Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Η επικοινωνία στην οικογένεια (εφηβεία 12)






Πολλοί γονείς, στην περίοδο της εφηβείας, παραπονιούνται για την έλλειψη επικοινωνίας με τα παιδιά τους.

Οι γονείς συνήθως παραπονούνται, ότι ο/η έφηβος/η παίρνει μεγάλη απόσταση από αυτούς, δεν μιλάει, μένει απομονωμένος, κάνει πολύ ώρα χρήση του ίντερνετ. Τον περιορισμό αυτόν τον αποδίδουν στην κρίση της εφηβείας, αλλά δεν παύει να είναι ένα στοιχείο που μαρτυρά την αλλαγή στην σχέση γονέα-εφήβου/ης, μια αλλαγή στα πλαίσια της φυσιολογική τους ανάπτυξης. Φανερώνει ότι ο/η έφηβος/η χρησιμοποιεί τον χρόνο του διαφορετικά από πριν. Ο περιορισμός της επικοινωνίας, με την οικογένεια δεν σημαίνει πάντα την αναζήτησης μεγαλύτερης αυτονομίας. Μπορεί η απομόνωση να μαρτυρά μια έλλειψη επικοινωνίας, ή μια “άλλη” επικοινωνία στην οικογένεια.


Η εφηβεία είναι ένα οικογενειακό γεγονός.

Η εφηβεία είναι μια οικογενειακή κατασκευή που όλοι συμμετέχουν ο καθένας από την δική του θέση και ρόλο. Η περίοδος της εφηβεία δεν έχει να κάνει μόνο με τον/ην έφηβο/η αλλά με ολόκληρη την οικογένεια. Οι αναταραχές στην εφηβεία δημιουργούν αναταραχές στην οικογένεια. Η εφηβεία φέρνει μια αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της οικογένειας, και στις σχέσεις μέσα σε αυτή. Είναι μια αλλαγή η οποία αφορά όλη την οικογένεια και αναπαράγεται με την συμμετοχή όλων. Στη περίοδος αυτή της οικογένειας συμβαίνουν αλλαγές στον γνωστικό και συναισθηματικό πεδίο της οικογένειας, με τρόπο ώστε, να επανακαθορίσει την λειτουργία της, στα δεδομένα που η εφηβεία έχει ανάγκη, αλλά και προβάλλει σαν αίτημα μέσα από την συμπεριφορά της. Είναι μια περίοδο ευρύτερων οικογενειακών ανακατατάξεων σε όλα τα μέλη της οικογένειας, και στην μορφή των αλληλεπιδράσεων που τους καθορίζουν.


Η απόσταση της εφηβείας, έχει να κάνει με τον χώρο, άλλα όχι με το συναίσθημα.

Συναισθηματικά οι έφηβοι είναι δεσμευμένοι από την οικογένεια. Πολλές φορές αυτά τα δεσμά είναι βαριά και ασήκωτα. Πολλές φορές οι έφηβοι γίνονται μάρτυρες και καλούνται να πάρουν θέσεις μέσα στην οικογένεια για θέματα που δεν τους αφορούν, αλλά τους καθορίζουν. Γίνονται τα μέλη που καλούνται να σηκώσουν το βάρος των προσδοκιών της οικογένειας. Αυτές είναι καταστάσεις μπορούν να κάνουν έναν έφηβο/η να κλειστεί στον εαυτό του. Η σιωπή, η αποφυγή, ο εκνευρισμός, το άγχος, αποτελούν διαδικασίες στην οικογένεια μέσα από τις οποίες εκφράζεται, στην ουσία η έλλειψη απόστασης και όχι η απόσταση, ανάμεσα στα μέλη .


Εκτός από τις διαδικασίες χρειάζεται να δούμε και το περιεχόμενο της επικοινωνίας.

Βέβαια ο/η έφηβος/η δεν έχει αποκλείσει τελείως την σχέση και την συζήτηση με τους γονείς, όπως λένε, αλλά την έχει περιορίσει. Και πως να μην την περιορίσει όταν μπορεί εύκολα να γίνει αντικείμενο κριτικής, αλλά και της επεμβατικής συμπεριφοράς των γονέων. Επικοινωνία δεν σημαίνει να μιλά μόνο ο ένας και ο άλλος να είναι υποχρεωμένος να ακούει, όπως δεν σημαίνει να μιλάμε μόνο για τα προβλήματα της εφηβείας μέσα στην οικογένεια. Καλό είναι οι γονείς να εξετάσουν και το περιεχόμενο της επικοινωνίας με τα παιδιά τους.


Η επικοινωνία δεν έχει να κάνει μόνο στην σχέση με τον έφηβο/η αλλά με όλη την οικογένεια.

Όταν υπάρχουν δυσκολίες στην επικοινωνία, λόγω απόστασης, ή το αντίθετο, καλό είναι οι γονείς να αναρωτηθούν τι συμβαίνει με τους ίδιους. Η διαταραγμένη επικοινωνία, π. χ. στην σχέση των γονέων καθορίζει την θυμική κατάσταση της οικογένειας και επηρεάζει την επικοινωνία του γονέα με τον/ην έφηβο/η και το αντίθετο. Με αυτό το παράδειγμα θέλω να πω ότι, δεν θα πρέπει να επικεντρωθούμε στην εφηβεία, αλλά σε αυτό που γίνεται γύρω από αυτή, στο οικογενειακό περιβάλλον. Να εξετάσουμε το πρόβλημα της επικοινωνίας σαν δυσλειτουργία της οικογένειας και όχι σαν δυσλειτουργία του/ης εφήβου/ης 

Κερεντζής Λάμπρος 

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Το Συγκινησιακό «Μπέρδεμα», οι Συμβολισμοί και οι Κοινωνικές Αναπαραστάσεις του Καπνίσματος στην Εφηβεία






