Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ





Από την στιγμή που η δυτική σκέψη εξίσωσε το Αγαθό ( Good) με τις ιδέες της ταυτότητας του εγώ και του ταυτού (sameness), η εμπειρία του κακού έχει συχνά συνδέει με όρους εξωτερικότητας. Σχεδόν αδιαφοροποίητα η ετερότητα γινόταν αντιληπτή ως αποξένωση, η οποία μόλυνε την καθαρή έννοια της ψυχής. Η ετερότητα εθεωρείτο ότι κατέχει την μύχια πλευρά του είναι μας στο βαθμό που, όπως το θέτουν οι μάγισσες του Macdeth, “ τίποτα δεν είναι παρά αυτό που είναι”. Το κακό ήταν αποξένωση και ο κακός ήταν ο ξένος. Μια από τις παλαιότερες καταγεγραμμένες ιστορίες.

Η προκατάληψη απέναντι στην εξωτερικότητα με κανένα τρόπο δεν εξαφανίστηκε στο σύγχρονο κόσμο. Πολλές από τις αφηγήσεις των δημοφιλών Μ.Μ.Ε προωθούν αυτή την παράνοια αναθεματίζοντας το ανοίκειο ως κακό. Τέτοιες ιστορίες, για ακόμη μια φορά ενισχύουν την ιδέα πως ο άλλος είναι ο αντίπαλος, ο ξένος είναι αποδιοπομπαίος τράγος, ο αποκλίνων είναι διαβολικός. Είναι αυτή η στάση να δαιμονοποιήσουμε την ετερότητα ως απειλή στην συλλογική μας ταυτότητα, η οποία οδηγεί σε δημοσιεύσεις υστερικών ιστοριών γύρω από εισβάλλοντες εχθρούς ( ό,τι η Elaine Showalter αποκάλεσε “υστορίες” (“ hystories”)1

Κάθε απειλή προς την εθνική ασφάλεια αντιμετωπίζεται με εχθρότητα. Ένα επανεμφανιζόμενο φαινόμενο της σύγχρονης ιστορίας. Στο νου μου έρχεται το Kristallnacht και το Auschwitz, οι σοβιετικές δίκες-παρωδίες και τα Γκουλάγκ, η πολιτιστική επανάσταση του Μάο και η πλατεία Τιενανμέν, οι μαύρες λίστες του McKaethy και ο πόλεμος των άστρων του Reagan, το εμπάργκο της Κούβας και ο βομβαρδισμός της Καμπότζης, το Σαράγιεβο και το Κόσοβο, η Ιερουσαλήμ και η Δυτική όχθη, οι δίδυμοι πύργοι και το Αφγανιστάν. Η λίστα είναι ανεξάντλητη.

Τα περισσότερα έθνη-κράτη προσανατολίζονται στην προφύλαξη της οντότητας τους από “εξωγενείς ιώσεις”, προσπαθώντας να δουν τους αντιπάλους τους ως νοσογόνους παράγοντες. Αντιμέτωπα με έναν απειλητικό ξένο ο καλύτερος τρόπος άμυνας είναι η επίθεση.

Ξανά και ξανά, το εθνικό Εμείς προσδιορίζεται ενάντια στο ξένο Αυτοί Τα σύνορα αστυνομεύονται προκειμένου οι ομοεθνείς να διατηρηθούν εντός και οι αλλοεθνείς εκτός. Μπορείς, ωστόσο, να περάσεις αυτά τα σύνορα με το κατάλληλο διαβατήριο και να γίνεις ένας αλλοδαπός κάτοικος. Αλλά το να γίνεις αληθινό μέλος του έθνους απαιτεί κάτι περισσότερο, κάτι που δεν είναι εύκολα διαθέσιμο αν προέρχεσαι από λάθος χώρα.

Η εθνική ασφάλεια σχηματίζει μια ζώνη εξυγίανσης γύρω από το έθνος-κράτος, προστατεύοντας το από τους ανεπιθύμητους. Όπως η γραμμή που είναι χαραγμένη στην άμμο του Άλαμο ή κατά μήκος του της όχθης του Ρίο Γράντε. Ή όπως κάποια σύνορα που χωρίζουν τον βορρά από τον νότο - στο Βιετνάμ, την Κορέα στο Λίβανο στην Ιρλανδία...

Απόσπασμα
από το βιβλίο του Richard Kearney
ΞΕΝΟΙ, ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

πίνακας: Alfredo Martìnez 

1Σ.τ.Μ Από την συνένωση των λέξεων ysterical (= υστρεικές)και stories (= ιστορίες)

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Ο ψυχοκοινωνικός θάνατος

1.

Οι δολοφόνοι των υπάρξεων είναι εδώ! Χαμογελαστοί, τροφαντοί και ευχαριστημένοι από την απονέκρωση του ψυχισμού, από την κατεδάφιση κάθε οράματος για το μέλλον, από τον περιορισμό του συναισθήματος και την βύθισή του στην αδιαφορία και τον καταναγκασμό μιας πραγματικότητας που δεν ανήκει παρά στους υπαρξιακούς δολοφόνους της κάθε μορφής εξουσίας.

Οι τρομοκράτες της πραγματικότητας, οι νοηματοδότες του σημαντικού και του ασήμαντου, οι εγκληματίες με καθαρό ποινικό μητρώο που συνωστίζονται στα σαλόνια της εξουσίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης, είναι και οι ίδιοι αποκομμένοι από αυτό που μπορεί να ορισθεί σαν “ανθρώπινο”, σαν “φυσιολογικό”. 
 
Πτώματα ψυχικά και οι ίδιοι, κομιστές του κοινωνικού θανάτου, εκτελεστές της ζωής των άλλων, ενταφιαστές της ψυχικής υγείας ενός πληθυσμού παρατημένου στις διατροφικές ορέξεις του απονεκρωμένου εαυτού τους, αντλούν ικανοποίηση από την θέα των χαμένων διεξόδων, των αποδεκατισμένων δυνατοτήτων, από τον εξαναγκασμό, τον περιορισμό της ζωής και τον πανικό που προκαλούν.

Ποιος μιλάει για όλους αυτούς που τρέχουν τα σάλια τους για την παραλογικότητα της εξουσίας, που καθορίζουν την κοινωνική ζωή και την μετατρέπουν σε ένα καταναλωτικό προϊόν το οποίο πρέπει να αγοραστεί στην τιμή που ορίζουν αυτοί και που οι ίδιοι δεν δέχονται να το πληρώσουν;
Ποιος μιλάει για όλους αυτού τους εθνικούς εγκληματίες, όλους αυτούς τους βιαστές που εκτελούν κάθε μέρα την ανθρώπινη ύπαρξη, αφαιρώντας την δυνατότητα στον καθένα να ορίσει την ζωή του, εκτελώντας την σκέψη, την ελπίδα, την ανάγκη, εκτελώντας τις ανθρώπινες σχέσεις, υποβιβάζοντας τες σε μια οικονομική συναλλαγή και τίποτα άλλο;


2.

Έπειτα, να και άλλοι, αυτοί που οδηγήθηκαν στην ανεργία, που καταδικάστηκαν στην απραγία της ζωής, μιας ζωής χωρίς σκοπό, χωρίς κίνητρο, μην μπορώντας να αποτελέσουν κομμάτι της κοινωνίας, περιθωριοποιημένοι, πετάγονται σαν σκουπίδια στα χαντάκια του δρόμου σε σημείο τέτοιο που δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στις βιτρίνες των καταστημάτων.

