Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Έλεγχος ή Αυτοέλεγχος στο Ζευγάρι





Ο Έλεγχος
Ο όρος του “κοινωνικού ελέγχου” εμφανίστηκε το 1920, από την κοινωνιολογική σχολή του Σικάγου και συνορεύει με αυτόν της κοινωνικοποίησης. “Ο κοινωνικός έλεγχος” ασκείται από την κοινωνία και περιλαμβάνει το σύνολο των μέσων και των πρακτικών τις οποίες χρησιμοποιεί με στόχο τα μέλη της να λειτουργούν σύμφωνα με τις κοινωνικές νόρμες και αξίες που ισχύουν. Σκοπός λοιπόν, του “κοινωνικού ελέγχου” είναι ο σεβασμός του συστήματος αξιών της κοινωνίας.
Το ζευγάρι είναι ένας ζωντανός οργανισμός που ζει μέσα από την παρουσία και την αλληλεπίδραση των μελών του. Συγκροτείται από την σιωπηρή αποδοχή των όρων του “ζευγαριού” οι οποίοι είναι η επέκταση των κοινωνικών όρων ελέγχου και κανόνων συμβίωσης μιας σχέσης, που εξαρτώνται από την εκάστοτε κουλτούρα της κοινωνίας που το περιβάλλει.
Ο έλεγχος έτσι όπως παρουσιάζεται στο ζευγάρι, δηλαδή στην σχέση δυο ανθρώπων, αποτελεί μια άτυπη μορφή του “κοινωνικού ελέγχου” και είναι μια ψυχοκοινωνική κατάσταση όπου το άτομο δέχεται τους όρους και τα όρια που το βάζει κάποιος “άλλος”, αλλά και που ο ίδιος έχει αποδεχτεί και θέτει στον άλλον. Δηλαδή αποδέχεται τα όρια της σχέσης.
Η σχέση λοιπόν από την στιγμή που συγκροτείται και αρχίζει η κατασκευή της, για να μπορέσει να αναπτυχθεί, ορίζει κάποιους κανόνες οι οποίοι είναι κοινοί σε όλες τις σχέσεις, αλλά και κανόνες που ανήκουν μόνο σε αυτή. Η σχέση θέτει λοιπόν τα όρια της που λειτουργούν τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο εξωτερικό περιβάλλον. Τα όρια αυτά αναφέρονται σε όλα τα επίπεδα της, όπως το ψυχολογικό, το κοινωνικό, το σεξουαλικό.
Όπως είπαμε ενώ το ζευγάρι ακολουθεί κοινούς κοινωνικούς κανόνες ελέγχου με τα άλλα ζευγάρια, η ιδιαιτερότητα όμως των ατόμων που τα απαρτίζουν και η διαφορετική μορφή και ένταση των αλληλεπιδράσεων των μελών του, τα κάνουν να διαφέρουν ριζικά από άλλα ζευγάρια αποκτώντας ένα ιδιαίτερο προφίλ.
Ο έλεγχος στο ζευγάρι εκφράζεται μέσω των αλληλεπιδράσεων και περιλαμβάνει το βλέμμα, τον λόγο, το ύφος, τις κινήσεις, και την εν γένει συμπεριφορά των μελών της σχέσης, εμπεριέχοντας μια τάση δικαίου την οποία κάθε μέλος αντλεί από την ύπαρξη της σχέσης, αντλώντας επίσης και το δικαίωμα να ελέγξει τον άλλον, αλλά και να ελεγχθεί από αυτόν. Φαίνεται ότι έλεγχος υπάρχει σαν μια τάση αναζήτησης ασφάλεια των μελών του, αλλά στην ουσία φανερώνει ένα ανταγωνισμό που εγκαθίσταται ανάμεσα τους. Σε αυτή την περίπτωση το κάθε μέλος προσπαθεί να επιβάλλει στον άλλον συνειδητές και ασυνείδητες επιθυμίες για να καλύψει φόβους, τις περισσότερες φορές που δεν οφείλονται στην σχέση.
Δηλαδή όσο ο έλεγχος μεγαλώνει τόσο η σχέση γίνεται ανασφαλής. Και η ανασφάλεια αυτή διαπερνά την σχέση εσωτερικά άλλα και εξωτερικά. Ένας φόβος εγκαθίσταται στο εσωτερικό της ο οποίος καθορίζει τις αλληλεπιδράσεις που με την σειρά τους αναπαράγουν αυτό τον φόβο. Έτσι ο φόβος, ορίζεται σαν όρος που προέρχεται από το ένα ή και τα δύο μέλη της σχέσης και αφορά συνήθως το εξωτερικό περιβάλλον, την παρουσία τρίτων προσώπων στην σχέσης. Με αυτή την δικαιολογία, που σημαίνει την προστασία της σχέσης, αρχίζει να επικρατεί μια ανισότητα και να δημιουργούνται δυο πόλοι, ο δυνατός πόλος και ο αδύναμος, αυτός που είναι από επάνω και αυτός από κάτω. Αυτός που απαιτεί και αυτός που υπακούει. 
Και σε αυτή όμως την περίπτωση η έκφραση τέτοιων τάσεων αποτελούν μια εξέλιξη της σχέσης όσον αφορά την αναζήτηση των ορίων τόσο της σχέσης όσο και των μελών της. Μια εξέλιξη όμως που παγώνει την ενέργεια της και απαγορεύει την διαπραγμάτευση των ορίων της, εγκαθιδρύοντας ασφυκτικά όρια και κανόνες και στα δυο μέλη της, με τέτοιο τρόπο ώστε η σχέση μετατρεπεται σε σχέση δύναμης και υποταγής.  Αποκτά ένα νόημα,που επικεντρώνεται στην δέσμευση η οποία ακόμα και αν είναι μακριά από τον στόχο της, που είναι η ελεύθερη ανάπτυξη του ατόμου, καταφέρνει να δεσμεύει τα μέλη της με τρόπο που μπορεί να εκληφθεί σαν "ενδιαφέρον", σαν "ένδειξη αγάπης". Βέβαια σε μια τέτοια περίπτωση εισερχόμαστε σιγά στα όρια της σαδομαζοχιστικής σχέσης.
Ο Αυτοέλεγχος
Από την άλλη πρέπει να ορίσουμε και την έννοια του αυτοελέγχου μέσα στα πλαίσια της σχέσης. Σε αυτή την περίπτωση, θα ορίζαμε σαν αυτοέλεγχο την ικανότητα του κάθε μέλους να σεβαστεί τους όρους της σχέσης, αλλά και όρια του άλλου, κατανοώντας ότι αυτό επιθυμεί και ο άλλος. Αυτό σημαίνει ότι η έννοια του αυτοελέγχου αποτελεί ένα μέσον που προσφέρει η ίδια η σχέση για την ανάπτυξη της, αλλά και την ανάπτυξη των μελών της. Δηλαδή αποτελεί μια ενέργεια και ένα συναίσθημα που κατασκευάζεται μέσα στην σχέση, αλλά πηγάζει από το κάθε μέλος της ξεχωριστά.
Ο αυτοέλεγχος λοιπόν αποτελεί ένα στοιχείο της σχέσης το οποίο μεταφράζεται σε μια διαδικασία αυτογνωσίας μέσα από την παρουσία του άλλου και σαν προσπάθεια αυτοκαθορισμού μέσα στην σχέση. Επίσης σημαίνει μια αυθόρμητη εμπιστοσύνη, κατ΄ αρχάς προς τον εαυτό και μετά προς τον άλλον. Μια εμπιστοσύνη η οποία δεν αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού, αλλά ελεύθερης βούλησης και αποδοχής. Και σε αυτή την περίπτωση η αναζήτηση του αυτοελέγχου είναι μια συνεχής αναζήτηση των ορίων του ατόμου και της σχέσης, αλλά κάτω από μια συνθήκη που σαν βασικό της στοιχείο έχει το σεβασμό των ορίων του άλλου. 
Αυτό σημαίνει, ότι για να υπάρξει ανάπτυξη της σχέσης, αυτή θα πρέπει να είναι ανοιχτή σε ένα συνεχή επαναπροσδιορισμό των ρόλων και των δικαιωμάτων των μελών της μέσα σε αυτή.
Μια τέτοια κατάσταση απαιτεί την ειλικρίνεια μεταξύ των μελών της, που σημαίνει ότι στο επίπεδο της επικοινωνίας τα μέλη της έχουν υιοθετήσει μια ελευθερία στην έκφραση και στην διατύπωση των επιθυμιών τους, η οποία, αυτή θα αποτελεί στοιχείο “ελέγχου” της σχέσης προς τα μέλη της, όσο και των μελών της προς αυτή. Με αυτό τον τρόπο η σχέση μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα αυτοποιητικό σύστημα το οποίο δημιουργεί τον εαυτό της και συγχρόνως κατασκευάζει τα μέλη της και το αντίθετο. Με λίγα λόγια παράγει την σχέση ζώντας την. Έτσι η σχέση σχηματίζεται, μετασχηματίζεται, και διαμορφώνει τους όρους ελεύθερης ύπαρξης διαμορφώνοντας τα μέλη της.
Ο αυτοέλεγχος αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο για το άτομο, παρά ο έλεγχος του άλλου. Χωρίς αυτόν η σχέση καταργεί την ατομικότητα του καθένα και οδηγεί στην εξάρτηση και στην έλλειψη κάθε ελέγχου.
Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας: Jan BOUMAN

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Αποφάσεις των “παιδιών”



