Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Ελευθερία και Υπευθυνότητα.



Αυτό που παρατηρώ στην μικρή, μαγική μας χώρα είναι ότι, αντιμετωπίζουμε την ελευθερία με τέτοιο τρόπο ώστε η έννοια της ευθύνης να μην έχει καμιά σχέση με αυτήν. 
 
Βασικά κανείς δεν συνδέει σε αυτό τον τόπο, την ευθύνη με την ελευθερία και μάλιστα τις περισσότερες φορές θεωρούμε ότι αυτές οι έννοιες είναι ενάντιες η μία στην άλλη. Δηλαδή θεωρούμε την ελευθερία σαν μη ανάληψη ευθυνών, και την ευθύνη σαν στέρηση της ελευθερίας.

Πολλές φορές έχουμε ακούσει την έκφραση “δεν θέλω ευθύνες, θέλω να είμαι ελεύθερος” Σαν, η έννοια της ευθύνης να περιτυλίγεται από μια αναγκαστικότητα την οποία θα θέλαμε να αποφύγουμε. Έτσι συγχέουμε την έλλειψη ευθυνών με την ελευθερία. Βέβαια δεν ξέρουμε ότι η αποφυγή των ευθυνών είναι η αποφυγή της ελευθερίας, η οποία εκλαμβάνεται σαν ελευθερία.

Αν ισχυριζόμαστε ότι δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις μας, τότε αποδεχόμαστε ότι οι πράξεις αυτές μας έχουν επιβληθεί Άρα αποδεχόμαστε συγχρόνως το ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Ότι τελούμε κάτω από ζυγό.

Με την άρνηση υπευθυνότητας ερχόμαστε να υποτιμήσουμε την σημασία της ίδιας μας της κοινωνικής πράξης, θεωρώντας την ότι δεν αποτελεί δικιά μας επιλογή, ότι δεν είναι το αποτέλεσμα μιας δικιά μας απόφασης. Πολλές φορές επικαλούμαστε το ότι μας ανάγκασαν οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν να την τελέσουμε. Αρνούμενοι την υπευθυνότητα της κοινωνικής μας πράξης, αρνούμαστε συγχρόνως την ελευθερία μας και χωρίς να το καταλάβουμε δηλώνουμε ανελεύθεροι. Η προσπάθεια να πείσουμε τους άλλους για την ανευθυνότητα μας γνωστοποιεί την ανελευθερία μας και μεγαλώνει την εξάρτησή μας από αυτούς.

Ο καταλογισμός και απόδοση των ευθυνών ενισχύουν και αποδίδουν τον βαθμό της ελευθερίας μας σαν στοιχείο βασικό της ανάπτυξής μας. Διότι η ανάληψη της ευθύνης δηλώνει την ενεργητική μας στάση απέναντι στην ζωή. Δηλώνει επίσης τον έλεγχο της ζωής μας μέσα από την κοινωνική μας πράξη, σαν πράξη που με απελευθερώνει μέσα από τον καταλογισμό της. 

Η ελευθερία λοιπόν καθορίζεται από την ανάληψη των ευθυνών. Η ανάληψη των ευθυνών δηλώνει ότι, η κοινωνική μας πράξη είναι μια ενέργεια συμμετοχής στην κατασκευή του κόσμου που μας περιβάλλει και ότι αυτή η κατασκευή δεν καθορίζεται μόνο από τους άλλους, αλλά από κι εμάς τους ίδιους.

Έτσι ανάληψη της ευθύνης διαμορφώνει τις σχέσεις με το εκάστοτε κοινωνικό περιβάλλον με τέτοιο τρόπο ώστε να εγγυάται την ελευθερία των κοινωνικών μας πράξεων. Δηλαδή όσες περισσότερες ευθύνες αναλαμβάνω τόσο πιο ελεύθερος είμαι.

Η ύπαρξη λοιπόν, μιας ενιαίας και σαφής έννοιας της ελευθερίας, κατασκευάζεται από εμάς τους ίδιους για εμάς, μέσα από την κοινωνική μας πράξη, αποδεχόμενοι πλήρως την ανάληψη των ευθυνών που απορρέουν από αυτήν.


Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Tomasz Alen Kopera

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Στο “Δημόσιο” μένουμε πάντα παιδιά.

