Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Ο Θεός- Κέρδος και η σύγχρονη ανθρωποθυσία

 



Τι είναι η φτώχεια; 

Η ερμηνεία που έδωσαν οι σοφοί της Ευρώπης, ορίζει την φτώχεια σαν μια κατάσταση όπου τα άτομα έχουν σε τέτοιο βαθμό χαμηλά εισοδήματά, ώστε να μην μπορούν να αποκτήσουν συνθήκες ζωής που θεωρούνται αποδεχτές στην χώρα που ανήκουν.

Η φτώχεια όμως, ήταν πάντα παρούσα να διαφεντεύει τους αιώνες. Βασίλισσα της ζωής και του θανάτου. Τόσο η λογοτεχνία όσο και ο κινηματογράφος την ύμνησαν και δημιούργησαν μια κουλτούρα γύρω από την παρουσία της. Νομίζω ότι στην Ελλάδα βιώσαμε διαφόρων ειδών φτώχειες, το ουσιαστικό όμως ήταν ότι η φτώχεια δεν μείωνε την ανθρώπινη αξία, αντιθέτως ο φτωχός αποκτούσε αξία και θέση μέσα στην αστική καπιταλιστική κοινωνία του περασμένου αιώνα. Σε αυτό έπαιξε και μεγάλο ρόλο και η θρησκεία. Η κοινωνία είχε μια άλλη κοινωνική αναπαράσταση της φτώχειας. Έφερε μέσα της μια αξία και εθεωρείτο σαν παράγοντα υπολογίσιμος στην κοινωνία. Ο φτωχός διατηρούσε την κοινωνική του ταυτότητα, αποτελούσε μέρος του συνόλου, ανήκε κάπου. 

Σήμερα συναντάμε μια άλλη μορφή φτωχιάς η οποία δεν εμπεριέχει τίποτα το ηρωικό και το περήφανο στην μορφή της, αντίθετα συναντάμε την ενοχή και την ντροπή στο βλέμμα της. Αυτή λοιπόν είναι μια διαφορά από το τότε στο τώρα. Τότε οι κοινωνικές συνθήκες θεωρούνταν υπεύθυνες για την φτώχεια, σήμερα η φτώχεια θεωρείται υπεύθυνη για τη κατάστασή της.

Η ενοχοποίηση του πολίτη για την κατάστασή του είναι η βασική ιδέα του νέο-φιλελευθερισμού. Η ενοχή αποτελεί το αίσθημα που εκπορεύεται από την ανεπάρκειά του πολίτη ο οποίος δεν κατάφερε να γίνει πλούσιος. Δηλαδή δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί τους συνανθρώπους του με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Δεν μοιάζει λοιπόν με τον νεοφιλελεύθερο, με αυτόν που ιδιοποιείται τα πάντα, που συσσωρεύει τον πλούτο, που έχει  την ικανότητα να επηρεάζει κυβερνήσεις, λαούς ολόκληρους, που έχει δικαίωμα να καθορίσει τις τύχες των άλλων ιδιωτών μοναχικών ψυχών.

Στα πλαίσια του νέο-φιλελευθερισμού η ανεργία είναι ένα οργανωμένο συμβάν. Αποσκοπεί  στην όλο και μεγαλύτερη ιδιοποίηση της ζωές των άλλων, στην όλο και μεγαλύτερη παραγωγή φτωχών. Η έννοια της συμπόνια και της αλληλεγγύης αποτελούν ύβρι στα σχέδια του νέο-φιλελευθερισμού. Ο φτωχός είναι μια ηθελημένη κατάσταση που πρέπει να επισύρει την τιμωρία και όχι την βοήθεια!! 

Η αναπαραγωγή του συστήματος, επιτυγχάνεται με την ψυχική και κοινωνική ένδεια του πολίτη. Με την είσοδο στην ανεργία, ο άνεργος και η οικογένεια του μπαίνουν στο χωρόχρονο της φτώχειας. Εκτός από την στέρηση βασικών αγαθών για την επιβίωση τους, χάνουν και τα κοινωνικά τους δικαίωμα. Έτσι θα στερηθούν την κατάλληλη σίτιση, στέγαση, εκπαίδευση. Θα στερηθούν τους φίλους, και ίσως και τους συγγενείς που είχαν. Δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στις κοινωνικές τους υποχρεώσεις και θα απομονωθούν.

Η ανεργία προμηνύει την φτώχεια και η φτώχεια τον κοινωνικό θάνατο. Μάλιστα η ανεργία μπορεί να θεωρηθεί σαν ο προθάλαμος του κοινωνικού θανάτου. Ο άνεργος είναι ένας ζωντανός νεκρός, κάποιος που βρίσκεται έξω από το κοινωνικό σύνολο. Το κοιτάζει από μακριά, ξέροντας ότι οι άλλοι θα γυρίζουν στην δουλειά τους ενώ αυτός όπου και να πάει νιώθει ακινητοποιημένος. Όσες βόλτες και να κάνει ο άνεργος θα είναι εκεί. Στο ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα, με το ίδιο χαμόγελο ειρωνείας για αυτό που του συμβαίνει και με την βεβαιότητα ότι τίποτα δεν ήταν όπως τα φαντάζονταν. 

Εφόσον επαγγελματικά έχει τελειώσει, η αξία του στην αγορά εργασίας έχει ευτελισθεί είναι ένας κοινωνικά νεκρός, βιώνει τον εαυτό του σαν παρείσακτο σαν περιττό, για το κοινωνικό σύνολο. Και δεν είναι μόνο αυτός που το νιώθει έτσι αλλά και η οικογένεια του. Και δεν είναι μόνο που το νιώθουν αλλά τους το δείχνουν κι' όλας. Ο ίδιος καταλαβαίνει, πολύ γρήγορα ότι δεν μπορεί να κάνει αυτά που έκανε, ότι χάνει την κοινωνική του υπόσταση, και μαζεύεται στην γωνιά του, στην ομάδα των εκτός κοινωνίας. Αυτό που ακολουθεί λοιπόν, είναι η περιθωριοποίηση και στο τέλος ο αποκλεισμός

Η περιθωριοποίηση δεν είναι κάτι απλό, είναι ένα χρόνιο σαράκι στην ψυχή του ανθρώπου που γιγαντώνει την ντροπή και καταρρακώνει την αυτοεκτίμηση του. Μαυρίζει τις σελίδες της ζωής, που του έχουν απομένει. Ο άνεργος αποκόβεται από το κοινωνικό σύνολο. Νιώθει ότι δεν ανήκει σε αυτό. Είναι ένα ξένο σώμα από το σώμα της κοινωνίας, πεταμένο σε πεζοδρόμια, σε άδεια δωμάτια. Δωμάτια χωρίς ορίζοντα, δωμάτια της φτώχειας, δωμάτια της ανεργίας. 

Ο άνεργος κρύβεται, δεν θέλει να τον βλέπουν οι άλλοι, μερικές φορές λέει ότι δουλεύει, η ότι περιμένει μια σοβαρή απάντηση και δεν ξέρει αν κοροϊδεύει τον εαυτό του ή τους άλλους. Εφόσον ο νέο-φιλελευθερισμός μετέτρεψε όλες τις κοινωνικές σχέσεις σε εμπορική συναλλαγή, ο άνεργος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει την ζωή όπως έκανε παλιά, όπως κάνουν οι άλλοι. Αυτή η ανικανότητα του καλλιεργείται από το τι η κοινωνία καθορίζει και αξιολογεί σαν ικανότητα των πολιτών της καλλιεργώντας συγχρόνως, εκτός την στέρηση και την ντροπή για την κατάσταση τους. 

Η φτώχεια μειώνει την τιμή της εργατικής δύναμης και μειώνει και την αξία του ανθρώπου σαν κοινωνικό εταίρο στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα όπου το ιδιωτικό κέρδος είναι εκείνο που αξιολογεί την χρησιμότητα του ή όχι. Το ιδιωτικό κέρδος του στερεί την δυνατότητα των ελιγμών και τον αναγκάζει να αποδεχτεί όποια λύση προτείνεται και η πιο συχνή είναι η λύση της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού.