Στην μικρή μας χώρα, τις περισσότερες φορές οι γονείς αποθαρρύνουν τα “παιδιά τους” στο να πάρουν αποφάσεις για την ζωή τους και τα εγκλωβίζουν στην επανάληψη των δικών τους αναποφάσιστων αδιεξόδων.
Αναφερόμενος στα “παιδιά”, συμπεριλαμβάνω εκτός από την παιδική ηλικία, την εφηβεία, αλλά και την νεότητα, όπου οι αποφάσεις είναι σημαντικές για την κατασκευή του εαυτού τους, όπως και τα “παιδιά” που έχουν ενηλικιωθεί.
Οι γονείς επεμβαίνουν στην ζωή τους νοηματοδοτώντας τις καταστάσεις που τα αφορούν και επηρεάζουν την κοινωνική τους πράξη με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνουν αυτό που αυτοί επιθυμούν να γίνει, ή να μην κάνουν τίποτα.
Στην περίπτωση που δεν κάνουν αυτό που θέλουν, ασκούν μια συνεχή κριτική, ώστε να τα οδηγούν στην αποτυχία και τότε, δικαιωμένοι “πανηγυρίζουν” για τον “ σωστό” δικό τους τρόπο να βλέπουν τα πράγματα.
Στην περίπτωση που δεν κάνουν τίποτα, τα κατηγορούν για αυτό και παίρνουν το δικαίωμα να αποφασίσουν αυτοί στην θέση τους.
Η ευχαρίστηση τους είναι να ακολουθήσουν αυτό που σκέπτονται αυτοί. Αλλά ακόμα και τότε, αν αποτύχουν, ρίχνουν το βάρος σε αυτά. Δηλαδή ναι μεν λένε, ότι τους υπάκουσαν αλλά δεν ενήργησαν όπως ακριβώς τους είχαν υποδείξει. Έτσι οι γονείς δεν αναρωτιούνται ποτέ, αν η συνταγή τους για την επίλυση των προβλημάτων, αλλά και ο τρόπος συμπεριφοράς και επέμβασης στην ζωή τους, είναι σωστές ενέργειες.
Οι αποφάσεις των “παιδιών” είναι λοιπόν οικογενειακές αποφάσεις, όπου κάθε γονιός νιώθει ότι πρέπει να έχει λόγο. Νομίζει ότι πρέπει να είναι ενημερωμένος και ότι πρέπει να ασκήσει τον καθοδηγητικό του ρόλο σε οτιδήποτε αφορά το “παιδί του” σε οποιαδήποτε ηλικία και αν βρίσκεται.
Με αυτό τον τρόπο δεν του επιτρέπει να “πειραματιστεί” με την ζωής του, να διδαχτεί από αυτή, να αποχτήσει ένα κριτικό στοχασμό πάνω στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και να προσπαθήσει να δώσει μόνο του τις λύσεις που αυτό νομίζει ότι του ταιριάζουν.
Δεν του επιτρέπει να αποκτήσει ένα τρόπο σκέψης ξέχωρο από αυτόν των γονιών του, που δεν είναι παρά μια εδραιωμένη συνήθεια μιας οικογενειακής σκέψης, η οποία δεν τον ενδυναμώνει προσωπικά, αλλά τον διατηρεί μέσω των οικογενειακών αναπαραστάσεων στην θέση του αδυνάτου, του “μικρού” ακόμα και όταν έχει ενηλικιωθεί.
Αυτή επίσης η κατάσταση διαιωνίζει τις ανισότητες στην οικογένεια, οι οποίες προϋπήρχαν από τον ερχομό των “παιδιών”. Δηλαδή η οικογενειακή δομή αντικατοπτρίζει τις σχέσεις ισχύος που ήδη υπάρχουν ανάμεσα στους γονείς μέσα στις οποίες εμπλέκονται τα “παιδιά” και με αυτό τον τρόπο η ανισότητα, τόσο ανάμεσα στους γονείς, όσο και ανάμεσα στους γονείς και τα “παιδιά”, αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της οικογενειακής επιβίωσης .
Ο συνεχής έλεγχος, λοιπόν των αποφάσεων των “παιδιών” τα καταστούν ανελεύθερα μέσα στην οικογένεια.
Δεν τους προσφέρουν την δυνατότητα να διαμορφώσουν τον τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων που τα αφορούν μέσα από τις οποίες θα “διδαχτούν”, και θα διαμορφώσουν νέους τρόπους αντιμετώπισης τους.
Αντίθετα τα οδηγούν να επαναλαμβάνουν τις αβάσιμες συνήθειες των γονιών τους, τις αναιτιολόγητες πεποιθήσεις τους, τους φόβους και το άγχος τους, στοιχεία που στο τέλος τα εμποδίζουν να αναλάβουν την ευθύνη της ζωής τους.
Άρα η σημασία των αποφάσεων των “παιδιών”σε οποιαδήποτε ηλικία ,
είναι τεράστια για την ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη ακόμα και αν αυτές οι αποφάσεις είναι λάθος
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας: Frida Kahlo

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Η έννοια του ρητορικού ήθους





Κάθε εκφορά λόγου περιλαμβάνει πάντα την – ηθελημένη ή αθέλητη – κατασκευή μιας εικόνας του εαυτού. Ο εκάστοτε ομιλητής προβάλλει μια εικόνα της προσωπικότητας του που συμβάλλει στο βαθμό αποδοχής των λεγομένων του το ίδιο, αν όχι περισσότερο, από τα ίδια του τα λεγόμενα. Αυτό που σχηματικά θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ρητορικό ήθος» - ένα χαρακτηρισμό που παραλαμβάνουμε από την τριμερή διάκριση των έντεχνων πίστεων κατά Αριστοτέλη σε ήθος, πάθος και λόγο – αποτελεί μια σημαντικότατη έννοια στην ανάλυση λόγου.

Η έννοια του ρητορικού ήθους στην αριστοτελική διδασκαλία περί ρητορικής έχει μάλλον παραγνωριστεί. Στην αναβίωση της ρητορικής τον 20ο αιώνα – με κείμενο αναφορά το Traité de l’argumentation των Perelman και Olbrechts-Tyteca – το ρητορικό ήθος καταλαμβάνει ρόλο περιθωριακό και η ανάλυσή του εξαντλείται σε μερικές κοινότοπες διαπιστώσεις:

«Αν το πρόσωπο του ομιλητή προσδίδει περιεχόμενο στο λόγο, αυτός ο λόγος, από την άλλη πλευρά, καθορίζει τη γνώμη που θα έχουμε για τον ομιλητή. Αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν ethos oratoire συνοψίζεται στην εντύπωση που δίνει ο ομιλητής για τον εαυτό του μέσα από τα λεγόμενά του.»11

Εντούτοις, το ήθος έχει βαρύνουσα σημασία στην ρητορική τέχνη: αποτελεί την εικόνα που κατασκευάζει κάθε ομιλητής για τον εαυτό του ούτως ώστε να γίνει πιστευτός. Πρέπει να υπογραμμίσουμε αυτήν την έννοια της κατασκευής ώστε να αποκαταστήσουμε με ακρίβεια το αριστοτελικό κείμενο: «Πάντως το αποτέλεσμα πρέπει να προέρχεται από την αγόρευση…», δηλώνει ρητά στην Ρητορική12. Κάθε εκφορά λόγου, λοιπόν, κατασκευάζει μία εικόνα του υποκειμένου που εκφέρει τον λόγο αυτό.

Το ήθος σε αυτό το πλαίσιο αποτελεί μία προβολή, μία γλωσσική κατασκευή, και ως τέτοια οφείλει να αναλυθεί εκ νέου μέσα στα σύγχρονα συγκείμενα και κυρίως με βάση τα κεκτημένα αυτού που σχηματικά αποκαλούμε «γλωσσική στροφή».

Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ήθος χωρίς να μιλήσουμε για μια έννοια υποκειμενικότητας. Φυσικά, η αποσταθεροποίηση του καρτεσιανού cogito (και) μέσα από την παραδοχή της εξάρτησης της ανθρώπινης συνείδησης από τη γλώσσα είναι ένα θέμα για το οποίο έχουν σπαταληθεί τόνοι μελανιού στην σύγχρονη φιλοσοφία και ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του παρόντος κειμένου. Θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε παραπέμποντας:

«Η λεγόμενη «γλωσσολογική στροφή» του ύστερου 20ου αιώνα αφαιρεί τα προνόμια και την κυριαρχία της υποκειμενικότητας ως την αρχή της σύγχρονης φιλοσοφίας σε τρία βασικά επίπεδα. Κατά πρώτο λόγο, το πάντοτε και ήδη προϋπάρχον γλωσσικό δίκτυο, το οποίο τα υποκείμενα δεν εφευρίσκουν αλλά αντίθετα χρειάζονται ώστε να μπορούν να διαρθρώσουν τους εαυτούς τους στον κόσμο, θέτει στην θέση της στοχαστικά αντικειμενοποιημένης γνώσης… την ανακεφαλαιωτική ανασυγκρότηση της γνώσης που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί.
 Κατά δεύτερο λόγο, ανατρέπει το ουσιωδώς μονολογικό μοντέλο της πράξης που προσιδιάζει στη φιλοσοφία του υποκειμένου, διότι αντί να προχωράει από μια αντίληψη του λόγου ως αφηρημένου, ασώματου και απαλλαγμένου από κάθε κοινωνικό πλαίσιο … τονίζει τη γλωσσική διαμεσολάβηση των επιθυμιών, των σκοπών και των στόχων, δηλαδή τη δημιουργική δύναμη κάποιου ήδη μορφοποιημένου Λόγου.
Τέλος, τονίζει την ερμηνευτική ακαθοριστία της ανθρώπινης πράξης.»13

Το μετα-νιτσεϊκό, διχασμένο, αποδομημένο, μη-αυτόνομο υποκείμενο, το υποκείμενο ως πολλαπλότητα, έχει σαφώς συνέπειες στην ανάλυση περί ήθους. Θα έπρεπε ωστόσο να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτό το σημείο διότι, όπως αφήσαμε να διαφανεί και πιο πάνω, η ιδέα μιας απόλυτα κατασκευασμένης γλώσσας και, συνεπακόλουθα, ενός απόλυτα κατασκευασμένου υποκειμένου εκφοράς αυτής της γλώσσας δεν αποτελεί παρά την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος.
 Στη διαλεκτική απόλυτη αυτονομία / απόλυτος προσδιορισμός πρέπει να αναζητήσουμε εκείνο το χώρο που προσφέρει στο (ούτως ή άλλως) προσδιορισμένο υποκείμενο μια δυνατότητα αυτονομίας.

Αυτό που προτείνουμε εδώ είναι μία έννοια ήθους που πραγματοποιεί τη σύγκλιση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, που τοποθετεί το υποκείμενο μέσα στο λόγο ξαναφέρνοντας ταυτόχρονα το λόγο στο υποκείμενο. 

«Δεν μπορούμε πια να θέσουμε το υποκείμενο ως εξωτερικό προς το λόγο που αυτό εκφέρει, γιατί το πραγματικό ερώτημα είναι να μάθουμε, από τη στιγμή που υπάρχει λόγος, πώς το υποκείμενο παρουσιάζεται / παρουσιάζει τον εαυτό του μέσα στο λόγο. Από τη σκοπιά του ήθους, ξέρουμε εκ των προτέρων ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να βγει από την ρητορική.»14

Η τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια για μία επανεξέταση της έννοιας του ήθους από διάφορους θεωρητικούς, που ξεκινούν από συναφή θεωρητικά πεδία και συνδιαλέγονται μεταξύ τους χωρίς ωστόσο να αυτοπροσδιορίζονται ως σχολές σκέψης, σχετίζεται σαφώς με την επιστροφή της ρητορικής στο πεδίο των επιστημών του λόγου. Το ρητορικό ήθος ξαναδιαβάζεται, ξαναμελετάται και προσαρμόζεται ποικιλοτρόπως – πάντα με σημείο εκκίνησης την αριστοτελική πραγματεία περί ρητορικής. Σημείο εκκίνησης για την ανάπτυξη της προβληματικής που διέπει την παρούσα εργασία αποτέλεσε η έκδοση ενός συλλογικού τόμου που επιγράφεται Images de soi dans le discourse – La construction de l’ethos15 και επιχειρεί μία πρώτη κωδικοποίηση των σύγχρονων αναλύσεων περί ήθους. Με βάση αυτό προσπαθήσαμε να κατασκευάσουμε μία όσο το δυνατόν παραστατική και αντιπροσωπευτική διήγηση για το πώς η έννοια του ρητορικού ήθους ξαναποκτάει βαρύτητα στις επιστήμες του λόγου και ανοίγει νέους θεωρητικούς ορίζοντες.

σημειώσεις:

 11 Perelman, Chaim και Olbrechts-Tyteca, Lucie, Traité de l’argumentation, σελ. 429, Edition de l’université de Bruxelles

12 Αριστοτέλης, Ρητορική, Τόμος Α, σελ. 21, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα. Μεταφράζουμε εδώ από το αρχαίο κείμενο και επισημαίνουμε την λανθασμένη απόδοση στα νέα ελληνικά από τον Ηλιού που αλλοιώνει εντελώς το νόημα του κειμένου!

