Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Αλκοόλ και τσιγάρο Το ξεκίνημα των εθισμών






H ενηλικίωση

Ένα απόγευμα περνώντας από ένα πεζόδρομο στην περιοχή μου, ανάμεσα στα απλωμένα τραπεζάκια που μάζευαν τις παρέες των εφήβων στην αγκαλιά τους, στάθηκα μπροστά σε τέσσερις από αυτούς καθισμένους αρχοντικά που χαμογελούσαν χαζά σε τέσσερα τεράστια ποτήρια μπίρα μπροστά τους. Ο ένας από αυτούς έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα και κέρασε τους άλλους και οι δύο το πήραν δισταχτικά ενώ ο τέταρτος έγνεψε ότι δεν ήθελε. Από αυτούς ο ένας που πήρε τσιγάρο φαινόταν ότι το έκανε πρώτη φορά, ενώ οι άλλοι δυο είχαν μεγαλύτερη πείρα ειδικά αυτός που κουβαλούσε το πακέτο. Ο τέταρτος έμενε άκαπνος, ως πότε σκέφτηκα. Ανάψανε το τσιγαράκι τους και εγώ πήγα και κάθισα σε μια γωνία, σαν κάποιον που περιμένει κάποιον και τους παρατηρούσα. 
 
Θα ήταν, σκέφτηκα, μια από τις πρώτες φορές που αυτά τα παιδιά άνοιγαν το βήμα προς την ενηλικίωση, μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή που τους ανέθρεψε μέχρις αυτή την στιγμή. Αυτό το άραγμα στο σοφιστικέ μπαράκι, αυτό το τσιγάρο που λιβάνιζε τα δάκτυλα, και το χρυσό υγρό που περίμενε για να ακολουθήσει η ζαλάδα και η αίσθηση της ατμόσφαιρας που βρομούσε μια ελευθερία ενήλικα η οποία μπορούσε να μεταφραστεί σε δημιουργία καινούργιων εξαρτήσεων που σήμαινε επίσης είσοδο στο δρόμο της κοινωνίας σαν ισότιμο μέλος μιας ανισότιμης κοινωνίας. Τα παλικαράκια αυτά βγαίναν στο δρόμο την στιγμή που ο δρόμος αρχίζει να γίνεται άγρια κοινωνικός, αδυσώπητα απαιτητικός, ανελέητος σε κάθε λάθος που τους περίμενε. Διότι τα τέσσερα παλικαράκια της ιστορίας μας δεν γνώριζαν παρά μόνο το χρυσαφένιο υγρό που έπαιζε με τις τελευταίες ηλιαχτίδες εκείνης της ημέρας. Δεν είχαν σκεφτεί και ίσως θα τους πάρει χρόνο να αντιληφθούν το τέλος μιας περιόδου ξεγνοιασιάς και προστατευμένης ζωής. Πόσο βιαζόταν να αφήσουν πίσω την εξαρτημένη ύπαρξη, να περάσουν σε κάτι άλλο πιο μακρύ και μεγάλο αλλά και πόσο ο φόβος κουβαλούσε μέσα τους την αμφιβολία, αλλά και την σιγουριά ότι μπορούσαν να ελέγξουν τις καταστάσεις, όπως αυτό το ξανθό περιεχόμενο που κοιτούσαν με θαυμασμό και ικανοποιήση. Η ενηλικίωση, η ανάγκη να τους πάρουν στα σοβαρά, να τους υπολογίζουν σαν ισάξιο μέλος της οικογένειας, όλα αυτές οι αισθήσεις που ζητούν δικαίωση, που ζητούν αναγνώριση θα κολυμπούσαν στο ξανθό υγρό μέσα στο στομάχι τους εκείνο το απόγευμα.

. Στην εποχή μας αυτή η ενηλικίωση περνάει πρώτα από το ποτό και το τσιγάρο. Αυτός είναι ο τελετουργικός χωρόχρονος της ενηλικίωσης, αυτές είναι οι πρώτες εθιστικές ουσίες που εισάγουν τον έφηβο στην κοινωνία της ευχαρίστησης και μάλιστα της απαγορευμένης σε αυτή την ηλικία. Το πρώτο “φτιάξιμο” ξεκινάει από αυτές τις δυο νόμιμες ουσίες, τις οποίες οι γονείς τις θεωρούν φυσιολογικά παρούσες στην ανάπτυξη του παιδιού τους. Ήμουν λοιπόν, μπροστά στο ξεκίνημα των εθισμών. Το αλκοόλ και το τσιγάρο στέκονταν σαν τις πύλες του παραδείσου, σαν το εσωτερικό μονοπάτι αναζήτησης και αποφυγής της προσωπικής αίσθησης της ανεπάρκειας και του κοινωνικού απομονωτισμού, σαν την πολυσύχναστη κοινωνική λεωφόρο που το άτομο ψάχνει μια θέση για να κυκλοφορήσει το νεανικό του όχημα. Πόσο εύκολο είναι να χαθεί και πόσο δύσκολο να την βρει. Ήμουν μπροστά σε μια τέτοια αναζήτηση, μπροστά στους εθιστικούς κοινωνικούς δρόμους που περιμένουν την αμέριμνη νεότητα να γεράσει μέσα στα σαγόνια τους. Και η κοινωνία αχόρταγη μανούλα με σάρκες στα δόντια, με γερασμένα εντόσθια απλωμένα σε κρυφά διαμερίσματα, διάτρητα από την κατάχρηση της μοναξιάς και την αποφυγή της πραγματικότητας, διαφημίζει τα προϊόντα της βιαστικής ή μόνιμης διαφυγής, αρπάζοντας τους νέους από το χεράκι, οδηγώντας τους στην ψευδό-επιβεβαίωση του μέλλοντος και του εαυτού τους, που δεν είναι παρά η παραίσθηση ενός κόσμου ελεγχόμενου και διάτρητου από την απουσία τους. 
 
Το αλκοόλ και η νικοτίνη είναι ουσίες που κυλάνε στις φλέβες κάθε πολιτισμού, και προσφέρουν στον έφηβο την αίσθηση συναισθηματικής προσέγγισης με τους άλλους, την προσέγγιση με τον εαυτό του, την τόλμη στην ατολμία να προφέρει τις λέξεις που τον παρουσιάζουν σαν αυτό που δεν είναι, ή δεν μπορεί να φτάσει. Έτσι η χρήση αλκοόλ και τσιγάρου ξεκινά από μια αίσθηση έλλειψης του εαυτού. Από μια μολυσματική σκέψη κατωτερότητας και την αποφυγή της. Ξεκινάει από την αναζήτηση της ταυτότητας που αποκαλύπτεται μέσα στο θολό τοπίο από την αιθάλη του καπνού και από το πυθμένα του ποτηριού. Μέσα από αυτή την έλλειψη και την ανάγκη αποφυγής από το άγχος της μοναχικότητας, της διαφορετικότητας και του αποκλεισμού, το αλκοόλ και ο καπνός φαντάζουν σαν το μαγικά διάμεσα σε μια πρόσκαιρη πληρότητα, που ξεχειλίζει από αίσθηση του κενού που θα επακολουθήσει. 
 
