Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Οι κοινωνικές συνθήκες και το υποκείμενο


Οι συνθήκες μέσα στις οποίες το υποκείμενο αναπτύσσεται, είναι αυτές οι οποίες καθορίζουν την ικανότητα προσέγγισης της πραγματικότητας (αν υπάρχει) ξέχωρα από το ίδιο. Οι συνθήκες δημιουργούν τον εαυτό στο βαθμό που του επιτρέπουν να εκφράσει την παρουσία του σαν μοναδικότητα και ατομικότητα ξέχωρη από τους άλλους. Η αστείρευτη επιβεβαίωση επιζητείται από αυτόν, μέσα από την καθημερινότητα που δυστυχώς τις περισσότερες φορές καταλήγει σε ανεπιβεβαίωτες ιδέες για την μικρότητα και την ανεπάρκειά του.
Οικογένεια, εκπαίδευση, κοινωνία και πολιτική εργάζονται νυχθημερόν για την αποτροπή της αταξίας και την προσαρμογή στην ασφάλειας της γενικότητας με την αποφυγή του εαυτού, σαν στοιχείο διαφοροποίησης. Όλοι οι κοινωνικοί μηχανισμοί λειτουργούν για την κατασκευή των ανεπαρκών υπάρξεων στο γεωγραφικό ορίζοντα των περιορισμών της αυτονομίας των ιδεών και των προσεγγίσεων.
Η ομοιομορφία αποτελεί το παράγοντα επιτυχίας στην προκρούστεια κλίνη του κοινωνικού. Η τάση αποφυγής των “κακών”σκέψεων αλλά και των συναισθημάτων κατασκευάζει το μέλλον σαν στοιχείο του παρελθόντος. Η ικανότητα διαφοροποίησης καταστρατηγείται με την προσφυγή στην ψυχική διαταραχή που οδηγεί τον εαυτό στα τρελάδικα της μοναξιάς και της περιθωριοποίησης.
Ο εαυτός όμως επιζητεί μια επιστροφή στο εαυτό του. Επιζητεί την βιασμένη βάση μια σαρκικής σκέψης που δεν χάρηκε το είναι της και παρατήθηκε στις άκρες των αδιέξοδων δρόμων των άλλων. Επιζητεί την χαμένη σιγουριά στα αντιληπτικά του δεδομένα, η οποία χρίζει μια επεξεργασία στοχαστικής, αλλά και κριτικής σκέψης διαμέσου της ιστορικής παρουσίας του μέσα στο κοσμικό γίγνεσθαι, όπου η εμπειρία του μπορεί να αναδυθεί σαν στοιχείο δημιουργίας της πραγματικότητα και όχι σαν απλός αναπαραγωγός της.
Η εμπιστοσύνη στην διαλογική συζήτηση με την αντικειμενική πραγματικότητα μέσα από την υποκειμενικά δική του, δημιουργεί την νέα διάσταση των δεδομένων που όσο και αν φαίνονται παλιά, εντούτοις ξαναποκτούν την δροσιά της νεανικότητας απέναντι στην κοινωνική γεροντίλα της αναπαραγόμενης κοινωνικής συνήθειας των πεπερασμένων υπάρξεων. Η διαμόρφωσή του λοιπόν μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από την διαμόρφωση των κοινωνικών συνθηκών που τον αφορούν και στην οποία μόνο ο ίδιος μπορεί να προβεί .
Διαμορφώνεται διαμορφώνοντας τις συνθήκες της ζωής του. Μέσα από αυτή την διαδικασία του εσωτερικού και εξωτερικού γίγνεσθαί συνειδητοποιεί ότι πάντα ήταν ο συν-κατασκευαστής της πραγματικότητας μέσω της παθητικότητας, της ανεπάρκειας και της μικρότητας που οι άλλοι είχαν προβάλλει επάνω του. Συνειδητοποιεί ότι δεν ήταν παρά το αντικείμενο των κατασκευών των άλλων ενώ στην ουσία ήταν το υποκείμενο της δικής του κατασκευής. Μιας κατασκευής που ποτέ δεν υπολόγιζε τον εαυτό της σαν παράγοντα των συνθηκών που τον περιόριζαν στο αντικειμενικά υποκειμενική απουσία του.
Οι κοινωνικές συνθήκες λοιπόν και το υποκείμενο διαμορφώνονται μέσα από την αιώνια αλληλεπίδραση τους. Το υποκείμενο καθορίζει τις συνθήκες που το καθορίζουν αποκτώντας, με λίγα λόγια τον έλεγχο στο παρόν του και καθορίζοντας την έκβαση του μέλλοντος του.
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας: Marie Sabal-Lecco

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Το άγχος των παιδιών


Το άγχος αποτελεί ένα βασικό στοιχείο στην ζωή των παιδιών και των ενηλίκων. Το άγχος έχει σχέση με την δυνατότητες προσαρμογής γενικά σε αλλαγές που συμβαίνουν στο οικογενειακό τους και στο ευρύτερο περιβάλλον. Εκφράζει την προσπάθεια να ελέγξουν αυτές τις αλλαγές.
Οι αλλαγές που έχουν σχέση με την οικογενειακή κατάσταση και το συναισθηματικό πεδίο της οικογένειας το οποίο νιώθουν και αντιλαμβάνονται τα παιδιά,  πολλές φορές λανθασμένα. Επίσης έχουν σχέση με τον χώρο και το χρόνο ΄ταν φθάνει η ώρα να "αφήσουν" την οικογενειακή τους εστία και να πάνε στον παιδικό σταθμό, μετά στο νηπιαγωγείο, στο δημοτικό, στο γυμνάσιο. Οι αλλαγές αυτές προκαλούν άγχος το οποίο εκφράζεται με διαφορετικές τρόπους.
Πολλές φορές οι γονείς βρίσκονται μπροστά σε μια ανεξήγητη, για αυτούς, έκφραση άγχους των παιδιών τους, η οποία τους προβληματίζει και μπορεί να τους κάνει να αισθανθούν πολύ άσχημα, με τέτοιο τρόπο ώστε μέσα από τις προσπάθειές τους να τα ηρεμήσουν, μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερο άγχος από πριν.
Κατ αρχάς πρέπει να γνωρίσουν ότι έως ένα βαθμό, οι καταστάσεις αυτές αποτελούν μια φυσιολογική εξέλιξη των παιδιών αλλά και της σχέσης μαζί τους, και αφορούν την ψυχοσωματική όσο και την κοινωνική τους ανάπτυξη. Έτσι τα παιδιά εκδηλώνουν μορφές άγχους όπως οι ενήλικες, και το εκφράζουν με διαφορετικό τρόπο όπως και αυτοί. Δυστυχώς όμως είναι πιο δύσκολο να το αντιληφθούμε στην περίπτωση τους, διότι δεν έχουν την δυνατότητα να μεταδώσουν αυτό που αισθάνονται όπως οι ενήλικες.
Μέχρι τα 5 χρόνια τους τα παιδιά μπορούν να εκδηλώσουν το άγχος τους μέσα στην οικογενειακή εστία σαν φόβο στο σκοτάδι, φόβο των τεράτων, μπορούν να έχουν εφιάλτες. Ακόμα όμως και αν οι γονείς θεωρούν ότι αυτοί οι φόβοι είναι παράλογοι πρέπει να τους λάβουν σοβαρά υπόψιν και να προσπαθήσουν να τους καταλάβουν.
Μια άλλη σειρά από φόβους μετά την ηλικία των 5 χρονών έχουν σχέση με την πραγματικότητα και τον κόσμο εκτός της οικογενειακής εστίας, όπως ο φόβος που εκδηλώνει το παιδί μήπως χαθεί, μήπως έχει κάποιο ατύχημα, μήπως το κλέψουν. Φόβοι βέβαια που συγγενεύουν με τους φόβους των γονιών. Επίσης μπορεί να εκφράσει φόβο για τη φωτιά, για τα ζώα, για αεροπλάνα, τραίνα, φόβο σε θορύβους, ή φόβο της αποτυχίας σε περίπτωση που εξασκεί κάποιο άθλημα.
Βασικά το πρώτο άγχος που παρατηρείται στα παιδιά είναι το άγχος του αποχωρισμού του από την οικογένεια κατά την είσοδό του στο σχολικό περιβάλλον.