Που είναι τα όρια ανάμεσα στην περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό, δεν ξέρω καν αν έχουν όρια. Εκείνο όμως που ξέρω είναι το τρομαχτικό συναίσθημα που πηγάζει από τον αποκλεισμό του ατόμου, όπου κυριαρχούν ο πανικός, και η ανασφάλεια Η ανασφάλεια από την έλλειψη ελέγχου της ζωής του και το συναίσθημα απαξίωσης σαν τιμωρία για την κατάστασή του. Ο άνεργος δεν είναι παρά ένα θύμα ανήμπορο να αντιδράσει στην φτώχεια που έχει γίνει μια καθημερινή υπόθεση, όπου τον αναγκάζει να μετράει την ζωή του σε ψυχικές πενταροδεκάρες. Τόσο αξίζει η ζωή του, πενταροδεκάρες...

Δηλαδή δεν μιλάμε πλέον για μια περαστική κατάσταση αλλά για μια νέα εποχή όπου πολλά κομμάτια του πληθυσμού θα βουλιάξουν σε μια φτώχεια και κανείς δεν θα μπορεί να τα βγάλει πέρα, διότι η επιβίωση της αυτή της μορφής κοινωνία, στηρίζεται στην αναπαραγωγή της περιθωριοποίησης και τον αποκλεισμού σαν γεγονότα που την δυναμώνουν και την ανανεώνουν. 

Ο νέο-φιλελευθερισμός ισχυρίζεται ότι οι θυσίες στο βωμό του κέρδους δικαιολογούνται σαν αναγκαίες για την επιβίωση του υπόλοιπου πληθυσμού. Μιλάει για τους θυσιασθέντες με απαξιωτικά λόγια και εφιστά την προσοχή στους υπόλοιπους. Στην ουσία οι θυσίες συντελούνται στο βωμό του κέρδους και  στο όνομα ενός συστήματος που απαιτεί να υποδουλώσει, να αποκλείσει και να θυσιάσει τον πολίτη-θύμα, σαν στοιχείο της εύρυθμης λειτουργία του. 

Το κέρδος αποτελεί το μόνο εναπομείναντα σύγχρονο θεό, η πίστη στον οποίο δεν αποκλείει ακόμα και τις ανθρωποθυσίες. Οι θυσίες, ακόμα και οι ανθρωποθυσίες, υπήρξαν από παλιά ένα μέσο επηρεασμού των αποφάσεων των θεών. Μόνο που αυτές όσο και αν φαίνεται παράξενο γίνονταν για την ανάταση και την ενδυνάμωση των συνεκτικών δεσμών του πληθυσμού. 

Σύμφωνα με το οικονομικό σύστημα το κέρδος αποτελεί ευλαβική πράξη για να κερδηθεί ο επίγειος  παράδεισος, ασχέτως αν εμπεριέχει την θυσία του φτωχού .Έχουμε να κάνουμε με το θεό του κέρδους, και όχι με τον θεό της ευσπλαχνίας. Αυτός απεχθάνεται τις πράξεις ευσπλαχνίας,  ζητά απλά πράξεις κέρδους. Ο Σημερινός θεός λοιπόν - αν μπορούμε να τον ονομάσουμε έτσι - δεν θέλει θυσίες για να ενώσει το λαό, αλλά για να τον διαχωρίσει. Η θυσία δεν επιστρέφει στο θυσιαζόμενο. Δεν απαλύνει τον πόνο των άλλων, δεν τους ενώνει. Μόνους τους αφήνει και ανυπεράσπιστους μπροστά στην μηχανή του χρόνου με τον φόβο ότι θα είναι τα αυριανά θύματα. Τα θύματα θυσιάζονται χωρίς η κοινωνία να εξυπηρετείται από αυτή την θυσία... Μάλλον για δολοφονίες πρέπει να μιλάμε.

Σήμερα λοιπόν, το κέρδος είναι ένας θεός! Ένας εγωιστής θεός που τα θέλει όλα δικά του και περιμένει τα ποτάμια των καταστρωμένων ζωών για να αυξήσει την δύναμή του και την παρουσία του. Η φτώχεια αναπαράγει και τον εαυτό του. Βρισκόμαστε μπροστά σε ανθρωποθυσίες, μόνο που σύγχρονη θυσία έχει διάρκεια και γίνεται σιγά, σιγά για να μην καταλάβει κάτι το θύμα. 

Το θύμα μπορεί να μην καταλαβαίνει ότι θυσιάζεται-δολοφονείται, αλλά η σύγχρονή θυσία είναι μια δολοφονία πιο επιστημονική, πιο εσωτερική διεργασία που ακουμπά την ταυτότητα του ατόμου. Που αρχίζει να γκρεμίζει το οικοδόμημα μιας ζωής, δηλαδή όλα αυτά που καθορίζουν το θύμα κοινωνικά και ψυχολογικά σιγά, σιγά και με μαθηματική ακρίβεια. 


Ο θεός του κέρδους λίγο, λίγο του αφαιρεί από την ταυτότητα κομμάτια της ψυχικής του οντότητας, έτσι που το θύμα μένει άδειο χωρίς να το καταλάβει. Νιώθει ένα κουφάρι που έχασε το νόημα της ύπαρξής, το νόημα της ζωής. Δεν βρίσκει νόημα να συνεχίσει να ζει σαν παράσιτο της κοινωνίας η οποία, όχι μόνο δεν τον συντρέχει, αλλά και τον κατηγορεί. Ο θεός του κέρδους στην ουσία δεν εμπνέει την πρόοδο αλλά τον πρωτογονισμό. Χρησιμοποιεί την ανθρωποθυσία που στις μέρες μας παίρνει διαστάσεις γενικής κατάρρευσης του θύματος ξεσκίζοντας τις σάρκες της ψυχής του.

Ο Θεός του κέρδους  λειτουργεί, οργανώνει και ενεργεί με στόχο την ενδυνάμωση και την διατήρησή του. Προπαγανδίζει το παράδεισο της ευημερίας που έρχεται ζητώντας όλο και περισσότερες θυσίες για να κερδηθεί, αφαιρώντας την δυνατότητα επιβίωσης σε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες σαν στοιχείο της καλής λειτουργίας του. 

Η παραγωγή της στέρησης, της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού είναι τα αναγκαία καλά-κακά για την αναπαραγωγική διαδικασία του ανθρωποφάγου περιεχομένου του οικονομικού θεϊκού συστήματος. Είναι το ψυχικό διάκοσμο που ετοίμασε για τα θύματά του. Είναι η επίγεια κόλαση της ανυπαρξίας. Είναι τα σύγχρονα εσωτερικά-εξωτερικά κελιά της ψυχικής στέρησης που επιβάλει η ανθρωποθυσία του ειδωλολατρικού του συστήματος. 

Ο άνεργος, ο φτωχός καλείται να ταχτοποιήσει μέσα σε αυτό το διάκοσμο, τα κουρέλια της ελευθερίας του.