Το προφίλ του έφηβου και η σχέση του με το κάπνισμα

Πολλές ελληνικές και ξένες έρευνες της τελευταίας 20ετίας με θέμα τον έφηβο και τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη της συνήθειας του καπνίσματος καταλήγουν στο κοινό συμπέρασμα ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ενήλικων καπνιστών αρχίζει το κάπνισμα κατά την εφηβεία.Αυτή είναι μια περίοδο που ο νέος άνθρωπος περνάει έντονες και σημαντικές αλλαγές: βιολογικές, συναισθηματικές, κοινωνικές, ενώ παράλληλα δοκιμάζει τον εαυτόν του σε προκλήσεις που αισθάνεται ότι δέχεται από τους σημαντικούς γι αυτόν ενήλικες –γονείς, αδέλφια, δασκάλους- και όσο μεγαλώνει και από την «παρέα», την ομάδα των συνομιλήκων η οποία γίνεται όλο και πιο σημαντική. Ο/η έφηβος ενδιαφέρεται σε αυτήν την περίοδο της ανάπτυξής του/της να αναπτύξει και να καθιερώσει την προσωπική του/της ταυτότητα και να γίνει αποδεκτός/ή γι αυτό που θέλει να προβάλλει ότι είναι. Εχει ανάγκη να διακριθεί για τις επιδόσεις και τις δεξιότητες που έχει, για την ωριμότητα και την ανεξαρτησία του και να επιτύχει την αναγνώριση από το άλλο φύλο. Η αναζήτηση της ταυτότητας και η υιοθέτηση συμπεριφορών και στάσεων που ο/η έφηβος/η συσχετίζει με την μοναδικότητα της ταυτότητας συχνά συγχέουν τη λογική και τη γνώση με τη δυναμική του συναισθήματος, του συμβολισμού και των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Ολα «παίζονται» και «μπερδεύονται» σε ένα έντονα συγκινησιακό περιβάλλον όπου η ανασφάλεια και η ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής μάχονται. Παρατηρείται ότι έφηβοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση, έλλειψη αυτοπεποίθησης στις ικανότητες και τις επιδόσεις τους και αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους καταφεύγουν στο κάπνισμα, υιοθετώντας συχνά και εκείνη τη μάρκα τσιγάρου στην οποία η διαφήμιση προβάλλει ένα πρότυπο πετυχημένου/ης αλλά συγχρόνως ανεξάρτητου/ης, ανέμελου/ης και «cool» τύπου ή τύπισσας με τον οποίο/α ο/η έφηβος θα ήθελε να μοιάζει.
Μα είναι στα αλήθεια τόσο αφελής ο/η έφηβος;

Τι δείχνουν οι μελέτες σχετικά με την ψυχολογία του έφηβου καπνιστή;

Ο έφηβος καπνιστής χρησιμοποιεί το κάπνισμα ως μέσο βελτίωσης της εικόνας του και της αυτοεκτίμησής του για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που έχει στην επικοινωνία με τους σημαντικούς ενήλικους. Το τσιγάρο γίνεται για τον έφηβο το μέσο για να ξεπεράσει αδυναμίες που αισθάνεται συχνά ότι έχει σε σχέση με επιδόσεις και δεξιότητες που απαιτούνται από αυτόν και που δεν πιστεύει ότι έχει τις ανάλογες ικανότητες να ανταποκριθεί τόσο καλά όσο οι άλλοι, ώστε να γίνει αποδεκτός.
Ο έφηβος όταν βρίσκεται με την «παρέα» και καπνίζει, «βλέπει» στα μάτια των άλλων την αποδοχή και την αναγνώριση. Η αίσθηση αυτή, που είναι προσωπική του ψευδαίσθηση, χάνεται όταν μείνει ξανά μόνος και πρέπει να αναλάβει και να ανταποκριθεί σε ότι αναμένεται από αυτόν. Το αίσθημα της αδυναμίας τον κατακλύζει, τον συνθλίβει και αναζητά στήριξη, έναν τρόπο που θα τον βοηθήσει να κτίσει την προσωπικότητά του.

Oι κοινωνικές αναπαραστάσεις και ο συμβολισμός του τσιγάρου

Το τσιγάρο «σβήνει» και «ανάβει» συγκινήσεις. Στα μάτια του έφηβου και της έφηβης γίνεται σύμβολο δύναμης, ανεξαρτησίας, επιτυχίας, ωριμότητας, χειραφέτησης. Ο/η έφηβος ταυτίζεται με αυτήν την εικόνα, το τσιγάρο γίνεται μέρος του εαυτού του/της, της «ώριμης» εικόνας του/της, της ενηλικίωσής του/της. Η προέκταση του χεριού του/της, με το τσιγάρο στην άκρη των δακτύλων, είναι η σημαία που διακηρύσσει την ανεξαρτησία του καπνιστή, την κατάληψη του χώρου από αυτόν/ήν και την «παρέα». Η περίτεχνα ανέμελη ή έντονα νευρώδης κίνηση για το τίναγμα της στάχτης, αναπαριστά το προσωρινό «κάψιμο», το «πέταμα» στο καλάθι των αχρήστων όλων των περιττών και ανούσιων αιτημάτων που εκκρεμούν και επιβάλλονται έξωθεν από τον κόσμο των σημαντικών, όσων βρίσκονται πέραν του νέφους και των ορίων του καπνού. Ο νέος με το τσιγάρο στα δάκτυλα είναι “cool” και “in”. Η ντελικάτη κίνηση του ανοίγματος του πακέτου δηλώνει το «άνοιγμα»-πρόσκληση για επικοινωνία, ενώ η προσεκτικά επιλεγμένη μάρκα, «η μάρκα του/της», ταυτίζεται με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που θέλει να προβάλλει: δηλώνουν το δυναμισμό ή την ευαισθησία, τη σπανιότητα ή την κοινή προέλευση. Το τύλιγμα του «δικού του/της» τσιγάρου που έρχεται αργότερα, στην ώριμη νεότητα, παρουσιάζει ιδιαίτερες δεξιότητες, δηλώνοντας ταυτόχρονα την επιλεκτικότητα και μοναδικότητα του/της καπνιστή/στριας.

Ποιοί παράγοντες οδηγούν τον/την έφηβο στο κάπνισμα;

Η επιρροή της οικογένειας είναι σημαντική και προηγείται της επίδρασης που ασκεί η «παρέα». Οι έφηβοι καπνιστές στην πλειονότητά τους προέρχονται από καπνιστικές οικογένειες και έχουν από μικρή ηλικία εκτεθεί στους καπνούς, στην οσμή και στο παθητικό κάπνισμα. Η πρόσβαση στο τσιγάρο από μικρή ηλικία είναι εύκολη καθώς διατίθεται στο σπίτι και μάλιστα ανέξοδα. Συχνά το πρώτο ή τα πρώτα τσιγάρα προσφέρονται από τους γονείς ή τα αδέλφια και η κίνηση της προσφοράς συχνά αντανακλά αποδοχή, αναγνώριση της «ενηλικίωσης» ή δηλώνει συντροφικότητα. Συχνά προσφέρεται για την αντιμετώπιση αδιέξοδων καταστάσεων ή σε στιγμές χαλάρωσης. Τα «θεμέλια» του καπνιστή τίθενται επομένως στο σπίτι, από τους σημαντικούς άλλους.
Η παρέα αργότερα «έρχεται» για να «κτίσει» τη συνήθεια, να κάνει το τσιγάρο προέκταση της ταυτότητας του/της έφηβου, «η μάρκα του/της», «η μυρουδιά του/της», η «ανάγκη του/της» γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του είναι του.
Η διαφήμιση προωθεί και καθιερώνει κοινωνικά στερεότυπα που συμβάλλουν στην ανάπτυξη και μονιμοποίηση του καπνίσματος. Τα μέτρα πρόληψης για το κάπνισμα, η πρόληψη της υγείας είναι νεφελώδη και αδύναμα πίσω από τον/την γοητευτικό/ή καπνιστή ή καπνίστρια που εμφανίζονται δυναμικοί, με απεριόριστη ελευθερία, κοινωνικό γόητρο και οικονομική επιτυχία.
Η κοινωνία και συγκεκριμένα η Ελληνική κοινωνία, είναι μια κοινωνία καπνιστών.
Ολοι γνωρίζουμε ότι «το κάπνισμα βλάπτει την υγεία», αλλά ο αριθμός των νέων που καπνίζουν αυξάνει.

