Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Η παιδαγωγική έχει …ιστορία


 



Οι παιδαγωγικοδιδακτικές αντιλήψεις δεν πέφτουν όμως απ’ τον ουρανό ούτε γεννώνται στα σοφά κεφάλια των παιδαγωγών. Παράγονται κοινωνικά, νομιμοποιούνται και υιοθετούνται (ή αμφισβητούνται) απ’ τους παιδαγωγούς και προκρίνονται ως αυτονόητες και αναμφισβήτητες αλήθειες. Τα όσα διδάσκονται στο σχολείο είναι συνάρτηση των αντιλήψεων που επικρατούν σε κάθε ιστορική εποχή σχετικά με:
  • Τη γνώση
  • Τη μάθηση
  • Τη διδασκαλία
Σχεδόν τηλεγραφικά θα αναφερθούμε σε τρεις διακριτές περιόδους, όπως αυτές μας είναι γνωστές τόσο από την Παιδαγωγική όσο και από την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης

Ερβαρτιανή παιδαγωγική

Αντίληψη για τη γνώση: Η γνώση είναι αντικειμενική (θετικισμός), παράγεται στα Πανεπιστήμια από τους ΄΄οργανικούς διανοούμενους΄΄ και μεταβιβάζεται από κάποιον που ξέρει (δάσκαλο) σε κάποιον που δεν ξέρει (μαθητή). Η αποκτημένη γνώση λειτουργεί ηθικοπλαστικά και διαμορφώνει τον πολίτη του έθνους-κράτους.
Αντίληψη για τη μάθηση: ο μαθητής παρακολουθεί ΄΄με σταυρωμένα χέρια΄΄,
αποστηθίζει τη γνώση και την επαναποδίδει επακριβώς, υποτάσσεται και
πειθαρχεί στο δάσκαλο, τιμωρείται με σωματικές ποινές ΄΄για το καλό του΄΄. Η μάθηση θεωρείται ως μια κοπιαστική διαδικασία.
Αντίληψη για τη διδασκαλία: Η διδασκαλία θεωρείται ως τέχνη και τεχνική μετάδοσης της επιστημονικής γνώσης στο μαθητή. Τα διδακτικά περιεχόμενα θεωρούνται αυτονόητα. Αναλυτικό Πρόγραμμα δεν υφίσταται, πέρα από γενικόλογες διακηρύξεις εθνικοθρησκευτικού χαρακτήρα. Ο δάσκαλος λιώνει για να φωτίσει το μαθητή. Ο δάσκαλος εδώ θεωρείται Αυθεντία σε σχέση με τη γνώση.

Νέα Αγωγή

Η Νέα Αγωγή αμφισβητεί τον γνωσεοκεντρικό χαρακτήρα του ερβαρτιανού σχολείου. Το αποκαλεί βιβλιοκεντρικό (Buchschule), απομνημονευτικό (Lernschule) και τιμωρητικό ίδρυμα (Straffanstalt )
Η αντίληψη για τη γνώση μεταβάλλεται όχι ως προς τον τρόπο παραγωγής της αλλά ως προς την απόκτηση και την εφαρμογή-αξιοποίηση στην καθημερινή ζωή. Η αποκτώμενη γνώση πρέπει να έχει επιχειρησιακό χαρακτήρα. Το σχολείο πρέπει να συνδεθεί με τη ζωή. ΄΄Ξερή΄΄ γνώση δεν έχει νόημα
Αλλάζει η αντίληψη για τη μάθηση. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο ο μαθητής υποδέχεται τη γνώση. Αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη της Ψυχολογίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο μαθαίνει ο άνθρωπος, στοχεύει στη διαμόρφωση κινήτρων για να αποκτήσει ο μαθητής το δικό του δρόμο προσέγγισης της γνώσης. Ο κοπιαστικός χαρακτήρας της μάθησης αίρεται μερικώς.
Διδασκαλία: Ο δάσκαλος πρέπει να ενεργοποιήσει τις εσωτερικές δυνάμεις του μαθητή, να δημιουργήσει γι’ αυτό το κατάλληλο περιβάλλον (διαμόρφωση της τάξης και παιδαγωγικό κλίμα), έτσι ώστε ο μαθητής να πειραματίζεται, να ανακαλύπτει και να δημιουργεί. Ο δάσκαλος εποπτεύει-καθοδηγεί ώστε η γνώση και οι Κώδικες που αποκτά ο μαθητής να είναι οι κυρίαρχοι και οι κοινωνικά αποδεκτοί. Ο δάσκαλος θεωρείται αυθεντία ως προς την εποπτεία-καθοδήγηση

΄΄Μετανεωτερική΄΄ ή ΄΄μεταμοντέρνα΄΄ παιδαγωγική

Η γνώση αποκτά χαλαρό χαρακτήρα. Ως γνώση ορίζεται ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο ο μαθητής συσχετίζει τα δεδομένα και ερμηνεύει τα πράγματα. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι προϋπάρχουσες εμπειρίες των μαθητών, οι ανάγκες και τα ενδιαφέροντα, οι ιδιαίτερες κλίσεις, οι επιθυμίες και οι προτιμήσεις.
Η μάθηση αποτελεί μια ευχάριστη διαδικασία, κάτι ανάμεσα στη διασκέδαση και την εκπαίδευση (διασκαίδευση). Επιλεκτική ανάγνωση του γνωστικού αντικειμένου με αισθητικά κριτήρια.
Η διδασκαλία χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία ευχάριστης, παιγνιώδους ατμόσφαιρας για τη συγκινησιακή-αισθητική πρόσληψη των περιεχομένων, (από ΄΄χρώματα κι αρώματα΄΄, όπως τονίζουν κάποιοι απ’ τους δημιουργούς του Αναλυτικού Προγράμματος), συζήτηση, υποθέσεις, εκτιμήσεις, πιθανές ερμηνείες και χρήσεις.
Ο Δάσκαλος δεν μεταβιβάζει αλήθειες, απλά διασφαλίζει το πλαίσιο και τις διαδικασίες, παρέχει τις δυνατότητες και διαμορφώνει το κλίμα για την ΄΄επιλεκτική ανάγνωση΄΄ απ’ την πλευρά του μαθητή. Δεν καθοδηγεί στο ΄΄σωστό δρόμο΄΄, αφού καθένας κατασκευάζει τον κόσμο σύμφωνα με τη δική του οπτική, τα δικά του κριτήρια, ενδιαφέροντα κ.λ.π. Θεωρείται Αυθεντία ως προς τη διαμόρφωση και τη διαχείριση του παιδαγωγικού περιβάλλοντος.

πηγή: 
απόσπασμα από το άρθο
«Νέο σχολείο»: ούτε νέο ούτε σχολείο
 των
Βαγγέλης Γούλας, Δρ. Παιδαγωγικής Φ.Π.Ψ. Παν. Ιωαννίνων
Βασίλης Μουλιανίτης **Δρ. Παιδαγωγικής Π.Τ.Δ.Ε. Παν. Ιωαννίνων
Κώστας Γιαννόπουλος *** Δρ. Παιδαγωγικής Φ.Π.Ψ. Παν. Ιωαννίνων
 πίνακας: Francisco de Goya,

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Η υποτροπή, ή, «μια ψιλή δεν πειράζει»






Ο Χρήστης

 Η πρώτη περίοδο κατά την αποτοξίνωση, είναι μια μεταβατική περίοδος όπου ο πρώην χρήστης περνάει μεγάλη ανησυχία, μεγάλη ένταση και νευρικότητα, ενώ συγχρόνως εμφανίζεται η απογοήτευσης στα όρια της κατάθλιψης. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, υπάρχουν σκέψεις  βαριές και αδιέξοδες, σκέψεις καταθλιπτικές, αλλά αυτή που επικρατεί είναι να πάει να "πιει" . 

Αυτή την κατάσταση ο κάθε χρήστης την αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο. Άλλος πίνει αρκετό αλκοόλ λες και προσπαθεί με το νόμιμο ναρκωτικό να καλύψει την έλλειψη του παράνομου. 'Άλλος παίρνει χάπια, άλλος ξαναγυρνάνε στο χασίσι. Βέβαια σε “στεγνά” προγράμματα, όπως του ΚΕΘΕΑ, του 18 ΑΝΩ  κ.λ.π., οποιαδήποτε χρήση άλλου προϊόντος θεωρείται λόγος  εξόδου από το πρόγραμμα αποτοξίνωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πολλοί χρήστες δεν κάνουν χρήση άλλων προϊόντων για να ξεφύγουν από την ηρωίνη.  Υπάρχουν και αυτοί που δεν παίρνουν τίποτα την οποία θεωρούμε σαν καλύτερη λύση, διότι δεν μεταθέτουν την εξάρτηση από την μια ουσία στην άλλη, Αυτό συμβαίνει σπάνιο.