Η Ελληνική οικογένεια πάντα προστάτευε τα παιδιά της. Πάντα φρόντιζε για αυτά και πάντα ενδιαφερόταν για το κάθε τι που τα αφορούσε σε ψυχικό, κοινωνικό αλλά και επαγγελματικό επίπεδο. Αυτή η διασύνδεση της τύχης γονέα - παιδιού με ένα δεσμό που δεν τελειώνει, αλλά το χειρότερο δεν αλλάζει ποτέ, αποτελεί το τεκμήριο της ευτυχισμένης συνύπαρξης της Ελληνικής οικογένειας. Αποτελεί την ιδέα μιας υγιούς κοινωνίας όπου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η οικογένεια έμενε ενωμένη.
Φυσικά η προσπάθεια να κατανοήσει το παιδί το συμφέρον του, δηλαδή το τι είναι καλό για αυτό, ξεκινάει από πολύ μικρή ηλικία μέχρι να φθάσει στην ηλικία ανεύρεσης εργασίας όπου εκεί είναι πανέτοιμο να δεχτεί την μεσολάβηση της οικογένειας ανάμεσα σε αυτό και την κοινωνία. Μεσολάβηση η οποία θα τον βγάλει από τον κόπο, αλλά και την αγωνία της αναζήτησης μιας εργασίας που θα μπορούσε να τον εκθέσει ανεπανόρθωτα και να μην του επιτρέψει την ευτυχία δηλαδή την κοινωνική και επαγγελματική γαλήνη για αυτόν και την οικογένεια που θέλει να δημιουργήσει.
Έτσι η οικογένεια βάζει από πολύ νωρίς λυτούς και δεμένους για μια θέση στο δημόσιο, για μια θέση στον μαύρο ήλιο της εύκολης διαβίωσης και της σίγουρης εργασίας, όπου κανείς δεν θα μπορούσε να το κουνήσει. Δηλαδή η οικογένεια έρχεται, εκτός από το παρελθόν και το παρόν, να ορίσει και να καθορίσει το μέλλον του παιδιού της στην ενήλικη πλέον ζωή του. Το δημόσιο λοιπόν είναι ο επαγγελματικός χώρος όπου για κάθε οικογένεια φαντάζει σαν το επιστέγασμα των προσπαθειών της για τα κάθε της παιδί.
Το “Δημόσιο” είναι για τον νεοέλληνα, η αστέρευτη προσδοκία μιας γενικευμένης ευημερίας και συγχρόνως, η αγιάτρευτη πληγή μιας διαχρονικής νοσηρότητας.
Σαν αστέρευτη προσδοκία γενικευμένης ευημερίας συμπυκνώνεται στις ατελείωτες οικογενειακές προσπάθειες να βολευτεί όπως είπαμε, το παιδί σε μια θέση ώστε να μην φοβάται το μέλλον ασχέτως αν με αυτό τον τρόπο το μέλλον γίνεται ένα ατελείωτο παρόν.
Το μέλλον σαν ατελείωτο παρόν για τον δημόσιο υπάλληλο σημαίνει την συνεχής επαναληπτική εργασία, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς συγκίνηση, χωρίς καινούργιες ανακαλύψεις. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει το παιδί στην υποταγή που έχει δείξει στην ατελείωτη επιβουλευτική νοοτροπία της οικογένειας η οποία δεν ήθελε με τίποτα να απομακρυνθεί από το πεδίο επιρροής της.
Η θέση στο δημόσιο είναι η τελική πράξη ιδιοκατοίκησης του εαυτού από την οικογένεια. Πάντα εκείνη νιώθει υπερήφανη για το ότι έχει κάνει για τα παιδιά της και πάντα ελοχεύει η υποχρέωση απέναντί της διότι χωρίς την μεσολάβηση της το άτομο θα μπορούσε να έχει βρεθεί σε ποια δεινή θέση. Η εργασία στο δημόσιο είναι χωρίς τελειωμό, όπως και η σχέση με την οικογένεια. Η εξάρτηση από εκείνη δεν θα τελειώσει ποτέ. Οικογένεια και δημόσιο κάνουν αυτό το μείγμα όπου η εξάρτηση θριαμβεύει.
Η αίσθηση της υποχρέωσης για το παιδί, απέναντι στην οικογένεια, όπου η θέση στο δημόσιο κρατάει την πιο σημαντική ενέργεια στην έκφραση της υπέρ-προστατευτικότητας που έδειξε απέναντί του, αποτελεί την αγιάτρευτη πληγή μιας διαχρονικής νοσηρότητας που τον κάνει συναισθηματικά καχεκτικό, αδύναμο και επαγγελματικά παθητικό. Η θέση στο δημόσιο δεν του επιτρέπει, όπως η οικογένεια, να αναπτύξει τις ικανότητες του και να ρισκάρει απέναντι στον εαυτό και στην ζωή. Δεν του επιτρέπει επίσης να απομακρυνθεί από την επιρροή της αναπαράγοντας την σχέση εξάρτησης από αυτή στην σχέση που συνάπτει με την δημόσια υπηρεσία.
Η δημόσια υπηρεσία γίνεται η συμβολική “ οικογένεια “ του υπαλλήλου όπου οι προϊστάμενοι ή οι προϊσταμένες αντικαθιστούν του πατεράδες και τις μανάδες τους. Εκεί, από την μια μεριά αισθάνεται σαν το “σπίτι” του και από την άλλη αυτό το “σπίτι” το καταπιέζει και θα ήθελε να τα “βροντήξει” κάτω και να φύγει. Στο δημόσιο αναπαράγεται το ίδιο συναίσθημα με αυτό που υπάρχει στην οικογένεια, δηλαδή από την μια της άνευ τέλους εξάρτησης και από την άλλη της καταστροφικής απόγνωσης στην αναζήτηση της ελευθερίας.
Στο δημόσιο λοιπόν παραμένουμε πάντα παιδιά. Το δημόσιο είναι το φάντασμα μιας συμβολικής οικογένειας που ακολουθεί τα γερασμένα παιδιά της μέχρι την σύνταξη.
Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Η Δημόσια Υγεία




