικό κοινό και όπως είναι αυτονόητο στην πρωτόλεια μορφή τους. Η περίοδος που ο Σαρλ Περό ζει και κάνει αυτό το λειτούργημα είναι η περίοδος της Αναγέννησης του Διαφωτισμού του Γερμανικού ρομαντισμού και εν γένει των νέων θεωριών της οικονομίας και εξουσίας.

Ακολουθούν οι γνωστοί σε όλους μας αδελφοί Γκριμ και Αντερσεν. Οι αδελφοί Γιάκομπ και Βίλχεμ Γκριμ, γεννημένοι το 1785 και 1786 αντίστοιχα παρουσιάζονται σαν συνδημιουργοί που συλλέγουν και καταγράφουν παλιά ποιήματα και άλλα λογοτεχνήματα του παρελθόντος, μελέτες και την ιστορία της γερμανικής γλώσσας.

Οι Γκριμ, ενώ συλλέγουν με πρόθεση να προσφέρουν στα παιδιά, περιγράφουν με φανερή σαδομαζοχιστική ικανοποίηση διάφορα βασανιστήρια, πράγμα που είναι γνωστό από τις παραδόσεις των παραμυθιών του μεσαίωνα μέχρι εκείνη την εποχή και πίστευαν ότι τα παραμύθια ήταν ο τελευταίος απόηχος των αρχαίων «άγριων μύθων» εκείνη την εποχή. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι κατά τη μεταφορά τους στην ελληνική γλώσσα παραχαράσσεται η σκληρότητά τους.

Ο Αντερσεν, ο παραμυθοσυλλέκτης με την παραμυθένια ζωή γεννήθηκε το 1805 στη Δανία, σε ένα περιβάλλον φτωχό και λαϊκό – γαλουχήθηκε από τη λαϊκή παράδοση, μεγάλωσε με τα λαϊκά παραμύθια, μαγεύτηκε από τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, δεν κατέγραψε τα λαϊκά παραμύθια όπως πολλοί της εποχής του, αλλά τα ανέπτυξε, τα ζωντάνεψε. Ο Αντερσεν είναι ο πρώτος επώνυμος, έντεχνος λαϊκός παραμυθάς… ξαναϊστορεί παλιά παραμύθια, η ποιητικότητα και ευφυΐα του συναντά τη ρεαλιστική περιγραφή τοπίων, εποχών. Η ευρηματικότητα και δεξιοτεχνία του γκρεμίζει τον ρομαντισμό δίνοντάς στα παραμύθια μια κοινωνική διάσταση και κριτική. Την ίδια περίοδο αυτών των καταγραφών μέσα από το αυξημένο ενδιαφέρον για μύθους, ιστορία, παραδόσεις που πλουτίζουν τη σύγχρονη τέχνη τους εικαστικά, λογοτεχνία, θέατρο, μουσική, όπερα, ξεκινάει και η διάθεση για την περιπέτεια. Ταξίδια με σασπένς, ρομαντισμό και περιέργεια ποτίζουν τα αισθήματα των πρώτων περιηγητών που ξεκινούν από την Ευρώπη για τη Μεσόγειο με πρώτο και σημαντικό σταθμό σε όλους την Ελλάδα, την κοιτίδα του ευρωπαϊκού και άριου πολιτισμού… που έχει ξεκινήσει με το κίνημα του αρχαιολατρισμού του Διαφωτισμού.

Πρώτος συλλέκτης και εκδώσας  ελληνικά Λαϊκά Παραμύθια φέρεται ο Αυστριακός Johan Georg Von Hahn (1811 – 1869). Ο Johan ήλθε στην Ελλάδα μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, υπηρέτησε στο ελληνικό Δημόσιο και χρημάτισε πρόξενος στα Ιωάννινα και στη Σύρο. Ασχολήθηκε ένθερμα σαν πάρεργο με τη συλλογή ελληνικών παραμυθιών και κατέγραψε τα οδοιπορικά του στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία.
Στο έργο του αντιμετωπίζει τη δυσπιστία των κατοίκων και την άρνηση να του πουν παραμύθια μήπως και φανούν κατώτεροι. Αυτό όμως δεν συνέβη και από τις γυναίκες που πρόθυμα του έδωσαν την πληροφόρηση.
Ο Αγγλος φιλόλογος και σχολιαστής R.H. Dawkins που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη λαογραφία έγραψε:
«Οι Ελληνες έβαλαν στα παραμύθια τους τόσο πολύ από το χαρακτήρα και τη σκέψη τους που ό,τι για τους άλλους λαούς ήταν μια ψυχαγωγία για τα παιδιά, στην Ελλάδα αποτέλεσε μια απασχόληση των μεγάλων».
Η αρχή του παραμυθιού ξεκινάει όπως στα παλιά Θέατρα με μια φράση απλή:
Απόψε θα σας πω το… ακολουθεί ο τίτλος και οι μαγικοί στίχοι ανάλογα με το ποιο γεωγραφικό σημείο ή γεγονότα της εποχής ή την αστειότητα, παραδείγματος χάριν οι θαλασσσινοί έλεγαν:
Καλησπέρα πρίμα πλώρα
με τα παλικάρια όλα
καλησπέρα νοικοκύρη
τίμιε καραβοκύρη
Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

ή Θα σας πω ένα παραμύθι
Το κουκί και το ρεβύθι…


ή Μια φορά κι ένα ζαμάνι
Είχαν οι Τούρκοι ραμαζάνι
Κι οι Ρωμιοί Πάσκα
Κι οι Εβραίοι Φάσκα.

Μια άλλη: «Καλή αρχή του παραμυθιού
Καλησπέρα της αφεντιάς σας.»


Ή «Για να μην τα πολυλογούμε
γιατί η νύχτα είναι μικρή και τα παιδιά νυστάζουν
κι άλλα σειώνται κι άλλα ξιώνται
κι άλλα πρίμυτα κοιμώνται.»



Και φυσικά τη γνωστή σε όλους μας αρχή
«Κόκκινη κλωστή δεμένη,
στην ανέμη τυλιγμένη
δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει,
παραμύθι ν’ αρχινήσει
και την καλή σας συντροφιά
να την καλησπερίσει.»

Το παραμύθι καταλήγει κατά 99% σε happy end με τις στερεότυπες εκφράσεις:

…Και ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα
ή πιο λαϊκά…

Ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε εσείς για να το πιστέψετε
ή στίχοι όπως:
Ψώματα κι αλήθεια
ετσά ν’ τα παραμύθια
ή στίχοι που έχουν συγγένεια με φράσεις από τα καραγκόζικα αστεία.
«Παραμύθι μύθαρος
η κοιλιά σας πίθαρος.»
ή Κι’ ετρώγαν και επίναν
κι εψοφούσαν απ’ την πείνα…

ή φράσεις απομυθοποίησης όπως:
«Έτσι είναι τα παραμύθια ούλο αλήθειες!
Κι αν δεν πιστεύεις άκουσε: Η γάτα
γέννησε τ’ αυγά κι’ η όρνιθα τα ’ρίφια.»

