Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ



1.1.1. Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις για τη σεξουαλική συμπεριφορά


Ο όρος «σεξουαλικότητα» αποτελεί μια πολύπλοκη έννοια, η οποία περιλαμβάνει τα κίνητρα συμπεριφοράς αλλά και την ίδια τη συμπεριφορά που αναπτύσσει το άτομο κατά τη συναναστροφή του με άτομα του αντίθετου φύλου (όταν πρόκειται για ετεροφυλόφιλους) και με άτομα του ιδίου φύλου (όταν πρόκειται για ομοφυλόφιλους). Ο Kant συνδύασε τη σεξουαλικότητα με μια πανίσχυρη δύναμη που προκύπτει από τη γενετήσια επιθυμία. Πρόκειται για μια πολυδιάστατη έννοια στην οποία εμπλέκονται βιολογικοί, ψυχοκοινωνιολογικοί, συμπεριφοριστικοί, ηθικοί και πολιτιστικοί μηχανισμοί (Masters, Johnson & Kolodny,1995). Η έννοια της σεξουαλικότητας περικλείει τα υπαινικτικά συναισθήματα του ατόμου για ανεξαρτησία, την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και τις αντιλήψεις του ατόμου για την αγάπη (Fogel & Lauver, 1990). Η σεξουαλική συμπεριφορά του ανθρώπου αποτελεί τη λεκτική και μη λεκτική έκφραση της σεξουαλικότητάς του και υιοθετείται για αναπαραγωγικούς λόγους, για την πνευματική ανύψωση και την έκφραση συναισθημάτων (Sharpe, 2003). Πολλές είναι οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί με σκοπό να ερμηνεύσουν τη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου και τα ήθη που τη διέπουν.
Οι πρώτες ανθρωπολογικές θεωρίες που διατυπώθηκαν βασίζονται στην ευρύτερη έννοια της εξελικτικότητας. Οι θεωρίες αυτές, βέβαια, διατυπώθηκαν χωρίς να υπάρχουν οι γνώσεις για τη σεξουαλική ζωή και για την εξελικτική ιστορία του σύγχρονου ανθρώπου κι έτσι συχνά βασίζονταν σε εικασίες. Πρώτος ο Bachofen (1861˙ όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986) υποστήριξε ότι η ανθρώπινη σεξουαλικότητα περνάει από μια μορφή εξέλιξης από εποχή σε εποχή, και κατ’ επέκταση τα σεξουαλικά ήθη διαφοροποιούνται με την πάροδο του χρόνου.

Στα 1871 ο Δαρβίνος, με το έργο του «Καταγωγή του ανθρώπου», προτείνει έναν συγκεκριμένο μηχανισμό για να εξηγήσει τον σεξουαλικό διμορφισμό: τον μηχανισμό της σεξουαλικής επιλογής (όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986). Κατά τον Δαρβίνο ο σεξουαλικός διμορφισμός ανθρώπων και ζώων ξεκινά από την τάση των θηλυκών να επιλέγουν, για λόγους προστασίας και ασφάλειας, αρσενικούς συντρόφους και από την τάση των αρσενικών να επιλέγουν τα πιο όμορφα θηλυκά. Μετά από αυτή τη γενική θέση που διατύπωσε ο Δαρβίνος σχετικά με τη σεξουαλική συμπεριφορά που αναπτύσσει ο άνθρωπος, ο Morgan (1877), βασιζόμενος σε εθνολογικές ενδείξεις, θέλησε να δώσει πιο λεπτομερείς εξηγήσεις για τη διαφοροποίηση της σεξουαλικής συμπεριφοράς ανθρώπων και ζώων (όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986). Ο περιορισμός της σύναψης σεξουαλικής σχέσης ανάμεσα σε συγγενή άτομα της ίδιας γενιάς αρχικά, και η αποφυγή της αιμομιξίας στη συνέχεια, ήταν τα ήθη εκείνα που οδήγησαν τον άνθρωπο στη δημιουργία χαλαρών δεσμών μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας (μονογαμία). Από τη θεωρία του Morgan άντλησε και ο Engels (1985) πολλά στοιχεία και ισχυρίστηκε ότι ο ομαδικός γάμος απάλλαξε τον άνθρωπο από τη σεξουαλική ζήλια (όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986). 

Λίγες δεκαετίες αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Freud (1912) δίνει μια νέα ερμηνεία για την εμφάνιση του ταμπού της αιμομιξίας, που σημάδεψε τη γέννηση του πολιτισμού, κάνοντας λόγο για μια πιθανή αντινομία ανάμεσα στη βιολογική κληρονομιά και τις πολιτιστικές επιταγές. Ο Malinowski (1927) αναγνώρισε την πυρηνική οικογένεια ως χαρακτηριστική και τυπική για τον άνθρωπο και στη συνέχεια ο Zuckerman (1932) ισχυρίστηκε ότι η έντονη σεξουαλική δραστηριότητα των πρωτευόντων αποτέλεσε την αιτία της κοινωνικής ζωής τους (όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986).

Κατά τη δεκαετία του ’60 εμφανίζονται πλέον οι πρώτες θεωρίες που βασίζονται στις γνώσεις που προσέφεραν οι ανακαλύψεις της παλαιοανθρωπολογίας. Τα πρώτα μοντέλα που προκύπτουν από τις θεωρίες αυτές επιχειρούν να συνδέσουν τα κύρια στοιχεία της σεξουαλικής ζωής του ανθρώπου με την ανάπτυξη του τμήματος εκείνου του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Σ’ αυτά τα μοντέλα εισάγεται και η έννοια των «κυρίαρχων αρσενικών», που κατορθώνουν να γονιμοποιήσουν τα θηλυκά και διαθέτουν –πέρα από σωματική δύναμη- ικανότητα αυτοελέγχου, συνεργατικότητα, επιμονή και δεξιοτεχνία. Σύμφωνα με αυτά τα μοντέλα, ο ανταγωνισμός και οι ιεραρχικές διαφορές μεταξύ των αρσενικών αποτέλεσαν κομβικό στοιχείο για το αναπαραγωγικό σύστημα. Η κληροδότηση των παραπάνω ικανοτήτων στους απογόνους τους είχε σαν αποτέλεσμα την εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου. 

Πολλοί ερευνητές, βασιζόμενοι στο επιχείρημα ότι η πυρηνική οικογένεια αποτελεί το θεμέλιο λίθο της σεξουαλικής εξέλιξης του ανθρώπου, διαμόρφωσαν το «μονογαμικό μοντέλο». Οι διάφορες ερευνητικές απόψεις που κινούνται γύρω από το συγκεκριμένο μοντέλο συγκλίνουν στο ότι η εντονότερη σεξουαλική δραστηριότητα ενδυναμώνει το δεσμό αρσενικού και θηλυκού. Στα πλαίσια αυτής της θεωρίας, ο Morris (1967) υποστήριξε ότι όλα τα χαρακτηριστικά που συνιστούν τη σεξουαλικότητα του ανθρώπου λειτουργούν ως θεματοφύλακες της πυρηνικής οικογένειας. Ο Lovejoy (1981) θέλοντας, με τη σειρά του, να φωτίσει τις αιτίες που οδήγησαν στη δημιουργία της πυρηνικής οικογένειας, εστιάζει την προσοχή σε μια καθημερινή ασχολία θηλυκών και αρσενικών –την εκμετάλλευση διαφορετικών πηγών τροφής- θεωρώντας την ως μια βασική αιτία που έφερε το θηλυκό πιο κοντά στη φροντίδα των παιδιών, το οδήγησε στην απώλεια του οίστρου και στην κατοχύρωση του μονογαμικού δεσμού (όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986).

Μια άλλη μερίδα ερευνητών (Beach,1978. Reynolds, 1968. Washburn & Lancaster, 1968) που υποστηρίζει το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας, παρουσιάζει μια διαφορετική ερμηνεία για τους λόγους της διαμόρφωσης του μονογαμικού δεσμού. Συγκεκριμένα, ο ευνοϊκός κατακερματισμός εργασιών και η αλληλοσυμπλήρωση που προκύπτει μέσα από έναν τέτοιο δεσμό, φαίνεται να είναι ο κύριος λόγος δημιουργίας μονογαμικού δεσμού, του οποίου η συνοχή απλά αυξάνεται μέσα από τη σεξουαλική πράξη. Ο Beach (1978) μάλιστα υποστήριξε ότι η αύξηση της συχνότητας της συνουσίας στόχευε κυρίως στην κάλυψη της ανάγκης για γονιμοποίηση καθώς η ωορρηξία δεν ήταν φανερή (όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986). 

Πολλές θεωρίες, βέβαια, διατυπώθηκαν απορρίπτοντας την πυρηνική οικογένεια ως βάση για την ερμηνεία της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Κάποιες από αυτές βασίζονται σ’ ένα θηλεοκεντρικό μοντέλο και θεωρούν ότι η έμφυτη «υπερσεξουαλικότητα» της γυναίκας αποτέλεσε μέσο για τη συντήρησή της και οδήγησε σε μια ομαλή προσαρμογή στην ελευθερογαμία του παρελθόντος (Sherfey, 1972). Άλλες πάλι απορρίπτουν την ύπαρξη κατανομής εργασίας ανάμεσα στα δύο φύλα και υποστηρίζουν ότι η διαφοροποίηση των κοινωνικών ρόλων των δύο φύλων πραγματοποιήθηκε σταδιακά στη μέση παλαιολιθική εποχή (Borneman, 1975,1978). Η Jonas (1979) απορρίπτει επίσης το μονογαμικό μοντέλο και υποστηρίζει ότι ο άντρας κατείχε αρχικά έναν περιθωριακό ρόλο στην κοινότητα κι αργότερα ενσωματώθηκε στην ομάδα, της οποίας πυρήνας ήταν η μητέρα με τα παιδιά της. Αντίθετα, η Alexeyeva (1977) δε διακρίνει κάποιο συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης στη αρχέγονη κοινωνία, θεωρεί τη μόνιμη σεξουαλική δραστηριότητα ένα πρόσφατο φαινόμενο και τη μόνιμη δεκτικότητα της γυναίκας ως μια προσαρμογή στις έντονες σεξουαλικές απαιτήσεις του άνδρα (όπως αναφέρεται στο Κούρτοβικ, 1986).