Σύμφωνα με την αξιολογική κλίμακα που επικρατεί στην παρέα το αλκοόλ και το τσιγάρο, αποτελούν το κεντρικό σημείο ενός συστήματος συμπεριφοράς που περιλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες στάσεις και πόζες την ίδια συμπεριφορά για να μπορεί κάποιος να είναι μέρος του συστήματος και των αξιών του. Αυτή η κατάσταση που έχει να κάνει με την αποδοχή του εφήβου και την προσπάθεια ταυτοποίησης του με αυτή, δημιουργεί ακόμα ένα άγχος Η καταναλωτική ευχαρίστηση, που μετατρέπεται σε ηδονή της κατανάλωσης, θα κουβαλήσει τον έφηβο σε χώρες άγνωστες του εαυτού του, που ποτέ δεν είχε επισκεφτεί μέχρι τώρα. Τόσο η ηδονή, όσο και η αποφυγή, είναι εδώ για να κάνουν αυτό το ωραίο κράμα της εθιστικής νοοτροπίας και να δώσουν ένα διέξοδο στην μικρότητα, ή την βιωμένη ανικανότητα του εφήβου, όπως είπαμε, σαν βασική αίσθηση του εαυτού του.


Η οικογένεια


Η εφηβεία πάντα ήταν μια κρίσιμη ηλικία. Είναι η ηλικία που εμπεριέχει την προσέγγιση της απομάκρυνσης από την οικογενειακή εστία, που σημαίνει την διαφοροποίηση της ομοιότητας που κουβαλάει ο έφηβος μέσα του και που στο τέλος ενώ έχει αναχωρήσει για την απομάκρυνση από τα οικογενειακό πρότυπα και τις απαγορεύσεις, προσπαθώντας να αποφύγει τις αλλεπάλληλες εικόνες του παιδιού που οι γονείς του στέλνουν συνεχώς, δηλαδή την ανικανότητα ανάπτυξης του μέσα σε αυτό το βλέμμα, στην ουσία βρίσκεται ακινητοποιημένος στην παθητικότητα και την εξάρτηση. Η αίσθηση της ανεπάρκειας που τυλίγει το έφηβο αποτελεί το προϊόν των αλληλεπιδράσεων στην οικογένεια. Οι οικογενειακές σχέσεις εμπεριέχουν το μεγαλύτερο ψυχοκοινωνικό ρίσκο για τον έφηβο. Ένα ρίσκο που οι γονείς τις περισσότερες φορές δεν το βλέπουν και ας είναι αυτοί που το χειρίζονται. Το ρίσκο αρχίζει από τους γονείς και την συμπεριφορά τους. Είναι μέσα στο βλέμμα τους. Αυτό καθορίζεται από την αποδοχή ή την απόρριψη. Το παιδί μπορεί να εσωτερικεύσει και τα δύο. Μπορεί να εσωτερικεύσει ένα απορριπτικό πατέρα που θα του λέει με διάφορους τρόπους ότι είναι ανάξιος. Είναι μια φωνή που τον κατακρίνει και από την οποία εξαρτάται. Εξαρτάται από την κατάκριση, τον υποβιβασμό Με την εσωτερίκευση τον κουβαλάει μέσα του και του επαναλαμβάνει την στάση που κρατάει μαζί του

Από την μια υπάρχει η εσωτερίκευση και η μίμηση και από την άλλη η διαφοροποίηση. Η διαφοροποίηση μέσα από την μίμηση, δεν διαφοροποιεί τον έφηβο, αλλά τον κάνει περισσότερο να μοιάζει με αυτό που θέλει να αποφύγει, τους γονείς. Ακόμα και στην διαφοροποίηση ο έφηβος μπορεί να συγχωνεύεται με τον γονέα, ακολουθώντας το παράδειγμα του. Σε αυτή την περίπτωση η παρουσία της παρέας έρχεται να καμουφλάρει αυτή την συγχώνευση σαν διαφοροποίηση. Έρχεται επίσης να από-ενοχοποιήσει τον γονέα επιρρίπτοντας την ευθύνη στην παρέα παρά στον εαυτό του.

Ο έφηβος λοιπόν θέλει να αποφύγει αυτό το βλέμμα που γίνεται και δικό του και νιώθει να καταδιώκεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Ψάχνει καινούργια βλέμματα, αυτά τις παρέας και καινούργιες πράξεις που θα τον επιβεβαιώσουν για την απομάκρυνση από την παιδική ηλικία, την απομάκρυνση από την εξαρτώμενη ύπαρξη και την οικογενειακή μέγγενη της συνείδησης του. Ζητάει να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί από μια πραγματικότητα που δεν την ελέγχει, προσπαθώντας να την τιθασεύσει. Δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από ότι κάνει με την οικογένεια και αυτή να την τιθασεύσει θέλει, να την ελέγξει θέλει. Μέσα από την κατάχρηση αλκοόλ και τσιγάρου, η ανικανότητα, μετατρέπεται σε ικανότητα, η ανυπαρξία σε ύπαρξη, η αδιαφορία σε ενδιαφέρον. Βέβαια τόσο το αλκοόλ όσο και το τσιγάρο δεν παρουσιάζονται σαν ρίσκο για τον έφηβο, αλλά περισσότερο σαν αποφυγή του ρίσκου της απομόνωσης και της κοινωνικής αδιαφορίας. Τα χρησιμοποιεί σαν διάμεσα, όπως είπαμε για να πλησιάσει τους άλλους αλλά και τον εαυτού του. 
 
Ατελείωτες στάσεις κινηματογραφικών ηρώων, ηρώων διαφημιστικών σποτ τρυπάνε το μυαλό ανοίγοντας διεξόδους στα ψευδό- αδιέξοδα μια κτισμένης πραγματικότητας στα μέτρα του κέρδους και της εξάρτησης. Καθορίζουν τους δρόμους της αναζήτησης της αυτονομίας μέσα από τους δαιδαλώδεις ατραπούς της κοινωνικής εξάρτησης που μεταφράζεται σε υποταγή και κέρδος. Τελικά πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι η παρέα παρασύρει τον έφηβο, η διαφημιστική αναπαράσταση της παρέας σύμφωνα με τα συμφέροντα των εταιριών τσιγάρων και ποτών καθοδηγεί την παρέα σε μια συντροφικότητα κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους.. Η κατανάλωση που αναπαριστά την συντροφικότητα να κερδίζεται μόνο μέσα από την κατανάλωση του αλκοόλ και της νικοτίνης, δεν είναι παρά μια οργανωμένη καθοδήγηση των νέων σε ένα μοντέλο σχέσεων που περνάνε μέσα από αυτή. Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε τις διαφημίσεις και να καταλάβουμε ότι τόσο οι έφηβοι, όσο και οι γονείς τους αλλά και η κοινωνία ολόκληρη είναι παραδομένα στην αναπαράσταση της ύπαρξή τους μέσα από την παντοδυναμία του χρήστη οποιασδήποτε ουσίας η οποία θα φέρει κέρδος στις πολυεθνικές εταιρίες που εμπορεύονται την μαστούρα και το μεθύσι νόμιμα. Το θέαμα αναπαράγει προβάλλοντας τον δρόμο της ηδονής τον οποίον μπορεί να τον περπατήσει όπως ένα ενήλικας.


Η εξάρτηση


Όμως για να μην ξεφύγουμε ας αναρωτηθούμε αν αυτή η φυσιολογική τάση για ανεξαρτησία και αυτονόμηση του εφήβου στο τέλος καταφέρνει να υλοποιήσει τους σκοπούς της ή πετυχαίνει το αντίθετο αποτέλεσμα. Διότι η κατανάλωση αλκοόλ αλλά και τσιγάρων μπορεί να του δίνουν την εντύπωση ότι είναι μέλος της παρέας, τον κάνουν να αισθάνεται επαρκής για αυτόν και τους άλλους, τον κάνουν να νιώθει αυτόνομος, στην ουσία όμως δεν τον απομακρύνουν από την οικογένεια. Το αντίθετο μπορεί να συμβεί, να μεγαλώνουν την εξάρτηση από αυτή. Και την μεγαλώνουν μέσα από την οικονομική ανάγκη που έχει για την κατανάλωση των πάρα πάνω ουσιών, αλλά και μέσα από την εικόνα που δείχνει η οποία μεταφράζεται σαν ανικανότητα να ορίσει τον εαυτό του και να βάλει όρια σε αυτό που τον χαλάει. Σε αυτή την περίπτωση η ανησυχία του γονέα εκφράζεται με περιοριστικούς όρους ακόμα πιο ισχυρούς, με συγκρούσεις και κρίσεις στην οικογένεια σε βαθμό να μην μπορεί ο έφηβος να προβάλει την ικανότητα του να διαφεντεύψει την ζωή του. Έτσι αν το μεθύσι και το κάπνισμα θεωρούνται από εκείνον σαν διακριθέντες χώροι ανεξαρτησίας και επάρκειας του εαυτού, για τους γονείς θεωρούνται σαν ανεπάρκεια και ανωριμότητα. Με αυτές τις ιδέες οι γονείς, σπεύδουν να “ σφίξουν τα λουριά” όπως λένε αλλά ίσως είναι αργά.