Αλλά πρέπει να αναφέρουμε και το μάτισμα… που αυτό έκανε τα παραμύθια μεγαλύτερα. Το μάτισμα του παραμυθιού ήταν το πέρασμα μιας άλλης ιστορίας ή παραμυθιού στο κυρίως παραμύθι.

Όπως φαίνεται τα παραμύθια κι αν έχουν επίλογο μοιάζουν να μην τελειώνουν ποτέ. Ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν γράφει στο βιβλίο του «Αγορά του ποιητή», στο οδοιπορικό του στην Ελλάδα, το 1841:
«Οι Ελληνες ας θυμούνται πάντα πως η χώρα αυτή γεφυρώνει την Ευρώπη με την Ανατολή και χρέος τους είναι να κρατούν κάθε ανατολικό στολίδι… Εμεινα ένα μήνα στην Αθήνα. Τα πράγματα είχαν κανονιστεί έτσι ώστε στις 2 Απριλίου που είναι τα γενέθλιά μου να βρεθώ πάνω στον Παρνασσό… Η φύση μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Ενιωθα ότι τριγύριζα πάνω σε ένα μεγάλο πεδίο μάχης όπου πολέμησαν έθνη και καταστράφηκαν. Κανένα ποίημα δεν μπορεί να αποδώσει ένα τέτοιο μεγαλείο. Κάθε καμένη ρεματιά, κάθε ύψωμα, κάθε λιθάρι είχαν να σου διηγηθούν τις αναμνήσεις τους…
Με πλημμύριζε ένας πλούτος από ιδέες και μια πληρότητα που δεν κατάφερα να μεταφέρω στο χαρτί…»
Μαρίνα Πετρή
2001-2003

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- ΔΙΑΒΑΖΩ (Δεκαπενθήμερη έκδοση) Αριθμ. 108 19-12-84.
- Γιώργου Ιωάννου – Παραμύθια του λαού μας – Αθήνα 1987.
- Κυριάκου Κάσση – Το ελληνικό λαϊκό μυθιστόρημα 1840-1940, Αθήνα 1983.
- Ελένης Δανδουλάκη-Ουσταμανωλάκη – Παραμύθια της Κρήτης, Αθήνα 1982.
- Ανθολογία Ελληνικών Παραμυθιών – Οδηγητής, Αθήνα 1982.
- Johann Georg von Hahn – Ελληνικά παραμύθια – Αθήνα 1991
- Perrault – Τα παραμύθια του Perrault Aθήνα 1985.
- Νίκου Μπελογιάννη – Οι πρώτες μακρινές ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας - Αθήνα 1979.
- Ντίνου Ψυχογιού – Περί γοητειών και μαντείας – Λεχαινά 1989.
- Κ. Μητσάκη – Ο Ομηρος στη νέα ελληνική λογοτεχνία – Αθήνα 1976.
- Τάσου Ν. Πετρή – Προϊστορικό θέατρο – Μύκονος 1988.
- Rene Puaux – Ελλάδα γη αγαπημένη των θεών – Αθήνα 1995
- Χάρη Πάτση – Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 1971
- Αθανασίου Φωτιάδου – Καραγκιόζης ο πρόσφυγας – Αθήνα 1977.
- Ι. Μ. Χατζηφώτης – «Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων στην Τουρκοκρατία» Αθήνα 2002.
Αλέξανδρου Κ. Παπαδόπουλου – «Ο Αλβανικός εθνικισμός και ο οικουμενικός Ελληνισμός» Αθήνα 1994.
www.marinapetri.gr ΜΑΡΙΝΑ ΠΕΤΡΗ
πίνακας:  Svetoslav Stoyanov

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ (ρώσικο παραμύθι)




(Για την αλληλεπίδραση του ατόμου
 με το κοινωνικό του περιβάλλον)



Στα πολύ παλιά χρόνια, παιδιά μου, ζούσε ένας σοφός και δίκαιος βασιλιάς, που όλοι τον αγαπούσαν και τον άκουγαν με σεβασμό.
Μια νύχτα είδε ένα όνειρο που τον τρόμαξε: μια αλεπού, λέει, κρεμόταν από την ουρά της πάνω από το κρεβάτι του. Όταν ξύπνησε το πρωί φώναξε τους συμβούλους του και τους ζήτησε να του εξηγήσουν το όνειρο. Μα κανείς δεν ήξερε τι να πει. Φώναξε τους φρουρούς του. Τίποτα. Τότε, έβαλε τελάλη να πει πως όποιος του εξηγήσει το όνειρο θα πάρει χίλια χρυσά φλουριά κι ό,τι άλλο ζητήσει.
Τ’ άκουσε ένας φτωχός χωρικός και είπε: «δεν πάω στο φίλο μου να μού το εξηγήσει;» Μια και δυο πάει στο στενό μονοπάτι έξω από το χωριό του και βρίσκει το φίλο του – ήταν ένα έξυπνο φίδι. «Αυτό κι αυτό συμβαίνει» του λέει «μπορείς να με βοηθήσεις;» «Θα σε βοηθήσω αν μου δώσεις τα μισά φλουριά» του απαντάει το φίδι. «Σύμφωνοι» λέει ο χωρικός. Και το φίδι του εξήγησε το όνειρο: η αλεπού είναι η ψευτιά, η κλεψιά και η πανουργία που υπάρχει μέσα στο βασίλειο. Είναι ένα κακό που πρέπει να ξεριζωθεί. Ευχαριστημένος ο χωρικός τρέχει στο βασιλιά, του εξηγεί το όνειρο, παίρνει τα φλουριά και τα δώρα και φεύγει. Ούτε σκέφτηκε βέβαια να τα μοιραστεί με το φίδι.
Πέρασε κάμποσος καιρός κι ο βασιλιάς είδε ένα άλλο όνειρο:  πως πάνω από το κρεβάτι του κρεμόταν ένα γυμνό σπαθί. Τρομαγμένος, πετάχτηκε από το κρεβάτι του και φώναξε τον υπασπιστή του. «Να πας να μου βρεις εκείνον τον χωρικό. Μόνο αυτός μπορεί να μού εξηγήσει το όνειρο».
Όταν έμαθε ο χωρικός το όνειρο, έτρεξε στο φίδι. Του υποσχέθηκε πάλι να του δώσει τα μισά κι εκείνο του είπε: «Αν και με γέλασες την άλλη φορά, ωστόσο πες στο βασιλιά πως το γυμνό σπαθί είναι πόλεμος. Οι εχθροί είναι κοντά και οι προδότες μέσα στο παλάτι». Ευχαριστημένος ο χωρικός, έτρεξε στο βασιλιά και του εξήγησε το όνειρο. Κι ο βασιλιάς του έδωσε πάλι χίλια φλουριά και πολλά δώρα. Μα ο χωρικός ούτε κι αυτή τη φορά έδωσε τα μισά στο φίδι, όπως του είχε τάξει.
Μια μέρα, καθώς ο χωρικός δούλευε στο χωράφι του, παρουσιάστηκε το φίδι. «Ήρθα να πάρω αυτά που μου χρωστάς», του είπε. Ο χωρικός σκέφτηκε γρήγορα-γρήγορα και του απάντησε: «Καλά έκανες κι ήρθες. Πλησίασε να πάρεις τα φλουριά σου. Τα ’χω σ’ αυτό το σακούλι». Και ξαφνικά, τραβάει ένα μεγάλο μαχαίρι να χτυπήσει το φίδι. Το φίδι όμως ήταν έξυπνο και μ’ ένα πήδημα γλύτωσε τη μαχαιριά. Μόνο που του κόπηκε ένα κομμάτι από την ουρά του.