Σύμφωνα με το νόμο 3370/2005 άρθρο 1 και 2 ‘‘Η Δημόσια Υγεία είναι επένδυση για τη διατήρηση και τη βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου στη χώρα μας.

Ως Δημόσια Υγεία ορίζεται το σύνολο των οργανωμένων δραστηριοτήτων της πολιτείας και της κοινωνίας, που είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες και προβλέπουν στην πρόληψη νοσημάτων, στην προστασία και την προαγωγή της υγείας του πληθυσμού, στην αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής..’’ ‘‘Στενά συνδεδεμένες με την έννοια της Δημόσιας Υγείας είναι οι έννοιες της ανάπτυξης και προαγωγής της υγείας, της εκτίμησης των επιπτώσεων στην υγεία διαφόρων πολιτικών προγραμμάτων, της διαχείρισης του κινδύνου για την υγεία,της βελτίωσης της ποιότητας των υπηρεσιών και των συνθηκών διαβίωσης, καθώς και των προτεραιοτήτων για την υγεία. Στην ευρύτερη έννοια της Δημόσιας Υγείας περιλαμβάνονται επίσης, ο σχεδιασμό και η αποτίμησης των υπηρεσιών υγείας, καθώς και κοινωνικοοικονομική αξιολόγηση των υγειονομικών προγραμμάτων και παρεμβάσεων..’’9

Διαχρονικά έχουν καταγραφεί πολλοί ορισμοί για τη Δημόσια Υγεία.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι το αντικείμενο της Δημόσιας Υγείας συνίσταται στην ολιστική βελτίωση της υγείας του ανθρώπου. Στηρίζεται σε διάφορες επιστήμες και τεχνικές όπως η ιατρική, η επιδημιολογία και η βιοστατιστική, η δημογραφία και οι κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες συντελούν στο να διερευνηθεί το επίπεδο υγείας και νοσηρότητας του πληθυσμού και να παραχθούν και να αξιολογηθούν μέτρα που προτείνονται από τους ειδικούς, με σκοπό της προάσπιση και προαγωγή της υγείας του πληθυσμού και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του.10

Οι βασικές λειτουργίες της Δημόσιας Υγείας συνίσταται ιδίως:

Στην παρακολούθηση της υγείας του πληθυσμού, καθώς και των παραγόντων που της επηρεάζουν.

Στην προστασία και προαγωγή της υγείας, καθώς και στην πρόληψη ασθενειών.

Στο σχεδιασμό και στην αξιολόγηση υπηρεσιών υγείας.

Στην προάσπιση των αναγκών υγείας των διαφόρων ομάδων του πληθυσμού.

Στον έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων και άλλων υψηλής επικράτησης νοσημάτων, και στην αντιμετώπιση εκτάκτων κινδύνων και απρόβλεπτων ειδικών συνθηκών.

Τέλος οι δράσεις της Δημόσιας Υγείας επικεντρώνονται:

Στην εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεων στην υγεία από το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες της κοινωνικής και παραγωγικής ζωής.

Στους κοινωνικούς περιβαλλοντικούς και οικονομικούς παράγοντες που
επηρεάζουν της υγεία του πληθυσμού και στην προσβασιμότητα στις υπηρεσίες υγείας.