Έτσι ο καθένας που προσπαθεί να αποτοξινωθεί από την ηρωίνη, με το δικό του τρόπο προσπαθεί να ξεφύγει από την "στεγνή" πραγματικότητα, όπου επικρατεί μια τεράστια αδυναμία ευχαρίστησης, ενώ ένα  απύθμενο κενό απλώνεται μέσα του, το οποίο δεν είχε να κάνει με την απουσία της ηρωίνης, αλλά με την απουσία του εαυτού.  Ο πρώην χρήστης απαλλαγμένος από το ναρκωτικό προσπαθεί να καταλάβει τι του συμβαίνει. Η προσπάθεια όμως αυτή σκοντάφτει πάνω στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε μέχρι τώρα τον εαυτό του, που έχει σχέση με τον τρόπο που η οικογένεια τον αντιμετώπιζε. Συνεχίζουν λοιπόν να είναι ανήσυχοι και ανασφαλείς να είναι  τρομαγμένοι και περνάει από το μυαλό τους η σκέψη " Να είχαμε μια ψιλή τώρα", πράγμα που μεταδίδεται στο οικογενειακό περιβάλλον το οποίο γίνεται πιο πιεστικό, πιο αγχωτικό. Έτσι ο χρήστης και η οικογένειά του την πρώτη περίοδο της αποτοξίνωσης είναι  πάντα μέσα στο άγχος, την ανησυχία, και την ενοχοποίηση για το παραμικρό. 

Το να “πιούνε” θα ήταν η μαγική κίνηση που θα τους έβγαζε από το καθημερινό πρόβλημα της ύπαρξης, της “καθαρής” ύπαρξης. Το να “πιούνε” θα τους βοηθούσε να ξεφύγουν από το δύσκολο κενό, από την έλλειψη του νοήματος των πραγμάτων και των καταστάσεων , από αυτό που είχαν μάθει να αποφεύγουν και όχι να το αντιμετωπίζουν. Η αλήθεια όμως ήταν ότι αυτό που αντιμετωπίζουν σαν “ναρκομανείς” ήταν και είναι πιο δύσκολο από την καθημερινότητα που φοβόταν να αντιμετωπίσουν, της ζωής. Για αυτό και κάποιοι θεωρητικοί κάνουν την υπόθεση πως ο χρήστης αναπτύσσει αυτή την επιθυμία ελέγχου του ναρκωτικού, αντικαθιστώντας την αποτυχημένη προσπάθεια του να ελέγξει τις διαπροσωπικές και οικογενειακές του σχέσεις.

Η Ουσία

Η ηρωίνη λοιπόν είναι ένα ερωτικό αντικείμενο και έχει μια θαυμαστή ικανότητα να σβήνει τα χνάρια των βασανιστηρίων, σωματικών και ψυχολογικών που έχει υποβάλει τον χρήστη. Αφήνει μόνο το βουβό κλάμα της παγωμένης ευτυχίας να σκορπά την προσδοκία της ηδονής. Έτσι η σκέψη “ Μια ψιλή δεν κάνει τίποτα” στριφογυρίζει σαν μέλισσα γύρω από το μέλι μέσα στο μυαλό του . Με αυτή την σκέψη ο πρώην χρήστης ξαναμπαίνει στην ανταγωνιστική σχέση με την ηρωίνη και έχει ξεχάσει δια μαγείας τις δυσκολίες που έχει περάσει στο παρελθόν για να κόψει. Νομίζει, ακόμα μια φορά, ότι μπορεί να την ανταγωνιστεί, ότι μπορεί να την σταματήσει, όποτε αυτός θέλει, διότι πιστεύει ότι η ηδονή είναι δικιά του και μπορεί αυτός να την ελέγξει. Με αυτή την σκέψη, ότι μπορεί να ελέγξει την χρήση... κάνει χρήση. 

Η σκέψη, «μια ψιλή δεν πειράζει», είναι η πολιτική της ηρωίνης. Είναι η τακτική του ερωτικού αντικειμένου η οποία εμφανίζεται σαν αυτόματη σκέψη μέσα από την μνήμη της χρήσης ( έρωτα) η οποία γίνεται αίσθηση που χύνεται μέσα στο κορμί και κάνει τον οργανισμό να ανατριχιάσει  προσδοκώντας την παρουσία της. Η ηρωίνη - το ερωτικό αντικείμενο - παρακολουθεί χαμογελαστή από μια γωνιά και περιμένει, περιμένει καρτερικά για να τον πάρει μαζί της. Να το ξαναβγάλει στου δρόμους, να τον γυρίσει στα ίδια στέκια, να το βάλει στα ίδια απρόσωπα δωμάτια της χρήσης. Και εκείνος ξανά γυρνά στις γωνιές της πόλης με τον εαυτό του στα σάβανα της που τα νιώθει χρωματιστά σεντόνια του έρωτα. 

Η σκέψη, «μια ψιλή δεν πειράζει», είναι ένα ψέμα, διότι η "Ψιλή" είναι τόσο μεγάλη και ατελείωτη, διότι διαπερνά τα χρόνια της ζωής του, καθώς και το κορμί του, γράφοντας επάνω του και μέσα του την αδυσώπητη παρουσία της. Μια "ψιλή" είναι ο κόσμος της ηρωίνης με όλα τα τελετουργικά ψυχαναγκαστικά τερτίπια του από τα οποία προσπαθούσε να απομακρυνθεί. Κάνοντας μια"ψιλή" ξανά πηγαίνει μαζί της, ξανά μπαίνει στο κόσμο της, γίνεται υποχείριό της. Βγαίνει από τα όριά του  και υιοθετεί τα ανύπαρκτα τα δικά της. Εισέρχεται στο χώρο/χρόνο της πάλι μπερδεμένος, πάλι τυλιγμένος από την συνεχή εσωτερική και εξωτερική σύγκρουση.


Η Οικογένεια

α)  η συνήθεια της εξάρτησης

Βασικά η ηρωίνη όπως έχει οργανώσει τον χρήστη, έχει οργανώσει και την οικογένεια του, κατά την διάρκεια της χρήσης. Η απώλεια της και η προσπάθεια της αποτοξίνωσης έρχεται να την“αναστατώσει” να αλλάξει τα δεδομένα. Έτσι η απώλεια του ναρκωτικού, η έλλειψη δηλαδή του αντικειμένου ικανοποίησης και πόνου, κατ΄ αρχάς επιφέρει μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο συμπεριφοράς του χρήστη, και κατά δεύτερο λόγο στην συμπεριφορά της οικογένειας του. Το οικογενειακό περιβάλλον όπως και ο χρήστης παρουσιάζουν μια δυσκολία να ξεφύγουν από την συνήθεια και το τοξικό σενάριο μέσα από το οποίο έδιναν νόημα στην ζωή τους.

Ο εφιάλτης έχει γίνει ασφαλής συνήθεια και το καινούργιο δηλαδή η αποτοξίνωση δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή με την πρώτη. Η ένταση συνεχίζει να επικρατεί και η συμπεριφορά εκτός των ορίων δεν ανήκει μόνο στο χρήστη, αλλά και στους γονείς. Ο φόβος της χρήσης κάνει τους γονείς πιο ελεγκτικούς, αυστηρούς και απαγορευτικούς. Αυτό μεγαλώνει εκ νέου την ένταση. Όταν γίνεται υποτροπή, η οικογένεια ξαναγυρνάει στις παλιές της συνήθειες, που, από ότι φαίνεται δεν τις έχει εγκαταλείψει καθόλου.

