Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Η Τραγωδία της “ωριμότητας”






Το χαραγμένο προσωπείο του χρόνου, τα γηρατειά, καταλαμβάνει το χώρο της ζωής, προβάλλοντας την ωριμότητα σαν το στοιχείο που καταστεί νόμιμο το κάθε συντηρητικό παραλήρημα, το κάθε αρρωστημένο μυαλό ενάντια στην αυθόρμητη και νεανική χαρά της ζωής. Έτσι η εξέλιξη προς τις γεροντικές μορφές αξιολόγησης της νεότητας αποτελούν σημεία αναφοράς μιας κοινωνίας “γερασμένων” προσώπων που θεωρούν την υποταγή τους στην κάθε εξουσία, σαν κομμάτι ωρίμανσης, αξιολογώντας την νεότητα μέσα από αυτή ακριβώς την βλακώδη ωρίμανση τους

Η αποτρεπτική δράση των ηλικιωμένων προσώπων, στόχο έχει την προσαρμογή και την υπακοή στην αμφισβητούμενη ωριμότητα των δυστυχισμένων υπάρξεων που προσπαθούν να μαζέψουν τις ρυτίδες τους μπροστά στο καθρέφτη. Των δυστυχισμένων υπάρξεων που προσπαθούν να στίσουν την αξία της απώλεια σαν στοιχείο ωρίμανση και σωστής απόφασης, μετρημένης και ζυγιασμένης, βλέποντας τον θάνατο να πλησιάζει. Έχουν την επιθυμία να χοροπηδήσουν χαρούμενα πάνω στο πτώμα της νεότητας που σέρνουν μέσα τους καταγγέλλοντας αυτή που συναντούν έξω τους, για ασέβεια στην πολτοποιημένη ατομικότητα των υποταγών τους.

Η Ωριμότητα φαίνεται ότι μισεί την ανωριμότητα διότι της θυμίζει τον εαυτό της. Η λογική της ωριμότητας, ξεσκίζει την καθημερινότητα οδηγώντας την στο φόβο και την αγωνία του αγνώστου, αυτού που η ωριμότητα δημιούργησε αντιστεκόμενη στην νεότητα και το αυθορμητισμό.  

Ατελείωτες τραγωδίες εξυφαίνονται μέσα στους αιώνες με πρωταγωνιστή την ωριμότητα, οδηγώντας την ανωριμότητα πότε στον συμβιβασμό και πότε στην αυτοκτονία.

Η ωριμότητα της οποίας κανείς δεν μπορεί να καθορίσει το τέλος, αποτελεί πάντα μια ανωριμότητα σε εξέλιξη, άρα η ωριμότητα ποτέ δεν φθάνει να καθοριστεί σαν τέτοια παρά μόνο με τον θάνατό της.

Ο χρόνος της “ωριμότητας”

Σύμφωνα με τα κοινωνικά δεδομένα, η ανωριμότητα χαρακτηρίζει την νεότητα και η ωριμότητα την ενηλικίωση. Το πέρασμα του χρόνου φαίνεται ότι κουβαλάει αυτόματα, μια εμπειρία η οποία δικαιολογεί την παρουσία της ωριμότητας σαν δεδομένο. Όσο μεγαλύτερος είσαι τόσο πιο ώριμος. 
 
Είναι έτσι; 
 
Αναρωτιόμαστε αν όλα αυτές οι καταστροφές που συμβαίνουν σε κοινωνικό, και πολιτικό επίπεδο, είναι στοιχεία που πιστοποιούν την ωριμότητα, διότι συμβαίνουν από ενήλικες. Στην ουσία είναι γεγονότα που κάνουν έκδηλη την απουσία της και όχι την παρουσία της εκφράζοντας με τον χειρότερο τρόπο μια έλλειψη ωριμότητας απειλώντας την ζωή της νεότητας αλλά και της ανθρωπότητας βουτώντας την μέσα σε μια ανασφάλεια που μόνο η ανωριμότητα μπορεί να την οδηγήσει.

Έτσι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ωριμότητα πολλές φορές δεν έχει να κάνει με το χρόνο και την ηλικία, διότι η κοινωνική εμπειρία αποδεικνύει ότι, οι ενήλικοι παίρνουν ανώριμες αποφάσεις. Αποφάσεις που πλήττουν τους ίδιους, αλλά και αυτούς που εξαρτύονται από αυτούς, δηλαδή τα παιδιά.

Ο εαυτός και η “ωριμότητα”

Από την πείρα μας επίσης, ανακαλύπτουμε ότι η ωριμότητα μπορεί να κατέχει ένα κομμάτι του εαυτού, ή κομμάτια του εαυτού, αλλά όχι ολόκληρο τον εαυτό. Έτσι κάποιος μπορεί να είναι ένας καλός μηχανικός, δηλαδή ένας ώριμος , θα λέγαμε επαγγελματίας ενώ συγχρόνως, μπορεί στην σχέση με την γυναίκα του, να είναι ένας ανώριμος σύζυγος, στο βαθμό που δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις, ή εξαρτάται από τις αποφάσεις της.  

Αυτό σημαίνει ότι η ωριμότητα δεν αποτελεί στοιχείο ανάπτυξης της όλης προσωπικότητα του ατόμου, αλλά μπορεί να εκφράζει επιμέρους στοιχεία αυτής της προσωπικότητας

Άρα το πέρασμα του χρόνου δεν επιδρά με τον ίδιο τρόπο στην όλη προσωπικότητα, αλλά σε ορισμένα, ενώ σε άλλα όχι. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις που μας κάνουν να αμφισβητούμε την ωριμότητα σαν ένα γενικό στοιχείο που ακολουθεί την ενηλικίωση.

Πολλές φορές βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις που ενεργούμε με ωριμότητα και σε άλλες με ανωριμότητα, πράγμα που σημαίνει ότι οι συνθήκες, καθώς και τα πρόσωπα, μπορούν να καθορίσουν την αντίδρασή μας σαν ώριμη ή ανώριμη. Με άλλα λόγια η ωριμότητα φαίνεται ότι δεν αποτελεί ένα γενικό συμπέρασμα αλλά ένα ειδικό. ¨Ότι η ωριμότητα δεν κατακτιέται σαν προνόμιο της ηλικίας, αλλά της εμπειρίας. Και δεν αναφέρεται στο σύνολο της προσωπικότητας, αλλά σε κομμάτια της.

Οι σχέσεις της “ωριμότητας”

Έτσι, εκτός από τον διαχωρισμό της ωριμότητας σαν ηλικιακή κατάκτηση έχουμε και την ωριμότητα σαν συναισθηματική κατάκτηση και με αυτή την διαπίστωση, το θέμα της εμπειρίας αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της ωριμότητας. Η εμπειρία λοιπόν έχει να κάνει με την αίσθηση του εαυτού και την αυτοδιάθεση του. Έχει να κάνει με τις σχέσεις, όπου το άτομο είναι εμπλεκόμενο και την εξέλιξή τους. Έτσι οι σχέσεις αποτελούν ένα άλλο παράγοντας που επιδρά στην ανάπτυξη της ωριμότητας

Η ωριμότητα ή η ανωριμότητα λοιπόν αποτελούν προϊόν των σχέσεων του ατόμου, όπου τόσο ο χρόνος, όσο και η εμπειρία του, παράγουν και αναπαράγονται μέσα από αυτές. περνώντας από την ανωριμότητα στην ωριμότητα και αντιθέτως. Στο παράδειγμα που αναφέραμε πάρα πάνω με το μηχανικό και τα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης του εαυτού του, σαν επαγγελματίας και σαν σύζυγός, η σχέση με τους πελάτες του, καθώς με την σύζυγο του, καθορίζουν την ωριμότητα ή την ανωριμότητα του σε δυο διαφορετικά επίπεδα εκφράσεις του εαυτού του, το επαγγελματικό και το οικογενειακό. 