Στις ανάγκες των ευπαθών πληθυσμών και στους τρόπους ζωής και στις συνθήκες που τις επηρεάζουν.

Στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση επειγόντων ή εκτάκτων καταστάσεων και γεγονότων.

Στη διαμόρφωση πολιτικών που προάγουν της υγεία και τηβιωσιμότητα.

Στη διατήρηση, βελτίωση και ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας.



σημειώσεις

9
Νόμος 3370/2005 ΦΕΚ 176/Α/11.7.2005 Οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών δημόσιας υγείας και λοιπές διατάξεις

10
Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη Δημόσια Υγεία, (2008).

Πηγή:
Απόσπασμα από την ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
Αικατερίνης Α. Κουνέλη
με τίτλο
ΟΙ ΤΠ& Ε ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ, ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΡΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥΣ ΣΕ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ


πίνακας: Gediminas Pranckevicius





Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

ΟΙ ΑΜΥΝΤΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ του Sigmund Freud (1856-1939)



Όλοι μας χρησιμοποιούμε διάφορες τεχνικές ή μηχανισμούς για ν' ανακουφισθούμε από την εσωτερική ένταση και να προφυλαχθούμε από επώδυνες εμπειρίες. Από τους μηχανισμούς αυτούς μερικοί λειτουργούν συνειδητά, οι πιο πολλοί όμως λειτουργούν ασυνείδητα. Οι ψυχικοί μηχανισμοί που χρησιμοποιούμε ασυνείδητα για ν' ανακουφίσουμε το άγχος και να διευθετήσουμε τις συγκρούσεις μας λέγονται αμυντικοί μηχανισμοί. Κάθε ασυνείδητη σύγκρουση, βέβαια, είναι μια ψυχική πάλη που ξεκινά από την ταυτόχρονη εμφάνιση αντιτιθέμενων ή ασυμβίβαστων παρορμήσεων, ενορμήσεων, εσωτερικών ή εξωτερικών απαιτήσεων, π.χ. επιθυμία απαλλαγής από τον αντίζηλο στην οιδιπόδεια φάση πατέρα αλλά και αγάπη προς τον πατέρα.

Υπάρχει μεγάλος αριθμός αμυντικών μηχανισμών και κάθε άτομο μπορεί να χρησιμοποιεί κάποια είδη μηχανισμών. Όσο πιο φυσιολογικό είναι το άτομο τόσο λιγότερες είναι οι ασυνείδητες συγκρούσεις της παιδικής του ηλικίας που δεν έχουν λυθεί, οπότε και μικρότερη η ανάγκη για κινητοποίηση αμυντικών μηχανισμών, Όσο πιο νευρωτικό ή διαταραγμένο στην προσωπικότητα του, τόσο υπάρχουν άλυτες ασυνείδητες συγκρούσεις, που συνεχώς κινητοποιούν αμυντικούς μηχανισμούς, που δημιουργούν συμπτώματα και έκπτωση της διαπροσωπικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής λειτουργίας του ατόμου.

Ορισμένοι μιλούν επίσης για «ώριμους» ή «προσαρμοστικούς» και «ανώριμους» ή «δυσπροσαρμοστικούς» μηχανισμούς ανάλογα με τον βαθμό που παραποιείται κυρίως η πραγματικότητα σαν αποτέλεσμα της λειτουργίας του συγκεκριμένου αμυντικού μηχανισμού. Μολονότι η διάκριση αυτή είναι πολύ σχετική, θα λέγαμε π.χ. ότι η προβολή και ο διαχωρισμός είναι δυσπροσαρμοστικοί μηχανισμοί, ενώ το χιούμορ, η πρόβλεψη και ο αλτρουισμός είναι προσαρμοστικοί αμυντικοί μηχανισμοί (μπορεί, όμως, ένας μηχανισμός όπως π.χ. η άρνηση, άλλοτε να είναι προσαρμοστικός κι άλλοτε δυσπροσαρμοστικός).

Παρακάτω περιγράφουμε τους κυριότερους αμυντικούς μηχανισμούς:

Αλτρουισμός. Είναι η προσφορά υπηρεσιών προς τους άλλους συμπεριλαμβανομένης της φιλανθρωπίας και άλλων κοινωνικών δραστηριοτήτων. Πρόκειται για ώριμη και προσαρμοστική τεχνική έμμεσης ή άμεσης ικανοποίησης και αυτοεπιβεβαίωσης του ατόμου.