Όλες οι παραπάνω θεωρίες και τα μοντέλα που παρουσιάστηκαν προσεγγίζουν και ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο τα ίδια δεδομένα. Πολλές είναι οι αδυναμίες που μπορεί να εντοπίσει κανείς στα επιχειρήματα και τις ερμηνείες που παραθέτουν. Στα πλαίσια της συνεχούς επιστημονικής δραστηριότητας που πραγματοποιείται προκειμένου να φωτιστούν και να ερμηνευθούν τα αίτια και οι στάσεις της σεξουαλικής συμπεριφοράς που υιοθετεί το άτομο, οι ψυχολογικές θεωρήσεις διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο.



1.1.2. Ψυχολογικές προσεγγίσεις για τη σεξουαλική συμπεριφορά


Πρώτος ο Freud (1962) προσέγγισε από την ψυχολογική σκοπιά τη σεξουαλικότητα του ατόμου, διατυπώνοντας τη θεωρία για τα στάδια ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι πηγή των ενστίκτων είναι οι καταστάσεις σωματικής έντασης που επικεντρώνονται στις ερωτογενείς ζώνες του σώματος, οι οποίες μεταβάλλονται κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης του ατόμου.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Freud, το πρώτο στάδιο ανάπτυξης είναι το στοματικό, κατά το οποίο η περιοχή διέγερσης είναι το στόμα. Σ’ αυτό το στάδιο το άτομο είναι παθητικό και δεκτικό αρχικά, ενώ αργότερα παρατηρείται κάποια συγχώνευση σεξουαλικών και επιθετικών απολαύσεων. Το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης είναι το πρωκτικό, κατά το οποίο η ηδονή που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη ερωτογενή ζώνη θέτει τον οργανισμό σε σύγκρουση, την πρώτη σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία. Η τρίτη φάση ανάπτυξης είναι η φαλλική. Τότε είναι που η βιολογική διαφοροποίηση των φύλων οδηγεί τη συγκέντρωση της διέγερσης και της ηδονής στα γεννητικά όργανα. Σ’ αυτή τη φάση παρατηρείται το άγχος του ευνουχισμού και το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα για τα αγόρια, ενώ τα κορίτσια αναπτύσσουν το φθόνο του πέους. Τελικά, η ταύτιση του παιδιού με τον γονέα του ίδιου φύλου οδηγεί στη λανθάνουσα περίοδο. Κατά την εφηβεία οι σεξουαλικές ορμές και τα οιδιπόδεια συναισθήματα ξαναξυπνούν σηματοδοτώντας την έναρξη του γεννητικού σταδίου. Το γεννητικό στάδιο διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο για το άτομο και τη λειτουργία του μέσα στην κοινωνία. Η παραπάνω θεωρία του Freud αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα μελέτης της ανθρώπινης σεξουαλικότητας από ψυχολογική σκοπιά και έδωσε το έναυσμα σε πολλούς επιστήμονες να προχωρήσουν μετέπειτα στη διατύπωση ανάλογων ψυχολογικών θεωριών.

Ο Bowlby (1982), με την ηθολογική του θεωρία σχετικά με την προσκόλληση, υποστήριξε ότι η παιδική ηλικία αποτελεί το πρώτο στάδιο κατά το οποίο το άτομο ενεργοποιεί το συμπεριφοριστικό του σύστημα. Το σύστημα αυτό είναι που δημιουργεί μηχανισμούς προστασίας καθώς το άτομο προχωρά στα διάφορα αναπτυξιακά του στάδια. Μια βασική αρχή της συγκεκριμένης θεωρίας είναι ότι όλα τα παιδιά περνούν από τα ίδια αναπτυξιακά στάδια και έχουν τις ίδιες δυνατότητες ανάπτυξης του συγκεκριμένου συστήματος προσκόλλησης (Bretherton & Munholland,1999). Το επιτυχές πέρασμα από τα διάφορα στάδια προσκόλλησης είναι αυτό που θα οπλίσει το παιδί με μια ασφαλή συναισθηματική βάση και θα επηρεάσει τη διαπροσωπική του συμπεριφορά για το υπόλοιπο της ζωής του (Dozier, Stovall & Albus, 1999. Greenberg, 1999). 

Τα συναισθήματα, λοιπόν, αυτά είναι που θα διαμορφώσουν τα βασικά Μοντέλα Εσωτερικής Λειτουργίας του ατόμου (internal working models), ώστε να αναπτύξει μια θετική συμπεριφορά τόσο αναφορικά με τον εαυτό του όσο και σε σχέση με τους άλλους (Model of self and Model of other) (Bartholomew, 1990), . 

Σε μια συνέχεια της θεωρίας του Bowlby, οι ψυχολόγοι της αναπτυξιακής θεωρίας οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι παιδιά που μεγαλώνουν σ’ ένα υποστηρικτικό περιβάλλον έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση και εμπιστοσύνη και κοινωνικοποιούνται πιο ομαλά (Ainsworth, Blehar, Waters & Wall, 1978). Ωστόσο, η θετική ή η αρνητική ανάπτυξη των Μοντέλων Εσωτερικής Λειτουργίας του Εαυτού και των Άλλων (Model of self and Model of Other) θα πρέπει να ιδωθεί μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο συναισθηματικών και κοινωνικών παραγόντων (Bretherton & Munholland,1999). Έρευνες, λοιπόν, έδειξαν ότι τα άτομα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο που προσκολλώνται (attachment style) και σύμφωνα με αυτές άλλοι νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια κατά τις συναναστροφές τους και άλλοι μικρότερη. Οι τέσσερις κατηγορίες τύπων προσκόλλησης που είναι ο Ασφαλής (secure), ο Αποφευκτικός (dismissing), ο Συλλογιστικός (preoccupied) και ο Αγχώδης (fearful) (Bartholomew, 1994), σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των Εσωτερικών Μοντέλων Λειτουργίας, θα αποβούν καθοριστικές στη διαμόρφωση των ικανοτήτων του ατόμου στη σύναψη στενών διαπροσωπικών σχέσεων κατά την ενήλικη ζωή του (Simpson & Rholes,1998).

Τις τελευταίες δεκαετίες οι ερευνητές θέλησαν να μελετήσουν κατά πόσο οι διάφοροι τύποι προσκόλλησης επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ατόμου στις ρομαντικές και σεξουαλικές τους σχέσεις (Hazan & Shaver, 1987). Τα αποτελέσματα ερευνών έδειξαν ότι οι προσανατολισμοί προσκόλλησης (attachment orientations) ασκούν βαθειά επιρροή στον τρόπο που τα άτομα νιώθουν και δρουν στις ρομαντικές τους σχέσεις (Feeney & Noller, 1996). Για παράδειγμα, τα άτομα ανάλογα με τον προσανατολισμό τους είναι πιθανό, κατά τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, να διέπονται από άγχος και συγκρουσιακά συναισθήματα (Rholes, Simpson & Stevens, 1998) ή να νιώθουν αρμονία και ικανοποίηση (Brenan & Shaver, 1995. Roberts & Noller, 1998) ή να συνάπτουν βραχυπρόθεσμες σχέσεις (Hazan & Zeifman, 1999. Kirkpatrick, 1998).

Σύμφωνα με τον Bartholomew και τον Horowitz (1991) τα μοντέλα εσωτερικής λειτουργίας είναι ανεξάρτητες διαστάσεις, που όταν συνδυαστούν μεταξύ τους διαμορφώνουν τους τέσσερις τύπους προσκόλλησης και κατά την ενήλικη ζωή. Για παράδειγμα, άτομα που κατέχουν θετικά το μοντέλο του εαυτού και των άλλων υπολογίζεται ότι θα υιοθετήσουν το Ασφαλές στυλ προσκόλλησης στις ρομαντικές σχέσεις, ενώ άτομα που κατέχουν θετικά το μοντέλο του εαυτού και αρνητικά το μοντέλο των άλλων είναι πιθανό να αποκτήσουν υψηλή αυτοεκτίμηση αλλά παράλληλα να τείνουν να προστατεύσουν τον εαυτό τους από μια απογοήτευση, αποφεύγοντας τη σύναψη στενών σχέσεων, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα αίσθημα ανεξαρτησίας. 

Η συγκεκριμένη θεωρία δεν υποστηρίζει την ύπαρξη διαφυλικών διαφορών ως προς τα στυλ προσκόλλησης, ωστόσο μεταγενέστερες έρευνες έχουν δείξει ότι το κάθε φύλο τείνει περισσότερο προς κάποιο από τα στυλ. Συγκεκριμένα, οι άνδρες φαίνεται να τείνουν προς το Αποφευκτικό, αποφεύγοντας τη συναισθηματική δέσμευση και επιδιώκοντας σχετική ανεξαρτησία (Bartholomew, 1990). Πορίσματα πληθώρας ερευνών που μελέτησαν τη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου κατέδειξαν ότι οι διαφυλικές διαφορές που εντοπίζονται προκύπτουν από τις συναισθηματικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις των δύο φύλων (Bem,1974. Spence & Helmreich, 1978)

Ο Trivers το 1972 διατύπωσε τη θεωρία της Γονεϊκής Επένδυσης (Parental Investment Theory), σύμφωνα με την οποία ο χρόνος και η ενέργεια που αφιερώνουν οι γονείς στη φροντίδα του κάθε απόγονου διαφέρει ανάλογα με το φύλο του. Η θεωρία αυτή ξεκίνησε από τη μελέτη της σεξουαλικής συμπεριφοράς των ζώων, για να ερμηνεύσει τελικά και την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Υπάρχουν είδη ζώντων οργανισμών στα οποία οι γονείς επενδύουν περισσότερο στους θηλυκούς απογόνους, ενώ σε άλλα είδη το φύλο που απολαμβάνει μεγαλύτερης γονεϊκής επένδυσης είναι το αρσενικό (Alcock, 1993. Clutton-Brock, 1991. Gwynne, 1984). Το φύλο στο οποίο οι γονείς επενδύουν λιγότερο είναι πιο επιθετικό με τους ομόφυλούς του, πεθαίνει νωρίτερα, τείνει να ωριμάσει αργότερα και είναι πιο αλαζονικό σε σχέση με το φύλο το οποίο χαίρει μεγαλύτερης επένδυσης. Σε ό,τι αφορά τη σύναψη σεξουαλικών σχέσεων το ευνοημένο φύλο παρουσιάζεται πιο υπομονετικό και σταθερό στις σεξουαλικές του επιλογές ( Clutton-Brock & Parker, 1992. LeBoeuf, 1974). 