13 Λίποβατς-Ρωμανός, Το υποκείμενο στην ύστερη νεωτερικότητα, σελ. 13-14, Νήσος. Η υπογράμμιση δική μου

14 Cornilliat, F., και Lockwood, R. (επιμ.), Ethos et pathos, Le status du sujet rhétorique, Colloque International de Saint-Denis (19-21 Juin 1997), 2000, Honore Champion

15 Amossy, R. (επιμ.), Images de soi dans le discours. La construction de l’ethos, Παρίσι 1999, Delachaux et Niestlé. Θεωρούμε απαραίτητο να αναφέρουμε εδώ ότι υπάρχει και μία άλλη σύγχρονη θεωρητική τάση που πραγματεύεται την έννοια του ρητορικού ήθους. Σε αντίθεση με την τάση που κυριαρχεί στη γαλλική βιβλιογραφία, η οποία αντλεί από πειθαρχίες όπως η πραγματολογία, η θεωρία του επιχειρήματος και η ανάλυση λόγου, ο συλλογικός αυτός τόμος που εκδίδεται στις Η.Π.Α. και πραγματεύεται την έννοια του ρητορικού ήθους έχει εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, γεγονός που επισημαίνεται και από την ίδια την Amossy στην εισαγωγή της: «Παρόλο που αυτό το έργο δεν είναι το πρώτο που τοποθετεί την έννοια του ρητορικού ήθους στη σύγχρονη σκέψη, διαφοροποιείται από την προσπάθεια που έγινε πρόσφατα στις Η.Π.Α. στο Ethos: New Essays στο βαθμό που επιχειρεί να χρησιμοποιήσει εργαλεία ανάλυσης από τη θεωρία του επιχειρήματος και την πραγματολογία.» Ξεκινώντας συνεπώς από τη διαπίστωση ότι η φύση του υποκειμένου και των αναπαραστάσεων του μέσα στη γλώσσα τίθενται σε ριζική αμφισβήτηση από τις θεωρίες της ψυχανάλυσης, των μαρξιστικών σπουδών και της αποδόμησης, ο συγκεκριμένος τόμος προτείνει μία επαναδιαπραγμάτευση της ρητορικής έννοιας του ήθους με βάση αυτήν την προοπτική. Θεωρήσαμε (ελπίζουμε όχι άσκοπα) ότι το να προσπαθήσουμε να στήσουμε ένα διάλογο ανάμεσα σε πειθαρχίες που δεν συνδιαλέγονται μεταξύ τους υπερβαίνει τα όρια μίας διπλωματικής εργασίας. Επιλέξαμε ως εκ τούτου να μην επεκταθούμε καθόλου σε αυτό το έργο, καθόσον τόσο οι προϋποθέσεις όσο και τα πορίσματα της ανάλυσής του, μολονότι παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, μοιάζουν ωστόσο ριζικά ασύμβατα με αυτά που διαπραγματευόμαστε εδώ.

Απόσπασμα
 από την
Διπλωματική εργασία
της
Τάκου Ελένης

Με τίτλο

Η έννοια του ρητορικού ήθους στην ανάλυση λόγου –
Το παράδειγμα του φιλοσοφικού κειμένου


πίνακας: Σαλβαντόρ Νταλί

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

“Η αυθεντικότητα”



Με τον όρο “αυθεντικότητα” εννοούμε την ανάγκη της ανθρώπινης συνείδησης να πραγματοποιήσει και να καταστήσει αναγνωρίσιμα τα ιδιαίτερα στοιχεία της ταυτότητας της.
Πρόκειται για έννοια που υπερβαίνει την αυτονομία, διότι δεν στηρίζεται μόνο στην ελεύθερη αποδοχή των κανόνων βάσει των οποίων το σύστημα αναλαμβάνει την επιβίωσή του. Προϋποθέτει την ύπαρξη μιας εσώτατης, προσωπικής ψυχικής κατάστασης, η υλοποίησης της οποίας εξαρτάται:
είτε από την οντολογική δυνατότητα του ανθρώπου να ερωτά τον εαυτό του ( ποιο είναι το είναι του ερωτώντος), σύμφωνα με την χαιντεγκεριανή ανάλυση,
είτε από την ικανότητα του ερωτώντος να συγκροτεί την ταυτότητα του σε διυποκειμενική κατάσταση.
Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, η αυθεντικότητα νοείται ως μια εν δυνάμει ελευθερία του όντος να επιλέγει την αυθεντικότητα του, δηλαδή να είναι ειλικρινές ως προς τον εαυτό του ή, άλλως ν΄ ανήκει στον εαυτό του.
Κατά την αλληλοδραστική, ερμηνεία, όπως ισχυρίζονται οι σύγχρονοι στοχαστές1 η αυθεντικότητα συνδέεται με την έννοια της ταυτότητας.
Αφού η ταυτότητα συγκροτείται σε σχέση με τον άλλον, η αυθεντικότητα του Εγώ, η αλήθεια του σε σχέση με τον εαυτό του, θα πρέπει επίσης να αναγνωρίζεται από τον άλλον.
Σε κάθε περίπτωση εκείνο που ενδιαφέρει εν προκειμένω δεν είναι η ανάλυση της έννοιας της αυθεντικότητας, αλλά η επισήμανση του γεγονότος ότι - όπως τουλάχιστον αποδεικνύει η επιμονή της φιλοσοφίας να την κατανοήσει - το βιοσυνειδησιακό άτομο δεν αρκείται στην κατάκτηση της αυτονομίας του. Έχει χρεία να ζει εν αλήθεια, σύμφωνα με τους δικούς του όρους, πέραν εκείνων που του θέτουν τα κοινωνικό-οργανωσιακά συστήματα.
Ούτε το είδος της αλήθεια απασχολεί αυτή την πραγματεία.
Εκείνο επί του οποίου επιθυμεί να ελκύσει την προσοχή του αναγνώστη είναι ότι το ανθρώπινο ον διαθέτει κάτι που δεν εισέρχεται στην προβληματική κανενός κοινωνικό-οργανωσιακού συστήματος ακόμα και αν λειτουργεί με όρους αυτοαναφοράς επικεντρωμένους σε ηθικές αρχές πέραν της ωφελιμότητας.
Κι αυτό σχετίζεται με το ηθικό προαπαιτούμενο της προσωπικής αλήθειας και της αποδοχής αυτής της αλήθεια από τον άλλον.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιωάννας Τσιβάκου
με τίτλο:
ΥΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ

Περιγραφή και σχεδίαση κοινωνικών οργανώσεων

1C Taylor Source of the Slf 1989
A. Ferrera “Authenticity and the Project of Modernity”

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Μητέρα και Κόρη ( μια περίπτωση)

Αφουγκράζομαι μια κοπέλα, που παρακολουθεί να λιγοστεύει σιγά σιγά η αλκοολική ανάσα της Μάνα της. Μένει κοντά της και είναι έτοιμη να της προσφέρει ότι χρειάζεται για αυτό το ταξίδι προς την ανυπαρξία.
Αφουγκράζομαι μια κοπέλα που δεν μπόρεσε να προχωρήσει μόνη της, που η αλκοολική μάνα της εξάρτησης, δεν της επέτρεψε να ανοίξει τα φτερά της, αλλά για ολόκληρη την ζωή, την κουβαλούσε δίπλα της κανονίζοντας τον τρόπο που θα έπρεπε να βλέπει τον εαυτό της. 
Την ανάγκασε να μείνει μόνη μαζί της παρ΄ όλο που τα ποτάμια του κόσμου κυλούσαν δίπλα τους.  Ότι προσπάθειες έκανε να βουτήξει στα νερά του, η μάνα, τις αποθάρρυνε και την καλούσε στην ανεπίσημα διατεταγμένη υπηρεσία δίπλα της. 
Έξω από τα μισόκλειστα βλέφαρά της, η αντηλιά του θανάτου που αναπτυσσόταν μέσα της χωρίς να το καταλάβει.
Περιμένει, εκεί μπροστά μου με συναισθήματα μιας ψυχής αγορασμένης και πουλημένης στα παζάρια των μητρικών συνειδήσεων, των μυθικών αυτόχειρων και επαναστατημένων ερωτικών διαδικασιών της εξουσίας των αποτυχημένων συζυγικών σχέσεων και της αναζήτησης του παραδείσου που δεν άνοιγε την πόρτα του σε κανένα.
Το βλέμμα της πλανιέται στις μυστικές ρίζες του ακατανόητου στόχου μιας άστοχης διαχρονικά μητρικής ενέργειας που απλώθηκε πάνω στο σκυφτό κορμί της, την ώρα που ταλαντεύεται στην μοναξιά μιας πολυκοσμίας που δεν την συγκινεί πλέον καθόλου .
Εκεί περιμένοντας, με τον μητρικό θάνατο να κολυμπάει στο βλέμμα της αναρωτιέται:
Πότε; Πότε ξεκίνησαν όλα αυτά;
Ποια η αναγκαιότητα τους;
Ποια η σημασία τους;
Το ένα ερώτημα που φέρνει το άλλο καθώς ο περήφανος χρόνος των χρήσιμων πραγμάτων για εκείνη, κυλάει πάνω στην ραχοκοκαλιά της, αφήνοντας τα χνάρια της υποταγής στην μητρική ανάγκαιότητα της παρουσία της.
Ανάβει τσιγάρο και διηγείται μέσα από την σιωπή των λέξεων ότι μπορεί να ειπωθεί με λόγια, ότι δεν μπορεί να ειπωθεί με πράξεις. 
Το βελούδινο βλέμμα της τυλίγει με αγάπη την θωριά μου, που τουρτουρίζει στα παγωμένα τοπία της αγριότητας που διασχίζει μαζί της για να φθάσει μέχρις εδώ. Την αγκαλιάζει θέλοντας να τα απομακρύνει από την οδύνη που κουβαλάει αυτό το αγκάλιασμα.
Το δικό μου βλέμμα δεν ξέρω πόσο παγωμένο είναι στην προσπάθεια να ζεστάνει την μοναχική πορεία στο παρελθόν της, που δεν αφήνει το παρόν, αλλά και το μέλλον να ανασάνει, να γνωρίσει τις αλήθειες μιας χαμένης πραγματικότητας πάνω στο βρώμικο κρεβάτι της μητρικής σήψης.
Σεντόνια που ο καθαρός αέρας έχει ν΄ ακουμπήσει χρόνια τώρα. Μητρικό δέρμα, που απλωμένο κυλάει παχύρρευστο στην αδιαφορία της καθημερινότητας, αδιάφορο και το ίδιο για το κάθε τι, για το τίποτα του ολικού διαχωρισμού, που δεν επιτεύχθηκε ποτέ και όλο το οικοδόμημα αυτής της σχέσης, Μάνας και Κόρης ήρθε και σωριάστηκε μπροστά στα πόδια της, μπροστά στα πόδια μου, χωρίς να της επιτρέπει, χωρίς να μου επιτρέπει, να κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από την παρατήρηση.
Τι να κάνει;
Να το σηκώσει και να το πάει που;
Να φύγει και να το αφήσει σωριασμένο έτσι;
Να κάνει, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα από όλα αυτά;
Το μόνο που υπήρξε είναι η χαμένη αγάπη που αναζήτησε από αυτή την μητέρα, που ενώ νόμιζε ότι την πλησίαζε, κάθε φορά, ένας λόγος της, μια πράξη, την έκανε να αισθάνεται ότι ήταν μίλια μακριά. Προσπαθούσε να κατασκευάσει μια ταυτότητα μέσα σε αυτή την απόσταση, μέσα στα απροσδιόριστα τοπία της ανέκφραστης μητρότητας. Η αυτοκαταστοφικότητα της ανεβοκατέβαζε το συναίσθημα σαν ασανσέρ, κουβαλώντας το κενό, την έλειψη κατανόησης για την αγριότητα της μητρικής αγάπης που ένιωθε και τώρα ανταπέδιδε και η ίδια.
Εκείνη παρατηρεί την Μάνα της να φεύγει, και εγώ εκείνη. Νιώθω να κρέμομαι από τα δάκτυλά της διήγησης που ψηλαφούσαν το πρόσωπο της σχέσης Μάνας και Κόρης, ακολουθώντας τα χνάρια του μητρικού σώματος στο υγρό μονοπάτι της σήψης, ξεσκεπάζοντας σιγά, σιγά την θανατερή δόση της αγάπης της Κόρης που συνόδευε ή οδηγούσε στην ελευθερία, ή την αιώνια φυλακή της ύπαρξης και της ανυπαρξίας και των δύο.
Εγκλωβισμένος μέσα σε αυτή την πορεία, αναζητούσα απεγνωσμένα να πιαστώ από την επιστημονική μου ιδιότητα, για να προστατεύσω εμένα και εκείνη.
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας: Edvard Munch

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Η σημασία της καλλιέργειας και λειτουργίας του ΦΟΒΟΥ.