Η διαχρονική βία λειτουργεί εκμηδενίζοντας την ταυτότητα του ατόμου, όπου χάνεται η αίσθηση του “υπάρχω”, όπου ο χώρος και ο χρόνος ζωής συρρικνώνονται ασφυχτικά, χωρίς ο πολίτης να μπορεί να αισθανθεί την πραγματικότητα του. 
 
Ο καθημερινός εγκληματικός πόλεμος διεξάγεται χωρίς μάχες, χωρίς πυροβολισμούς, χωρίς αίματα, χωρίς τραυματίες, χωρίς ξεκοιλιασμένα ακρωτηριασμένα κορμιά, χωρίς πραγματικούς νεκρούς. Όλα συμβαίνουν σιωπηλά, φυσιολογικά, σύμφωνα με την φυσιολογικότητα που ορίζει η νομοθεσία του υπερεθνικού βιαστή και εκμαυλιστή των συνειδήσεων.
Ο ψυχοκοινωνικός θάνατος ξεδιπλώνει συνεχώς τα ψυχικά ράκη με τις αυτοκτονικές σκέψεις, με τα αδιέξοδα νοήματος, μέσα σε φυλακές που κανένας τοίχος δεν φαίνεται να δικαιολογεί την παρουσία τους, όμως ο περιορισμός και το σκοτάδι καλύπτουν το μέλλον σαν να μην υπάρχει, έτσι ώστε ο υπαρξιακός θάνατος να αποτελεί το βασικό στοιχείο της χαμένης ζωής τους.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα οι ρακένδυτες ψυχές προσπαθούν να κρύψουν την γύμνια τους σε κουρέλια της διάτρητης πραγματικότητας, που τις αφήνει εκτεθειμένες στα αδηφάγα βλέμματα της παραδομένης πολεμικής μηχανής σε υποσχέσεις μιας φανταστικής ευημερίας, που σηκώνει το ψέμα της πάνω στα ερείπια της ψυχικής πραγματικότητας του πολίτη.

Διότι τι άλλο μπορεί να είναι ο κοινωνικός θάνατος παρά η έλλειψη δυνατότητας να αποτελεί κανείς κομμάτι του κοινωνικού συνόλου, του κοινωνικού σώματος και όχι ένα περιθωριοποιημένο κουφάρι, θύμα του κοινωνικού πολέμου.

Ποια είναι η εσωτερική πραγματικότητα του καθένα, όταν η εξωτερική πραγματικότητα είναι ένα τοπίο βομβαρδισμένο και υποκειμενικά κατεστραμμένο, αλλά κοινωνικά όρθιο;


3.

Αυτός ο ακήρυκτος πόλεμος, θύματα του οποίου είναι η “ανάσα”, το “βλέμμα”, η “αφή” η “όραση”και γενικά η “αίσθηση” του υπάρχω , του “ζω”, του “ενεργώ”, του “πράττω”, διαδραματίζεται καθημερινά και αποκλείει την δημιουργία συνθηκών για μια ζωή που στηρίζεται στην ελευθερία και την δικαιοσύνη.

Αυτή η πνευματική και ψυχολογική εξαθλίωση της καθημερινότητας, είναι το αποτέλεσμα της διεστραμμένης σκέψης και πράξης, της κάθε μορφής εξουσίας που ασελγεί συστηματικά και επανειλημμένα πάνω στην ψυχική κατάσταση του αποκλεισμένου και περιθωριοποιημένου πολίτη, που τον εξαναγκάζει και τον ωθεί σε ψυχοκοινωνικό θάνατο .

Ποιος μιλάει λοιπόν για τον φόβο, την αγωνία, την αναγκαστικό αποκλεισμό από την καθημερινότητα, από αυτό που γνωρίζαμε μέχρι τώρα;
Ποιος μιλάει για την κατάργηση των ονείρων, των προσδοκιών, των ελπίδων;

Ποιος μιλάει για την υποταγή της θέλησης, την αλλοίωση των αισθήσεων που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον κοινωνικό και μετά ψυχικό θάνατο, έτσι ώστε κάθε μέρα, όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού αυτής της χώρας να βουλιάζει στην ανυπαρξία;

Ποιος μιλάει για την συνεχή αποκαθήλωση της ταυτότητας του πολίτη, και την καθημερινή αποπροσωποποίηση του; Την διαχρονική αλλοτρίωση του;


Κερεντζής Λάμπρος
 φωτο:
http://onlyrecensionitoplaywith.blogspot.gr/2012/04/spider-di-david-cronenberg-2002.html

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Το Χιούμορ 2

Το χιούμορ μας κάνει να συνειδητοποιούμε, με μια ελεύθερη διάγεια το τραγικό, ή το ασύνδετο της ύπαρξης του ανθρώπου... Δεν είναι μόνο το ίδιο κριτικό πνεύμα... αλλά... το χιούμορ αποτελεί και τη μόνη δυνατότητα που διαθέτουμε να αποσπασθούμε – ωστόσο μόνο αφού ανέβουμε στην κορυφή, επιταχυνθούμε, λάβουμε γνώση αυτής της απόσπασης – από την τραγικωμική μας ανθρώπινη απόσταση, την ασθένεια του υπάρχειν. Να συνειδητοποιήσουμε το τρομερό και να γελάσουμε με αυτό, σημαίνει να κυριαρχήσουμε και να επιβληθούμε σε αυτό που είναι τρομερό... Η λογική αποκαλύπτεται στην έλλειψη λογικής του παραλόγου, του οποίου την επίγνωση αποκτήσαμε. Μόνο το γέλιο δεν σέβεται κανένα ταμπού, μόνο το γέλιο αναχαιτίζει την δημιουργία καινούργιων αντι – ταμπού' μόνο το κωμικό μπορεί να μας δώσει την δύναμη να αντέξουμε την τραγωδία της ύπαρξης. Η αληθινή φύση των πραγμάτων, η ίδια η αλήθεια, μόνο στην φαντασία μπορούν να μας αποκαλυφτούν, που είναι πιο ρεαλιστική από όλους τους ρεαλισμούς.


Ευγένιο Ιονέσκο
από το βιβλίο
του MΑΡΤIΝ ΕΣΣΛΙΝ
Το θέατρο του παράλογου

 φωτο: 808 × 606 - hoo-la.com


Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Η φυλακή




Τα σωφρονιστικά καταστήματα

Εισαγωγή

Η φυλακή, η ποινική δικαιοσύνη και η αστυνομία ανήκουν στους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος. Αποτελούν τα μέσα με τα οποία τα κράτη επιδιώκουν να διασφαλίσουν την ηρεμία, την τάξη και την ασφάλεια των πολιτών τους. Τα σωφρονιστικά καταστήματα λειτουργούν ως μέσο τιμωρίας για όσους έχουνδιαπράξει μια παράνομη πράξη. Έτσι για ένα συγκεκριμένο διάστημα ο δράστης στερείται το πολυτιμότερο για τον άνθρωπο αγαθό, την ελευθερία του. «Η στέρηση της
ελευθερίας αποτελεί μια μορφή έντονης αντίδρασης στο έγκλημα. Η κοινωνική αντίδραση στο έγκλημα και η τιμωρία του ποινικού παραβάτη έχει διανύσει πολλές φάσεις στην ανθρώπινη ιστορία» (Foucault, 1976: 303).