Πιο συγκεκριμένα έχουμε:
Το άγχος της εγκατάλειψης
Ο φόβος της εγκατάλειψης από τον γονέα είναι φυσιολογικός στην βρεφική ηλικία. Έτσι τα παιδιά στην ηλικία των 7 μηνών εκδηλώνουν άγχος με την παρουσία αγνώστων προσώπων και προτιμούν να μένουν στην αγκαλιά των γονιών τους, παρά να τα παίρνει κάποιος ξένος στα χέρια του. Σε αυτή την περίπτωση οι κραυγές του είναι ένα σημάδι του άγχους του όταν οι γονείς το αφήνουν. Αυτό συμβαίνει διότι οι γονείς προσφέρουν με την παρουσία τους ένα συναίσθημα ασφάλειας σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο. Αργότερα όταν φθάσει στην ηλικία των 3-4 ετών μπορεί να ανεχθεί καλύτερα αυτό το αποχωρισμό, αν και κάθε αποχωρισμός εμπεριέχει πάντα ένα σχετικό άγχος.
Το άγχος του σχολικού περιβάλλοντος
Όπως είπαμε πάρα πάνω όταν έρθει η ώρα να απομακρυνθούν και να πάνε σχολείο εμφανίζεται το άγχος στο καινούργιο περιβάλλον. Το άγχος αυτό που προκαλεί το νέο περιβάλλον, ενώνεται με τον φόβο της εγκατάλειψης, καθώς και με τον φόβο της αποτυχίας και αν προσθέσουμε και την έκθεσή του σε καινούργια πρόσωπα που το περιβάλλουν, τότε μπορούμε να φαντασθούμε τι μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί. Για αυτό το λόγο θα πρέπει οι γονείς να μην προστρέξουν στις εύκολες δικαιολογίες, ότι δηλαδή είναι τεμπέλικο και θέλει να αποφύγει τα μαθήματα. Στην ουσία είναι ένα πραγματικό άγχος που θα πρέπει να τους κάνει να σκύψουν πάνω σε αυτό και μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις, να πάρουν την συμβουλή κάποιου ειδικού.
Οι εκφράσεις του άγχους
Το άγχος των παιδιών εκφράζετε μέσα από τις σκέψεις που κάνουν όπως “Η μητέρα φεύγει” “Με αφήνει” “ “Είμαι κακό παιδί”, “Οι άλλοι με κοροϊδεύουν” “ Δεν με αγαπάει κανείς” κ. λ. π.
Το άγχος εκφράζεται μέσα από το συναίσθημα που τα καταλαμβάνει σαν μια γενική θλίψη, που τα κάνει να είναι κλειστά απομονωμένα και να μην μιλάνε πολύ. Πολλές φορές δείχνουν ότι δεν τα ικανοποιεί τίποτα, είναι συνεχώς ανήσυχα και άλλες φορές θυμώνουν πολύ εύκολα. Γενικά νιώθουν μια ματαίωση.
Το άγχος εκφράζεται σωματικά. Οι σωματικές εκφράσεις του εκδηλώνονται μέσω συνεχών παραπόνων ότι πονάει το στομάχι τους, ότι έχουν πονοκεφάλους, κάνουν εμετό, κάνουν συχνές διάρροιες και κλαίνε με το παραμικρό, φοβούνται το σκοτάδι, καθώς και τους αγνώστους που τα πλησιάζουν.
Το άγχος εκφράζεται στην συμπεριφορά τους π. χ. Δεν κοιμούνται εύκολα, παραπονιούνται για εφιάλτες. Αποφεύγουν τα άλλα παιδιά, δεν παίζουν μαζί τους, μένοντας μόνα, ή γίνονται επιθετικά και χαλάνε το παιχνίδι με τα άλλα παιδιά.
Το άγχος εκφράζεται στις σχέσεις τους, δηλαδή μένουν απομονωμένα είναι κολλημένα στους γονείς τους, δύσκολα κάνουν φίλους και δύσκολα παίζουν με άλλα παιδιά.
Η οικογένεια
Το άγχος του παιδιού απευθύνεται στα μέλη της οικογένειας που ανήκει και εκφράζει την αναζήτηση της προσοχής και την εν γένει την ενασχόληση με αυτό σύμφωνα με τους όρους ανάπτυξης στην συγκεκριμένη οικογένεια. Δηλαδή το άγχος του παιδιού δεν μπορούμε να το ορίσουμε σαν κάτι ξέχωρο από την οικογένεια που εμφανίζεται. Αποτελεί μια έκφραση οικογενειακή και όχι μόνο σαν έκφραση του παιδιού.

Έτσι οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν ότι το άγχος των παιδιών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των οικογενειακών συνθηκών. Δηλώνει την μορφή της σχέση τους με αυτό. 
Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε σαν γονείς ότι είμαστε πρότυπα για τα παιδιά μας και σαν πρότυπα αποτελούμε μοντέλα μίμησης. Με αυτό τον τρόπο όταν το παιδί έχει να κάνει όταν μια μητέρα πανικοβάλλεται με το παραμικρό για κάτι που συμβαίνει στην ίδια ή στο παιδί του, όταν δείχνει “χαμένη” χωρίς καμιά εμπιστοσύνη στον εαυτό της, τότε το παιδί της - πρέπει να είναι βέβαιη - ότι θα αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο σε παρόμοιες καταστάσεις. 

Αυτό αφορά εξίσου και τον πατέρα σε αντίστοιχες καταστάσεις και σε γενικό επίπεδο αφορά και την σχέση τους σαν ζευγάρι και τον τρόπο που αντιδρούν και εκφράζονται μεταξύ τους. Π. χ. όταν έχουμε ένα γονέα ο οποίος εκφράζει ανησυχία την νύχτα, είτε διότι φοβάται υπερβολικά τους κλέφτες, ή το σκοτάδι. Όταν δεν κοιμάται κανονικά ή δημιουργεί συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, το παιδί είναι εκεί για να συλλέξει το άγχος που απορρέει από τέτοιες μορφές οικογενειακών καταστάσεων και να το κάνει δικό του.
Τι κάνουμε
Κατ ΄αρχάς θα πρέπει να εξασφαλίσουμε μια ζωή οργανωμένη ώστε το παιδί να αποκτήσει κάποιες βασικές συνήθειες, κάποια όρια που έχουν να κάνουν με τις ώρες του ύπνου, τις ώρες του παιχνιδιού, και γενικά τη καθημερινότητα του. Η καθημερινότητα πρέπει να έχει μια ροή σίγουρη που του προσδίδει ασφάλεια, από την παρουσία και το ενδιαφέρον του γονέα κάθε στιγμή της ημέρας, αλλά και της νύχτας. 

Χρειάζεται σαν γονείς να είμαστε υποστηρικτικοί σε ότι αφορά την ικανότητα του να κάνει πράγματα, είτε πρόκειται για το παιχνίδι, είτε για το διάβασμα. Αυτό προδικάζει το γεγονός ότι πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στην επικοινωνία μαζί του και να μην ξεχνάμε να το επιβραβεύουμε για κάθε τι που καταπιάνεται ακόμα και αν συναντά δυσκολίες να το τελειώσει. Καλό είναι να συζητήσουμε μαζί του για αυτές τις τις δυσκολίες, προσπαθώντας να το κάνουμε να μιλήσει για το πως σκέπτεται να τις ξεπεράσει ή να του δώσουμε κάποια άλλη ιδέα για αυτό.
Από την άλλη πρέπει να το ακούσουμε τους φόβους του παιδί, χωρίς να ενδυναμώσουμε τους φόβους του. Δηλαδή θα πρέπει να δώσουμε σημασία σε αυτό που εκφράζει και συγχρόνως να μην το αποπάρουμε ή το χειρότερο το κοροϊδέψουμε για τους φόβους που έχει.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να το βοηθήσουμε να βάλει λόγια στο συναίσθημά του, ρωτώντας το αν φοβάται και τι. Εάν αρνείται να μιλήσει μπορούμε να τον προκαλέσουμε να κάνει μια ζωγραφιά ή να γράψει κάτι πάνω σε αυτό. Καλό είναι να μην κάνουμε ότι θα "κυνηγήσουμε", ή θα διώξουμε το “κακό” για να το ηρεμήσουμε, διότι τότε το επιβεβαιώνουμε ότι το “κακό”υπάρχει. 'Έτσι το ρωτάμε πάνω στους φόβους του όσο και αν φαίνονται μη ρεαλιστικοί, ακούμε αυτό που έχει να μας πει και συζητώντας του δίνουμε το χρόνο να τους ξεπεράσει.
Δηλαδή με κανένα τρόπο δεν προσπαθούμε να αποφύγουμε τους φόβους του, αλλά το αντίθετο. Π. χ. αν ο φόβος έχει σχέση με τον αποχωρισμό, μπορούμε να το ρωτήσουμε, αν πιστεύει ότι η μαμά μπορεί να το ξεχάσει στο σχολείο και να μην πάει να το πάρει; Αν αυτό έχει γίνει ποτέ; Επιπλέον χρειάζεται να το επιβεβαίωσουμε για την σημαντικότητα που έχει για εμάς.

 Π. χ. αν φοβάται τους σκύλους, μπορούμε να διαβάσουμε μαζί ένα βιβλίο για αυτό το ζώο. 

Με λίγα λόγια, στόχος μας είναι να δώσουμε την δυνατότητα στο παιδί να μιλήσει για του φόβους του, να εκφραστεί που σημαίνει ότι καθόλη την διάρκεια του διαλόγου για αυτούς είμαστε δίπλα του και όσο είμαστε δίπλα του και μπορεί και επικοινωνεί, τόσο αποκτά την ικανότητα να τους υπερβεί.
Πιο συγκεκριμένα
α) ΚΑΤ' ΑΡΧΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΟΙ. ΤΟΥ ΠΑΡΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΌΝΟ ΝΑ ΚΑΤΑΝΙΚΗΣΕΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ, ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΤΟΝ ΤΡΌΠΟ.
β) ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ. ΦΤΙΑΧΝΟΥΜΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΟ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΟΠΟΥ Ο ΦΟΒΟΣ ΞΕΠΕΡΝΙΕΤΑΙ.
γ) ΤΟ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ ΝΑ ΥΠΕΡΝΙΚΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΦΟΒΟΥΣ ΤΟΥ.
δ) ΣΕ ΚΆΘΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ “ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ” ΤΟΥ ΠΑΡΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΧΡΌΝΟ ΝΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΕΊ.
ε) ΤΟΥ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΥΜΕ ΣΥΝΕΧΩΣ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΦΟΒΟ ΓΙΑ ΑΥΤΆ.
ζ )ΚΑΙ ΠΟΤΕ, ΜΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΟ ΣΥΓΚΡΙΝΟΥΜΕ ΜΕ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑΚΙΑ.
Κερεντζής Λάμπρος
φωτο: http://passiondelire.blog.24heures.ch/media/02/01/1033577532.jpg

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Η Έννοια της Τραυματικής Εμπειρίας




