Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ο χωρισμός σαν άρνηση της αλλοτρίωσης στο γάμο.

 




Το ζευγάρι και ο γάμος, αποτελούν ένα σημαντικά στάδια ανάπτυξης του ατόμου και της πραγμάτωσης του, σε ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Δυστυχώς όμως η έννοια της συλλογικότητας που απαιτεί το ζευγάρι βρίσκει εμπόδια σε μια ατομικότητα που δεν καταλαβαίνει ότι θα συγκροτηθεί από αυτή την συλλογικότητα. Και δεν καταλαβαίνει ότι αυτή η ατομικότητα είναι προϊόν μιας άλλης συλλογικότητας αυτής της οικογένειας καταγωγής της. Δηλαδή το άτομο είναι προϊόν συλλογικών διαδικασιών Για αυτό μετά από ένα χωρισμό, ο χωρισμένος /η, χρειάζεται κάποιο άλλον σύντροφο για να ξαναδημιουργήσει ακόμα μια νέα συλλογικότητα (ζευγάρι ) μέσα στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί ατομικά. Με λίγα λόγια το άτομο δεν μπορεί ν΄ αναπτυχθεί μέσα στην μοναχικότητα του και το ζευγάρι καθώς και η οικογένεια αποτελούν το χώρο της ανάπτυξης του.

Το ζευγάρι είναι το προϊόν της ποιότητας των αλληλεπιδράσεων του. Σε αυτές τις αλληλεπιδράσεις το άτομο προσπαθεί να ορίσει τον ατομικό του χώρο και την θέση του μέσα σε αυτό. Η διεκδίκηση της ατομικότητας μέσα στην συλλογική προσπάθεια του ζευγαριού δεν αποτελεί λάθος κίνηση, όπως είπαμε, αλλά μια πράξη που θέλει να συν-κατασκευάσει με τον άλλον την σχέση, να ορίσει τους όρους της συμβίωσης και να αποφύγει την δυσαρέσκεια και απομονωτισμό μέσα στην σχέση.

Η συν-κατασκευή αυτή δεν έχει μόνο σχέση με το ψυχολογικό υπόβαθρο της σχέσης αλλά και με το εννοιολογικό περιεχόμενο της όπου κατασκευάζεται η εικόνα της σχέσης, δηλαδή “η απόλυτη ιδέα” της σχέσης. Οι κατασκευές αυτές, επίσης έχουν να κάνουν με τα “υλικά” που το κάθε μέλος του ζευγαριού φέρνει στην σχέση από την οικογένεια καταγωγής του. Σαν πρώτη ανάγκη για την επιβίωση του ζευγαριού θα έλεγα ότι είναι η διαφοροποίηση από την οικογένεια καταγωγής του ατόμου δια μέσου του ζευγαριού και του γάμου.

Έτσι το ζευγάρι αποτελεί ένα καινούργιο χώρο-χρόνο ζωής όπου το άτομο καλείται να επαναπροσδιορίσει την σχέση με τον εαυτό του καθώς και με τους άλλους. Είναι μια νέα περίοδος δοκιμασίας όπου καλείται να επανεξετάσει το τι ήξερε μέχρι τώρα και τι μπορεί να μάθει από εδώ και πέρα. Όπου καλείται να λαμβάνει αποφάσεις και να καθορίζει την εξέλιξη της σχέσης μέσα από τον δικό του τρόπο διαχείρισης της συμβίωσης, ο οποίος διαμορφώνεται μέσα στην σχέση και από την σχέση. Άρα το κάθε μέλος πρέπει να είναι ανοιχτό, έτοιμο να δεχτεί την διαφορετικότητα του άλλου, αλλά και να δεχτεί δικιά του αλλαγή.

Όλες οι ερωτικές σχέσεις ακόμα και αυτές οι οποίες ξεχειλίζουν από ευτυχία εμπεριέχουν μέσα τους μια λεπτή ισορροπία η οποία απαιτεί μια συνεχή προσπάθεια μια συνεχή ενεργητική στάση του καθένα απέναντι στον άλλον, ώστε να μπορούν να ξεπεραστούν οι διαφορές οι οποίες εμφανίζονται στην συμβίωση τους. Το ζευγάρι είναι ένα καινούργιο στάδιο κοινωνικοποίησης του ατόμου και καλείται να αλλάξει τις “συνήθειες”του και να προσαρμοστεί στο καινούργιο χωρόχρονο του ζευγαριού, χρειάζεται όμως ένας χρόνος προσαρμογής σε αυτή την καινούργια κατάσταση.