Οι λόγοι και οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται και τιμωρούνται οι δράστες ήταν λόγος μεγάλης αντιπαράθεσης των επιστημόνων αλλά και της πολιτείας η οποία και καθορίζει τους νόμους. Η τιμωρία μιας άνομης πράξης είναι αυτό που σκέφτεται ο νομοθέτης ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δραστηριότητα επιζήμια για το δημόσιο συμφέρον και βέβαια η τιμωρία η ίδια είναι το αντανακλαστικό των κυβερνήσεων μπροστά στην αύξηση των εγκλημάτων. Έτσι κινητοποιούνται η
αστυνομία και τα δικαστήρια ώστε τα εγκλήματα να τιμωρηθούν πιο σίγουρα αλλά και σωστά. «Μια απαγόρευση που δε συνοδεύεται από μια τιμωρία αυτού που την παραβίασε δεν έχει ισχύ… Η πολιτεία τιμωρεί για να επιζήσει. Τιμωρεί για να διατηρήσει το δικαίωμα να θέτει στην ελευθερία κανόνες, όρια, προστασίες. Τιμωρεί για να ορίσει αυτό που είναι νόμιμο και αυτό που δεν είναι» (Peyrefitte, 1981: 296-297).

Στόχος και σκοπός της δημιουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων ήταν και είναι ο εκφοβισμός των κρατουμένων ώστε στο μέλλον να μην παραβούν και πάλι τους νόμους. Με άλλα λόγια τα σωφρονιστικά καταστήματα από τη μια μεριά επικεντρώνονται στο δράστη και στις πράξεις του, προσπαθώντας να του περάσουν το μήνυμα ότι η πράξη του αυτή είναι εσφαλμένη και δεν πρέπει να την επαναλάβει και για αυτό τιμωρείται.

Επίσης λειτουργεί και ως εκφοβιστικό μέτρο για όσους σκέφτονται να παραβούν τους νόμους. «…Η ποινική κύρωση, δηλαδή η φυλάκιση επιβάλλεται ως η δημόσια αντίδραση στο έγκλημα, η πιο προφανής και η πιο συνηθισμένη. Γιατί η ποινή λίγο πολύ αποτρέπει και δίνει ένα μάθημα δικαιοσύνης του οποίου η αποτρεπτική αποτελεσματικότητα δεν είναι μηδενική» (Cusson, 2002:258).
Τα σωφρονιστικά καταστήματα είναι αμφιλεγόμενα, έχουν γίνει αντικείμενο πολλών διαφωνιών και κριτικών σχετικά με τον τρόπο που διοικείται μια φυλακή, κάτι που συνδέεται άμεσα και με τη πολιτική μιας χώρας καθώς διαφορετικά αντιμετωπίζονται για παράδειγμα οι κρατούμενοι σε ένα δημοκρατικό κράτος και διαφορετικά σε ένα κράτος όπου του έχει επιβληθεί δικτατορία. Κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974), για παράδειγμα, στην Ελλάδα
πολλοί εξορίζονταν λόγω διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών από την κρατούσα. Παλιά οι φυλακές λειτουργούσαν περισσότερο σαν ανθρώπινες χωματερές, ήταν χώρος ταπείνωσης και βίας και σε ελάχιστες περιπτώσεις ήταν τόπος βελτίωσης της προσωπικότητας του ατόμου. Οι αντιλήψεις αυτές βέβαια ήταν σύμφωνες με τα πιστεύω της εποχής εκείνης όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν έννοιες που δεν είχαν την ίδια βαρύτητα με τη σημερινή εποχή.

Εδώ και αρκετά χρόνια, με την εξέλιξη των ανθρωπιστικών επιστήμων, παρατηρείται μια σχετική πρόοδος όσον αφορά τον τομέα που έχει να κάνει με τη προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Άλλωστε το γεγονός ότι κάποιος έχει διαπράξει ένα έγκλημα και βρίσκεται στη φυλακή δεν σημαίνει ότι παύει ως άνθρωπος να έχει δικαιώματα τα οποία το κράτος οφείλει και πρέπει να τα σεβαστεί. Έτσι οι κρατούμενοι δικαιούνται συχνότερη επικοινωνία με το οικείο τους περιβάλλον, άδειες
(προνόμιο που τα τελευταία χρόνια κέρδισαν οι κρατούμενοι) καθώς και πιο ανθρώπινη μεταχείριση από τους υπεύθυνους των φυλακών.

1.1. Ιστορική αναδρομή στο θεσμό της φυλάκισης

Η φυλακή δεν είναι και τόσο πρόσφατη όσο υποστηρίζουν διάφοροι ειδικοί, όπως για παράδειγμα κοινωνιολόγοι ερευνητές, το είδος αυτό της τιμωρίας (φυλάκιση) παρατηρείται από πολύ πριν τη συστηματική της πλέον χρησιμοποίηση που γίνεται με τη χρήση των ποινικών νόμων.
Το έγκλημα αλλά και γενικότερα η απόκλιση από τα κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα, υπήρχε σε όλες τις κοινωνίες από τα πανάρχαια χρόνια, μόνο που τότε η αντιμετώπιση του εγκλήματος (στις πρώτες κοινωνίες) ήταν ιδιωτική υπόθεση. Όποιος, για παράδειγμα, θεωρούσε ότι θίγονταν από την εγκληματική συμπεριφορά κάποιου ήταν και αρμόδιος για την τιμωρία του δράστη. Κατάλοιπα τέτοιων αντιλήψεων φτάνουν μέχρι τις μέρες μας με τη μορφή της «βεντέτας», βεντέτα συνηθίζουν να λένε την εκδίκηση που παίρνουν οι συγγενείς κάποιου που δολοφονήθηκε, σκοτώνοντας το
δράστη ή κάποιον συγγενή του. Ο φόνος δηλαδή που τελείται με κίνητρο την εκδίκηση για έναν άλλο. «Είναι ένας κοινωνικός κώδικας που στηρίζεται στην έννοια της τιμής και της προστασία της…» (Νικολακάκης,1996:5).

Τα πράγματα διαφοροποιούνται από τη στιγμή που αρχίζουν να ισχύουν οι πρώτοι νόμοι περί σωφρονισμού που αναφέρουν πως ο σωφρονισμός είναι αρμοδιότητα της κοινότητας. «Αργότερα η τιμωρία των εγκληματιών ήταν αρμοδιότητα της ίδιας της κοινότητας και της πολιτικής της οργάνωσης, δηλαδή του κράτους. Οι νόμοι του Σόλωνα ήδη στην αρχαία Αθήνα, θεωρούσαν τη σύλληψη και τη τιμωρία των εγκλημάτων ως δημόσια υπόθεση» (Φαρσεδάκης, 1990:17). Τα σωφρονιστικά καταστήματα έχουν διαμορφωθεί ανεξάρτητα από το δικαστικό σύστημα από τότε που άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες κοινωνίες και οι άνθρωποι διαχώριζαν το καλό από το κακό,
από τότε που άρχιζαν να σχηματίζουν τα πρώτα κοινωνικά συστήματα και να μελετάται η ανθρώπινη συμπεριφορά.