Η λέξη «τραύμα» είναι ελληνική, προερχόμενη από τη λέξη της Ιωνικής και Δωρικής διαλέκτου «τρώμα» («Ετυμολογικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής», σελ.450). Χρησιμοποιείται από τους αρχαίους συγγραφείς όπως τον Αριστοτέλη [ «… μυεί τρώμα», (αποσπ.159) ] και τον Θουκυδίδη [ «τραυματισθεί πολλά…», (Θουκυδ.4,12) ]. Στα παραπάνω κείμενα η αναφορά του τραύματος αφορά τα σωματικά και όχι τα ψυχικά. Σήμερα, διαχωρίζεται το τραύμα σε σωματικό και ψυχικό. Με το ψυχικό τραύμα ασχολείται ο κλάδος της Ψυχολογίας, προσεγγίζοντας το από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Στην εγκυκλοπαίδεια «Σύγχρονη Ψυχολογία» (Ευρωεκδοτική, 2000:166), το ψυχολογικό τραύμα ορίζεται ως «η ασυνήθιστη κατάσταση κινδύνου για τη σωματική ακεραιότητα ή την ευημερία ενός ατόμου. Συνήθως εμφανίζεται απότομα και έχει μικρή διάρκεια, αν και μπορεί να έχει και μεγαλύτερη καμιά φορά. Οι επιπτώσεις σε ψυχικό επίπεδο μπορεί να εμφανιστούν άμεσα (οξύ άγχος) ή να αργήσουν να εκδηλωθούν (μετατραυματική πίεση), και δυσκολεύουν τη μετέπειτα φυσιολογική ζωή του ατόμου». Παραδείγματα ενός τραύματος είναι το βίωμα μιας πυρκαγιάς, οι σωματικές επιθέσεις, οι σεξουαλικές κακοποιήσεις, τα τροχαία ατυχήματα, κλπ. Ο παραπάνω ορισμός αναφέρεται κυρίως στη διάρκεια του τραύματος και των επιπτώσεών του.
Μια διαφορετική προσέγγιση είναι η παρακάτω, όπου ορίζει « το τραύμα σε σχέση με τον αυτοέλεγχο του ατόμου, όπου αναφέρει το ψυχολογικό τραύμα σαν μια κατάσταση σφοδρού φόβου, τον οποίο βιώνουμε την στιγμή που ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα ξαφνικό, αναπάντεχο και εν δυνάμει απειλητικό γεγονός, πάνω στο οποίο δεν έχουμε κανένα έλεγχο και είμαστε ανίκανοι να αντιδράσουμε αποτελεσματικά όσο και αν προσπαθήσουμε» (Levine, 2005:12).
Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε πως τραύμα είναι η αντίδραση του ψυχοσωματικού οργανισμού σε κάποιο γεγονός και όχι το ίδιο το γεγονός που την προκάλεσε. Αναλύοντάς το περισσότερο, τα τραυματικά γεγονότα είναι ασυνήθιστα, όχι γιατί συμβαίνουν σπάνια αλλά, μάλλον, επειδή συντρίβουν την ανθρώπινη προσαρμογή στη ζωή. Τα αισθήματα μετά το ψυχικό τραύμα είναι ο έντονος φόβος, το αίσθημα της ελλείψεως βοήθειας, το χάσιμο του ελέγχου και του εκμηδενισμού. Το τραύμα καταπνίγει την ανάπτυξη του ατόμου και δυσκολεύει τις προσπάθειες του να προχωρήσει στη ζωή του. Το αποσυνδέει από τον εαυτό του, τους άλλους και το περιβάλλον. Όταν έρχεται ένα άτομο αντιμέτωπο με την απειλή παγώνει από το φόβο, καθώς η ενέργεια του ενστίκτου της επιβίωσης είναι σαν να μην έχει τρόπο να εκδηλωθεί και στη συνέχεια να εκτονωθεί.
Μια αναφορά, που προσάπτει μια διαφορετική διάσταση στο τραύμα, είναι η παρακάτω: «ψυχικό τραύμα δεν είναι μόνο το ρήγμα στο προστατευτικό φράγμα του συστήματος μας έναντι στην υπερδιέγερση ενός γεγονότος, το οποίο οδηγεί σε συναισθήματα συντριβής λόγω έλλειψης βοήθειας, αλλά, όπως αναφέρει η σύγχρονη επιστήμη, τραύμα είναι το χάσιμο της προσαρμοστικότητας και ανθεκτικότητας του νευρικού συστήματος» (Αλεξάνδρου, 2009). Το τραυματισμένο νευρικό σύστημα αποδιοργανώνεται, καταρρέει και δεν μπορεί να αυτορυθμιστεί.
Η Οικονομίδου, στη διδακτορική της διατριβή, αναφέρθηκε στις θέσεις του «πατέρα» της ψυχανάλυσης, S. Freud, ο οποίος απέδιδε την ανάπτυξη του ψυχικού τραύματος, και τη δημιουργία των συμπτωμάτων του, στην επίδραση εξωτερικού γεγονότος, ειδικά εάν το γεγονός που υπήρξε ήταν σεξουαλική αποπλάνηση ανηλίκου. Ο ίδιος ο Freud , το 1920, έδωσε τον εξής ορισμό για το ψυχικό τραύμα «… είναι σαν μια ψυχο-ενεργειακή ανισσοροπία, αποτέλεσμα της ρήξης του προστατευτικού φραγμού του ψυχισμού από μία έντονη διέγερση» (Breuer & Freud, 1895, αναφ. στο Οικονομίδου, 2007:79).
Στην πορεία, επεκτείνοντας την έννοια του τραύματος, ο Freud, τη συνέδεσε με τη βίωση του «Εγώ» ως ανήμπορου, αβοήθητου και χωρίς δυνατότητα, ελέγχου πάνω στην πραγματικότητα, όταν αυτό αντιμετωπίζει εσωτερικά και εξωτερικά ερεθίσματα που ασκούν υπερβολική πίεση πάνω του. Ο ίδιος επεσήμανε επίσης, ότι πέρα από τις εξωτερικές απειλές, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν τραύματα, ορίζονται ως τραυματικές για το άτομο και οι απώλειες του αντικειμένου ή της αγάπης, της προστασίας και της φροντίδας των άλλων. Το τραύμα λοιπόν, κατά την ψυχοδυναμική προοπτική, συμπεριλαμβάνει τόσο φαντασιωτικά όσο και πραγματικά στοιχεία στους γενεσιουργούς του παράγοντες, διατηρώντας, όμως στον πυρήνα του, την αναβίωση των οιδιποδιακών φαντασιώσεων (Freud & Breuer, 1985, αναφ. στο Οικονομίδου, 2007:79).
Πληθώρα ερευνητών έχουν διατυπώσει διάφορους ορισμούς για την έννοια του ψυχικού τραύματος. Η Οικονομίδου (2007:79-80) αναφερόμενη στον Kelman (1946), δίνει μια διαφορετική ερμηνεία του τραύματος, περιγράφοντάς το ως μια ασυνείδητη αίσθηση του ατόμου ότι απέτυχε να ανταποκριθεί σε μια εξιδανικευμένη εικόνα εαυτού. Η ίδια επίσης, μεταφέρει τον ορισμό αμερικανών αναλυτών, όπως του Edith Jacobson (1959), καθώς και των Bach και Schwartz που ακολούθησαν (1972), που θεώρησαν το τραύμα ως ναρκισσιστική διαταραχή εντός του «Εγώ», η οποία αφορά συγκρούσεις διαφορετικών αναπαραστάσεων του Εαυτού. 
 
Η σύγκρουση συμβαίνει εντός του «Εγώ», μεταξύ μιας αναπαράστασης εαυτού οργανωμένης γύρω από μία παθογόνο παιδική φαντασίωση και μιας μη τραυματικής αναπαράστασης εαυτού. Ο Krystal, ο οποίος εργάσθηκε με πρώην έγκλειστους των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, το 1971 διαχώρισε το «σχεδόν τραύμα» από το «καταστροφικό τραύμα». Στην πρώτη περίπτωση, η εμφάνιση του τραύματος δεν κατακλύζει την προσωπικότητα, αλλά μπορούν να εκλυθούν κάποιες μορφές ψυχοπαθολογίας, ενώ στη δεύτερη μπορούν να εκλυθούν μόνιμες ψυχικές βλάβες λόγω της απελπισίας που μπορεί να βιώσει το άτομο. Ο ίδιος προσδιορίζει το τραύμα ως «μια ενεργή κατάσταση υποκειμενικής αγωνίας και αποδιοργάνωσης, όπου τα συναισθήματα κατακλύζουν συντριπτικά το άτομο, κινητοποιώντας αμυντικούς μηχανισμούς» (Krystal, 1971:156). Έτσι, η θεώρηση του τραύματος, κατά τον Krystal, διαμορφώνεται ως μια υποκειμενική εμπειρία που καθορίζεται από την ψυχική πραγματικότητα ή το ασυνείδητο νόημα της.
Ο Sandler (1997) εξετάζει τις καταστάσεις υπερέντασης που ο καθένας αναπόφευκτα βιώνει κατά τη διάρκεια της ζωής του και υποστηρίζει ότι ένα πλήθος παραγόντων συμβάλλουν στην κατάσταση υπερέντασης ή ψυχικού τραύματος, που μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά την ψυχική εξέλιξη.
Η ίδια η Οικονομίδου (2007:77) αναφέρεται στο τραύμα ως «βίωμα που διακινείται από εσωτερικούς ή εξωτερικούς παράγοντες, προκαλώντας διαταραχή της ισορροπίας του οργανισμού, λόγω της αδυναμίας του ψυχικού οργάνου να το εμπεριέξει καθώς και να απαντήσει οργανωμένα. Οι συνέπειες του τραύματος είναι ένα είδος τομής και ρήξης και προσωρινής αποδιοργάνωσης μετά την οποία ο ψυχισμός του ατόμου δεν είναι όπως πριν. Έστω και αν η ισορροπία και η λειτουργικότητα αποκατασταθούν, το τραύμα εμπεριέχεται ως οντότητα στη συνολική δομή του ψυχισμού».
Ένα ενδιαφέρον άρθρο αναφέρει πως: «ένα ψυχικό τραύμα μπορεί να προκληθεί από μία μόνο εμπειρία, ή από ένα συνεχές επαναλαμβανόμενο γεγονός (ή γεγονότα). Τυπικά αίτια είναι η σεξουαλική κακοποίηση, η ενδοοικογενειακή βία, τα θύματα του αλκοολισμού, η απειλή των προηγούμενων ή να είσαι μάρτυρας αυτών στην παιδική ηλικία. Το ψυχολογικό τραύμα μπορεί να συνοδεύεται και από σωματικό ή να υπάρχει ανεξάρτητα. Υπάρχει συχνά η παραβίαση των προσωπικών ιδεών σχετικά με τον κόσμο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, βάζοντας το άτομο σε μια κατάσταση υπερβολικής σύγχυσης και ανασφάλειας» (Mache, κ.ά., 2009).
Συνεχίζοντας, στο ίδιο άρθρο (Mache, κ.ά., 2009) επισημαίνεται ότι: «…η τραυματική εμπειρία μπορεί να αλλάξει αρνητικά την εξέλιξη της ζωής του παθόντα, δημιουργώντας σημαντικές βλάβες στην ψυχολογική του ανάπτυξη. Όταν το τραύμα επιφέρει μετατραυματικό άγχος, εμφανίζονται και εγκεφαλικές αλλαγές, με επιπτώσεις στην ικανότητα επαρκούς διαχείρισης του στρες». Επιπλέον, η τραυματική εμπειρία έχει γενικότερες επιπτώσεις στην ατομική ικανότητα διαχείρισης ή ενσωμάτωσης ιδεών και συναισθημάτων που σχετίζονται με την εμπειρία αυτή. Έτσι, η πραγματική επίπτωση του τραύματος μπορεί να καθυστερήσει να διαφανεί για εβδομάδες ή και χρόνια, κυρίως όταν το άτομο πρέπει να αγωνιστεί ώστε να καταφέρει να τα βγάλει πέρα με τις άμεσες συνθήκες.