Έφυγε ο χωρικός για το σπίτι του, κρύφτηκε το φίδι σ’ ένα βράχο κι όλα θα ξεχνιόνταν αν ο βασιλιάς δεν έβλεπε πάλι ένα όνειρο. Πως πάνω από το κρεβάτι του κρεμόταν ένα ήσυχο αρνί, χωρίς να βελάζει. Όταν έστειλε να φωνάξουν το χωρικό, εκείνος τα χρειάστηκε: «Πώς να πάω στο φίδι, σκέφτηκε, που το ’χω γελάσει τόσες φορές;» Ναι, αλλά ο βασιλιάς περίμενε κι αν δεν πήγαινε θα τον τιμωρούσε. Τι να κάνει; Μια και δυο πάει και βρίσκει το φίδι: «Να με συγχωρήσεις για ό,τι έκανα, του είπε, μα αυτή τη φορά θα κρατήσω το λόγο μου. Θα σου δώσω τα μισά φλουριά αν με βοηθήσεις». «Σύμφωνοι, απάντησε το φίδι με καλοσύνη. Πες στο βασιλιά πως τώρα στο βασίλειο υπάρχει ειρήνη κι ο κόσμος ζει ήσυχα όπως ένα αρνί». Όταν άκουσε ο βασιλιάς την εξήγηση του ονείρου του χάρηκε πολύ κι έδωσε πλούσια δώρα στο χωρικό κι άλλα χίλια χρυσά φλουριά. Κι αυτός, φορτωμένος με τους θησαυρούς του, πήρε το δρόμο για το στενό μονοπάτι. Εκεί βρήκε το φίδι. «Ήρθα, όπως σου υποσχέθηκα, να μοιραστούμε όσα μου έδωσε ο βασιλιάς, του είπε. Πες μου πού θέλεις να τα πάω». «Δεν είναι ανάγκη να στενοχωριέσαι, του απάντησε το φίδι. Δεν φταις εσύ για ό,τι έγινε. Τον καιρό που όλος ο κόσμος ήταν ψεύτης και κλέφτης, κι εσύ μου είπες ψέματα και μ’ έκλεψες. Την άλλη φορά, όταν ο πόλεμος ήταν κοντά κι οι προδότες μες το παλάτι, τράβηξες το μαχαίρι σου να με σκοτώσεις και μου ’κοψες την ουρά. Τώρα που όλοι έγιναν καλοί κι ευγενικοί, κι εσύ άλλαξες. Ήρθες μόνος σου να μου δώσεις τα μισά φλουριά. Γιατί η αγάπη γύρισε στην καρδιά των ανθρώπων. Γι’ αυτό δεν θέλω τίποτα. Πήγαινε στο σπίτι σου και ζήσε ευτυχισμένος».
Αυτά είπε το φίδι και χώθηκε μέσα στους βράχους. Κι ο χωρικός γύρισε στη δουλειά του κι έζησε ήσυχα και καλά με τους δικούς του.
Της κυρίας
Κατερίνας Πετράκου
τραγουδοποιός
πηγή:http://theatrodromionennafplio.blogspot.gr/2011/07/blog-post_08.html
πίνακας: George Grie     700 × 495 - brother.co.uk

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Τι σημαίνει να ζει κανείς ;Αλαίν Μπαντιού :


Αλαίν  Μπαντιού
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εξελισσόμενη  κρίση του καπιταλισμού, που αποσυνθέτει πλέον τα ιστορικά ερείσματα των δυτικών κοινωνιών, δεν εγείρει μόνο το δραματικό πρόβλημα της επιβίωσης για τεράστια τμήματα των υπό εξόντωση  πληθυσμών. Φέρνει στο προσκήνιο ένα ανεξίτηλο ερώτημα, βαθιά πολιτικό, φιλοσοφικό και ανθρώπινο, που δεν έπαψε να αναδύεται στο επίκεντρο των μεγάλων συμβαντικών κλυδωνισμών του κοινωνικού δεσμού: τι σημαίνει να ζει κανείς ως υποκείμενο πέραν της άμεσης επιβίωσης; Το κεφάλαιο δεν παράγει μόνο υπεραξία, παράγει ένα ολόκληρο τρόπο ζωής. Συγκροτεί ένα σύστημα βιο-εξουσίας μέσα στο οποίο καθηλώνει, με  τους πλέον κοινότοπους αυτοματισμούς  και τους πλέον μίζερους εθισμούς, την καθημερινότητα και τα όνειρα των οικουμενικών «υπηκόων» του, δημοκρατικά πειθαναγκασμένων.

Το ζητούμενο για τον Μαρξ δεν ήταν απλά η αλλαγή του τρόπου παραγωγής αλλά η αλλαγή του κόσμου, δηλαδή όλων των παραμέτρων ζωής. Η  σταλινική εκτροπή και  η χρόνια διολίσθηση της αριστεράς στον οικονομισμό εκτόπισε στο περιθώριο, αν όχι στην αφάνεια, το ριζοσπαστικό ερώτημα που εγκαλεί με την αμεσότητά του κάθε άνθρωπο. Ο Μπαντιού το ανασύρει από τη λήθη, επαναδιατυπώνει τους όρους εκφοράς του και το επανεντάσσει στον πυρήνα των πολιτικών χειραφέτησης. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από μια εκτεταμένη συζήτηση μαζί του που οργάνωσε το περιοδικό αληthεια μετά την κρίση του 2008. Συμμετείχαν επίσης σ’ αυτήν  ο Σάββας Μιχαήλ και ο Γιώργος Βέλτσος. Βιντεοσκοπήθηκε από τον Γιώργο Κεραμιδιώτη.

Δημήτρις Βεργέτης, διευθυντής του περιοδικού αληthεια  ]

Το ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς»  είναι πράγματι, υπό μια έννοια, το μείζον φιλοσοφικό ερώτημα εν τέλει. Η φιλοσοφία δε είναι μόνο γνώση, δεν είναι μόνο έννοιες. Η φιλοσοφία, από τις απαρχές της, εξετάζει το ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς», δηλαδή τι είναι μια ζωή αντάξια του ονόματός της, εν τέλει σε τι διαφέρει μια ζωή που δεν ταυτίζεται με την επιβίωση, με την απλή διαίωνιση του ζωικού βασιλείου. Γι’ αυτο, το ερώτημα της ζωής υπήρξε εξ αρχής αλληλένδετο στη φιλοσοφία με το ερώτημα «γιατί να ζει κανείς», δηλαδή με το νόημα της ζωής ή το λόγο ύπαρξης, διότι ακριβώς από μόνη της η έννοια της ζωής δε δίνει, παραδόξως, απάντηση στο ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς». Δίνει μια απάντηση στοιχειώδη. Αν η ζωή είναι μόνο και μόνο η διαιώνισή της, τότε είμαστε παθητικά υποκείμενα, τουτέστιν η ζωή μας διαπερνά, μας κινεί και μας καθοδηγεί, και άρα το «Τι σημαίνει να ζει κανείς» δεν μπορεί καν να διατυπωθεί ως ερώτημα. Κατά συνέπεια, το «Τι σημαίνει να ζει κανείς» είναι η ίδια η φιλοσοφία, ένα πολύ ευρύ ερώτημα. Και ακριβώς επειδή αναφερθήκατε σε μία κρίση, θα ήθελα να πω δυό λόγια πάνω σ’ αυτό, διότι εν τέλει αυτή η ιστορία σχετίζεται με το «Τι σημαίνει να ζει κανείς».