Έτσι οι σχέσεις και ο τρόπος λειτουργίας τους, καθορίζει την ωριμότητα, ή την ανωριμότητα του ατόμου.

Συνήθως η ανωριμότητα, φανερώνει μια έλλειψη εαυτού, μια έλλειψη θέσης απέναντι στα γεγονότα. Πράγμα που σημαίνει την ανικανότητα του ατόμου να βιώσει και να νιώσει τον εαυτό του σαν ένα αυτόνομο άτομο. Και τονίζεται από την αίσθηση της εξάρτησής από τις σχέσεις που δημιουργεί, με τρόπο τέτοιο ώστε να μην του επιτρέπεται να αντιληφθεί την ύπαρξή του σαν αυτόνομο άτομο, αλλά σαν ετερώνυμο.

Εάν πάμε στην καρδιά του προβλήματος το οποίο έχει να κάνει με την οικογένεια και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, τότε διαπιστώνουμε ότι, η ωριμότητα, ή, η ανωριμότητα είναι το αποτέλεσμα μια παιδαγωγικής σχέσης ανάμεσα στον ενήλικο-ανήλικο, ανάμεσα στον γονέα και στο παιδί.

Δηλαδή, η όλη διαπαιδαγώγηση του παιδιού στηρίζεται στην ανάπτυξη της ωριμότητας του, που σημαίνει την δυνατότητα που του παρέχεται από την οικογένεια να δημιουργήσει τις βάσεις για αυτή την ωριμότητα σε οργανικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Διότι ο χώρος αυτής της σχέσης με τον ενήλικο-γονέα, στην αρχή της ζωής του καθένα μας είναι η οικογένεια.

Αυτό λοιπόν που παρατηρούμε στην οικογένεια είναι ότι η ωριμότητα του γονέα αποτελεί ένα μέσο για την ωριμότητα του παιδιού, η οποία εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους και μάλιστα με τρόπους που ο γονέας δεν μπορεί, όχι μόνο να ελέγξει, αλλά και να αντιληφθεί. Η ωριμότητα λοιπόν σε αυτό το επίπεδο, μπορεί όπως είπαμε, να αποτελεί το κριτήριο της προσαρμογής - υποταγής στον άλλον και όχι την ευκαιρίας μιας διαλεκτικής σχέσης με αυτόν, που σημαίνει και μια διαλεκτική σχέση με τον εαυτό.

Η ωριμότητα, ή το αντίθετό της αποτελεί το περιεχόμενο της σχέσης γονέα-παιδιού, για αυτό πρέπει να μιλάμε καλύτερα για την ωριμότητα των σχέσεων παρά του ατόμου.

Η ωριμότητα των σχέσεων είναι αυτή που καθορίζει την ωριμότητα του ατόμου παρά το αντίθετο

Για να μπορέσει η σχέση να είναι ώριμη απαιτεί, κατά την γνώμη μου μια διαλλακτικότητα η οποία επιτρέπει την ισότιμη ύπαρξη ενηλίκου-ανήλικου μέσα στην σχέση, όχι σε μια ιεραρχική βάση, όπου η ωριμότητα του ενός (ενηλίκου) γίνεται ένα μέσο για την ωριμότητα του άλλου (ανήλικου) και όχι ένα εμπόδιο για την κατάκτησή της.

Η έλλειψη αυτής της διαλλακτικότητας στην σχέση ενηλίκου - ανήλικου με όπλο την ωριμότητα του ενηλίκου, κινδυνεύει να κρατήσει τον ανήλικο πάντα ανήλικο και ανώριμο και τον ενήλικο πάντα ώριμο. Εάν συμβαίνει αυτό έχουμε να κάνουμε με μια σχέση ισχύος, όπου η ενηλικίωση του ανηλίκου, φαίνεται ότι απειλεί για τον ενήλικο. 
 
Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνει ο ενήλικος είναι ότι η ωριμότητα του, καθορίζεται από την σταδιακή ωριμότητα του ανηλίκου, παρά από την ανωριμότητα του, και αποτελεί ένα παιδαγωγικό στοιχείο που προάγει και τους δύο σε μια νέα ωριμότητα.

Η έλλειψη αυτής της αντίληψης μπορεί να καταστήσει την συμπεριφορά του ενήλικα σαν ανώριμη, σε κοινωνικό και οικογενειακό επίπεδο, διότι στρέφει την ωριμότητα σαν όπλο απέναντι στην ανωριμότητα του ανηλίκου ή του “θεωρούμενου” ανηλίκου. Αυτό που προβάλλεται κοινωνικά είναι η αντίσταση του ανηλίκου στην ωριμότητα του ενηλίκου με τέτοιο τρόπο, ώστε η άρνηση της νεότητας απέναντι στην ενηλικίωση να θεωρείται συνήθως σαν κριτήριο ανωριμότητας.

Η άρνηση της “ωριμότητας”

Η άρνηση της νεότητας βιώνεται από την ενηλικιότητα σαν άρνηση. Αυτό δεν το υποφέρει ο ενήλικος θεωρώντας ότι εκείνος “ξέρει” και αυτό που ξέρει τον καθιστά τόσο ώριμο ώστε να αποφασίζει για τις ζωές των άλλων. Δεν τον ησυχάζει η αμφισβήτηση της νεότητας σε κοινωνικό, αλλά και οικογενειακό επίπεδο, αλλά περισσότερο τον απειλεί. Τον απειλεί στο βαθμό που η ωριμότητα που θεωρεί ότι έχει “κατακτήσει”δεν σηκώνει αμφισβητήσεις.  

Το ότι ο ενήλικος δεν δέχεται την αμφισβήτηση της ωριμότητας του, είναι ήδη ένα δείγμα της ανωριμότητας του.


Η αντιπαράθεση λοιπόν, του ενήλικου στον ανήλικο, του γονέα απέναντι στο παιδί του, φανερώνει ότι η ωριμότητα δεν αποτελεί ένα κεντημένο της ενηλικίωσης, αλλά της σχέσης που και οι δυο συν-κατασκευάζουν. Αν ο ανήλικος εμφανίζεται σαν ανώριμος, εμφανίζεται μέσα στην σχέση, σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να υποθέσουμε, ότι η ανωριμότητα δεν είναι προνόμιο του ανηλίκου, αλλά της σχέσης που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στους δυο.
 
Άρα η τραγωδία της ωριμότητας στηρίζεται στην αντίληψη της ατομικής της κατάκτησης και όχι ότι αποτελεί το περιεχόμενο μια συλλογικότητας όπου στην περίπτωση της οικογένειας εντοπίζεται στην παιδαγωγική σχέση γονέα-παιδιού.


Τις περισσότερες φορές ο γονέας ζητά από το παιδί την υπακοή και μάλιστα την υποταγή του σε αποφάσεις που εκείνος κρίνει καλύτερες για εκείνον. “Για το καλό σου” λένε, αλλά πόσο αυτό το'”καλό” για τον γονέα είναι “καλό” για το παιδί. Και από ποιο κοινωνική θέση ο γονέας βλέπει αυτό το “καλό”.