Σε ημερίδα, που έγινε στις 11 Δεκεμβρίου του 2005 από το σωματείο εργαζομένων της Eurobank με θέμα «Η ηθική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο», αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι οι σοβαρές, μακροχρόνιες, αρνητικές συνέπειες του ψυχικού τραύματος συχνά παραβλέπονται, ακόμη και από τους ειδικούς της ψυχικής υγείας. Οι κλινικοί χρειάζεται να διερευνήσουν τα σχετικά προβλήματα του πάσχοντος, το γεγονός, δηλαδή, ότι μπορεί η τραυματική εμπειρία να είναι συγγενής με άλλα πρόσφατα ή παλαιότερα τραύματα, ώστε οι πάσχοντες να οργανώνουν τις ζωές τους γύρω από ταυτολογικά πρότυπα, πιθανότατα για να ανακουφίσουν και να «κλείσουν» τραυματικές μνήμες, εμπειρίες, υπενθυμίσεις και επιρροές (Τσουκαλά, 2005).

Ολοκληρώνοντας τον αρχικό ορισμό του ψυχικού τραύματος, συμπερασματικά, θα ήταν σκόπιμο να τονίσουμε τη σχετική διάσταση μιας τραυματικής εμπειρίας, καθώς έχει άμεση σχέση με τις προηγούμενες εμπειρίες του ανθρώπου (τραυματικές ή μη). Εμπειρικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε παραδείγματα όπως, από τη μια μεριά, κάποιο άτομο το οποίο έχει ανικανότητα σε ένα από τα κάτω άκρα και μετά από μία χειρουργική επέμβαση περπατά, αλλά με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού, για αυτόν λοιπόν τον άνθρωπο αυτό το γεγονός θα ήταν ευχάριστη εξέλιξη. Ενώ, από την άλλη μεριά, για κάποιον άλλο που ήταν αρτιμελής μια τέτοια εμπειρία θα ήταν τραυματική. 
 
Μία άλλη εμπειρία, που είναι χαρακτηριστικά αντιφατική, είναι μια εγκυμοσύνη, που για ορισμένες γυναίκες είναι μια τραυματική εμπειρία, ενώ για άλλες μπορεί να είναι στόχος για χρόνια. Εδώ, οφείλουμε να προσδιορίσουμε ότι τα δυνητικά τραυματογόνα ερεθίσματα μπορεί να είναι τραυματικά μόνο σε κάποια υποκείμενα. Αντιθέτως, υπάρχουν αντικειμενικά τραυματογόνα ερεθίσματα, με την έννοια ότι προκαλούν ψυχικό τραύμα στην πλειοψηφία των ατόμων που θα υποστούν την εμπειρία αυτή, όπως ακραία γεγονότα μαζικής, καταστροφικής εισβολής στον ψυχισμό. Παρόλα αυτά, η εγκατάσταση μόνιμης τραυματικής περιοχής, όπως και η ικανότητα αποκατάστασης του τραύματος, εξαρτώνται από τις εσωτερικές ψυχικές συνθήκες του κάθε ατόμου.

Τέσσερις είναι οι μηχανισμοί άμυνας για την αντιμετώπιση μιας τραυματικής εμπειρίας: φεύγω, επιτίθεμαι, παγώνω, παραδίδομαι. Έστω και αν κάθε τραυματική εμπειρία συνδέεται συνειρμικά με παλιότερες τραυματικές εμπειρίες, διακινώντας συναισθήματα και παραστάσεις από το παρελθόν, αυτό δεν εξαλείφει τη σημαντικότητα και ιδιαιτερότητα της κάθε νέας εμπειρίας, ούτε τη σημασία των εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που επηρεάζουν την τελική της διαμόρφωση.

Το πώς αφομοιώνεται ένα βίωμα (και κατ’ επέκταση ένα τραύμα), περιγράφεται από τη θεωρία του Sperry (1966), σχετικά με τον εγκέφαλο και τα δύο αυτόνομα, αλλά αλληλεξαρτώμενα, μέρη του: τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου μας, που αν και αυτόνομα, συνδέονται έτσι ώστε τελικά ο εγκέφαλος να λειτουργεί ως σύνολο συνθετικά. Αναλυτικότερα, από τη μία πλευρά, ο αριστερός εγκέφαλος δίνει σχήμα και δομή, μορφοποιεί τον φυσικό και νοητικό μας κόσμο. Είναι η βάση των γνωστικών κατηγοριοποιήσεων και ταξινομήσεων, των εννοιολογικών δομών της γλώσσας. Προωθεί τα διαζευκτικά και τα στεγανά. Από την άλλη πλευρά, ο δεξιός εγκέφαλος φτιάχνει σύνολα, εικόνες, αναπαραστάσεις. Εκεί παίρνουν μορφή τα βιώματα μας, χωρίς λόγια (Sperry, 1966, αναφ. στο Πατούλη, 2008:4-5).

Έτσι και η αλλαγή θεωρείται ότι είναι πρωταρχικό θέμα του δεξιού εγκεφάλου (Waltzlawick, 1986, αναφ. στο Πατούλη, 2008:5). Όταν βιώνεται μια τραυματική εμπειρία ο οργανισμός βρίσκεται σε σοκ και τα δύο ημισφαίρια δεν συνεργάζονται επαρκώς, με αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η επικοινωνία τους και, κατ’ επέκταση, να κλειδώνεται η εμπειρία στο νευρικό μας σύστημα. Είναι ένας βιολογικός μηχανισμός επιβίωσης. Έτσι ένα βίωμα τραυματικής εμπειρίας δεν αφομοιώνεται αν δεν συνεργαστούν τα δύο ημισφαίρια για να το επεξεργαστούν.



Πηγή: απόσπασμα
από την πτυχιακή* εργασία 
με τίτλο

Τραυματικές εμπειρίες ζωής: Παρεμβάσεις και Ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις

 η οποία εκπονήθηκε από τις φοιτήτριες του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας, της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του Ανώτατου Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της Αθήνας, 
Ηλιοπούλου Κυριακή, Κατσιαδάκη Παρασκευή και Τσαμασίρου Μαρία, σε συνεργασία με την υπεύθυνη καθηγήτρια, κα Τριανταφυλλίδου Σοφία.

 https://afigisizois.wordpress.com/2012/04/25/1741/

πίνακας Hugo Simberg

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

H ‘ΗΓΕΣΙΑ’

[1

1]  
Εννοιολογική προσέγγιση και ο ορισμός του όρου ‘Ηγεσία’

Η εννοιολογική προσέγγιση του όρου ‘Ηγεσία παραπέμπει ευθέως στα συνώνυμα: Αρχηγία, Διοίκηση, Εξουσία, Ηγεμονία και υποδηλώνει τη σχέση μεταξύ του υποκειμένου, του Φορέα της Ηγεσίας, δηλαδή του Ηγέτη και του αντικειμένου της, δηλαδή των ηγουμένων, των οπαδών.

Τα μέσα που θεμελιώνουν, υπηρετούν και στηρίζουν, εναλλακτικά ή και σε συνδυασμό αυτή τη σχέση είναι η Δύναμη, το “Χάρισμα” , ως φυσική προίκα, ή το Χρίσμα, ως οικογενειακή ή ταξική προίκα, η Γοητεία, η Γνώση, η Πανουργία, η Βία, το Πάθος για εξουσία και ο Πλούτος, από την πλευρά του ‘Ηγέτη’ , αλλά και η Ανάγκη, ο Φόβος, η Πίστη και η Ελπίδα από την πλευρά των ηγουμένων.

Αυτή η σχέση εκφράζεται ως άτυπο ‘Συμβόλαιο’ με βάση το Όραμα, ή το Σχέδιο του κατά περίπτωση κοινωνικού, πολιτικού ή άλλου τύπου Ηγέτη, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε μικρό ή σε μεγάλο βαθμό έχει υιοθετηθεί από την κοινωνία, την τάξη, την ομάδα, ή από τους οπαδούς, με την προσδοκία της βελτίωσης της θέσης τους, ή ακόμα και τη ‘σωτηρία’ τους.

Αυτό σημαίνει πως κάθε Ηγεσία αναλαμβάνει την υποχρέωση να δημιουργεί ή/και να αποτρέπει γεγονότα προκειμένου να επιτύχει τους στόχους, για τους οποίους δεσμεύεται, γιατί γνωρίζει πως στην περίπτωση της αποτυχίας επίτευξης των στόχων, αυτή η σχέση μεταξύ Ηγέτη και ηγουμένων δοκιμάζεται, ή κάποια στιγμή καταλύεται, με τραγικές συχνά συνέπειες για τον Ηγέτη.