Το να ζεις μέσα στο φόβο, αποδίδει κοινωνικά και ψυχολογικά. Από την μια κοινωνικά βοηθάει να αναπτυχθεί και να αναπαραχθεί ένα ιεραρχικό εξουσιαστικό πρότυπο σχέσεων, όπου ο σεβασμός του άλλου μετατρέπεται σε φόβο του άλλου. Από την άλλη, ψυχολογικά, συρρικνώνει τον εαυτό σε όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνικής του έκφρασης. Δηλαδή, δεν του επιτρέπει να εκφραστεί ελεύθερα και να αναπτυχθεί . Δεν του επιτρέπει να στηριχθεί στην εμπειρία του και να διαμόρφωση τον δικό του τρόπο ερμηνείας της πραγματικότητα που τον περιβάλλει, δηλαδή να γνωρίσει τον εαυτό του και τον κόσμο. Έτσι ο φόβος αποδίδει τόσο κοινωνικά όσο και ψυχολογικά.
Η καλλιέργεια του φόβου, η οποία έχει αρχίσει από την πολύ μικρή ηλικία με σκοπό την σύνεση μας, την υπακοή μας στα καλέσματα των ενηλίκων και στο σεβασμό της παρουσίας τους, δεν σταμάτησε ποτέ. Δεν σταμάτησε ποτέ να επηρεάζει το άτομο και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Αν τότε οι γονείς ή και οι άλλοι σώφρονες ενήλικες είχαν αναλάβει αυτό το θεάρεστο έργο της καλλιέργειας του φόβου κατά την διάρκεια της παιδικής ηλικίας, που του πρόσδιδαν τους όρους εκπαίδευση, κοινωνικοποίηση, κ. λ. π. Στην ενηλικίωση, αυτό το αναλαμβάνουν οι εργοδότες, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι οικονομολόγοι και ένα σωρός εξουσιαστές με διαφορετική κοινωνική ταυτότητα, οι οποίοι έρχονται να συνεχίσουν το έργο των οικογενειακών προτύπων, παίρνοντας την σκυτάλη, γεμάτοι από την επιθυμία να προκαλέσουν τον φόβο, εφόσον αυτός τους επιτρέπει να εξασκούν τα καθήκοντά τους.
Είναι και αυτό ένα καθήκον τους, ίσως η πιο σημαντική λειτουργία του κοινωνικού τους ρόλου. Σαν δικαιολογία έχουν, όπως παλιά οι γονείς είχαν το “για το καλό του παιδιού”, αυτοί έχουν το “για το καλό του πολίτη”, ή “για το καλό του λαού”. Έτσι ακριβώς όπως ένα γονιός φόβιζε το παιδί του για να μπορέσει να έχει την κυριαρχία επάνω του, και δικαιολογούσε την αυταρχικότητα των πράξεών του, με την δικαιολογία της προστασίας, με τον ίδιο και τον απαράλλαχτο τρόπο και εξουσιαστής μέσα από τον κοινωνικό του ρόλο, εξασκεί, δηλαδή φοβίζει, τρομοκρατεί, με στόχο την προστασία του πολίτη και των υπαρχόντων του.
Αυτές οι ομοιότητες της παρουσία του φόβου ανάμεσα στην παιδική και την ενήλικη ηλικία, μας δηλώνουν ότι ο φόβος οδηγεί το υποκείμενο σε μια συναισθηματική παλινδρόμηση, έτσι ώστε ένας ενήλικος να αισθανθεί πολλές φορές σαν παιδί. Δηλαδή να αισθανθεί ότι δεν ξέρει, δεν γνωρίζει, ότι δεν έχει τις ικανότητες που χρειάζονται, ότι με λίγα λόγια είναι ανεπαρκής να αντιμετωπίσει την κοινωνία σε οποιαδήποτε βαθμίδα και αν βρίσκεται μέσα στην ιεραρχία της. Με αυτό τον τρόπο η ύπαρξη των εξουσιαστικών μεσαζόντων, οι οποίοι παρουσιάζονται ότι γνωρίζουν την κοινωνική πραγματικότητα, περισσότερο από ότι το άτομο γνωρίζει, τους καθιστά απαραίτητους στην λειτουργία μιας κοινωνία που αυτοί έχουν σχεδιάσει και κατασκευάσει για αυτούς.
Αν τότε λοιπόν, στην περίοδο της παιδικής ηλικίας, ο γονέας σαν εξουσία κατάφερνε την υπακοή, την υποταγή, μέσα από τον φόβο, έτσι και τώρα, στην ενήλικη, οι εργοδότες, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι οικονομολόγοι και ένα σωρό εξουσιαστές με διαφορετική κοινωνική ταυτότητα, καλλιεργώντας τον φόβο, καταφέρνουν να θέτουν σε λειτουργία μια κοινωνία που τους βολεύει και καθιστά τον ρόλο τους αναγκαίο κακό για το “καλό του πολίτη, για το “καλό λαού”.
Στην ουσία αυτή η κοινωνική κατάσταση κατασκευάζεται από τους ίδιους για τους ίδιους, με την αναπαραγωγή του φόβου, μέσα από τους φόβους που προβάλουν. 
 
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας:
http://www.periblog.fr/2009_08_23_archive.html