Διότι μπορούμε να ορίσουμε εν τέλει τον καπιταλισμό ως μια ορισμένη φιλοσοφία ζωής. Και η βασική θέση του καπιταλισμού είναι  ότι ο άνθρωπος ζει μόνο για τα συμφέροντά του. Εντοπίζουμε σ’ αυτό το βασικό δεδομένο πράγματι μια θεώρηση του ανθρώπου, της ανθρωπότητας. Η ανθρωπότητα είναι κατά βάθος ένα ζωϊκό σύνολο που όμως έχει ιδιαίτερα εκλεπτυσμένους τρόπους για να ικανοποιεί τα συμφέροντά του, όπως την παραγωγή, το εμπόριο, την επικοινωνία. Εν κατακλείδι όμως, η ιδέα που έχει ο καπιταλισμός για τη ζωή, η ιδέα που χρειάζεται για να λειτουργήσει το σύστημά του είναι ότι ο άνθρωπος είναι ένα εγωιστικό ζώο, ένα ζώο προσκολλημένο, συναρθρωμένο με το σύστημα των συμφερόντων του.

Προφανώς αυτό αγγίζει μια αλήθεια, ο άνθρωπος είναι ένα εγωιστικό ζώο και ζει για τα συμφέροντά του. Αυτό όμως απαντά στο ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς»; Εκεί είναι το θέμα. Αν σε τελική ανάλυση η ικανοποίηση των συμφερόντων απαντά στο «Τι σημαίνει να ζει κανείς». Το θέμα δηλαδή είναι αν η ικανοποίηση του γενικού συστήματος των αναγκών του και η επιδίωξη των ατομικών του συμφερόντων απαντά σ’ αυτό το ερώτημα,. Άρα αν η μονάδα ζωής είναι το άτομο, αν το άτομο ανάγεται αυστηρά και μόνο στα κατά περίπτωση συγκεκριμένα συμφέροντά του ή αν για να προσεγγίζουμε το ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς» πρέπει κατ’ αρχάς ν’ αναγνωρίσουμε αυτή τη διάσταση και εν συνεχεία να παραδεχτούμε ότι υπάρχει και κάτι άλλο.

Δ. Βεργέτης 
Ο καπιταλισμός προτείνει ως αρχή ζωής μια μορφή νοθευμένης επιθυμίας. Προτείνει τη συρρίκνωση της επιθυμίας στη διάσταση του συμφέροντος, η οποία επιφέρει πράγματι μια νόθευση της επιθυμίας. Ο καπιταλισμός επιχειρεί να καταστήσει την επιθυμία εμμενή, επιχειρεί να καταστήσει συμβατό το νόημα της ανθρώπινης ζωής με τη λογική λειτουργίας του κεφαλαίου.  Και συνεπώς αυτό που εμφανίζεται στον ορίζοντα της επιθυμίας είναι το κέρδος ως το μοναδικό ποθούμενο αντικείμενο. Συνεπώς  αυτή η συρρίκνωση της ζωής στα ζωτικά συμφέροντα αποτελεί   συνθήκη λειτουργίας του ίδιου του κεφαλαίου. Και γι’ αυτό με τούτο τον τρόπο καταφέρνει να αντλήσει όφελος από τη συρρίκνωση της ζωής στα ζωτικά συμφέροντα όπου την εντάσσει.

[..] Α. Μπαντιού .
 Ο Δημήτρις έλεγε εύστοχα ότι η υποκειμενική μήτρα αυτού του κόσμου είναι η αναγωγή της επιθυμίας στο κέρδος. Και νομίζω ότι είναι απόλυτα ακριβές. Πρόκειται για μια εξαιρετικά φτωχή κατ’ ουσίαν εκδοχή της ανθρωπότητας. Αυτό που με εκπλήσσει είναι η φτώχεια του καπιταλιστικού πλούτου, η υποκειμενική φτώχεια του καπιταλιστικού πλούτου. Και ειδικότερα, η φτώχεια της ίδιας της επιθυμίας, διότι κατά βάση πρόκειται για επιθυμία των αντικειμένων και όσων επιτρέπουν την απόκτησή τους. Συνεπώς, ο καπιταλισμός είναι ένα είδος διανομής αντικειμένων που συγκροτεί την ανθρωπότητα ως εικόνα ατελεύτητης παιδικής ηλικίας. Το υποκείμενο που έχει προσαρμοστεί στον καπιταλιστικό σύμπαν μοιάζει μ’ ένα αιώνιο παιδί, απερίσκεπτο αλλά και σκλαβωμένο, που κατά βάθος ζητά στους ανώνυμους γονείς του κεφαλαίου τα μέσα για να αποκτά διαρκώς καινούργια παιχνίδια. Ωστόσο, για την πλειοψηφία των ανθρώπων που στερούνται αντικειμένων, και οφείλουμε να το υπενθυμίζουμε ότι δεν διατίθενται στους πολλούς τα εμπορεύσιμα αντικείμενα, η ζωή είναι δύσκολη, υπό καταστολή, υπό διωγμό, αιματοβαμμένη. Εάν λοιπόν κοιτάξουμε τον κόσμο σήμερα υπό το πρίσμα του «Τι σημαίνει να ζει κανείς», δύο είναι οι προτάσεις: για τις μυριάδες αυτών που δεν έχουν τα μέσα για να ζήσουν, είναι μια αδιάκοπη πάλη για την επιβίωση, και για τους άλλους που έχουν κάποια μέσα για να ζήσουν είναι η φτωχή, παιδιάστικη ζωή της κατανάλωσης παιχνιδιών κι αντικειμένων. Εγώ λοιπόν υποστηρίζω ότι η αληθινή ζωή είναι απούσα. Πράγμα που μας παραπέμπει στο ερώτημα σε τι θα μπορούσε να αντιστοιχεί η παρουσία της, το δώρο της, η χάρη της. Αυτό οφείλουμε να το αναζητήσουμε εκεί όπου η επιθυμία που δεν είναι αναγώγιμη στο συμφέρον. Η  επιθυμία που δεν υπάγεται στο στεγανοποιημένο άτομο αίρει τη φτώχεια.