Ο Rausch (1963) αυτή την περίοδο την ονομάζει” Διαπραγμάτευση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην αυτονομία και την συλλογικότητα” η οποία καθορίζει την δημιουργία της οικειότητα του ζευγαριού, την ζεστασιά, και την θαλπωρή της σχέσης. Σύμφωνα με τους Mace και Μace (1970) μερικά ζευγάρια, δεν μπορούν να αντέξουν τις απαιτήσεις αυτής της περιόδου διότι παίρνουν το ρίσκο να κάνουν πολύ γρήγορα ένα εσπευσμένο γάμο, να αποκτήσουν παιδιά, ή να μείνουν χωρίς δουλειά. Άρα κινούνται πολύ γρήγορα και δεν τους δίνεται ο χρόνος να προσαρμοστούν στις ανάγκες του γάμου.

Πολλά νέα ζευγάρια βρίσκονται πολύ γρήγορα σε μια απογοήτευση μικρή η μεγάλη ανάλογα με την ιδέα που είχαν σχηματίσει για τον σύντροφό τους και για την σχέση. Σύμφωνα με πολλούς θεωρητικούς η εξιδανίκευση του συντρόφου αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα του ρομαντισμού με τον οποίο ο καθένας επενδύει το γάμο και η οποία επένδυση, έχει σχέση τόσο με τις προσωπικές του ανάγκες, όσο και με την κουλτούρα της κοινωνίας που την περιβάλει. Με αυτό τον τρόπο το κάθε μέλος της σχέσης προβάλει στο άλλο μέλος, χαρακτηριστικά τα οποία θα ήθελε να έχει και τα οποία μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η επικοινωνία στην σχέση μπορεί να διαχωρίσει την φανταστική προσδοκία του καθένα από τον άλλον και να βοηθήσει στην συγκρότηση του ζευγαριού, αλλά για να επιτευχθεί αυτό, ο άλλος πρέπει να εκλαμβάνεται σαν συνεργός και όχι σαν αντίπαλος σε αυτή την προσπάθεια.

Ο χωρισμός έχει αποδειχθεί ότι εκφράζει μια κρίση ατομική όσο και συλλογική. Κρίσης ατομικής ταυτότητας όσο και της ταυτότητας του γάμου. Μπορεί να βιωθεί σαν μια αποτυχία όπου η απώλεια του άλλου, αλλά και γενικά του χωρόχρονου της σχέσης και του γάμου, θεωρείται ως απώλεια αυτής της ταυτότητας του ατόμου. Πολλές φορές μετά τον χωρισμό το άτομο θα αναρωτηθεί “ποιος είμαι”; σαν να χρειάζεται ένα χρόνο επανανάκτησης του εαυτού του. Αυτό ερμηνεύεται τόσο βιολογικά όσο και ψυχό-κοινωνιολογικά.

Είναι καλό να σκεφτόμαστε τον πόνο του χωρισμού , αλλά ο πόνος αυτός μπορεί να μην έχει σχέση με τον άλλον αλλά με την “απώλεια” του άλλου. Η “απώλεια” μετράει πολλές φορές σαν ήττα, επηρεαζόμενη από τις “απώλειες” που έχει βιώσει το άτομο πριν από την ζωή του στο γάμο. Άρα ο πόνος του χωρισμού βιώνεται ανάλογα με την σημασία που του δίνει το άτομο, η κοινωνία και η κουλτούρα που ζει. Στην ουσία ο χωρισμός έρχεται να θέσει σε αμφισβήτηση την ικανότητα του ατόμου να συμβιώσει με τον συγκεκριμένο άλλον, αλλά όχι ότι δεν μπορεί να συμβιώσει με κανένα.

Συμβίωση δεν σημαίνει εξάρτηση και απάρνηση του εαυτού, αλλά ενδυνάμωση του εαυτού και η ανακάλυψή του σε μια καινούργια διάσταση αυτή του συντρόφου, του συνεργάτη, του συμμάχου. Τις περισσότερες φορές η απώλεια του άλλου αντικαταστεί την απώλεια του εαυτού. Έτσι μπορεί το άτομο να δέχεται την απώλεια του εαυτού του στο γάμο και να μην μπορεί να δεχτεί την απώλεια του άλλου. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για προβληματικές σχέσεις όπου το πρόβλημα γίνεται ο συνδετικός κρίκος της σχέσης, τότε ο χωρισμός γίνεται η άρνηση της αλλοτρίωσης του ζευγαριού. Εκεί λοιπόν που υπάρχει η “απώλεια”, υπάρχει και το κέρδος της αλλαγής του ατόμου, αλλά και των σχέσεων του.