Πολιτική πρόληψης του καπνίσματος στους έφηβους

Η πρόληψη του καπνίσματος στους έφηβους μπορεί να προωθηθεί με μεθόδους που έχουν σχέση με την αυτοεκτίμηση, την προσωπική ανάπτυξη, την έγκυρη ενημέρωση, τη διέγερση του συγκινησιακού μέρους του έφηβου, την παρουσίαση αληθινών περιπτώσεων πασχόντων από τις συνέπειες του καπνίσματος, την προώθηση και ανάδειξη του κοινωνικού στερεότυπου του μη καπνιστή ως του φυσιολογικού «cool» και «in» σύγχρονου, ανεξάρτητου και πετυχημένου νέου. Με μέτρα επίσης όπως είναι η υψηλή φορολόγηση του καπνού, η απαγόρευση της αγοράς καπνού από άτομα νεαρής ηλικίας, η απαγόρευση του καπνίσματος σε όλους τους χώρους εργασίας, η ενθάρρυνση ανάπτυξης αντικαπνιστικών χώρων ψυχαγωγίας και η απαγόρευση των καπνοπαραγωγικών εταιρειών να επιχορηγούν δραστηριότητες και προιόντα που απευθύνονται στους νέους.

Μια πολιτική για την πρόληψη του καπνίσματος πρέπει να γίνεται με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιεί η διαφήμιση για την προώθηση του τσιγάρου. Να είναι διάχυτη στην κοινωνία και να δημιουργεί νέα πρότυπα. Να αρχίζει νωρίς στην οικογένεια, και να συνεχίζεται στο σχολείο με τη στήριξη της οικογένειας, με τη στήριξη των ΜΜΕ και όλων των σύγχρονων τεχνολογιών που χρησιμοποιούν τα παιδιά και οι έφηβοι για την επικοινωνία τους, να απευθύνεται στην «παρέα», στη στήριξη και την κοινή στάση της ομάδας των συνομιλήκων.

Κατερίνα Σώκου
Κοινωνιολόγος Υγείας
Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού

20.11.03
πίνακας:Le Fumeur. Peinture de Joos Van Craesbeeck

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Η ανάγκη της οικογένειας ( Εφηβεία 11 )






Η εφηβεία είναι μια εποχή μοναδική για κάθε άνθρωπο. Είναι μια παραγωγική περίοδο, ένα πέρασμα από την παιδικότητα στην ενηλικίωση. Την περίοδο αυτή η εφηβεία δημιουργεί τον εαυτό της, την προσωπικότητα της. Η προσπάθεια όλη, παρουσιάζει τη ρευστότητα μιας ταυτότητας υπό κατασκευή. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Τη μεταβατική αυτή περίοδο η εφηβεία δεν τη περνάει μόνη της. Το περιβάλλον και μάλιστα το οικογενειακό την ακολουθεί, επηρεάζεται και επηρεάζει την εξέλιξη του εφήβου.

Στην εφηβεία, η οικογένεια εγκαταλείπει, μαζί με τον έφηβο, την παιδική ατμόσφαιρα του σπιτιού, όπου ο λόγος του γονέα λειτουργούσε με περισσότερη άνεση. Όπου το παιδί υπάκουε, αλλά και αν πρόβαλε αντίσταση η αντίστασή του ήταν εύκολο να καμφθεί. Στην εφηβεία αυτά έχουν τελειώσει. Η σωματική του διάπλαση, καθώς και η διανοητική του κατάσταση, τον καθιστούν ένα σημαντικό παίχτη  στην οικογένειας, και αποτελεί βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της ατμόσφαιρας της,

Η εφηβεία εκδηλώνεται περισσότερο με την εναντίωση, την άρνηση, την αποφυγή δηλαδή με μια διαφοροποίηση, μια προσπάθεια αυτονόμησης. Ο έφηβος/η εκδηλώνει αυτές τις τάσεις με τον λόγο, την συμπεριφορά, με την εμφάνισή του, με τα ενδιαφέροντα του, με όλο του το είναι.

Τις περισσότερες φορές τις τάσεις αυτονόμησης της εφηβείας, οι γονείς τις βιώνουν σαν να στρέφονται ενάντια τους, και θέλουν να παρέμβουν, το θεωρούν άδικο και απογοητεύονται, θυμώνουν και δημιουργούνται κρίσεις. Στην ουσία όμως η εφηβεία με αυτή την συμπεριφορά ζητά την αποδοχή, την αγάπη, την φιλικότητα, την οριοθέτηση, την προσοχή.

Στην ουσία, ο έφηβος/η χρειάζεται μια ασυνεχή επιβεβαίωση της σημαντικότητας του. Χρειάζεται την οικογένεια και είναι ευαίσθητος περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της ζωής του, στο τι θα πει, και τι θα κάνει για εκείνον.

Έτσι χωρίς να βιαστούμε να κρίνουμε τον λόγο του, καθώς και την συμπεριφορά του, πρέπει να κρατάμε ανοιχτό τον διάλογο μαζί του, να ακούμε την γνώμη του και να την λαμβάνουμε σοβαρά υπόψιν.

Οι έφηβοι θέλουν οι γονείς να τους ακούνε. Να τους ακούμε να λένε τις ιστορίες τους, τα ενδιαφέροντά τους και τα αισθήματά τους με υπομονή, κατανόηση, και αποδοχή.

Ο έφηβος χρειάζεται να ξέρει ότι μπορεί να μοιραστεί το πρόβλημα του, τις ανησυχίες και να ξέρει ότι τον στηρίζουμε, αλλά το σπουδαιότερο ότι είμαστε εχέμυθοι.

Επίσης χρειάζεται να σεβαστούμε τον χρόνο και τον χώρο του, την ιδιωτικότητα του.

Με όλα τα παραπάνω χρειάζεται ν' αφιερώνουμε χρόνο στις οικογενειακές επαφές. Να συμμετέχουμε σαν οικογένεια σε κάτι κοινό, έξοδο, ταξίδι, φαγητό. Πάντως όσο αναφορά τα γεύματα στην οικογένεια, έρευνες απέδειξαν ότι το να τρώμε μια φορά την ημέρα μαζί στην οικογένεια, μπορεί να εμποδίσει τον έφηβο να αναζητήσει εμπειρίες που έχουν ρίσκο.

Για τους παραπάνω λόγους πρέπει να είμαστε έτοιμοι και διαθέσιμοι για το κάθε τι Ίσως χρειαστεί ακόμα και να προετοιμάσουμε την επέμβασή μας, δηλαδή χρειάζεται να σκεφτούμε περισσότερο τις ενέργειες μας απέναντί του, να προβληματιστούμε με τον τρόπο που σκεφτόμαστε για την εφηβεία και να είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε τα καινούργια δεδομένα που μας προσφέρει στο παιχνίδι της ζωής. 