Η εξέλιξη της σχέσης μεταξύ Ηγέτη και οπαδών κινήθηκε παράλληλα με την εξέλιξη των διάφορων κοινωνιών και πολιτισμών και πήρε διάφορες μορφές στο χρόνο και στο χώρο που φέρνουν τη σφραγίδα των ταξικών, συλλογικών ή προσωπικών Ηγεσιών, όπως τις διαμόρφωνε η εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως ο εκάστοτε κοινωνικός ή πολιτικός, συλλογικός ή ατομικός Ηγέτης, λειτουργεί, είτε de fαcto,’ ελέω θεού και όπλων’ ως ‘εκπρόσωπος’, είτε de jure, ‘ελέω ενός φετιχοποιημένου Λαού’ ως ‘εκλεκτός αντιπρόσωπος’ της κοινωνίας, ουσιαστικά ανεξάρτητα από την ίδια την κοινωνία, πράγμα που σημαίνει πως οι κοινωνίες εκχωρούν, υποτίθεται με τη θέλησή τους, αλλά αντίθετα από τα πραγματικά συμφέροντά τους, τον ουσιαστικό δημοκρατικό αυτοπροσδιορισμό τους σε μια ταξική κοινωνική και πολιτική Ηγεσία και περιορίζονται να λειτουργούν αντικειμενικά σε συνθήκες ταξικού - ολιγαρχικού ετεροπροσδιορισμού.

Η «διεύθυνση και ηγεσία», ως μία των λειτουργιών της διοικήσεως, αφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Είναι η διαπροσωπική πλευρά της διοικήσεως, με την οποία οι υφιστάμενοι οδηγούνται να κατανοήσουν και να συμβάλουν αποδοτικά και αποτελεσματικά στην επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών.

Ως ένα υποσύστημα στο όλο σύστημα της οργανώσεως και διοικήσεως συμμετέχει αποφασιστικά στην αύξηση της παραγωγικότητας και του μεγέθους του αποτελέσματος.

Με τον όρο «διεύθυνση» συνήθως και κυρίως εννοούμε την άσκηση ηγεσίας.


«Ηγεσία» είναι η επιρροή, η ικανότητα, η τέχνη ή διαδικασία επηρεασμού των ατόμων, ώστε να εργασθούν με ζήλο και εμπιστοσύνη. Ο ζήλος αντικατοπτρίζει προθυμία και ένταση στην εκτέλεση της εργασίας η εμπιστοσύνη πείρα και τεχνική ικανότητα.

Το να ηγείται κανείς σημαίνει να πείθει, να εμπνέει, να προτείνει, να διευθύνει, να κατευθύνει και να προηγείται δεν ακολουθεί. Άλλοι βλέπουν την ηγεσία, τουλάχιστον όπως εφαρμόζεται στις τυπικές οργανώσεις, ως ισχυρή αυξητική επιρροή πέρα και πάνω από τη μηχανική συμμόρφωση με τις συνηθισμένες γενικές οδηγίες του οργανισμού. Ως διαπροσωπική σχέση έχει στενή σχέση με την υποκίνηση και την επικοινωνία. Κατά γενική εκτίμηση, η ηγετική ικανότητα συμβάλλει σε ποσοστό 40% στην χρησιμοποίηση των ικανοτήτων των υφισταμένων.

Πέραν των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η εξοικείωση με τις κατωτέρω έννοιες :

α. Φύση της ηγεσίας και ο τρόπος με τον οποίο αυτή η λειτουργία θα πρέπει να λαμβάνει υπ' όψιν ορισμένα από τα θεμελιώδη συμπεράσματα για τη φύση του ανθρώπου.

β. Κύριες θεωρήσεις της ηγεσίας.

γ. Αρχές της ηγεσίας.

δ. Καλλιέργεια της ηγετικής ικανότητας.


[1.2] Η Φύση της Ηγεσίας

Κάθε ομάδα ανθρώπων, που λειτουργεί κοντά στο μέγιστο των ικανοτήτων τους, έχει επικεφαλής κάποιον που είναι επιδέξιος στην τέχνη της ηγεσίας. Αυτή η επιδεξιότητα φαίνεται ότι είναι το αποτέλεσμα τεσσάρων τουλάχιστον κυρίων συστατικών, που συνιστούν και τη φύση της ηγεσίας.
Αυτά είναι :

α. Η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι υποκινούνται από διάφορα πράγματα, σε διάφορες περιπτώσεις και σε διαφορετικές καταστάσεις.

β. Η ικανότητα του ατόμου να εμπνέει

γ. η ικανότητα του ατόμου να ενεργεί με τρόπο, που να αναπτύσσει κατάλληλο κλίμα για την ανταπόκριση στους υποκινητικούς παράγοντες και για τη διέγερσή τους. Το συστατικό αυτό αναφέρεται στο ύφος και τη συμπεριφορά του ηγέτη.



[1.3] Θεωρήσεις της Ηγεσίας

Λόγω της σημασίας της για όλα τα είδη των ομαδικών ενεργειών, υπάρχει μεγάλος όγκος θεωρίας και έρευνας γύρω από την έννοια της ηγεσίας, που έχουν καταλήξει σε συγκεκριμένες θεωρήσεις για τον ηγέτη. Θα περιορισθούμε στην περιγραφή των βασικών εξ αυτών.

α. Η αρχαιότερη γνωστή ερμηνεία του φαινομένου της ηγεσίας είναι η «γενετική θεώρησις», η πίστη δηλαδή ότι η ηγετική ικανότητα είναι κληρονομική, «ελέω θεού». Η πεποίθηση αυτή διατηρήθηκε μέχρι και αρκετά χρόνια μέσα στον εικοστό αιώνα, επειδή προσέφερε μία άμεση ερμηνεία στην καταγωγή της ηγεσίας. Χρονικά κατέρρευσε με τη θύελλα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

β. Οι πρώτες ουσιαστικές μελέτες, κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, βασίσθηκαν στην προσπάθεια εντοπισμού των χαρακτηριστικών ενός ηγέτη-φυσικών πνευματικών, ψυχικών- δηλαδή χαρακτήρα και ικανοτήτων. Πρόκειται για την «βάσει χαρακτηριστικών θεώρηση της ηγεσίας». Κατέληξαν σε μεγάλους καταλόγους τέτοιων χαρακτηριστικών.

Όλοι, όμως οι ηγέτες δεν έχουν όλα τα χαρακτηριστικά και πολλά άτομα, που δεν είναι ηγέτες, μπορεί να έχουν τα περισσότερα ή και όλα. Επίσης, αυτή η θεώρηση δεν εξηγεί σε ποιο βαθμό θα πρέπει να έχει κάθε χαρακτηριστικό ένας ηγέτης. Δεν έχει διαπιστωθεί ομοιομορφία των εντοπιζόμενων χαρακτηριστικών με πραγματικές περιπτώσεις ηγεσίας. Παρόλα αυτά έχει εντοπισθεί συσχετισμός μεταξύ ορισμένων χαρακτηριστικών και της αποτελεσματικότητας της ηγεσίας. Παραθέτουμε, χωρίς ανάλυση, τα χαρακτηριστικά
εκείνα, στα οποία συμφωνούν οι περισσότεροι των μελετητών :
  1. Ευφυΐα / νοημοσύνη.
(2) Συναισθηματική νοημοσύνη.
(3) Γνώσεις / πολυμάθεια.
(4) Αυτογνωσία / αυτοπεποίθηση.
(5) Συστηματική σκέψη.
(6) Ακεραιότητα.
(7) Πίστη σε αξίες.
(8) Ταπεινότητα.
(9)Κύρος και κοινωνική υπευθυνότητα.
(10) Δικαιοσύνη.
(11) Θάρρος.
(12) Αντοχή.
(13) Επιμονή.
(14) Ενθουσιασμός
(15) πρωτοβουλία
(16)Διορατικότητα.
(17)Ισχυρή θέληση για υψηλές επιδόσεις.
(18)Ικανότητα επικοινωνίας και πειθούς.
(19) Ικανότητα δημιουργικής σκέψεως και λήψεως αποφάσεων.
(20) Εποπτική ικανότητα.


Τα περισσότερα ή και όλα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, υπό την μία ή την άλλη ονομασία, περιλαμβάνονται στα έντυπα αξιολογήσεως των στελεχών των Ε.Δ.

Στην ουσία της και η θεώρηση αυτή είναι μία γενετική προσέγγιση.

γ. Με τη σκέψη ότι η βάσει των χαρακτηριστικών θεώρηση της ηγεσίας δεν καλύπτει πλήρως την έννοιά της, η προσοχή στράφηκε στη μελέτη των ιστορικών περιπτώσεων, όπου «ηγέτες» υπήρξαν προϊόν συγκεκριμένων καταστάσεων και συγκυριών, οπότε φάνηκε ότι η ηγεσία επηρεάζεται ισχυρά από την κατάσταση, από την οποία αναδύεται ο ηγέτης και μέσα στην οποία λειτουργεί.

Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν η κατάσταση που επικρατούσε στη Γερμανία του 1930 και διευκόλυνε την άνοδο του Hitler, η προηγούμενη άνοδος του Mussolini στην Ιταλία, η εμφάνιση του Roosvelt στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσεως του 1930, η επικράτηση του Mao Tse- Tung στην Κίνα μετά τον Β ́Παγκόσμιο Πόλεμο κ.α. Αυτή η «κατά περίπτωση θεώρηση της ηγεσίας» αναγνωρίζει το γεγονός ότι υπάρχει αλληλεπίδραση, αλληλεξάρτηση μεταξύ της ομάδας και του ηγέτη. Υποστηρίζει τη θεωρία των οπαδών, ότι δηλαδή οι άνθρωποι έχουν την τάση να ακολουθούν εκείνους, στους οποίους διαβλέπουν, σωστά ή λανθασμένα, ένα μέσον για την εκπλήρωση των δικών τους προσωπικών επιθυμιών. Ο ηγέτης, λοιπόν, είναι το πρόσωπο που αναγνωρίζει αυτές τις επιθυμίες και αναλαμβάνει ή εκτελεί εκείνες τις ενέργειες ή εκτελεί εκείνα τα προγράμματα που σκοπεύουν στην ικανοποίηση τους. Αυτή η θεώρηση έχει σημασία για τα διοικητικά στελέχη, όταν σχεδιάζουν το περιβάλλον για την απόδοση των υφισταμένων τους.