Η ανάγκη των ατόμων ώστε να υπάρχει ένας μηχανισμός που θα λειτουργούσε περισσότερο εκφοβιστικά ώστε να αποφεύγονται οι παράνομες πράξεις οδήγησαν στη δημιουργία του θεσμού της φυλακής πριν ακόμα ο νόμος τη καθορίσει ως τη κατεξοχήν ποινή. «Η καθιέρωση της φυλακής ως τόπου εκτέλεσης της ποινής οφείλεται σε επίδραση του κανονικού δικαίου της καθολικής εκκλησίας. Το κανονικό δίκαιο θεωρούσε την αντικοινωνική συμπεριφορά ως έγκλημα και τον εγκληματία ως αμαρτωλό που έπρεπε να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο με την μόνωση και την τιμωρία. Η σύνοδος της Beziers είχε αποφασίσει ήδη από το 1266, ότι οι κατάδικοι έπρεπε να
υποβάλλονται σε απομόνωση τη νύχτα και την ημέρα να τηρούν το κανόνα της απόλυτης
σιωπής» (Δασκαλάκης, 1985).

«Στη καμπή του δέκατου όγδοου προς το δέκατο ένατο αιώνα μια καινούρια νομοθεσία καθορίζει την εξουσία του κολασμού σαν γενικό δικαίωμα της κοινωνίας, εξουσία που ασκείται με τον ίδιο τρόπο πάνω σε όλα τα μέλη της κοινωνίας και όπου το κάθε άτομο έχει τα ίδια δικαιώματα, καθιστώντας όμως τη φυλάκιση ως τη κυριότερη ποινή, εισάγει διαδικασίες κυριαρχίας που χαρακτηρίζουν ένα ιδιαίτερο τύπο εξουσίας» (Foucault, 1976: 304).

 Η φυλακή εκτός από τιμωρία λειτουργεί και ως χώρος όπου οι δράστες μετανιώνουν για τις πράξεις τους, τα αδικήματα που διέπραξαν και τη βλάβη που προκάλεσαν όχι μόνο στο θύμα αλλά και στην κοινωνία ολόκληρη.

Ο νόμος και η δικαιοσύνη (αναφερόμενοι στους νόμους εννοούμε τη νομοθεσία γενικά και τα άρθρα του συντάγματος ενώ μιλώντας για δικαιοσύνη εννοούμε κάτι ιδεατό, δηλαδή την ιδέα της έννοιας της δικαιοσύνης που διαχωρίζει τις σωστές από τις παράνομες πράξεις) αξιολογούν τη πράξη του δράστη και έτσι ανάλογα με τη σοβαρότητα του αδικήματος και λαμβάνοντας υπόψη του τα άρθρα του συντάγματος, το δικαστήριο βγάζει και την απόφαση της τιμωρίας που μπορεί να είναι από μέρες, μήνες μέχρι και χρόνια.

«Η έννοια της φυλάκισης βασίζεται ακόμα στο ρόλο της - τον υποθετικό ή τον επιβεβλημένο - ως μηχανισμού μεταμόρφωσης των ατόμων. Και πώς να μην είναι η φυλακή πρόθυμα αποδεκτή αφού εγκλείοντας, αναμορφώνοντας, καθυποτάσσοντας, αναδημιουργεί, εντείνοντάς τους κάπως, όλους τους μηχανισμούς που υπάρχουν κιόλας στο ελληνικό σώμα; Η φυλακή είναι ένας στρατώνας κάπως αυστηρός, σχολείο χωρίς επιείκεια, ζοφερό εργαστήρι - αλλά ουσιαστικά, τίποτα το ποιοτικά διαφορετικό» (Foucault, 1976: 305).

1.3. Ομοιότητες της κοινωνίας των ελεύθερων πολιτών με αυτή των κρατουμένων

«Η κοινωνία της φυλακής είναι διαμορφωμένη σε τρία επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αποτελείται από το μικρό πυρήνα των αρχηγών και των φίλων τους, δηλαδή τους ευνοημένους, το δεύτερο από ένα μεγαλύτερο αριθμό κρατουμένων που φιλοδοξούν να συμπεριληφθούν στον ηγετικό αυτό πυρήνα και που θα έκαναν τα πάντα για επιτύχουν το σκοπό τους και στο τρίτο και τελευταίο επίπεδο έχουμε το μεγάλο αριθμό των κρατουμένων που ενεργοποιούνται σπάνια κυρίως όταν γίνεται κάποια μεγάλης σε έκταση σύγκρουση με μία ή και με πολλές ομάδες» (Λαμπροπούλου 1994:255).

Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο, μέσα στις ομάδες αυτές οι κρατούμενοι υιοθετούν ρόλους και χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν και το προφίλ τους μέσα στη φυλακή. Έτσι οι τύποι των κρατουμένων είναι ο «ωραίος», ο «ψευτοπαλληκαράς», ο «ρουφιάνος» και ο «μάγκας». «…Ο «ωραίος», ο οποίος αντιστοιχεί στον right guy των αμερικάνικων ερευνών, κρατά τις αποστάσεις και από το προσωπικό και από τους συγκρατούμενους του, αλλά σε κρίσιμες καταστάσεις υπερασπίζεται το δίκαιο των κρατουμένων. Ο «ψευτοπαλληκαράς», που αντιστοιχεί στο τύπο του ανθρώπου που από
τη μια δείχνει να είναι υπέρ των δικαιωμάτων των κρατουμένων αλά όμως δεν πάει ενάντια στους κανονισμούς γιατί φοβάται (outlaw). Ο «ρουφιάνος», που είναι το καρφί της φυλακής και ο «μάγκας» που είναι απείθαρχος με τους κανονισμούς αλλά πάντα αλληλέγγυος προς τους συγκρατούμενους του» (Λαμπροπούλου 1994: 256).

Τέλος να αναφέρουμε και μια έρευνα που έγινε από τη Panagopoulos το 1979 στις γυναικείες φυλακές του Κορυδαλλού και επιβεβαίωσε το μοντέλο της πολιτισμικής διαφοράς. «Χρησιμοποίησε έναν συνδυασμό μεθόδων και τεχνικών για την έρευνά της, δηλαδή συμμετοχική παρατήρηση, συνεντεύξεις με τις κρατούμενες και το προσωπικό, ανάλυση φακέλων, ευχετήριων καρτών, προσωπικό εγγράφων των κρατουμένων, συχνότητα επισκεπτηρίου» (Λαμπροπούλου 1994: 256). Με τον τρόπο αυτό η ερευνήτρια έβγαλε ορισμένα συμπεράσματα που σχετίζονταν με τις αξίες. Διαπίστωσε ότι οι αξίες της ελληνικής κοινωνίας και οι αξίες στη ζωή των φυλακών παρουσιάζουν
έντονες ομοιότητες.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν και σήμερα άλλωστε είναι γνωστή σε όλους η φράση: «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Η Panagopoulos μελέτησε επίσης την αντιμετώπιση της κρατούμενης από το προσωπικό αλλά και από τις συγκρατούμενες της. Σαν αποτέλεσμα μέσα από την έρευνα βγήκε πως πραγματικά η φυλακή είναι ένας μικρόκοσμος όπου υπάρχουν οι ισχυροί αλλά και οι αδύναμοι οι οποίοι πέφτουν συχνά θύματα εκμετάλλευσης. «Ο μικρόκοσμος της κοινωνίας της φυλακής δε διαφέρει καθόλου από το μακρόκοσμο της κοινωνίας των νομοταγών. Ο νόμος ότι το μεγάλο ψάρι
τρώει το μικρό ισχύει και εδώ και μάλιστα με τις ευλογίες του σωφρονιστικού προσωπικού» (Κουράκης και συν., 1995: 256).