Αυτά όλα θα βοηθήσουν να γνωρίσουμε και να μας γνωρίσει καλύτερα το παιδί μας. Θα μας βοηθήσουν να είμαστε ανοιχτοί και ανεκτικοί στις αλλαγές και να μην ξεχνάμε ότι είμαστε μπροστά σε μια ταυτότητα υπό κατασκευή, αυτή της εφηβείας, αλλά και σε μια ταυτότητα υπό ανακατασκευή αυτή των γονέων

Η εφηβεία σε αυτό το ταξίδι της ζωής με τον έξω κόσμο, χρειάζεται τον γονέα δίπλα του, σύμμαχο του και όχι ενάντια του. Τον έχει ανάγκη όχι σαν ένα κριτή, αλλά σαν συνοδό, σαν μια παρουσία που τον “προσέχει” και πιστεύει ότι θα “προχωρήσει”στην ζωή του.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Γουναρόπουλος Γεώργιος

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Η θεωρία της μετασχηματίζουσας μάθησης 1




Η θεωρία της μετασχηματίζουσας μάθησης ασχολείται με τον τρόπο που τα άτομα είναι δυνατό να ενδυναμωθούν έτσι ώστε να μάθουν να αποδεσμεύουν τους εαυτούς τους από τους άκριτους τρόπους σκέψης που εμποδίζουν την αποτελεσματική κρίση και τη δράση. 

Η θεωρία της μετασχηματίζουσας μάθησης, οραματίζεται μια ιδανική κοινωνία που αποτελείται από κοινότητες μορφωμένων ατόμων που εμπλέκονται σε μια συνεχή συνεργατική διερεύνηση για την αναζήτηση της αλήθειας ή την άφιξη στην καλύτερη δυνατή κρίση για εναλλακτικές θέσεις και πεποιθήσεις. 

Μια τέτοια κοινωνία είναι δομημένη με ενσυναισθητική αλληλεγγύη, είναι δεσμευμένη στην κοινωνική και πολιτική πρακτική της συμμετοχικής δημοκρατίας, που ενημερώνεται από τον κριτικό στοχασμό, και οδηγεί στη συλλογική στοχαστική δράση, όταν είναι απαραίτητο, για να διασφαλίσει ότι τα κοινωνικά συστήματα και οι τοπικοί θεσμοί και οργανισμού καθώς και οι πρακτικές τους ανταποκρίνονται στις ανθρώπινες ανάγκες αυτών που υπηρετούν»

Mezirow, 1998
πίνακας:

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η παιδαγωγική θεωρία και δράση του Paulo Freire










Ο Paulo Freire γεννήθηκε στο Recife, του Pernambuco της Βραζιλίας, στις 19 Σεπτεμβρίου του 1921 και πέθανε στο São Paulo στις 2 Μαΐου του 1997. Η Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση (του 1929) δημιούργησε και στη Βραζιλία συνθήκες πείνας και ανέχειας, που, όπως φαίνεται, καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του. Έτσι, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών. «Δεν καταλάβαινα τίποτα εξαιτίας της πείνας μου. Δεν ήμουν χαζός. Δεν ήταν ότι δεν ενδιαφερόμουν. Η κοινωνική μου κατάσταση δεν μου επέτρεπε να έχω όποια εκπαίδευση. Η εμπειρία μου κατέδειξε για άλλη μία φορά τη σχέση μεταξύ γνώσης και κοινωνικής τάξης» (όπ. αναφ. στο Moacir Gadoti, Reading Paulo Freire: his life and work, 1994), μία φράση του ίδιου, που αποδίδει τον τρόπο που προσέγγιζε σε όλη του τη ζωή την εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Κατά την ενήλικη ζωή του, δούλεψε σε διάφορες κομβικές για την εκπαίδευση θέσεις, όπως εκείνη του διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας του Pernambuco της Βραζιλίας, το 1946. Ιδιαιτέρως σημαντική ήταν η συμμετοχή του στα προγράμματα για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού που αναπτύχθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μεταξύ αυτών το «Movement for Popular Culture in Recife», το «The Cultural Extension Service at the University of Recife» και το «The Bare feet can also learn to read» (βλ. www.paulofreireinstiute.org ). Με το Πραξικόπημα του 1964, βρέθηκε στη φυλακή και την εξορία για περίπου 16 χρόνια. Μέσα σε αυτό το διάστημα, του δόθηκε ωστόσο η ευκαιρία να ταξιδέψει σε διάφορα μέρη του κόσμου διαδίδοντας τις θέσεις και το έργο του. Μεταξύ αυτών τα:
􀁹
(2006). Δέκα Επιστολές προς εκείνους που τολμούν να διδάσκουν. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.
􀁹
(1974). Η αγωγή του καταπιεζομένου. Αθήνα: Ράππα.
􀁹
(1977). Πολιτιστική Δράση για την κατάκτηση της ελευθερίας, Αθήνα: Καστανιώτης.
􀁹
(1973). Education for critical consciousness, Continuum International Publishing Group.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από την επισκόπηση της δράσης του Paulo Freire είναι ότι ο ίδιος πίστευε ιδιαίτερα στην απελευθερωτική δύναμη της αγωγής, γι’ αυτό και αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην εκπαίδευση παιδιών και ενηλίκων. Είναι ακόμα εμφανές από την πορεία του, ότι είχε ενστερνιστεί τη διαλεκτική και αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η πραγμάτωσης αυτής της σχέσης αποτυπώνεται στο γεγονός ότι καταπιάστηκε με την παιδαγωγική δράση, μετέχοντας σε προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων και διδάσκοντας ο ίδιος μαθητές, σπουδαστές και ενήλικες, ενώ άφησε παράλληλα ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. Έγραψε πλήθος βιβλίων, οικοδομώντας μία παιδαγωγική θεωρία, η οποία αφ’ ενός βασιζόταν σε μία συγκεκριμένη επιστημολογική θέση, με στοιχεία από την κριτική θεωρία και τον μαρξισμό, αφ’ ετέρου αποκτούσε νόημα μόνο σε αλληλεπίδραση με την εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα.

Ο Paulo Freire, ως παιδαγωγός και ως αγωνιστής, αποτελεί έναν από τους βασικούς θεωρητικούς πυλώνες της Κριτικής Παιδαγωγικής, «γι’ αυτό δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την Κριτική Παιδαγωγική χωρίς την κεντρική σημασία και τη συμβολή του Paulo Freire […]» (Giroux, 2011: 22). Για το λόγο αυτό η επίδραση που ασκήθηκε στην Έρευνα Δράσης εκ μέρους αυτών είναι, σε γενικές γραμμές, αθροιστική και όχι διαχωρισμένη.