Αναπλήρωση. Ο μηχανισμός αυτός που είναι συνήθως ασυνείδητος μπορεί να είναι και συνειδητός. Με τον μηχανισμό αυτόν το άτομο προσπαθεί να επανορθώσει, δηλαδή να αναπληρώσει, μια φανταστική ή πραγματική σωματική ανεπάρκεια, π.χ. ένας ανάπηρος γίνεται τυραννικά δεσποτικός. Μπορεί όμως η αναπλήρωση να οδηγεί και σε προσαρμοστική επανόρθωση π.χ. ένας τυφλός να γίνει εξαίρετος μουσικός.

Αναστροφή. Πρόκειται για τον μηχανισμό όπου μια επιθετική ενόρμηση προς κάποιο άτομο στρέφεται προς τα πίσω (αναστρέφεται) προς τον εαυτό. Θεωρείται ψυχαναλυτικά ως βασικός μηχανισμός της κατάθλιψης (ιδιαίτερα σε άτομα που είχαν αμφιθυμική σχέση με κάποιο άτομο που έχασαν και εμφάνισαν κατόπιν κατάθλιψη - έστρεψαν δηλαδή την επιθετικότητα τους στον εαυτό τους). Μπορεί επίσης ν' αποτελέσει ψυχαναλυτική εξήγηση της υποχονδρίασης ως σωματικής εκδήλωσης επιθετικότητας που απευθύνονταν ουσιαστικά προς άλλους.

Αντισταθμιστική συμπτωματολογία (ή αντισταθμιστικός σχηματισμός ή αντιθετικός σχηματισμός). Με τον μηχανισμό αυτόν ένα άτομο υιοθετεί συναισθήματα, ιδέες, στάση και συμπεριφορά που είναι ακριβώς αντίθετα από ασυνείδητες μη αποδεκτές ενορμήσεις. Έτσι π.χ. ένα άτομο με έντονα απωθημένες σεξουαλικές ενορμήσεις μπορεί να παρουσιάζεται έντονα ηθικολόγος, ένα άτομο με έντονα απωθημένες επιθετικές τάσεις ως εξαιρετικά φιλόζωος ή ειρηνιστής κ.ο.κ.

Απώθηση. Είναι ο βασικός και πρωταρχικός αμυντικός μηχανισμός που βρίσκεται κάτω από όλους τους άλλους μηχανισμούς. Μοιάζει με ξέχασμα, γιατί η λειτουργία του είναι να ωθεί μη αποδεκτά ψυχικά στοιχεία - ιδέες, φαντασίες, συναισθήματα ή ενορμήσεις - στο ασυνείδητο και ενεργητικά να τα κρατά μακριά από την ενημερότητα και επίγνωση του ατόμου. Άλλοι αμυντικοί μηχανισμοί όπως η μετατροπή (στη διαταραχή μετατροπής), η μετάθεση (στις φοβίες) κτλ. μπορεί να κινητοποιηθούν σε δεύτερο επίπεδο, για να συμπληρώσουν ή να ενισχύσουν την απώθηση, που είναι όμως ο πρωταρχικός μηχανισμός των διαταραχών αυτών.
Αποτέλεσμα της απώθησης είναι και καθημερινά φαινόμενα, όπως π.χ. αργοπορία ή το ξέχασμα μιας ανεπιθύμητης συνάντησης. Η απώθηση διακρίνεται από την άρνηση που είναι ένας άλλος αμυντικός μηχανισμός, στο ότι η απώθηση μας προφυλάγει από την αναγνώριση των συναισθημάτων και σκέψεων μας, ενώ η άρνηση μας προφυλάγει από την αναγνώριση κυρίως της εξωτερικής πραγματικότητας.

Άρνηση. Είναι ο αμυντικός μηχανισμός που λειτουργεί ασυνείδητα και με τον οποίο το άτομο αρνείται την ύπαρξη ορισμένων στοιχείων της εξωτερικής κυρίως πραγματικότητας. Π.χ. ο αλκοολικός αρνείται ότι έχει πιει, ενώ ήδη μυρίζει ποτό. Σημασία έχει η άρνηση στις περιπτώσεις ύπαρξης σοβαρής ασθένειας, όπως π.χ. καρκίνου, που μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση της (π.χ. μία γυναίκα αρνείται την ύπαρξη μικρού ογκιδίου στο μαστό της που συνεχώς μεγαλώνει για μήνες). Μετά τη διάγνωση μιας σοβαρής ασθένειας η άρνηση μπορεί να επηρεάσει τον βαθμό της επίγνωσης της σοβαρότητας της κατάστασης (καθώς το άτομο αρνείται κάποιο μέρος της αλήθειας που δεν αντέχει) και να λειτουργήσει έτσι είτε προσαρμοστικά είτε δυσπροσαρμοστικά.