Συνήθως ο ενήλικος έχει αναγκαστεί να υποκύψει σε μια πραγματικότητα που τον αλλοτριώνει, και αυτό που μπορεί να μεταδώσει στο ανήλικο παιδί του είναι αυτή ακριβώς η αλλοτρίωση. Έτσι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο συμβιβασμός και η υποταγή αποτελούν στοιχεία της ωριμότητας, που σημαίνει γνώση της πραγματικότητας και προσαρμογής σε αυτή, όπου αποκλείονται οποιαδήποτε τάσεις αμφισβήτησης της.

Σε αυτή την περίπτωση, αν η ωριμότητα σημαίνει υποταγή, μια υποταγή που απλώνεται σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, τότε η ανωριμότητα σημαίνει την άρνηση και την αντίσταση απέναντι στην υποταγή, η οποία αντίσταση εκλαμβάνεται σαν άρνηση στην ωριμότητα.

Τι μπορεί όμως, να προσφέρει μια εμπειρία αλλοτριωμένη από την υποταγή που ο ενήλικος κουβαλάει μέσα του και επιβάλει στον ανήλικο, ή τον “θεωρούμενο” ανήλικο; Τι μπορεί να μεταδώσει στον ανήλικο, εκτός από την ωριμότητα της υποταγής, δηλαδή να καταστήσει τον γονέα διαμεσολαβητή της υποταγής που καλλιεργεί μια ανελεύθερη κοινωνία, μέσα στην οικογένεια του. Να τον καταστήσει εξουσιαστή και δυνάστη των ανήλικων μελών της οικογένεια που εξαρτώνται από αυτόν.

Σε αυτή την περίπτωση, η ωριμότητα και η ανωριμότητα στηρίζονται στην ενοχή και τον εξαναγκασμό. Οι αποφάσεις που παίρνονται στην οικογένεια βασίζονται στην αποφυγή μιας πραγματικότητας που θα αμφισβητήσει την ωριμότητα του ενηλίκου, δηλαδή την εξουσία του και θα επιβάλει την ανωριμότητα του ανηλίκου όχι σαν στάδιο εξέλιξης, αλλά σαν παγιωμένη κατάσταση.

Δηλαδή η αποδοχή της υποταγής στον ενήλικο-γονέα μέσα στην οικογένεια, δεν επιτρέπει στο ανήλικο-παιδί να γνωρίσει τις διάφορες πλευρές του, και δεν του παρέχει τη δυνατότητα να ωριμάζει, αλλά αντιθέτως τον καθιστά εξαρτώμενο και το τοποθετεί πάντα στην θέση του ανώριμου, του ανήλικου ακόμα και όταν ενηλικιωθεί.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Ernst Max 940 × 1440 - fondationbeyeler.ch

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας




Η θρησκευτική ελευθερία είναι προέκταση της προσωπικής ελευθερίας και επίσης μια ειδικότερη μορφή της πνευματικής ελευθερίας. 

Με αυτήν εξασφαλίζεται ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής και γενικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

 Η συνταγματική κατοχύρωσή της υποδηλώνει την παροχή εγγυήσεων προς τους πολίτες για την ανεμπόδιστη διαμόρφωση των θρησκευτικών, αντιθρησκευτικών ή άθρησκων πεποιθήσεών τους, ενεργώντας ό,τι ανταποκρίνεται σ' αυτές και παραλείποντας ό,τι αυτές απαγορεύουν, με την επιφύλαξη της τήρησης των νόμων. 

Το εν λόγω δικαίωμα παρέχει διπλή αξίωση, αφενός της αποχής του κράτους από κάθε ενέργεια που θαπαρεμπόδιζε την υλοποίησή του και αφετέρου τη λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για τηναδιατάρακτη άσκησή του.

Στην ιστορία, ειδικότερα στην εκκλησιαστική, ανήκει η κριτική παρουσίαση των δογμάτων των διαφόρων θρησκειών. 
Ανεξάρτητα όμως από την ορθότητα των διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων και των μέσων με τα οποία εκδηλώνονται, ο άνθρωπος- πολίτης έχει το δικαίωμα, να πιστεύει ό,τι αφορά το Θείο, θετικό ή αρνητικό και να διαμορφώνει σύμφωνα μ' αυτό τις εκδηλώσεις της λατρείας του.

Η θρησκευτική ελευθερία διακρίνεται εννοιολογικά από την ανεξιθρησκεία.


Ανεξιθρησκεία, είναι η ανοχή, η αδιαφορία του κράτους για τις θρησκείες που πρεσβεύουν οι πολίτες του.

 Η ανεξιθρησκεία δημιουργεί απλώς πραγματική δυνατότητα αδιατάρακτης λατρείας, σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός. 

Η θρησκευτική ελευθερία έχει ευρύτερο και θετικότερο περιεχόμενο. Ανάγεται στην εσωτερική κυρίως διάθεση των ανθρώπων και συνίσταται στην ελεύθερη διαμόρφωση και εκδήλωση της θρησκευτικής τους συνείδησης, με την εγγύηση του κράτους.

Από την διπλωματική εργασία
 με τίτλο

Μουσουλμάνοι/ες μετανάστες/τριες στην Αθήνα:
Ισλαμοφοβία - Κοινωνικός Αποκλεισμός - Ένταξη

των
Κανονίδου Πολυξένη
Κυρέζη Αθανασία
Σορώτου Φλώρα

πινακας:Christopher Ulrich

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Το αλκοόλ και ο παλιμπαιδισμός ή Το καφενείο, η “παιδική χαρά” του ενήλικα







Στο βαθμό που τα ναρκωτικά αποτελούν τα προϊόντα που η νεολαία χρησιμοποιεί για να “αποδράσει” από την πραγματικότητα, το αλκοόλ αποτελεί το προϊόν για να “αποδράσει” ο ενήλικας από την ενηλικιότητα. Ατελείωτα καφενεδάκια σε όλη την χώρα απλώνουν τα νοσηρά περιβάλλοντα τους φιλοξενώντας ανδρικές ορφανές ψυχές που βλέπουν τα γηρατειά να τους πλησιάζουν και μέσα από το μεθύσι προσπαθούν να μην το σκέπτονται. Να μην σκέπτονται την ζωή, τις αδιέξοδες επιλογές, την μοναχικότητα που κρέμεται από το ταβάνι της φυλακής τους. Καθημερινοί θαμώνες της αναζήτησης ενός λόγου, ενός φίλου, μιας παρέας, Κάποιον να μιλήσει και ας μην πουνε τίποτα το ουσιαστικό. Στα καφενεία νομίζεις ότι οι θαμώνες του είναι ώριμοι άντρες, αλλά στην πραγματικότητα, όταν ακούσεις τις συζητήσεις τους, τις φωνές τους, τις παρεξηγήσεις τους, βλέπεις ότι έχεις να κάνεις με ορφανά παιδάκια που έχουν προσαράξει στα βρώμικα λιμάνια τους. Ορφανές φιγούρες, με την ζωή τους αφημένη μπροστά σε ένα ποτήρι. Παιδικές γερασμένες ψυχές που ψάχνουν την συντροφιά του άλλου, που προσπαθούν να αποφύγουν την συντροφιά του εαυτού τους. Προσπαθούν να αποφύγουν αυτό τον εαυτό. Δεν θέλουν να τον βλέπουν, δεν θέλουν να τον ξέρουν.