πηγή:
 απόσπασμα από την εργασία
Paulo Freire, Κριτική Παιδαγωγική & Έρευνα Δράσης:
Κοινές προβληματικές και απόψεις

Δανάη Τσιάμη
Εκπαιδευτικός, Μεταπτυχιακή φοιτήτρια, Πανεπιστήμιο Κρήτης

φωτο:380 × 490 - pedropaulo.com.br

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Το κοινωνικό στίγμα της διαφορετικότητας

 

 

  Κείμενο της Αφροδίτης Ζιάννη* 


          Η διαφορετικότητα είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής. Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους που φέρουν κάποια χαρακτηριστικά τα οποία τους διαφοροποιούν από τον λεγόμενο «φυσιολογικό μέσο όρο». Στα πλαίσια της κοινωνικής ζωής η ιδιαιτερότητα και η διαφορετικότητα είναι στενά δεμένες με την έννοια του «κοινωνικού στίγματος» που οδηγεί τελικά στον κοινωνικό αποκλεισμό των ατόμων. Υπάρχουν διάφορα είδη κοινωνικού στίγματος:

          Το στίγμα που αναφέρεται σε σωματικά γνωρίσματα (όπως αναπηρία, σωματική δυσπλασία, γήρας), το στίγμα που αναφέρεται σε ψυχικά γνωρίσματα (όπως ψυχική ασθένεια, εθισμός σε ουσίες) ή σε κοινωνικοοικονομική κατάσταση (όπως μετανάστευση, φτώχεια, ανεργία) κ.ά.

          Το «κοινωνικό στίγμα» είναι μια ανεπιθύμητη, δυσφημιστική ιδιότητα που στερεί από κάποιον το δικαίωμα της κοινωνικής αποδοχής και της ισότιμης συμμετοχής στην κοινωνική ζωή.
          Τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις είναι έννοιες που βρίσκονται σε στενή συνάρτηση με την  έννοια του κοινωνικού στίγματος.

          Τα στερεότυπα ορίζονται ως αρνητικές κυρίως γνωστικές δομές που προκαθορίζουν τη συμπεριφορά του ατόμου (για παράδειγμα η αρνητική πεποίθηση ότι τα άτομα με σχιζοφρένεια  είναι επικίνδυνα).

          Οι προκαταλήψεις είναι γνωσιακές και συναισθηματικές αντιδράσεις που αναπτύσσονται όταν ένα άτομο ή ομάδα ενστερνίζεται τα αρνητικά στερεότυπα (για παράδειγμα όταν αποδέχομαι την άποψη ότι τα άτομα  με σχιζοφρένεια είναι επικίνδυνα και τα φοβάμαι). Συνήθως δεν ελέγχεται το κατά πόσον η αρνητική αυτή προκατάληψη είναι δικαιολογημένη.

          Διάκριση είναι η συμπεριφορά που ακολουθεί την προκατάληψη (για παράδειγμα πιστεύω ότι τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι επικίνδυνα, τα φοβάμαι και αποφεύγω να έρθω σε επαφή μαζί τους). Με λίγα λόγια οι διακρίσεις είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ξεκινά όταν κάποιος χαρακτηρίζεται ως διαφορετικός.

          Τα στιγματισμένα άτομα αντιμετωπίζονται αρνητικά από την κοινωνία και συχνά τους αποδίδεται άμεσα ευθύνη για την κατάστασή τους χωρίς να εξετάζονται άλλοι παράγοντες. Συνήθως γίνεται εστίαση στα διαφορετικά χαρακτηριστικά και στις υπάρχουσες μειονεξίες χωρίς παράλληλα να γίνεται προσπάθεια να κατανοηθεί το «γιατί»  της διαφορετικότητας και χωρίς να γίνεται παράλληλα εστίαση στα υπόλοιπα λειτουργικά και δημιουργικά χαρακτηριστικά του ατόμου.

          Η άνιση και άδικη αυτή αντιμετώπιση της διαφορετικότητας πηγάζει πολλές φορές από μια αίσθηση ανωτερότητας των ανθρώπων που θεωρούν τους εαυτούς τους φυσιολογικούς.

          Οι πιο συχνές διακρίσεις στην κοινωνία αφορούν τα άτομα με κάποιου είδους αναπηρία ή μειονεξία  και τα άτομα με κάποια εμπειρία ψυχολογικής ή ψυχιατρικής απόκλισης.

          Τα συγκεκριμένα ειδικά χαρακτηριστικά αυτών των κοινωνικών ομάδων μεγαλοποιούνται, γενικεύονται και απολυτοποιούνται σε ακραίο πολλές φορές βαθμό. Έτσι δημιουργούνται στερεοτυπικές εικόνες για τον «τρελό», για τον «ανάπηρο», τον «ξένο». Το άτομο που ανήκει σε κάποια από αυτές τις κοινωνικές ομάδες έχει ν' αντιμετωπίσει, εκτός από τη δυσκολία - μειονεξία και μία «δεύτερη αρρώστια», ίσως πιο δύσκολη από την κύρια, που δεν είναι άλλη από το κοινωνικό στίγμα .

          Το κοινωνικό στίγμα επιβαρύνει την κατάσταση του ατόμου και την συμπτωματολογία του και έχει βρεθεί σε έρευνες ότι σχετίζεται με την επιδείνωση της πορείας αποκατάστασής του. Επίσης επηρεάζει άμεσα την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση του ατόμου, καθώς αποτελεί ισχυρό πλήγμα στον αυτοσεβασμό του.

          Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι το δυσκολότερο ζήτημα που έχει να αντιμετωπίσει ένα άτομο το οποίο παρουσιάζει διαφορετικότητα  δεν είναι τόσο η διαφορετικότητα αυτή καθ' εαυτή, όσο η αρνητική στάση της κοινωνίας απέναντι στη διαφορετικότητά του. 

          Σε πολλές περιπτώσεις τα άτομα με κάποια ιδιαιτερότητα αντιμετωπίζονται ως εντελώς ανίκανα όντα, πλήρως εξαρτώμενα και ανήμπορα. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με κάποιο άτομο με ιδιαιτερότητα.

          Στα παραπάνω συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τα Μ.Μ.Ε. (κυρίως η τηλεόραση), τα οποία δημιουργούν τη δημόσια εικόνα της «τρέλας» και της «αναπηρίας» και τη διαιωνίζουν. Μεγάλο επίσης ρόλο παίζει, όπως σε όλα τα ζητήματα, η ελλιπής και ανεπαρκής παιδεία, η έλλειψη ενημέρωσης και  ευαισθητοποίησης πάνω σε ζητήματα σχετικά με τη διαφορετικότητα.

          Είναι αλήθεια πως πολλά άτομα δε γνωρίζουν πώς να φερθούν σ' ένα άτομο με αναπηρία ή κάποιου είδους απόκλιση και γίνονται, χωρίς πάντα να το συνειδητοποιούν, φορείς στερεοτύπων και προκαταλήψεων με συχνές αντιδράσεις το επίμονο κοίταγμα, τις αδιάκριτες ερωτήσεις και τελικά τη συμπεριφορά απόρριψης των ατόμων αυτών.