[..] Ο καπιταλισμός είναι επίσης η επιβολή μιας ιδιάζουσας χρονικότητας. Πάντα επιμένω σ’ αυτό το σημείο. Αυτός ο ιδιάζων χρόνος μιας κατ’ επίφασιν  μετάλλαξης εις το διηνεκές, ενώ κατ’ ουσία ο χρόνος λιμνάζει, σηματοδοτεί ένα είδος επιτόπιας κινητικότητας. Και στην πραγματικότητα, το μόνο που υπάρχει είναι το παρόν, αλλά πρόκειται για ένα ψευδο-παρόν, καθότι αυτό το παρόν ξοδεύεται αλόγιστα στην κυκλοφορία των αγαθών. Θεωρώ ότι η χρονικότητα του κεφαλαίου είναι η χρονικότητα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Πλην όμως η κυκλοφορία δεν παράγει έναν χρόνο ζωντανό. Γι’ αυτό πάντα λέω στους μαθητές μου να επιβραδύνουν! «Πιο σιγά! Μη σας παρασύρει η καπιταλιστική βιασύνη που θέλει διαρκώς να σπεύδουμε και τα πάντα να είναι επείγοντα». Ενώ στην πραγματικότητα δε συμβαίνει τίποτα, δεν τρέχει τίποτα, τίποτα πέραν της κατανάλωσης των αγαθών. Άρα θα έλεγα ότι το ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς» στον κόσμο που γνωρίζουμε, και που ευτυχώς είναι σε κρίση, έχει δύο όψεις: η μια είναι αυτή του πλεονάσματος, της ιδέας, του μέλλοντος, πολλά είναι τα ονόματα που μπορούμε να δώσουμε και που εν τέλει είναι ένα και το αυτό, και η άλλη όψη είναι αυτή του χρόνου. Δε θεωρώ ότι μπορούμε να αναπτύξουμε μια αντίσταση, μια αναμονή της έλευσης μιας ζωής διαφορετικής χωρίς να οικοδομήσουμε ένα είδος χρονικού καταφύγιου, κάτι που θα μας επιτρέψει να αντισταθούμε στον καπιταλιστικό χρόνο. Διότι απ’ τη στιγμή που μας καταλαμβάνει αυτή η βιασύνη, η διάσταση του επείγοντος, το ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε την κρίση αμέσως, αύριο, τότε είμαστε δέσμιοι αυτού του παιδικού φόβου που εν τέλει κυριαρχεί παντού.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΜΙΜΗΣΗ

Α. Μπαντιού.
 Ο καπιταλισμός είναι επίσης η μίμηση σε μεγάλη κλίμακα. Είναι κατ’ εξοχήν ο νόμος της μίμησης. Βρίσκω πολύ διασκεδαστικό το να μας εξηγούν την εκθείαση του ατόμου και της διαφορετικότητάς του παρότι όλοι είναι εντελώς όμοιοι. Οι άνθρωποι είναι πιο πανομοιότυποι από ποτέ ως προς αυτά που επιθυμούν, ως προς τα αντικείμενα που καταναλώνουν. Και ασφαλώς ο καθένας μιμείται τη γενική κυκλοφορία των αγαθών. Η κρίση είναι προφανώς η μιμητική του φόβου, δεν είναι άλλο παρά η μίμηση του φόβου. Αφού ο γείτονας μου ανησυχεί για την τιμή των μετοχών στο χρηματιστήριο, θα ανησυχήσω κι εγώ. Θέλει να πουλήσει, θέλω να πουλήσω. Και τελικά προκύπτει μόνο και μόνο δια της μίμησης μια ακαταμάχητη βιασύνη. Άρα, σ’ αυτό το σύστημα έχουμε όχι μόνο μια χρονικότητα που όπως έλεγες είναι φτωχή και δίχως μέλλον, αλλά και φαινόμενα αμιγούς μίμησης που δημιουργούν το δίχως άλλο τον πανικό και την καταστροφή. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα ότι στην πραγματικότητα, η ζωή που προτείνει αυτό το σύστημα είναι μια ζωή ολοσχερούς υποκειμενικής φτώχειας. Και είμαι της άποψης ότι αυτό πρέπει να το διαλαλήσουμε. Διότι υπήρξε μια αντίπαλη προπαγάνδα για να εξηγήσει ότι ο καπιταλισμός και η δημοκρατία ήταν η  άνθηση της ζωής της ατομικότητας, ενώ παράλληλα επικρατούσε ένας γκρίζος και δυσοίωνος ολοκληρωτισμός βάσει του οποίου όλοι ήταν όμοιοι. Πρέπει λοιπόν να πούμε ότι το πρόβλημα δεν τίθεται μ’ αυτούς τους όρους. Το πρόβλημά μας είναι ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός επιδιώκει μια μιμητική και εξαιρετικά φτωχή ζωή. Πρέπει να διεκδικήσουμε το γεγονός ότι ο πλούτος της ύπαρξης είναι με το μέρος μας.

Δ. Βεργέτης 
Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να προτείνει μια επιθυμία, δεν είναι σε θέση να εμφυσήσει μια επιθυμία, μια αληθινή επιθυμία. Τι θα μπορούσε όμως να είναι μια αληθινή επιθυμία; Η φράση του Λακάν που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι «η επιθυμία μιμείται την άβυσσο του απείρου». Έχω την αίσθηση ότι ο καπιταλισμός κατά έναν τρόπο διακλείει το άπειρο απ’ τη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία του. Αυτό που προυποθέτει είναι η κοινότοπη και αμελητέα περατότητα των αντικειμένων προς κατανάλωση. Υπάρχει μια επιθυμία, αντικειμενότροπα ρυθμισμένη, προς άμεση κατανάλωση, και το αντικείμενο που προτείνεται προς κατανάλωση δεν εγείρει την επιθυμία, αλλά μια μορφή μιμητικού ανταγωνισμού για την απόκτησή του. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε πράγματι σε μια καρικατούρα μιμητικής κρίσης, που λίγο πολύ περιέγραψε ο Ρενέ Ζιράρ. Όλοι σπεύδουν προς τα καταναλωτικά αντικείμενα, όλοι θέλουν να συγκεντρώσουν πλούτη, που βρίσκονται αποσυνδεμένα από κάθε επιθυμία, και επιδιώκουν την εις άπειρον μετωνυμική τους συσσώρευση, χωρίς να γνωρίζουν σε τι οδηγεί κάτι τέτοιο. Και έρχεται η στιγμή που αυτή η μιμητική κρίση οδηγεί σ’ ένα σημείο απόλυτης κατάρρευσης. Και πράγματι ζούμε την απόδειξη αυτής της διαδικασίας.