Με τον ίδιο τρόπο που η οικογένεια είχε αναλάβει, και προσπαθούσε να ελέγξει την χρήση, τώρα θέλει να αναλάβουν την αποτοξίνωση. Με τον ίδιο κτητικό τρόπο, και με την ίδια διάθεση που οι γονείς στην προσπάθεια να ελέγξουν τον χρήστη είχαν κάνει την χρήση “δικιά” τους, με τον ίδιο τρόπο απαιτούν η αποτοξίνωση να γίνει δικιά τους. Θέλουν να την οργανώσουν αυτοί, να την ελέγχουν αυτοί, και αν και δεν έχουν άδικο γνωρίζοντας αυτά που έχουν περάσεις, δυστυχώς δεν μπορούν να καταλάβουν ότι επαναλαμβάνουν αυτό που κάνανε πάντα, να αναλαμβάνουν τον άλλον. Να δημιουργούν εξάρτηση την ώρα που ο χρήστης προσπαθεί να την “κόψει”

Πρώτα έρχεται η ψυχολογική υποτροπή και μετά η υποτροπή. Μια υποτροπή αφορά όλη την οικογένεια. Στην ουσία όλη η οικογένεια κάνει υποτροπή . Έτσι η υποτροπή δεν είχε να κάνει μόνο με την ηρωίνη. Έχει να κάνει με μια τοξική επανάληψη του οικογενειακού σεναρίου. Οι σκηνές παίζονται και ξαναπαίζονται με τις ίδιες αγωνίες, φόβους, αντιδράσεις, όπως παλιά. Όπως όταν ο χρήστης ήταν στην χρήση. Σαν η χρήση να υφίσταται ακόμα και μετά το σταμάτημα της. ¨Έτσι μπορούμε να σκεφτούμε ότι η υποτροπή επαναφέρει την οικογένεια στην παλιά της συμπεριφορά.

Εάν χρησιμοποιούσαμε τον όρο «παλινδρόμηση» του Φρόιντ, Που σημαίνει η επιστροφή του ατόμου, σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η οικογένεια “παλινδρομεί”, δεν αναπτύσσεται και επανέρχεται στον παλιό τρόπο λειτουργίας της μέσα από την χρήση του μέλους της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναβιώνουν τα παλιά χαρακτηριστικά του ρόλου του καθένα μέλους και επανενεργοποιούνται οι παλιές διασυνδέσεις και συμμαχίες μέσα σε αυτή. Είναι θαυμαστό το πόσο γρήγορα η οικογένεια επιστρέφει στις παλιές συνήθειες. Πόσο αγκαλιάζει αυτό που την πονάει.

Η απώλεια του ναρκωτικού είναι μια αλλαγή. Μια αλλαγή που είχε να κάνει τόσο με το χρήστη όσο και την οικογένειας του. Η οικογένεια είναι μέρος του προβλήματος και καλό είναι και η ίδια να “αποτοξινωθεί”, όχι από το ναρκωτικό, αλλά από τους όρους εξάρτησης που επιβάλει.

β) Η συγκρούσεις

Από την μια το προσωπικό δράμα και από την άλλη το οικογενειακό.  Από την μια η σύγκρουση με τον εαυτό, από την άλλη σύγκρουση με την οικογένεια. Αυτά τα δύο δημιουργούν το δικό τους κράμα που την εκρηκτικότητα του δεν την γνώριζε κανείς. Έτσι στο σπίτι, κατά την διάρκεια της αποτοξίνωσης, είναι όλοι στην αναμονή, όλοι προσέχουν τον πρώην χρήστη.

Βέβαια είναι βιαστικοί, θέλουν να τελειώνουν με αυτή την κατάσταση και είναι σαν, ακόμα μια φορά, να μην έχουν καταλάβει την διαχρονικότητα του προβλήματος. Σαν να μην έχουν καταλάβει ότι το πρόβλημα είναι μέσα στον τρόπο που λειτουργεί η οικογένεια, στο τρόπο που τα μέλη της συσχετίζονται μεταξύ τους.

Δεν καταλαβαίνουν ότι το πρόβλημα μπορεί να είναι φωλιασμένο στο παρελθόν της οικογένεια, σαν ένα διαχρονικό τσιμπούρι στο σβέρκο της, που της ρουφά το αίμα, ακόμα και κατά την διάρκεια της αποτοξίνωσης. Το πρόβλημα έχει σχέση με την εξάρτηση μέσα στην οικογένεια που μεταφράζεται σε συνεξάρτηση της οικογένειας από τον χρήστη, η οποία σαν λειτουργία μπορεί να επαναφέρει το πρόβλημα της εξάρτησης. Δηλαδή ξέχωρα από την σκέψη “Μία ψιλή δεν πειράζει” υπάρχει και η οικογένεια που φοβάται για αυτή την “ψιλή” και μέσα από την ανησυχία της, την κάνει να υπάρχει στην ατμόσφαιρα σαν μια πιθανή μελλοντική πράξη .

Έτσι κατά την διάρκεια της αποτοξίνωσης οι συγκρούσεις και φωνές συνεχίζουν να υπάρχουν. Συνεχίζει ο Θυμός, ο φόβος, η αγωνία και η αντιπαλότητα με τρόπο τέτοιο ώστε να επαναλαμβάνεται ο διαμελισμός, ο διαχωρισμός της οικογένειας σε ομάδες με τον χρήστη στο κέντρο, προσπαθώντας, όπως πάντα, να βρουν το δίκιο τους μέσα στην καταστροφή.

Καλό είναι να γνωρίζουμε ότι σε τέτοιες καταστάσεις, όπου η δυσαρέσκεια, η έλλειψη εμπιστοσύνης, η αντιπαλότητα κυριαρχούν στο συναισθηματικό πεδίο της οικογένειας... τότε το άγχος ξεπερνά τα όρια και η ηρωίνη κάνει την παρουσία της.

Μου ήρθε να πιω για εκδίκηση», λένε οι χρήστες που έκανα μια “ψιλή”, αλλά δεν σταμάτησαν σε αυτή. Διότι κανείς δεν σταματά σε μια “ψιλή”. Μπορεί να σταματήσει για μια μέρα αλλά την επόμενη.... Για εκδίκηση λένε... η εκδίκηση όμως είναι μια έκφραση πάθους δηλαδή υπέρμετρου συναισθήματος, και σαν τέτοια, θεωρούμε πιθανή μια υποτροπή. διότι η “ψιλή” εμφανίζεται εκεί που το συναίσθημα ρέει και δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Και όταν το συναίσθημα είναι εκδικητικό, σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την υποτροπή - τιμωρία.

Μια τιμωρία η οποία εκφράζει την ενοχή που κουβαλά ο χρήστης. Μια τιμωρία που περνάει πρώτα από αυτόν και μετά την εισπράττει η οικογένεια. Μια “ψιλή” λοιπόν στην πρώτη περίοδο της αποτοξίνωσης δεν είναι παρά μια τιμωρία που απευθύνεται σε όλη την οικογένεια . Μια τιμωρία που φαίνεται σαν ευδαιμονία για τον χρήστη, αλλά δεν είναι παρά μια είσοδος στην καταστροφή για την οικογένεια. Το σώμα του χρήστη ξανά καίγεται και λιώνει μπροστά στα μάτια της οικογένειας. Η τιμωρία της για αυτό που είναι και υπήρξε είναι αυτό το κερί στην μέση του σαλονιού που τρεμοσβήνει κουβαλώντας το σκοτάδι και την λύτρωση.

Μια εκδικητική πράξη είναι η χρήση του ναρκωτικού. Μια πράξη ενάντια στον εαυτό, ενάντια στην οικογένεια, ενάντια σ' ολόκληρη την κοινωνία. 


Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας:

Tomasz Alen Kopera


http://ego-alterego.com/2012/09/tomasz-alen-kopera-paintings/



Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Η Κοινωνική Θέση της Γυναίκας