Είναι ευρέως γνωστό ότι το σωφρονιστικό σύστημα της Ελλάδας παρουσιάζει πολλά λειτουργικά προβλήματα. Αρνητικά χαρακτηριστικά των σωφρονιστικών καταστημάτων της Ελλάδας είναι η έλλειψη της κατάλληλης κτιριακής υποδομής, η έλλειψη προσωπικού, η ελλιπής κατάρτιση των σωφρονιστικών προγραμμάτων που δε μπορούν να καλυφθούν από τον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό.

«Η απόγνωση των κρατουμένων για τις συνθήκες κράτησής τους αποδεικνύει, και στον τομέα αυτό, την αναποτελεσματικότητα του κράτους να τους παράσχει ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης και ασφάλειας στις υπάρχουσες φυλακές. Είναι γνωστό σε όλους ότι η κατάσταση είναι συχνά εκτός ελέγχου λόγω της δράσης εγκληματικών ομάδων, αποτελούμενων από κρατούμενους και επίορκους κρατικούς λειτουργούς, στο εσωτερικό των φυλακών. Η έκθεση-καταπέλτης του Συμβουλίου της
Ευρώπης περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τη κατάσταση στις ελληνικές φυλακές. Πέραν του ανθρωπιστικού ζητήματος, το κατ’ επίφαση «σωφρονιστικό σύστημα» κοστίζει τεράστια ποσά στον φορολογούμενο πολίτη. Η Φιλελεύθερη Συμμαχία προτείνει δέσμη μέτρων που θα συμβάλλουν, αν και όποτε εφαρμοστούν, στην επίλυση αυτού του οξύτατου κοινωνικού προβλήματος» (Φιλελεύθερη λαλιά, 2008:1)

Ουσιαστικά η Φιλελεύθερη Συμμαχία (ομάδα κρατουμένων από όλα τa σωφρονιστικά καταστήματα της Ελλάδας) προτείνει να δοθεί η δυνατότητα σε ειδικευμένες ιδιωτικές εταιρείες να κατασκευάσουν, ή να χρονομισθώσουν, την κτιριακή υποδομή σωφρονιστικών καταστημάτων, τα οποία στη συνέχεια θα στελεχώσουν με διοικητικό προσωπικό και σωφρονιστικούς υπαλλήλους ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες που θα καθορίζονται από λεπτομερείς συμβάσεις σχετικά με τη διοίκηση και διαχείριση των σωφρονιστικών αυτών καταστημάτων.

Μια ουτοπική πρόταση η οποία είναι δύσκολο έως και ακατόρθωτο να πραγματοποιηθεί καθώς πάντα θα υπάρχουν κάποιοι παράγοντες, κυρίως πολιτικοί, που θα υπονομεύουν αυτές τις ενέργειες. Θα πρέπει όλοι μας να αντιληφθούμε πως εκεί μέσα ζουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να υπέπεσαν σε λανθασμένες - για τα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα - πράξεις αλλά παρόλα αυτά το κράτος θα πρέπει να τους βοηθήσει ώστε όταν έρθει η ώρα της αποφυλάκισής τους να μπορέσουν να προσαρμοστούν στην κοινωνία με το καλύτερο δυνατό τρόπο.


πηγή:
Αποσπάσματα
από την διπλωματική εργασία
 των
Δανδουλάκη Μαρία
Κωστέρη Βαλεντίνα
Μηλακη Βιργινια

με τίτλο
Η ψυχολογία των κρατουμένων.
Η περίπτωση των φυλακών Νέας Αλικαρνασσού.


πίνακας:. (Van Gogh - La ronde des prisonniers - 1890 - Musée de Leipzig)

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Η έλλειψη ελέγχου γίνεται έλλειψη νοήματος της ζωής


Από την στιγμή που η κοινωνική πραγματικότητα καθορίζεται από παράγοντες τους οποίους το άτομο δεν ελέγχει, η προσπάθεια κατασκευής νοήματος, η προσπάθεια απόδοσης μια κατεύθυνσης, ενός στόχου για την ζωή του, δεν αποδίδει. 

Η προσπάθεια, δια μέσου της μη αποδοτικότητας της, δεν  μπορεί ν' αποτελέσει ένα παράγοντα ελέγχου και στοιχειοθέτησης της πραγματικότητας που ζει το άτομο. Έτσι αναγκάζεται να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα την πίεση του περιβάλλοντος, τόσο του οικογενειακού όσο και του κοινωνικού, από όπου αντλεί την παρουσία του σαν παθητική και όχι ενεργητική. 

 

Η στάση απέναντι στην πραγματικότητα, η οποία καθορίζεται από μια καταναγκαστική παθητικότητα, απαιτεί από το άτομο την πλήρη και αδιαμαρτύρητα εκτέλεση καθηκόντων σχεδιασμένων από τους άλλους και διακρίνεται, από μια ψυχική και σωματική κούραση, από μια ματαιότητα και τελικά από μια έλλειψη νοήματος. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο δεν στοχεύει σε τίποτα, αλλά αποτελεί το μέσον για τον στόχο των άλλων. Σε αυτή επίσης την περίπτωση, η κατασκευή νοήματος του ατόμου, σκοντάφτει, θα λέγαμε, στην έλλειψη ελέγχου της πραγματικότητας. 
 
Η πράξη του ατόμου λοιπόν καθορίζεται από παράγοντες εκτός του δικού του ελέγχου, έτσι ώστε η πράξη να μην αποτελεί ένα στάδιο πραγμάτωσης και ικανοποίησης για εκείνον, αλλά αλλοτρίωσης και καταναγκασμού. Εάν το νόημα της ζωής αποκτάται για τον καθένα μέσα από την πράξη του, η παραπάνω περίπτωση, δεν αποτελεί μια ενέργεια πραγμάτωσης, ένωσης και επηρεασμού του περιβάλλοντος, πράγμα που βοηθάει το άτομο να είναι σε μια διαλεκτική σχέση μαζί του, αποκτώντας την ικανότητα της διαμόρφωσις του, αλλά μεταμορφώνεται σε μια ενέργεια αποπροσωποποίησης του και καταναγκαστικής υποταγής του στο εκάστοτε κέντρο αποφάσεων είτε οικογενειακών, είτε κοινωνικών.

Άρα, για να επιστρέψουμε στην αρχή, το νόημα και η απόκτησή του, τόσο της ζωής, όσο και των πράξεων του ατόμου, διαμορφώνεται από την ενεργητική στάση του και από την διαλεκτική σχέση του με το εκάστοτε περιβάλλον και την κοινωνική ομάδα της οποίας αποτελεί μέρος. Από την στιγμή που το άτομο στερείται αυτής της δυνατότητας, η ικανότητα του να συγκροτήσει, διανοητικά, και να νοηματοδοτήσει την συμπεριφορά του και τις πράξεις του, είναι μειωμένη. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι, ότι η εμπειρία από την σχέση με ένα περιβάλλον το οποίο δεν ελέγχει, δεν μπορεί να δημιουργήσει εκείνο το πλέγμα αυτογνωσίας και εμπιστοσύνης στην σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους.