Α. Μπαντιού. 
Η μίμηση είναι εν τέλει μια αναζήτηση ταυτότητας, αλλά αυτή η ταυτότητα είναι εντελώς κενή. Δηλαδή πρόκειται για μια μίμηση που ψάχνει να οικοδομήσει μια ταυτότητα η οποία εν τέλει διαρρέει. Είναι κατ’ εμέ ένας ακόμα τρόπος να προσεγγίσουμε την κρίση για την οποία μιλάμε. Η καταναλωτική μίμηση της καπιταλιστικής επιθυμίας, ας  την αποκαλέσουμε έτσι για λόγους συντομίας, κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ως κενή, και το γεγονός ότι είναι απόλυτα πλαστή εξηγεί ότι θα καταβαραθρωθεί στην κενότητά της, και μέσα σε αυτή θα εξαφανιστεί. Όπως έλεγε ο Δημήτρις, πρόκειται για μια ταυτότητα που αντί να ανοίγει την επιθυμία στην προσίδια απειρότητά της,  την περιχαρακώνει ή την μπλοκάρει στη διαδοχή αντικειμένων που δεν είναι καν μερικά αντικείμενα, αλλά αντικείμενα κλειστά στον εαυτό τους. Και άρα, μπορούμε να περιγράψουμε την κρίση σε επίπεδο οικονομικό, πολιτικό, υποκειμενικό, φιλοσοφικό, αλλά μπορούμε επίσης να την περιγράψουμε ως  τη στιγμή που αυτό που την παρασύρει στη διαδοχή αντικειμένων είναι το κενό που στηρίζει στο σύνολό της αυτή τη διαδικασία. Μου προκαλεί μεγάλη έκπληξη αυτή η εικόνα χιλιάδων εκατομμυρίων δολαρίων και ευρώ να βουλιάζουν σε μια τρύπα, σε μια τρύπα ακριβώς. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε όχι με το διάνοιγμα προς το άπειρο, αλλά με την τρύπα προς το μηδέν, την τρύπα προς το τίποτα, προς την αφάνιση. Διότι ας μην ξεχνάμε ότι αυτές οι εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, που συνιστούν παρ’ όλα ταύτα αντάλλαγμα αξίας, πολύ απλά θα εξαφανιστούν, θα γίνουν καπνός. Πρόκειται για μια γιγαντιαία κατανάλωση που ακυρώνει την επιθυμία, που αποκαλύπτει τη μηδαμινότητά της επιθυμίας που στηρίζει αυτή την υπόθεση. Υπό αυτή την έννοια έχουμε να κάνουμε με μια κρίση που, όπως όλος ο κόσμος το διαισθάνεται, θα έχει φοβερές συνέπειες στους ανθρώπους, αυτό είναι βέβαιο και έχει ήδη ξεκινήσει. Αλλά πρόκειται και για μια κρίση της οποίας οι πρωταγωνιστές δεν είναι παρά μια χούφτα άνθρωποι. Όπως όλοι διαισθάνονται, εκτός από πολιτική και οικονομική, αυτή η κρίση είναι και ένα είδος μεταφυσικής κρίσης, διότι το ίδιο το σύμπαν της υποκειμενικότητας βρίσκεται σε κρίση. Και με αυτή την έννοια, τώρα αποκαλύπτεται ότι το σύστημα των επιθυμιών βάσει του οποίου όλα αυτά οικοδομήθηκαν και του οποίου οι άνθρωποι ήταν αιχμάλωτοι, τους οδηγεί σε ένα χάσμα, μια τρύπα, έναν όλεθρο. Μπορεί τα δολάρια να εξαφανίζονται κατά χιλιάδες σ’ ένα πηγάδι χωρίς πάτο, κυρίως όμως η επιθυμούσα υποκειμενικότητα βλέπει κατάματα τη μηδαμινότητά της.


ΖΩΗ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΑΠΕΙΡΟΤΗΤΑ

Δ. Βεργέτης
Προσπαθούμε να προσδιορίσουμε τη ζωή σύμφωνα με τον ορισμό που θέλει τον άνθρωπο να είναι θνητό ζώο, κάτι στο οποίο ο Μπαντιού αντιπροτείνει τον άνθρωπο ως αθάνατη ενικότητα όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Αυτό λοιπόν που καθιστά τον άνθρωπο αθάνατη ενικότητα είναι η ενσωμάτωσή του σε μια διαδικασία αλήθειας. Και αυτό που προσιδιάζει σε μια διαδικασία αλήθειας είναι η απειροποίησή της, η σχέση της με το άπειρο. Προϋπόθεση είναι λοιπόν ο άνθρωπος να εγγραφεί πιστά σε μια άπειρη διαδικασία αλήθειας. Μόνο έτσι μπορούμε να προσεγγίσουμε τη ζωή. Θα ήθελα ο Αλέν να πει δυο λόγια σχετικά μ’ αυτό.

Α. Μπαντιού. 
Τούτη η ερώτηση, «Τι σημαίνει να ζει κανείς», που είναι το οδηγητικό μας νήμα, κατ’ εμέ τοποθετείται μεταξύ δυο μαχών σε δυο μέτωπα που αφορούν άμεσα το θέμα του άπειρου. Η πρώτη, την οποία προ ολίγου υπενθύμισες, συνίσταται στο να αποσπάσουμε το άπειρο απ’ τη θρησκεία, στο να εκκοσμικεύσουμε το άπειρο, και αν το θέσουμε πιο θεωρητικά, στο να το αποσπάσουμε κι από το Ένα, από την κατακυρίευσή του από το Ένα, και κατά βάθος αυτό το Ένα είναι που αποκαλούμε Θεό. Από θεωρητική σκοπιά, Θεός είναι η στιγμή που το άπειρο αιχμαλωτίζεται από το Ένα. Η άλλη μάχη είναι η μάχη ενάντια στην αμιγή περατότητα, αυτήν που συμπεραίνουμε απ’ το θάνατο του Θεού. Το συμπέρασμα δηλαδή, ότι το μόνο που υπάρχει είναι το πεπερασμένο. Η δεύτερη αυτή τάση είναι όχι μόνο συμβατή με τον καπιταλισμό, αλλά είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός που την έχει στήσει. Ο καπιταλισμός έχει απόλυτα ανάγκη την περατότητα, για τους λόγους που ήδη διερευνήσαμε, δηλαδή επειδή προτείνει στην επιθυμία την αέναη διαδοχή των αντικειμένων και επειδή συρρικνώνει την ανθρώπινη ύπαρξη στην κυκλοφορία τους. Συνεπώς ο καπιταλισμός προτείνει κατ’ ουσία αυτό που έλεγες, δηλαδή τον άνθρωπο ως πεπερασμένο ζώο, παραδομένο στην περατότητά του, και πέρα ως πέρα θνητό, και κατ’ αυτό τον τρόπο στην πραγματικότητα τον εξομοιώνει με τα αντικείμενα. Γι’ αυτό τα αντικείμενα κυκλοφορούν μαζί με άλλα αντικείμενα απείρως θνητά. Και οι άνθρωποι προορίζονται να αποσυρθούν στη χωματερή όπως τα αυτοκίνητα που δεν είναι πια στη μόδα. Εξ ου και ο ύμνος στη νεότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την παράδοση, ακριβώς διότι όταν γερνάμε, δεν επιθυμούμε αρκετά, άρα καταναλώνουμε λιγότερο, δεν καταναλώνουμε αρκετά. Γι’ αυτό πρέπει να συλλάβουμε φιλοσοφικά, αλλά και πολιτικά, την εκκοσμικευση απ’ τη μία του απείρου, την παραδοχή ότι το άπειρo είναι πολύ κοντά μας, ότι η ζωή μας έχει διαρκώς να κάνει με το άπειρο, και απ’ την άλλη να αποσπάσουμε το άπειρο από κάθε θεολογία, από κάθε παραδοσιακά νοούμενη μεταφυσική φιγούρα. Πράγματι, ο Δημήτρις συνόψισε πολύ καλά την πρότασή μου, ότι δηλαδή απ’ τη μία πρέπει να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, είμαστε άλλωστε ματεριαλιστές όλοι, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο άνθρωπος είναι θνητός, ότι γερνάει, ότι έχει συμφέροντα, ότι για να επιβιώσει έχει ανάγκη από αντικείμενα. Όλα αυτά υπάγονται στη σφαίρα του ματεριαλισμού την οποία αναγνωρίζουμε απόλυτα. Αλλά απ΄την άλλη, ο άνθρωπος σχετίζεται με το άπειρο, και κατά βάθος έτσι ορίζουμε πολύ απλά ό,τι αποκαλούμε σκέψη. Ο άνθρωπος ως σκεπτόμενο ον, είναι πολύ απλά η ιδιαίτερη σχέση που έχει με το άπειρο. Κι αυτό το άπειρο είναι παρόν διότι υπάρχει μέσα στην ίδια την πολλαπλότητα, και ο άνθρωπος έχει πρόσβαση σ’ αυτό, κατά τρόπο συμπυκνωμένο, μέσω της σκέψης. Αποκαλώ σχέση με το άπειρο μια αλήθεια, κι αυτή η αλήθεια προτείνω να πούμε ότι ανιχνεύεται στην επιστήμη, στην τέχνη, στην ποίηση και τη δημιουργία, στην πολιτική εφόσον πρόκειται για μια πολιτική του απείρου, δηλαδή μια ποιητική της χειραφέτησης, μια ποιητική του μέλλοντος όπως έλεγες, όπως επίσης και στον έρωτα, διότι ο έρωτας είναι η σκηνή της μετάβασης από το Ένα στο Δύο, είναι δηλαδή η πρώτη εμπειρία στοιχειώδους πολλαπλότητας αυτού που βρίσκεται επέκεινα του Ενός. Συνεπώς, σε όλα αυτά ενυπάρχει το άπειρο, και μπορούμε, ως άτομα, ως ζώα, να ενσωματωθούμε στις διαδικασίες στις οποίες ξεδιπλώνεται η πρόσβαση στο άπειρο. Και μέσα από τούτο το επίπεδο, η ζωή παίρνει άλλο νόημα, διότι γίνεται μια ζωή που σχετίζεται με το άπειρο. Και απ’ αυτή την οπτική γωνια, η απάντηση στο ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς» είναι το να ζει κανείς ως θνητό ζώο που σχετίζεται στη ζωή του με μια ορισμένη έκφραση του απείρου και της αθανασίας. Διότι προφανώς δεν αποκαλώ αθανασία τη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής, Αποκαλώ αθανασία μια ορισμένη εμπειρία μες στο χρόνο, τον ίδιο το χρόνο που καθιστά εφικτό για εμάς το ιδεώδες που διατυπώθηκε ως εξής απ’ τον Αριστοτέλη: να ζει κανείς όσο μπορεί ως αθάνατος. Θέλω να επαναλάβω τη ρήση του Σπινόζα «έχουμε πρόσβαση στην εμπειρία της αιωνιότητάς μας» , η οποία δε σημαίνει ότι η σωματική και ατομική μας σύσταση θα υπερβεί το θάνατο, αλλά ότι μετέχουμε σε μια ορισμένη διάσταση αθανασίας και αιωνιότητας, πράγμα το οποίο βιώνουμε στην ίδια μας τη ζωή.