Ο Trivers, αφού διατύπωσε την θεωρία της γονεϊκής επένδυσης μελετώντας όλα τα όντα, προέκτεινε τη θεωρητική του προσέγγιση στο ανθρώπινο είδος. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία του, οι γονείς αρσενικού φύλου συμμετέχουν στη διαδικασία της γονεϊκής επένδυσης, δίνοντας προτεραιότητα στην κοινωνική διαπαιδαγώγηση των παιδιών μέσω μιας μη συνεχούς συναισθηματικής αλλά κυρίως υλικής ανατροφής (Hazan & Diamond, 2000. Lovejoy, 1981). Αντίθετα, οι μητέρες εμφανίζονται πιο δραστήριες στη συγκεκριμένη διαδικασία (Low,1989. Munroe & Munroe ,1997. Quinn, 1997). 

Ωστόσο, οι διαφορές στους ρόλους των δύο γονέων έρχονται σε αντίθεση με τις φυσιολογικές λειτουργίες που υπαγορεύουν οι βιολογικές διαφορές των δύο φύλων. Για παράδειγμα, οι γυναίκες υποχρεούνται φυσιολογικά να υποστούν την κύηση και το θηλασμό προκειμένου να αναπαράγουν, ενώ η συμβολή του άνδρα περιορίζεται στη συνεισφορά σπέρματος (Symons, 1979). Οι φυσιολογικές, λοιπόν, αυτές λειτουργίες επιβαρύνουν ούτως ή άλλως το γονεϊκό ρόλο της γυναίκας σε σχέση με αυτόν του άνδρα και λογικά επιτρέπουν στον δεύτερο να διαθέτει περισσότερο χρόνο στη διαδικασία της γονεϊκής επένδυσης.

Από την οπτική, λοιπόν, της θεωρίας της γονεϊκής επένδυσης (Trivers, 1972), η παραπάνω ασυμμετρία έχει ως συνέπεια το φύλο που έχει τις λιγότερες υποχρεώσεις να παρουσιάζει μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα με τους ομόφυλούς του και να είναι λιγότερο επιλεκτικό ως προς τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Για παράδειγμα, το ενδιαφέρον των γονέων εστιάζεται περισσότερο στη σεξουαλική συμπεριφορά που πρόκειται να υιοθετήσει το κορίτσι, με αποτέλεσμα τα αγόρια να εκδηλώνουν με περισσότερη ελευθερία τη σεξουαλική τους δράση (Chara & Kuennen, 1994. Taris & Semin, 1997). Πολλές έρευνες, υποστηρίζοντας τα όσα πραγματεύεται η εν λόγω θεωρία, έχουν δείξει ότι οι άνδρες αναπτύσσουν μια πιο ριψοκίνδυνη συμπεριφορά (Daly & Wilson, 1988) και ωριμάζουν αργότερα σε σχέση με τις γυναίκες (Geary, 1998). Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, σε ό,τι αφορά τις σεξουαλικές προτιμήσεις οι άνδρες τείνουν να συνάπτουν βραχυπρόθεσμες σχέσεις με μεγαλύτερη συχνότητα από τις γυναίκες (Buss & Schmitt, 1993. Simpson & Gagnestad, 1992. Regan, 1998).

Μόλις την προηγούμενη δεκαετία, οι Buss και Schmitt (1993) συνεχίζοντας τη θεωρία της Γονεϊκής Επένδυσης του Trivers (1972) πρότειναν τη θεωρία των Σεξουαλικών Στρατηγικών (Sexual Strategies Theory). Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες έχουν κατασκευάσει ένα πολύπλοκο «ρεπερτόριο» στρατηγικών ζευγαρώματος (mating strategies). Mία από αυτές τις στρατηγικές αναφέρεται στη σύναψη μακροχρόνιων σχέσεων, οι οποίες σημαδεύονται από έντονη συναισθηματική επένδυση, ενώ μια άλλη στρατηγική αναφέρεται στη σύναψη βραχυπρόθεσμων σχέσεων. Ανάμεσα στις δύο προαναφερθείσες ακραίες στρατηγικές απλώνεται ένα φάσμα στρατηγικών σύναψης σχέσεων, που αφορά σε σχέσεις μέτριας χρονικής διάρκειας και συναισθηματικής επένδυσης. Η επιλογή μίας ή ο συνδυασμός κάποιων από τις σεξουαλικές στρατηγικές, που πραγματοποιεί το άτομο, επηρεάζεται από μια σειρά παραγόντων, όπως: οι ευκαιρίες που του παρουσιάζονται, οι γονεϊκές επιρροές, οι πολιτιστικές αξίες και νόρμες κ.α. (Buss, 1994. Gangestad & Simpson, 2000. Schmitt, 2003). 

Παρόλο, βέβαια, που η θεωρία των σεξουαλικών στρατηγικών παρουσιάζει και τα δύο φύλα να διαθέτουν εξίσου μέσα στο προαναφερθέν «ρεπερτόριό» τους στρατηγικές για όλα τα είδη σχέσεων, παρατηρούνται αξιοσημείωτες διαφορές στις επιλογές των ανδρών και των γυναικών. Για παράδειγμα, διαφέρουν ιδιαίτερα οι προτιμήσεις των δύο φύλων αναφορικά με την επιλογή συντρόφου. Συγκεκριμένα, οι άνδρες δίνουν προτεραιότητα σε σημάδια που σχετίζονται με τη γονιμότητα και την αναπαραγωγή, που αφορούν κυρίως στη νεότητα και τη φυσική παρουσία, ενώ οι γυναίκες εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στο κοινωνικό γόητρο και την ωριμότητα του συντρόφου (Buss & Schmitt,1993. Ellis, 1992).

Επίσης, σύμφωνα πάντα με τη θεωρία των σεξουαλικών στρατηγικών, και τα δύο φύλα αναζητούν τη σύναψη βραχυπρόθεσμων σχέσεων σε περιορισμένα πλαίσια αλλά για διαφορετικούς λόγους. Οι επιταγές που προκύπτουν από τη γονεϊκή επένδυση δεσμεύουν τις γυναίκες, με αποτέλεσμα να μην βρίσκουν ιδιαίτερους λόγους για σύναψη βραχυπρόθεσμων σχέσεων, ενώ οι άνδρες δεσμεύονται κυρίως από μια λανθάνουσα πίεση επιλεκτικότητας, εξαιτίας του αναπαραγωγικού τους συστήματος (Bjorklund & Shackelford, 1999). Μελετώντας, λοιπόν, κανείς τις δυνατότητες που δίνουν οι γενετικοί αναπαραγωγικοί μηχανισμοί των δύο φύλων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ωφέλειες που προκύπτουν από τη σύναψη πολλαπλών σεξουαλικών σχέσεων είναι περισσότερες για τους άντρες παρά για τις γυναίκες (Bateman, 1948. Symons, 1979). 

Οι στρατηγικές σύναψης βραχυπρόθεσμων σεξουαλικών σχέσεων των δύο φύλων μοιάζουν να διαφέρουν εξαιτίας των διαφορετικών σχεδιασμών που πηγάζουν από ψυχολογικούς παράγοντες. Συγκεκριμένα, οι άνδρες διαθέτουν μεγαλύτερη επιθυμία για πολυγαμία, προσαρμόζονται πιο εύκολα και γρήγορα σε μια νέα σχέση και έχουν τη τάση να είναι πιο δραστήριοι μέσα σε βραχυπρόθεσμες σχέσεις σε σύγκριση με τις γυναίκες (Buss & Schmitt, 1993). Τα προαναφερθέντα, λοιπόν, στοιχεία της ανδρικής ψυχολογίας είναι αυτά που καθιστούν τους άνδρες ικανούς να προσαρμόζονται σε συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων.

Τα πορίσματα της θεωρίας των σεξουαλικών στρατηγικών, που αφορούν στις διαφυλικές διαφορές ως προς την επιθυμία για σεξουαλική ποικιλία, επαληθεύουν τόσο τη θεωρία της γονεϊκής επένδυσης (Trivers, 1972), όσο και τις άλλες πλουραλιστικές θεωρίες που μελετούν τις στάσεις που υιοθετεί το άτομο προκειμένου να συνάψει σεξουαλικές σχέσεις (Gangestad & Simpson, 2000). Γενικότερα, πάντως, το ενδιαφέρον που προκύπτει από τη μελέτη των ψυχολογικών θεωριών έχει οδηγήσει πολλούς ερευνητές να στραφούν στη διεξαγωγή ερευνών γύρω από τη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου. 


1.1.3. Χαρακτηριστικά της σύγχρονης σεξουαλικής συμπεριφοράς του ατόμου.


Πολλές είναι οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί με στόχο να μελετήσουν τη σεξουαλική συμπεριφορά του ανθρώπου. Οι περισσότερες την ερμηνεύουν σε συνδυασμό με μια σειρά από μεταβλητές και τα αποτελέσματα πολλών από αυτές θα παρουσιαστούν στη συνέχεια της εργασίας. Σ’ αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να παρουσιαστούν τα ερευνητικά δεδομένα που αποκαλύπτουν βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης σεξουαλικής συμπεριφοράς του ατόμου. 

Η έρευνα του Smith (1998) παρουσίασε ενδιαφέροντα αποτελέσματα μελετώντας την προγαμιαία σεξουαλική δραστηριότητα του ατόμου και τα χαρακτηριστικά της γενικής σεξουαλικής δραστηριότητάς του, συμπεριλαμβανομένων των εξωγαμιαίων σχέσεων και της συχνότητας εναλλαγής ερωτικών συντρόφων. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας παρατηρείται συνεχής αύξηση των προγαμιαίων σχέσεων, η οποία σε συνδυασμό με την παρατηρηθείσα μείωση του μέσου όρου ηλικίας κατά την οποία πραγματοποιείται η πρώτη σεξουαλική επαφή και την αύξηση του μέσου όρου ηλικίας σύναψης του πρώτου γάμου, προδίδει τη συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων που εντοπίζεται σήμερα. Τα παραπάνω έχουν, μάλιστα, σαν συνέπεια το 33% των παιδιών που γεννιούνται να προέρχεται από μια σχέση άνευ γάμου και να χαρακτηρίζονται ως προϊόντα λανθασμένων επιλογών. Παράλληλα με τα παραπάνω, η ίδια έρευνα παρουσιάζει και στοιχεία για τη σεξουαλική συμπεριφορά των ατόμων που έχουν ήδη συνάψει κάποιον γάμο. Ειδικότερα, είναι ευδιάκριτη σε μεγάλο ποσοστό η σύναψη εξωσυζυγικών σχέσεων τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Ως προς τη συχνότητα κατά την οποία τα άτομα έρχονται σε σεξουαλική επαφή, υπολογίζεται ότι ο μέσος όρος αγγίζει τις 61 φορές το χρόνο, αλλά η συχνότητα αυτή μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία.