Σε αυτή την περίπτωση η έλλειψη ελέγχου, οδηγεί το άτομο στην αναγκαστική προσαρμογή του στις αποφάσεις των άλλων και στα νοήματα με τα οποία οι άλλοι ορίζουν την κατάστασή του, αναγκάζοντας τον να συμμορφωθεί, αποδίδοντας στην ζωή του το μόνο νόημα το οποίο μπορεί να την καθορίσει, αυτό της συμμόρφωσης, και της υποταγής.

Έτσι, η έλλειψη ελέγχου γίνεται έλλειψη νοήματος της ζωής.


Κερεντζής Λάμπρος


πίνακας: Paul Eluard

445 × 600 - french.pomona.edu



Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Η κακοποίηση, ο θύτης και το θύμα στη σχέση του ζευγαριού



Κάθεται χαμένος, καταβεβλημένος από την ίδια του την παρουσία, εξαϋλωμένος μέσα από την ίδια του την πράξη. Η πολυθρόνα τον σηκώνει με δυσκολία, πάνω στην οποία τεντώνεται μαζεύεται, τινάζεται και μετά παίρνει την θέση του εμβρύου κλαίγοντας γοερά και ασταμάτητα. Με τα χέρια κτυπά το κεφάλι του, κραυγάζει το γιατί. “ θέλω μόνο να την κλείσω στην αγκαλιά μου, να της πω να με συγχωρήσει και μετά θα φύγω” Αυτό το λέει συνέχεια καθώς τα δάκρυα κυλάνε , αυλακώνοντας τα μάγουλά του, μοιάζει με κάποιο παιδί αφημένο στην έρημο της συμπεριφοράς του. Μια ερημιά που κυλάει στους δρόμους, στους τοίχους της πόλης, που δεν υπολογίζει το κόκκινα φανάρια του δρόμου, μια ερημιά που μοιάζει με τον ψυχικό θάνατο, με την αλλο-προσωπεία, δηλαδή με εκείνο το συναίσθημα που δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας. Μια ερημιά που βγαίνει από μέσα του σαν κάτι ξένο και τόσο γνώριμο συνάμα. Αλήθεια πότε περπάτησε για πρώτη φορά αυτή την ερημιά; Ποιος τον οδήγησε σε αυτή την ερημιά; Ποιος την εμφύτευσε μέσα του; Πότε μπήκε στο χαοτικό τοπίο της αίσθηση του τίποτα; Και πως δημιουργείται ο εαυτός σαν μια ερμιά; Η ερημιά του εαυτού; Ερωτήματα που δεν μπορούν να πάρουν απάντηση. Τίποτα δεν υπάρχει από όπου μπορεί να πιαστεί. 
 
Εκείνη έχει τρέξει σε μια φίλη της, έχει κλειστεί ζητώντας βοήθεια κλαίει, σπαράζει πάνω στο ξένο κρεβάτι. Έχει ανοίξει την πόρτα την ώρα που για τρίτη φορά το χέρι του της έδινε ένα δυνατό χαστούκι που τίναξε το κεφάλι της σαν να έσκασε μια βόμβα και τρύπησε ότι είχε μείνει ζωντανό μέσα της για αυτόν. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, ανέβαινε τις σκάλες χωρίς να ξέρει πια είναι, μόνο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης την κρατούσε όρθια. Ένιωθε σαν ένα ζώο που απειλούταν η ζωή του. “ Όταν έφυγε και έκλεισε η πόρτα, όταν βρέθηκα μόνος κατάλαβα τι είχα κάνει. Θέλω να με συγχωρέσει, τι θα κάνω τώρα, δεν έχω κανένα, μα κανένα σου λέω, πάρτη ένα τηλέφωνο να της πεις κάτι”. 
 
Τον βλέπω να βουλιάζει στην απόγνωση και ψάχνω τον τρόπο να τον βγάλω από εκεί, όμως πως; Έχει βυθιστεί μέσα σε αυτό τον κόσμο της βίας από τότε που ήταν μικρός. Έχει κακοποιηθεί, διωχθεί ταπεινωθεί και το ταπείνωμα τώρα, πάνω στην πολυθρόνα, είναι από τότε. Ο εαυτός του είναι μια τεράστια πληγή που αιμορραγεί την βία. Μια βια στραμμένη ενάντια στον εαυτό του, στραμμένη ενάντια στον άλλον. Η βία είναι η ερημιά του. Η βία της ερήμωσης κατοικεί μέσα του. Κάθε φορά που είναι μόνος του είναι εκεί για να του πει ότι είναι ένα τίποτα. Κάτι που δεν υπάρχει, ή κάτι που υπάρχει μόνο μέσα από την βία. 
 
Η βία των άλλων που έγινε δική του βία. Μόνο μέσα από αυτή αναγνωρίζει τον εαυτό του. Ένα βίαιο εαυτό που ξερνάει την βία που κουβαλάει, την βία που κληρονόμησε τόσα χρόνια. Την βία με την οποία κατασκευάστηκε αυτό το ανασφαλές άτομο, αυτό το σαρκίο με τις εσωτερικές πληγές που καμιά αγάπη δεν μπορεί να το λυτρώσει παρά μόνο αν έχει την πλήρη καταστροφική εξουσία επάνω της. Μόνο μέσα από αυτή την εξουσία, μέσα από την περιχαράκωση του άλλου, μπορεί να αισθανθεί ότι υπάρχει. Μόνο μέσα από τον έλεγχο μπορεί να αισθανθεί ότι ο άλλος είναι εδώ και είναι δικός του. Με αυτό το συναίσθημα νιώθει ότι το σώμα του άλλου είναι δικό του, η σκέψη του άλλου να του ανήκει. Πρέπει να σχεδιάσει τα πάντα για να μπορέσει να είναι ήσυχος, όμως όλο κάτι του ξεφεύγει. Ένα βλέμμα, ένα λόγος, ένα τηλέφωνο που μπορεί να κτυπήσει, μια φίλη που μπορεί να εμφανιστεί, όλα και όλοι αναιρούν, απειλούν την παρουσία του, την ύπαρξή του. 
 
Εξαϋλωμένος, μόνος κλαίει πάνω στην πολυθρόνα. Αναγνωρίζει την παραλογικότητα των κατασκευών του, αναγνωρίσει το άγονο των σκέψεών του, όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Η στέρηση από το αντικείμενο της αγάπης του τον αφήνει γυμνό μέσα την ερημιά που κάνει ένα ανυπόφορο κρύο. Μέσα στην ερημιά του τρομαγμένου μυαλού, που σαν παιδάκι που το δέρνει ο πατέρας του, δεν ξέρει που να κρυφτεί. Τι να κάνει από εδώ και πέρα, πως να ζήσει; Σε ποιο χώρο σε ποιο χρόνο; Με ποια λόγια να εξηγήσει όλα αυτά; 
 
Τίποτα δεν μπορεί να διηγηθεί και σε κανένα. Όπως και τότε, όταν ήταν κακοποιημένο παιδί, τίποτα δεν μπορούσε να πει σε κανένα. Όλα τα κρατούσε μέσα του, βουβά και με το τρέμουλο του παιδικού του φόβου πάντα εδώ. Τελικά όλα είναι ένας πόλεμος, μια βία. Η αναγνώριση του από τον άλλον ήταν ένας αγώνας επικράτησης, ένας αγώνα επιβολής. 
 