Κερεντζής Λάμπρος

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Ο Κάρλ Γκούσταβ Γιουνγκ,




Ο Κάρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1875 στην Κέσβιλ, ένα μικρό χωριό της Ελβετίας. Ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας, ενώ το πρώτο είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννησή του και αφού γεννήθηκε ο Καρλ, η οικογένεια απέκτησε ένα κορίτσι, εννέα χρόνια μικρότερο από τον Κάρλ. Ο πατέρας του ήταν ο Γιόχαν Πολ Άχιλς Γιουνγκ, ήταν διδάκτορας φιλοσοφίας και προτεστάντης εφημέριος και είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη θρησκεία. Η οικογένεια χρειάστηκε πολλές φορές να μετακομίσει, λόγω της εργασίας του πατέρα του Κάρλ Γιούνγκ, μέχρι το 1879, όπου εγκαταστάθηκαν στο Κλάιν – Χένιγκεν.
Σημαντικό ρόλο στη ζωή του Κάρλ Γιούνγκ, αν και δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, έπαιξε ο παππούς του από τη μεριά του πατέρα του, που είχε και το όνομά του. Ήταν γιατρός και πρύτανης του Πανεπιστημίου της Βασιλείας, όπως επίσης και επικεφαλής της ελβετικής μασονικής κοινωνίας. Είχε μια βαθιά ανθρωπιστική και αλτρουιστική στάση απέναντι στη ζωή. Είχε κτίσει το «Νοσοκομείο των πολιτών» και ίδρυσε ένα άσυλο για τα παιδιά με νοητική υστέρηση το οποίο ονόμασε «Ίδρυμα της Ελπίδας». Ο Κάρλ Γιούνγκ, συχνά έλεγε ότι ο παππούς του υπήρξε παράδειγμα προς μίμηση για αυτόν. Ο παππούς του από τη μεριά της μητέρας του ονομαζόταν Σάμιουελ Πρίσβεκ και ήταν επίσης μια πολύ σημαντική προσωπικότητα που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Ήταν ιερέας της ενορίας του Λέοναρντ και ηγούμενος του προτεσταντικού κλήρου. Σύμφωνα με διάφορες πληροφορίες της ζωής του, η γιαγιά του Κάρλ Γκούσταβ, από τη μεριά της μητέρας του, αλλά και η μητέρα του, είχαν μια έντονη διαίσθηση, γεγονός που λένε ότι είχε κληρονομήσει και ο ίδιος, ο οποίος, μπορούσε να αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα πέρα από την κοινή ανθρώπινη λογική. «Έτσι, ο Gustav Richard Heyer, δικαιολογημένα έλεγε ότι ο δάσκαλός του είχε μια «διορατικότητα που μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς υπερφυσική», κάτι που συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για το γιατρό και ψυχοθεραπευτή που αποτολμά να φτάσει στο μύχο της ανθρώπινης ψυχής» (Κάρλ Γιούνγκ, Η Ζωή και το Έργο του, Gerhard Wehr, εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ 32).
Η ιστορία της ζωής του, μας λέει ότι ο Γιούνκ ήταν ένα ιδιαίτερα μοναχικό και αντικοινωνικό παιδί. Ο ίδιος κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι όταν έπαιζε ήταν τόσο πολύ απορροφημένος που δεν ήθελε να έχει κανέναν δίπλα του, διότι αποτελούσε γι’ αυτόν ενόχληση. Αγαπούσε πολύ τις πέτρες και συνήθιζε να τις βάφει, χωρίζοντάς τις στα δυο, ώστε το κάτω μέρος να διαφέρει από το επάνω. Tο 1886 πήγε στο Γυμνάσιο της Βασιλείας. Η οικογένειά του υπήρξε φτωχή και ο Κάρλ Γκούσταβ, μεγάλωσε με αρκετές στερήσεις. Εμφάνισε διάφορες νευρικές διαταραχές που στιγμάτισαν τα παιδικά του χρόνια. Επίσης οι πληροφορίες της ζωής του λένε ότι κάθε φορά που πιεζόταν ψυχολογικά, λιποθυμούσε. Το σχολείο δεν του άρεσε ιδιαίτερα και οι λιποθυμικές κρίσεις αυξάνονταν καθώς ο Κάρλ πήγε στο γυμνάσιο, με αποτέλεσμα οι γονείς του να τον σταματήσουν για ένα διάστημα από το σχολείο. Λέγεται ότι αυτό το πρόβλημα κατάφερε να το ξεπεράσει μόνος του όταν ήταν σε μικρή σχετικά ηλικία, λόγω της βούλησης που διέθετε.

Λάτρευε τον Γκαίτε, τον οποίον θεωρούσε πνευματικό πατέρα και εμπνευστή. Είχε έντονη διαφωνία με τον πατέρα του όσον αφορά τα θρησκευτικά ζητήματα για τα οποία είχε διαφορετική άποψη και εναντιωνόταν στη θρησκοληψία. Με τη μητέρα του είχε πολύ καλή σχέση. Έλεγε πως η μητέρα του είχε μια σκοτεινή φύση η οποία ενδεχομένως του είχε δημιουργήσει τους εφιάλτες στην παιδική του ηλικία: «Τη μέρα ήταν μια αξιαγάπητη μητέρα, τη νύχτα όμως, φαινόταν απόκοσμη. Τότε έμοιαζε με μάγισσα, με μυθικό ζώο, με ιέρεια στη σπηλιά της αρκούδας. Αρχαία και άσπλαχνη σαν τη φύση και την αλήθεια» (Κάρλ Γιούνγκ, Η Ζωή και το Έργο του, Gerhard Wehr, εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ 73). Είχε διάφορες ενοράσεις και ήταν ένας πολύ εσωστρεφής άνθρωπος. Όλα αυτά τον οδήγησαν στην αυτό – έρευνα που αποτέλεσε τη βάση της θεωρίας του, αλλά παράλληλα φοβόταν να μην γίνει ψυχωτικός.
Το 1895, έδωσε με επιτυχία εξετάσεις για την ανώτατη εκπαίδευση στο λύκειο της Βασιλείας και γράφτηκε στην ιατρική σχολή. Έλεγε ότι ο Νίτσε ασκούσε μεγάλη επιρροή επάνω του και τα έργα που τον είχαν συγκλονίσει ήταν το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» και το «Ασυγχρόνιστες Θεωρήσεις». Το 1896, ο πατέρας του αρρώστησε βαριά και έπειτα πέθανε, γεγονός που έκαναν τις σπουδές του να κινδυνέψουν να διακοπούν, λόγω οικονομικών προβλημάτων. Συγγενείς τον βοήθησαν και έτσι κατάφερε να τελειώσει τις σπουδές του. Παρόλες τις δυσκολίες και το παρελθόν του, έγινε ένας ιδιαίτερα φιλικός και κοινωνικός νέος. Συνήθιζε να μαγεύει τους συμφοιτητές του, μιλώντας για διάφορα θέματα που τον απασχολούσαν. Έγινε βοηθός στο μάθημα της ανατομίας και υπεύθυνος των μαθημάτων ιστολογίας. Ο καθηγητής Friedrich von Muller τον θεώρησε πανεπιστημιακό βοηθό του. Το 1899 έπεσε στα χέρια του ένα εγχειρίδιο ψυχιατρικής που τον μάγεψε και τον έκανε να ακολουθήσει το συγκεκριμένο κλάδο. Το 1900 τελείωσε τις σπουδές του. Αφού εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, μετακόμισε στη Ζυρίχη και αποχωρίστηκε έτσι τη μητέρα του και την αδερφή του. Είχε όμως την ευκαιρία να εργαστεί σε μια πανεπιστημιακή κλινική υπό την ηγεσία του Eugen Bleuler (καθηγητής ψυχιατρικής). Ο Γιούνγκ έμεινε μέσα στην κλινική και το 1902 αφού ολοκλήρωσε την ιατρική διατριβή του, έγινε αναπληρωτής στην συγκεκριμένη κλινική.
Την ίδια χρονιά πήγε στο Παρίσι, σπουδάζοντας κοντά στον Pierre Janet. Δίδαξε εκεί, σε ένα ψυχιατρικό κέντρο, που είχε διεθνή φήμη, το λεγόμενο Σαλπετριέρ.
Συνάντησε για πρώτη φορά τη γυναίκα του, Έμμα Ρόζενμπαχ, όταν αυτή ήταν 14 ετών και αυτός 21. Η Έμμα ανήκε σε μια πολύ εύπορη οικογένεια και όταν έφτασε στα 20 της έκανε πρόταση γάμου. Παντρεύτηκαν το Φεβρουάριο του 1903 και απέκτησαν 5 παιδιά. Η Έμμα συμπαραστάθηκε πολύ στον Κάρλ Γκούσταβ, δίδασκε σε ψυχοθεραπευτές της γραμμής του Γιουνγκ και συμμετείχε στις εργασίες και έρευνες του συζύγου της. Αργότερα έγινε εκπαιδεύτρια και αναλύτρια στο Ινστιτούτο του Γιούνγκ.
Το 1903 επέστρεψε στη Ζυρίχη όπου έκανε διάφορα πειράματα που τον οδήγησαν στην ανακάλυψη των συναισθηματικά φορτισμένων συμπλεγμάτων και το 1905 πήρε το πτυχίο του, της ψυχιατρικής και αναγνωρίστηκε ως λέκτορας έως το 1913. Το 1909 είχε μια τιμητική διάκριση για τις έρευνές του στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης.
Απέκτησε μια ιδιαίτερη εκτίμηση για τον πατέρα της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόυντ. Τον θεωρούσε έναν ιδιαίτερα αξιόλογο άνθρωπο αλλά χωρίς τη δυνατότητα να μπορεί να τον ψυχολογήσει. Παρόλη την εκτίμηση που έτρεφε για αυτόν δεν συμφωνούσε μαζί του σε κάποιες βασικές γραμμές και γενικότερα στη σεξουαλική θεωρία του Φρόυντ. Ανάμεσά τους ωστόσο και πριν εκδηλωθεί η έντονη ρήξη, υπήρχε μια συχνή επικοινωνία. Εξάλλου ο Γιουνγκ αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα με τον καθηγητή Bleuler και την υπόλοιπη ομάδα της Ζυρίχης και αντίστοιχα ο Φρόυντ με την ομάδα του Άντλερ στη Βιέννη. Χρόνια αργότερα η ρήξη μεταξύ τους μεγάλωσε και έτσι απομακρύνθηκε από τον Φρόυντ, γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του, όπως επίσης και αυτή του Φρόυντ.