1.1 Η θέση της γυναίκας στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

Παρ’ όλες τις ραγδαίες και πολλές φορές δραματικές εξελίξεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, μία τουλάχιστον κοινωνική σχέση παραμένει αναλλοίωτη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: η σχέση ανισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα. Στην ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζεται με πραγματικά νούμερα και ποσοστά η υποδεέστερη θέση της γυναίκας διεθνώς και σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Για παράδειγμα, οι πρώτες διεκδικήσεις του γυναικείου κινήματος αφορούσαν το δικαίωμα για ψήφο. Η Φιλανδία είναι η πρώτη χώρα που έδωσε ψήφο στις γυναίκες το 1906, ακολούθησε η Αγγλία το 1928, η Ελλάδα το 1952, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία το 1954 (Παυλάκου, 1991). Ουσιαστικά, το γυναικείο κίνημα οργανώθηκε μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο και την Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οπότε και μια σειρά από διεθνείς συμβάσεις και πολιτικές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ανάγκασαν μεγάλους οργανισμούς και κυβερνήσεις κρατών να προωθήσουν την ισότιμη συμμετοχή και αντιμετώπιση της γυναίκας στους περισσότερους τομείς. Συγκεκριμένα, το 1952 ψηφίστηκε η διεθνής σύμβαση του Ο.Η.Ε. για τα ίσα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών και την ίση πρόσβαση σε όλα τα δημόσια λειτουργήματα, με την οποία αναγκάστηκε να συμμορφωθεί και η χώρα μας (Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, 1998).
Ωστόσο, οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος των γυναικών δεν άλλαξαν σημαντικά την κοινωνική θέση της γυναίκας, η οποία εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από ουσιαστικές αντιφάσεις και επομένως να καταλήγει σε αδιέξοδα. Άλλωστε, η νομοθετική ισότητα σε καμία περίπτωση δεν προεξοφλεί ούτε και εξασφαλίζει την ουσιαστική ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα. Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1970, παρότι η γυναίκα είναι ήδη στην παραγωγή, περιορίζεται στην άσκηση μερικών μόνο επαγγελμάτων και δεν κατέχει καθόλου ανώτατες θέσεις στην επαγγελματική ιεραρχία. Παράλληλα, η πλειονότητα των πολιτών σε Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία, σύμφωνα με έκθεση της τότε Ε.Ο.Κ., πιστεύει ότι η γυναίκα είναι αυτή που πρέπει να αναλάβει την ευθύνη του νοικοκυριού και της ανατροφής των παιδιών (Παυλάκου, 1991). Αντίστοιχα, το 1981, σε παρόμοια μελέτη, το 60% των γυναικών απάντησε ότι εργάζεται εκτός σπιτιού μόνο για οικονομικούς λόγους (Παυλάκου, 1991).
Ακόμη και σήμερα όμως, η οργάνωση των θεσμών και των βασικών κοινωνικών οργανισμών παραμένει σύμφωνη με παραδοσιακά ανδρικά πρότυπα και μοντέλα ζωής (Εvans, 1994). Πολλές φεμινίστριες ισχυρίζονται ότι οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες χαρακτηρίζονται από μια «νέο-πατριαρχία», δηλαδή μια νέου είδους πατριαρχική οργάνωση, η οποία διαφέρει από παλιότερους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης μόνον ως προς το βαθμό και τη μορφή (Bradley, 1989; Walby, 1990). Για παράδειγμα, η γυναίκα μπορεί σήμερα να αναλάβει μια επαγγελματική ενασχόληση, εφόσον όμως οργανώσει τις δραστηριότητές της με τέτοιον τρόπο ώστε η καθημερινή λειτουργία του νοικοκυριού να μην διακόπτεται. Σύμφωνα άλλωστε με την τελευταία αναφορά του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (United Nations, 2000), η οποία επιχειρεί να απαντήσει στο περίπλοκο ζήτημα της εξέλιξης της θέσης της γυναίκας παγκοσμίως, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι παρόλη την πρόοδο, οι διαφορές ανάμεσα στα φύλα παραμένουν και επομένως οι πραγματικές αλλαγές στις ζωές των γυναικών σε επίπεδο κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ισότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρειάζονται ακόμη πολύ χρόνο για να ολοκληρωθούν.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι το χάσμα των δύο φύλων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχει σχεδόν εξαλειφθεί, τα 2/3 των αναλφάβητων παγκοσμίως είναι γυναίκες (United Nations, 2000). Ο αναλφαβητισμός οξύνει την απόσταση ανάμεσα στα δύο φύλα. Πράγματι, σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές το ποσοστό του γυναικείου αναλφαβητισμού είναι υψηλότερο από το ανδρικό ποσοστό, ανεξάρτητα από το επίπεδο αναλφαβητισμού της κάθε χώρας (Παυλάκου, 1991). Επίσης, παρά τα αυξημένα ποσοστά γυναικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ειδικά στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, στην Αμερική, στον Καναδά και στην Αυστραλία, οι γυναίκες συγκεντρώνονται κυρίως σε θεωρητικές σχολές, ενώ οι άνδρες σε σχολές θετικών επιστημών, γεγονός που επηρεάζει την μετέπειτα σταδιοδρομία τους και είσοδό τους στην αγορά εργασίας. Επιπλέον, περισσότεροι άνδρες παρά γυναίκες αποκτούν τις απαραίτητες γνώσεις της πληροφορικής, οι οποίες τους εξασφαλίζουν την είσοδο στα επαγγέλματα της νέας τεχνολογίας (United Nations, 2000). Ωστόσο, η ισότιμη πρόσβαση και εξέλιξη των γυναικών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης θεωρείται απαραίτητη για την πλήρη συμμετοχή της γυναίκας στη μισθωτή απασχόληση, για την προσωπική της ανάπτυξη και απελευθέρωση καθώς και για τη βελτίωση της υγείας, της διατροφής και της παιδείας του συνόλου της οικογένειας.

Σήμερα, είναι πλέον γεγονός ότι οι γυναίκες αποτελούν ένα συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό της εργατικής δύναμης σε όλο τον κόσμο. Η πιο σημαντική πλευρά της αυξημένης συμμετοχής τους στην οικονομία είναι ότι περισσότερες γυναίκες από ποτέ παραμένουν στην παραγωγή κατά τη διάρκεια των αναπαραγωγικών τους χρόνων, παρότι τα εμπόδια όσον αφορά στο συνδυασμό οικογένειας και εργασίας παραμένουν (United Nations, 2000). Όμως, παρά τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, η φύση και το είδος της εργασίας για άνδρες και γυναίκες διαφέρει σημαντικά. Οι γυναίκες πρέπει να συμφιλιώσουν την εργασία τους με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, για αυτό και η συμμετοχή τους στην παραγωγή έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα, καθώς αυτές προσλαμβάνονται ή εκδιώκονται ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας αλλά και της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι πρακτικές που χρησιμοποιούνται για τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση των γυναικών από την εργασία είναι είτε η απαγόρευση της εισόδου των γυναικών σε ορισμένα επαγγέλματα, είτε οι διάφοροι τρόποι αποβολής των γυναικών από τα επαγγέλματα, άμεσοι και έμμεσοι (Walby, 1986). Σύμφωνα με την Walby (1986), η απορρόφηση των γυναικών σε συγκεκριμένα γυναικεία επαγγέλματα αποτελεί έναν τρόπο για τη δημιουργία μιας υποβαθμισμένης εργατικής τάξης. Οι γυναίκες τελικά συνωστίζονται σε δουλειές και επαγγέλματα με μικρότερο κύρος, χαμηλότερες αμοιβές και δίχως προοπτικές εξέλιξης, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση του προσωρινού και ευκαιριακού χαρακτήρα της μισθωτής εργασίας τους.

Από την άλλη, ενώ η αυτό-απασχόληση, η μερική απασχόληση και η εργασία στο σπίτι έχουν επεκτείνει τις ευκαιρίες απασχόλησης των γυναικών, αυτού τους είδους οι θέσεις εργασίας χαρακτηρίζονται κυρίως από έλλειψη ασφάλειας, προνομίων και ιδιαίτερα χαμηλές αμοιβές (United Nations, 2000). Επιπλέον, οι γυναίκες απασχολούνται πολύ περισσότερο σε σχέση με τους άνδρες στην παραοικονομία μιας χώρας, δηλαδή ως συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη οικογενειακών επιχειρήσεων (United Nations, 2000). Ίσως ο πιο σημαντικός λόγος για τις διαφορές φύλου στον τομέα της αγοράς εργασίας, αποτελεί ο καταμερισμός της εργασίας στο χώρο της οικογένειας, όπου οι γυναίκες αφιερώνουν πολύ περισσότερο χρόνο για μη αμειβόμενη οικιακή εργασία, όπως η καθαριότητα, η μαγειρική, η ανατροφή των παιδιών και η φροντίδα άλλων μελών της οικογένειας. Ιστορικά επίσης, ο θεσμός του οικογενειακού μισθού, ο οποίος προσέφερε στους άνδρες εργαζόμενους μεγαλύτερες αμοιβές ώστε να μπορούν να συντηρούν τη γυναίκα και τα παιδιά τους,
επέβαλλε την οικονομική εξάρτηση και την ιδεολογική υποδούλωση των γυναικών (Barrett & MacIntosh, 1982).