[…] Άρα, στο ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς;», μπορούμε να δώσουμε δυο αντιδιαμετρικές απαντήσεις. Η πρώτη απάντηση είναι ότι σημαίνει να επιβιώνει, δηλαδή να ζει όσο το δυνατόν προς το συμφέρον του και κατά βάθος να είναι αιώνια καταδικασμένος σε θάνατο. Εξ ου και η φτωχή ζωή, η αμυντική ζωή, η ζωή που είναι εν τέλει καθαρή άρνηση. Εναλλακτικά μπορούμε ν’ απαντήσουμε ότι το να ζει κανείς σημαίνει να εντοπίζει το πεδίο, τις δυνατότητες  σύμφωνα με τις οποίες βιώνει τη σχέση του με το άπειρο, δηλαδή αυτή τη μορφή αιωνιότητας μες στο χρόνο που η φιλοσοφία αποκαλεί αλήθεια. Θα μπορούσαμε να πούμε πως σημαίνει να ζει κανείς ως προς ορισμένες αλήθειες. Οι αλήθειες είναι πληθυντικού αριθμού. Δεν υπάρχει η Αλήθεια με Α κεφαλαίο, αυτό θα ήταν αιχμαλωσία εντός του Ενός.

πηγή: 
http://aletheiareview.wordpress.com/2012/03/29/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BD-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%8D-%CF%84%CE%B9-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CE%B6%CE%B5%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%BD-2/


Ο Όχλος






......................................................................................................................................................................
ΣΤΟΚΜΑΝ: Πρώτα από όλα “ο Λαϊκός Ταχυδρόμος” σας, κοροϊδεύει αναίσχυντα τον κόσμο, λέγοντας πως το πλήθος, ο όχλος αποτελεί τον γνήσιο πυρήνα του λαού Αυτό ξέρετε πως είναι απλή δημοσιογραφική δημοκοπία. Η μεγάλη μάζα είναι απλούστατα η πρώτη ύλη από την οποία πρέπει να φτιάξει κανείς τον λαό και το έθνος. Με την λέξη όχλο δεν εννοώ τα χαμηλά στρώματα του λαού. Όχλος είναι οτιδήποτε έρπεο. και συμφύρεται παντού γύρω μας και φθάνει ως την κορυφή της κοινωνίας. Όχλος είναι αυτός που αναμασά αυ6τά που του δίνουν έτοιμα και δεν έχει ποτέ διαφορετική γνώμη από την γνώμη των ιθυνόντων. Όχλος είναι αυτός που ανέχεται τους κλέφτες, τους απατεώνες, τους κερδοσκόπους και τα ΄ύποπτα συμφέροντα να χορεύουν πάνω στην πλάτη του Όχλος είναι αυτός που ανέχεται την παρανομία και δεν αντιδρά. Όχλος είναι αυτός που βλέπει το άδικο και δεν ουρλιάζει. Ξεριζώνουν γύρω τα θεμέλια μας και μας χτίζουν μέσα στην αδιαφορία, στην σκληρότητα και στην βαρβαρότητα. Όλοι ονειρεύονται μια κοινωνική έκρηξη, αλλά η σταθερότητα της ύπνωσης συνεχίζεται. Και ο “ “Λαϊκός Ταχυδρόμος” συντελεί σε αυτό. Η πνευματική ανυποταξία βρίσκεται στο ίδιο ύψος με την ηθική, η ελευθερία της σκέψης είναι συνυφασμένη με την λογική. Αλλά ο “ Λαϊκός Ταχυδρόμος”υποστηρίζει την λιμνάζουσα άγνοια και την μακαριότητα της μάζας και ευλογεί τους καταπιεστές της και αυτούς που την διαφθείρουν.
Δεν διαφθείρει τον λαό ο πολιτισμός, η καλλιέργεια, και η πρόοδος, αλλά η φτώχεια και η εξαθλίωση. Και όσα απεργάζονται οι αφεντάδες του για να τον κρατούν στην άγνοια και την αποκτήνωση. Η έλλειψη οξυγόνου εξασθενίζει τη συνείδηση και σε πάρα πολλά σπίτια της πόλης μας φαίνεται πως λείπει το οξυγόνο αφού η συμπαγής πλειοψηφία θέλει να οικοδομήσει το μέλλον της πόλης μας πάνω στο βούρκο της ψευτιά και της απάτης.
................................................................................................................................................
Πηγή:
Από το θεατρικό έργο
του Ερρίκου Ίψεν
Ένας εχθρός του Λαού” 
πίνακας:  JF Favre
Θεατρο:
 http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:4J6Yvr1T6_8J:www.e-go.gr/timeout/article.asp%3Fcatid%3D18505%26subid%3D2%26pubid%3D129293863+&cd=7&hl=el&ct=clnk&gl=gr&client=firefox-a