Ο Smith (1998),επιπλέον παρουσιάζει –ανάμεσα στα άλλα ερευνητικά του δεδομένα- το κατά πόσο η εξάπλωση του AIDS έχει επηρεάσει τις σεξουαλικές συνήθειες του ανθρώπου. Το 45-50% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι έχουν μειώσει τη συχνότητα εναλλαγής ερωτικών συντρόφων, ένα 20-35% ότι καταφεύγουν στη χρήση προφυλακτικού και ένα 10-30% ότι συνευρίσκονται ερωτικά μόνο με άτομα που γνωρίζουν καλά, εξαιτίας της εξάπλωσης του ιού του AIDS. Ο παράγων AIDS επηρεάζει και τη συμπεριφορά των ομοφυλόφιλων, των οποίων το ποσοστό έχει αυξηθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια (3-5%). Ειδικότερα, οι τελευταίοι έχουν υιοθετήσει πιο ασφαλείς πρακτικές στη σεξουαλική τους ζωή, όπως τη μείωση της συχνότητας εναλλαγής ερωτικών συντρόφων, την τάση για σύναψη μακροπρόθεσμων σχέσεων και τη τακτική χρήση προφυλακτικού. 

Επιπλέον, μια σειρά από έρευνες που πραγματοποίησαν οι Schmitt, Alcalay, Allik, Agletter, Ault, Austers και συν. (2003α, 2003β, 2004α, 2004β) σε εξήντα δύο χώρες, παρουσίασαν ενδιαφέροντα αποτελέσματα αναφορικά με τη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου. Συγκεκριμένη έρευνά τους (2003α) στόχευε στη μελέτη της ύπαρξης διαφυλικών διαφορών ως προς την υιοθέτηση του αποφευκτικού τύπου προσκόλλησης στις ρομαντικές σχέσεις. Μέσα από τα αποτελέσματά της διαφάνηκε ότι οι άνδρες δεν επιλέγουν συχνότερα τον συγκεκριμένο τύπο προσκόλλησης σε όλες τις χώρες του κόσμου (σε αντίθεση με προηγούμενες έρευνες που παρουσίαζαν σαφείς διαφυλικές διαφορές), και ότι μάλιστα η συγκεκριμένη επιλογή συσχετίζεται με κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες.

Ακόμα, οι ίδιοι ερευνητές θέλησαν να ερευνήσουν τις διαφυλικές διαφορές που εμφανίζονται παγκοσμίως ως προς τη σεξουαλική επιθυμία και ποικιλία (2003β). Τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας έδειξαν ότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες διαθέτουν τις ίδιες σεξουαλικές στρατηγικές, ωστόσο οι άνδρες επιλέγουν πιο συχνά τη στρατηγική των βραχυπρόθεσμων σχέσεων, σε αντίθεση με τις γυναίκες που συνήθως τείνουν στη στρατηγική των μακροπρόθεσμων ρομαντικών σχέσεων. 

Επιπλέον, έρευνα που διεξήγαγαν για τη μελέτη της επίδρασης κάποιων παραγόντων (φύλο, πολιτισμικό περιβάλλον και προσωπικότητα) στην τάση για σεξουαλική προσέγγιση ατόμων που βρίσκονται ήδη σε μια ρομαντική σχέση (2004β), έφερε στο φως ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Πιο αναλυτικά, προέκυψε ότι οι άνδρες παρουσιάζουν πιο συχνά την τάση να προσεγγίζουν σεξουαλικά άτομα που είναι δεσμευμένα, ωστόσο οι παραπάνω διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα μειώνονται σε περιοχές όπου μειώνεται και το κοινωνικό χάσμα ανάμεσά τους (gender egalitarian regions). Επιπροσθέτως, από την ίδια έρευνα προκύπτει ότι το φύλο, το πολιτισμικό περιβάλλον και η προσωπικότητα παρουσιάζουν παγκοσμίως συσχέτιση με τη συγκεκριμένη σεξουαλική συμπεριφορά (mate poaching).

Τέλος, οι Schmitt, Alcalay, Allik, Agletter, Ault, Austers και συν. (2004α) θέλησαν επίσης να ερευνήσουν κατά πόσο το μοντέλο των τεσσάρων κατηγοριών προσκόλλησης, που σχετίζεται με τα τέσσερα μοντέλα εσωτερικής λειτουργίας, επαληθεύεται παγκοσμίως. Μέσα, λοιπόν, από τη διαπολιτισμική έρευνα που πραγματοποίησαν προέκυψε ότι το στυλ προσκόλλησης που επιλέγει το άτομο συσχετίζεται σαφώς με το κοινωνικο-πολιτιστικό περιβάλλον. 

Όλα τα προαναφερθέντα παρουσιάζουν κάποια βασικά στοιχεία των θεωριών που εξετάζουν την ανθρώπινη σεξουαλική συμπεριφορά, με κύριο στόχο μέσα από τη συγκεκριμένη παρουσίαση να αναδειχθεί το θεωρητικό εκείνο πλαίσιο που καθίσταται απαραίτητο για την μετέπειτα εξέταση των κοινωνιολογικών παραγόντων. Επιπλέον, τα ερευνητικά στοιχεία που παρατέθηκαν και αφορούσαν σε κάποια από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης σεξουαλικής δραστηριότητας του ανθρώπου, αποτελούν το γενικότερο πλαίσιο, σε συνάρτηση με το οποίο μπορούν να μελετηθούν πιο εξειδικευμένες έρευνες που θα παρουσιαστούν σε επόμενα κεφάλαια. 


Πηγή: 
Απόσπασμα από την
 
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της Μοσχοβάκου Ναυσικάς
με τίτλο
« Ψυχοκοινωνιολογικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις στάσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς του ατόμου»
πίνακας:

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Οι υποθήκες του χρόνου







Οι υποθήκες του χρόνου, είναι οι αναλλοίωτες μορφές του χθες, 


τα φαντάσματα του οικογενειακού παρελθόντος που φθάνουν και 


κατακλύζουν το σήμερα απρόσκλητα μέσα στην θολούρα ενός πρωινού. 



Εμφανίζονται σε  κάθε κρίση, με λόγια από συγγενικές φωνές που είναι 

 
θαμμένες κάτω από το στήθος, κάτω από το δέρμα της ψυχής. 



 



Οι υποθήκες του χρόνου, είναι το κρυφό χιλιομετρικό περιεχόμενο των 


εκβιασμών, των εξαναγκασμών στην πορεία μέχρι την ενηλικίωση που 


ξεχνάμε, ότι είναι πάντα εδώ. Λειτουργούν υπόγεια επηρεάζοντας 


το νόημα και τις αποφάσεις των καινούργιων δεδομένων της ζωής μας. 
 



Οι υποθήκες του χρόνου χαραγμένες στα τρίσβαθα της ψυχής, αόρατες 


καθορίζουν τις υποχρεώσεις του σήμερα, κουβαλώντας την ανεξέλεγκτη 

 
οριοθέτηση των συναισθημάτων μας. Μαζί τους περνάμε τις λεωφόρους της 


ενηλικιότητας με τον φόβο της παιδικής ηλικίας να κυλάει στις φλέβες 


όπως παλιά.





Οι υποθήκες του χρόνου με χαμόγελα φορτωμένα την θλίψη των 


περασμένων ημερών, περασμένων σχέσεων, σχέσεων που ζωγράφισαν 


 ανεξίτηλα των εαυτό σε στάσεις άδικης διαπραγμάτευσης για την 


ιδιοκατοίκηση της ζωής του, προσπαθούν να δώσουν ένα τόνο ευχάριστο 


στην υποταγμένη καθημερινότητα που γλιστράει από τα δάκτυλα μας.

 



Οι υποθήκες του χρόνου διώχνουν την ανησυχία του αγνώστου, ασχέτως αν 


μας εγκλωβίζουν στο παρελθόν, ασχέτως αν αναπαράγουν την στειρότητα 


μας άδεια από την χαρά του αυθόρμητου, που την αντικαταστήσαμε με την 


ασφάλεια του φυλακισμένου.


 


Οι υποθήκες του χρόνου είναι η ίδια η καταπίεση που βιώθηκε σαν 


ενδιαφέρον του άλλου, σαν υποχρέωση και σαν ανησυχία για εκείνον και 


όχι για μας. 
 



Οι υποθήκες του χρόνου είναι οι σιωπηλές υποσχέσεις σε αυτούς που 
 

φύγαν ότι, θα συνεχίσουμε την ζωή μας έτσι όπως αυτοί την σχεδίασαν. 


 Έτσι όπως αυτοί την φαντάστηκαν για εμάς χωρίς εμάς





Οι υποθήκες του χρόνου είναι ο φόβος της ανεξαρτησίας και του 


αυτόβουλου εαυτού που κουβαλιέται σε εμετικούς σχηματισμούς πάνω από 


την λεκάνη της τουαλέτας.




Οι υποθήκες του χρόνου μας ωθούν στην επανάληψη της δικής τους 


συμπεριφοράς, των δικών τους νοημάτων, των δικών τους μορφών 


σχέσης μέσα στην δική μας ζωή.




Με την επανάληψη μάθαμε να εξαργυρώνουμε το άγχος της ύπαρξής μας.