Διανοητικοποίηση. Στον μηχανισμό αυτόν χρησιμοποιούνται διάφορα διανοητικά αφηρημένα σχήματα σε μια προσπάθεια του ατόμου ν' αποφύγει να έρθει αντιμέτωπο με ασυνείδητες συγκρούσεις και το άγχος που συνεπάγονται. Έτσι π.χ. ένας ασθενής μπορεί ν' αναφέρεται στην «οιδιπόδεια οργή» του χωρίς να αισθάνεται και να εκφράζει κανένα συναίσθημα.

Διάσχιση. Ο μηχανισμός αυτός αναφέρεται στον αποχωρισμό οποιασδήποτε ομάδας ψυχικών ή συμπεριφορικών διεργασιών από την υπόλοιπη ψυχική δραστηριότητα του ατόμου, όπως στην αμνησία, στην ψυχογενή φυγή, στην πολλαπλή προσωπικότητα κτλ.

Διαχωρισμός. Στον μηχανισμό αυτόν ενδοβολές και ταυτοποιήσεις αντιθετικού χαρακτήρα παραμένουν ξεχωριστές και έτσι εμποδίζεται η σύνθεση ολοκληρωμένου εαυτού και σταθερής ταυτότητας. Άτομα, που χρησιμοποιούν τον μηχανισμό αυτόν, βλέπουν τον εαυτό τους και τους άλλους άλλοτε σαν «ολοκληρωτικά καλούς» κι άλλοτε σαν «ολοκληρωτικά κακούς» και χωρίζουν τον κόσμο κάθε φορά σε «ολοκληρωτικά καλούς» ή «κακούς». Ο διαχωρισμός χαρακτηρίζει κυρίως τη μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας.

Εκλογίκευση. Στον αμυντικό αυτόν μηχανισμό μη αποδεκτή συμπεριφορά, κίνητρα ή συναισθήματα δικαιολογούνται με τη λογική ή γίνονται συνειδητά ανεκτά με λογικές (αλλά μη σωστές) εξηγήσεις. Έτσι, π.χ. μια γυναίκα περασμένης ηλικίας δικαιολογεί τη μη ανεύρεση συντρόφου με το ότι δεν βρέθηκε ποτέ ο κατάλληλος άντρας.

Εκδραμάτιση. Πρόκειται για μια συμπεριφορική απάντηση (συνήθως πράξη) σε μια ασυνείδητη ενόρμηση ή παρόρμηση με σκοπό την προσωρινή μερική ανακούφιση της εσωτερικής τάσης και την αποφυγή της επίγνωσης της πραγματικής αιτίας. Π.χ. η έντονη και πολλαπλή σεξουαλική συμπεριφορά ενός άντρα μπορεί να είναι αποτέλεσμα ασυνείδητου άγχους αμφισβήτησης της αντρικής του ταυτότητας.

Ενδοβολή. Είναι η ασυνείδητη συμβολική εσωτερικοποίηση κάποιας ψυχικής αναπαράστασης ενός αγαπητού ή μισητού εξωτερικού αντικειμένου (= ατόμου) με σκοπό να εγκατασταθεί εσωτερικά σταθερή παρουσία του αντικειμένου. Η ενδοβολή είναι το αντίθετο της προβολής και στα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου, μαζί με την προβολή, διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη του εγώ ή εαυτού του ατόμου. Στην περίπτωση του αγαπητού αντικειμένου, το άγχος από τον αποχωρισμό ή η εσωτερική τάση που ξεκινά από την αμφιθυμία προς το αντικείμενο ελαττώνονται. Στην περίπτωση του φοβούμενου ή μισητού αντικειμένου, η εσωτερικοποίηση των κακών η επιθετικών χαρακτηριστικών του βοηθά ν' αποφευχθεί το άγχος τοποθετώντας συμβολικά αυτά τα χαρακτηριστικά κάτω από τον έλεγχο του ατόμου.