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΒΡΕΦΩΝ





 ΓΕΝΙΚΑ

Το φαινόμενο της έκθεσης βρεφών είναι ένα ολύ σημαντικό ζήτημα με οικίλες ροεκτάσεις ου θα ρέ ει να ροσεγγιστεί με ευαισθησία. Παιδικές ψυχές ου χωρίς να ερωτηθούν ήρθαν στον κόσμο και εγκαταλείφθηκαν στο έλεος του Θεού. Α ό τη γέννησή τους κι όλας στερήθηκαν την ροστασία ου
αρέχεται σε κάθε αιδί α ό τους γονείς του, την μητρική αγκαλιά και φροντίδα. Αρκετά α ό αυτά έχασαν τη μάχη με τη ζωή τις ρώτες ώρες της γέννησής τους, άλλα α εβίωσαν λόγω κακών συνθηκών διαβίωσης λίγους μήνες μετά, και άλλα κατάφεραν να ε ιβιώσουν στιγματισμένα με ροδιαγεγραμμένη ορεία ζωής.

Παιδιά χωρίς γονείς, οικογένεια, συγγενείς ή εριουσία και κά οιες φορές, μη γνωρίζοντας καν οιό είναι το ραγματικό τους όνομα. Στα αιδιά αυτά υ άρχει ένα μεγάλο κενό ου τα έχει σημαδέψει. Για κά οια α ό αυτά η λαχτάρα τους να βρουν τους βιολογικούς τους γονείς α οτέλεσε σκο ό ζωής.

Στο Αττικό Ημερολόγιο του 1873 είναι χαρακτηριστική η εριγραφή ου γίνεται για τα έκθετα: «των ατυχών εκείνων του έρωτος θυμάτων, άτιναγεννώνται και θνήσκουσιν άνευ της αγκάλης και του  φιλήματος της μητρός και έρχονται εις τον κόσμον φέροντα αντί ατρικού ονόματος ανεξάλει τον
στίγμα1». Για εκατοντάδες χρόνια στην Ευρώ η αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο ε ικρατούσε η ά οψη ότι τα έκθετα ήταν ροϊόντα ακολασίας και διαφθοράς. Ευρύτατα διαδεδομένη ήταν, ε ίσης, η αντίληψη ότι ολλές α ό τις μητέρες των έκθετων βρεφών ανήκουν στην τάξη των υ ηρετριών, και ότι
αυτά α οτελούν τον καρ ό της αράνομης σχέσης τους2.

 Η εγκατάλειψη νεογέννητων βρεφών συμβαίνει σε όλα τα μέρη του κόσμου και συχνά, δυστυχώς, η κατάληξη είναι ο θάνατος3.

Η εγκατάλειψη των αιδιών αυτών α ό τους γονείς τους γίνεται στις βρεφοδόχους των Βρεφοκομείων στα μέρη ό ου λειτουργούν, καθώς και σε δημόσια μέρη ή στα σκαλιά εκκλησιών. Σύμφωνα με τον ορισμό ου δίνει ο Γεώργιος Μακκάς4 «έκθετα θεωρούνται τα αιδιά τα ο οία εγκαταλεί ονται συνήθως λίγες ώρες ή λίγες ημέρες μετά την γέννησή τους στις βρεφοδόχους Βρεφοκομείων ή σε κά οιο δημόσιο μέρος με την ελ ίδα ως θα βρεθεί κά οιος φιλάνθρω ος να τα αραλάβει, α ό γονείς οι ο οίοι αραμένουν άγνωστοι ε ειδή δεν τα θέλουν ή δεν μ ορούν να τα κρατήσουν. Α οτελούν την κύρια κατηγορία αιδιών τα ο οία νωρίτερα α ό τα υ όλοι α αιδιά στερούνται την ροστασία α ό τους φυσικούς ροστάτες τους και χρήζουν ανάγκη ξένης ροστασίας». Ένας άλλος ορισμός ου δίνεται για τα έκθετα είναι ότι: α οτελούν τα νεογέννητα βρέφη ου δεν είναι ιατρικά ξεκάθαρο ότι θα άρουν εξιτήριο, και τα ο οία είναι α ίθανο να βγουν α ό το νοσοκομείο υ ό την ε ιμέλεια
των βιολογικών τους γονέων5.

Διακρίνονται τρεις κατηγορίες έκθετων βρεφών6:

i. τα βρέφη τα ο οία είναι γεννημένα α ό μη νόμιμες εκθέσεις.

ii. τα βρέφη τα ο οία είναι γεννημένα α ό νόμιμες εκθέσεις και
εγκαταλεί ονται α ό τις μητέρες τους, ροκειμένου να γίνουν
αραμάνες σε λούσια σ ίτια λόγω ρο αγάνδας α ό ρόσω α τα
ο οία έχουν οικονομικό συμφέρον.

iii. τα βρέφη εκείνα των ο οίων οι έγγαμες μητέρες τα α έκτησαν α ό
αθέμιτες σχέσεις κατά την διάρκεια φυλακίσεως ή α οδημίας του
συζύγου τους.

Σημειώσεις

1 Ειρηναίος, Ασώ ιος, «Πολιτογραφικά», Αττικόν Ημερολόγιον του 1873, Αθήνα 1872, σ. 438
2 Ελληνική Εταιρία Ιστορίας της Παιδιατρικής, Πρακτικά 1ης ημερίδας, Ιστορία της
Ελληνικής Παιδιατρικής, Αθήνα, εκδ.Βήτα, 2006, σ. 66
3 Gheorghe, A., Banner, J., Hansen, S. H., Stolborg, U., & Lynnerup, N. (2011), Abandonment
of newborn infants: A danish forensic medical survey 1997-2008, Forensic Science, Medicine,
and Pathology, 7(4), p. 317-321
4 Μακκάς Γεώργιος, «Η ροστασία του αιδιού», Ανατύ ωσι α ’ την Παιδολογία, Εν
Αθήναις Τύ οις Π.Δ. Σακελλάριου, 1921, σ. 41-42
5 Διαθέσιμο στο http://aia.berkeley.edu/media/pdf/abandoned_infant_fact_sheet_2005.pdf
6 Μακκάς, Γεώργιος, ό . ., σ. 42-43

Πηγή
Από
 την
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
με τίτλο
Η ερίθαλψη των έκθετων βρεφών στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο τον 19ο
αιώνα

της
Άννα Μανιδάκη
Κοινωνικής Λειτουργού

πίνακας:Harold Klunder