Στο βαθμό που ο χωρισμός είναι η άρνηση της υποταγής, σένα μοντέλο σχέσεων που δεν ικανοποιεί το άτομο, ο χωρισμός αποτελεί την άρνηση και τον επανα - καθορισμό του εαυτού απέναντι στην ζωή του και το μέλλον του. Δίνει μια ελπίδα για κάτι καινούργιο και ικανοποιητικό, αυτό αποτελεί ένα αναφέρετο δικαίωμα του κάθε ατόμου, αρκεί να κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος. Θα έλεγα ότι σημασία στον χωρισμό δεν έχει αυτό που χάθηκε αλλά αυτό που κερδήθηκε από αυτόν, διότι είναι σίγουρο ότι υπάρχει ένα κέρδος που η καταθλιπτική αίσθηση της αποτυχίας δεν το αφήνει να φανεί.

Το κέρδος είναι η ικανότητα να καθορίζουμε την πραγματικότητα που μας περιβάλλει έστω και μέσω του χωρισμού και της διαφοροποίησης από τον άλλον. Εάν αποκτήσουμε αυτή την “συνήθεια” τότε όλα γίνονται πιο εύκολα και ευχάριστα, ακόμα και στο χωρισμό.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Fernando Botero de 1995.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Οι ρίζες του μίσους

Κορνήλιου Καστοριάδη:


Κορνήλιου ΚαστοριάδΟι ρίζες τουμίσουΚορνήλιου Καστοριάδη 

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο  και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.


Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς - την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων - δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές  πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να "εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά ον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι' αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα. 

του
Κορνήλιου Καστοριάδη

 πηγή :http://www.epoxi.gr/scriptum58.htm 
πίνακας 600 × 732 - art-fantastique.com


πίνακας

Κορνήλιου Καστοριάδη

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Γονέας - Σύζυγος και Xωρισμός






Η θλίψη, ο φόβος. η ανασφάλεια αποτελούν για τους περισσότερους χωρισμούς το περιβάλλον μέσα στα οποία βουλιάζουν οι σύζυγοι, τουλάχιστον ο ένας από τους δύο. Στην περίπτωση που υπάρχουν παιδιά, ο χωρισμός μπορεί να βιωθεί σαν μια αποτυχία και από τους δυο συζύγους.

Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί και οι δυο, ο καθένας από την μεριά του να κάνουν υπομονή και να συμβιώνουν σκεπτόμενοι τα παιδιά. Σκέπτονται ότι τα παιδιά θέλουν να είναι μαζί. Βέβαια δεν συζητούν καθόλου την ποιότητα αυτού του “μαζί”. Διότι ξεχνάνε ότι τα παιδιά δεν θέλουν απλά τους γονείς να μείνουν μαζί αλλά θέλουν να τους βλέπουν ευχαριστημένους από αυτή την συνύπαρξη.

Η χαρά της συνύπαρξης των γονέων προσδίδει την χαρά στην ζωή των παιδιών. Η ευτυχισμένη συνύπαρξη βοηθάει τα παιδιά και όχι απλά η συνύπαρξη κάτω από την ίδια στέγη ανθρώπων που έχουν χάσει αυτό που τους συνδέει. Τους δίνει την αίσθηση της ασφάλειας μέσα από την αγάπη που εκδηλώνουν οι γονείς μεταξύ τους. Και το σπουδαιότερο τους προσφέρει ένα παράδειγμα για μίμηση στην μετέπειτα ζωή τους.

Πολλοί ενήλικες αναφέρουν το πόσο πληγώθηκαν από την σχέση των γονέων όταν ήταν παιδιά, όντας μάρτυρες καυγάδων και οικογενειακής βίας. Οι κίνδυνοι που περικλείουν αυτές οι καταστάσεις δεν έχουν μόνο σχέση με το εδώ και τώρα, αλλά η επίδρασή τους είναι διαχρονική και αποτελούν πρότυπο για το παιδί που θα γίνει ενήλικας.