Κερεντζής Λάμπρος




πίνακας:  Michel Giliberti



Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Πειθαρχία και Κανόνες στην Κοινωνική Θεωρία : Θεωρητικές Προσεγγίσεις


Σε αυτήν την ενότητα θα παρουσιάσουμε συνοπτικά τις κυριότερες θεωρητικές προσεγγίσεις, που έχουν καθιερωθεί στη σχετική βιβλιογραφία ως προς τον τρόπο ανάλυσης και ερμηνείας εκπαιδευτικών ζητημάτων και κυρίως θεμάτων, που αφορούν και συνδέονται με την πειθαρχία και τους κανόνες. Στη συνέχεια, θα προκρίνουμε τη θεωρητική προσέγγιση που βοηθάει, κατά τη γνώμη μας, να κατανοούμε πληρέστερα τα ζητήματα, που συνδέονται με τις βασικές κοινωνικές λειτουργίες της εκπαίδευσης, όπως αυτές εκδηλώνονται για την επιβολή της «τάξης» στο σχολείο.


Α) Δομολειτουργικές Προσεγγίσεις

 

Ο δομολειτουργισμός ως κοινωνιολογική θεωρία έχει τις ρίζες του στα έργα των Comte, Spencer και Durkheim. Οι έννοιες κλειδιά του δομολειτουργισμού είναι : σύστημα, ισορροπία, αλληλεξάρτηση, συναίνεση, συνοχή, «ανομία», λειτουργίες, κοινωνικός ρόλος και κοινωνική θέση. Πιο συγκεκριμένα, οι θεωρητικοί του δομολειτουργισμού εστιάζουν την προσοχή τους στο κοινωνικό σύστημα ως σύνολο και επικεντρώνονται στις λειτουργίες (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, πολιτικές) που επιτελούν τα διάφορα μέρη (δομές, θεσμοί) του συστήματος, τα οποία θεωρούνται ότι συμβάλλουν στη διατήρηση και ισορροπία του κοινωνικού συνόλου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εξασφάλιση και τη διαιώνιση της κοινωνικής συνοχής, η οποία, όπως υποστηρίζουν, προϋποθέτει τη συναίνεση και τη συμμόρφωση των μελών της σε αποδεκτούς κοινωνικούς κανόνες, αξίες και νόρμες. Σύμφωνα με τους δομολειτουργιστές, η κοινωνία αποτελεί μια αυθύπαρκτη οντότητα και μπορεί να κατανοηθεί ως ένα κανονιστικό και αξιακό σύστημα, καθώς οι κανόνες, αξίες, νόρμες, πεποιθήσεις που υπάρχουν στην κοινωνία, διαμορφώνονται από τις κοινωνικές δομές του συστήματος, αντανακλούν την κοινωνία ως σύνολο, λειτουργούν ανεξάρτητα από τα ίδια τα άτομα και τα εξαναγκάζουν σε συγκεκριμένους τρόπους δράσης.1
Στο πλαίσιο αυτών των παραδοχών του δομολειτουργισμού ο εκπαιδευτικός θεσμός κατέχει κυρίαρχη θέση. Η εκπαίδευση, σύμφωνα με τους δομολειτουργιστές, μέσα από τις λειτουργίες της κοινωνικοποίησης και της επιλογής συμβάλλει στη συγκρότηση και διαιώνιση κοινωνικά αποδεκτών κανόνων και αξιών, στην παραγωγή χρήσιμων για την κοινωνία γνώσεων και στην αξιοκρατική στελέχωση της οικονομίας. Αυτές οι λειτουργίες, σύμφωνα με τους δομολειτουργιστές, είναι απαραίτητες για τη διατήρηση και διαιώνιση της υφιστάμενης κοινωνικής τάξης πραγμάτων, της σταθερότητας και της συνοχής.2
Ο Durkheim, ένας από τους κυριότερους εκφραστές του δομολειτουργισμού, δίνει έμφαση στη συγκρότηση και διαιώνιση κοινά αποδεκτών κανόνων και αξιών, που συμβάλλουν, κατά τον ίδιο, στην εξάλειψη ανομικών καταστάσεων και συνδέει την ηθική με την πειθαρχία. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει «Η ηθική είναι […] κατ’ ουσίαν μια πειθαρχία. Και κάθε πειθαρχία έχει ένα διπλό στόχο : να πραγματοποιεί ένα είδος κανονικότητας στη συμπεριφορά των ατόμων, να τους αναθέτει προσδιορισμένους σκοπούς, οι οποίοι, ταυτόχρονα, περιορίζουν τον ορίζοντά τους. Η πειθαρχία προσδίδει συνήθειες στην επιθυμία και της επιβάλλει τροχοπέδη. Ρυθμίζει και περικλείει. Ανταποκρίνεται σε καθετί το κανονικό, το σταθερό στις σχέσεις των ανθρώπων αναμεταξύ τους»3.
Αξιοποιώντας τις παραπάνω θέσεις για την ηθική και την πειθαρχία, ο Durkheim εκφράζει συγκεκριμένες απόψεις για την πειθαρχία και τους κανόνες στο σχολείο. Στο έργο του «Ηθική Εκπαίδευση»4 οριοθετεί τις δυνατότητες της ηθικής στη εκπαίδευση και προτείνει την άποψη ότι το σχολείο πρέπει να διαμορφώνει ένα πλέγμα κανόνων - άρρηκτα δεμένων με τους κανόνες της ευρύτερης κοινωνίας - και να διδάσκει την πειθαρχία. Με αυτόν τον τρόπο, όπως υποστηρίζει, τα παιδιά εσωτερικεύουν βασικούς κοινωνικούς κανόνες και αξίες και αναπτύσσουν την απαραίτητη για την κοινωνική συνοχή αυτοπειθαρχία. 
 
Η βασικότερη, σχετική με το θέμα μας, θεωρητική παραδοχή των δομολειτουργιστών είναι ότι η πειθαρχία συνδέει την κοινωνία με τα άτομα. Η πειθαρχία έγκειται στην αποδοχή, συμμόρφωση και εσωτερίκευση κοινωνικών κανόνων και αξιών και αξιολογείται θετικά, καθώς συγκροτεί τη βάση για τη διατήρηση και διαιώνιση της κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. 
 
Tα τελευταία χρόνια η σημασία του δομολειτουργισμού ως ερμηνευτικής θεωρίας έχει μειωθεί σημαντικά. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται από τον W. Moore5, έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους της συγκεκριμένης θεωρίας, ο δομολειτουργισμός «έγινε ενοχλητικός για τη σύγχρονη θεωρητική κοινωνιολογία» 6.

 Μία από τις κυριότερες κριτικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί κατά του δομολειτουργισμού είναι ότι προσφέρει μία ντετερμινιστική αντίληψη της σχέσης ανθρώπου – κοινωνίας, καθώς προβάλλει μία παθητική αντίληψη για τα υποκείμενα και την εικόνα ενός ανθρώπου υπερκοινωνικοποιημένου και κομφορμιστή (κοινωνικός ντετερμινισμός), χωρίς να συμπεριλαμβάνει στις αναλύσεις του τη βολονταριστική διάσταση της κοινωνικής ζωής και τον ενεργό ρόλο των υποκειμένων. Επίσης έντονη κριτική έχει ασκηθεί στο ότι οι υποστηρικτές του δομολειτουργισμού, δίνοντας έμφαση στη κοινωνική συναίνεση και σταθερότητα, υπερτονίζουν τον κοινωνικό συντηρητισμό και προβάλλουν μία στατική αντίληψη της κοινωνίας, αδυνατώντας να παράσχουν κατάλληλα εννοιολογικά εργαλεία για την ανάλυση ζητημάτων που συνδέονται με την κοινωνική αλλαγή, αταξία και σύγκρουση7.

Β) Η Προσέγγιση του M. Foucault

 

Ο Foucault με τις αναλύσεις του αναδεικνύει και συνδέει τις έννοιες του λόγου, της εξουσίας/γνώσης και της πρακτικής. Επικεντρώνεται στην αλληλεξάρτηση λόγων και εξουσίας/γνώσης και διερευνά τους τρόπους με τους οποίους παγιώθηκαν στο δυτικό πολιτισμό συγκεκριμένες πρακτικές, οι οποίες συγκροτούν και επηρεάζουν την υποκειμενικότητα των ατόμων.8
Σε αυτό το πλαίσιο ανάλυσης στο έργο του «Επιτήρηση και Τιμωρία»9 διερευνά το μετασχηματισμό των μορφών τιμωρίας και την εδραίωση του σύγχρονου ποινικού θεσμού στο δυτικό πολιτισμό, της φυλακής. Η φυλακή, όπως και άλλοι θεσμικοί χώροι (νοσοκομείο, σχολείο), αναλύονται και διερευνώνται ως συμπλέγματα εξουσίας/γνώσης, τα οποία παγιώνουν εξειδικευμένους λόγους και πρακτικές για την συγκρότηση και καθυπόταξη της υποκειμενικότητας. Ο προβληματισμός που αναπτύσσεται στο συγκεκριμένο έργο δεν σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με τη μελέτη του σωφρονιστικού και ποινικού συστήματος. Αντιθέτως, το έργο έχει ευρύτερη σημασία και σπουδαιότητα, καθώς μέσα από την ανάλυση της πειθαρχίας και των τεχνικών της, θίγονται και αναλύονται ζητήματα ευρύτερου κοινωνιολογικού και πολιτικού προβληματισμού.

Η πειθαρχία, σύμφωνα με τον Foucault, συνιστά συστατικό στοιχείο της εξουσίας. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει «Η πειθαρχία δε μπορεί να ταυτίζεται ούτε με ένα θεσμό ούτε με ένα μηχανισμό. Είναι ένας τύπος εξουσίας, ένας τρόπος άσκησής της, και περιλαμβάνει ένα σύνολο οργάνων, τεχνικών, μεθόδων, διαδικασιών, επιπέδων εφαρμογής, στόχων. Είναι μια «φυσική» ή μια «ανατομία» της εξουσίας, μια τεχνολογία»10
 
Η πειθαρχία, κατά τον Foucault, περιλαμβάνει πρώτα από όλα τον έλεγχο του χώρου, του χρόνου και του σώματος, όπου ένα σύνολο πειθαρχικών τεχνικών, όπως η περίφραξη, οι θέσεις, οι σειρές, η προγραμματισμένη απασχόληση, η χρονική ρύθμιση της πράξης, η εξαντλητική χρήση του χρόνου κ.ά., αποσκοπούν και εγγυώνται την παραγωγή πειθήνιων σωμάτων, την καθυπόταξη των δυνάμεων, τη ρύθμιση της ανθρώπινης πολλαπλότητας, τη συγκρότηση ωφέλιμων και χρήσιμων ατόμων. Η πειθαρχία στο έργο του Foucault εγκαθιδρύεται με τρεις κυρίως τρόπους, οι οποίοι αποτελούν και τις προϋποθέσεις για την επιτυχή άσκηση και επιβολή της : το μηχανισμό της ιεραρχικής επιτήρησης, της κανονιστικής κύρωσης και της εξέτασης. Ο μηχανισμός της ιεραρχικής επιτήρησης παγιώνει μια μηχανοδομή εντατικού ελέγχου και «διακριτικής» και «αδιάκριτης» αστυνόμευσης. Η κανονιστική κύρωση καθιερώνει ένα «ποινικό σύστημα του κανόνα» που συγκρίνει, ιεραρχεί, αποκλείει και κανονικοποιεί. Τέλος, η εξέταση ενεργοποιεί μια συνεχή και αδιάκοπη ορατότητα που «αντικειμενοποιεί» τα υποκείμενα. 
 