Ο Γιούνγκ πίστευε ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός αποτελείται από το συνειδητό και το ασυνείδητο και ότι το ασυνείδητο χωρίζεται στο ατομικό και το συλλογικό ασυνείδητο. Μίλησε επίσης για την αντικειμενική ψυχή στην οποία συμπεριέλαβε τις έννοιες σκιά, persona, animus, anima. Θεωρούσε ότι το ασυνείδητο διαμορφώνει 2 βασικούς ψυχολογικούς τύπους: τον εσωστρεφή και τον εξωστρεφή άνθρωπο. Σύμφωνα με τον Γιούνγκ η αιτία της ψυχοπαθολογίας βρίσκεται στο ασυνείδητο. Και οι θεραπείες του συντελούσαν στο να βοηθήσει τους ασθενείς του να βρουν τον τύπο τους και να ζήσουν με βάση αυτόν. Βασική του διαφωνία με τον Φρόυντ αποτέλεσε το γεγονός ότι ο Γιούνγκ πίστευε ότι η σεξουαλικότητα δεν ευθύνεται για όλες τις πράξεις του ανθρώπου. «Η θεωρία του ονομάστηκε από τον ίδιο Αναλυτική Ψυχολογία και Ψυχολογία του Βάθους» (Συνθετική Ψυχοθεραπεία, Ιωάννης Ν. Νέστορος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σελ 240)
Το 1914 παραιτήθηκε από τη θέση του ως λέκτορας και εγκατέλειψε έτσι την ακαδημαϊκή του καριέρα. Την ίδια χρονιά εκτέλεσε στρατιωτική υπηρεσία ως λοχαγός εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στην οποία βρέθηκε τότε η Ελβετία. Από το 1916-1918 υπηρέτησε επίσης ως διοικητής σε στρατόπεδο εκπαίδευσης βρετανικών στρατευμάτων στην Ελβετία.
Του άρεσε ιδιαίτερα να δουλεύει με τις πέτρες και πολύ συχνά ζωγράφιζε. Είχε ιδιαίτερη προτίμηση στο να ζωγραφίζει μαντάλα διότι σύμφωνα με τα λεγόμενά του έκρυβε πράγματα από το ασυνείδητο τα οποία «διψούσε» να ανακαλύψει. Του άρεσε επίσης να κάνει ασκήσεις γιόγκα, αναζητώντας ηρεμία και μια επαφή με το βαθύτερο είναι του. Έκανε ιστιοπλοΐα και του άρεσε επίσης η χαρακτική, η ξυλογραφία, η μαγειρική και το να παίζει με τα παιδιά του. Του άρεσαν πολύ οι εκδρομές, το καλό φαγητό και ποτό. Ένα από τα στοιχεία της φύσης που τον μάγευαν ήταν το νερό που συχνά το επιζητούσε και θεωρούσε «σύμβολο ψυχικού βάθους και ζωτικότητας» (Κάρλ Γιούνγκ, Η Ζωή και το Έργο του, Gerhard Wehr, εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ 280).
Ασχολήθηκε με την έννοια του ασυνείδητου, του συμβόλου, του αρχέτυπου κ.λ.π. Ασχολήθηκε επίσης, με τη μελέτη της Αλχημείας και πως αυτή συνδεόταν με την επιστήμη της Ψυχολογίας και συνέλεξε πολλά αλχημικά κείμενα.

Ασχολήθηκε με συζητήσεις, αναλύσεις και συνεδρίες που λάτρευε να τις πραγματοποιεί στον κήπο του σπιτιού του, κοντά στη λίμνη της Ζυρίχης. Έκανε διάφορα ταξίδια με σκοπό να εμπλουτίσει τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και γύριζε πίσω πάντα πλούσιος και έτοιμος για εργασία.
Το 1922 αγόρασε ένα οικόπεδο και βάλθηκε με πολύ προσωπική εργασία να χτίσει έναν πύργο με βάση τα πρότυπα που ονειρευόταν. Την χρονιά εκείνη πέθανε η μητέρα του. Έχτισε έναν πύργο από πέτρα χωρίς ηλεκτρικό και νερό, με διάφορες επιγραφές, λιτή επίπλωση και τζάκι.
Συχνά συμβουλευόταν το Ι Τσινγκ όταν έπρεπε να πάρει σημαντικές αποφάσεις στη ζωή του. Ήταν αυτό που είχε συμβουλευτεί λίγο πριν κάνει το ταξίδι στην Αφρική που σημάδεψε τη ζωή του. Ταξίδεψε εκεί με σκοπό να κατανοήσει τους ανθρώπους και το τι έκρυβαν μέσα τους αυτοί οι «απολίτιστοι» σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής. Ενδιαφερόταν για την ινδική φιλοσοφία και θρησκεία και ταξίδεψε στην Ινδία η οποία τον συγκίνησε ιδιαίτερα.
Το 1932 πήρε το βραβείο λογοτεχνίας στη Ζυρίχη και το 1935 ορίστηκε επίτιμος καθηγητής από το Ελβετικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας και το 1936 έλαβε τον τίτλο του Διδάκτορα των Επιστημών. Στον κατάλογο των τιμητικών διακρίσεων πρέπει να προσθέσουμε πολλές ακόμη, που φτάνουν μέχρι και τα βαθιά του γεράματα.
Το 1934 με έναν μικρό και κλειστό κύκλο μαθητών του, ξεκίνησε τα Σεμινάρια του Ζαρατούστρα που διήρκησαν μέχρι το 1939. Του άρεσε πολύ να βρίσκεται σε περιβάλλον που μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα και πέρα από τυπικισμούς.
Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, αφοσιώθηκε στη μελέτη της Αλχημείας και των αρχαίων κειμένων. Εν τω μεταξύ παρουσίαζε διάφορα προβλήματα με την καρδιά του. Το 1944 μετά από ένα ατυχές πέσιμο που του προκάλεσε σπάσιμο στην περόνη του ποδιού του, νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο, όπου υπέστη θρόμβωση στην καρδιά και στους πνεύμονες. Έφτασε κοντά στο θάνατο και όπως ο ίδιος είπε αργότερα είχε διαφόρων ειδών οράματα κατά τη διάρκεια που χαροπάλευε στο νοσοκομείο. Η υγεία του βελτιώθηκε και μετά την ανάρρωση άρχισε να μελετά τα παγκόσμια γεγονότα.
Στα 70 του χρόνια η υγεία του ήταν σε άσχημη κατάσταση και δεν του επέτρεπε να εργαστεί πολλές ώρες. Η δίψα του όμως για μάθηση και ανακαλύψεις δεν στέρευε. Ο Γιούνγκ υπήρξε ένας καλόψυχος και πολύ ευγενικός άνθρωπος και με μια πολύ καλή αίσθηση του χιούμορ. Είχε δεκαεννιά εγγόνια και γνώρισε επίσης και δισέγγονα. Η γιουγκιανή σχολή που ίδρυσε απλώθηκε σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Το 1955 πέθανε η γυναίκα του Έμμα. Ο Γιούνγκ είχε κλονιστεί πολύ με αυτήν την απώλεια. Αποσύρθηκε στον πύργο του και ασχολήθηκε με την πέτρα αλλά και με τη ζωγραφική στο σπίτι του. Το 1961 έπαθε ένα εγκεφαλικό. Πέθανε στις 6 Ιουλίου του 1961. Στον τάφο του γράφτηκε τοπ ρητό που βρισκόταν και μέσα στο σπίτι του: «Επικαλούμενος ή μη, ο Θεός θα είναι παρών». Επίσης είναι χαραγμένο ένα κομμάτι από την Επιστολή προς τους Κορινθίους: "Ο πρώτος άνθρωπος είναι της γης και είναι γήινος. Ο δεύτερος άνθρωπος είναι του ουρανού και είναι ουράνιος».
Οι κριτικοί πολλές φορές ήταν αυστηροί μαζί του και έλεγαν ότι ο Γιουνγκ δεν ήταν καλά όταν έγραφε, αλλά όπως είπε ο ίδιος : «Για να κατανοήσει κανείς τη ζούγκλα, δε μπορεί να παραμείνει στη στεριά».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Κάρλ Γιούνγκ, Η Ζωή και το Έργο του, Gerhard Wehr, εκδόσεις Αρχέτυπο, Αθήνα 2003.
2. Συνθετική Ψυχοθεραπεία με στοιχεία ψυχοπαθολογίας, Ιωάννης Ν. Νέστορος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1988.
3. Λεξικό Ψυχολογίας, Νίκος Παπαδόπουλος, Αθήνα 1994.
4. http://psiconet.org/jung/
5. www.friesian.com/jyng.htm
6. www.cgjung.org/
7. www.minjungkim.com/
8. http://skepdic.com/jung.html
9. www.junginstitut.ch/index2.html