          Όσον αφορά τα προβλήματα ψυχικής υγείας, είναι τελικά πολύ πιο συχνά από όσο πιστεύει η επικρατούσα κοινωνική αντίληψη. Σύμφωνα με διεθνείς επιστημονικές έρευνες το 1/5 των ενηλίκων έχει βιώσει τουλάχιστον μια φορά σε κάποιο στάδιο της ζωής του κάποια εμπειρία ψυχικής δυσλειτουργίας...

          Είναι γεγονός πως τα όρια ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και το «παθολογικό» είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα και  πολύ εύκολα μπορεί να περάσει ο καθένας από εμάς από τη μία κατηγορία στην άλλη.

          Οι έννοιες της «υγείας» και της «αρρώστιας», του «κανονικού» και του «μη κανονικού», του «φυσιολογικού» και του «μη φυσιολογικού» είναι σχετικές και όχι απόλυτες και εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, κυρίως από το κοινωνικό, πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο που επικρατεί κάθε φορά.

          Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου πως η υγεία και η αρρώστια έχουν μεταξύ τους σχέση ανταγωνισμού και ενότητας και αποτελούν δύο διαλεκτικούς πόλους ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ μέχρι τη στιγμή του θανάτου του είναι ταυτόχρονα φορέας  ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ, καθώς η αρρώστια αποτελεί πάντα μέρος της ζωής. (Franco Basaglia). Άρα λοιπόν οι παραπάνω έννοιες δε θα πρέπει να απολυτοποιούνται και να απομονώνονται ως φαινόμενα, αλλά να γίνεται κάθε φορά προσπάθεια να κατανοηθούν μέσα στο πλαίσιο στο οποίο εμφανίζονται.

          Σημαντικό επίσης είναι να μη γίνεται μονομερής εστίαση στο «σύμπτωμα» μιας αρρώστιας, μιας πάθησης, οποιασδήποτε μορφής διαφορετικότητας, να μην απομονώνεται δηλαδή το σύμπτωμα από την ιστορία του ατόμου, το να μην καταργείται η συνολική υπόσταση και προσωπικότητα του ατόμου όπως και το να μην παραβιάζονται , έστω και άθελά μας,  βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα όλων των ανθρώπων στην ισότιμη αντιμετώπιση.  

           Ένα άτομο με οποιουδήποτε είδους διαφορετικότητα (ψυχική, κινητική, οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική, αισθητηριακή - π.χ: προβλήματα όρασης, ακοής, ομιλίας) πέρα από τη διαφορετικότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από το κοινωνικό σύνολο, έχει και μια σειρά από άλλα λειτουργικά χαρακτηριστικά τα οποία αξίζει να πλησιάσουμε και να γνωρίσουμε , ξεπερνώντας το φόβο και την προκατάληψη για το «διαφορετικό» , υπερβαίνοντας στην πράξη τα  στερεότυπα που μας κρατάνε δέσμιους στην επαφή μας με το συνάνθρωπο.

          Η εμπειρία δείχνει ότι η επαφή με τα άτομα που βιώνουν κάποιου είδους διαφορετικότητα έχει τελικά να μας προσφέρει πολλά, καθώς μπορούμε ν' αντλήσουμε πολύτιμα διδάγματα ζωής.

          Αξίζει τον κόπο να κάνουμε  όλοι εμείς οι «φυσιολογικοί» ένα βήμα μπροστά, να συντελέσει ο καθένας από εμάς στο σπάσιμο των στερεοτύπων, στην κατάργηση των μύθων σχετικά με τη διαφορετικότητα, αξίζει τον κόπο ν' αγκαλιάσουμε ως κοινωνία όλους αυτούς τους συνανθρώπους μας που μέσα από τον αγώνα που διεξάγουν σε τόσο αντίξοες κοινωνικές συνθήκες, επιβεβαιώνουν κάθε στιγμή στην πράξη αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη δύναμη, αξιοπρέπεια, πάλη για ζωή! 

πηγή:
 http://www.psyspirosi.gr/2009-02-22-18-34-08/239--2009.html

  *Η Αφροδίτη Ζιάννη είναι Ψυχολόγος στο επαρχείο Καρπάθου και Κάσου και εξωτερική συνεργάτης της Κινητής Μονάδας Δωδεκανήσου


 

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Habitus (Η έξις, διάθεση ή προδιάθεση)



 



Μια από τις πιο βασικές έννοιες στο θεωρητικό σχήμα του Bourdieu είναι αυτή του
habitus.
Ο Bourdieu περιγράφει τo habitus (το οποίο μεταφράζεται από μερικούς συγγραφείς ως έξις και από άλλους ως διάθεση ή προδιάθεση) ως ένα σύστημα σχημάτων αντίληψης, σκέψης και δράσης τα οποία αποτελούν προϊόντα της ενεργής παρουσίας των εμπειριών του παρελθόντος, και παράγουν ατομικές και συλλογικές πρακτικές. (Bourdieu, 2006, σελ. 90-91)

Ο Bourdieu υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος από την πρώτη παιδική του ηλικία «μαθαίνει» τον κόσμο, είτε σκόπιμα και στοχευμένα, είτε άτυπα, μέσω της καθημερινότητάς του, ανατρεφόμενος –μέσω ενός οσμωτικού τρόπου- στο πλαίσιο της οικογένειάς του. Τα βασικά στοιχεία και ο τρόπος δόμησης και έκφρασης του εξωτερικού κόσμου, εισάγονται μέσω της κοινωνικοποίησης και ενσωματώνονται στο παιδί, παράγοντας και εγκαθιστώντας διαθέσεις (dispositions). Αυτές τις διαθέσεις ο Bourdieu τις ονόμασε habitus και «δεν νοούνται ως ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις… αλλά ως προδιαθέσεις, ως τάσεις, ως “σχήματα” να σκέπτεται, να αισθάνεται, να αντιλαμβάνεται, να αξιολογεί και να ενεργεί το άτομο με σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό ιδιάζοντα τρόπο» (Μυλωνάς, 2009, σελ. 53). Αποτέλεσμα αυτού είναι όσοι κοινωνικοποιούνται σε παρόμοιες εξωτερικές συνθήκες να αναπτύσσουν παρόμοια συστήματα σχημάτων αντίληψης, σκέψης και δράσης.

Το habitus ως μια εσωτερικευμένη σύνθεση διαρκών και μεταθέσιμων προδιαθέσεων και δομημένων τάσεων ενός ατόμου γεννά και οργανώνει τις αρχές των πρακτικών και των αναπαραστάσεων του και επιτυγχάνει την επίτευξη των σκοπών με την επιλογή των αναγκαίων ενεργειών με τρόπο μη συνειδητό και χωρίς να υπακούει σε κάποιους συγκεκριμένους κανόνες. Αποτελεί κατά ένα οξύμωρο σχήμα «γενεσιουργό αρχή ρυθμισμένων αυτοσχεδιασμών» (Bourdieu, 2006, σελ.95). Το habitus δηλαδή είναι μια δεύτερη φύση, ένας εσωτερικός ορίζοντας που εκδηλώνεται αυθόρμητα, ασυνείδητα και χωρίς πρόθεση.