Όλες οι παραπάνω διαδικασίες είναι στην αρχή τους, οι πρώτες διαδικασίες που κτίζονται μέσα από τα “απαγορεύεται”, μέσα από τα βλέμματα απαξίωσης, υποτίμησης που ένας γονέας μπορεί να ρίχνει στο παιδί του και της απογοήτευσης που νιώθει από αυτό. ¨Όλες αυτές οι διαδικασίες θα διατηρηθούν και θα γίνουν πιο ισχυρές όταν ο έφηβος θα προχωρήσει ακόμα παρα κάτω, ακόμα πιο μέσα σε αυτό το “απαγορεύεται” με την χρήση απαγορευμένων ουσιών όπως το χασίσι και τ άλλα “σκληρά” ναρκωτικά. Δεν βλέπω λοιπόν καμιά διαφοροποίηση ανάμεσα στο αλκοόλ και το τσιγάρο όσο αφορά τις ψυχικές διαδικασίες του εθισμού από αυτές τις ουσίες και την διαμόρφωση των σχέσεων μέσα στην οικογένεια κάτω από την επήρεια τους.

Η ποθητή διαφοροποίηση δεν έχει να κάνει με τα προϊόντα τις χρήσης αλλά περισσότερο με τον χώρο που τους περιβάλλει. Έτσι το αλκοόλ θα εμφανιστεί περισσότερο σε οικογένειες όπου οι γονείς πίνουν και καπνίζουν και αυτοί, παρά σε οικογένειες όπου οι γονείς απέχουν. Το αλκοόλ είναι ένα μέσο και όχι ένας σκοπός, αλλά είναι ένα μέσον που γίνεται σκοπός στο τέλος Τα όρια λοιπόν του νέου απέναντι σε αυτές τις ουσίες και γενικά στον εθισμό έχουν να κάνουν με τον βαθμό του εθισμού στην οικογένεια και του τρόπου που αντιμετωπίζεται από αυτή. Ένας αλκοολικός πατέρας ή ένας καπνιστής ενήλικος το πρώτο πράγμα που μεταδίδει στο παιδί του είναι η συμπεριφορά του απέναντι σε αυτές τις ουσίες και το όριο που αυτός μπορεί να βάλει απέναντι σε αυτές. Βέβαια δεν υποστηρίζω ότι αν οι γονείς πίνουν, καπνίζουν, ή κάνουν χρήση ναρκωτικών, τα παιδιά τους θα ακολουθήσουν και αυτά την χρήση, αλλά τα ποσοστά επανάληψης τέτοιων συμπεριφορών είναι αυξημένα. Αυτό όμως που καθορίζει όλα τα παραπάνω είναι η μορφή επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια και το τρόπο που τοποθετούνται τα όρια μέσα σε αυτή.

Οι οικογενειακές καταστάσεις καθορίζουν τα όρια ανάμεσα στην χρήση και την κατάχρηση. Οι καταχρήσεις στην οικογένεια μπορούν να πάρουν πολλές μορφές και μπορεί να μην έχουν σχέση στην αρχή, με τις χρήσεις ουσιών, αλλά με το θυμικό πεδίο της οικογένειας και την κατάχρηση, τις περισσότερες φορές, της εξουσία του γονέα απέναντι στο παιδί του. Η κατάχρηση εξουσίας του γονιού επίσης δεν σημαίνει μόνο την βία αλλά και την αδιαφορία. Διότι και η αδιαφορία αποτελεί βία μέσα στην οικογένεια . Άρα το ενδιαφέρον, η εμπιστοσύνη, η επικοινωνία και η πίστη στην προσπάθεια του εφήβου να βρει το δρόμο του μέσα στο χάος που το περιμένει δεν θα κρυφτεί και στηριχθεί στην κατάχρηση του τσιγάρου, του αλκοόλ, ή άλλων παράνομων ουσιών, δηλαδή οι πάρα πάνω ουσίες δεν θα γίνουν στόχος για τον έφηβο στην ενηλικίωσή του, αλλά μέσα, που σημαίνει ότι θα μπορεί να τα ελέγχει και να τα διατηρεί στην μορφή της ευχαρίστησης και όχι της κατάχρησης. Διότι πρέπει να ξέρουμε ότι η κατάχρηση καταστρέφει την ευχαρίστηση σε τέτοιο βαθμό ώστε η ευχαρίστηση να γίνεται τιμωρία. Δηλαδή ο αυριανός ενήλικας να ψάχνει τις ουσίες όχι για να ευχαριστηθεί αλλά να τιμωρηθεί. Να τιμωρηθεί για αυτό που είναι και για αυτό που δεν μπορεί να γίνει. Σε αυτή την περίπτωση η εξάρτηση είναι εδώ με όλα τα επακόλουθά της.

Όλα τα πάρα πάνω τα είπαμε για να τονίσουμε το γεγονός ότι η χρήση ουσιών δεν ξεκινάει από το χασίσι, όπως θέλει να πιστεύει η κοινωνία μας, δηλαδή από ένα παράνομο ναρκωτικό, αλλά από την νικοτίνη και το αλκοόλ που χαίρουν της κοινωνικής αποδοχής, αλλά δεν παύουν να είναι “σκληρά” ναρκωτικά που ευθύνονται για τα μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας των χρηστών και που μπορούν να ακολουθήσουν και να ταλαιπωρήσουν τον έφηβο μέχρι το γήρας του.