 http://biographies.nea-acropoli.gr/index.php?option=com_content&view=article&catid=10:psychologia-parapsychologia&id=60:--1875-1961-carl-jung&Itemid=21

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Δημόσιος και Ιδιωτικός Χώρος



Προσπαθώ να διαφυλάξω την ιδιωτικότητα μου ως κόρη οφθαλμού. Δεν με ενδιαφέρει τόσο το απόρρητο των προσωπικών μου δεδομένων, αλήθεια για ποιο απόρρητο συζητάμε στην εποχή που ζούμε, αλλά ο πνευματικός και φυσικός μου χώρος. Ο πνευματικός μου κόσμος δυστυχώς για μένα είναι ευμετάβλητος και εξανδροπίζεται συνέχεια και μάλλον εύκολα. Ο φυσικός μου χώρος στηρίζεται στην ανάγκη. Και στις δύο περιπτώσεις οι εξωγενείς παράγοντες με αιχμαλωτίζουν και με κατευθύνουν παρά τη θέληση μου.

Χθες που βγήκα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου για να χαλαρώσω πριν κοιμηθώ πίνοντας ένα τελευταίο ποτήρι με κρασί και κοιτάζοντας τη λεωφόρο κάτω από το σπίτι μου, ορισμένοι προβληματισμοί που μου δημιουργήθηκαν αρνήθηκαν τη χαλάρωση μου. Η λεωφόρος και η πόλη που αντικρίζω είναι Δημόσιος χώρος και το μπαλκόνι μου ιδιωτικός. Όλη όμως αυτή η ασχήμια και το κιτς που βλέπω προσπαθώντας να χαλαρώσω εισβάλει βίαια στην ιδιωτικότητα μου. Ποιος με ρώτησε για τη δημιουργία αυτού του άσχημα για μένα δομημένου περιβάλλοντος μου; Κι αν με ρωτούσε τι θα είχα να προτείνω; Προφανώς κάτι που θα μού άρεζε εμένα σήμερα και όχι υποχρεωτικά αύριο, αλλά και που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα άρεζε στον Γιώργο που μαζί με μένα χαλαρώνει στο διπλανό μπαλκόνι. Άραγε ποια είναι τα όρια μεταξύ Δημόσιου και Ιδιωτικού; Ιδιωτικός χώρος είναι το σπίτι μου με κλειδωμένες τις πόρτες; Αλλά και αυτό το αγόρασα έτοιμο και δεν έχω τη οικονομική δυνατότητα να πραγματοποιήσω μετατροπές που θα κάλυπταν τις απαιτήσεις μου. Άλλωστε για πόσο;

Ποια είναι στη πραγματικότητα, αν αυτή υπάρχει, τα όρια μεταξύ Δημόσιου και Ιδιωτικού; Μπορούν οι δύο χώροι να συνυπάρξουν; Και αν ναι τι μου λείπει εμένα και δεν μπορώ να τα καταφέρω; Στον ιδιωτικό μου χώρο όσο το επιτρέπουν οι περιστάσεις μπορώ να επεμβαίνω, στον Δημόσιο όμως καθόλου. Μου έχουν στερήσει το δικαίωμα της συμμετοχής και μου παραχωρούν κάποιο δικαίωμα του να ελπίζω τη παραμονή των όποιων εκλογών. Ο Δημόσιος χώρος έχει καταλήξει να είναι ένα πεδίο άσκησης της κρατικής βίας αφού το Δημόσιο δυστυχώς έχει ταυτιστεί με το κράτος. Είμαι δέσμιος της δημοκρατίας που ανακαλύφθηκε για να προσφέρει στο πολίτη, αλλά εφαρμόστηκε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των πονηρών. Ή μήπως προσπαθώντας να διαφυλάξω τον ιδιωτικό μου χώρο μετατρέπω τη Δημοκρατία σε Αριστοκρατία;

Προσπαθώντας να διαφυλάξω ότι έχει απομείνει από τους πάλαι ποτέ καθαρούς προβληματισμούς μου και ψάχνοντας να βρω το λόγο της ύπαρξης μου μετατρέπω μια κάποια μεταφυσική θεώρηση των τεκταινομένων γύρω μου σε πραγματικότητα. Αλλά ποια πραγματικότητα; Δυστυχώς αυτή που μου επιβάλλει ο Δημόσιος χώρος στον οποίο λειτουργώ. Και μάλιστα επιλέγω πάντα τη λάθος πλευρά των γεγονότων. Τελικά μήπως δεν φταίω εγώ; Είναι δυνατόν το κόλλημα στη λάθος πλευρά να μην οφείλεται σε μένα; Μήπως ζω με τις αναμνήσεις κάποιου άλλου; Είμαι αλήθεια τόσο άτυχος; Μήπως πρέπει να μεταβάλλω τον ιδιωτικό μου χώρο σε χώρο εικονικής πραγματικότητας;