Τα καφενεία δεν είναι παρά γεροντικές “παιδικές χαρές”, όπου οι τραμπάλες και οι κούνιες είναι εσωτερικευμένα τοπία που περιμένουν την αλκοολική δόση, η οποία θα τους επιτρέψει να κουνηθούν μακάρια χαρούμενα, πάνω στην ψάθινη καρέκλα. Η προσπάθεια αποφυγής της μοναξιάς, και η καθημερινή έλλειψη νοήματος της ζωής, αποτελούν για τον μεσήλικα τα στοιχεία που τον οδηγούν στο καφενείο, στην ανδροπαρέα, στους φίλους, Ο μεσήλικας ανακαλύπτει την δυνατότητα να ξαναζήσει την παιδική του ηλικία. Στο καφενείο αναβιώνει τη παιδικότητα, αναβιώνει η ανάγκη για παιχνίδι, για γέλιο, αναβιώνει η ανάγκη του να είναι με τους άλλους, λες και αμφιβάλει για το ποιος είναι, όταν μένει μόνος.

Στο καφενείο χάνεται η ταυτότητα του θαμώνα, χάνεται αυτό που κάνει έξω από το καφενείο. Ξεχνά αν είναι πατέρας, σύζυγος, επιχειρηματίας ή αλήτης. Μια περίεργη ισότητα εγκαθίσταται ανάμεσα στους θαμώνες η οποία έχει να κάνει με την παιδικότητα και αναβίωση των χρόνων που πέρασαν. Οι διηγήσεις, οι ιστορίες, οι προσπάθειες να αναδείξουν τη ατομικότητα, την ικανότητα στην ζωή, συνοδεύονται από το κέρασμα, το ποτήρι που έρχεται στα πικραμένα χείλη. Συνοδεύονται από την προσπάθεια να τρομάξουνε τον χρόνο που μένει, την μέρα που περνάει, την νύχτα που φοβίζει μέσα στα μοναχικά δωμάτια της ηλικιωμένης θλίψης. Ο Αλκοολικός, στο καφενείο, αισθάνεται ότι δεν είναι μόνος, ότι μπορεί και αποφεύγει την φτώχεια του εαυτού του, ότι αποφεύγει την σκληρότητα της ωρίμανσης. 

Το αλκοόλ, ο πρωταγωνιστής όλων αυτών. Ο σύμμαχος και ο οδηγός στην προσπάθεια της κοινωνικότητας που λείπει, της αγάπης που έχει χαθεί, της αλλοτρίωσης που εισχωρεί σε όλα τα μήκη και πλάτη του οργανισμού.

Το αλκοόλ, ο αφέντης των ηλικιωμένων παιδιών που καταστρέφουν σιγά, σιγά ότι έχει απομείνει από το σώμα στους δρόμους μια πόλης, οδηγώντας το πιο γρήγορα στο οργανικό τέλος.

Τα καφενεία είναι χώροι μικρών αυτοκτονιών. Αυτοκτονικών συμπεριφορών που οδηγούν κάθε μέρα, λίγο, λίγο, τους αυτόχειρες, σε μια χαμένη παιδικότητα που την προστατεύει ο θάνατος.


Κερεντζής Λάμπρος


Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Ηρωίνη: μια ανταγωνιστική σχέση






Η σχέση με την ηρωίνη είναι μια ανταγωνιστική σχέση. Από την πρώτη στιγμή η σχέση μαζί της είναι μια σχέση πάλης, πολέμου, μια σχέση επικράτησης, συμβιβασμού, αντίστασης, χαράς και πόνου Είναι μια σχέση αγωνίας, φόβου, και απογοήτευσης. Μιας απογοήτευσης που τρέχει να κρυφτεί κάτω από το λευκό συννεφάκι της. Από την πρώτη στιγμή, ο χρήση σκέπτεται ότι δεν θα τον γονατίσει και ότι μπορεί να την σταματήσει όποτε θέλει. Το ζήτημα είναι ότι όταν υπάρχει η ηρωίνη, ο χρήστης δεν θέλει τίποτα άλλο εκτός από αυτή. Πάντα λοιπόν, το ίδιο παραμύθι του χρήστη. Η ίδια ψευδής εντύπωση, ότι μπορεί να τα καταφέρει μόνος του μαζί της.

Όλοι οι χρήστες περνάνε από αυτή την κατάσταση αναμέτρησης με την ηρωίνη. Μπαίνουν σε μια ανταγωνιστική σχέση με την ουσία από την πρώτη στιγμή. Από την πρώτη στιγμή σκέπτονται ότι δεν θα γίνουν σαν τους άλλους χρήστες, Από την πρώτη στιγμή μετράνε την αντοχή τους, την δύναμή τους για ζωή, μαζί της. Αυτή η ψευδής εντύπωση ισχύος του χρήστη απέναντι στην ηρωίνη, αποτελεί το υπαρξιακό πρελούδιο της τοξικομανίας. Αποτελεί μια συνεχής δήλωση ανεξαρτησίας απέναντι στην ουσία, η οποία δεν πραγματώνεται. Όπως σε ένα πιο ευρύτερο επίπεδο μπορεί να αποτελεί μια συνεχής δήλωση ανεξαρτησίας απέναντι στην ζωή, η οποία δεν πραγματώνεται. Αυτό το καταλαβαίνει ο χρήστης. Το καταλαβαίνει μετά από χρόνια χρήση και τον πιάνει πανικός για τα χρόνια που περάσαν και συνεχίζει την χρήση, για να ξεχάσει τα χρόνια που έρχονται.

Όμως αυτή η σχέση ισχύος με την ηρωίνη αναπαράγεται ακόμα και αν ο χρήστης έχει “κόψει”. Αναπαράγεται και κατά την διάρκεια της αποτοξίνωσης και μπορεί να αναπαράγεται σε ολόκληρη την ζωή, αν δεν την μετουσιώσει σε κοινωνικούς αποδεχτούς τρόπους ανταγωνισμού. Αν δεν ανταγωνιστεί με την κοινωνία και δεν κερδίσει την θέση που του αρμόζει μέσα σε αυτή.

Μια ψιλή δεν κάνει τίποτα”. Με αυτή την σκέψη ξαναμπαίνει στην ανταγωνιστική σχέση μαζί της Με αυτή την σκέψη κάνει την υποτροπή και ξεχνάει δια μαγείας τις δυσκολίες που έχει περάσει στο παρελθόν για να κόψει. Η Ηρωίνη έχει μια θαυμαστή ικανότητα να σβήνει τα χνάρια των βασανιστηρίων, σωματικών και ψυχολογικών που έχει υποβάλει τον χρήστη. Αφήνει μόνο το βουβό κλάμα μιας παγωμένης ευτυχίας να σκορπά την προσδοκία της ηδονής Έτσι ο χρήστης νομίζει, ακόμα μια φορά, ότι μπορεί να την ανταγωνιστεί, ότι μπορεί να την σταματήσει, όποτε αυτός θέλει, διότι πιστεύει ότι η ηδονή είναι δικιά του και μπορεί αυτός να την ελέγξει. Ακόμα όμως και αυτή η σκέψη της παντοδυναμίας του απέναντι στην ηρωίνη δεν είναι παρά δημιούργημά της. Δεν είναι παρά το παραμύθι της πληρότητας και της δύναμης που δημιουργεί μέσα από την χρήση. Έτσι ο χρήστης, με αυτή την σκέψη, δηλαδή ότι μπορεί να ελέγξει την χρήση, κάνει χρήση.

Για αυτή την κατάσταση, οι ερευνητές κάνουν  την υπόθεση ότι ο χρήστης αναπτύσσει αυτή την επιθυμία ελέγχου του ναρκωτικού, αντικαθιστώντας την επιθυμία, αλλά και την αποτυχημένη προσπάθεια του, να ελέγξει τις διαπροσωπικές και οικογενειακές του σχέσεις. 
 