Κερεντζής Λάμπρος


ΦΩΤΌ 475 × 317 - actualite.lesoir.be

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Οι νέοι και ο φασισμός







Η κοινωνική κατάσταση

Ο μικρός Φύρερ της Ελλάδας μας ειδοποίησε σε μια τηλεοπτική του εμφάνιση ότι, “ θα σας πάρουμε τα παιδιά.” Την στιγμή που κάνει αυτή την ολοκληρωτική δήλωση -απειλή το όραμα της κοινωνίας είναι μόνο οικονομικό. Την στιγμή που αναγγέλλει αυτή την ολοκληρωτική δήλωση-απειλή το πολιτικό σύστημα και οι πολιτικοί είναι χειραγωγημένοι από τους τραπεζίτες και η κοινωνία έχει γίνει πεδίο κοινωνικών και οικονομικών πειραματικών εμπειριών, όπου όλες οι μορφές της βίας δοκιμάζονται με στόχο την υποταγή στο κέρδος. Την στιγμή που κάνει αυτή την ολοκληρωτική δήλωση-απειλή, άνθρωπος έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, η κοινωνική βία ανεβαίνει, η ψυχολογική την ακολουθεί και ο πολίτης ζει σε μια κοινωνία που ο φόβος επικρατεί εσωτερικά και εξωτερικά. Την στιγμή που κάνει αυτή την ολοκληρωτική δήλωση-απειλή,η ατμόσφαιρα της καταθλιπτικής σήψης της κοινωνίας, επιδεινώνεται κάθε μέρα, από την τη νομιμοποίηση της εκμετάλλευσης των αδυνάτων, την νομιμοποίηση της αδικίας, τον περιορισμό των δικαιωμάτων, την έλλειψης μέλλοντος και προοπτικής, όλα αυτά τα ωραία που βιώνουν οι πολίτες.
Έτσι μετά τις απειλές ότι θα σας πάρουμε τις καταθέσεις, θα σας πάρουμε το σπίτι, θα χάσετε τις δουλειές, τώρα από την μεριά του μικρού Φύρερ έρχεται και η απειλή “θα σας πάρουμε τα παιδιά.” Οι Έλληνες πρέπει να είναι έτοιμοι να χάσουν τα πάντα, ακόμα και τα παιδιά τους. Έχω λοιπόν, την εντύπωση ότι σε αυτή την δήλωση-απειλή, η ελληνική κοινωνία δεν έδωσε σημασία, αν και είναι, μια δήλωση μελλοντικής ολοκληρωτικής βίας. Η ελληνική κοινωνία σαν να παρουσιάζει μια δυσκολία να καταλάβει το περιεχόμενο των γεγονότων και μένει μόνο στην διαδικασία, έτσι η οργάνωση σκάβει το τούνελ της μέσα στο σώμα της κοινωνίας και ψάχνει την νεολαία για να προπαγανδίζει την ιδεολογία της και δυστυχώς βρίσκει έφορο έδαφος.
Κατ αρχάς, βρίσκει ένα κράτος ανήμπορο να εκπληρώσει τις στοιχειώδης ανάγκες του πολίτη, ένα κράτος που όχι μόνο σταματάει αλλά ενισχύει το πρόβλημα χωρίς να παίρνει θέση. Βρίσκει ένα σχολείο, με τους καθηγητές να διώκονται, αποδυναμωμένο, προβληματικό, ανίκανο και αυτό να ανταποκριθεί στις ανάγκες της μαθητικής κοινότητας, Βρίσκει μια οικογένεια. Με γονείς στην ανεργία, η τον φόβο της ανεργίας, με τους έφηβους σε περίοδο αλλαγών, αναταραχών, αμφισβητήσεων, ανίκανη να αντιδράσει .

Ο φασισμός

Αυτή η κοινωνική, εκπαιδευτική και οικογενειακή απορύθμιση που επικρατεί, παρέχει την δυνατότητα στη φασιστική οργάνωση να αναπτύξει τους μηχανισμούς της και να εισβάλει σε χώρους της νεολαίας όπως το γήπεδο, όπως το σχολείο, για να την επηρεάσει, και να κατευθύνει την ενεργητικότητα της σύμφωνα με τα ιδεολογικά της πρότυπα. 
 
Η φασιστική οργάνωση παρουσιάζει ένα μοντέλο εφηβικό, δηλαδή ένα μοντέλο όπου επικρατούν εφηβικά χαρακτηριστικά, όπως η ομαδοποίηση η παρορμητικότητα, το ενστικτώδες, το απερίσκεπτο, το ανεκπλήρωτο, η αρνητικότητα, η έλλειψης ορίων, η προκλητικότητα, η παράβαση, η υποταγή, η ανευθυνότητα. Δηλαδή εκφράζει το ψυχικό περιεχόμενο των ατόμων που συμμετάσχουν στην οργάνωση, σε ατομικό αλλά και ομαδικό επίπεδο. Το κακό είναι ότι οργάνωση διαφημίζεται μέσα από την κοινωνική της πράξη. Μέσα από την αδιαλλαξία των λόγων και την δήθεν αποφασιστικότητα των έργων. Την διαφήμιση της βίαιης τακτικής της την έχουν αναλάβει εκτός από την ίδια και τα ΜΜΕ. 
 
Οι εικόνες φασιστών λοιπόν σε διάφορες επιθετικές πάντα στάσεις, κατακλύζουν το σύμπαν, κάθε μέρα έχουμε κάτι να πούμε για αυτούς, μέσα από το διαδίκτυο και τα ΜΜΕ αναπαράγοντας την παρουσία τους προβάλλοντας, διαδίδουν την ιδεολογία με το διάχυτο περιεχόμενο της βίας, της υποταγής, της έλλειψης σεβασμού, του διαχωρισμού, σαν λύσεις που προτείνει για να βγει η κοινωνία από την δύσκολη θέση. Επίσης φιλοσοφημένα σαιτ, έχουν μπει στην υπηρεσία τους, δήθεν κοσμοπολίτικα, με βασικό προφίλ που εκφράζει την στάση του “ότι τίποτα δεν μπορεί να μας αντισταθεί”, “είμαστε κυρίαρχοι των πάντων”, “ κάνουμε ότι θέλουμε” Αυτή η αίσθηση προσδίδει την εντύπωση ενός βίαιου ονείρου το οποίο μπορεί να το ζήσει όποιος γίνει μέλος της. Προσδίδει την εντύπωση μιας ελευθερίας χωρίς όρια, χωρίς σεβασμό για τους άλλους, εκτός της οργάνωσης. Ενός ονείρου παντοδύναμης αυθάδειας απέναντι στην κοινωνία και τους νόμους της που μπορεί να γίνει το όχημα του “επαναστατικού”, αντιδραστικού συναισθήματος κάθε εφήβου και νέου, και να μπορέσει να το εκφράσει με την ασφάλεια που του παρέχει η ύπαρξη της οργάνωσης, μέσα από την οργάνωση. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί το νέο στην μέθη της δύναμης και της κυριαρχίας. Μία αίσθηση που μπορείς να την πετύχει κάποιος, μετά από χρήση σκληρών ναρκωτικών. Θα έπρεπε να αναρωτηθούμε αν η χ. α. είναι σκληρό κοινωνικό ναρκωτικό, αυτό μπορεί να ερευνηθεί στην βάση της εξάρτησης και τις παραισθήσεις από το χάπι της κυριαρχίας. 
 
Η εξάπλωση της κοινωνικής βίας εκφράζεται μέσ από την κοινωνική πράξη της χρυσής αυγής. Η κοινωνική της πράξη είναι μια βίαιη πάντα πράξη και μάλιστα μια βία ανεξέλεγκτη. Αυτό αποτελεί ένα πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς που προπαγανδίζει την βία σαν τρόπο λύσης των προβλημάτων. Σαν κοινωνικό πρότυπο εκπέμπει μια παντοδυναμία, μια πληρότητα, μια αυτάρκεια και δύναμη. Βέβαια, ο φασίστας έχει αποδεχτεί και υποταχθεί και αυτός βίαια από αυτήν την αυτάρκεια την πληρότητα την παντοδυναμία. 
 
Αυτό που θεωρείται βασικό χαρακτηριστικό του φασίστα, είναι η υποταγή και η επιθετικότητα, Ο φασίστας πρέπει πρώτα να υποταχθεί και μετά να υποτάξει την κοινωνία. Ο φασίστας καταθέτει την ατομικότητα του, την ελευθερία του στην οργάνωση. Για αυτή δεν είναι παρά ένα όνομα και τίποτα άλλο. Το περιεχόμενο πρέπει να είναι το ίδιο σε όλα τα ξυρισμένα κρανία του νεο-φασισμού.. Ο φασίστας είναι ένας υποταγμένος άνθρωπος και την υποταγή θέλει να καλλιεργήσει. Υποτάσσεται στους δυνατούς, και θέλει να υποτάξει τους αδυνάτους. Σέβεται την ιεραρχία της οργάνωσης, όχι όμως τους θεσμούς της κοινωνίας. Είναι πιστός στον αρχηγό, και την ιεραρχία και δείχνει την υποταγή του αν πάσα στιγμή με τον ναζιστικό χαιρετισμό. 