Αντιλαμβάνομαι τη παρακμή του Δημόσιου χώρου , αλλά ταυτόχρονα δεν μπορώ να αποδράσω και να βρω καταφύγιο στην ιδιωτική μου ζωή. Θεωρώ ότι ο Ιδιωτικός χώρος είναι αντιγραφή μιας φθηνής απομίμησης του Δημόσιου χώρου. Η σημερινή δυναμική κοινωνία στην οποία το χρήμα, η φήμη και η κοινωνική αναγνώριση αποτελούν τις υπέρτατες αξίες με συνθλίβει. Θα μπορούσα να εκλάβω το Δημόσιο χώρο σαν γένος αρσενικού και τον Ιδιωτικό χώρο γένος θηλυκού. Μήπως όμως οι εμμονές μου αυτές με οδηγούν στο περιθώριο της Κοινωνίας ή στη κατηγορία των μειονοτικών ατόμων; Το δυσδιάκριτο μεταξύ των ορίων της «δημόσιας σφαίρας» του Habermas και του ιδιωτικού βίου εντείνεται λόγω της αναπαραγωγής των δομών του δημοσίου βίου στον ιδιωτικό. Αναπαραγωγή που εντείνει ο μεγάλος όγκος άχρηστων πληροφοριών με τις οποίες μας βομβαρδίζουν καθημερινά. Ο πυρήνας της προσωπικότητας μας μεταλλάσσεται. Το δικαίωμα στην ενημέρωση γίνεται μπούμερανγκ. Τα ΜΜΕ έχουν μετατρέψει την είδηση σε κουτσομπολιό. Το ενδιαφέρον έχει μετατραπεί σε κακώς εννοούμενη κοινωνική κριτική. Θέσεις δεν υπάρχουν ούτε προβάλλονται. Τελικά, στην εποχή της πληροφορίας ποιός αποφασίζει τι είναι πληροφορία;

Άραγε πόσο Δημόσιος είναι ο Ιδιωτικός χώρος και πόσο Ιδιωτικός ο Δημόσιος; Μήπως καταντά σκάνδαλο η αλληλοδιείσδυση τους; Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην ελεύθερη έκφραση και την προστασία της προσωπικότητας; Πού τελειώνει ο δημόσιος βίος και πού ξεκινά ο ιδιωτικός; Ο καθορισμός των ορίων θα ήταν κάποια λύση; Αλλά ποιος θα τα καθορίσει; Μήπως όμως βρισκόμαστε «λίγο πριν» το τέλος των δύο χώρων όπως τους ξέρουμε τώρα ;

Οι Πολιτισμοί πεθαίνουν , όπως και οι άνθρωποι, και δεν ανασταίνονται. Καταντούν μελαγχολικά ερείπια που προσφέρουν νοσταλγία αν δεν αξιοποιηθούν σωστά. Ο μόνος τρόπος αξιοποίησης που υπάρχει είναι η μάθηση και η εμπειρία. Ίσως ο επτάλογος του Γερμανού φιλοσόφου Μάγιερ-Άμπιχ με τον οποίο έκλεισε την ομιλία του ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου στο Πύργο στις 02.09.07 αποτελεί μια κάποια λύση :1. Νοιάζομαι μόνο για τον εαυτό μου2. Νοιάζομαι όχι μόνο για τον εαυτό μου αλλά και για την οικογένεια και τους φίλους μου 3. Νοιάζομαι όχι μόνο για τον εαυτό μου, την οικογένειά μου και τους φίλους μου αλλά και για το έθνος μου 4. Νοιάζομαι όχι μόνο για τον εαυτό μου, την οικογένειά μου και τους φίλους μου και το έθνος μου αλλά και για όλους τους λαούς της Γης 5. Νοιάζομαι όχι μόνο για όλους τους ανθρώπους σήμερα αλλά και για τις περασμένες και επόμενες γενιές. 6. Νοιάζομαι όχι μόνο για την ανθρωπότητα αλλά και για κάθε έμβιο ον και στοιχείο της Γης. 7. Νοιάζομαι για τα πάντα.






496 × 500 - echange-spirituel.kazeo.com

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Το ζευγάρι και η συν-δημιουργία






Οι πρώτες σχέσεις με το άλλο φύλλο, φαίνεται ότι προκαλούνται από την ανάγκη της σεξουαλικότητας και την έκφραση του ερωτισμού, αλλά εκφράζουν στην ουσία μια πλατύτερη ανάγκη, μια ανάγκη που αγκαλιάζει όλη την ύπαρξη του ατόμου. Αυτό που ζητάνε και οι δύο από το ζευγάρι η ικανοποίηση . Με αυτό το σκοπό άλλωστε ξεκινάει και η σχέση. Η ικανοποίηση δεν περιορίζεται στην σεξουαλικότητα του ζευγαριού, αλλά στο γενικό πλαίσιο της επικοινωνίας της αποδοχής, της αγάπης προς τον άλλον που διαμορφώνει τον ερωτισμό της σχέσης που είναι κάτι περισσότερο από τη σεξουαλικότητα. Ωστόσο η αναζήτηση συντρόφου εκτός οικογένειας είναι, όπως λένε οι ψυχαναλυτές, για να ξαναβρεί το άτομο, αυτό που είχε μέσα στην οικογένεια. Την αγάπη της μητέρας, την τρυφερότητα αυτής της γονεϊκής σχέσης. Μιας σχέσης που η τρυφερότητα της μετράει είτε με την παρουσία της είτε με την απουσία της..

Το ζευγάρι και η οικογένεια αποτελεί ένα προστατευόμενο χώρο που δίνει την δυνατότητα στα μέλη του να αναπτυχθούν με ασφάλεια. Το ζευγάρι είναι το ξεκίνημα για κάτι καινούργιο, για μια καινούργια περίοδο της ζωής, για ένα καινούργιο χρόνο και χώρο όπου τα μέλη του έχουν την ελευθερία να κτίσουν και να το ζήσουν συγχρόνως. 
 
Ό χωρόχρονος του ζευγαριού επεκτείνεται εσωτερικά και εξωτερικά της σχέσης. Και στα δύο επίπεδα καθορίζει τα όρια του. Το ζευγάρι από μόνο του είναι ένα όριο. Όριο εσωτερικό, όριο εξωτερικό. Μέσα σε αυτά τα όρια δημιουργείτε ένα συναισθηματικό πεδίο, το οποίο καθορίζεται από επιθυμίες, σκέψεις, συναισθήματα, οι συμπεριφορές, των μελών του 

 Το συναισθηματικό πεδίο της σχέσης καθορίζεται από την μορφή των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα μέλη της. Με την επανάληψη αυτών των αλληλεπιδράσεων, στο πέρασμα του χρόνου, μπορούν να διαμορφωθούν, σε στέρεα διανοητικά και συμπεριφοριστικά κατασκευάσματα και να αποτελέσουν σταθερές αναφορές για την ισορροπία ή την σύγκρουση μέσα στο ζευγάρι
 
Η συνεργασία του ζευγαριού αποτελεί ένα αναπόφευκτο γεγονός για το κάθε μέλος του Δεν υπάρχει μη συνεργασία, όπως δεν υπάρχει μη επικοινωνία. Στο χωρόχρονο της σχέσης και η μη συνεργασία είναι μια άλλη συνεργασία Η μη συνεργασία παίρνει την θέση της, διαμορφώνοντας το συναισθηματικό πεδίο της σχέσης αρνητικά. 
 
Τα μέλη του ζευγαριού, συμμετέχουν, συνεργάζονται και παράγουν ένα καινούργιο τρόπο ζωής . Συν-δημιουργούν το κόσμο τους και είναι και συν-υπεύθυνοι για αυτόν. Η συν-δημιουργία ενδυναμώνει την αίσθηση του εαυτού καθώς την αίσθηση του άλλου, σαν μέρη ενός όλου που είναι το ζευγάρι. Με αυτό τον τρόπο, παρουσία του ζευγαριού δημιουργεί την αίσθηση του “ανήκω” συναίσθημα που το είχε το άτομο στην οικογένεια καταγωγής του, και αναδημιουργείτε με άλλους όρους μέσα στο ζευγάρι. Το ζευγάρι δημιουργεί το ένα νέο ανήκειν
 
Η ύπαρξη του ζευγαριού και της οικογένειας αποτελούν σημεία αναφοράς στις σχέσεις του ατόμου με το κοινωνικό περιβάλλον, επηρεάζουν την κοινωνική του ταυτότητα Το ζευγάρι γίνεται κομμάτι από την ταυτότητα του, μια καινούργια ιδιότητα, που οριοθετεί και οριοθετείτε μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Το ζευγάρι είναι η περαιτέρω κοινωνικοποίηση του ατόμου από μια άλλη θέση από αυτή που κατείχε στην οικογένεια καταγωγής του. Μια κοινωνικοποίηση που το ίδιο το άτομο συμβάλει για τον εαυτό του και για τους άλλους.