Αυτή η μορφή πειθαρχίας διεισδύει και κυριαρχεί σε όλο το φάσμα της κοινωνίας. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο Foucault «Τα πειθαρχικά συστήματα λειτουργούν όλο και περισσότερο σαν τεχνικές που κατασκευάζουν χρήσιμα άτομα...Από εδώ και η τάση τους να εισχωρούν στους πιο σημαντικούς , στους πιο κεντρικούς, στους πιο παραγωγικούς τομείς της κοινωνίας˙ καθώς και η σύνδεσή τους με μερικές από τις μεγάλες και βασικές δραστηριότητες : την εργοστασιακή παραγωγή, τη μεταβίβαση γνώσεων, τη διάδοση δεξιοτήτων και της τεχνογνωσίας, την πολεμική μηχανή»11
 
Σύμφωνα με το Foucault η πειθαρχία και οι τεχνικές άσκησης και επιβολής της εγκαθιδρύονται και στην οργάνωση της εκπαίδευσης. Έτσι το σχολείο, ως πειθαρχικό σύστημα, μέσα από την αρχιτεκτονική του «Πανοπτικού», την οργάνωση του χρόνου, τον έλεγχο του σώματος, την ιεραρχική επιτήρηση, την κανονιστική κύρωση και την εξέταση παγιώνει και εγχαράσσει σχέσεις πειθαρχίας, κυριαρχίας, υποταγής. Το σχολείο μετατρέπεται σε όργανο και μηχανισμό πειθαρχικού παρατηρητηρίου, επιτήρησης, ποινικού υποσυστήματος, αδιάλειπτης εξέτασης και καταγραφών, που συμπληρώνει την εκπαιδευτική διαδικασία και εξαναγκάζει στην ομοιομορφία, στην κανονικοποίηση, στην υποταγή, στη συγκρότηση πειθαρχημένων και εξουσιαζόμενων υποκειμένων.

Γ) Ερμηνευτικές Προσεγγίσεις

 

Οι ερμηνευτικές12 κοινωνιολογικές προσεγγίσεις (φαινομενολογία, εθνομεθοδολογία, συμβολική αλληλεπίδραση) απορρίπτουν την έννοια της δομής και του κοινωνικού συστήματος ως μηχανισμών, που καθορίζουν τις δράσεις των ατόμων και υποστηρίζουν ότι τα άτομα δεν είναι παθητικά δημιουργήματα του κοινωνικού συστήματος, αλλά δημιουργοί της κοινωνικής πραγματικότητας. Εστιάζουν το ενδιαφέρον στις αλληλεπιδράσεις των ατόμων μέσω των οποίων συγκροτείται, αναπαράγεται και μετασχηματίζεται η κοινωνική πραγματικότητα, η οποία, σύμφωνα με τους υποστηρικτές των ερμηνευτικών προσεγγίσεων, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία πολύπλοκη συμβολική κατασκευή13
 
Μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό και θεωρητικό πλαίσιο, η θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης14 επικεντρώνεται στους τρόπους με τους οποίους τα άτομα επικοινωνούν και αλληλεπιδρούν μέσω γλωσσικών και μη συμβόλων. Οι αναλύσεις των υποστηρικτών της συμβολικής αλληλεπίδρασης στηρίζονται σε μία σειρά από εννοιολογικά εργαλεία («γλώσσα», «νόημα», «σύμβολο», «χειρονομία», «ερμηνεία», «ανάληψη ρόλου», «ρόλος», «δράση/αντίδραση», «προσδοκίες», «διαπραγμάτευση» κ.ά.) και επικεντρώνονται κυρίως στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στα άτομα και τον κόσμο, όπου τα άτομα νοούνται ως ενεργητικοί φορείς δράσης, που ερμηνεύουν, δημιουργούν και αναδημιουργούν ενεργά τον κόσμο μέσα στον οποίον δρουν15
 
Η θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης έχει υιοθετεί από πολλούς ερευνητές, οι οποίοι εισχωρώντας στο «μαύρο κουτί» του σχολείου διερευνούν το επικοινωνιακό πλαίσιο, την αλληλεπίδραση και τη δυναμική των σχέσεων που εκδηλώνονται στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία και αναλύουν τους τρόπους με τους οποίους μαθητές και εκπαιδευτικοί ορίζουν, νοηματοδοτούν και ερμηνεύουν τόσο τη δική τους όσο και τη δράση των άλλων. 
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η πειθαρχία, οι σχολικοί κανόνες και πρακτικές αναλύονται και ερμηνεύονται με βάση την ενεργητική συμμετοχή, την αλληλεπίδραση, το ρόλο, τον ορισμό της κατάστασης και τις προσδοκίες των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Χαρακτηριστικό είναι το έργο «Διαπροσωπικές σχέσεις και εκπαίδευση»16 του D. Hargreaves, όπου η πειθαρχία, οι κανόνες και τα προβλήματα πειθαρχίας αναλύονται και ερμηνεύονται μέσα από την διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους εκπαιδευτικοί και μαθητές ορίζουν τους ρόλους τους και την κατάσταση. 

Συγκεκριμένα ο D. Hargreaves υποστηρίζει ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού έχει δύο υποχρεωτικές διαστάσεις, αφενός τη θέσπιση και εφαρμογή των κανόνων λειτουργίας της σχολικής τάξης και αφετέρου την οργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ανάλογα με το πως ορίζουν οι εκπαιδευτικοί το ρόλο τους αποδίδουν στους μαθητές αντίστοιχους ΄΄ιδανικούς΄΄ ρόλους. Το ίδιο συμβαίνει, σύμφωνα με τον D. Hargreaves, και όταν οι μαθητές/τριες ορίζουν τους δικούς τους ρόλους. Αφού εξετάζει τους ορισμούς εκπαιδευτικών και μαθητών, ο D. Hargreaves αναλύει την αλληλεπίδρασή τους υποστηρίζοντας ότι, όταν οι ορισμοί εκπαιδευτικών / μαθητών συμφωνούν, οι μαθητές θεωρούνται ΄΄καλοί΄΄ , επικρατεί μια ιδανική ατμόσφαιρα, μια κατάσταση ΄΄ομόνοιας΄΄, όπου τα προβλήματα πειθαρχίας είναι ανύπαρκτα ή ελάχιστα. Αντίθετα, όταν οι ορισμοί των δύο πλευρών είναι ασύμβατοι μεταξύ τους, επικρατεί μία κατάσταση ΄΄διχόνοιας΄΄, όπου εκδηλώνονται αντιπαραθέσεις και τα προβλήματα πειθαρχίας είναι κυρίαρχα. Στις περισσότερες τάξεις ωστόσο, όπως υποστηρίζει D. Hargreaves, επικρατεί μία κατάσταση ΄΄ψευδο-ομόνοιας΄΄, όπου οι ορισμοί εκπαιδευτικών / μαθητών είναι εν μέρει συμβατοί μεταξύ του και τόσο οι μαθητές όσο και οι εκπαιδευτικοί χρησιμοποιούν και επιστρατεύουν ποικίλες στρατηγικές στην προσπάθειά τους να επιβάλουν τους δικούς τους ορισμούς. 
 
Ανακεφαλαιώνοντας, στο πλαίσιο της θεωρίας της συμβολικής αλληλεπίδρασης συγκροτείται η άποψη και παραδοχή ότι η σχολική πειθαρχία και κανόνες δεν αποτελούν εγγενές γνώρισμα του εκπαιδευτικού θεσμού, ούτε στοιχεία που επιβάλλονται στη σχολική τάξη από τις ευρύτερες κοινωνικές δομές εντός των οποίων λειτουργεί ο εκπαιδευτικός θεσμός. Αντιθέτως, ερμηνεύονται κυρίως με βάση τις δράσεις και αντιδράσεις μαθητών και εκπαιδευτικών και εξαρτώνται από το συνεχώς μεταβαλλόμενο πλέγμα των ρόλων, των ορισμών, των προσδοκιών, των στρατηγικών και των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς και μαθητές17.

Η θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής. Μία από τις κυριότερες κριτικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί είναι ότι οι υποστηρικτές της συμβολικής αλληλεπίδρασης δίνοντας έμφαση στα νοήματα, τα σύμβολα, την αλληλεπίδραση κ.ά. διερευνούν τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων εν κενώ, αγνοώντας το ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός των οποίων εμφανίζονται και τις επιδράσεις των ευρύτερων κοινωνικών δομών στη συμπεριφορά και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων. Επίσης έντονη κριτική έχει ασκηθεί στο ότι οι οπαδοί της συμβολικής αλληλεπίδρασης εστιάζοντας στο μικρο-επίπεδο της κοινωνικής ζωής στηρίζονται και οδηγούνται σε ένα αναγωγισμό των μακρο-φαινομένων στις έννοιες της αλληλεπίδρασης, των ρόλων κ.ά., αδυνατώντας να παράσχουν κατάλληλα εννοιολογικά εργαλεία για ανάλυση ζητημάτων, όπως οι κοινωνικές ανισότητες, οι μορφές και οι σχέσεις εξουσίας που υπάρχουν σε μία κοινωνικά κ.ά. Τέλος, η θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης, όπως υποστηρίζεται από τους επικριτές της, μέσα από την ανάλυση της γλώσσας, των νοημάτων, των ρόλων κ.ά. προσφέρεται για τη λεπτομερειακή περιγραφή των κοινωνικών φαινομένων, αλλά όχι για τη διερεύνηση και την ερμηνεία τους18.