Με λίγα λόγια, ο χρήστης προσπαθεί να αντικαταστήσει τον αποτυχημένο έλεγχο των διαπροσωπικών του σχέσεων, με την προσπάθεια ελέγχου της ηρωίνης.

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας Bryan Lewis Saunders   406 × 600 - fenelonpremieres.blogspot.com

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Σημασία και δυνατότητες παιδαγωγικής προσέγγισης και παρέμβασης στην κοινωνική ένταξη παιδιών και εφήβων με παραβατική συμπεριφορά








 Στην αυγή του 21ού αι., βρισκόμαστε σε εποχή μετεξελίξεων και μετάβασης σε μία νέα περίοδο κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών δομών. Στο κέντρο της σύγχρονης κοινωνικής προβληματικής τίθεται το ζήτημα της “συγκρότησης της οικογένειας” υπό το πρίσμα των νέων κοινωνικών συνθηκών και αναγκών. Αναντίρρητα, η οικογένεια ορίζεται ως θεμελιώδες δομικό στοιχείο μιας κοινωνίας, μέσω της οποίας το άτομο εξατομικεύεται και παράλληλα κοινωνικοποιείται. 

Ωστόσο, τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα πλήττουν σε τέτοιο βαθμό τη συνοχή τού θεσμού τής οικογένειας, ώστε να δημιουργούνται ερωτηματικά για τη σταθερότητα του ίδιου του κοινωνικού συνόλου. Τέτοια κοινωνικά προβλήματα έχουν ως αφετηρία τους τα σύγχρονα δεδομένα της ανεργίας, της αύξησης της εγκληματικότητας, του ολοένα αυξανόμενου αριθμού των διαζυγίων, της διεθνοποίησης των οικολογικών κινδύνων καθώς και των οικονομικών προβλημάτων. Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί των τελευταίων δεκαετιών επηρέασαν τις οικογενειακές αξίες θέτοντας παράλληλα σε κίνδυνο την ισορροπία ζωτικών κοινωνικών θεσμών. Έτσι, η οικογένεια ως θεσμός θετικής διαμεσολάβησης ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία αντιμετωπίζει, σήμερα, δυσκολίες ύπαρξης μέσα από τον προσδιορισμό των νέων κοινωνικών δεδομένων και δυνατοτήτων.

Μέσα σε αυτό το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, στις ίδιες τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες βρίσκουμε τους γενεσιουργούς παράγοντες τραυματικών βιωμάτων που οδηγούν τους νέους σε ρήξη με τον εαυτό τους, τους θεσμούς και την ίδια την κοινωνία. Τέτοιες συνθήκες επιβαρυντικές ή απαγορευτικές για την ομαλή προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη και πρόσβαση των νέων στο κοινωνικό γίγνεσθαι είναι:

􀂃 η ανεπαρκής στήριξη και ασφάλεια μέσα στην οικογένεια,
􀂃 η παραμέληση,
􀂃 η κακοποίηση,
􀂃 η απόρριψη από το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο συχνά λειτουργεί, όχι ως μηχανισμός κοινωνικής και πολιτισμικής ένταξης, αλλά ως μηχανισμός κοινωνικής περιθωριοποίησης, ιδιαίτερα, για ειδικές ομάδες μαθητικού πληθυσμού,
􀂃 η σύγκρουση με το νόμο,
􀂃 ο εγκλεισμός σε ιδρύματα ή σωφρονιστικά καταστήματα.

Δεν είναι τυχαίο ότι παιδιά και έφηβοι με αντικοινωνική και «εγκληματική» συμπεριφορά και, γενικά, νεαρά άτομα που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα ή ηθικό παράπτωμα, που έχουν εγκαταλείψει την οικογενειακή στέγη ή έχουν εμπλακεί σεκυκλώματα αλητείας, πορνείας ή ναρκωτικών, αποτελούν σύγχρονο αντικείμενο έρευνας και παιδαγωγικής αντιμετώπισης εκ μέρους τής Ειδικής Αγωγής. Έτσι, είναι χαρακτηριστικό ότι στις ημέρες μας το σωφρονιστικό σύστημα έχει αναδιαρθρωθεί, παραμερίζοντας τις πρακτικές τής παραδοσιακής Σωφρονιστικής μέσα από την υιοθέτηση ψυχοπαιδαγωγικών τάσεων και την εφαρμογή θεραπευτικών μεθόδων (Κρουσταλάκης, χ.χ., σελ. 13).

Γενικά, οι ανήλικοι παραβάτες διακρίνονται από τα ακόλουθα γνωρίσματα (Πούτου, 1995, σελ. 118):

􀂙 χαμηλή αυτοεκτίμηση,
􀂙 βιωμένη απόρριψη,
􀂙 εμπειρία ιδρυματικής μέριμνας,
􀂙 απουσία προσωπικής και κοινωνικής προοπτικής,
􀂙 ανεπιτυχή διαχείριση και έκφραση αναγκών και συναισθημάτων,
􀂙 καταπιεσμένη επιθυμία αλλαγής των όρων ζωής τους.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά σχετίζονται με προβλήματα που αντιμετωπίζουν, όπως (Hraboweckyj, 1995, σελ. 73-74):
􀂙 απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον, εφόσον εκτίουν ποινές,
􀂙 φόβος απόρριψης,
􀂙 πρόβλημα αποκατάστασης των οικογενειακών τους σχέσεων,
􀂙 αίσθημα απόγνωσης που προέρχεται από προβλήματα όπως η στέγαση, η ανεργία κ.ά.,
􀂙 δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς,
􀂙 χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών.

Εδώ, ακριβώς, έρχεται να καταδειχθεί η σημασία τής παιδαγωγικής προσέγγισης στην κοινωνική ένταξη ανηλίκων με παραβατική συμπεριφορά. Ειδικότερα, στη χώρα μας η διατάραξη της κοινωνικής λειτουργικότητας δεν κινδυνεύει τόσο από το μέγεθος της παραβατικότητας όσο από την ανεπάρκεια θεσμών και ολοκληρωμένων νομοθετικών μέτρων (Πούτου, 1995, σελ. 115), καθώς και την έλλειψη ουσιαστικού ενδιαφέροντος της πολιτείας για ειδικές κοινωνικές ομάδες, όπως οι νεαροί παραβάτες (Ιωαννίδη, 2001). Και λέγοντας “ειδικές κοινωνικές ομάδες” εννοούμε «τμήματα του πληθυσμού που διαφοροποιούνται από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και στην ουσία κινούνται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής σε επίπεδο ευκαιριών και δράσης» (Λάβδα, 1995, σελ. 125).

Η κοινωνική ένταξη τέτοιων ειδικών κοινωνικών ομάδων μπορεί να επιτευχθεί, εφόσον εντοπίσουμε τους παράγοντες και τους μηχανισμούς που οδηγούν τα νεαρά άτομα στην περιθωριοποίηση, στη μοναξιά και την αδράνεια, καθώς και στην εξάρτηση από χαμηλής στάθμης προϊόντα και υπηρεσίες (Πούτου, ό.π., σελ. 115). Γενικά, η «μεταχείριση» του ανηλίκου που στιγματίστηκε ως «παραβάτης τού νόμου» οφείλει να αποσκοπεί στην ανασυγκρότηση της ταυτότητας του ατόμου μέσα από τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης τού νεαρού ατόμου προς τον ίδιο τον εαυτό του και την ενίσχυση του ψυχο-κοινωνικού του δεσμού με τα συμβατικά κοινωνικά πρότυπα. Η φιλοσοφία αυτής της μεταχείρισης στηρίζεται στην κοινωνική επανένταξη του ανήλικου παραβάτη τού νόμου και όχι στη διαδικασία απαλλαγής τής κοινωνίας από αυτόν (Μπεζέ, 1987, σελ. 31). Άλλωστε, ο ίδιος ο όρος “κοινωνική ένταξη” «εμπεριέχει μια διάσταση δυναμικής και προτείνει την αυτοδύναμη, ισότιμη και κοινά αποδεκτή συνύπαρξη ατόμων και ομάδων στην κοινωνική πρακτική πέρα από κάθε διαφοροποίηση» (Λάβδα, ό.π., 2 σελ. 125). Σε αυτό μπορεί να συντελέσει καθοριστικά η αναβάθμιση των θεσμών τής οικογένειας και του σχολείου, δηλαδή η ενίσχυση της πρωτογενούς κοινωνικοποίησης του ατόμου.