Το παραπάνω σύστημα διαρκών και μεταθέσιμων προδιαθέσεων διαμορφώνεται μέσα από τις ευρύτερες αντικειμενικές συνθήκες του κοινωνικού κόσμου (Bourdieu, στο Throop & Murphy, 2002). Δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τους περιορισμούς ή τις δυνατότητες που παρέχουν, συμβάλλουν στην παραγωγή προδιαθέσεων που βρίσκονται σε συμφωνία με αυτές τις συνθήκες, δηλαδή τείνουν προς ό,τι θεωρείται –εκ των προτέρων- επιτρεπτό. «Έτσι οι
πλέον απίθανες πρακτικές αποκλείονται πριν από κάθε εξέταση ως αδιανόητες…» (Bourdieu, 2006, σελ. 90). Τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα οι αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες έχουν γεννηθεί οι προδιαθέσεις να επιβάλλουν το αποδεκτό και αναπόφευκτο ως επιθυμητό και προσδοκώμενο. Το habitus (έξη) «… τείνει να αποκλείει … όλες τις “τρέλες”, (“δεν είναι για μας”), όλες τις συμπεριφορές που θα μπορούσαν να κυρωθούν αρνητικά διότι είναι ασύμβατες με τις αντικειμενικές συνθήκες.» (Bourdieu, 2006, σελ. 93)

Ο Βourdieu προσδιορίζει τις παραπάνω προδιαθέσεις ως διαρκείς διότι διαρκούν (δε χάνονται) στο πέρασμα του χρόνου και μεταθέσιμες γιατί μπορούν να είναι ενεργές μέσα σε μια μεγάλη ποικιλία σκηνών κοινωνικής δράσης. (Maton, 2008). Επομένως, αυτές οι προδιαθέσεις είναι «ανθεκτικές» στο χρόνο και ευέλικτες τόσο, ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται στις παρούσες συνθήκες.

 Ο Topper (2001) υποστηρίζει ότι η μεταθεσιμότητα των προδιαθέσεων αυτών συνίσταται στο ότι μπορούν να μεταβάλλονται και να διαμορφώνουν αντιλήψεις, συναισθήματα και πράξεις, μέσα σε πεδία διαφορετικά από εκείνα μέσα στα οποία δημιουργήθηκαν. Ο Μουζέλης (1994, σελ 59) αναφερόμενος στην ευελιξία και την πολυσημία των προδιαθέσεων τις χαρακτηρίζει “πολυθετικές”, «…με την έννοια πως παίρνουν πολυάριθμες συγκεκριμένες μορφές στο επίπεδο δράσης ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν». Ωστόσο o Bourdieu διευκρινίζει ότι παρόλο που, ανάλογα με το πλαίσιο, οι προδιαθέσεις είναι δυνατό να οδηγήσουν σε άπειρο αριθμό πρακτικών, αυτές οι
πρακτικές υπακούν σε αυτό που λέμε κοινή λογική. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Και διότι η έξη, όπως κάθε τέχνη του επινοείν, επιτρέπει να παραχθούν άπειρες και σχετικά απρόβλεπτες πρακτικές (όπως οι αντίστοιχες καταστάσεις), αλλά εν τούτοις περιορισμένες σε ό,τι αφορά την ποικιλία τους. Με λίγα λόγια η έξη … τείνει να παράγει όλες τις “λογικές συμπεριφορές”, συμπεριφορές του “κοινού νου”….» (Bourdieu, 2006, σελ.93)

Επιπλέον, το habitus χαρακτηρίστηκε από τον Bourdieu (2006) ως μια συλλογική “ενορχήστρωση χωρίς μαέστρο” γιατί πρόκειται για δομημένες δομές οι οποίες λειτουργούν και ως δομούσες δομές δίνοντας συστηματικότητα, συνοχή και σταθερότητα στις πρακτικές του ατόμου. Ως δομημένες αλλά και δομούσες δομές χαρακτηρίστηκαν επειδή δομούνται από τις συνθήκες ύπαρξης του παρελθόντος και του παρόντος ενός ατόμου (ή μιας ομάδας ή ενός θεσμού) αλλά και δομούν (παράγουν) πρακτικές, απόψεις, αντιλήψεις και συναισθήματα στο παρόν και το μέλλον του σε συμφωνία πάντα με τη δομή τους.

Το habitus κατά τον Bourdieu συνδέει το ατομικό με το κοινωνικό αφού οι εμπειρίες ενός ατόμου μπορεί να είναι μοναδικές ως προς το περιεχόμενό τους αλλά η δομή τους είναι κοινή με αυτή άλλων ατόμων που ανήκουν στην ίδια τάξη, φύλο, εθνικότητα, σεξουαλικότητα, επάγγελμα, θρησκεία κλπ. (Maton, 2008, σελ.53)

Πρόκειται για μια πολύ χρήσιμη έννοια διότι με αυτή ο Bourdieu μας προσφέρει την ευκαιρία να σκεφτούμε πάνω στην όχι και τόσο “αθώα” φύση της καθημερινότητάς μας η οποία –όπως υποστηρίζει- καθορίζεται από πρότυπα τα οποία παρεισφρύουν σε αυτήν και οδηγούν στην αναπαραγωγή τους μέσα από τις συνήθειές μας.(Blommaert, 2005)

Το habitus μπορεί να θεωρηθεί προϊόν “μαθητείας” το οποίο, με ασυνείδητο τρόπο, γεννά στρατηγικές σύμφωνες με τις επιταγές της προηγηθείσας “διδασκαλίας”. « Η έξις, σύστημα διαθέσεων που αποκτήθηκαν από άρρητη ή ρητή μαθητεία που λειτουργεί σαν ένα σύστημα γενετήριων σχημάτων, γεννά στρατηγικές που μπορεί να είναι αντικειμενικά σύμφωνες προς τα αντικειμενικά συμφέροντα των δημιουργών τους, χωρίς να έχουν γίνει σαφώς αντιληπτές με αυτόν τον τρόπο.» (Μπουρντιέ, 1994, σελ.70)

O Λάμνιας (2002, σελ. 157) υποστηρίζει ότι το habitus είναι αποτέλεσμα μιας σειράς κοινωνικοποιήσεων οι οποίες πραγματοποιούνται μέσα στο περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται ο κοινωνικά δρων: «Τελικά το habitus είναι ένα σύστημα προδιαθέσεων, το οποίο οργανώνεται μέσα από μια διαδοχική σειρά κοινωνικοποιήσεων. Οι κοινωνικοποιήσεις αυτές πραγματοποιούνται στα πλέγματα των κοινωνικών δομών που αναπτύσσεται το άτομο…».
Συνεπώς οι εμπειρίες που βιώνει το άτομο στη ζωή του έχουν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του habitus του. «Προϊόν της ιστορίας, η έξη παράγει ατομικές και συλλογικές πρακτικές, άρα ιστορία, σύμφωνα με τα σχήματα που γεννά η ιστορία.