Δ) Μαρξιστικές Προσεγγίσεις

 

Η μαρξιστική θεωρία για τη μελέτη και την κατανόηση της κοινωνίας είναι ταξική και ιστορική και εκφράζεται κυρίως με τη διάκριση μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος. Η δομή της κοινωνίας στη μαρξιστική θεωρία αρθρώνεται σε δύο κύρια επίπεδα, τη βάση (οικονομική δομή / κοινωνική οργάνωση της παραγωγής) και το εποικοδόμημα (νομικό και πολιτικό). Παρόλο που ο καθορισμός της σχέσης ανάμεσα στη βάση και το εποικοδόμημα αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του μαρξισμού, κομβικό σημείο στην όλη ανάλυση αποτελεί η συμβολή τους στην κατανόηση της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και των πολιτικών σχέσεων κυριαρχίας/υποταγής. Στη μαρξιστική θεωρία κεντρική σημασία κατέχουν οι κοινωνικές συγκρούσεις, οι ανταγωνισμοί και τα αντικρουόμενα συμφέροντα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις μιας ορισμένης κοινωνίας. Οι κανόνες, οι αξίες, οι ιδέες, ο τρόπος ζωής που κυριαρχούν σε κάθε κοινωνία είναι, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεώρηση, ταξικά καθορισμένοι, συγκροτούν την κυρίαρχη ιδεολογία και εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις ανάγκες της κυρίαρχης τάξης.19
Οι γενικές αυτές θέσεις της μαρξιστικής θεωρίας υιοθετούνται από θεωρητικούς και ερευνητές για τη μελέτη και την ανάλυση της εκπαίδευσης. Ο εκπαιδευτικός θεσμός στη μαρξιστική θεωρία αποτελεί βασικό στοιχείο του εποικοδομήματος και κεντρικό στοιχείο ανάλυσης αποτελεί ο ταξικός του χαρακτήρας και η συμβολή του στην αναπαραγωγή της ταξικής δομής μιας κοινωνίας. Στο εσωτερικό της μαρξιστικής ανάλυσης της εκπαίδευσης, παρά την κοινή θέση και παραδοχή ότι το σχολείο υπακούει και υπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων και συμβάλλει με ειδικό τρόπο στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, υπάρχουν θεωρητικές, επιστημολογικές και ιδεολογικές διαφορές και κατ’ επέκταση έχουν αναπτυχθεί διαφοροποιημένες θεωρητικές προσεγγίσεις, που έχουν καθιερωθεί στη σχετική βιβλιογραφία ως «θεωρίες αναπαραγωγής»20
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραδοχών για τον αναπαραγωγικό ρόλο του εκπαιδευτικού μηχανισμού έχουν εκφραστεί συγκεκριμένες απόψεις για τη σχολική πειθαρχία και τους κανόνες, στοιχεία που, όπως υποστηρίζεται στο πλαίσιο των μαρξιστικών προσεγγίσεων, συμβάλλουν με ειδικό τρόπο στην αναπαραγωγή και νομιμοποίηση των κοινωνικών δομών και σχέσεων εξουσίας. 
 
Έτσι, για παράδειγμα, ο Althusser μεταφέρει την αναπαραγωγή από τη βάση στην υπερδομή, όπου η σχέση ανάμεσα στη βάση και την υπερδομή, σύμφωνα με τον Althusser, χαρακτηρίζεται από τη σχετική αυτονομία της υπερδομής σε σχέση με τη βάση. Για τον Althusser, το Κράτος συμβάλλει στην αναπαραγωγή του συστήματος παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής είτε μέσα από τους κατασταλτικούς κρατικούς μηχανισμούς, οι οποίοι λειτουργούν με κυρίαρχο στοιχείο την άσκηση βίας, είτε μέσα από τους ιδεολογικούς κρατικούς μηχανισμούς, που λειτουργούν με κυρίαρχο στοιχείο την ιδεολογία. 

Στην ανάλυση του Althusser ο σχολικός μηχανισμός προτείνεται ως κυρίαρχος ιδεολογικός μηχανισμός του Κράτους, που συμβάλλει στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Σε ό,τι αφορά και σχετίζεται με το θέμα μας, συγκροτείται η άποψη ότι η λειτουργία του σχολικού ιδεολογικού μηχανισμού συνδέεται με την αναπαραγωγή των κανόνων και των αξιών της κυρίαρχης ιδεολογίας. Συγκεκριμένα, ο Althusser υποστηρίζει ότι το σχολείο πέρα από τις τεχνικές γνώσεις εγχαράσσει και διαμορφώνει στα παιδιά αξίες, κανόνες και πρότυπα συμπεριφοράς ανάλογα με τη θέση, που θα καταλάβουν στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και το ρόλο, που θα διαδραματίσουν στην ταξική κοινωνία : στους μελλοντικούς εργάτες εγχαράσσει και διαμορφώνει κανόνες καλής και σεμνής συμπεριφοράς και συγκεκριμένα «κανόνες ηθικής, κανόνες επαγγελματικής συνείδησης και πολιτικής αγωγής, που πάει να πει, πιο καθαρά, κανόνες για το σεβασμό του κοινωνικο-τεχνικού καταμερισμού της εργασίας και τελικά κανόνες της τάξης πραγμάτων που έχει επιβληθεί από την ταξική κυριαρχία»21, ενώ στους μελλοντικούς φορείς εκμετάλλευσης (κεφαλαιοκράτες, στελέχη, κ.ά) εγχαράσσει την έπαρση, την περιφρόνηση και κανόνες επιτήδειου χειρισμού της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Στο πλαίσιο αυτών των αναλύσεων παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι απόψεις του Gramsci για ζητήματα, που συνδέονται με την πειθαρχία στην εκπαίδευση. Ο Gramsci απορρίπτοντας τη ντετερμινιστική αντίληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία, αναδεικνύει στις αναλύσεις του τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη βάση και το εποικοδόμημα και το στοιχείο της ανθρώπινης δράσης. Το Κράτος, σύμφωνα με τον Gramsci, δεν αποτελεί απλά και μόνο κατασταλτικό μηχανισμό της αστικής τάξης. Αντιθέτως, συνιστά μηχανισμό αναπαραγωγής και εδραίωσης της αστικής ηγεμονίας. Στη γκραμσιανή ανάλυση της εκπαίδευσης, το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί τμήμα του ιδεολογικού μηχανισμού του Κράτους και καθοριστικό παράγοντα στη διατήρηση και αναπαραγωγή της αστικής ηγεμονίας22.  

O Gramsci στις αναλύσεις του αναδεικνύει την παιδαγωγική διάσταση της ηγεμονίας, εστιάζοντας στο συσχετισμό ανάμεσα στην ηγεμονική και την παιδαγωγική σχέση. Η παιδαγωγική σχέση στην γκραμσιανή αντίληψη είναι «σχέση ενεργητική και αμφίδρομη και συνεπώς κάθε δάσκαλος είναι πάντα μαθητής και κάθε μαθητής δάσκαλος»23

Ωστόσο, η παιδαγωγική σχέση δε χαρακτηρίζεται αποκλειστικά και μόνο από τον ενεργητικό και αμφίδρομο χαρακτήρα της. Αντιθέτως, η παιδαγωγική σχέση είναι και ανισότιμη, καθώς ο εκπαιδευτικός, ως «ηγεμόνας», οφείλει να μετασχηματίζει τις εμπειρίες του μαθητή. Έτσι η παιδαγωγική σχέση, σύμφωνα με τον Gramsci, εμπεριέχει την έννοια του χρέους των εκπαιδευτικών, το οποίο απορρέει κυρίως από την αναγνώριση της εκπαιδευτικής αρχής της εργασίας και της πειθαρχίας, ως θεμέλιων κάθε παιδαγωγικής σχέσης24

Η αναγνώριση της πειθαρχίας δε ταυτίζεται με τις αρχές της «παραδοσιακής παιδαγωγικής», καθώς η πειθαρχία στην γκραμσιανή αντίληψη της παιδαγωγικής σχέσης, δεν ταυτίζεται με τη βαναυσότητα και τη βία ούτε με μορφές υποκριτικής πειθαρχίας, αλλά αποτελεί «αναγκαίο στοιχείο δημοκρατικής τάξης και ελευθερίας»25

Αντιμαχόμενος τις ιδεαλιστικές τάσεις της «νέας παιδαγωγικής» που τάσσονταν υπέρ του αυθορμητισμού και της κατάργησης της πειθαρχίας, ο Gramsci στις αναλύσεις του αναδεικνύει τη σημασία και την αναγκαιότητα της πειθαρχίας, στο βαθμό που η άσκησή της καταπολεμά την ανευθυνότητα και οδηγεί τον εκπαιδευόμενο στην ανάγκη εσωτερίκευσής της. 
 
Στη νεότερη μαρξιστική παράδοση μελέτης και έρευνας της εκπαίδευσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναλύσεις των Bowles και Gintis στις οποίες ανιχνεύονται οι πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις των σχολικών κανόνων. Συγκεκριμένα, οι Bowles και Gintis στη μελέτη τους «Η εκπαίδευση στην καπιταλιστική Αμερική»26, αναλύοντας τη συμβολή της εκπαίδευσης στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, υποστηρίζουν ότι, εφόσον η υπακοή και πειθαρχία των εργατών θεωρούνται απαραίτητα στοιχεία για την αναπαραγωγή του ιεραρχικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και τη μεγιστοποίηση του κέρδους, το σχολείο στις καπιταλιστικές κοινωνίες δεν μπορεί παρά να είναι αυταρχικό. Στη μελέτη παρατίθενται ποικίλα ευρήματα ερευνών μέσα από τα οποία φαίνεται ότι το σχολείο ανταμείβει, ενθαρρύνει και προωθεί την υπακοή, την παθητικότητα και την υποταγή, ενώ ποινικοποιεί και αποτρέπει τη δημιουργικότητα, την πρωτοβουλία και τον αυθορμητισμό. Οι Bowles και Gintis αναδεικνύοντας τις αντιστοιχίες ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις του σχολείου με τις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής27 υποστηρίζουν ότι στις κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης η έμφαση δίνεται στην πειθαρχία, στην επιτήρηση, στον έλεγχο, στην εφαρμογή και τήρηση των σχολικών κανόνων με σκοπό την παραγωγή πειθαρχημένου εργατικού δυναμικού και την εκούσια υποταγή των εργαζομένων στις ιεραρχικά κατώτερες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής.