Η περιγραφείσα θεώρηση είναι επίσης γνωστή και ως «θεώρηση εξαρτήσεως».

δ. Άλλοι θεωρούν ότι ηγεσία είναι κάθε διαδικασία, στην οποία η ικανότητα του ηγέτη να εξασκεί επιρροή εξαρτάται από τη συγκεκριμένη ομαδική εργασία (περίπτωση) και τον βαθμό στον οποίο το ύφος, η προσωπικότητα και οι μέθοδοι του ηγέτη ταιριάζουν στην ομάδα. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι γίνονται ηγέτες όχι μόνο λόγω των χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς τους, αλλά και λόγω συγκυριακών παραγόντων και της αντεπιδράσεως μεταξύ του ηγέτη και της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δηλαδή η απόδοση της ομάδας θα εξαρτηθεί από τον κατάλληλο συνδυασμό των μεθόδων ηγεσίας και από τον βαθμό στον οποίο η κατάσταση διευκολύνει τον ηγέτη να εξασκήσει επιρροή επί των μελών της ομάδας. Το «ενδεχόμενο» να συνυπάρξουν οι δύο προϋποθέσεις ή να καλλιεργηθεί, κυρίως η δεύτερη, έδωσε και το όνομα «ενδεχομενική θεώρηση της ηγεσίας». Ουσιαστικά, πρόκειται περί συνδυασμού των προηγουμένων
θεωρήσεων. Κατ ́αυτήν τρεις είναι οι «κρίσιμες διαστάσεις» σε κάθε κατάσταση, που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του ηγέτη : η δύναμη της θέσεως, η διάρθρωση των καθηκόντων και η σχέση ηγέτη-μελών. Οι δύο πρώτες ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό απότις οργανώσεις. Η τρίτη, σημαντικότερη, σχετίζεται με τον βαθμό στον οποίο τα μέλη της ομάδας σέβονται, εμπιστεύονται και αγαπούν έναν ηγέτη και είναι πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν.

ε. Όπως παρατηρούμε από την ανωτέρω άκρως περιληπτική εξέταση των θεωρήσεων της ηγεσίας, είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε τη θεωρία του τι είναι ηγεσία και από τι εξαρτάται από τη συμπεριφορά ή τον τρόπο του ηγέτη. Η περαιτέρω ανάλυση του θέματος εκφεύγει από τον σκοπό αυτής της παρεμβάσεως

[1.4] Αρχές της Ηγεσίας

Έχουν υπάρξει πολλές διατυπώσεις αρχών ηγεσίας τόσο στη γενική βιβλιογραφία όσο και σε στρατιωτικά εγχειρίδια. Στις περισσότερες των περιπτώσεων κυριαρχεί ο υποκειμενισμός και η σύγχυση μεταξύ των εννοιών «αρχή» «χαρακτηριστικό», «καθήκον». Γι' αυτό περιορίζομαι στις διατυπώσεις εκείνες, που, υποκειμενικά και πάλι,
εγγίζουν περισσότερο την αντίληψη της «θεμελιώδους αληθείας», που είναι η «αρχή» :

α.«Αρχή της διευθύνσεως και ηγεσίας προς επίτευξη αντικειμενικών σκοπών»,
που σημαίνει ότι η συμβολή των υφισταμένων, σε ποσότητα και ποιότητα, γίνεται τόσο μεγαλύτερη, όσο καλύτερη είναι η άσκηση της διευθύνσεως και ηγεσίας.

β.«Αρχή της αρμονίας των αντικειμενικών σκοπών»,
που σημαίνει ότι όσο αποτελεσματικότερη είναι η άσκηση της ηγεσίας, τόσο καλύτερα συνειδητοποιούν τα άτομα ότι οι προσωπικοί τους στόχοι εναρμονίζονται με τους αντικειμενικούς σκοπούς της οργανώσεως.

γ.«Αρχή της ενότητας των εντολών»,
που σημαίνει ότι όσο πληρέστερη σχέση αναφοράς έχει ένα άτομο προς ένα μόνον ανώτερο, τόσο μικρότερο είναι το πρόβλημα των συγκρούσεων και τόσο μεγαλύτερο το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης για το αποτέλεσμα. Η αρχή αυτή είναι ταυτόχρονα και αρχή της διοικήσεως.

δ.«Αρχή της υποκινήσεως»,
που σημαίνει ότι, επειδή οι άνθρωποι έχουν την τάση να ακολουθούνε κείνους τους οποίους θεωρούν ως μέσο για την ικανοποίηση των προσωπικών τους στόχων, όσο περισσότερο κατανοούν τα διοικητικά στελέχη τι υποκινεί τους υφισταμένους τους και πως λειτουργούν αυτές οι υποκινήσεις, και όσο περισσότερο εφαρμόζουν όσα κατενόησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τόσο αποτελεσματικότεροι ηγέτες θα είναι

ε.«Αρχή της άμεσης εποπτείας»,
Όσο αμεσότερη είναι η προσωπική επαφή με τους υφισταμένους, τόσο αποτελεσματικότερη θα είναι η διεύθυνση και ηγεσία

Πηγή:
Απόσπασμα από την διπλωματική εργασία της
Μαλαγκονιάρη Ευγενία
με θέμα
ΜΟΝΤΕΛΑ ΗΓΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πίνακας:Enrico Donati
1

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Η λογική του κέρδους




Ότι αμφισβητεί την άγρια κυριαρχία της λογικής του κέρδους, θεωρείται απειλητικό και εξορίζεται από την συλλογική σκέψη στο χώρο/χρόνο του ανέφικτου του οραματικού και του παράλογου. Ότι αρνείται την καθυπόταξη του πολίτη σε αυτή την λογική, προβάλλεται σαν παράνομο, ανησυχητικά επικίνδυνα και διασπαστικό.
Η επιβαλλόμενη φυσιολογικότητα του μη φυσιολογικού θριαμβεύει σε κάθε γωνιά της βιασμένης μας λογικής από την λογική του κέρδους που αφαιρεί από το ανθρώπινο την φυσικότητα της ύπαρξής του και καθορίζει τις τεχνικές συντεταγμένες της εξαναγκαστικής επιβίωσης του. Αναγάγει την λογική της οικονομίας σαν το φυσικό διάμεσο μιας διαστροφικής σχέσης ανάμεσα στα κομμάτια μιας κατακερματισμένης ταυτότητας, δημιουργώντας μια σκέψη που ποτέ δεν συναντά τον εαυτό της. Έτσι ζούμε στο κόσμο που κατασκευάζει η οικονομία εξορίζοντας το ανθρώπινο, στην κόλαση του αυτοματισμού ή στο παράδεισο της τρέλας.
Η απόλυτη αλήθεια της ψεύτικης λογικής του κέρδους, δημιουργεί το πλαίσιο των εξαναγκασμών όπου η αφαίρεση των δικαιωμάτων του καθένα αποτελεί το φυσικό επακόλουθο για την επιβίωση του. Το κέρδος αποσκοπεί στην συσσώρευση των πάντων με την αποχώρηση του εαυτού.
Η ποσότητα θεωρείται το μέτρο αξιολόγησης των υπάρξεων, οδηγώντας την κάθε μια από αυτές στην εξαναγκαστική ομοιότητα, καταργώντας την διαφορετικότητα σαν το στοιχείο της διάσπασης μιας ενότητας που βοηθάει την εμπορευματοποίηση του εαυτού και την τοποθέτηση του στα ράφια του σούπερ μάρκετ της καθημερινότητας. Το κέρδος αποσυνθέτει το άτομο και το ανασυνθέτει σύμφωνα με την λογική του. Η λογική του λοιπόν κατασκευάζει την κοινωνία στα μέτρα του.
Η αγριότητα της κοινωνίας δεν είναι παρά η αγριότητα του κέρδους η οποία στηρίζεται περισσότερο στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης παρά στην λογική της συνύπαρξης. Το ένστικτο αποτελεί το πρωτόγονο στοιχείο επιβίωσης που μας εξισώνει με τα ζώα. Βέβαια δεν έχει σχέση με την πραγματική ανάγκη επιβίωσης των ζώων, διότι στα ζώα η χρησιμότητα του χάνεται με την εκπλήρωση της ανάγκης.
Στην λογική του κέρδους όμως αυτή η ανάγκη δεν σταματάει. Αχόρταγα καταβροχθίζει τους άλλους χωρίς να χορταίνει ποτέ. Όσο καταβροχθίζει τόσο μεγαλώνει η ανάγκη καταβροχθίσματος. Άρα η ικανοποίηση δεν βρίσκεται πουθενά, και κάθε φορά η έλλειψή της, έρχεται να αναπαράγει την ανάγκη του κέρδους όχι σαν μια πραγματική ανάγκη αλλά σαν μια ψυχολογική.
Αλλοπαρμένοι πρεζάκιδες του κέρδους παραβιάζουν την λογική, με την λογική του κέρδους νομιμοποιώντας την παρουσία της σαν κινητήρια δύναμη της ζωής. Αλλά όπως η πρέζα είναι το ναρκωτικό του θανάτου που χαρίζει εφορία, έτσι και το κέρδος είναι η δύναμη του θανάτου κάθε ζωντανής ύπαρξης στο βωμό μιας μοναχικής ευημερίας η οποία απειλείται συνεχώς από τον φόβο της στέρηση της.
Η απομόνωση και η απειλή αποτελούν την βάση πάνω στην οποία λειτουργεί και δικαιολογείται η λογική του κέρδους. Η τάση διασφάλισης της αναζητείται όμως με τρόπους που καλλιεργούν την ίδια την ανασφάλεια της...
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας :Jérôme Bosch,


Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας


Ο Έλληνας παρουσιάζεται σαν εύπιστος, ανεύθυνος και ότι ψάχνει πάντα κάποιον να πιαστεί, ενώ μπορεί να σταθεί μόνος του. Σε τι μπορούμε να αποδώσουμε αυτή την στάση ζωής; Στο σχολείο; Στην κοινωνία; Στην πολιτική; Εγώ θα την απέδιδα πρωτίστως στην οικογένεια.
Στην οικογένεια ο κάθε πολίτης ξεκινάει την ζωή του και αρχίζει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Μέσα στην οικογένεια κατασκευάζεται σαν τέτοιος, δηλαδή ανεπαρκής, φοβισμένος και μόνος. Όχι σαν μια πραγματικότητα που φτιάχνει ο ίδιος , αλλά σαν μια οικογενειακή διαδικασία γνωσιο-συναισθηματική, που διαδραματίζεται κατά την διάρκεια της ανάπτυξής του.
Ο πολίτης είναι κατ΄ αρχάς το προϊόν οικογενειακών διαδικασιών οι οποίες τον ορίζουν σαν ατελές υποκείμενο, έχοντας πάντα την ανάγκη των γονιών του. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να πούμε ότι οι οικογένειες εργάζονται ανελλιπώς για την καθυπόταξη του παιδιού τους, πρώτα στις αποφάσεις τις δικές τους και μετά των κοινωνικών προτύπων που συγγενεύουν, όπως των δασκάλων των αφεντικών, των πολιτικών.
Η τραγικότητα λοιπόν αυτή έγκειται στην συνειδητοποίηση της διεστραμμένης αντιμετώπισης του παιδιού σαν ένα ανάπηρο άτομο που χρειάζεται πάντα κάποιο άλλον για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής. Σ΄ αυτό τον αγώνα οι γονείς θέλοντας να το απαλλάξουν από τα βάρη του, το απάλλαξαν όμως και από τον ίδιο του τον εαυτό. Δηλαδή δεν του έδωσαν το δικαίωμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να διαχειριστεί την ζωή του και δεν του επέτρεψαν είτε με την υπέρ- προστατευτικότητα, είτε με την αδιαφορία να γνωρίσει αυτό που είναι, έτσι ώστε να μπορέσει να κατασκευάσει την καθημερινότητα του με τα νοήματα και την σημασία που ο ίδιος θα απέδιδε από την εμπειρία του μέσα σε αυτή.
Θα πρέπει να μιλήσουμε για μια καλά κρυμμένη, πίσω από την παχύρρευστη ανησυχία των γονέων, τάση εξουσίας, που πραγματώνεται επάνω στα παιδιά τους με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστούν την παρουσία τους αναγκαία ακόμα και στην ενήλική ζωή τους. Άρα πρέπει να ξεφύγουμε λιγάκι - όσο μπορούμε - από αυτή την ρομαντικά καλή μορφή της οικογένειας και να μιλήσουμε για την καλυμμένη, ήδη καθυπόταξη του παιδιού μέσα στο σ΄ αυτή και για την προετοιμασία του στην ανεπάρκεια και την συνεχή άσχημη εξάρτηση από τον άλλον. Έτσι μπορούμε να φανταστούμε σύμφωνα με τις παραπάνω συνθήκες, τι το περιμένει στο μέλλον.
Η ελληνική οικογένεια μέσω της φροντίδας της κατάφερε να κατασκευάσει πολίτες οι οποίοι δεν στηρίζονται στα δικά γνώσιο-συναισθηματικά δεδομένα, διότι δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και τις περισσότερες φορές, ο εαυτός γίνεται το πεδίο μιας σύγκρουσης εσωτερικής και εξωτερικής που την ονομάζουν “Εγώ”.
Οι διασυνδέσεις με την οικογένεια όπου το παιδί αποτελεί πάντα την απόδειξη της εξουσίας της, αναπαράγουν την ανεπάρκεια του όχι μόνο μέσα σε αυτή, αλλά και σε άλλα πλαίσια σχέσεων μετά από αυτή. Η απομάκρυνση από κοντά της είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, αλλά και η παραμονή κοντά της δημιουργεί άλλης υφής προβλήματα. Με αυτό τον τρόπο οι γονείς κρύβουν την δική τους ανικανότητα να ζήσουν μόνοι, προβάλλοντας αυτή την ανικανότητα στο πρόσωπο των παιδιών τους. Κρύβουν την δική τους ανεπάρκεια, προβάλλοντας την σαν ανεπάρκεια των παιδιών τους. Το ίδιο κάνουν και με τον φόβο τους, αποδίδοντας τον σαν φόβο του παιδιού τους.
Σε αυτή την περίπτωση η αυτοπεποίθηση όσο και η αυτοεκτίμηση του ατόμου δεν είναι το αποτέλεσμα μιας κριτικής σκέψης και του αναστοχασμού γύρω από τα συμβάντα της ζωής του, μέσα από τα οποία μπορεί να αποκτήσει πείρα και να αυτό-διδαχτεί από αυτή. Συνήθως όλες αυτές οι διαδικασίες του εαυτού δεν θεωρούνται τόσο σημαντικές όσο θεωρείται σημαντική, η γνώμη των άλλων. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η οικογένεια δεν μπορεί να ενδυναμώσει το παιδί της και να το οδηγήσει στην αυτονομία, αλλά αντίθετα καλλιεργεί συνεχώς την εξάρτηση και πάνω σε αυτή κατασκευάζει τον πολίτη του μέλλοντος με σκοπό την δική της “βασιλεία”.
Ένα άλλο θέμα που εμφανίζει την σημαντικότητα του μέσα από την απουσία του είναι αυτό του “δικαιώματος”, μέσα από το οποίο το άτομο ολοκληρώνει την ενήλικη στάση απέναντι στα πράγματα και τις καταστάσεις που τον αφορούν. Πάλι όμως θα μου επιτρέψετε να πω, ότι τα "δικαιώματα" και ελληνική οικογένεια δεν κατάφεραν ποτέ να έχουν μια ευχάριστη συμβίωση. Τα "δικαιώματα" θεωρείται σαν θέμα  “παράλογο” μέσα στην οικογένεια. Σαν να αγνοούν ηθελημένα οι γονείς αυτό το χώρο-χρόνο που εκφράζεται το “δικαίωμα” το οποίο έχει άμεση σχέση, από την μια με το οικογενειακό περιβάλλον και από την άλλη, με την δυνατότητα έκφρασης του “ιδιωτικού”, του προσωπικού που αφορά ένα μέλος της οικογένειας και κανένα άλλον.
Τα "δικαιώματα" σαν θέμα στην οικογένεια στην καλύτερη περίπτωση εκλαμβάνεται σαν μια σαχλαμάρα και στην χειρότερη σαν μια ύβρις. Έτσι φαίνεται ότι η Ελληνική οικογένεια ασκεί ένα είδος ιδιοκτησίας στα παιδιά της με τέτοιο τρόπο ώστε να αδυνατούν να πάρουν το ρίσκο, να δοκιμάσουν και να αποφασίσουν για τον εαυτό τους, ελεύθερα αυτό που θέλουν , όπως το θέλουν.
Αυτές όλες λοιπόν οι απαιτήσεις της οικογένειας καλύπτονται, όπως είπα, από ένα παχύ αποπνικτικό στρώμα ενδιαφέροντος και φροντίδας το οποίο καθορίζει την σημαντικότητα των καταστάσεων που αφορούν το παιδί της και διαμορφώνουν τις συνθήκες της αποτυχίας του. Βέβαια οι οικογενειακές συνθήκες εμφανίζονται πάντα σαν προσπάθεια δημιουργίας ασφαλείας, σταθερότητας, εκπέμποντας μια σιγουριά, αλλά ετοιμάζοντας συγχρόνως το βόλεμα των μελλοντικών γενεών.
Το βόλεμα λοιπόν δεν είναι στοιχείο του κάθε πολίτη, αλλά πρωταρχικά στοιχείο της οικογένειας. Το βόλεμα είναι ισχύ της οικογένεια να καθορίσει την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού της, υποβιβάζοντας το. Και αυτή την επέμβαση “βοήθειας” την συναντάμε στο μελλοντικό πολίτη σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής του με διαφορετική μορφή κάθε φορά. Διαφορετική στην παιδική ηλικία, διαφορετική στην εφηβεία, διαφορετική στην ενήλικη ζωή. Αυτή όμως η διαμορφούμενη κατάσταση δεν μένει μόνο στην οικογένεια, αλλά διαχέεται σαν εξουσιαστική νοοτροπία σε όλες τις εκφάνσεις την κοινωνικής ζωής όπως στο χώρο -χρόνο της εργασίας, της πολιτικής και εν γένει ολόκληρη στις κοινωνικές διαδικασίες. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται η προσωπικότητα του κάθε Έλληνα, σαν ημιτελές υποκείμενο που αναζητά την ολοκλήρωσή του διαμέσου της υποταγής του.
Είναι λοιπόν τόσο δυνατή αυτή η νοοτροπία ώστε να έχει δημιουργήσει την τραγικότητα του Έλληνα σαν πολίτη, ο οποίος συνεχίζει να αναπαράγει την κατάσταση της ανεπάρκειας, μετατρέποντας την σε εξυπνάδα. Δηλαδή η ικανότητα αποφυγής, παραίτησης, ανευθυνότητας και εξάρτησης δεν λαμβάνεται σαν καταστάση υποτίμησης του εαυτού του πολίτη, αλλά εκλογικευoντας την, αναγνωρίζεται σαν αξία που διαπερνά το άτομο και την κοινωνία, οδηγώντα σε προσωπικό, αλλά και κοινωνικό αδιέξοδο.
Κερεντζής Λάμπρος
φωτό:  από την  «Μήδεια» του Κιμούλη

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΗ




Αν παραδοξολογούσαμε φιλοσοφικά, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αισθητική ως οντολογία της τέχνης.  Τι είναι τέχνη, ποια  είναι η υπόσταση, η βαθύτερη υφή του καλλιτεχνικού γεγονότος, πώς ορίζεται καθεμιά από τις επιμέρους τέχνες: αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν την αισθητική.
   Ωστόσο, το καλλιτεχνικό γεγονός δεν είναι αυθυπόστατο, δεν ανήκει σε μια αυτόνομη πραγματικότητα. Υπάρχει μόνο σε συνάφεια με τον άνθρωπο που το προσλαμβάνει. Η  αισθητική «οντολογία» πρέπει να  συμπληρώνεται κι από μια αισθητική ψυχολογία.