Εξασφαλίζει την ενεργή παρουσία των εμπειριών του παρελθόντος που, εναποτεθειμένες σε κάθε οργανισμό υπό μορφή σχημάτων αντίληψης, σκέψης και δράσης, τείνουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα από όλους τους τυπικούς κανόνες και τα ρητά κανονιστικά πρότυπα να εξασφαλίσουν την ομοιομορφία των πρακτικών και τη σταθερότητά τους στο χρόνο». (Bourdieu, 2006, σελ. 90-91)
Οι Gallahan & Sandlin (2007) τονίζουν ότι το habitus δεν αναπαριστά απλώς το σύστημα των πεποιθήσεών μας, αλλά περιλαμβάνει το σύνολο των τρόπων με τους οποίους σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και πράττουμε.

Πιο συγκεκριμένα, τονίζοντας τον καθοριστικό τρόπο με τον οποίο επιδρά το habitus στην καθημερινότητά μας, αναφέρουν ότι επηρεάζει [το habitus] τον τρόπο που περπατάμε και μιλάμε, τον τρόπο που παίρνουμε αποφάσεις, το είδος της διασκέδασης που επιλέγουμε, τον τρόπο που εκδηλώνουμε συναισθήματα όπως ο θυμός, η χαρά και η λύπη, καθώς και όλα τα άλλα στοιχεία της ύπαρξής μας, μέσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο χώρο. (ό.π)

Εφόσον οι εξωτερικές συνθήκες και το περιβάλλον έχουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του habitus, αναπόφευκτα επηρεάζεται, σε ένα πρώτο επίπεδο, από την οικογένεια, τους γονείς, τους φίλους κλπ. και, σε ένα δεύτερο επίπεδο από τη μόρφωση, την εργασία κλπ. (Ernste, 2006). Η οικογένεια είναι ο δημιουργός του πρωτογενούς συστήματος διαθέσεων (πρωτογενούς habitus), αυτών δηλαδή των διαθέσεων που σχηματίζονται κατά την πρώτη παιδική ηλικία. Οι μετέπειτα εμπειρίες του ατόμου, όπως αυτές που προέρχονται από τη μόρφωση την εργασία, τη συμμετοχή του σε ομάδες κλπ. δημιουργούν δευτερογενή habitus τα οποία αφομοιώνουν το αρχικό χωρίς
να καταστρέφουν τις δομές του. (Μυλωνάς, 2009, σελ. 54).

Γενικά, η έννοια του habitus μπορεί να προσεγγιστεί ως ένα εργαλείο ικανό να εξηγήσει πώς οι αντικειμενικές δομές και οι υποκειμενικές αντιλήψεις επιδρούν πάνω στην ανθρώπινη δράση. (O’ Brien & Fathaigh, 2004).

Με πιο απλά λόγια το habitus εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε, αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε, πράττουμε και υπάρχουμε. Είναι η ιστορία μας την οποία φέρουμε στις παρούσες συνθήκες και με βάση αυτήν επιλέγουμε να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους ενώ οι επιλογές μας διαμορφώνουν τις μελλοντικές μας δυνατότητες. Έτσι το habitus παρουσιάζεται ως σύνδεσμος μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, αφού στην ουσία πρόκειται για την επιβίωση του παρελθόντος στο παρόν και τη διαμόρφωση του μέλλοντος.

πηγή:
Απόσπασμα από την διπλωματική εργασία
της
Μωυσίδου Ευαγγελίας
με τίτλο
  TO EΡΓΑΣΙΑΚΟ HABITUS
ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΠΟΛΥΘΕΣΙΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ
ΜΟΝΑΔΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

πίνακας: Tetsuya Ishida   300 × 198 - japaniz.over-blog.com

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ








Η ιθαγένεια είναι ο δεσμός του ατόμου με το κράτος του οποίου την ιθαγένεια φέρει. Συνεπώς η έννοια της ιθαγένειας εμφανίστηκε για πρώτη φορά όταν ο κόσμος διαιρέθηκε σε διάφορα κράτη. Όμως η ιθαγένεια με τη σημερινή έννοια διαμορφώθηκε όταν δημιουργήθηκαν τα μεγάλα κράτη τον 16ο αιώνα και πήρε την τελική της μορφή στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου.

 Όλα αυτά βέβαια μπορούν να εξηγηθούν αν λάβουμε υπόψη μας τα εξής: • Κατά την περίοδο αυτή συμβαίνουν σημαντικά πολιτικά γεγονότα με αποκορύφωμα τη Γαλλική Επανάσταση , που είχαν σαν συνέπεια την απόκτηση πολιτικών και δικαιωμάτων και από τους πιο απλούς πολίτες. Με αυτή την εξέλιξη κατέστη αναγκαίο να διατυπωθούν με ακρίβεια όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να θεωρηθεί κάποιος, πολίτης ενός κράτους. Έτσι η αρχή των εθνοτήτων άσκησε σημαντική επίδραση στην έννοια της ιθαγένειας.

 • Η καθιέρωση της υποχρεωτικής στράτευσης απαιτούσε και τον ακριβή καθορισμό του υπηκόου του κάθε κράτους ώστε να καλείται ο υπόχρεος πολίτης να υπηρετήσει την πατρίδα του.

 • Η τεχνική πρόοδος με την βελτίωση και την εξέλιξη των συγκοινωνιών είχε σαν αποτέλεσμα την αθρόα μετακίνηση ανθρώπων από τη μία χώρα του κόσμου στην άλλη. Με το πέρασμα του χρόνου και με την πολιτική εξέλιξη των κρατών άρχισαν να διατυπώνονται με ακρίβεια οι έννοιες του αλλοδαπού (ξένου) και του ημεδαπού (ιθαγενούς) ώστε να γνωρίζει ο καθένας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.
 Βέβαια με τον Τρόπο αυτό προστάτευε το κάθε κράτος και τους πολίτες του που ζούσαν στο εξωτερικό
 Η εξέλιξη αυτή της έννοιας της ιθαγένειας οδήγησε και στη θέσπιση κανόνων σχετικών με την κτήση και την απώλειά της, ξεκινώντας από τη Γαλλία και συνεχίζοντας σε όλες τις χώρες του κόσμου. Κάποια στιγμή μάλιστα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και διεθνείς συμβάσεις που αφορούσαν διάφορα θέματα ιθαγένειας. Σήμερα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης γένεται λόγος και για ένα είδος ευρωπαϊκής ιθαγένειας με αποτέλεσμα να αναγνωρίζονται ειδικά δικαιώματα στους πολίτες των κρατών- μελών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το δικαίωμά τους να διορίζονται στις δημόσιες υπηρεσίες σε όποια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αν βρίσκονται.

πηγή:
Απόσπασμα
από την Προπτυχιακή Εργασία
της
Ψυχράμη Αθανασία
με τίτλο
Ιθαγένεια
πίνακας:Giorgio De Chirico199 × 254 - quizz.biz