 Ο παραπάνω θεσμός προϋποθέτει έναν άνδρα-σύζυγο, ο οποίος στηρίζει οικονομικά την οικογένεια, εν τούτοις αδικεί τις εργαζόμενες και τις ανύπανδρες γυναίκες. Πίσω από την ιδέα του οικογενειακού μισθού, κρύβεται φυσικά η αντίληψη ότι οι πρωταρχικές υπευθυνότητες των γυναικών είναι το σπίτι και η οικογένεια, ακόμη κι όταν αυτές εργάζονται. Βεβαίως στις μέρες μας, ο οικογενειακός μισθός άλλαξε όνομα και έγινε διαφορετικός μισθός, ο οποίος επίσης ενθαρρύνει τον γάμο και καθορίζει την εργασία των γυναικών ως δευτερεύουσα σε σχέση με αυτήν των ανδρών (Hartmann, 1981). Τέλος, το διάστημα 1991-97, τα ποσοστά της ανεργίας των γυναικών σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης, με εξαίρεση την Αγγλία και τη Φιλανδία, είναι υψηλότερα για τις γυναίκες, ενώ σε όλες τις χώρες οι νεότερες σε ηλικία γυναίκες αντιμετωπίζουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τους άνδρες (United Nations, 2000).

Επιπλέον, η συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι ιδιαίτερα περιορισμένη και δεν έχει αυξηθεί καθόλου τα τελευταία χρόνια. Δίχως όμως την ενεργή συμμετοχή των γυναικών και την ενσωμάτωση της γυναικείας οπτικής σε κέντρα αποφάσεων της ιδιωτικής και της δημόσιας ζωής, οι στόχοι της ισότητας, της ανάπτυξης και της ειρήνης τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν. Σύμφωνα με την Μαγγανάρα (1998), τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της συμμετοχής της γυναίκας στην πολιτική είναι τρία. Πρώτον, όλοι οι πολίτες των δημοκρατικών συστημάτων πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν ισότιμα επιρροή στη λήψη αποφάσεων που τους αφορούν, ενώ τα όργανα λήψης αποφάσεων πρέπει να είναι προσιτά σε όλους. Δεύτερον, η ανεπαρκής εκπροσώπηση των γυναικών αμφισβητεί τη νομιμότητα των αποφάσεων, καθώς αυξάνει επικίνδυνα την απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που αποφασίζουν και στους ίδιους τους πολίτες, δηλαδή τις γυναίκες. Τρίτον, σε μια τέτοια περίπτωση κάθε κοινωνία αντιμετωπίζει σημαντικές απώλειες ανθρώπινου δυναμικού, καθώς δεν αξιοποιεί αποτελεσματικά τις γνώσεις και τις εμπειρίες του μισού της πληθυσμού, δηλαδή των γυναικών.

Έτσι, το 2000 μόνο 9 γυναίκες στον κόσμο ήταν επικεφαλής κρατών ή κυβερνήσεων (United Nations, 2000). Το 1998, μόνο το 8% των υπουργών σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν γυναίκες, ενώ το 1999 οι γυναίκες εκπροσωπούσαν μόνο το 11% των εθνικών κοινοβουλίων παγκοσμίως (United Nations, 2000). Σε γενικές γραμμές η εκπροσώπηση των γυναικών στην πολιτική είναι καλύτερη σε χώρες της δυτικής Ευρώπης, όπου ανέρχεται σε ποσοστό 21% (United Nations, 2000). Ωστόσο, το 1990 στην Ελλάδα, στη Γαλλία και στη Μ. Βρετανία τα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στα εθνικά κοινοβούλια ήταν πολύ χαμηλά καθώς κυμαίνονταν από 1% έως 6% (Μαγγανάρα, 1998). Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζουν συμμετοχή των γυναικών σε ποσοστά από 7% έως 15%, ενώ το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής γυναικών σε εθνικό κοινοβούλιο εμφανίζει η Σουηδία με 38,1%. (Μαγγανάρα, 1998). Ανάλογη είναι και η εικόνα της εκπροσώπησης της γυναίκας στον κόσμο των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Για παράδειγμα, το 1999 οι γυναίκες εκπροσωπούσαν μόνο το 11% των στελεχών στις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Αμερικής (United Nations, 2000). Γενικά, τα ποσοστά γυναικών σε διευθυντικές και διοικητικές θέσεις εργασίας, σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, κυμαίνονται ως εξής για την περίοδο 1985-1997: Γαλλία 10%, Γερμανία 19%, Ελλάδα 12%, Ισπανία 12% και Αγγλία 33% (United Nations, 2000).

Ως επιπλέον στοιχεία για την κοινωνική θέση της γυναίκας παγκοσμίως αναφέρονται τα εξής: σήμερα οι γυναίκες κατά μέσο όρο γεννούν λιγότερα παιδιά, παντρεύονται σε μεγαλύτερη ηλικία, αποκτούν παιδιά εκτός γάμου, ανατρέφουν παιδιά μόνες τους ως αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών, εργάζονται σταθερά ενώ έχουν παιδιά ηλικίας κάτω των τριών ετών και παρ΄ όλα αυτά υφίστανται σε υψηλό ακόμη ποσοστό φυσική ή σεξουαλική κακοποίηση (United Nations, 2000). Επίσης, πολλές γυναίκες υποανάπτυκτων κυρίως χωρών υποφέρουν από σοβαρά προβλήματα υγείας την περίοδο της εγκυμοσύνης και από σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες.

Στις μέρες μας, ασκείται οξεία κριτική στη θεωρία και πρακτική του δημοκρατικού φιλελευθερισμού για τον αποκλεισμό των γυναικών από την πλήρη ιδιότητα του πολίτη. Όπως άλλωστε ισχυρίζεται η Arnot (1995), η θέση που κατέχουν οι γυναίκες σήμερα σε μια κοινωνία – και η θέση αυτή δεν καθορίζεται μόνο νομοθετικά – αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες του βαθμού στον οποίο αυτή η κοινωνία θεωρείται «ώριμη δημοκρατία» – όταν δηλαδή ο δημοκρατικός λόγος συμβαδίζει και ταυτίζεται με τη δημοκρατική πρακτική. Με αυτήν τη λογική, ακόμη και σήμερα οι περισσότερες Ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν αποτελούν «ώριμες» αλλά «μερικές» ή «τμηματικές» δημοκρατίες (Arnot et al., 1995). Πράγματι, «η υποαντιπροσώπευση των γυναικών καταδεικνύει την αδυναμία της δημοκρατίας, δηλαδή τη συνύπαρξη της πολιτικής ισότητας με την κοινωνική ανισότητα, αφού ο παράγων δύναμη σε κάθε κοινωνία καθορίζει ποιοι είναι εκείνοι που βρίσκονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων» (Μαγγανάρα, 1998: 22). Η ίδια συγγραφέας, παρόμοια με πολλούς άλλους, αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν ένα δημοκρατικό καθεστώς να διαπλέκεται με ένα σύστημα εξουσιαστικών σχέσεων, όπως είναι αυτό των δύο φύλων και να στηρίζεται σε αυτό. Σύμφωνα με τη James (1996), o αποκλεισμός των γυναικών γίνεται με δύο τρόπους: πρώτον, δεν αναγνωρίζονται στη γυναίκα τα πλήρη δικαιώματα και προνόμια που αναγνωρίζονται στους άνδρες και δεύτερον θεωρείται αυτονόητη μια συγκεκριμένη αντίληψη της ιδιότητας του πολίτη, η οποία αποκλείει κάθε τι παραδοσιακά γυναικείο. Το παραπάνω επιχείρημα υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η φιλελεύθερη θεωρία στηρίζεται σε μια αλληλοσυμπληρούμενη διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό, στη διάκριση δηλαδή ανάμεσα στους πολιτικούς θεσμούς μιας κοινωνίας και στην οικιακή σφαίρα του σπιτιού και της οικογένειας. Αυτό βεβαίως δεν ισχύει μόνον για τις συνθήκες ζωής παλιότερων γενεών αλλά και των σημερινών γυναικών που ζουν στις φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες. Επομένως, παρά τη σημαντική πρόοδο σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παρά τα συνεχή αιτήματα για ισότητα, οι γυναίκες δεν έχουν ακόμη αποκτήσει την πλήρη ιδιότητα του πολίτη και η δημοκρατική φιλελεύθερη θεωρία εξακολουθεί να διαιωνίζει μια αντίληψη της πολιτικής που έμμεσα περιθωριοποιεί τις γυναίκες και τις στερεί από προνόμια.