Ένα κορίτσι που έχει βιώσει την παθητικότητα της μητέρας απέναντι σε ένα βίαιο πατέρα, εκτός του ότι θα έρθει η στιγμή που θα την ρωτήσει γιατί δεν χώρισες; Έχει μεγάλες πιθανότητες να επαναλάβει στην ζωή της την ίδια στάση της μητέρας στο δικό της γάμο. Με τον ίδιο τρόπο και ένα αγόρι που βιώνει την βία, ή την αδιαφορία προς την μητέρα μπορεί να επιδείξει τον ίδιο ζήλο προς την σύζυγό του. Άρα το να συνεχίζουν να μένουν μαζί δυο άνθρωποι όπου η σχέση αποτελεί πεδίο μάχης δεν βοηθάει καθόλου, μα καθόλου τα παιδιά.

Επίσης η μη ευτυχισμένη συνύπαρξη περιορίζει τον ρόλο του γονέα και δεν του επιτρέπει να βρίσκεται δίπλα στα παιδιά του όπως εκείνος θέλει. Η παρουσία του γονέα αποτελεί ένα παράγοντα σημαντικό αν αυτός είναι πηγή κρίσης μέσα στην οικογένεια. Η σημαντικότητα όμως αυτή λειτουργεί αρνητικά προσθέτοντας επιπλέον προβλήματα στα παιδιά. Αν η σχέση των γονέων δεν είναι καλή τότε μπορεί να εμποδίζει την εξέλιξη του παιδιού σε όλα τα επίπεδα της ανάπτυξής του. Το πιο βασικό είναι ότι το βάρος του μη χωρισμού πέφτει επάνω στα παιδιά.

Πολλοί γονείς έχουν πει ότι δεν χώρισαν για τα παιδιά τους. Το λένε σαν να είναι κάτι απλό αλλά δεν καταλαβαίνουν πόσο σημαντικό είναι για τα παιδιά. Αλλά και μετά τον χωρισμό, αυτό τον φόβο επικαλούνται και η ύπαρξη των παιδιών, τους καθορίζει το μέλλον. Έτσι παρατηρούμε γονείς που φαίνεται ότι δεν τους συνδέει τίποτα να συνεχίζουν να ζουν συμβατικά φέρνοντας σαν αιτιολόγημα την αγάπη προς τα παιδιά και το φόβο μην πληγωθούν. Με αυτό τον τρόπο ο χωρισμένος γονέας βιώνει περισσότερο το ότι είναι γονέας και όχι ένας σύζυγος. Δηλαδή η ύπαρξη και η ανησυχία για τα παιδιά φαίνεται να αποτελεί το μεγάλο ζήτημα για αυτούς και όχι η προσωπική τους κατάσταση.

Βασικά αυτό που σκέπτομαι είναι ότι, το να επικαλούνται την ύπαρξη των παιδιών για να συνεχίζουν μια συμβατική σχέση χωρίς αγάπη, μια σχέση που τους καταπιέζει, δεν έχει να κάνει με τα παιδιά, αλλά με τους ίδιους. Έχει να κάνει τόσο με την παιδεία τους, όσο και με την προσωπικότητα τους, τον χαρακτήρα τους. Δηλαδή χωρίς να το θέλουν οι σύζυγοι χρησιμοποιούν τον ρόλο του γονέα σαν εμπόδιο στην απόφαση τους να χωρίσουν. Καλό είναι λοιπόν να ξεχωρίσουν αυτές τις δύο ιδιότητες γονέας, σύζυγος, που αποκτούν μέσα στο γάμο, όπου η μία τροφοδοτεί την άλλη. Στην ουσία αυτός που θρηνεί για το χωρισμό είναι ο σύζυγος, ενώ φαίνεται με αυτό το σκεπτικό ότι είναι ο γονέας.