Το ζευγάρι είναι μια κατασκευή λοιπόν, όπου και ο άνδρας και η γυναίκα είναι συν-δημιουργοί και συν-εκμεταλλευτές του κατασκεύασμα τους. Αυτό που ζουν είναι το προϊόν αυτού που παράγουν. 
 
Πίνακας: Gustave Moreau237 × 320 - paperblog.fr

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Εκπαίδευση και ισότητα των φύλων: θεσμικά εφόδια και πρακτικές αδυναμίες

 




130508_94859_6.jpg

Edward Munch: Madonna - 1894/95


Η προώθηση της οπτικής του φύλου αποτελεί υποχρέωση όλων των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προκειμένου να εναρμονιστούν με τις απαιτήσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας ως προς την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους και όλες στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και με τις επιταγές της Ε.Ε. ως προς το mainstreaming, δηλαδή την ένταξη της οπτικής του φύλου σε όλες τις πολιτικές της Ε.Ε. Σίγουρα, μία από τις πολιτικές όπου επιτάσσεται η ένταξη της οπτικής του φύλου είναι η πολιτική της εκπαίδευσης.
«Η αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 2, της Συνθήκης και αποσαφηνίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Σύμφωνα με τη Συνθήκη, η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί ένα από τα ιδιαίτερα καθήκοντα και στόχους της Κοινότητας, η οποία έχει την υποχρέωση να την προάγει σε όλα τα πεδία κοινοτικής δράσης.
Μεταξύ άλλων εγγράφων, η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει έναν “χάρτη πορείας για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών 2006-2010”, το κεφάλαιο 5 του οποίου περιλαμβάνει αναφορές στην εξάλειψη των στερεοτύπων που συνδέονται με το φύλο στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και τον πολιτισμό. Το έγγραφο αναφέρει ότι στα κράτη μέλη της ΕΕ εξακολουθεί να ισχύει η τάση της εξάλειψης των κοινών στερεοτύπων στον τομέα των ίσων ευκαιριών στην εργασία.
Η πολιτική της ΕΕ, σύμφωνα με την έκθεση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα στερεότυπα σχετικά με το φύλο πρέπει να καταπολεμούνται από νεαρή ηλικία, μεταξύ άλλων και σε ό,τι αφορά τις διακρίσεις εις βάρος των κοριτσιών και των νέων γυναικών στην εκπαίδευση. Επομένως, η πολιτική ίσων ευκαιριών πρέπει να ξεκινά από το σχολικό περιβάλλον και την ανατροφή από την οικογένεια.
Η κατάρτιση των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων στην εκπαίδευση, στις σχολές κατάρτισης εκπαιδευτικών και σε άλλες σχολές, πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα. Στην προετοιμασία των μελλοντικών εκπαιδευτικών για την επαγγελματική ζωή τους πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στα ζητήματα της ισότητας των φύλων. Το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης πρέπει να παρέχει στους νέους κατάλληλη και ισορροπημένη εκπαίδευση ανεξαρτήτως φύλου, και το ζήτημα του φύλου πρέπει επίσης να αντικατοπτρίζεται στον τρόπο διάρθρωσης του περιεχομένου και στον σχεδιασμό των εγχειριδίων διδασκαλίας σε όλα τα είδη σχολείων και τα προγράμματα διδασκαλίας» (βλ. Παράρτημα: «Έκθεση Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις διακρίσεις σε βάρος των νέων γυναικών και των κοριτσιών στην εκπαίδευση (2006/2135 (INI))»). Η έκθεση αυτή εστιάζει στις πιο εμφανείς πτυχές πιθανών διακρίσεων σε βάρος των νέων γυναικών και των κοριτσιών σε ό,τι αφορά τη δυναμική της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Όπως είναι εμφανές, η προώθηση της οπτικής του φύλου απορρέει από τη διαπίστωση ότι χρειάζονται δράσεις για να αποκατασταθούν ιστορικές, αλλά και σύγχρονες αδικίες εις βάρος του γυναικείου φύλου1. Αν και σε θεσμικό επίπεδο η ισότητα των δύο φύλων έχει κατοχυρωθεί, η διακηρυσσόμενη ισότητα δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική ισότητα ούτε στην Ελλάδα ούτε στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό τεκμηριώνεται με βάση τους υπάρχοντες δείκτες για την κοινωνικο-οικονομική θέση των γυναικών2.
Πλήθος ερευνών τεκμηριώνουν την άποψη ότι ο θεσμός της εκπαίδευσης αναπαράγει και συντηρεί την άνιση θέση γυναικών και ανδρών στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (Φρόση, Λ. 2002, Μαραγκουδάκη, Ε. 2002). Ο θεσμός της εκπαίδευσης, με ποικίλα μέσα, παροτρύνει τα κορίτσια και τα αγόρια να αναπτύσσουν χαρακτηριστικά προσωπικότητας και να δημιουργούν επαγγελματικούς και ακαδημαϊκούς στόχους καθώς και στόχους προσωπικής ζωής σύμφωνα με τις παραδοσιακές για το φύλο παραδοχές. Στα μέσα αυτά περιλαμβάνονται:
  • το επίσημο αναλυτικό περιεχόμενο των μαθημάτων
  • το ανεπίσημο ή κρυφό πρόγραμμα
  • ο κάθετος και ο οριζόντιος επαγγελματικός διαχωρισμός με βάση το φύλο στο σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας
  • η αλληλεπίδραση του σπουδαστικού κοινού με τις/τους εκπαιδευτικούς κ.ά.
Ο παρών οδηγός εστιάζει κυρίως στο ανεπίσημο ή κρυφό πρόγραμμα, που περιλαμβάνει τις στερεότυπες αντιλήψεις, τις προσδοκίες και τις καθημερινές πρακτικές των εκπαιδευτικών. Περιλαμβάνει, όμως, ως παράρτημα και έναν πίνακα με κατευθυντήριες οδηγίες για την ένταξη της οπτικής του φύλου στο επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα, στο περιεχόμενο των μαθημάτων δηλαδή. 


1 Τα κινήματα πολιστισμικών - εθνολογικών σπουδών και γυναικείων σπουδών έχουν ασκήσει σημαντική επιρροή στα προγράμματα σπουδών της δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις δυτικές χώρες (Banks, J., 2004:55). Η πίεση του γυναικείου καθώς και του αντιρατσιστικού κινήματος για να ληφθούν υπόψιν οι απόψεις και οι εμπειρίες τους στο πλαίσιο των μετασχηματισμών των προγραμμάτων προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις από συντηρητικούς θεωρητικούς, κυρίως της αγγλοσαξονικής παράδοσης.
Τα επιχειρήματα των συντηρητικών λειτουργούν ως «προπέτασμα καπνού για τη συγκάλυψη της πολιτικής επιδίωξης να μην προαχθεί το συλλογικό συμφέρον [...] αλλά να ενισχυθεί η κατεστημένη κατάσταση πραγμάτων και η κυριαρχία της ηγεμονικής ομάδας και να προωθηθούν τα συμφέροντα μιας μικρής ομάδας επιλέκτων» (Banks, J.2004:58). Οι συντηρητικοί κύκλοι ορίζουν τα δικά τους συμφέροντα ως καθολικά και ως σύμφωνα με το κοινό καλό και τα συμφέροντα των έγχρωμων και των γυναικών ως συμφέροντα ειδικών ομάδων (Ravitch, 1990, αναφορά στο Banks, J., 2004:59). Η κυρίαρχη ομάδα εξουσίας αντιμετωπίζει ως «ειδικό» συμφέρον κάθε διεκδίκηση που αμφισβητεί την εξουσία της, την κυρίαρχη ιδεολογία και τα ερμηνευτικά της πρότυπα, ιδίως εάν μια οργανωμένη ομάδα κοινών συμφερόντων απαιτεί να αλλάξει ο «κανόνας», οι παραδοχές και οι αξίες που διέπουν τους θεσμούς και τις δομές.
Η προσθετικής προσέγγισης παρέμβαση στο πρόγραμμα σπουδών συνίσταται συχνά στην προσθήκη ενός βιβλίου ή ενός ειδικού μαθήματος επί ορισμένου θέματος. Το σημαντικό, όμως, είναι να επιδιώκουμε τον συνολικό μετασχηματισμό του προγράμματος σπουδών, με την επανεξέταση των κυρίαρχων παραδοχών που διέπουν τη διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών (Bronstein, P. - Qunina, K., 2003:4).