Τα τελευταία χρόνια η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάνει λόγο για το φαινόμενο του «κοινωνικού αποκλεισμού» διαφόρων κοινωνικών ομάδων, κυρίως εξαιτίας των διαρθρωτικών οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών και της μαζικής μετανάστευσης στις ευρωπαϊκές χώρες. Τα άτομα που υφίστανται αποκλεισμό δεν μπορούν να ασκήσουν βασικά κοινωνικά δικαιώματα ως πολίτες ενός κράτους, όπως εκείνα της εκπαίδευσης, της υγείας, της απασχόλησης ή το δικαίωμα σε ένα εισόδημα που να επιτρέπει ένα αποδεκτό και αξιοπρεπή τρόπο ζωής. Όπως αναφέρει η Καβουνίδη (1998), η έννοια των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη πηγάζει από το έργο του T.H. Marshall, το οποίο περιγράφει την ιστορική εξέλιξη της ιδιότητας του πολίτη και το οποίο βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι ο πληθυσμός είναι ένα ομοιογενές σύνολο που έχει ισότιμη πρόσβαση σε όλα τα δικαιώματα, αστικά, πολιτικά και κοινωνικά. Σύμφωνα όμως με τις περισσότερες φεμινίστριες, το μοντέλο του Marshall βασίζεται μόνο στην εμπειρία των λευκών ανδρών, ενώ η ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη βασίζεται εκ των προτέρων στον αποκλεισμό των γυναικών από αστικά και πολιτικά δικαιώματα.

Έτσι και η κοινωνική ιδιότητα του πολίτη, ισχυρίζεται η Καβουνίδη (1998), αναπτύχθηκε με βάση το υπάρχον σύστημα σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα φύλα και βασίστηκε σε ένα συγκεκριμένο καταμερισμό της εργασίας, με τρόπο που απέκλεισε τις γυναίκες από την ίδια πρόσβαση σε κοινωνικά δικαιώματα που απολάμβαναν οι άνδρες. Κλειδί για την πρόσβαση σε κοινωνικά δικαιώματα έγινε φυσικά η συμμετοχή στην αγορά εργασίας και η μισθωτή εργασία. Όμως, η ευθύνη της γυναίκας για τη φροντίδα των μελών της οικογένειας συνεπάγεται την παρεμπόδιση της ανάπτυξης της ίδιας σχέσης με την αγορά εργασίας που έχουν οι άνδρες. Η χωρίς πληρωμή παροχή φροντίδας στο σπίτι δεν θεμελιώνει δικαιώματα, δεν αναγνωρίζεται και δεν έχει την ίδια αξία όπως η συμμετοχή στη μισθωτή εργασία. Για παράδειγμα, με την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας οι γυναίκες εξασφάλισαν παροχές κυρίως μέσα από την εξαρτημένη θέση τους στην οικογένεια ως σύζυγοι και μητέρες, ενώ το μοντέλο του άνδρα κουβαλητή απετέλεσε το υπόβαθρο του κράτους πρόνοιας (Καβουνίδη, 1998). Η ιδιότητα του πολίτη γενικά και όχι μόνο η κοινωνική ιδιότητα του πολίτη δομήθηκε πάνω σε μια συγκεκριμένη διάκριση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, η οποία συνδέεται ιστορικά με τη συμμετοχή των ανδρών στη δημόσια σφαίρα και τον αντίστοιχο αποκλεισμό των γυναικών από αυτήν. Σύμφωνα με την Καβουνίδη (1998), στόχος σήμερα γίνεται ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη, η οποία ιδιότητα πρέπει να είναι είτε ουδέτερη ως προς το κοινωνικό φύλο, είτε να αναγνωρίζει τις διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, με ανάλογους προσδιορισμούς ώστε να αναδειχθούν αξίες και δραστηριότητες που παραδοσιακά έχουν ταυτιστεί με τις γυναίκες.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι τόσο οι υλιστικές (οικονομικές), όσο και οι πολιτισμικές (ιδεολογικές) συνθήκες διαβίωσης των γυναικών αλληλεπιδρούν για να περιορίσουν τελικά την ισότιμη αντιμετώπιση των γυναικών στην ιδιωτική και δημόσια ζωή. Με άλλα λόγια, σε οικονομικό και εργασιακό επίπεδο οι γυναίκες υστερούν σημαντικά σε σχέση με τους άνδρες, ενώ σε ιδεολογικό επίπεδο λίγα έχουν αλλάξει στην αντιπροσώπευση των γυναικών ως το «αδύνατο φύλο». Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, φαίνεται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες στις οποίες οι γυναίκες δεν κατέχουν μια κατώτερη κοινωνικά θέση, ακόμη κι αν υπάρχουν διαφορές στο βαθμό και στη φύση μιας τέτοιας υποταγής και κατωτερότητας. Η Ελλάδα δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση στο παραπάνω παγκόσμιο φαινόμενο της γυναικείας καταπίεσης.

1.2 Η θέση της γυναίκας στην Ελληνική κοινωνία.

Σύμφωνα με την Παυλάκου (1991), η θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία είναι δυνατόν να διαπιστωθεί από τη θέση της στο δίκαιο, τη συμμετοχή της στην πολιτική, τη συμμετοχή της στην παραγωγή και το ρόλο της μέσα στην οικογένεια. Στις ενότητες που ακολουθούν περιγράφεται η θέση της Ελληνίδας στους τομείς του δικαίου, της πολιτικής, της εκπαίδευσης, της εργασίας και της οικογένειας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται ωστόσο στους τομείς της μισθωτής απασχόλησης και στον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη ελληνίδα προσπαθεί να συμφιλιώσει οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Όπως είναι γνωστό, η μισθωτή απασχόληση αποτελεί ένα σημαντικό χώρο οργάνωσης της ανθρώπινης ταυτότητας και έναν τόπο άσκησης οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Η μαζική είσοδος των γυναικών στη μισθωτή εργασία σήμανε ουσιαστικά την αφετηρία στους αγώνες για τη χειραφέτηση της γυναίκας και οδήγησε σε διαρθρωτικές αλλαγές στο χώρο της οικονομίας και της οικογένειας. Με άλλα λόγια, η μισθωτή εργασία επηρέασε σημαντικά το σύγχρονο καθημερινό τρόπο ζωής και των ελληνίδων γυναικών, μεταβάλλοντας τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας τόσο στο χώρο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής ζωής. Αν και ο όρος απασχόληση ή εργασία αναφέρεται πρωτίστως στη μισθωτή εργασία, διότι αυτή θεωρείται ως η μόνη παραγωγική εργασία επειδή αμείβεται, το θέμα της γυναικείας εργασίας επεκτείνεται αναγκαστικά και στον τομέα της οικογένειας, καθώς εξαρτάται άμεσα από τις οικογενειακές δεσμεύσεις των γυναικών και συνεπάγεται μεταβολές στους οικογενειακούς ρόλους των δύο φύλων και στη γονιμότητα. Σύμφωνα με την Θανοπούλου (1992: 18), «το εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο υποστηρίζει τη χρήση του όρου γυναικεία απασχόληση ή εργασία φαίνεται να συνδέεται, άλλοτε σαφώς και άλλοτε υπαινικτικά, με την ιδεολογία της γυναικείας απελευθέρωσης, τη γενικότερη εξέλιξη της ελληνικής οικογένειας και την προβληματική της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας».

Πηγή:

Απόσπασμα
 από τη
διδακτορική διατριβή
 «Νέες γυναίκες με πανεπιστημιακή μόρφωση και η συμφιλίωση της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας στο σχεδιασμό της ενήλικης ζωής»,
  Χριστίνα Αθανασιάδου, Τμήμα Ψυχολογίας Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη,

Πίνακας: .Picasso, Femme se peignant, juin 1940    
 http://www.philippesollers.net/radio-libre.html

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Το "Νέο Σχολείο”






Η είδηση λέει ότι “την περασμένη εβδομάδα κλήθηκε από το αστυνομικό τμήμα του Κερατσινίου η διευθύντρια λυκείου της περιοχής για την κατάθεση ονομάτων μαθητών που συμμετείχαν στις μαθητικές καταλήψεις του περασμένου Οκτωβρίου. Η λυκειάρχης προφανώς δεν αντιστάθηκε σθεναρά στις πιέσεις των αστυνομικών οργάνων – σε αντίθεση με τον διευθυντή του Γυμνασίου, με το οποίο συστεγάζονται, που αρνήθηκε να αποκαλύψει ονόματα μαθητών του”.

Αυτή η είδηση, δεν είναι καθόλου απλή.  
Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, η αστυνομία κάνει τώρα την παρουσία της σε κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, όπως τα λύκεια τα γυμνάσια, αλλά και σε αυτά τα δημοτικά! Δηλαδή εάν μέχρι τώρα είχαμε επεμβάσεις της αστυνομίας ενάντια στους φοιτητές τώρα μεγαλώνει την ακτίνα της δράσης της και περιλαμβάνει ακόμα και τα νηπιαγωγεία.