Ο ναζιστικός χαιρετισμός δεν είναι παρά, ένα δείγμα της υποταγής του φασίστα στον απολυτό άρχοντα του ονείρου του, στον βιαστή του. Με τον ναζιστικό χαιρετισμό επιβεβαιώνεται η παρουσία της υποταγής του ψυχικά και κοινωνικά. Ο ναζιστικός χαιρετισμός αυτή την υποταγή δηλώνει, είναι δείγμα υποταγής και όχι υπεροχής. Είναι η κοινωνική έκφραση της υποταγής στο στο πρόσωπο της απόλυτης εξουσίας. Ανταλλάσσοντας αυτόν το χαιρετισμό οι φασίστες μεταξύ τους δημιουργούσαν μια επαναλαμβανόμενη μορφή αλληλεπίδρασης η οποία δήλωνε ό ένας στον άλλον την υποταγή του στο Χίτλερ. Οι φασίστες λοιπόν πρώτα δήλωναν υποταγή και μετά συνδιαλεγόντουσαν. Αφάνταστο κάθε στιγμή έσκυβαν μπροστά στο Χίτλερ κρατώντας αυτή την αγέρωχη στάση. Και μην ξεχνάμε το βλέμμα ψηλά, σαν να έβλεπαν τον θεό.

Οτιδήποτε κάνει ο φασίστας δεν το κάνει μόνος του. Πάντα είναι σε ομάδα,. Κινούνται σε ομάδες κάνοντας τον φόβο τους μίσος που πέφτει πάνω όπως η αγέλη άγριων λύκων που πέφτουν σε ανυπεράσπιστα θηράματα. Αυτή η συλλογικότητα της πράξης αφαιρεί την υπευθυνότητα και προσφέρει την κοινωνικότητα. Το άτομο καλυμμένο από τους άλλους, μπορεί να ασκήσει βία χωρίς κανένα ενδοιασμό, εφόσον αν υπάρξει κάποιος ενδοιασμός, η ομάδα θα τον αναλάβει αμέσως. Έτσι η έννοια της ευθύνης δεν αποτελεί πλέον ένα ατομικό χαρακτηριστικό, αλλά ένα συλλογικό. 
 
Το ότι κανείς δεν έχει δικαστεί, αυτό δίνει την αίσθηση , ότι μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε με την ιδεολογική μπλούζα του χρησαυγίτη και κανείς να μην μας πει τίποτα. Δίνει την εντύπωση “ότι όλα επιτρέπονται και ακόμα και αν δεν επιτρέπονται εμείς θα τα κάνουμε να επιτρέπονται, θα τα επιβάλουμε με την βία”. Μια τέτοια κοινωνική στάση δεν υπολογίζει παρά μόνο τον εαυτό της. Παρουσιάζεται σαν μια ατομική δυνατότητα αλλά πραγματοποιείται μόνο από μια συλλογική πράξη. Αυτή η διπλή εικόνα που εκπέμπει, δίνει την εντύπωση της ελευθερίας και της συντροφικότητας αποκρύβοντας την εξαναγκαστική μορφή της από τα ίδια της τα μέλη. Αποκρύβοντας το τι περιμένει ένα μέλος, αν θελήσει να αποσκιρτήσει από την οργάνωση. Επιτρέποντας την καλλιέργεια του μίσους στο όνομα της πατρίδας 
 
Αυτό λοιπόν το προφίλ καλλιεργείται από την οργάνωση, και προωθείται από το κυβερνητικό σύστημα και τα ΜΜΕ που το υποστηρίζουν. Εμφανίζεται σαν κίνημα υπεράσπισης του αδικημένου Έλληνα δικαιολογώντας κάθε πράξη αδικίας που διαπράττει εναντίον του. Η οργάνωση φαίνεται ότι συγκρούεται με τα όρια του ανεκτού μιας δημοκρατικής κοινωνίας, αλλά τα όρια που θέλει να επιβάλλει αυτή θα οδηγήσουν το άτομο και την κοινωνία στο μαρασμό. 
 
Η πρόταση της φασιστικής οργάνωσης είναι, άσκηση βίας στο διπλανό που διαφέρει. Βία στην διαφορετικότητα. Αυτή η πρόταση έρχεται να δώσει ένα προσωρινό διέξοδο στην αδιέξοδη πραγματικότητα του νέου και στην αναζήτηση νοήματος ζωής. Ένα διέξοδο περισσότερο εκτόνωσης απέναντι στην εσωτερική ανάγκη της νεότητας για έκφραση μέσα από την εναντίωση στην κοινωνική αδικία, αναλαμβάνοντας την έκφρασή της στην πράξη.

Οι νέοι

Διότι που νομίζετε ότι θα στραφούν οι νέοι, όταν η κοινωνία τους έχει κατατάξει σαν το μέρος του πληθυσμού που στερείται, η καλείται να αντιμετωπίσει την στέρηση βασικών κεκτημένων της εργασίας και να αντιμετωπίσει επίσης ένα εργασιακό περιβάλλον εχθρικό, βίαιο, εκμεταλλευτικό, που δεν θα του παρέχει καμία δυνατότητα άμυνας, αποφυγής;

Που θα στραφούν οι νέοι μπροστά σε ένα μέλλον που δεν θα τους δώσει την δυνατότητα να οικοδομήσουν την πραγματικότητα τους σαν υποκείμενα που ελέγχουν τους παράγοντες που τους επηρεάζουν και έχουν τις επιλογές να διαλέξουν;

Σήμερα οι νέοι δεν έχουν επιλογή, δεν έχουν επιλογή σε ένα μέλλον που δεν εξαρτάται από αυτούς, αλλά από τους άλλους. Το μέλλον δεν κτίζεται πλέον, είναι κτισμένο. Η κοινωνία δεν προσφέρει κάποιο μέλλον στους νέους, ή για να είμαστε πιο σωστοί, το μέλλον που προσφέρει είναι πολύ δύσκολο και προσφέρεται μόνο μέσα από τον ενστερνισμό της ιδεολογίας του κέρδους που μαζί με την ιδεολογία της βίας περιβάλλουν τον νέο και αποτελούν το ιδεολογικό υπόβαθρο της κοινωνίας που στηρίζεται στην εκμετάλλευσή του. 
 
Οι νέοι την συναντούν τον φασισμό στην ηλικία που τους διέπει μια ανασφάλεια όσον αφορά την ικανότητα να ερμηνεύσουν και να αποδράσουν στην κοινωνική πραγματικότητα που ξανοίγεται μπροστά τους, που σημαίνει να κτίσουν την ταυτότητα τους. Η κατάσταση της νεότητας δεν είναι ευχάριστη , εμπεριέχει μια ρευστότητα που δημιουργεί το άγχος και την αναζήτηση. Οι νέοι βρίσκονται στην αναζήτηση, ψάχνουν από κάπου να πιαστούν και να αισθανθούν ασφαλείς. 
 