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

H σχέση γονιών-παιδιού στο πέρασμα των αιώνων


Μια που μερικοί άνθρωποι σκοτώνουν, δέρνουν και εκμεταλλεύονται τα παιδιά τους, ο καθορισμός της περιοδικότητας μεθόδων ανατροφής θα πρέπει πάνω απ' όλα ν΄ αναγνωρίσει ότι η ψυχογενετική εξέλιξη διαμορφώνεται κατά διαφορετικές αναλογίες στις διάφορες οικογένειες , και ότι πολλοί μοιάζουν να έχουν “προσκολληθεί” σε ιστορικά παλαιότερες μεθόδους. Υπάρχουν ταξικές και κατά περιοχές διαφορές, που είναι σημαντικές ιδιαίτερα ύστερα από την σύγχρονη εποχή όταν οι ανώτερες τάξεις έπαψαν να στέλνουν τα παιδιά τους σε τροφούς κι άρχισαν να ανατρέφουν μόνοι τους. Έτσι η περιοδικότητα που αναπτύσσεται πιο κάτω, θα πρέπει να θεωρηθεί σαν μια καταγραφή των τρόπων σχέσεων των γονέων-παιδιών έτσι όπως δηλώνονται στο ψυχογενετικά πιο προοδευμένο τμήμα του πληθυσμού στις πιο προοδευμένες χώρες και οι ημερομηνίες που δίδονται είναι οι πρώτες στις οποίες βρήκα παραδείγματα αυτού του τρόπου μέσα στις ιστορικές πηγές. Οι σειρές των έξη τρόπων αντιπροσωπεύουν μια συνεχή αλληλουχία στενών προσεγγίσεων γονέων και παιδιών, καθώς μια γενιά γονιών μετά την άλλη άρχισε αργά αργά να ξεπερνά τις παλιές αγωνίες της και να αναπτύσσει την ικανότητα ταύτισης και ικανοποίησης των αναγκών των παιδιών. Ακόμη πιστεύω ότι οι σειρές αυτές προσφέρουν μια ταξινόμηση των σύγχρονων τρόπων ανατροφής των παιδιών.
1. Παιδοκτονικός τρόπος (αρχαιότητα ως 4ος αιώνας μ. χ.):
Η εικόνα της Μήδειας επισκιάζει και βαραίνει πάνω στην παιδική ηλικία της αρχαιότητας γιατί ο μύθος εδώ δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Μερικά γεγονότα είναι πιο σημαντικά από τα άλλα, κι όταν οι γονείς κατά ρουτινιέρικο τρόπο έλυνα τις αγωνίες τους για την φροντίδα των παιδιών σκοτώνοντας τα, το γεγονός αυτό και μόνο επηρέαζε βαθιά τα παιδιά που επιζούσαν. Για αυτά που τους επιτρεπόταν να μεγαλώσουν είχαν μόνιμη την αντίδραση προβολής και η συγκεκριμενοποίηση της αντιστροφής γινόταν φανερή με τον αντεστραμμένο σοδομισμό.
2.Τρόπος εγκατάλειψης (4ος ως 13ος αιώνας μ. χ. )
Από την στιγμή που οι γονείς άρχισαν να δέχονται ότι το παιδί έχει ψυχή, ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούν από τους κινδύνους της δικής τους προβολής ήταν η εγκατάλειψη, είτε μέσω των νταντάδων, είτε με το μοναστήρι, είτε με την παράδοσή τους σε οικογένειες, σε σπίτια άλλων ευγενών σαν υπηρέτες ή ομήρους, ή με την αυστηρή συναισθηματική εγκατάλειψη στο ίδιο τους το σπίτι. Το σύμβολο αυτού του τρόπου, πρέπει να είναι η Γκιζέλντα που τόσο πρόθυμα εγκατέλειψε τα παιδιά της για να αποδείξει την αγάπη της στο σύζυγό της. Ή ίσως θα μπορούσε να είναι μια από τις τόσο δημοφιλείς εικόνες του Μεσαίωνα που παριστάνουν μια αυστηρότατη Παναγία να κρατά στητή τον Ιησού βρέφος. Η προβολή εξακολουθούσε να είναι μαζική, μια που το παιδί θεωρούταν ακόμη γεμάτο από όλα τα κακά κι έπρεπε πάντα να το δέρνουν, αλλά καθώς φανερώνει ο περιορισμός του σοδομισμού σε βάρος των παιδιών, η αντιστροφή είχε υποχωρήσει σημαντικά
3. Αμφίρροπος τρόπος ( 14ος ως 17ος αιώνας )
Επειδή το παιδί, όταν του επιτρεπόταν να εισχωρήσει στην συναισθηματική ζωή των γονιών του, εξακολουθούσε να είναι φορέας επικινδύνων προβολών, ήταν μέσα στα δικά τους καθήκοντα να το διαμορφώσουν. Από τον Ντομινίτσι ως τον Τζων Λοκ δεν υπάρχει εικόνα πιο δημοφιλής από αυτήν της σωματικής χάλκευσης των παιδιών που τα έβλεπαν μαλακά σαν βαμβάκι, σαν πηλό, ή γύψο και τα έδερναν για να τα διαμορφώσουν. Τεράστια αμφιρροπία χαρακτηρίζει αυτό τον τρόπο. Οι αρχές της περιόδου είναι ο 14ος αιώνας, που δείχνει μαι αύξηση του αριθμού διδακτικών εγχειριδίων για τα παιδιά, την επέκταση της λατρεία της Μαρίας και του Ιησού- βρέφους και την διάδοση στη τέχνη της “ εικόνας της μητέρας”
4. Παρεμβατικός τρόπος ( 18ος αιώνας )
Ένας τεράστιος περιορισμός της προβολής και η εξαφάνιση κυριολεκτικά της αντιστροφής ήταν το επίτευγμα και η ολοκλήρωση της μεγάλης μεταλλαγή σχέσεων γονέων – παιδιού που εμφανίστηκε τον 18ος αιώνα. Το παιδί δεν ήταν τόσο γεμάτο από επικίνδυνες προβολές και αντί να εξετάζουν τα έντερα του με κλίσμα, οι γονείς πλησίαζαν ακόμη πιο κοντά τα παιδιά και προσπαθούσαν να κατανοήσουν το μυαλό τους, με σκοπό να ελέγξουν τα εσώτερα του, το θυμό του, τις ανάγκες του, τον αυνανισμό του, την ίδια του την βούληση. Το παιδί που ανατρεφόταν από παρεμβατικούς γονείς, θηλαζόταν από την μητέρα, δεν το φάσκιωναν, δεν του έκαναν κλίσματα, προσευχόταν μαζί του, αλλά δεν “ έπαιζαν” με αυτό, το χτυπούσαν, αλλά δεν το μαστίγωναν κανονικά, το τιμωρούσαν για τον αυνανισμό, και το έκαναν να υπακούει αμέσως με απειλές και ενοχές, καθώς και με διάφορους μεθόδους τιμωρίας. Το παιδί τώρα τιμωρούταν τόσο πολύ λιγότερο, ώστε η πραγματική συμπάθεια ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί. Η παιδιατρική άρχισε να γεννιέται. Μαζί της και μια γενική βελτίωση του επιπέδου φροντίδας από μέρους των γονιών, περιορίστηκε η παιδική θνησιμότητα και δημιουργήθηκε η βάση για το δημογραφικό πέρασμα στο 18ο αιώνα.
5. Τρόπος κοινωνικοποίησης ( 19ος αιώνας – μέσα του 20ου αιώνα )
Καθώς οι προβολές εξακολουθούσαν να μειώνονται, η ανατροφή του παιδιού έγινε λιγότερο μια διαδικασία κατάκτησης της βούλησής του και πιο πολύ μια εκπαίδευση, μια καθοδήγηση αυτής της βούλησης σε σωστότερους δρόμους – το παιδί διδασκόταν να προσαρμόζεται, να κοινωνικοποιείται. Ο κοινωνικοποιητικός τρόπος θεωρείται ακόμα από πολλούς ανθρώπους σαν το μοναδικό πρότυπο που μέσα στα πλαίσιά του μπορεί να διεξαχθεί η συζήτηση για την φροντίδα του παιδιού, κι έχει καταστεί η πηγή για όλα τα ψυχολογικά πρότυπα του 20ου αιώνα, από το “ διακανονισμό των παρορμήσεων” του Φρόιντ, ως τον “μπεχαβιορισμός” του Σκήννερ. Ακόμη τον19ο αιώνα, ο πατέρας για πρώτη φορά αρχίζει να έχει ένα μεγαλύτερο από περιστασιακό, ενδιαφέρον για το παιδί για την εκπαίδευσή του, και καμιά φορά φθάνει ως το σημείο να απαλλάσσει την μητέρα από τις βαριές δουλειές της φροντίδας του παιδιού.
6. Βοηθητικός τρόπος ( Αρχές των μέσων του 20ου αιώνα )
Ο βοηθητικός τρόπος περικλείει την προϋπόθεση ότι το παιδί ξέρει καλύτερα από τους γονείς του αυτό που του χρειάζεται στο κάθε στάδιο της ζωής του, και περιλαμβάνει απόλυτα και τους δυο γονείς μέσα στα πλαίσια της ζωής του παιδιού καθώς αυτοί εργάζονται να συμπαθήσουν και να ικανοποιήσουν απόλυτα τις εκτεταμένες και ιδιαίτερες ανάγκες του. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να πειθαρχήσουν το παιδί, ή να του διαμορφώσουν “συνήθειες”. Το παιδί πιά ούτε το δέρνουν, ούτε το μαλώνουν, και μάλιστα δικαιολογούνται απέναντί του αν μπήξουν τις φωνές, ή εκνευριστούν Ο βοηθητικός τρόπος απαιτεί ένα τεράστιο ποσο σε χρόνο, ενέργεια και συζητήσεις, από μέρους και των δυο γονιών, ειδικά στα πρώτα έξη χρόνια της ζωής του παιδιού. Γιατί για να βοηθήσεις ένα παιδί να ικανοποιήσει τους καθημερινούς σκοπούς του σημαίνει ότι πρέπει να ανταποκρίνεσαι καθημερινά σε αυτό, να παίζεις μαζί του να ανέχεσαι τις παλινδρομήσεις του, να είσαι υπηρέτης του μάλλον παρά το αντίθετο, να ερμηνεύεις τις συναισθηματικές του συγκρούσεις και να του προσφέρεις τα ειδικά εκείνα αντικείμενα που θα καλλιεργήσουν τα ενδιαφέροντα του. 
 Πολύ λίγοι γονείς έχουν ακόμη σταθερά προσπαθήσει να εφαρμόσουν αυτό τον τρόπο φροντίδας του παιδιού. 

Από τα τέσσερα βιβλία που περιγράφουν παιδιά που ανατράφηκαν σύμφωνα με τον βοηθητικό τρόπο1, γίνεται φανερό ότι τα αποτελέσματα του είναι ένα παιδί ευγενικό, όλο ειλικρίνεια, ποτέ καταπιεσμένο, πορέ μιμητικόή προσανατολισμένο ομαδικά, με ισχυρή θέληση και χωρίς να το τρομάζει η εξουσία.

Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
με τίτλο
Η εξέλιξη της παιδικής ηλικίας
του Λόυντ Ντεμωζ
πίνακας: Georges de La Tour

1Cristian Hole The Eglish Housewife in the Seveneenth Century (London, 1953)

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Οι στρατιώτες του θεού


Ο άνθρωπος στην υπηρεσία ενός δίκαια βίαιου θεού δεν είναι παρά ο θεός στην υπηρεσία ενός άδικα βίαιου ανθρώπου.
Η βια του ανθρώπου επικαλείται την δικαιοσύνη του θεού για να καλύψει την αγριότητα της. Έτσι δηλώνει την ανευθυνότητα της πράξης της, αποδίδοντας την στην βία της δικαιοσύνης του θεού.
Αν αφαιρέσουμε την δικαιοσύνη της βίας του θεού, τότε η βιαιότητα του ανθρώπου φαίνεται απάνθρωπη και άδικη στην συνείδησή του. Τελικά η ύπαρξη της ανθρώπινης βίας δικαιολογείται από την βία μιας ανύπαρκτης θεότητας.
Στην ιστορία της ανθρωπότητας η θρησκεία δικαιολογούσε πάντα τη ανθρώπινη βία και καθησύχαζε την συνείδηση του Πιστού στοχεύοντας την δικαιοσύνη σαν στοιχείο της θεότητας η οποία επιτρέπει την χρησιμοποίηση οποιουδήποτε άδικου και βίαιου μέσου για την επικράτησή της.
Στο όνομα λοιπόν του θεού, η ανθρώπινη βία γινόταν θεϊκή τιμωρία για το Άπιστο-θύμα που τόλμησε την αμφισβήτηση του. Μέσα από αυτή την διαδικασία η ανθρώπινη βία δεν θεωρείται σαν βία αλλά σαν απόδοση δικαιοσύνης και η ευθύνη της βίαιης πράξης αποδίδεται στην θεϊκή επιθυμία και όχι στην ανθρώπινη.
Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε δυο ψυχικές διαδικασίες του Πιστού.
Πρώτον,
ο Πιστός-θύτης δεν αναγνωρίζει ότι η βία που ασκεί είναι δική του και πηγάζει από αυτόν.
και δεύτερον,
ότι η βία του δεν είναι παρά μια απάντηση στην βίαιη πράξη του Άπιστου-θύματος.
Με αυτό τον τρόπο καθησυχάζει την συνείδηση του και επιτρέπει στον εαυτό του να εκφράσει την επιθετικότητα στο όνομα του εκάστοτε θεού του.
Έτσι η ανθρώπινη βία επικαλούμενη την δικαιοσύνη του θεού προσδίδει νόημα στην πράξη του Πιστού-θύτη καθορίζοντας την σχέση του με το Άπιστο-θύμα.
Του παρέχει το δικαίωμα να ασκήσει την αγριότητα του, και να δεχτεί την βιαιότητα της πράξη του, όχι σαν επιθυμία που ξεκινάει από αυτόν αλλά σαν θεϊκή επιθυμία που ζητά την εκπλήρωσή της.
Ο Πιστός-θύτης λοιπόν είναι ένα εκτελεστικό όργανο της θεϊκής επιθυμίας και η ικανοποίηση του είναι φαίνεται ότι πηγάζει από την υποταγή του σε αυτή.
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας:  Donald Pass