Ενσωμάτωση. Είναι ένας αρχέγονος αμυντικός μηχανισμός στον οποίο η ψυχική αναπαράσταση κάποιου ατόμου ή τμημάτων κάποιου ατόμου αφομοιώνεται μέσα στον εαυτό μέσα από μια διεργασία συμβολικής στοματικής πρόσληψης. Αναπαριστά ειδικό τύπο ενδοβολής και είναι ο πιο πρώιμος μηχανισμός ταυτοποίησης.
Εξιδανίκευση. Με τον μηχανισμό αυτόν που μπορεί να είναι και συνειδητός, ένα άτομο υπερεκτιμά συνειδητά ή ασυνείδητα μια ιδιότητα ή όψη κάποιου άλλου ατόμου που θαυμάζει. Έτσι, βέβαια, μπορεί και να καλύψει το άγχος από μια δικιά του ανεπάρκεια.

Καταστολή. Σε αντίθεση με την απώθηση, που είναι ασυνείδητη διεργασία, η καταστολή είναι ο συνειδητός έλεγχος και αναστολή μιας μη αποδεκτής ενόρμησης, συναισθήματος ή ιδέας, π.χ. η συνειδητή προσωρινή καταστολή μιας επώδυνης εμπειρίας.

Ματαίωση. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο ένα άτομο εκδραματίζει συμβολικά με αντίθετο τρόπο κάτι μη αποδεκτό απέναντι στο οποίο το εγώ πρέπει να αμυνθεί. Η εκδραμάτιση επαναλαμβάνεται πολλές φορές με σκοπό την ανακούφιση του άγχους, που προέρχεται από μη αποδεκτές ασυνείδητες ενορμήσεις. Πρόκειται για αρκετά πρωτόγονο αμυντικό μηχανισμό, ένα είδος μαγικής εξιλεωτικής πράξης, που παρατηρείται συνήθως στην ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή, π.χ. καταναγκαστικό επαναληπτικό πλύσιμο των χεριών (σαν εξιλεωτική κάθαρση από μη αποδεκτές σεξουαλικές ή επιθετικές ενορμήσεις).

Μετάθεση. Με τον μηχανισμό αυτόν συναισθήματα, ιδέες ή επιθυμίες μεταφέρονται από το αρχικό τους αντικείμενο σε ένα πιο αποδεκτό υποκατάστατο. Είναι ο βασικός μηχανισμός που ψυχαναλυτικά θεωρείται ότι δημιουργεί τις φοβίες συμπληρώνοντας την απώθηση και ακολουθούμενος από αποφυγή του φοβικού πια υποκατάστατου (π.χ. μετάθεση της επιθετικότητας ενός παιδιού και του φόβου τιμωρίας γι' αυτήν από τον πατέρα σ' ένα σκύλο και δημιουργία φοβίας των σκύλων). Μετάθεση, όμως, ανευρίσκεται σαν μηχανισμός και στις καθημερινές εκδηλώσεις της ζωής, όπως όταν ένα άτομο «βγάζει» το θυμό στην οικογένεια του, ενώ απευθύνονταν ο θυμός αυτός βασικά προς το αφεντικό του.

Μετατροπή. Ο μηχανισμός αυτός παίρνει τις ασυνείδητες συγκρούσεις που αλλιώς θα προκαλούσαν άγχος και τις δίνει συμβολική εξωτερική έκφραση μέσω κάποιου σωματικού συμπτώματος, τις μετατρέπει δηλαδή σε σωματικά συμπτώματα. Εμφανίζεται σε ποικιλία καταστάσεων από το φυσιολογικό άτομο ως την επιληψία και τη σχιζοφρένεια και αποτελεί τον βασικό μηχανισμό που ακολουθεί την απώθηση στη διαταραχή μετατροπής (ή υστερική νεύρωση τύπου μετατροπής). Έτσι π.χ. το χέρι κάποιας γυναίκας μπορεί ξαφνικά να παραλύσει σαν αποτέλεσμα μιας μη αποδεκτής παρόρμησης να μαχαιρώσει τον άπιστο σύζυγο της.