Τελικά η κοινωνική πολιτική σήμερα στην Ελλάδα εξωθεί τα άτομα στο μηδενισμό. Εξωθεί όλη την κοινωνία σε μια ματαιότητα, την οποία ο καθένας βιώνει σύμφωνα με την ηλικία του και τις ικανότητες του να την χειρίζεται. Η νεότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανεργία, την βία της εργασίας δηλαδή τον πλήρη εξοστρακισμό του ανθρωπισμού, των δικαιωμάτων, της ισότητας, για τους νέους η πιο εύκολη λύση είναι να ταυτιστούν με αυτό το μηδενισμό της κοινωνίας και να εκφράσουν αυτό τον μηδενισμό. Η ιδεολογία της βίας και η βία της ιδεολογίας της, αποτελούν την έκφραση ενός κοινωνικού μηδενισμού, μιας παραίτησης, και υποταγής που διέπει το σύμπαν αυτής της χώρας. Σε αυτό το αίσθημα του μηδενισμού έρχεται η πρόταση – απειλή της φασιστικής οργάνωσης. να δήλωση την πρόθεσή της να ,αδρανήσει ακόμα και τον ρόλο της οικογένειας, να καταλύσει τον ρόλο του γονέα. Να του αποσπάσει την κηδεμονία των παιδιών του, ασφαλώς με την βία και τον ψυχολογικό εξαναγκασμό. Έρχεται να δηλώσει ότι τα παιδιά μας δεν μας ανήκουν, αλλά ανήκουν σε αυτόν, εφόσον αυτός θα είναι το κράτος. Αυτό δήλωσε ο μικρός Φύρερ για να δώσει ένα διέξοδο, στο βρυκολακιασμένο όνειρο της υποταγής της κοινωνίας στο πρωτόγονο του ένστικτο του. Αυτή την υποταγή θέλει να την ξεκινήσει από τα παιδιά. Η καταστροφή των ηθικών ορίων της κοινωνίας θα ξεκινήσει με την υποταγή των παιδιών.
Την κατάλυση των ορίων, αυτό διαφημίζει η φασιστική οργάνωση. Με αυτή την πρόθεση ευαγγελίζεται την δύναμη, την δήθεν αποφασιστικότητα, την βία. Με αυτή την πρόθεση προσπαθεί να πληρώσει τα κενά που δίδουν στον νεο την αίσθηση της ανεπάρκειας και της δυσαρέσκειας. Αυτό αρέσει στους εφήβους. Η κατάλυση των κοινωνικών ορίων είναι σημαντική πράξη για την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους. Η οργάνωση γίνεται για τον νέο ο καθρέφτης του εαυτού του και η ταύτιση συντελείται για να νιώσει ότι υπάρχει. 
 
Η ταύτιση είναι βασικός μηχανισμός κοινωνικοποίησης του ανθρώπου που στην εφηβεία η ισχύς του είναι τεράστια. Μέσω των πολλαπλών ταυτίσεων ο έφηβος προσπαθεί να δώσει νόημα στην κοινωνική του ζωή και στο κόσμο. Έτσι ταυτίζεται αφομοιώνεται και υιοθετεί τρόπους που του παρέχουν μια επάρκεια εξαρτώντας τον συγχρόνως από ένα σύστημα που τον αλλοτριώνει, επιβάλλοντας του μια αυστηρή πειθαρχία και δίνοντας του συγχρόνως το δικαίωμα να την εκτονώσει σε ανυπεράσπιστα άτομα. Έτσι ο εθνικισμός μπορεί να γίνει το όχημα της ύπαρξης. Χαράσσει ένα μέλλον που δεν είναι άλλο από το παρελθόν. Αυτή η συγχυσμένη έννοια φαίνεται΄ ότι παρέχει μια προσωρινή προοπτική, χαράσσοντας ένα εφιαλτικό μέλλον όπου διαφεντεύει το σκοτάδι της ύπαρξης. 
 
Αυτό που αντιλαμβάνεται ο νέος από την παρουσία της οργάνωσης είναι μια ζωή συναρπαστική, με την αδρεναλίνη ανεβασμένη επικίνδυνα. στην προσπάθεια του εκμηδενισμού της. Προσφέρει ένα νόημα στην ζωή που στηρίζεται στη κατάλυσή της ζωής των άλλων. Αυτό που ο νέος αντιλαμβάνεται, αυτό που τον κολακεύει είναι τα εξωτερικά ερεθίσματα της οργάνωσης. Αυτή η αίσθηση της υπεροχής και της επιβολής, της εξουσίας μέσα στην πόλη, αυτή η ψευδαίσθηση του ότι κάποιος είναι, τον πυροδοτούν, προσφέροντάς του μια ηρεμία. Την ηρεμία του “ανήκω” στην οργάνωση, την ηρεμία του μέλους της ομάδας, την ηρεμία της ανευθυνότητας. 
 
Με αυτό τον τρόπο ο νέος δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας καινούργιας ενότητας, μιας καινούργιας παλιάς αλήθειας και συλλογικότητας της οποίας την βιαιότητα δεν την αντιλαμβάνεται. Δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτή η ομοθυμία της ομάδας που τον περιβάλλει, περιορίζει συγχρόνως την ατομικότητα του καθώς και την ελευθερία του. Αντίθετα αυτός εισπράττει, όπως είπαμε, ένα καινούργιο νόημα ύπαρξης μέσω της συλλογικής βίας.
Αυτό το συναίσθημα ρέει άφθονο μέσα στην χώρα, από τότε που τα κανάλια κατάλαβαν ότι η βία ξαναγύρισε στο προσκήνιο σαν προϊόν που μπορούν να το εκμεταλλευτούν πολιτικά και οικονομικά. Το συναίσθημα αυτό ρέει και μολύνει καθημερινά τον καθένα μας, εσωτερικά και εξωτερικά και περισσότερο τους νέους, οι οποίοι εισπράττουν την κοινωνική βία προσφέροντας τους την μοναδική διέξοδο, αυτή της βίας της οργάνωσης. Η παραβατικότητα της φασιστικής οργάνωσης μοιάζει μαγική για τον έφηβο και το νέο που οι συνθήκες δεν του επιτρέπουν να αναπτυχθεί, να μορφωθεί, να οργανώσει το μέλλον του.

Κάτω από αυτές τις κοινωνικές ελλείψεις που πολλαπλασιάζονται η φασιστική οργάνωση μπορεί να γίνει φωλίτσα για τον νέο, και εφιάλτης για κάθε πολίτη.

Οι γονείς

Τι θα μπορούσαμε να πούμε στους γονείς; Αυτούς έχει βάλει στόχο ο μικρός Φυρερ, από αυτούς θέλει να πάρει τα παιδιά και να τα βάλει σε στρατόπεδα. Πως θα μπορέσουν να αντιδράσουν; Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν έχει να κάνει με το εδώ και τώρα της κατάστασης, για να απαντηθεί, αλλά χάνεται μέσα στα μονοπάτια κάθε οικογενειακής ιστορίας, είναι ένα πρόβλημα διαχρονικό. Η αυταρχικότητα, η έλλειψη δημοκρατικότητας, η βία είναι στοιχεία που συγκροτούν μερικές φορές τις οικογένειες και μπορεί να παραμένουν για καιρό οι συνδετικοί κρίκοι της προσδοκώμενης οικογενειακής ευτυχίας. Η οικογένεια, είναι η αρένα των πεποιθήσεων, των ιδεών, των συναισθημάτων, η αρένα των αλληλεπιδράσεων. Η αυτοκρατορία της οικογένειας καθορίζει τα όρια των ενεργειών του ατόμου, καθορίζοντας συγχρόνως και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο. Η οικογένεια είναι ο προπομπός της κοινωνικής ζωής του. Ο σεβασμός του εαυτού και των άλλων, ο σεβασμός των κοινωνικών θεσμών και των ορίων, ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου ανεξάρτητα φυλής και πατρίδας, διδάσκονται μέσα στην οικογένεια. Η αυτονομία η εξάρτηση, η υποταγή, διδάσκονται επίσης μέσα στην οικογένεια Και το δίδαγμα αυτό είναι βίωμα. Που σημαίνει ότι σε αυτή την διδαχή το παιδί συμμετέχει ψυχικά και σωματικά χωρίς να μπορεί ακόμα να ελέγξει την παρουσία των άλλων μέσα του. Αυτή η διδαχή είναι η καθημερινές αλληλεπιδράσεις στην οικογένεια και καθορίζονται από την μορφή της παρουσίας του γονέα δίπλα στο παιδί που μεγαλώνει. 
 