Μετά, η προσπάθεια θέσπισης όρων λειτουργίας της εκπαίδευσης και η εγκατάσταση ενός “αστυνομικού” ελέγχου για την σωστή λειτουργίας της, μαρτυρά την προσπάθεια της κυβερνητικής εξουσίας να επέμβει στην διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, όχι μόνο, όπως το κάνει μέχρι τώρα, στην υλικο-οικονομική υποδομή του, αλλά και στο περιεχόμενο, και στο τρόπο διδασκαλίας, δηλαδή στη γενική του λειτουργία.

Η κυβερνητική πολιτική για την παιδεία δεν εκφράζει το ενδιαφέρον της, μόνο με τις κάθε είδους περικοπές σε έμψυχο και άψυχο υλικό, αλλά με αυτή την απόφαση, θέλει να επέμβει στο σύνολο των σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα στο χώρο του σχολείου, και της εκπαίδευσης με σκοπό να τις ελέγξει. Βέβαια δεν απαιτούμε από την κυβερνητική πολιτική να καταλάβει πως, ότι συμβαίνει στο χώρο του σχολείου είναι εκπαίδευση, όπως το διάλειμμα, ο ελεύθερος χρόνος. Πώς ότι συμβαίνει αποτελεί κομμάτι από το παζλ που λέγεται Παιδεία και διαμορφώνεται και λειτουργεί τόσο από τους εκπαιδευτικούς όσο και από τους μαθητές.

Ο χώρος του σχολείου

Η ψυχική και κοινωνική διαμόρφωση του μαθητή επιτυγχάνεται από την σχέση με τους συμμαθητές του και τους δασκάλους του. Μέσω αυτών των σχέσεων συν κατασκευάζεται από όλους η “σχολική κοινωνία”. H “σχολική κοινωνία” είναι μια μικρή κοινωνία, της οποίας τα δρώμενα έχουν να κάνουν με την διαμόρφωση της σχέσης του παιδιού με την κοινωνία. Δηλαδή ο χώρος του σχολείου είναι ένας χώρος κοινωνικοποίησης του παιδιού. Οι αλληλεπιδράσεις, οι σχέσεις, οι συνομιλίες, οι παρέες, οι ώρες του μαθήματος, τα διαλείμματα, όλα αυτά, όλες αυτές οι κοινωνικές συμπεριφορές είναι η πραγματική ύλη της εκπαίδευσης. Μέσα από τις σχέσεις στο σχολείο, διαμορφώνεται ο μελλοντικός πολίτης κάθε χώρας.

Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι, η ελευθερία ή όχι του εκπαιδευτικού συστήματος, παίζει σημαντικό ρόλο στην μορφή που μπορεί να πάρει το σχολείο. Έτσι μπορούμε να έχουμε ένα ανελεύθερο, αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα που στοχεύει στον νόμο και την τάξη, αγνοώντας το περιεχόμενο, αλλά και τις διαδικασίες της εκπαίδευσης. Όπως μπορούμε να έχουμε ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο στοχεύει περισσότερο στην δυνατότητα να μπορέσει ο μαθητής να εκφράσει την επιθυμία του, την παρουσία του, την διαφορετικότητα του, για κάθε τι που έχει σχέση με την εκπαίδευση και με τον ίδιο..

Το μεν πρώτο στοχεύει στην εξάρτηση, την βία και την υποταγή, το δε δεύτερο στην ελευθερία, τον σεβασμό και την αυτονόμηση του μαθητή. Το κάθε ένα από αυτά, ανάλογα με την ατμόσφαιρά που δημιουργεί, διαμορφώνει και κτίζει τους ενήλικες του μέλλοντος.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων και ιδεών αποτελεί άρθρο στο χάρτη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το σχολείο είναι ο χώρος όπου τα δικαιώματα αυτά πρέπει να προστατευτούν τόσο σαν διδασκαλία, όσο και σαν πράξη, σαν παιδαγωγική πράξη, που στοχεύει την αυτονόμηση του μαθητή και του αυριανού ενήλικα. Η γνώση είναι ελευθερία και θέλει ελευθερία για να ζήσει. Για αυτό το λόγο, το σχολείο πρέπει να μένει ελεύθερο διότι είναι η μόνη συνθήκη που βοηθάει στην μετάδοση της γνώσης σε διανοητικό και ψυχοκοινωνικό επίπεδο. Ατελείωτες διατριβές μπορεί να βρει κανείς, αν θέλει, για την σημασία της ελευθερίας στην διαδικασία της μάθησης.

Η απόφαση λοιπόν αυτή θέλει να διαμορφώσει, (με την παρουσία της αστυνομίας), το φιλοσοφικό και ψυχοκοινωνικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης, το οποίο εκφράζεται καθημερινά στο σχολείο ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές, είτε μέσα στην τάξη είτε εκτός αυτής.


Η παιδαγωγική σχέση

Η σχέση εκπαιδευτικού - μαθητή είναι αυτή που η παιδαγωγική επιστήμη ονομάζει “Παιδαγωγική σχέση”. Η παιδαγωγική σχέση αποτελεί τον πυρήνα της εκπαίδευσης. Είναι η σχέση που ενώνει γνωσιακά, ψυχολογικά και κοινωνικά, έναν ενήλικο με έναν ανήλικο με καθαρά παιδαγωγικό στόχο. Και αυτή η συναισθηματική εμπλοκή και των δυο, αποτελεί τον πυρήνα της κοινωνικοποίησης του παιδιού.

Η παιδαγωγική σχέση αποτελεί το μέσον αλλά και το στόχο της εκπαίδευσης.
Ως παιδαγωγικό μέσο, διότι, η δημιουργία σχέσεων με διάρκεια και συνέπεια, επιδρά στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή και τον βοηθά να βρει την θέση του μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Και ως παιδαγωγικός στόχος, διότι, μέσα από την μορφή της σχέσης μπορεί να λειτουργήσει η μετάδοση γνώσεων και στάσεων ζωής.
Για τους παραπάνω λόγους, η παιδαγωγική σχέση είναι ένας αναμφισβήτητα, σημαντικός στόχος, η επίτευξη του οποίου διευκολύνει την μετάδοση των γνώσεων και την επιτυχία των υπόλοιπων παιδαγωγικών στόχων. 1

Ακριβώς λοιπόν εδώ, μ΄ αυτή την απόφαση η κυβερνητική πολιτική θέλει να κτυπήσει την καρδιά της εκπαίδευσης, αποζητώντας να την διαμορφώσει σύμφωνα με το ψυχοπαθητική αυταρχικότητα της. Θέλοντας να διεισδύσει στην σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή, προσπαθεί να καθορίσει τόσο την επικοινωνία τους, όσο και την συμπεριφορά τους. Με λίγα λόγια θέλει να αλλάξει αυτή την σχέση και να την φέρει σύμφωνα με τα συμφέροντα της.

Φόβος στην εκπαίδευση,
φόβος για όλους

Σκέπτομαι ότι, η εγκατάσταση ενός “αστυνομικού” ελέγχου στοχεύει, στο άπλωμα ενός κλίματος φόβου στην κοινωνία. Δυστυχώς οι πρώτοι αποδέκτες της εφαρμογής του αυταρχικού συστήματος θα είναι τα παιδιά και οι εκπαιδευτικοί. Έτσι,... έχουμε και άλλες ειδήσεις όπου, αυτή την φορά, έφηβοι καλούνται, σύρονται σε ανάκριση. Τους ζητάνε να απαντήσουν σε ερωτήσεις που αφορούν τρίτα πρόσωπα, (γονείς, καθηγητές, συνομήλικους). Τους ζητάνε να μαρτυρήσουν, να αποκαλύψουν σχέσεις και καταστάσεις που αποτελούν την ίδια τους την ζωή, τους ζητάνε να κάνουν κοινή την ιδιωτική τους ζωή. Ανήλικοι που ανακρίνονται σαν ενήλικοι. Που δεν επιτρέπουν να παρευρίσκονται οι γονείς τους. Εκφοβίζονται, απειλούνται και κάνουν φάκελο στην ασφάλεια...