Επιπλέον, δύνανται να λειτουργήσουν καθοριστικά η αναδιαμόρφωση της νομοθεσίας και ο εκσυγχρονισμός τού δικαίου ανηλίκων, ώστε ο ανήλικος να πάψει να τυγχάνει σε ποινικό επίπεδο μιας αντιμετώπισης βασισμένης στην πατερναλιστική φιλοσοφία (Κουράκης, Μηλιώνη και ερευνητική ομάδα φοιτητών της Νομικής Σχολής Αθηνών, 1995, σελ. 94). Επίσης, καίρια θα ήταν η συμβολή τής δημιουργίας δικτύου κέντρων πρόληψης σε όλη τη χώρα με αποστολή την ενημέρωση της κοινής γνώμης και την παροχή βοήθειας σε άτομα «υψηλού κινδύνου». Η οργάνωση της κρατικής και της κοινωνικής πρόνοιας σε επίπεδο οργάνωσης υπηρεσιών για την πρόληψη της παραβατικότητας, και μάλιστα της νεανικής, και σε επίπεδο διερεύνησης των κοινωνικών αιτιών, εξαιτίας των οποίων νεαρά άτομα εξωθούνται στο έγκλημα θα είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση αυτών των κοινωνικών προβλημάτων (Ό.π., σελ. 279).

Μέσα από αυτό το πνεύμα γίνεται κατανοητό ότι όλοι έχουμε τις ευθύνες μας: ο γονιός, ο δάσκαλος, ο δικαστής, ο σωφρονιστικός υπάλληλος, ο νομοθέτης, η κοινωνία στο σύνολό της (Ό.π., σελ. 101).
Επιπλέον, οι ανήλικοι παραβάτες του νόμου αντιμετωπίζουν ποικίλες δυσκολίες στα διάφορα επίπεδα επανένταξης, το οικογενειακό, το επαγγελματικό, το εργασιακό. Γι’ αυτό, ακριβώς, η διαδικασία τής ομαλής κοινωνικής επανένταξης του ανηλίκου είναι καθοριστικής σημασίας, όσον αφορά μάλιστα στην ελάττωση των πιθανοτήτων υποτροπής (Παπαδάτου, 1990, σελ. 291-292). Από την άλλη πλευρά, ο στιγματισμός του ατόμου έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα για τη μετέπειτα πορεία του, διότι:
􀁆 Το ετικετάρισμα και η επίσημη απονομή της ιδιότητας του «εγκληματία», ακόμη και αν το άτομο έχει επιδείξει εγκληματική δραστηριότητα, του αφαιρεί κάθε διάθεση βελτίωσης της προσωπικότητάς του και της κοινωνικής αποκάταστασής του.
􀁆 Η επικόλληση της ετικέτας τού «εγκληματία» έχει ακόμη χειρότερα αποτελέσματα σε άτομα νεαρής ηλικίας από τη στιγμή που αρχίζουν να ενστερνίζονται τέτοια χαρακτηριστικά και να συμπεριφέρονται με τον κοινωνικό ρόλο που η ίδια η κοινωνία τούς έδωσε (Φραντζεσκάκης, 1987, σελ. 165).

Θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε έμφαση στις εξής προτάσεις εκπαιδευτικού και ευρύτερα κοινωνικού χαρακτήρα:
α) Θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους νέους που κινδυνεύουν να αποχωρήσουν από την εκπαίδευση και να τονωθεί η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και τις ικανότητές τους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους.
β) Θα πρέπει να δημιουργηθεί σωστή σύνδεση μεταξύ των υπηρεσιών κατάρτισης, εκπαίδευσης, συμβουλευτικής και στέγασης, ώστε η αποδοτικότητά τους να μεγιστοποιηθεί.
γ) Οι διαφορετικοί φορείς που παρέχουν υπηρεσίες σε νέους θα πρέπει να δικτυωθούν και να συνεργασθούν κατάλληλα, αναπτύσσοντας σχέσεις με τις τοπικές κοινότητες, τις δημόσιες υπηρεσίες και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, ώστε να εξασφαλισθεί η συμμετοχή των νέων στην κοινωνική και την οικονομική ζωή («Άρσις», 1995, σελ. 33).

Με άλλα λόγια, προτείνεται ένας συνδυασμός των στόχων τής εκμάθησης, της επαγγελματικής συγκρότησης και της ατομικής επανασυγκρότησης. Αυτό συνιστά μία συνολική κοινωνικο-οικονομική δραστηριότητα, η βάση τής οποίας θα στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα τής Ψυχολογίας και της Παιδαγωγικής (Debuyst,3 1990-1992, σελ. 30).

 Η παιδαγωγική παρέμβαση μπορεί και πρέπει να υλοποιηθεί από διαφόρους πόλους κοινωνικής συμμετοχής (σωματεία, συνδέσμους, οργανώσεις, κ.λπ.), οι οποίοι θα λειτουργούν ως χώροι συνεύρεσης, επικοινωνίας, συζήτησης, έκφρασης, ψυχαγωγίας, μέσα από ενέργειες, όπως:
• σωστή αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου,
• συμμετοχή σε δημιουργικές ομάδες,
• συμμετοχή σε επιμορφωτικά και εκπαιδευτικά σεμινάρια,
• συμμετοχή σε ανοικτές πολιτιστικές και κοινωνικές δραστηριότητες,
• ευκαιρίες δημιουργικής απασχόλησης, έκφρασης και επικοινωνίας.
Έτσι, η ίδια η ευαισθητοποίηση και η ενεργοποίηση των πολιτών θα αποτελέσει τη βάση τής κοινωνικής δράσης με σκοπό την αποτροπή τής νεανικής περιθωριοποίησης.

Επομένως, η οικοδόμηση ενός συστήματος κοινωνικής μέριμνας για νέους με ιδιαίτερες ανάγκες κατά τη διαδικασία τής κοινωνικής τους ένταξης μπορεί να βασισθεί στην ανάπτυξη τοπικών δικτύων κοινωνικής υποδομής, μέσα από δράσεις που θα έχουν στόχο την κάλυψη αναγκών των νεαρών παραβατών (Μόσχος, 1995, σελ. 136-137), όπως:
􀂾 την ανάγκη βελτίωσης των όρων διαβίωσής τους,
􀂾 την προσωπική τους ανασυγκρότηση,
􀂾 την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής τους,
􀂾 τη διευκόλυνση προσαρμογής τους σε νέο περιβάλλον,
􀂾 την επιστροφή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία,
􀂾 τη βιωματική συνειδητοποίηση του κοινωνικού τους ρόλου συνοδευόμενη από
την αναγνώριση και την επιτυχία στην ανοικτή κοινότητα.