1 Λαμπίρη – Δημάκη, Ι. (1990) Η Κοινωνιολογία και η μεθοδολογία της, Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 6η έκδοση, Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996) Σύγχρονη Κοινωνιολογική Θεωρία, τόμ.I., μετφρ. Β. Καπετανγιάννης - Γ. Μπαρουκτσής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, Timasheff, N.S. & Theodorson, G.A. (1983) Ιστορία των κοινωνιολογικών θεωριών, μετφρ. Δ.Γ. Τσαούση, Gutenberg, Αθήνα.
2 Blackledge, D. & Hunt, B. (1995) Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, μετφρ. Μ. Δεληγιάννη, Έκφραση, Αθήνα, Δαφέρμος, Μ. (2003) «Μια απόπειρα μεθοδολογικής κριτικής των κοινωνιολογικών ερμηνειών της εκπαίδευσης», Σύγχρονη Εκπαίδευση, τεύχ. 129, σ. 91 – 106, Λάμνιας, Κ. (2002) Κοινωνιολογική θεωρία και εκπαίδευση. Διακριτές προσεγγίσεις, Μεταίχμιο, Αθήνα.
3 Όπως παρατίθεται στο Σολομών, Ι. «Πειθαρχία και γνώση : εισαγωγικές σημειώσεις» στο Σολομών Ι. & Κουζέλης, Γ. (επιμ.) (1994) ό.π., σελ. 8.
4 Durkheim, E. (1961) Moral Education, Free Press, New York.
5 Οι K. Davis και W. Moore διατύπωσαν μια λειτουργική θεωρία της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Για μία αναλυτική περιγραφή της συγκεκριμένης θεωρίας βλ. Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996) ό.π.
6 Όπως παρατίθεται στο Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996), ό.π.,σελ . 42.
7 Blackledge, D. & Hunt, B. (1995) ό.π., Λαμπίρη – Δημάκη, Ι. (1990), ό.π., Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996) ό.π.
8 Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996) ό.π., και Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1998) Σύγχρονη Κοινωνιολογική Θεωρία, τόμ.II., μετφρ. Β. Καπετανγιάννης - Γ. Μπαρουκτσής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο. Σύμφωνα με την Πετμεζίδου η προσέγγιση του M. Foucault χαρακτηρίζεται ως μετα-δομική.
9 Φουκώ, Μ. (1989) Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μετφρ. Κ. Χατζηδήμου - Ι.Ράλλη, Ράππα, Αθήνα.
10 Φουκώ, Μ. (1989) ό.π., σελ. 283.
11 Φουκώ, Μ. (1989) ό.π., σελ. 278.
12 Οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις αναλύουν τους μηχανισμούς και τους τρόπους, με τους οποίους τα δρώντα υποκείμενα ορίζουν και ερμηνεύουν τη δράση και τη συμπεριφορά τη δική τους και των άλλων. Βλ. Blackledge, D. & Hunt, B. (1995) ό.π., Λάμνιας, Κ. (2002), ό.π., Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996) ό.π.
13 Λάμνιας, Κ. (2002) ό.π., Sharp, R. & Green, A. (1975) Education and Social Control : A study in progressive primary education, Routledge and Kegan Paul, London, Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996) ό.π.
14 Θεμελιωτές της θεωρίας της συμβολικής αλληλεπίδρασης θεωρούνται ο G.H. Mead και ο H. Blumer.
15 Ομάδα εργασίας Κοινωνιολογία, Διεύθυνση Ritsert, J. (1996) Τρόποι σκέψης και βασικές έννοιες της Κοινωνιολογίας. Μια εισαγωγή, Γ. Κουζέλης (επιμ.), μετφρ. Τ. Κυπριανίδης - Γ. Τσιώλης, Κριτική, Αθήνα, 2η έκδοση.
16 Hargreaves, D. (1975) Interpersonal relations and education, Routledge and Kegan Paul, London.
17 Blackledge, D. & Hunt, B. (1995) ό.π., Γκότοβος, Α. (1985) ό.π., Γκότοβος, Α. (1988) ό.π., Λάμνιας, Κ. (2002) ό.π., Μακρυνιώτη, Δ. (1994) ό.π.
18 Blackledge, D. & Hunt, B. (1995) ό.π., Λαμπίρη – Δημάκη, Ι. (1990) ό.π., Νούτσος, Χ. (1988) «΄΄Παραπρόγραμμα΄΄ και κοινωνική επιλογή στο σχολείο», Απόψεις, Πρακτικά πρώτου διημέρου εκπαιδευτικού προβληματισμού, Περιοδική έκδοση του συλλόγου εκπαιδευτικών λειτουργών του κολεγίου Αθηνών, Παράρτημα 1, Αθήνα 16-17 Μαΐου 1987, σ. 32 – 44, Πετμεζίδου, Μ. (επιμ.) (1996), ό.π., Sharp, R. & Green, A. (1975), ό.π.
19 Carnoy, M. (1988) «Εκπαίδευση, οικονομία και το κράτος» μετφρ. Γ. Μαυρογιώργος – Λ. Σταμούλη, Σύγχρονη Εκπαίδευση, τεύχ. 40, σελ : 8-42, Harris, K. (1982) Teachers and classes : A marxist analysis, Routledge & Kegan Paul, London, Λαμπίρη – Δημάκη, Ι. (1990), ό.π., Λάμνιας, Κ. (2002), ό.π., Sarup, M. (1982) Education, state and crisis : A marxist perspective, Routledge and Kegan Paul, London, Σεραφετινίδου, Μ. (2002) Εισαγωγή στην Πολιτική Κοινωνιολογία, Gutenberg, Αθήνα.
20Συγκεκριμένα έχουν αναπτυχθεί : 1) Η ριζοσπαστική θεωρία με κύριους εκπροσώπους τους Bowles και Gintis, οι οποίοι εστιάζουν στη σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την οικονομία και μιλούν για μία «πολιτική οικονομία της εκπαίδευσης». Βλ. Bowles, S. & Gintis, H. (1976) Schooling in capitalist America, Routledge & Kegan Paul, London, 2) Η θεωρία της πολιτισμικής αναπαραγωγής, με κύριους εκπροσώπους τους Bourdieu και Passeron, οι οποίοι εστιάζοντας στο εποικοδόμημα της κοινωνικής δομής, αναλύουν την αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου προτείνοντας ως αναλυτικά εργαλεία τις έννοιες του «πολιτιστικού κεφαλαίου», της «κουλτούρας», του «έθους», της «ωσμωτικής μάθησης». Βλ. Bourdieu, P. & Passeron, J.C. (1977) Reproduction in education and culture, μτφρ. R. Nice, Sage, London, 3) Η θεωρία του Althusser στο πλαίσιο της οποίας το σχολείο θεωρείται ιδεολογικός μηχανισμός τους κράτους, που συμβάλλει στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Βλ. Αλτουσέρ, Λ. (1983) Θέσεις, μετφρ. Ξ. Γιαταγάνας, Θεμέλιο, Αθήνα, δ’ έκδοση, 4) Η θεωρία της αντίστασης, με κύριους εκπροσώπους τους Apple, Willis, Giroux, στο πλαίσιο της οποίας αναδεικνύεται το στοιχείο της ανθρώπινης δράσης και της αντίστασης των μαθητών/εκπαιδευτικών στην κυρίαρχη πρακτική και λογική του σχολείου. Βλ. Apple, M. (1993) Εκπαίδευση και εξουσία, μετφρ. Φ. Κοκαβέσης, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, Giroux, H. (1983) Theory & resistance in education. A pedagogy of the opposition, H.E.B., London, Willis,P. (1977) Learning to labour : how working - class kids get working - class jobs, Westmead, Saxon House.
Για μία αναλυτική παρουσίαση των παραπάνω διαφοροποιήσεων Βλ. Aronowitz. S. & Giroux. A.H. (1993) Education still under siege, Bergin & Carvey, London, 2nd edition, Blackledge, D. & Hunt, B. (1995) ό.π., Carnoy, M. (1988) ό.π., Δαφέρμος, Μ. (2003) ό.π., Λάμνιας, Κ. (2002) ό.π., Νούτσος, Χ. (1985) «Κοινωνιολογία και εκπαίδευση. (Η θεωρητική αντιπαράθεση στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης σήμερα)», Διαβάζω, τεύχ. 119, σ. 42-47, Φραγκουδάκη, Α. (1985) Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, Παπαζήση, Αθήνα.
21 Αλτουσέρ, Λ. (1983) Θέσεις, μετφρ. Ξ. Γιαταγάνας, Θεμέλιο, Αθήνα, δ’ έκδοση, σελ. 74.
22 Blackledge, D. & Hunt, B. (1995) ό.π., Carnoy, M. (1988) ό.π., Λάμνιας, Κ. (2002) ό.π.
23 Νούτσος, Χ. (1988) «Η γκραμσιανή αντίληψη για την παιδαγωγική σχέση» στο Antonio Gramsci. Πενήντα χρόνια από το θάνατό του, Επιστημονική επετηρίδα του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Παράρτημα αρ. 35, Ιωάννινα, σελ. : 12.
24 Νούτσος, Χ. (1988) ό.π.
25 Δημητράκος, Δ. (1984) Παιδεία και κοινωνική αναμόρφωση. Μια γκραμσιανή προσέγγιση, Νεφέλη, Αθήνα, σελ. : 68.
26 Bowles, S. & Gintis, H. (1976) ό.π.
27 Η «αρχή της αντιστοιχίας» προτείνεται και υιοθετείται από τους Bowles και Gintis για την ανάλυση, ερμηνεία και κατανόηση πολλών πρακτικών και διευθετήσεων στη συνολική κοινωνική λειτουργία της εκπαίδευσης.

 

Πηγή: 

Απόσπασμα 
από την  

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

της

Μαυρογιώργου Άννας – Καλλιόπης

 Με τίτλο

«Το Κανονιστικό Πλαίσιο Οργάνωσης Των Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων Και η Πειθαρχία Στο Νηπιαγωγείο»

πίνακας: d'Albert Anker, 1896