Η απόφαση αυτή, λοιπόν δίνει την δυνατότητα στην ασφάλεια να καλέσει το καθένα όχι μόνο για παράπτωμα δικό του, αλλά και άλλων. Δίνει το δικαίωμα για παρακολουθήσεις, συλλήψεις, εγκλεισμούς ανηλίκων με μαρτυρίες οι οποίες μπορούν να υπάρχουν μέσα από εκβιασμούς για στιγματισμό και αποκλεισμό από την εκπαίδευση. Για σκεφτείτε το λιγάκι, ποια επίδραση θα έχει στο παιδαγωγικό έργο του σχολείου παρεμβάσεις τέτοιου τύπου από την ασφάλεια;

Ο τρόπος με τον οποίον η πολιτική εξουσία συμπεριφέρεται στους νέους δεν έχει στόχο μόνο τους ανήλικους, αλλά και τους ενήλικες, γονείς και εκπαιδευτικούς. Η απόφαση αυτή έρχεται να πλήξη και τις τρεις κοινωνικές ομάδες που συμμετέχουν στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι , τους γονείς, τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς. Στοχεύει στην αναβίωση του φόβου μέσω της παρουσίας της αστυνομίας και για τις τρεις αυτές ομάδες. Δηλαδή σε όλους σχεδόν τους πολίτες αυτής της χώρας. Η απόφαση αυτή έχει στόχο όλη την κοινωνία, διότι έρχεται να βάλει χέρι, με ένα “άλλο τρόπο” στην εκπαίδευση και κατ' επέκταση στην παιδεία αυτής της χώρας.

Η συνεργασία

Η ιδέα λοιπόν της αστυνόμευσης της εκπαίδευσης σημαίνει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να συνεργαστεί με την αστυνομία, δηλαδή με ένα μηχανισμό καταστολής. Θα πρέπει να υποταχθεί στις απαιτήσεις του με σκοπό την παρακολούθηση και συλλογή στοιχείων για πρόσωπα και καταστάσεις που διαδραματίζονται στο χώρο του σχολείου, αλλά και έξω από αυτό, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με την μάθηση, αλλά γίνονται πάντα για “την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος”. Ζητείται, τόσο από τα παιδιά, όσο και από τους εκπαιδευτικούς, να γίνονται καταδότες, ασφαλίτες στην θέση της ασφάλειας και να σκέπτονται όπως αυτοί, δηλαδή να ψάχνουν τον ύποπτο. Με άλλα λόγια η αστυνομία ζητά εξαναγκασμένους εθελοντές κατασκευάζοντας ανύπαρκτους υπόπτους


Ο ύποπτος, ο εχθρός, είναι αυτός που επιβουλεύεται την κυβερνητική πολιτική, που δεν δέχεται τους όρους του άνισου κοινωνικού παιχνιδιού. Αυτός που αρνείται τους όρους υποταγής, που απαιτεί να υπάρξει σαν άνθρωπος ολοκληρωμένος και όχι σαν πρωτόγονο σκατό των ιδεοληπτικών φαντασιώσεων της. Για την κυβερνητική πολιτική αυτού του τύπου, δηλαδή φασιστικού, όλοι είναι ύποπτοι, άρα πρέπει να εκπονηθεί ένα σχέδιο αντιμετώπισης της απειλής, που στηρίζεται στην αναγκαστική μαρτυρία, στο χαφιεδισμό και στην προδοσία. Το σχολείο αποτελεί έναν από τους πιο ιδανικούς χώρους για να ευδοκίμηση το πνεύμα του μίσους και της γενικευμένης ανασφάλειας. Εκεί πρέπει να αναζητηθεί, αλλά και να κατασκευαστεί ο ύποπτος, στη νεολαία .

Την πολιτική εξουσία την ενδιαφέρει, από την μια, αυτές οι αντιδράσεις, οι αρνήσεις των νέων, να πληγούν, να χτυπηθούν στην γέννησή τους. Και από την άλλη, την ενδιαφέρει να διοχετεύσει την ανελευθερία, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την υποταγή, στις σχέσεις που αναπτύσσονται στο χώρο της εκπαίδευσης. Να καταστήσει ΤΟΝ ΦΟΒΟ, σαν βασικό χαρακτηριστικό του εκπαιδευτικού συστήματος.

Στα χνάρια του φασισμού2

Αυτή η πράξη της διεύθυνσης της αστυνομίας αποκαλύπτει το μελλοντικό παράδεισο που κατασκευάζει η κυβερνητική πολιτική στους μελλοντικούς πολίτες του εφιαλτικού βασιλείου της. Τα τέρατα του σκότους, του εκφοβισμού και της υποταγής, σηκώνουν το βρομερό μπόι τους. Διότι κάθε σύστημα, το οποίο θέλει να ασκεί τον έλεγχο στο, τι κάνει, τι λέει, ή τι σκέπτεται ο πολίτης, βασίζεται στην ιδεολογική φόρμουλα του φασισμού που εκφράζεται σε παιδαγωγικό επίπεδο, με τον έλεγχο, την τάξη και την τιμωρία. Για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα, χρειάζεται περιορισμό των βασικών ελευθεριών του μαθητή, του εκπαιδευτικού και εν γένει του πολίτη. Χρειάζεται περιορισμούς, όπως της ελευθερίας της έκφρασης και κυκλοφορίας των ιδεών, χρειάζεται παρακολούθηση των συναναστροφών και των “επικίνδυνων επαφών”. Βασικά η κυβερνητική πολιτική προτείνει, μια αυταρχική εκπαίδευση, όπου το μεγαλύτερο χάρισμα του μαθητή θα είναι η υποταγή. Μέσα από τον φόβο επιτυγχάνεται η μελλοντική υποταγή, η καθυπόταξη του. Αυτό μου θυμίζει την εκπαίδευση στρατιωτικού τύπου, όπου ο πρώτος στόχος αυτής της εκπαίδευσης είναι το υποκείμενο να χάσει την αίσθηση της ταυτότητας του.

Από εδώ και πέρα, με την παρουσία της αστυνομίας, ο έλεγχός και η τιμωρία θα καλλιεργήσουν τον φόβο σαν μόνιμο συναίσθημα στην καθημερινότητα του μαθητή, του εκπαιδευτικού και του γονέα. Από εδώ και πέρα, ο έλεγχος και η τιμωρία μπορούν να πάρουν ατελείωτες, οδυνηρές, καταστροφικές μορφές και για τους τρεις. 
 
Για αυτό, αυτή η είδηση, δεν είναι και τόσο απλή.

Κερεντζής Λάμπρος


Διαβάστε επίσης: 

1Η Παιδαγωγική σχέση 
 http://kerentzis.blogspot.gr/search?updated-max=2009-08-19T14:36:00%2B03:00&max-results=7&start=7&by-date=false
2 Νέοι και ο φασισμός 
 http://kerentzis.blogspot.gr/2013/07/blog-post_12.html

Πίνακας Frédérique Marin 2301 × 2301 - laciternedupanier.com
 

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Η Εξέγερση





Η Εξέγερση εκφράζει ένα συναίσθημα αγανάκτησης και αποδοκιμασίας κάποιας κατάστασης Η εξέγερση εκφράζει επίσης τη δυναμική άρνηση υποταγής στην εξουσία, Εκφράζεται με συμπεριφορές όπως ο μη σεβασμός των κοινωνικών κανόνων, όπως ανυπακοή, ξεσηκωμός, ανταρσία.

Αιτίες της εξέγερσης
  1. Άρνηση υποταγής σε μια κατάσταση : Αυτή η εξέγερση έχει στόχο να μειώσει τις κοινωνικές ανισότητες, οικονομικές, εθνικές, με στόχο να κερδίσει καινούργια δικαιώματα
  2. Άρνηση σε μια εξουσία που θεωρείται παράνομη. Εδώ περιλαμβάνονται οι εξεγέρσεις ενάντια στο κράτος
  3. Επανεγκατάσταση ενός παλαιάς τάξης: Οι εξεγέρσεις αυτές γίνονται στα πλαίσια της αντίστασης σε νομοσχέδια ή σχέδια νόμου και προσπαθείας κατάργησή τους από την μάζα
  4. Για την εγκαθίδρυση μια καινούργιας κυβέρνησης: Αυτή η εξέγερση έχει στόχο επαναστατικό και ψάχνει να ενθαρρύνει και να προωθήσει νέους ηγέτες
Μορφές εξέγερσης
ατομική, συλλογική, οργανωμένη, αυθόρμητη

Η εξέγερση μαζεύει ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων με κοινό συμφέρον και με ένα κοινό στόχο. Η εξέγερση είναι τις περισσότερες φορές μια συλλογική πράξη. Υπάρχουν και ατομικές εξεγέρσεις στην περίπτωση του σαμποτάζ, της τρομοκρατίας, της βίας, όμως η ατομική εξέγερση σπάνια θεωρείται επαναστατική.

Πηγή: Λεξικό