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Ο διχαστικός λόγος



Ατελείωτες μηχανές του ψεύδους πανικοβάλλονται κάθε πρωί για να αναπαράγουν την εικονική πραγματικότητα της καθημερινότητας. Ο διχαστικός τους λόγος απλώνει τα πλοκάμια του και τυλίγει τα ημισφαίρια του καθημερινού ανθρώπου.
Ατελείωτες μηχανές αναπλάθουν τις κοιλάδες του ψέματος και της συκοφαντίας, τις διαβολής, και της καθυπόταξη του αντιπάλου. Κατασκευάζουν τον εχθρό. Κατασκευάζουν το πρόβλημα καθορίζοντας και ερμηνεύοντας το όπως αρμόζει για την αναπαραγωγή ενός διχασμένου προβληματικού κόσμου. Ενός κόσμου που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο άσπρο/μαύρο, κακό/καλό, ανώτερο/κατώτερο, σωστό/λάθος.
Ο διχαστικός λόγος είναι ο λόγος των διαχωρισμών και επιβιώνει μέσα από αυτόν. Διηγείται την πραγματικότητα, σύμφωνα με τα δικά του δεδομένα, από την δική του κοινωνικά θέση. Σύμφωνα με τις δικές του συνθήκες κρίνει τις συνθήκες της ζωής των άλλων. Περιγράφει την δική του πραγματικότητα σαν να είναι η πραγματικότητα όλων. Αξιολογεί, ξεχωρίζει, κατατάσσει, διαχωρίζει, κριτικάρει και πάντα κινείται ανάμεσα στο Μαύρο-άσπρο σε όλες τις κοινωνικές καταστάσεις.
Η αναπαραστάσεις του διχαστικού λόγου δημιουργούν την απόσταση των πραγμάτων. Είναι αυτός που κατασκευάζει τις διαφορές, προσδίδοντας τους μια αληθοφάνεια, επιβάλλοντας την παρουσία του. Παρουσιάζεται σαν το μόνο γνήσιο διαμορφωτή της πραγματικότητας, Σαν την μόνη διαφυγή στην προσπάθεια κατασκευής, του μέλλοντος. Πυροδοτεί την μοναδική αναπαράσταση της πραγματικότητας που τον χρειάζεται, αυτή της διχοτομημένης κοινωνίας.
Ο διχαστικός λόγος παράγει τον κόσμο σαν ένα διαχωρισμένο όλο, που θέλει να το ενώσει αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να το χωρίζει. Προβάλλεται σαν τον λόγο της ένωσης, αλλά είναι ένας λόγος του διαχωρισμού. Δείχνει ότι θέλει να καταργήσει τις διαφορές, αλλά τις κατασκευάζει. Στην ουσία καλλιεργεί τον διαχωρισμό. Δημιουργεί τις κοινωνικές συνθήκες που ευδοκιμεί η αντιπαλότητα.
Ό διαχωρισμός τρέφετε με την αντιπαλότητα την οποία ονομάζει ανταγωνιστικότητα. Πάνω σε αυτή κατασκευάζεται την καθυπόταξη στον ψεύτικο λόγο της αλήθειας. Καθυπόταξη στο μελλοντικό χάος που κατασκευάζει για εμάς χωρίς εμάς.
Ο διχαστικός λόγος υπολογίζει στην ομοιότητα κατασκευάζοντας την διαφορά. Η διαφορά γεννά τον φόβο και ο φόβος την διαφορά. Φόβος και διαφορά πάνε μαζί. Ο διχαστικός λόγος είναι ένας φοβικός λόγος. Καλλιεργεί το φόβο της διαφοράς καλύπτοντας τον φόβο της ομοιότητας. Ομοιότητα και διαφορά αποτελούν το πεδίο της ύπαρξής του Αναπαριστά τον φόβο της διαφοράς για κάθε ηλικία, για κάθε εποχή. Δημιουργεί τα πρότυπα ομοιομορφίας και συμμόρφωσης, τους ρόλους της σύνεσης, της αποφυγής απομόνωσης, της αποφυγής του διαφορετικού. Δημιουργεί την ιεράρχηση των επειγόντων καταστάσεων που αφορούν την κοινωνία. Φτιάχνει την ιεράρχηση ανθρώπων. Καθορίζει το κόστος κάθε ανθρώπινης ενέργειας, στο επίπεδο των πραγμάτων.
Ο διχαστικός λόγος παρουσιάζει το μόνο ρεαλιστικό σενάριο βασισμένο στη διαχρονική αλαζονεία της εξουσίας του. Σε αυτό το σενάριο παρουσιάζεται σαν σωτήρας και όχι σαν καταχραστής της εμπιστοσύνης του ατόμου. 

Ο διχαστικός λόγος εκφράζει μια ιδεολογία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “μονοδιάστατος ρεαλισμός”. Επειδή επικαλείται συχνά την έννοια του να είμαστε ρεαλιστές, ο ρεαλισμός όμως καθορίζεται από την μορφή του λόγου που εκφωνεί, από το περιεχόμενό του, και από το ύφος του. 

Ο διχαστικός λόγος κτίζει την πραγματικότητα μόνο με την λεκτική εκφορά του. Δεν δέχεται μια άλλη ερμηνεία της κοινωνικής κατάστασης, εκτός από την δική του. Το μη ρεαλιστικό είναι το πραγματικό όταν δεν αποτελεί κομμάτι της αναπαράστασης σύμφωνα με το συμφέρον του.
Ο διχαστικός λόγος είναι ένας ψεύτικος λόγος. Επιζεί, αναπαράγοντας το ψέμα σαν αλήθεια με τέτοιο τρόπο ώστε ούτε η αλήθεια να υπάρχει αλλά ούτε το ψέμα να γίνεται πιστευτό.
Όταν το ψέμα γίνεται αλήθεια και η αλήθεια ψέμα, ο διχαστικός λόγος έχει κερδίσει την δυνατότητα και την ικανότητα να ιδιοποιείται το κάθε τι και να το χρησιμοποιεί για να στηρίξει τα διαχρονικά, διαχωριστικά επιχειρήματα του .
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας:
Kandisky

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Ενας Θεραπευτικός διάλογος με ένα Πρώην ηρωινομανή.





 Ήταν στα εικοσιένα, ψηλός με την αίσθηση της αποτυχίας στο βλέμμα, ένα βλέμμα που ήθελε να τα αποφύγει όλα προσπαθώντας να κοιτάξει τον κόσμο από την κλειδαρότρυπα της υγείας, που τόσο λαχταρούσε αλλά που την ένιωθε εύθραυστη για να μπορέσει να την αντέξει. 

Θερ.- Γειά σου, 
Πρώην- Γειά σου Γιατρέ. 
Θερ.- πως είσαι;

Καθόταν άβολα απέναντι μου, κλειδωμένος από κάτω μέχρι επάνω και έδειχνε ότι ήθελε να αποφύγει κάθε συζήτηση που του θύμιζε το παρελθόν. Κουβέντες που το κλείνανε σφιχτά μέσα στις σάρκες του. Κουβέντες που προσπαθούσαν να κρύψουν το κενό, που απλωνόταν σαν ερημιά πίσω από το βλέμμα. Μια ερημιά που την προχωρούσε μόνος, κατάμονος. Eικόνες και γεγονότα καλά ασφαλισμένα, θαμμένα βαθιά, που ούτε και ο ίδιος τα γνώριζε. Άρχισε σιγά, σιγά να βρίσκει τον λόγο για να τα φέρει στην επιφάνεια. Άρχισε να μιλάει. 
 
Πρώην- Πέρασαν όλα αυτά γιατί να τα ξαναθυμόμαστε, τώρα είμαι καλά, τώρα όλα θα πάνε καλά.  
Θερ.- Εντάξει, τελειώσαμε με το οργανικό κομμάτι της εξάρτησης αλλά το ψυχολογικό είναι εδώ. Λοιπόν τι γίνεται; 
Πρώην- Είμαι πολύ περίεργα αυτή την περίοδο, δεν ξέρω, σαν τα πράγματα να μην έχουν νόημα. Δεν ξέρω τίποτα γιατρέ, σας είπα μερικές φορές με πιάνει κάτι και δεν έχω όρεξη για τίποτα. Ακόμα και στα μαγαζιά που πηγαίνω, είναι σαν να μην μπορώ να χαρώ και γι’ αυτό πίνω κάτι περισσότερο, για να νιώσω αυτή την χαρά. Άλλες πάλι φορές νιώθω ελεύθερος και ανεξάρτητος διότι δεν έχω το πώς θα σηκωθώ και το πώς θα βρω. Υπάρχουν σκέψεις. Αυτές είναι σκέψεις βαριές και αδιέξοδες, σκέψεις καταθλιπτικές, δεν ξέρω τι γίνεται... Αυτή την κατάσταση ο κάθε χρήστης την εκφράζει με διαφορετικό τρόπο πιστεύω, εγώ δεν μπορώ να μείνω μέσα. Κάθε βράδυ θέλω να είμαι έξω με φίλους και να διασκεδάζω. Κατεβάζω αρκετό αλκοόλ λες και προσπαθώ με το νόμιμο ναρκωτικό να καλύψω την έλλειψη του παράνομου. Θέλω να «γεμίσω το κεφάλι μου» Κουβαλώ το διψασμένο μυαλό στα ξενυχτάδικα κάθε τύπου και κερνάω τους πάντες σπαταλώντας, με άλλο τρόπο την περιουσία του πατέρα μου. Πάντως έτσι νιώθω καλά.
Θερ.- Δηλαδή 
Πρώην - Έχω ανάγκη να καλύψω αυτό που είχα χάσει, τον χρόνο που έχω χάσει, όταν έπινα την ηρωίνη. Έπειτα δεν είχα κανένα φίλο τότε, μόνο τα πρεζάκια . Όλοι είχα φύγει μακριά μου ή μάλλον εγώ είχα φύγει μακριά τους, τώρα είμαι με φίλους που δεν πίνουν και που καταλαβαίνω πως με αγαπάνε, πως ανησυχούν για μένα.

Εκείνος επέμενε πως ήταν καλά και πως το μόνο που τον ενδιαφερόταν ήταν η διασκέδαση. Αλλά πίσω από αυτή την συμπεριφορά διέκρινα την αδυναμία ευχαρίστησης, το κενό που δεν είχε να κάνει με την απουσία της ηρωίνης αλλά με την απουσία του εαυτού. 
 
Θερ.-Πότε; Σε ποια ηλικία ξεκίνησες;
Πρώην -Στα δέκα έξη δοκίμασα πρώτη φορά χασίσι, αλλά μετά δεν ξανάκανα, μετά άρχισα τα χάπια, και κάτι τρυπάκια σε κάτι πάρτι που πήγαινα με την παρέα, όλα αυτά που και πού, αλλά κάποια στιγμή κάποιος κουβάλησε την ηρωίνη και από τότε άρχισα σιγά, σιγά. Πρώτα από την μύτη, μετά αλουμινόχαρτο και στο τέλος βελόνα.
Θερ.-Πόσο χρονών ήσουν  
Πρώην- Στα δεκαοχτώ, μπήκα στην ηρωίνη, από τότε όλα άλλαξαν. Δεν ξέρω αλλά αυτό το ναρκωτικό με έκανε να ξεχάσω τα πάντα. Δηλαδή, για να καταλάβεις, ήθελα να δώσω εξετάσεις για να μπω σε κάποια σχολή, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε. Αποτυχημένες απόπειρες, με αλλοπαρμένο μυαλό γυρνούσα στην πόλη και το πόνο που σκεπτόμουν ήταν εκείνη.
Θερ.- Οι δικοί σου πότε το πήραν χαμπάρι. 
Πρώην- Μετά από δύο χρόνια. Πρώτα το έμαθε η μητέρα μου και μετά από ένα χρόνο ο πατέρας μου.
Θερ.- Πως έτσι;  
Πρώην- Εεε να την παραμύθιαζα να μην του το πει και θα το κόψω, αλλά που να ξέρει η καημένη τι ήταν η ηρωίνη, εδώ καλά, καλά εγώ δεν ήξερα.
Θερ.- Είναι πρώτη φορά που κάνεις μια προσπάθεια αποτοξίνωσης;  
Πρώην- Όχι τελικά εκείνη την εποχή κατάφερα να την κόψω μόνος μου για έξη μήνες. Αφού δεν κατάφερα να μπω πουθενά σε καμιά σχολή, με πήρε ο πατέρας μου στο μαγαζί και άρχισα να δουλεύω μαζί του. Όλα πήγαιναν ρολόι τόσο που εκείνος μου πρότεινε να ανοίξει ακόμα ένα άλλο το οποίο θα το κρατούσα εγώ και δέχτηκα. Μετά από αυτό του ζήτησα να φύγω από το σπίτι και με βοήθησε γιατρέ. Δηλαδή όχι μόνο το δέχτηκε αλλά μέσω ενός γνωστού του μου βρήκε ένα ωραίο δυαράκι και ξεκίνησα την εργένικη ζωή μου χωρίς να δίνω λογαριασμό τι ώρα έφευγα και τι ώρα γύρναγα. Ήμουν ελεύθερος γιατρέ αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ.
Θερ.- Έγινε κάτι και ξανάρχισες;  
Πρώην- Δηλαδή εκεί που ήμουν στα ωραία μου, είπα να κάνω μια ψιλή σίγουρος ότι δεν θα με τουμπάρει, αλλά δεν έγινε έτσι, οπότε από εκεί και πέρα καταλαβαίνεις την συνέχεια.
Θερ.- Δηλαδή πια ήταν η συνέχεια;  
Πρώην- Μπήκα και στο βελόνι γιατρέ καταλαβαίνεις τα έκανα όλα θάλασσα. Δεν μπορώ να καταλάβω πως τα είχα καταφέρει έτσι γιατρέ, λες και έφυγα από το σπίτι όχι για να έχω την ελευθερία μου αλλά για να κλειστώ στην πρέζα μου, στην ανελευθερία μου. Καταλαβαίνεις το σπίτι είχε γίνει ένα αχούρι, το μαγαζί δεν το άνοιγα, με γυναίκες δεν είχα πάρε δώσε, το μόνο που έκανα ήταν να αγοράζω και να πίνω. Δεν ξέρω τι με είχε πιάσει Αφού δεν άφηνα να μπει κανείς μέσα. Το είχα τόσο τραβήξει το πράγμα που έκανα και τρις μέρες να ανοίξω το μαγαζί.
Θερ.- Δηλαδή τι γινόταν; 
Πρώην- Δεν μπορώ να σου πω γιατρέ ήμουνα χαμένος δεν σκεπτόμουν τίποτα δεν έκανα τίποτα, ήμουν σαν νεκρός ζωντανός, αλλά δεν γουστάρω να τα συζητάω αυτά, δεν ξέρω μου την σπάνε.
Θερ.- Τι σου την σπάει;  
Πρώην-Να το γεγονός ότι είχα κλειστεί έτσι και ο χρόνος περνούσε χωρίς να κάνω τίποτα, αυτό με στεναχωρεί, πως είχα καταντήσει, δεν θέλω ούτε να το θυμάμαι.
Θερ.- Ναι αλλά η μνήμη μας βοηθάει να δούμε το παρελθόν, να ανακαλύψουμε τους παράγοντες εκείνους οι οποίοι μας επηρέασαν τότε για να αποφύγουμε τα ίδια λάθη στο τώρα και στο μέλλον. Η σκέψη του παρελθόντος είναι μια αναστοχαστική σκέψη με σκοπό την καλύτερη κατανόηση των πράξεών, κάπως έτσι το βλέπω. Εσύ τι λες .  
Πρώην-Πολύ ωραία τα λες γιατρέ αλλά εγώ δεν έχω μάθει να σκέπτομαι το παρελθόν μου, η, μάλλον δεν έχω μάθει να σκέπτομαι. Εγώ προσπαθούσα να ξεφύγω από το παρελθόν και το κατάφερνα με το να μην σκέπτομαι. Δεν ξέρω, για να σου πω, σκέπτομαι το παρελθόν μου σαν μια μάζα από κινήσεις χωρίς νόημα χωρίς αρχή και τέλος, μπερδεμένο. Μπερδεμένες ημερομηνίες, μπερδεμένες σχέσεις ποτισμένες από την ηρωίνη, αυτό είναι το παρελθόν μου, γιατρέ.
Θερ.- Πριν από την ηρωίνη… 