Η επιβολή, η εξουσία αυτή ανήκε κάποτε στον πατέρα και τώρα την είχε και αυτός. Ο πατέρας τον μεγάλωσε, τον οδήγησε μέσα από αυτή την βία σε αυτό που απεχθανόταν τώρα. Ένας πατέρας που πολλές φορές δεν μπορούσε να καταλάβει την λογική του, που δεν είχε λογική, παρά μια βία που φαινόταν λογική. Τα χαστούκια στην μητέρα, τα πιάτα που κτυπάνε στο τοίχο της κουζίνας γεμάτα φαγητό και διαλύουν την εσωτερική τροφή της ζωής του, σε μικρά δείγματα του ακατέργαστου φόβου που τον κυνηγάνε από τότε. Ένας πατέρας που καταλάβαινε ότι δεν τον σεβόταν, ότι δεν ήξερε για αυτόν πολλά πράγματα και το μόνο που κρατούσε σαν στοιχείο της επικοινωνίας τους ήταν η δυνατή φωνή, το άγριο βλέμμα, και το βαρύ του χέρι πάνω στο ανοιξιάτικο σώμα της παιδικής ηλικίας του. Πόσο τον ήθελε; Πόσο ανησυχούσε για αυτόν; Ένα πατέρα που φοβόταν αλλά αγαπούσε, ναι τον αγαπούσε αν και έκανε σκέψεις για να μην ξαναγυρίσει στο σπίτι. Ένα πατέρα που τον μίσησε, που με την φαντασία του σκεφτόταν να τον εξαφανίσει. Που σκέφτηκε να τον σκοτώσει. Όλες αυτές οι σκέψεις τον γέμιζαν με ενοχές, τον γέμιζαν με ενοχές. 
 
Ξετυλίγει αυτό το ιστορικό, το αναφέρει με δακρυσμένα μάτια, πονάει για αυτόν που τώρα πλέον βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου με τον θάνατο να πλησιάζει με αργά βήματα. Πονάει για αυτόν που έπαψε να είναι ο κέρβερος που είχε τρομοκρατήσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Είχε γίνει ένα ανθρωπάκι μια σταλιά. Χωρίς να έχει την δύναμη να μιλήσει, περπατούσε ακινητοποιημένος πάνω στο κρεβάτι, προς τον θάνατο. Το πόσο φοβόταν για αυτόν, δεν μπορούσε να το καταλάβει ούτε και αυτός ο ίδιος. Η απώλεια κρεμόταν από πάνω τους με την βία του θανάτου να τους ακινητοποιεί και τους δυο. 
 
Μέχρι την απόπειρα δεν είχε καταλάβει τίποτα, μόνο τότε όταν τον είδε να κοιμάται δίπλα του στο νοσοκομείο της αποκατάστασης μόνο τότε κατάλαβε ότι είχε τρομάξει για αυτόν, μόνο τότε κατάλαβε ότι τον αγαπούσε. Ένα πατέρα που τον εσωτερίκευσε, τον εσωτερίκευσε σε μια προσπάθεια να του πει ότι τον αγαπάει, και υιοθέτησε τον αρνητικό του λόγο και πράξη. Τελικά ότι έκανε ήταν για να του δώσει να καταλάβει ότι υπήρχε, ότι ήταν το παιδί του! Και όχι κάποιος που τον είχαν μαζέψει από το δρόμο. Ότι αλητεία, αλλά και καλοσύνη έκανε ήταν για να τον προσέξει ο πατέρας. 
 
Έτσι τώρα και αυτός σαν τον πατέρα του, σαν αφέντης που το βασίλειό του εξαφανίστηκε μονομιάς και από την μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε μόνος και φτωχός να σφαντάζει για αυτό το βασίλειο που δεν υπήρξε ποτέ. Για ένα βασίλειο που μόνος του είχε κατασκευάσει όμως κανείς άλλος δεν έμενε μέσα σε αυτό παρά μόνο αυτός και αυτή δεμένη χειροπόδαρα. Όπως τότε με τον πατέρα του, όπως ήταν αυτός μαζί του, όπως ήταν με την μάνα του.

Πόσο ενωμένοι ήταν, πόσο μαζί! ¨Όλα αυτά που νόμιζε ότι είχε κατακτήσει, αυτή, την χαρά, την ευτυχία, όλα τα είχε χάσει και δεν τα είχε χάσει τώρα, αλλά πάντα χαμένα ήταν. Ολόκληρη η σχέση είχε κατασκευαστεί στην προσπάθεια να αισθανθεί σίγουρος, να νιώσει ότι τώρα, τα ελέγχει τα πράγματα και τίποτα δεν μπορεί να του ξεφύγει, γι αυτό ήταν τόσο απαιτητικός από αυτή, γι αυτό δεν την άφηνε να κάνει τίποτα μόνη της, γι αυτό παρακολουθούσε το βλέμμα της, τις κινήσεις της, τα πάντα που θα έβαζαν σε κίνδυνο το οικοδόμημα του χωρίς να καταλαβαίνει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν ο ίδιος. 
 
Η βία του, το μόνο που κατάφερε να εξαφανίσει, ήταν τον ίδιο. Πόσες φορές δεν το είχε κάνει αυτό. Πόσες φορές μέσα από απόπειρες, με ταχύτητες που προσπαθούσε να περάσει σε μια άλλη διάσταση, προσπαθούσε να ξεφύγει από το κενό που τον κυνηγούσε τόσα χρόνια, προσπαθώντας μέσα από κάθε καινούργιο πρόσωπο, από κάθε καινούργια σχέση να κρυφτεί μέσα της, να αποφύγει το κενό, να δώσει νόημα και στο τέλος το καινούργιο νόημα να ξαναγίνεται βία. Το καινούργιο νόημα να ξανά παίρνει την μορφή που πάντα φοβόταν, την μορφή του κενού, του τίποτα, της απουσίας του εαυτού. Και που είναι;; Πόσες συγνώμες μπορεί να ζητήσει από τους άλλους, από εκείνη, από τους γονείς, από την βία; Πόση συγνώμη όμως χρειάζεται για αυτόν κανείς δεν ξέρει; 
 
Η βία και ο θάνατος καραδοκούν. Πάντα ένας βίαιος θάνατος ήταν εδώ να του θυμίζει την δυνατότητα του πραγματικού άπειρου που κρύβει μέσα στην ερημιά του. Και τότε που η πατρική τιμωρία ερχόταν να του υπενθυμίσει την ύπαρξη μέσα από την βία, και τότε ο φόβος του θανάτου ήταν εδώ. Τον θυμόταν, και τον έβλεπε όταν έκλεινα τα μάτια του για να κοιμηθεί τις νύχτες. Ψιθύριζε λόγια μέσα στα όνειρά του, και έπαιρνε μορφές απροσδιόριστες, και φοβόταν , φοβόταν πολύ. Τότε φοβόταν πολύ, όπως φοβόταν και τώρα. Φοβόταν το πλησίασμα του, φοβόταν την φωνή του και μετά την τιμωρία στεκόταν χαμένος μέσα στο δωμάτιο χωρίς να ξέρει που είναι χωρίς να μπορεί να συναρμολογήσει τα κομματάκια του παιδικού του εαυτού. Έτσι σπασμένος σε ατελείωτα μαυριδερά κομματάκια καθόταν συντετριμμένος πάνω στην πολυθρόνα. Αυτό που του δίδαξε ο πατέρας δεν ήταν παρά η υποταγή. Η υποταγή στην εξουσία του και αυτό αυτό ήξερε μόνο να κάνει, να υποτάσσει και να υποτάσσεται.