Η δημιουργία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος μπορεί και πρέπει να στηρίζεται στους εξής άξονες (Πούτου, ό.π., σελ. 116):
􀂘 την προσωπική στήριξη,
􀂘 τη στεγαστική πολιτική,
􀂘 την πληροφόρηση,
􀂘 την εκπαίδευση,
􀂘 την κατάρτιση, και
􀂘 την ευαισθητοποίηση της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας.

Συνεπώς, η κατανόηση και ο έλεγχος της προ-παραπτωματικής και της παραβατικής συμπεριφοράς θα εξαρτηθούν από μία γενικότερη συσχέτιση κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων, όπως η ποιότητα των καθημερινών διανθρώπινων και διαπροσωπικών σχέσεων και η αρχή τής κοινωνικής δικαιοσύνης και αξιοκρατίας (Παπαδοπούλου, 1994, σελ. 393-394). Το φάσμα των σχέσεων Παιδιού, Οικογένειας και Πολιτείας αντανακλά το καθολικό πρόβλημα των ανθρώπινων σχέσεων, η αντανάκλαση του οποίου είναι πρόδηλη στο μικρόκοσμο της οικογένειας.

Η οικογένεια επιτελεί λειτουργίες βιολογικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές, ψυχολογικές, παιδαγωγικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές, πολιτικές και οικονομικές. Είναι γενικά παραδεκτό ότι η εκπαίδευση ηθικά αυτόνομων και συναισθηματικά ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων αρχίζει πρωτίστως από τους γονείς και συνεχίζεται στο σχολείο. Η μετάδοση γνώσεων στα παιδιά, ως στόχος τής γονεϊκής διαπαιδαγώγησης, δεν δικαιώνεται, εάν δεν εξασφαλίζει το ηθικά ακέραιο, το δίκαιο και το κοινωνικά δημιουργικό στο χαρακτήρα τού νέου ανθρώπου. Ακριβώς για το λόγο αυτόν, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί, οι επιστημονικοί και οι εκπαιδευτικοί φορείς δεν είναι σωστό, στο δυνατό βαθμό, να επιτρέπουν την παρείσφρηση παραγόντων, όπως η άγνοια, η ημιμάθεια και η τυχαιότητα στη διαμόρφωση του ανατροφικού ρόλου των γονέων.

Η σημασία και η επικαιρότητα του θέματος είναι προφανείς. Ευελπιστούμε ότι θα δοθεί έμφαση από την ίδια την Πολιτεία στη διεύρυνση των επιστημονικών οριζόντων σε ειδικότερα θέματα, όπως προγράμματα πρόληψης, αγωγής και κατάρτισης της οικογένειας μέσα στο σχολείο, στους εργασιακούς και ψυχαγωγικούς χώρους, σε αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, σε παντός είδους ιδρύματα, στην εκκλησία. Τέλος, η αντικοινωνική συμπεριφορά των νέων δεν είναι τυχαίο φαινόμενο.

Γι’ αυτό το λόγο απαιτείται μελέτη των εκδηλώσεων και των αιτιών τού συγκεκριμένου φαινομένου στον τόπο μας και προσαρμογή των σύγχρονων δεδομένων στην ελληνική πραγματικότητα (Φούτα, 1964, σελ. 39). Επιπλέον, ένας τέτοιος εκπαιδευτικός σχεδιασμός, σε επίπεδο γενικής εκπαίδευσης και εξειδικευμένης κατάρτισης, μπορεί να συντελέσει στην αποκρυστάλλωση θεωρητικών και πρακτικών κριτηρίων, καθοριστικών για την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εργατικού δυναμικού στη χώρα μας (Bowman, 1989, σελ. 1693). Η εκπαίδευση ως προληπτικός παράγοντας επίδρασης στην εξέλιξη, την οικονομική συμπεριφορά και την παραγωγική διαδικασία μιας κοινωνίας, προωθώντας τη σχολική-οικογενειακή ένταξη, την εργασιακή αποκατάσταση και την ανάπτυξη νέων αξιών ουμανιστικού περιεχομένου, μπορεί να επιτύχει την κοινωνική αποδοχή μέσα από την άρση ωθητικών παραγόντων στην εγκληματογένεση (Πανούσης, 1988, σελ. 242).

Τελειώνοντας κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι το έγκλημα μάς αφορά όλους· βάσει αυτού του σκεπτικού, πρέπει να κινηθεί η Πρόληψη τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και σε επίπεδο πράξης. Γι’ αυτό, ακριβώς, πρέπει να γίνει σαφής η ανάγκη για την εφαρμογή, όχι βραχυπρόθεσμων μέτρων, αλλά μιας μακροπρόθεσμης αποτελεσματικής πολιτικής στον κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, σωφρονιστικό και εκπαιδευτικό τομέα (Κουράκης, 1993, σελ. 630). Επιπλέον, «η ποινική κρίση θα πάψει να επηρεάζει αρνητικά τη διαμόρφωση της κοινωνικής ταυτότητας των ανηλίκων (στιγματισμός, περιθωριοποίηση), μόνον όταν θα δοθούν οι πραγματικές ευκαιρίες για ανατροπή του ύφους ζωής αυτών των παιδιών, κάτι που θα είναι ωφέλιμο για τους ίδιους τους ανήλικους αλλά ακόμα περισσότερο και για ολόκληρη την κοινωνία» (Πετρόπουλου, Λαγανά, Μακρίδη, Παπαϊωάννου, 2000, σελ. 385).


πηγή:
 
Βασιλική Ιωαννίδη:

Έλαβε διδακτορικό δίπλωμα, ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών στην ειδίκευση «Ειδική Αγωγή», από τον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τη διατριβή «Ο θεσμός των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής. Παιδαγωγική θεμελίωση και Πράξη», η οποία εκδόθηκε από τις εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα.

 Το παρόν άρθρο σε μια πρώιμη μορφή αποτέλεσε εισήγηση κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του 6ου Πανελληνίου Συνεδρίου Πολυτέκνων, με θέμα: 
“Κοινωνικές πληγές & σύγχρονη οικογένεια”,
 Συνεδριακό Κέντρο Δήμου Κατερίνης, 5-6 Μαΐου 2001.


φωτο:500 × 651 - nocountryforwhitemen.wordpress.com

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

“Η Μικρά Αγγλία”







Η διαλυμένη οικογένεια
και η τραγικότητα της εξουσίας της Μάνας.

Η Ταινία του Π. Βούλγαρη εκτός όλων των άλλων, είναι ένα ψυχοπαιδαγωγικό οικογενειακό δράμα. Στην Ταινία του Π. Βούλγαρη γινόμαστε μάρτυρες μιας οικογενειακής τραγωδίας με πρωταγωνιστή την σχέση Μάνας-κόρης, και όχι μόνο ενός έρωτα που δεν πραγματώνεται. Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με την μοίρα των γυναικών σε αυτό τον τόπο.

Μπροστά μας ξετυλίγεται το εφιαλτικό μονοπάτι των οικογενειακών σχέσεων, έτσι όπως διαμορφώνονται από την απουσία του πατέρα και από την αναμφισβήτητη εξουσία της μάνας, η οποία έχει αναλάβει ρόλο πατέρα, αντιπροσωπεύοντας τις αξίες μιας κοινωνίας συντηρητικής και αυταρχικής, όπου το παιδί είναι αναγκασμένο να προσαρμοστεί στους άγραφους νόμους της υποταγής στα σχέδια των άλλων, (γονέων), στην περίπτωσή μας της Μάνας. Σε αυτές τις αξίες η αγάπη αποτελεί μια παιδική, ανώριμη στάση απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα, απέναντι στην κοινωνική ανέλιξη, απέναντι σε ένα μέλλον που οι άλλοι σχεδιάζουν για εμάς.