Πρώην-Πριν από την ηρωίνη και γενικά τα ναρκωτικά εγώ ήμουν ένα τίποτα, ή, τέλος πάντων, δεν θυμάμαι τίποτα. Δηλαδή είχα ένα μαγαζί αλλά όχι την ευθύνη. Το μαγαζί ανήκε στον πατέρα μου και εγώ ήμουν υπάλληλος του.
Θερ.-Σημαίνει κάτι αυτό για σένα. 
 Πρώην- Πως δεν σημαίνει γιατρέ. Ένιωθα περιορισμένος, δεν μπορούσα να κάνω καμιά κίνηση χωρίς την συγκατάθεση του πατέρα μου και αυτό με τυραννούσε σε τέτοιο βαθμό που είχα σκεφτεί να τα παρατήσω, να ψάξω να βρω αλλού δουλειά, αλλά αυτό ήταν ακατόρθωτο…Ξέρεις τι είναι να έχεις αφεντικό τον πατέρα σου και μάλιστα ένα πατέρα σαν το δικό μου; Θες να μάθεις λοιπόν πως τελείωσε αυτή η κατάσταση; Ο Πατέρας μου ήρθε κάποια στιγμή, όταν δεν ήμουνα εκεί και άλλαξε την κλειδαριά και όταν βρήκα το σπίτι κλεισμένο αναγκάστηκα να γυρίσω στο σπίτι, αλλά με τον όρο να μπω για αποτοξίνωση. Έτσι έγινε.
Θερ.- Πως είδες αυτή την ενέργεια του πατέρα σου; 
  Πρώην- Πώς να την δω, ο άνθρωπος με έσωσε, αφού μερικές φορές λέω ευτυχώς που είναι εδώ. Ήθελα; Δεν ξέρω αν ήθελα, ήμουν αναγκασμένος να το κάνω δεν υπήρχε άλλη διέξοδο.
Θερ.- Μίλησε μου λίγο για αυτόν, σε βλέπω λίγο μπερδεμένο όσο αφορά το πρόσωπό του. 
Πρώην- Μόνο λίγο, πολύ μπερδεμένος είμαι με αυτόν τον πατέρα. Ο Πατέρας μου είναι ένας τύπος, πρώτος, αλλά έχει πολλά ελαττώματα. Πάντως μαζί μου ήταν και είναι αυστηρός, και με το δίκιο του για όλα αυτά που έχω κάνει. Δεν ξέρω όμως και εγώ αν αυτό ήταν αυστηρότητα»,
Θερ.-Τι εννοείς; 
Πρώην-Να ήτανε απαιτητικός και όμως, όπως λέγανε και οι άλλοι συγγενείς, αυτή η απαιτητικότητα του ήταν γιατί με αγαπούσε και ήθελε, όπως έλεγε να με κάνει άνθρωπο. Εμένα όμως με φόβιζε, με γέμιζε με άγχος και δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω για να είμαι εντάξει.. Πάντα για τον πατέρα μου ήμουν ανεπαρκής. Ναι αυτό ήταν ήμουν ανεπαρκής και αυτή η ανεπάρκεια μου έβγαινε παντού.
Θερ.- Δηλαδή; 
Πρώην- Δηλαδή δεν ένιωθα καμιά εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Παρ’ όλο που είχα φίλους και φίλες που με έψαχναν και ζητούσα την παρέα μου, εγώ εντούτοις ένιωθα ανεπαρκής, ένιωθα φοβισμένος και πώς να το πούμε, κλεισμένος στο καβούκι μου. Είχα έναν αόριστο φόβο να με τυλίγει και ήθελα να πάρω λίγο επάνω μου διότι αυτό το συναίσθημα ήταν, πώς να το πω, τυραννικό. Φοβόμουν ναι φοβόμουν και περισσότερο φοβόμουν εκείνον. Τον φοβόμουν και τον φοβάμαι ακόμα.

Έκανε μια μεγάλη παύση, λες και έψαχνε τα λόγια του, λες και αυτό που είχε πει σαν να ήταν πολύ σημαντικό και το ξανασκεφτότανε. Άφησα τον χρόνο να κυλήσει μέσα στην σιωπή και περίμενα. 
 