2 Βλ. στατιστικές κατά φύλο στην ιστοσελίδα της Στατιστικής Υπηρεσίας της EE: http://epp.eurostat.ec.europa.eu. Επίσης, στην ιστοσελίδα του ΔΟΕ (International Labour Organization) http://www.ilo.org/public/english/support/lib/resource/subject/gender.htm.

Πηγή:
http://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=3&ved=0CEkQFjAC&url=http%3A%2F%2Fwww.teipat.gr%2Fisotita%2Fdocs%2Fegxeiridio.doc&ei=O55gUf6JBKaf7Aah9IGQDg&usg=AFQjCNG2pCVOHwBmWbKIO8cr_e054G5kgQ&sig2=c94h1GIYzutUsLVVYt_9fA&bvm=bv.44770516,d.ZGU

Της

Δρ. Μαρία Πενταράκη

Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, ΤΕΙ Πάτρας
Επιστημονική και ιδρυματική υπεύθυνη για το πρόγραμμα
Προπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών Φύλου και Ισότητας, ΤΕΙ Πάτρας

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Η παιδεραστία είναι μια λεηλασία




Η είδηση

Η ολλανδική οργάνωση παιδεραστών Martijn, η οποία προωθούσε την "αποδοχή από την κοινωνία" των "συναινετικών σεξουαλικών σχέσεων" μεταξύ παιδιών και ενηλίκων, προτού διαλυθεί τον περασμένο Ιούνιο, δεν μπορεί να τεθεί εκτός νόμου, αποφάσισε σήμερα το εφετείο που εξέταζε την υπόθεση αυτή.



Διαβάζοντας αυτή την είδηση σκέφτηκα ότι η παιδεραστία από οποία πλευρά και αν την εξετάσουμε δεν είναι παρά μια πράξη σωματικής και ψυχολογικής βίας, μια πράξη εξαναγκασμού. Η παιδεραστία είναι μια σχέση εξουσία, διότι η εξουσία είναι σχέση. Η παιδεραστία σαν κοινωνική πράξη είναι μια πράξη ισχύος, μια πράξη, όπως είπαμε εξαναγκασμού Εμπεριέχει όλες τις μορφές βίας τις οποίες μπορεί ασκήσει ένα άτομο σε κάποιο άλλο για να τον υποτάξει και να κάνει αυτό που θέλει. Με πολιτικούς όρους φανερώνει μία συμπεριφορά την οποία την συναντάμε, σε πολύ αυταρχικά καθεστώτα, στο Φασισμό.

Το βασικό, ειδικά χαρακτηριστικό της βίας της παιδεραστίας, είναι η επιβολή και συγκεκριμένα η επιβολή της επιθυμίας του ενήλικα στον παιδί. Αυτή όμως η επιβολή, δεν σταματάει σε αυτό το σημείο. Το σημείο που πέρασε την επιθυμία της. Όχι θέλει αυτή η δική της επιθυμία να γίνει επιθυμία του άλλου, να πιστέψει ότι και αυτός “θέλει”. Αυτό ηρεμεί τον παιδεραστή, είναι όπως ο βιαστής που έχει πείσει τον εαυτό του ότι η άλλη πάει γυρεύοντας. Έτσι και ο παιδεραστής δεν σταματάει απλά στο σώμα αλλά θέλει να εισβάλει και στην ψυχή του παιδιού και προσπαθεί να τον πείσει ότι η επιθυμία αυτή είναι δικιά του. Κάτι που δεν συμβαίνει εύκολα στις σχέσεις εξουσίας των ενηλίκων, και αν συμβαίνει τότε μιλάμε για μια σαδομαζοχιστική σχέση

Μιλάμε λοιπόν για ένα μείγμα φόβου, ανασφάλεια, ηδονής, ενοχών,αγάπης και μίσους, μίσους για τον άλλον μίσος για τον εαυτό. Όλο αυτό το μείγμα αποτελεί το βασικό περιεχόμενο αυτής της σχέσης και το σημαντικότερο είναι ότι, αυτό το εκρηκτικό μείγμα δεν το αισθάνεται μόνο το παιδί, αλλά και ο παιδεραστής. Τον παιδεραστή αυτό το αρρωστημένο μείγμα που κουβαλάει στην ψυχή του τον ερεθίζει, αυτή η ανησυχία, ο φόβος, το κρυφό, η απαγορευμένη ηδονή, η ισχύς, η καθυπόταξη του παιδιού, αυτά όλα είναι η χαρά του παιδεραστή. Το παιδί δεν είναι παρά ένα μέσο, ένα διάμεσο για την ευτυχία του. Αυτό το μείγμα μέσα από την πράξη του θέλει να μεταβιβάσει και στο παιδί. Αυτό θέλει να του επιβάλει. Με αυτό θέλει να το καθυπόταξη. 

Στην ουσία ο παιδεραστής είναι ένα άκρως προβληματικό άτομο. Ένα άτομο που γνωρίζει το πρόβλημά και προσπαθεί με κάθε τρόπο να το απαρνηθεί. Ο παιδεραστής προτιμά να αντιτάξει την ισχύ του σε κάποιο αδύναμο (παιδί) παρά σε έναν ενήλικα. Εκεί είναι σίγουρος ότι θα τα καταφέρει. Ήδη αυτή η προτίμηση, η ερωτική επιθυμία προς το παιδί και η σεξουαλική συνεύρεση μαζί του, τον βγάζει από πολλές δυσκολίες που θα συναντούσε με κάποιον ενήλικα. Στην ουσία η προτίμηση αυτή προδίδει ένα άτομο το οποίο έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και αρκετή αυτοπεποίθηση για να πείσει ένα παιδί.

Όπως είπαμε πάρα πάνω ο παιδεραστής δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το παιδί. Ενώ λέει ότι το αγαπά στην ουσία το βιάζει, το υποβιβάζει, το κάνει σκλάβο και καθορίζει το παιχνίδι χωρίς να του δίνει το δικαίωμα της άρνησης. Στην ουσία το αγαπά για να το μισεί και το μισεί για να το αγαπά. Θέλει να το αλλοτριώσει, Θέλει να ρουφήξει την ψυχή του, την πνοή του. Θέλει να το γεράσει, θέλει να το κάνει ένα άψυχο κουφάρι, ένα έμψυχο αντικείμενο. . Θέλει ένα τυφλό υπηρέτη να του ικανοποιεί όλες τις επιθυμίες, ακόμα και τις πιο βάρβαρες. 

Για να πάρετε μια ιδέα, μπορεί να διαβάσετε “Το γυμνό δείπνο” του Γουίλιαμ Μπάροουζ. Ο παιδεραστής δεν επιτρέπει στο παιδί να υπάρξει παρά μόνο στα πλαίσια της σαδομαζοχιστικής σχέσης που αυτός επιβάλει. Μόνο έτσι ικανοποιήται ο παιδεραστής Με τον ίδιο τρόπο ικανοποιήται και ο καταχτητής, ο εξουσιαστής, ο στόχος τους είναι λεηλασία του θύματος. Ο στόχος της παιδεραστίας είναι όμως κάτι παραπάνω, είναι η ψυχολογική, η οργανική, η υπαρξιακή, λεηλασία του παιδιού.

πίνακας:  Odilon Redon