Αυτό που επείγει λοιπόν, δεν είναι η παρουσία του γονέα, αλλά η ποιότητα αυτής της παρουσίας. Η αδιαφορία, η απόρριψη, η ψυχική και σωματική βία, ανοίγουν τα μονοπάτια προς τον φασισμό, καλλιεργώντας την αδικία, την ταπείνωση, την επιβολή, την βία μέσα στην οικογένεια, σαν στοιχεία χειραγώγησης του παιδιού, αλλά και της ίδιας της οικογένειας. Με αυτό τον τρόπο ο ίδιος ο γονέας, και περισσότερο ο πατέρας ανοίγει τον δρόμο, προς την αυταρχικότητα, διότι αυτός αντιπροσωπεύει το αρσενικό που κουβαλά όλα τα νοήματα της δύναμης, της απολυταρχικότητας της εξουσίας και του φασισμού. 
 
Έτσι μια οικογένεια μπορεί να σπείρει το μίσος στα παιδιά της μέσα από την δική της ιδεολογία και πρακτική, τόσο στην σχέση με το παιδί όσο και με την κοινωνία. Η παρουσία του φασισμού που σε κοινωνικό επίπεδο τάσσεται ιδεολογικά ενάντια στην ελευθερία και την αυτοδιάθεση του ατόμου, μαρτυρά την λανθάνουσα ή φανερή ύπαρξή του μέσα στην οικογένεια με διαφορετικούς τρόπους και εκφράσεις. Άρα αυτό που θα λέγαμε στους γονείς είναι να ξανα εξετάσουν την στάση τους, διότι δεν έχει σχέση μόνο το τι σκέπτονται και τι λένε αλλά και το πως συμπεριφέρονται και ποια μορφή σχέσης θέλουν να έχουν με τα παιδιά τους, Αυταρχική, δημοκρατική, η αδιαφορούν για όλα αυτά και ησυχάζουν με την ψευδαίσθηση ότι θα τα καταφέρουν μόνα τους, όπως κάνανε και αυτοί. 
 
Ο μικρός Φύρερ, είναι εδώ απειλεί και η απειλή προς τους γονείς είναι απειλή και για τα παιδιά. Για εκείνα ο φασισμός μπορεί να φαντάζει, όπως είπαμε, σαν ένας χώρος ελευθερίας και βίαιης έκφρασης μιας αγανάκτησης που θα την ιδιοποιηθεί ο μικρός Φύρερ για προσωπική του εκμετάλλευση. Ο φασισμός πάντα χρησιμοποιεί την δυσαρέσκεια του νέου για να το χειραγωγήσει. Εκμεταλλεύεται την οικογενειακή δυσαρέσκεια, την κάνει κοινωνική και την αναπαράγει σαν βία, όχι με σκοπό την εξάλειψή της, αλλά την αναπαραγωγή της επ' αόριστον. 
 
Ο φασισμός πάντα χρησιμοποιεί την δυσαρέσκιά της κοινωνίας για να την κάνει κινητήρια δύναμη της ύπαρξής του.

Κερεντζής Λάμπρος

φωτο: http://clg-rschuman-amilly.tice.ac-orleans-tours.fr/php5/projets/Bouat/99_00/ideologie.html

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Το “ πρόβλημα” δεν εμποδίζει την ζωή, αλλά την εξελίσσει. 2




Ξανακοιτώντας τον τίτλο της προηγούμενης ανάρτησις μου, σκέφτηκα ότι χρειάζεται περισσότερο να εμβαθύνουμε στο γεγονός του “προβλήματος” και στην θέση που κρατά στην ζωή του καθενός μας καθώς και της οικογένειας που μας περιβάλλει. Βασικά ο ρόλος ενός “προβλήματος” τόσο σε ατομικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο μπορεί να έχει περισσότερες διαστάσεις από αυτή που μπορεί να του προσδίδουμε.

Το “πρόβλημα” είναι γενεαλογικό

Ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται οι άνθρωποι σε μια σχέση έχει σχέση με τη μορφή των σχέσεων που είχαν αναπτύξει στην οικογένεια καταγωγής τους. Ο τρόπος αλληλεπιδράσεων στην οικογένεια καταγωγής αποτελούν το βασικό υπόβαθρο στο ξεκίνημα μιας νέας σχέσης. Έτσι η ρύθμιση αυτών των αλληλεπιδράσεων μπορεί να καθορίζεται από πρότυπα σχέσεων με αυτό που ο κάθε γονέας έχει ζήσει και μάθει στην οικογένεια καταγωγής του και τα οποία επαναλαμβάνονται στην νέα σχέση . Δηλαδή στην περίπτωση ενός “προβλήματος” μπορεί να έχουν συμβάλει όχι μόνο τα μέλη μια οικογένειας, αλλά και τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας. Επίσης το πρόβλημα μπορεί να έχει ξανά εμφανιστεί στο παρελθόν στις οικογένειες καταγωγής, όπως προβλήματα βίας, αλκοολισμού, αρρώστιας, κ. λ. π.

Έτσι το “πρόβλημα” δεν έχει σχέση μόνο με μια γενιά, αλλά με περισσότερες γενιές της ίδιας οικογένειας. Και μπορεί να υιοθετήσει τρόπους επίλυσής του παρόμοιους με τους τρόπους που είχαν υιοθετήσει οι προηγούμενες γενεές. Άρα το “πρόβλημα” μπορεί να εμφανιστεί σε περισσότερες γενεές στην ίδια οικογένεια με τα ίδια αποτελέσματα. Σε αυτή την περίπτωση το “πρόβλημα” έχει μια γενεαλογική παρουσία και επαναλαμβάνεται.

Όταν ο Σαίξπηρ έγραφε ότι “οι αμαρτίες των γονιών πέφτουν στα κεφάλια των παιδιών τους”, και ο Όμηρος ανέφερε ότι “ Τώρα θα πληρώσεις για τις μεγάλες αμαρτίες του πατέρα σου” αυτή την δια - γενεαλογική επανάληψη του “προβλήματος” μιλούσαν.


Το “πρόβλημα” δεν είναι ατομικό

Κατ΄ αρχάς πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ατομικό αλλά οικογενειακό. Δεν αποτελεί μια ατομική κατασκευή αλλά μια οικογενειακή συν- κατασκευή. Αυτή η συν-κατασκευή έχει σχέση με την συμμετοχή του κάθε μέλους της οικογένειας στο πρόβλημα από την θέση που κατέχει σε αυτή. Με αυτή την έννοια το “πρόβλημα” δεν αποτελεί πρόβλημα του εαυτού, αλλά πρόβλημα της σχέσης και της μορφής των αλληλεπιδράσεων στην οικογένεια. Έτσι το “πρόβλημα” καθορίζεται από την δομή και τις ιεραρχίες που αναπτύσσονται με σκοπό την επίτευξη μια ισορροπίας μέσα σε αυτή .