Πρώην- Από μικρός ήμουν ένα φοβισμένο παιδί, είπε με φωνή πιο σιγανή από πριν...Αυτό είναι ίσως πρώτη φορά που το λέω έτσι αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν σήκωνα κεφάλι εύκολα.  
Θερ.- Πως ήταν αυτό το παιδί;  
Πρώην- Τι πως ήταν; Ήμουν νομίζω ένα μαζεμένο παιδί κολλημένο στην μάνα μου, ή η μάνα μου είχε κολλήσει επάνω, αυτό δεν μπορώ να το ξέρω. Ήμουν ο μικρότερος, αυτό μου έδινε περισσότερα προνόμια, να το λέγαμε έτσι, οπότε… Πάντως η αδελφή μου είναι σε καλύτερη κατάσταση, Αυτή βλέπετε είναι γυναίκα και ο πατέρας μου από την μια δεν είχε μεγάλες απαιτήσεις και από την άλλη ένοιωθα πως κάτι περισσότερο γινόταν με αυτήν. Δηλαδή δεν της φώναζε, δεν την στρίμωχνε, βέβαια της φώναζε για τις εξόδους της, αλλά μόνο εκεί, και αυτή τα είχε καταφέρει καλά, ακόμα και τώρα που είναι λογίστρια, ακόμα και τώρα μπορεί και κινείται άνετα, χωρίς κανένα πρόβλημα, τέλος πάντων αυτή τα έχει καταφέρει, μόνο εγώ, εγώ είμαι αυτός που ακόμα δεν τα έχω καταφέρει.
Θερ.- Σε τι διαφέρεις από αυτή.  
Πρώην- Στην οργάνωση, αυτή είναι ξεκάθαρη ξέρει τι θέλει και πως θα το καταφέρει, εγώ είμαι τελείως ανοργάνωτος γιατρέ, είμαι μπερδεμένος, μα πολύ μπερδεμένος, δεν ξέρω από πού να αρχίσω και που να τελειώσω.
Θερ.- Τι φταίει;  
Πρώην- Τι φταίει, αν το ήξερα γιατρέ θα είχαν τελειώσει όλα πιστεύω.
Θερ.- Τι φαντάζεσαι ότι μπορεί να φταίει;  
Πρώην- Κοιτάξτε γιατρέ δεν γουστάρω να λέω πως κάποιος άλλος φταίει για ότι κάνω, αλλά έτσι όπως μου έρχονται στο μυαλό, πάντα αυτό που με ακολουθούσε ήταν το βλέμμα του πατέρα μου.
Θερ.- Το βλέμμα;  
Πρώην- Ναι από μικρός αυτό το βλέμμα, δεν θέλω να το πω έτσι, αλλά κάπως σαν να με πάγωνε. Ήταν σαν να με έδερνε χωρίς να με δέρνει, δεν ξέρω πως θα το πάρετε γιατρέ αλλά κάπως έτσι ήταν και το ίδιο πιστεύω γινόταν και για τους άλλους μέσα στην οικογένεια. Περισσότερο με την μητέρα μου. Το βλέμμα του και μόνο εξέπεμπε, θα έλεγα τον τρόπο που έπρεπε εγώ να κινηθώ, έχω την εντύπωση πως με ακολουθούσε από τότε που κατάλαβα τον εαυτό του. Το βλέμμα κουστούμι μέσα στο οποίο έπρεπε να χωθώ. Και το έκανα, όμως πάντα κάτι με στένευε, κάτι με έτρωγε και προσπαθούσα με πολλούς τρόπους να το ξεφορτωθώ. Από την άλλη, πάντα προσπαθούσα να σταθώ αντάξιος, στο βλέμμα του πατέρα, όμως πάντα βούλιαζα μέσα στην ψυχρότητα του.
Θερ.- Ψυχρότητα, τι εννοείς; 
Πρώην- Δεν ξέρω υπήρχε κάτι, αλλά δεν ήταν μόνο το βλέμμα, αλλά και η συμπεριφορά του ήταν νευρική. Έμπαινε σαν να ήταν ο κάποιος, έκανε θόρυβο, εύηχε, κάπνιζε, άφηνε τα πράγματα του όπου και να ήταν, ακατάστατος. Αυτό που δεν γούσταρα ήταν οι βρισιές του. Ξέρετε πως βρίζει ο πατέρας μου… Καλύτερα να μην μάθετε. Καλά εμένα δεν με φώναζε με το όνομά μου, όλο ρε μαλάκα μου έλεγε, ότι είμαι αρχίδι, χέστης, μαμάκιας, πούστης, χασικλής, πρεζάκιας, μόνο το όνομα μου δεν έλεγε, πως είναι δυνατόν να μην υπάρχει ψυχρότητα. Όμως δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν όλα αυτά με την τοξικομανία μου γιατρέ. Και δεν αισθάνομαι καλά να σας τα λέω.
Θερ.- Δηλαδή.  
Πρώην- Να δεν τα έχω πει σε κανένα όλα αυτά και τώρα που ανοίγω το στόμα μου, νιώθω λίγο σαν να μαρτυράω, να προδίδω τι γινόταν μέσα στην οικογένεια μου, και δεν αρέσει σε κανένα αυτό.
Θερ.- Μαρτυράω…τι εννοείς;  
Πρώην- Ξέρετε όλα αυτά είχαν επιβάλει ένα κλίμα σιωπής, αυτό που γινόταν στο σπίτι δεν έβγαινε προς τα έξω, προς τους άλλους συγγενείς παραδείγματος χάριν, προς τους γείτονες. Αυτό που ήταν χαρακτηριστικό ήταν πως όταν ο πατέρας ξεκινούσε κάποια φασαρία, η μητέρα μου έτρεχε και έκλεινε όλα τα παράθυρα για να μην ακούσουν οι γείτονες. Δηλαδή αυτή την κατάσταση την ξέραμε μόνο εμείς και κανείς άλλος. Ένταξη οι γείτονες κάτι είχαν καταλάβει, αλλά νόμιζαν πως ήταν περισσότερο καυγάδες που είχαν να κάνουν με τα παιδιά και όχι με το ζευγάρι. Αυτό περνούσε καλύτερα.
Θερ.- Ποια κατάσταση; 
Πρώην- Η σχέση της μάνας μου με τον πατέρα μου δεν ήταν καθόλου καλή.
Θερ.- Για ποιο λόγο; 
Πρώην- Για ποιο λόγο; Χιλιάδες λόγοι γιατρέ. Πρώτα απ΄ όλα ο πατέρας μου έπινε, τώρα το έχει μετριάσει αλλά ακόμα πίνει. Μετά οι γκόμενες. Βέβαια ο πατέρας μου τραβιόταν με πουτάνες και όταν γυρνούσε στο σπίτι παραπατώντας κανείς δεν μπορούσε να του πει τίποτα. Σήκωνε χέρι. Οι καυγάδες ήτα συνεχής μια εποχή.
Θερ.- Ποια εποχή; 
Πρώην- Τότε, όταν ήμουν στην εφηβεία, αλλά και πιο πριν αλλά εγώ τότε άρχισα να καταλαβαίνω τι συνέβαινε. Αυτό με γέμιζε με ντροπή και δεν γέμιζε μόνο εμένα αλλά νομίζω ότι, γέμιζε περισσότερο την μητέρα μου. Ναι αυτή ήταν που προσπαθούσε να κρύψει να μην φανεί η κατάσταση και το πήραμε και εμείς. Έτσι για να μην πολυλογώ γιατρέ απ’ έξω ήμαστε μια σωστή οικογένεια αλλά από μέσα, μια οικογένεια μπουρδέλο.
Θερ.- Εσύ τι έκανες όταν συνέβαιναν όλα αυτά πόσο “μέσα” και πόσο “έξω ήσουν από αυτά; 
Πρώην- Εγώ είμαι μέσα σε όλα αυτά, έχω και εγώ το μερίδιο μου, αυτό που έχει να κάνει με τον εαυτό μου. Τον πατέρα μου τον δικαιολογούσα εν μέρη αλλά εκεί που δεν τον δικαιολογώ είναι όταν βρίζει την μητέρα μου, εκεί μου την σπάει γιατί αυτή έχει θυσιαστεί για όλους. Τι; Επειδή δεν δουλεύει, γιατί της το πετάει και αυτό.;
Θερ.- Ποιο;  
Πρώην- Να της λέει ότι αυτός την έκανε κυρία και αν δεν ήταν αυτός δεν θα είχε ψωμί να φάει. Με κάτι τέτοια την υποβιβάζει κυριολεκτικά και αυτό με τρελαίνει διότι δεν έχει δίκιο.
Θερ.- Έτσι όπως σε ακούω, βλέπω ότι είσαι ανάμεσα στους δύο, αυτό πως το ζεις και ποιες επιδράσεις νομίζεις ότι έχει στην δική σου ζωή;  
Πρώην- Δεν κατάλαβα τι θες να πεις γιατρέ, αλλά θα προσπαθήσω να απαντήσω. Βασικά ανησυχία, ανησυχία για την κατάσταση στο σπίτι, ναι αυτό δεν ήμουν ήσυχος. Κάπως…σαν να είχα ένα χρέος να κρατήσω σε ισορροπία τα πράγματα.
Θερ.- Μπορούσες 
Πρώην- Όχι αλλά νόμιζα πως μπορούσα, ακόμα και τώρα κάπως έτσι είναι. Αφού τότε, όταν έλειπα από το σπίτι το μυαλό μου ήταν πίσω, εκεί. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γύρναγα στο σπίτι και ήταν όλα σκατά, γιατί είχε γίνει κάποια φασαρία και σκεφτόμουν πως κακώς δεν ήμουν εκεί για να βοηθήσω να μην γίνει.
Θερ.- Και πως θα μπορούσες να βοηθήσεις.  
Πρώην- Δεν ξέρω αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που έμπαινα κυριολεκτικά στην μέση. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να υποστηρίξω την μάνα μου, να την προστατεύσω ήμουν κοντά της αλλά και εκείνη ήταν και είναι πολύ κοντά μου. Ανησυχούσε για μένα με το παραμικρό και προσπαθούσε να μου διευκολύνει την ζωή, να μην κουραστώ σε τίποτα.
Θερ- Πως θα την ονόμαζες την στάση της.  
Πρώην- Πώς να την ονόμαζα... Υπερπροστατευτική ήταν, ναι αυτό τόσο που μου την έσπαγε και εκείνη. Μου την έσπαγε και αυτό αλλά το είχα ανάγκη διότι με βόλευε, με διευκόλυνε, πώς να το πω και πάνω σε αυτό διαφωνούσε ο πατέρας μου. Εκείνος ήθελε να γίνω άνδρας και αυτή ήθελε... Δεν ξέρω τι ήθελε αλήθεια από μένα. Τώρα που τα ξανασκέπτομαι και αυτή με την συμπεριφορά της, με έκανε να νιώθω ανεπαρκής. όλη αυτή η προστασία… Πάντως δεν στο κρύβω γιατρέ ότι ήθελα να ξεφύγω και από αυτήν.
Θερ.- Από την μητέρα;  
Πρώην- Ναι και από αυτήν, δεν μπορούσα άλλο την ένιωθα τόσο κοντά μου που δεν μπορούσα να έχω τίποτα δικό μου που να μην το ξέρει κανένας. Όλα ήταν γνωστά σε εκείνη και δεν ήταν μόνο αυτή που μου το ζητούσε αλλά και εγώ. Ναι τώρα που το καλοσκέφτομαι και αυτή με την υπέρ- προστασία της δεν με άφηνε, μερικές φορές, να ανασάνω. Αυτή την ανεπάρκεια την χρωστάω περισσότερο στην μάνα μου. Ναι γιατρέ στην μάνα μου, διότι ο πατέρας μου ήθελε να είμαι μάγκας».
Θερ.- Δηλαδή  
Πρώην- Τελικά αυτός έχω την εντύπωση ότι μου φερόταν καλά, ήθελε να με δει να μεγαλώνω γρήγορα και από μικρό με έπαιρνε στα καταγώγια που γυρνούσε και μου πάσαρε πουτάνες και αλκοόλ στα δέκα πέντε, θέλοντας να με κάνει άντρα, Από την άλλη όμως, στις μεταμεσονύχτιες επιστροφές του στο σπίτι, όπως σας είπα, βλαστημούσε και μερικές φορές βαρούσε την μάνα μου όταν τολμούσε να παραπονεθεί για την τακτική του. Δηλαδή η μητέρα μου δεν ήθελε να με παίρνει μαζί του και πλακώνονταν κάθε φορά που γινόταν. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου και έπαιρνα πάντα το μέρος της είτε φανερά είτε κρυφά…
Θερ.- Με την αδελφή δεν συνέβαινε το ίδιο;
Πρώην- Ένταξη σαν κορίτσι υπήρχε ένας περιορισμός, αλλά εκείνη με τον τρόπο της, τους είχε κερδίσει, δηλαδή είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και έκανε, από μια περίοδο και μετά ότι ήθελε.
Θερ.- Πως ήταν η σχέση μαζί της.
 Πρώην- Δεν είχαμε πολλά, πολλά. Με περνάει τρία χρόνια και πολλές φορές με αντιμετώπιζε και αυτή σαν μικρό αδελφό, με ότι εξυπακούεται από κάτι τέτοιο. 
Θερ.- Δηλαδή.
Πρώην- Εεε, να το έπαιζε και λίγο μαμά μου, αλλά στο τέλος ξεχωρίσαμε. Εκείνη είχε τους φίλους της και τις παρέες της, και εγώ είχα του δικούς μου. Στο τέλος δεν βλεπόμαστε.
Θερ.- Πώς πάει στο σπίτι, πως είναι τώρα
Πρώην - Εντάξει, είναι σαν να είναι όλοι στην αναμονή, όλοι με κοιτάνε, με προσέχουν, ο πατέρας μου σαν να έχει καλμάρει, αλλά τον βλέπω εγώ, από μέσα του βλαστημάει, τον ξέρω εγώ.
Θερ.-Τι θέλεις να πεις;
Πρώην- Ο πατέρας μου είναι πολύ ξεροκέφαλος, ή τουλάχιστον έτσι τον έχω καταλάβει εγώ. Δεν σκάει ούτε ένα χαμόγελο.
Θερ.- Τι σκέπτεσαι για αυτό.
Πρώην- Τι να σκεφτώ, το πρώτο που μου περνάει από το μυαλό είναι, ότι του την έχω σπάσει πολύ και αυτό είναι χάλια για εμένα, όπως σου είπα πάρα πάνω όλοι περιμένουν και εγώ νιώθω ότι δεν μπορώ, όπως τότε που ήμουν πιτσιρικάς. Νιώθω ότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη δεν πιστεύουν σε μένα και αυτό είναι τραγικό
Θερ.- Τραγικό;
Πρώην- Τραγικότατο διότι χωρίς την εμπιστοσύνη του δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτα.
Θερ.- τι σημαίνει για σένα η εμπιστοσύνη τους.
Πρώην- Για μένα σημαίνει πολλά πράγματα, τόσα που να μην μπορώ να βρω τα λόγια για να τα πω. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνος και ότι τους έχω όλους ανάγκη.
Θερ.- Ωραία θα κρατήσουμε αυτό για σήμερα και θα τα πούμε την άλλη φορά.
Πρώην- Έγινε γιατρέ σ ευχαριστώ πολύ και συγνώμη αν σε ζάλισα.
Θερ.- και εγώ σ΄ ευχαριστώ, δεν με ζάλισες καθόλου, τα λέμε την άλλη βδομάδα, την ίδια μέρα και ώρα;
Πρώην- Έγινε γεια.



Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας: 
http://savatier.blog.lemonde.fr/2013/07/15/ange-pieraggi-letoffe-et-la-peau/