Τέλος, θα αναφέρω αυτό που πολύ όμορφα προβάλει μια κοινωνική διαφήμιση ότι, “μπορεί να πάψουμε να είμαστε σύζυγοι, αλλά δεν θα πάψουμε ποτέ να είμαστε γονείς”

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας: Mark Ernest

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Επιθυμία και Οικογένεια





Η οικογένεια στηρίζεται στην επιθυμία ή τον εξαναγκασμό; Ήταν επιθυμία η οποία έγινε εξαναγκασμός, ή εξαναγκασμός που έγινε επιθυμία; Αυτό είναι τα ερωτήματα παρακολουθώντας περισσότερο εξαναγκασμένα άτομα να περνάνε από μπροστά μου παρά ικανοποιημένα. Παρακολουθώντας ζευγάρια και μέλη οικογενειών, όπου ο εξαναγκασμός, ο φόβος, η ανασφάλεια έχουν γίνει οι συνδετικοί κρίκοι μιας ζωής που στηρίζεται στην αναπαραγωγή μια σχέσης χωρίς ευχαρίστηση. Εάν λοιπόν η βάση της συνεύρεσης δυο ανθρώπων ήταν η επιθυμία με απώτερο στόχο την ικανοποίηση, η οποία εκφράζεται με την ερωτική έλξη και την σεξουαλική συνεύρεση, στοιχεία που αποτελούν την βάση της συνύπαρξης τους, μέσω της οποίας στήριζαν την δημιουργία του ζευγαριού, ή κοινωνική αποδοχή αυτής της σχέσης που γίνεται με τον γάμο, δηλαδή με τελετουργικούς εξαναγκασμούς που επέβαλαν μια κοινωνική συμπεριφορά στο ζευγάρι, διαμόρφωσαν συγχρόνως το πέρασμα του ζευγαριού από εστία απόλαυσης σε εστία εξαναγκασμών.

Η αναπαραγωγή των κοινωνικών όρων συνύπαρξης και η προσαρμογή στον κόσμο της εργασίας από την μια και της κατανάλωσης , από την άλλη, όπου εργασία αποτελεί την οριοθέτηση των απολαύσεων, και η κατανάλωση την καθοδήγησή τους, δημιούργησε την ύπαρξη της ερωτικής σχέσης και αργότερα της οικογένειας σαν στοιχείο συμμόρφωσης των μελών της στην ιδεολογία της εξαναγκαστικής επιβίωσης και της άσκησης της κοινωνικής εξουσίας. Σαν ο γάμος να ερχόταν να διώξει η να κρύψει την επιθυμία και τον ερωτισμό της σχέσης πίσω από βιολογικούς, κοινωνικούς και εργασιακούς όρους και κανόνες οι οποίοι υποτάσσουν την ερωτική σχέση, σε σχέση συμβίωσης και μετατρέπουν την λειτουργία της αντί σε πηγή ευχαρίστησης, ελευθερίας, και πραγμάτωσης του ατόμου σε χώρο υποταγής και ψυχικής ανισορροπίας. Αυτό που πολύ καλά έρχεται να πετύχει η ψυχοθεραπεία είναι η ανακάλυψη και η παρακολούθηση των μυριάδων μορφών που μπορεί να πάρει αυτή η έλλειψη ικανοποίησης και η παρουσία της καταπίεσης μέσω της οικογένειας σε όλα τα επίπεδα, είτε έχει να κάνει στο ενδο - οικογενειακό, είτε στον έξω - οικογενειακό κύκλο αναφορά της.

Κάθε φορά λοιπόν συναντάμε αυτή την τέλεια αναπαραγωγή και επανάληψη της καταπίεσης που διαχέεται σε κάθε κυτταρικό πυρήνα των οικογενειακών σχέσεων. Έτσι μέσω των οικογενειακών σχέσεων η επιθυμία γίνεται εξαναγκασμός ώστε η επιθυμία της απόλαυσης να μετατρέπεται σε επιθυμία των εξαναγκασμών. Μέσω λοιπόν των εξαναγκασμών το άτομο με βασικό στοιχείο την υποταγή προσπαθεί να πραγματωθεί σαν εξαναγκαστική ύπαρξη που σημαίνει την μετατροπή της επιθυμίας του και την προσαρμογή του στους εκάστοτε εξαναγκασμούς. Όσο καλύτερα προσαρμόζεται σε αυτούς τους εξαναγκασμούς τόσο πιο υγιές θεωρείται. Σαν ο εξαναγκασμός και η αποδοχή του να αποτελεί το βασικό στοιχείο της κοινωνικοποίησης του. Η οικογένεια λοιπόν έχει γίνει ο χωρόχρονος της αποπομπής της επιθυμίας απόλαυσης και της αποδοχής του εξαναγκασμού.

Κερεντζής Λάμπρος