Η ισορροπία αυτή πολλές φορές μπορεί να επιτευχθεί δια μέσου της ύπαρξης του “προβλήματος”.Το “πρόβλημα” μπορεί να λειτουργήσει σαν ασφαλιστική δικλίδα στην συμμαχία με τον εαυτό μας, αλλά και στην συμμαχία μέσα στην οικογένεια για την επίτευξη αυτής της ισορροπίας.. Μπορεί να αποτελεί ένα λειτουργικό άξονα πάνω στον οποίο οικοδομείται η στάση μας αλλά και η στάση της οικογένειας που ανήκουμε. Δηλαδή το “πρόβλημα” μπορεί να διευκολύνει την λειτουργία της οικογένειας και να βοηθήσει στην συνοχή της. Σε αυτή την περίπτωση η ταυτοποίηση ενός μέλους της με το “πρόβλημα” σαν προβληματικό, είναι απαραίτητη για να μπορέσει να λειτουργήσει.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα για να το καταλάβουμε καλύτερα.
Η μητέρα και ο πατέρας σε μια οικογένεια με ένα παιδί, έχουν προβληματική σχέση διότι η μητέρα υποψιάζεται ότι ο σύζυγός της την έχει απατήσει. Ξεσπάν συγκρούσεις που απειλούν την συνοχή της. Εκείνο το διάστημα το παιδί αρχίζει να παρουσιάζει δυσκολίες στο αναπνευστικό σύστημα (άσμα) και πρέπει να το πηγαίνουν συχνά στο νοσοκομείο και ν ασχοληθούν περισσότερο με αυτό. Το πρόβλημα του ζευγαριού μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, ενώ το “πρόβλημα” του παιδιού στην πρώτη. Με αυτό τον τρόπο επέρχεται μια ισορροπία στην σχέση του και μια καινούργια συμμαχίας στο ζευγάρι μέσω της ανησυχίας για το παιδί.

Το “πρόβλημα” δεν είναι ένα

Με το παραπάνω παράδειγμα διαπιστώνουμε ότι τελικά δεν έχουμε να κάνουμε μ΄ ένα “πρόβλημα” αλλά με περισσότερα. Έχουμε ένα “πρόβλημα” στην σχέση του ζευγαριού μεταξύ τους και ένα στην σχέση του ζευγαριού με το παιδί (αρρώστια). Ψάχνοντας μπορούμε να βρούμε κάποιο άλλο “πρόβλημα” στην σχέση της μητέρας με τους γονείς του συζύγου, ή τους γονείς της, καθώς και του συζύγου με την οικογένεια της γυναίκα του, ή τους δικούς του γονείς. Βέβαια το “πρόβλημα” με το παιδί έρχεται να καλύψει όλα τα άλλα και να βοηθήσει το ζευγάρι των γονέων να συνεχίσει να είναι μαζί. Δηλαδή λειτουργεί επιφέροντας μια ισορροπία στην οικογένεια . Άρα το ερώτημα “Ποιο είναι το πρόβλημα”; είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση.

Με αυτό τον τρόπο το “πρόβλημα” δεν έρχεται για να εμποδίσει την ζωή της οικογένειας, αλλά για να την προστατεύσει και να την εξελίξει. Στόχος μας λοιπόν δεν είναι να ασχοληθούμε με το “πρόβλημα” σαν εμπόδιο, αλλά σαν στάδιο της οικογενειακής εξέλιξης και συνοχής.

ευχαριστώ
Κερεντζής Λάμπρος


Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Το “ πρόβλημα” δεν εμποδίζει την ζωή, αλλά την εξελίσσει. 1.



Γεια σας,

 Θα ήθελα, μέσα σε αυτό το άρθρο να μιλήσω για την παρουσία του ψυχοθεραπευτή και της ψυχοθεραπείας στην καθημερινή ζωή του καθένα μας, όχι από την μεριά του προβλήματος, αλλά από την μεριά του δικαιώματος!

Δηλαδή του δικαιώματος το οποίο εκφράζει την ανάγκην να ξανακοιτάξει ο καθένας την ζωή του από ένα άλλο πρίσμα, από μια άλλη θέση και να βρει τρόπους να γνωρίσει τον εαυτό του,  με σκοπό να αντλήσει κουράγιο και δύναμη μέσα από την δική του καθημερινή πράξη, μέσα από την δική του ενεργητική στάση, στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.

Με αυτό τον τρόπο πρέπει να δούμε το “πρόβλημα” το οποίο μπορεί να μας απασχολεί, όχι σαν ένα γεγονός που μας εμποδίζει να ζήσουμε, αλλά σαν ένα γεγονός που θα μας βοηθήσει να ζήσουμε καλύτερα.

Πρέπει να δούμε το “πρόβλημα” όχι σαν κάτι που πρέπει να το αποφύγουμε, αλλά κάτι που πρέπει να το αναλύσουμε και να το βιώσουμε με σκοπό να το αλλάξουμε. Σαν κάτι που μπορεί να μας προσφέρει ένα νέο νόημα στη ζωής μας. Διότι όταν το πρόβλημα αποκτά ένα νόημα, γίνεται κατανοητό, "συνειδητοποιείται" τότε και ζωή η ίδια αποκτά ένα καινούργιο νόημα.

Βέβαια πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο, και ότι η εργασία μου με φέρνει πάντα αντιμέτωπο με την στάση που κρατά η Ελληνική κοινωνία στην ύπαρξη του ψυχολόγου, και κατ' επέκταση του ψυχοθεραπευτή. Αυτή η στάση μαρτυρά από την μια, τον τρόπο που η κοινωνία χειρίζεται τις προβληματικές καταστάσεις, ( αποφυγή, εκλογίκευση, μετάθεση ευθυνών, αναπλήρωση, κ.λ.π.) και από την άλλη τον τρόπο που αντιμετωπίζει την ύπαρξη της ψυχοθεραπείας σαν μέσον αλλαγής.

Η στάση του νέο-Έλληνα εκφράζει τις περισσότερες φορές την αδιαφορία για την ύπαρξή της ψυχολογίας, λες και η παρουσία του ψυχολόγου έρχεται να αναιρέσει την ικανότητα του ατόμου να δώσει κάποια λύση σε ένα πρόβλημά του. Σαν, η επίσκεψη σε ένα ψυχολόγο να αποτελεί την αποδοχή μιας μειονεξία του και να προδίδει μια ανεπάρκειά του.

Σε αυτή την περίπτωση το άτομο απαιτεί από τον εαυτό του να δώσει μόνος του μια λύση και αυτή η απαίτηση μπορεί να αποτελεί το ίδιο το πρόβλημα. Χωρίς να καταλαβαίνει ότι η απόφαση να επισκεφτεί ένα “ ειδικό”, είναι δική του απόφαση και αποτελεί μια πράξη ωριμότητας και όχι ανωριμότητας. Χωρίς να καταλαβαίνει ότι την “ λύση” δεν θα του την δώσει ο ψυχοθεραπευτής, αλλά ο ίδιος, εφόσον η απόφαση να τον επισκεφτεί είναι ήδη μια λύση!

Η αντίσταση του ατόμου να επισκεφθεί ένα ειδικό, είναι το αποτέλεσμα της τάσης του να μην αναγνωρίζει, από την μια, με σοβαρότητα τον εαυτό του και την ανάγκη να τον φροντίσει, και από την άλλη με σοβαρότητα τους άλλους και τις σχέσεις που έχει συνάψει με αυτούς.

Πρέπει να ξέρουμε ότι το ψυχικό τραύμα είναι όπως κάθε τραύμα, αν δεν το φροντίσουμε εγκαίρως κακοφορμίζει και μπορεί να γίνει γάγγραινα. Σε αυτή την περίπτωση οι ψυχίατροι και τα ψυχιατρεία το περιμένουν.

Η ύπαρξη λοιπόν, της ψυχοθεραπεία, δεν έχει να κάνει με άτομα τα οποία θεωρούνται “ψυχικά ασθενείς”. Έχει να κάνει με κάθε άτομο το οποίο αναζητάει την ισορροπία ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. Έχει να κάνει με την αποδοχή του εαυτού και την στήριξή του και ιδίως, την από-ενοχοποίηση του.  

Άρα, η ψυχοθεραπεία, σε αυτή την περίπτωση είναι δικαίωμα για τον καθένα με στόχο την κατανόηση, την εκ νέου συν-κατασκευή της πραγματικότητας που το περιβάλλει και όχι επιβολή.

Σας ευχαριστώ
Κερεντζής Λάμπρος