Η μνήμη, είναι το κοιμητήρι των επιθυμιών που ξεστράτισαν, που ξέφυγαν από το δρόμο της ευτυχίας και μπερδεύτηκαν με το φόβο, με τα δάκρυα, με την πίκρα του ανεκπλήρωτου και του απαγορεύεται. Η μνήμη με το πτώμα της παιδικής ηλικίας που βιάστηκε ψυχολογικά, λεκτικά σωματικά, που παρατήθηκε μέσα στο άπειρο του αγνώστου με την λυχνία της ψυχής του να τρεμοσβήνει μπροστά στο σκοτάδι του θανάτου που το εσωτερίκευσε για μια ζωή, ήταν πάντα εδώ. Η μνήμη με περιεχόμενο μια βιασμένη ζωή που τελικά δεν ήθελε να είναι η δική του και όμως κάθε φορά η βία την έκανε δική της, που κάθε φορά πάλευε μαζί της για να της ξεφύγει αλλά πάντα αυτή κέρδιζε στο τέλος.

Ο παράδεισος που ήθελε να κατασκευάσει μαζί της ήταν μια κόλαση που τους κουβαλούσε μέσα του και δεν το έχει πάρει χαμπάρι. Χωρίς αυτή δεν υπήρχε, όμως εκείνος την είχε οδηγήσει στην αφάνεια. Εκείνος την είχε μετατρέψει σε ένα άβουλο πλάσμα, σε ένα ανδρείκελο που νόμιζε ότι έτσι θα έπαιρνε την αναγνώριση που ήθελε από αυτή, που νόμιζε ότι έτσι θα είχε την σιγουριά της σχέσης για την οποία τόσο καιρό μόχθησε, κουράστηκε, απογοητεύθηκε και κατέληξε να την δολοφονεί σιγά σιγά. Κατέληξε να την πνίγει νομίζοντας ότι της έδινε οξυγόνο. Μαζί με αυτή έπνιξε την σχέση και στο τέλος έπνιξε και τον ίδιο. Μόνο η παρουσία της, του έδινε ύπαρξη, τώρα απλά δεν υπάρχει. Πνιγμένος από τα ίδια του τα χέρια στέκεται μπροστά μου, χωμένος σε μια λίμνη από δάκρυα. 
 
Τώρα καταλαβαίνει πως η σχέση τους ήταν μια σχέση αφεντικού και σκλάβου, πως αυτός την νόμιζε τέλεια, αλλά δεν ήταν παρά μια σχέση εξουσίας που είχε κατασκευάσει μαζί της και εκείνη την είχε αποδεχθεί, για τους δικούς της λόγους, και μαζί γλίστρησαν ο ένας στην υποταγή και ο άλλος στην διαταγή, στην απαίτηση. Τώρα καταλαβαίνει πόσο μόνος του ήταν. Ότι αυτή την σχέση δεν την είχε κατασκευάσει μόνος του, αλλά μαζί με αυτή. Και αυτή με τον τρόπο της, με τον φόβο της, με την υποχωρητικότητα της του έδωσε το δικαίωμα να εισβάλει στην ζωή της και να την αναποδογυρίσει. Την σχέση αφέντη – δούλου μαζί την φτιάξανε και δεν ήταν μια απλή σχέση. Είναι τόσο πολύπλοκη, που μερικές φορές αναρωτιέσαι ποιος είναι ο δούλος και ποιος ο αφέντης. Διότι σε ένα επίπεδο μπορείς να βλέπεις ποιος είναι από “επάνω” και ποιος από “κάτω”, αλλά όταν προσεγγίσεις την σχέση διαφορετικά καταλαβαίνεις ότι αυτός που είναι από “πάνω”, είναι στην ουσία από “κάτω” και ο από “κάτω” είναι από “επάνω”. Έτσι και εδώ, αυτή δαρμένη, κακοποιημένη κλαίει στην αγκαλιά μια φίλης της, εξιστορεί τα διαδραματισθέντα, κουβαλώντας την σφραγίδα του θύματος, αλλά και αυτός σφαντάζει μπροστά στην πράξη του σαν θύτης που ποτέ δεν ήθελε να βρεθεί σε αυτή την θέση. Ποιος μοιράζει τις θέσεις; Ποιος κανονίζει τους ρόλους και ποιος φτιάχνει το σενάριο της βίας. Το σενάριο της βίας ανήκε εξ' ολοκλήρου σε αυτόν; Ανήκει και σε αυτή; Ανήκει και στους δυο; Το μόνο που ένιωθε τώρα ήταν την γύμνια της ερημιά του και την ερημιά της γύμνια του. 
 
Η εξουσία του καταρρακωμένη, τον βουλιάζει στο πυθμένα του τίποτα του τότε. Η εξουσία του τελικά, στραμμένη ενάντια στον εαυτό του, τον μετατρέπει και αυτόν σε θύτη. Και αυτός σαν θύμα του θύτη που ήταν γλιστράει στην αφάνεια των καταστάσεων. Η εξουσία του υπήρχε μόνο μέσα από την δική της ύπαρξη, μόνο μέσα στην σχέση και φαινόταν ότι της χειριζόταν αυτός, αλλά ήταν έτσι; Άρα πόσο αυτή η εξουσία ανήκε σε εκείνον; 
 
Το ποιος χειρίζεται τι, θα μου επιτρέψετέ να μην είμαι τόσο σίγουρος, ανάμεσα στον θύτη και το θύμα. Διότι τώρα που δεν υπάρχει η σχέση, τώρα που δεν υπάρχει αυτή, δεν υπάρχει και αυτός. Είναι και η δύο θύματα και θύτες μιας κατάστασης που εξελίχθηκε μέσα από την συνεργασία τους μέχρις αυτό το βίαιο σημείο.

Ο Θύτης, στην ερημιά της σχέσης όπου συμβαίνει η κακοποίηση, φτάνει να κακοποιήσει το θύμα επειδή, για διάφορους λόγους, του “επιτρέπει” την κακοποίηση, του επιτρέπει να υπάρχει σαν βιαστής, χωρίς να καταλαβαίνει ότι ο θύτης μέσα από την κακοποίηση, κακοποιεί και τον ίδιο του τον εαυτό. Ότι μέσα από την κακοποίηση του θύματος, ο θύτης γυρνάει την βία ενάντια στον ίδιο τον εαυτό. Άρα και ο θύτης εκφράσει μια βία μέσα στην σχέση, απλά αφήνει στον θύτη να την εκτελέσει. Αυτή την βία βλέπω να κυλάει σαν καταρράκτης από το βιασμένο σώμα του θύτη.

Κερεντζής Λάμπρος

φωτό: Jana Romanova