   Ας διαφοροποιήσουμε κατ’ αρχήν την ψυχολογία της αισθητικής ανταπόκρισης από την ψυχολογία της καλλιτεχνικής  δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης δημιουργός συχνά περνά από την βασανιστική  αγωνία στην θριαμβική έξαρση. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο: κάθε δημιουργική ενασχόληση με τις τέχνες σφραγίζεται από έντονη ευφορία. Ευφορία συνοδεύει τη στιγμή της έμπνευσης, ευφορία φέρνει κάθε ευτυχής ανακάλυψη κατά τη διάρκεια της πορείας, κι ευφορία επιστέφει την νικητήρια αποπεράτωση. 

  Πώς αναγνωρίζει, λοιπόν, κανείς ότι έχει να κάνει με ένα έργο τέχνης άξιο του ονόματός του, πώς ανταποκρίνεται  σ’ αυτό ή πώς επενεργεί το ίδιο το έργο μέσα στον άνθρωπο κι εγγράφεται στον ψυχικό του καθρέφτη;  Όλοι  διαθέτουμε ορισμένα πολύ λεπτά αισθητήρια,  που, όταν δεν έχουν ατονήσει ή εκφυλιστεί κι όταν έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα,  αντιλαμβάνονται την ομορφιά. Τα αυθεντικά καλλιτεχνικά  έργα τα διεγείρουν, προκαλώντας μια ιδιαίτερη τέρψη: την αισθητική συγκίνηση. Χάρις σ’ αυτόν τον μηχανισμό- εν μέρει έμφυτο κι εν μέρει επίκτητο μέσα από μακρόχρονη άσκηση και καλλιέργεια- καταλαβαίνουμε τι είναι τέχνη με μια γνώση που δεν ανήκει στην έλλογη σφαίρα. Το κάλλος δεν είναι η αλήθεια, αλλά μας επιβάλλεται τόσο απόλυτα όσο η αλήθεια.  Η φράση πως «η ομορφιά είναι υποκειμενική» είναι το συμπέρασμα μιας βλακώδους επαγωγής, όταν ο νους επεξεργάζεται λογικά το  εμπειρικό δεδομένο πως οι άνθρωποι δεν ομονοούν στις καλλιτεχνικές τους συγκινήσεις και κρίσεις. Π.χ.: «στον Γιώργο αρέσει ο Ντοστογιέφσκι, στον Μιχάλη δεν αρέσει ο Ντοστογιέφσκι, στην Κατερίνα αρέσει ο Χατζιδάκις, στην Γεωργία δεν αρέσει ο Χατζιδάκις κτλ.. Λέγοντας Ντοστογιέφσκι και Χατζιδάκι δεν εννοούμε τους ίδιους αλλά τα καλλιτεχνήματά  τους. Άρα η τέχνη είναι ζήτημα υποκειμενικού γούστου». Αυτό ακριβώς  είναι το λάθος. Από τη στιγμή που προσπαθούμε να κρίνουμε και να αποτιμήσουμε λογικά την ομορφιά, έχουμε φύγει από την δική της επικράτεια. Μιλάμε για την τέχνη, ενώ ουσιαστικά την έχουμε καταργήσει, γιατί η  τέχνη υφίσταται μόνο όταν ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν αισθητικά.  Και στην περιοχή του αισθητικού το κάλλος είναι ο απόλυτος μονάρχης όπως η αλήθεια στην περιοχή του ορθού λόγου. Αν για μας ο Ερμής του Πραξιτέλη, ο Οιδίπους του Σοφοκλή, τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ ενσαρκώνουν την αιώνια  ομορφιά, δεν μας απασχολεί η επίγνωση πως ενδεχομένως αυτά τα έργα δεν λένε τίποτε σ’ έναν κάφρο ή έναν κινέζο Μανδαρίνο.
  Κι επειδή δεν είναι λογικής τάξεως, η  αισθητική συγκίνηση δεν είναι  περαιτέρω αναλύσιμη. Η σκέψη μπορεί να οριοθετήσει την περιοχή του αισθητικού, όχι όμως να εισχωρήσει σ’ αυτήν.
   Η αισθητική συγκίνηση είναι η κοινή συνισταμένη της  ψυχολογικής μας ανταπόκρισης σ’ όλες τις μορφές τέχνης. Ωστόσο διαφορετικές τέχνες προκαλούν διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις (τις οποίες συνενώνει, ως κοινός παρονομαστής, η αισθητική συγκίνηση).  Ας δούμε, υπ’ αυτό το πρίσμα, τις δύο πιο απομακρυσμένες τέχνες: τη μουσική και τη ζωγραφική.
   Η μουσική γοητεύει μ’ ένα είδος μέθης, που έχει τη δύναμη να τροποποιεί την ψυχική μας κατάσταση. Ασκεί μια εθιστική επήρεια που μας οδηγεί πίσω, στην αρχική πηγή: αισθανόμαστε την ανάγκη να ακούσουμε ξανά και ξανά το μουσικό κομμάτι ή το τραγούδι που μας αρέσει. Σε κάθε νέα ακρόαση ξαναβρίσκουμε την αρχική μας συγκίνηση εμπλουτισμένη, ενώ, αντίθετα, στις διαδοχικές αναγνώσεις ενός μυθιστορήματος  η ισχυρή, πρώτη εντύπωση εξασθενίζει κι εξατμίζεται. Στον ναό της μουσικής, όπως και στα όνειρα,  ποτέ δεν μπαίνουμε ξανά από την πόρτα που βγήκαμε, γιατί αυτός ο ναός μεταμορφώνεται αέναα: η διάταξη των αιθουσών αλλάζει συνέχεια, ο πρόναος μεταβάλλεται σε σηκό, τα αετώματα γίνονται επιστύλια. 

  Μάταια, θα αναζητήσουμε από τη ζωγραφική ή τη γλυπτική μια τέτοια μέθη. Ένας πίνακας μπορεί να μας θαμπώσει, να μας εκπλήξει όπως και  όσο καμιά μουσική  σύνθεση, όχι όμως να αποσπάσει δάκρυα απ’ τα μάτια μας. Οι πλαστικές τέχνες  κατακλύζουν την όρασή μας σαν ξαφνική λάμψη που πάγωσε. Ακούγοντας μουσική περνούν απ’ τον νου μας φευγαλέες εικόνες που όμως σβήνουν και τις διαδέχονται άλλες. Ο  ζωγράφος  κατορθώνει κάποτε  να συλλάβει ένα απ’ αυτά τα εφήμερα, τα στιγμιαία  οράματα, να το σαρκώσει  και να το απαθανατίσει. Οι εικόνες των γλυπτών και των ζωγράφων εντυπώνονται στη συνείδηση βαθύτερα  από οποιαδήποτε φυσική εικόνα, περισσότερο από τις φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις. Γιατί; Γιατί κάθε ζωγραφική δημιουργία όσο ρεαλιστική κι αν είναι, ενέχει  ένα είδος αφαίρεσης. Μπροστά στην τρομερή πολυπλοκότητα του ορατού κόσμου, ο ζωγράφος επιλέγει μερικά μόνο στοιχεία του. Αυτή ουσιαστικά είναι η φύση της ίδιας της όρασης: όταν κοιτάζουμε κάτι, δεν μπορούμε να συλλάβουμε ταυτόχρονα τις απειράριθμες λεπτομέρειες που το συνέχουν. Το μάτι διαλέγει.  Κι η ζωγραφική χαράζεται ανεξίτηλα στη μνήμη, γιατί ο νους αναγνωρίζει και οικειώνεται καλύτερα τα δικά του σχήματα. 

  Η ποίηση βρίσκεται, απ’ αυτή την άποψη, πιο κοντά στη μουσική: μας αιχμαλωτίζει με τη μαγεία της και μας ζητά να επιστρέψουμε  κοντά της. Δέσμιος της γοητείας! Τέτοιος είναι ο πραγματικά μουσόληπτος. Αλλά οι λέξεις, με  όλο το νόημα που τις φορτίζει και με τη συναισθηματική άλω που τις περιβάλλει, οριοθετούν- άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο- τη συγκίνησή μας, δεν την αφήνουν να αναλυθεί σ’ ένα νεφέλωμα ακαθόριστων ψυχικών ιριδισμών- αν και επιδιώχθηκε κι αυτό από μια λυρική σχολή που προσπάθησε να μιμηθεί τη μουσική.

    Όμως υπάρχει κι η εξής διαφορά: η συγκίνηση στην ποίηση προϋποθέτει την δική μας ενεργητική συμμετοχή. Δεν αρκεί να αφεθούμε στο θάμβος, όπως στη ζωγραφική, ή στη μέθη της ακρόασης, όπως η μουσική. Το ποίημα πρέπει να το ξαναχτίσουμε μέσα μας με την ανάγνωση ή -ακόμα καλύτερα- με την δυνατή απαγγελία. Καλός αναγνώστης είναι όποιος, τη στιγμή που διαβάζει, γίνεται ο ίδιος ποιητής. 

 ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ
 Ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε κλασική και σύγχρονη φιλολογία στην Αθήνα, διδάκτωρ φιλοσοφίας (Χαϊδελβέργη). 
Πίνακας:  Dot Dot