Τόσο ο ρόλος του πατέρα, όσο και της μητέρας διαμορφώνονται κάτω από το βάρος των κοινωνικών αξιών, έτσι ώστε να αφαιρούν το δικαίωμα της απόφασης και της αυτοδιάθεσης, βάζοντας σε δεύτερη θέση το συναίσθημα και πριμοδοτώντας τον υπολογιστικό διακανονισμό των σχέσεων, καταστρώνοντας τα σχέδια της ζωής των παιδιών, χωρίς να τα λαμβάνουν υπ΄ όψιν.

Εάν κοιτάξουμε την ζωή της μάνας, μιας γυναίκας εγκαταλελειμμένης από τον άνδρα της, μια γυναίκας στερημένης από την παρουσία του, μια γυναίκας η οποία αναλαμβάνει να οδηγήσει τα παιδιά της ( Όρσα, Μόσχα) στο μονοπάτι του πόνου, στο ίδιο μονοπάτι που εκείνη ακολούθησε και το οποίο θεωρούσε το πιο σωστό, για εκείνη αλλά και για τα παιδιά της.

Έτσι ενώ εκείνη γνωρίζει την σχέση της ΄΄Ορσας και του Σπύρου και ότι ο Σπύρος έχει ήδη την έχει ζητήσει σε γάμο και εκείνη έχει αρνηθεί, εντούτοις δέχεται να του δώσει μετά την Μόσχα. Σε αυτό το σημείο διακρίνουμε μια “διαστροφική” στάση της μάνας, της οποίας η τραγικότητα δεν έχει να κάνει με αυτή την στιγμή, αλλά με την ίδια της την ζωή. Εάν δεν έκανε αυτό, εάν άφηνε τα κορίτσια της να ακολουθήσουν τον λόγο της καρδιά τους, τότε θα βρισκόταν εκτεθειμένη απέναντι στην ζωή που αυτή ακολούθησε. Θα βρισκόταν μπροστά σε μια προσωπική συναισθηματική καταστροφή, η οποία στην ουσία αποτελούσε το περιεχόμενο της ζωής της, το οποίο το κάλυπτε με την οικονομική ευμάρεια και την κοινωνική άνεση και θέση που αυτή της έδινε στην κοινωνία της Άνδρου του 1920.

Έτσι με τον ίδιο τρόπο που εκείνη έκανε πέρα το συναίσθημα σαν ένα αντιορθολογικό μονοπάτι που οδηγούσε στην φτώχεια και την παρακμή, στην ιεραρχικά ταξινομημένη κοινωνία, θεωρώντας την υποταγή σαν το βασικό στοιχείο της γυναικείας υπόστασης και της κοινωνικής ανέλιξης, οδήγησε και τα κορίτσια της στο ίδιο μονοπάτι που αυτή είχε περάσει με “επιτυχία”.

Βέβαια αυτή η μητέρα που ήταν κάποτε κοπελίτσα, είχε δεχτεί την ίδια οικογενειακή και κοινωνική βία με αυτή που ετοίμαζε για τα κορίτσια της. Ίσως και αυτή να είχε δεχτεί αυτό το γάμο με έναν άντρα, που μπορεί να μην είχε αγαπήσει, αλλά είχε αποδεχτεί στωικά την παρουσία της απουσίας του. Είχε δεχτεί την “ απαγόρευση ” της επιθυμίας της μπροστά επιθυμία των άλλων, σαν δικιά της επιθυμία. Και με τον ίδιο τρόπο σκεπτόταν ότι έπρεπε να αντιδράσουν και τα κορίτσια της.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια επανάληψη των σχέσεων, των γνωστών σχέσεων καταπίεσης και επιβολής που αποτελούσαν και αποτελούν, ίσως ακόμα, βασικό στοιχείο της οικογενειακής συνοχής. Εδώ όμως, πολύ ωραία μας δείχνει το έργο πως η καταπίεση και η επιβολή φέρνει τελικά την άρνηση και την καταστροφή. Διότι αυτό δηλώνει η στάση της Ορσας, η οποία αν και φαίνεται ότι δεν λέει όχι, στην ουσία αρνιέται την κατάσταση που διαμορφώνεται στην ευρύτερη οικογένεια και αυτή η άρνηση, αν και αυτοκτονική αποτελεί ένα πρελούδιο στην ελευθερία του ατόμου, στην αποδέσμευσή του από την κοινωνική πραγματικότητα, την άρνηση να ακολουθήσει την πορεία που είχε ακολουθήσει η μάνα της στην ζωή της, διότι και αυτηνής ο άνδρας είχε “πεθάνει" κοινωνικά και συναισθηματικά και όμως αυτή “συνέχισε” να ζει έτσι, ενώ η Όρσα αρνιέται να συνεχίσει.

Έτσι η Όρσα δεν υποκύπτει, αλλά αντιστέκεται ακόμα και με την καταστροφή του εαυτού της κερδίζοντας την ελευθερία μέσα από τον θάνατο. Μάνα και κόρη αντιπαλεύουν για την αυτοδιάθεση της γυναίκας! Και την μάχη την κερδίζει η Όρσα! Η Όρσα δίνει μια άλλη θέση στην γυναίκα από αυτή που δίνει η μητέρα.

Τώρα η τρίτη γυναίκα, η Μόσχα ζει μέσα σε ένα ψέμα. Το κρυφό της οικογένειας που το ξέρουν η Μάνα και η Όρσα δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο για να φανερώσει την τραγικότητα και της δικής της ζωής. Σε αυτό το σημείο η Μόσχα μιλάει για την έλλειψη αποφασιστικότητας και για τις δύο. Για το ότι σαν γυναίκες αποδέχτηκαν την μοίρα που οι άλλοι ετοίμασαν για αυτές, αλλά τώρα ήταν αργά.

Όσον αφορά τους ρόλους των ανδρών, αυτοί βρίσκονται στο απυρόβλητο. Κανείς δεν θα ζητήσει τα "ρέστα" από αυτούς. Βρίσκονται απομονωμένοι στο προσωπικό μονοπάτι της κοινωνικής καταξίωσης και μόνο αυτό τους προσφέρει μια θέση που κανείς δεν θα αμφισβητήσει, κανείς δεν θα κατακρίνει. Έτσι εδώ βλέπουμε περίτρανα την έλλειψη ευθύνης των ανδρών της ιστορίας. Τόσο ο καπετάνιος πατέρας, ο οποίος ζει μια διπλή ζωή, όσο και ο Σπύρος, ο οποίος κινεί τα νήματα του δράματος με το να ζητήσει την Μόσχα σε γάμο, δείχνει το ακαταλόγιστο των ανδρικών συμπεριφορών. Είμαστε μπροστά στην ανδρική ανευθυνότητα που παραμερίζει το συναίσθημα του άλλου, οδηγώντας τον στην τρέλα.

Το έργο λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί μια ερωτική ταινία, αλλά στην ουσία, κατά την γνώμη μου, είναι μια ταινία για την τραγικότητα που μπορεί να προσλάβει η θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

 Όπως επίσης προβάλει την έννοια της ελεύθερης βούλησης και της αυτοδιάθεσης του εαυτού σαν το βασικότερο στοιχείο στην οργανική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ανθρώπου, όπου η καταπίεση μπορεί να οδηγήσει στο μαρασμό με τρόπο τέτοιο ώστε ο μαρασμός να γίνεται μια επαναστατική πράξη. Μια πράξη αντίστασης.

Κερεντζής Λάμπρος