Μετουσίωση (ή εξευγενισμός ή εξύψωση). Ο μηχανισμός αυτός μεταστρέφει μη αποδεκτές ενορμήσεις - σεξουαλικές και επιθετικές - σε κανάλια που είναι προσωπικά και κοινωνικά αποδεκτά. Έτσι π.χ. επιθετικότητα μπορεί να μετουσιωθεί σε συναγωνιστικά αθλήματα, μη αποδεκτή σεξουαλικότητα σε καλλιτεχνία κ.ο.κ.
Μόνωση (του συναισθήματος). Πρόκειται για τον αποχωρισμό μιας ιδέας ή μνήμης από τη συνοδό συναισθηματική της επένδυση και γενικά για την απομάκρυνση των συναισθημάτων από τη συνείδηση. Ο αμυντικός αυτός μηχανισμός είναι χαρακτηριστικός σε ψυχαναγκαστικό καταναγκαστικό στιλ ζωής και σε ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας και χρησιμοποιείται για να προφυλάξει τα άτομα αυτά από απειλητικά ή μη αποδεκτά συναισθήματα, σεξουαλικά ή επιθετικά. Έτσι π.χ. ένα άτομο μπορεί να μιλά χωρίς κανένα συναίσθημα για το πώς θάθελε να σκοτώσει τη γυναίκα του, χωρίς να νιώθει καθόλου το μίσος που τον πλημμυρίζει. Μπορεί όμως η μόνωση να βοηθά κι ένα άτομο, π.χ. ένα γιατρό ογκολόγο να μη νιώθει την έκταση και την ένταση του πόνου που σχετίζεται με την κατάσταση των ασθενών του και που κυριολεκτικά θα τον παρέλυε λειτουργικά. Στην ψυχαναγκαστική καταναγκαστική νεύρωση, βέβαια, η μόνωση θεωρείται ψυχαναλυτικά ως ο βασικός μηχανισμός, που ακολουθείται από την αντισταθμιστική συμπτωματολογία και τη ματαίωση, ενώ στην ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας ή στυλ ζωής η μόνωση σχετίζεται στενά με τον μηχανισμό της διανοητικοποίησης.
Παλινδρόμηση. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο ένα άτομο υφίσταται μια μερική ή ολική επιστροφή-οπισθοχώρηση σε παιδικά σχήματα συμπεριφοράς ή σκέψης, τα οποία χαρακτηρίζουν πρωϊμότερα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης. Παλινδρόμηση παρατηρείται σε πολλές ψυχιατρικές καταστάσεις και ιδιαίτερα στη σχιζοφρένεια, αλλά και στον ύπνο, το παιγνίδι, τη σωματική αρρώστια. Ψυχαναλυτικά, η παλινδρόμηση θεωρείται ότι μπορεί επίσης να βρίσκεται στη βάση της καλλιτεχνικής ή επιστημονικής δημιουργίας ορισμένων ατόμων (παλινδρόμηση στην υπηρεσία του εγώ).
Πρόβλεψη. Πρόκειται για την προετοιμασία και τον σχεδιασμό με ρεαλιστικό τρόπο σε αναμονή ενός μελλοντικού επώδυνου γεγονότος ώστε να ελαττωθεί αποτελεσματικά το άγχος, π.χ. προσεκτική προετοιμασία για την απώλεια αγαπημένου προσώπου.

Προβολή. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο το άτομο αποδίδει σε κάποιο άλλο άτομο εκείνες τις γενικά ασυνείδητες δικές του ιδέες, σκέψεις, ενορμήσεις, κίνητρα και συναισθήματα που του είναι ανεπιθύμητα ή απαράδεκτα. Η προβολή προφυλάγει το άτομο από το άγχος που προκύπτει από μια εσωτερική σύγκρουση. Εξωτερικεύοντας κάθε τι το απαράδεκτο, το άτομο αντιμετωπίζει αυτό το απαράδεκτο σαν μια κατάσταση ξέχωρη απ' αυτό. Η προβολή μπορεί να χρησιμοποιείται τόσο από άτομα που είναι εκτός πραγματικότητας (όπως π.χ. μια παραληρητική ιδέα καταδίωξης που μπορεί να είναι η προβολή της εσωτερικής επιθετικότητας στο περιβάλλον) όσο και από υγιή άτομα (όπως π.χ. η απόδοση κινήτρων, ιδεών, συμπεριφοράς του ενός συζύγου στον άλλο και τανάπαλιν). Ρατσιστικές, θρησκευτικές κτλ. προκαταλήψεις και φανατισμοί βασίζονται επίσης στην προβολή.

Προβλητική ταυτοποίηση. Ο μηχανισμός αυτός μοιάζει με την προβολή στο ότι περιλαμβάνει κατά βάση προβολή εσωτερικών απαράδεκτων στοιχείων στο περιβάλλον. Διαφέρει από την προβολή, όμως, στο ότι το άτομο ταυτόχρονα αισθάνεται και τα στοιχεία που προβάλλει (π.χ. επιθετικά τμήματα του εαυτού του και των αντικειμένων) και την απειλή από το αντικείμενο στο οποίο προβλήθηκαν τα ασυνείδητα στοιχεία (ενώ στην προβολή νιώθει μόνο την απειλή). Το αποτέλεσμα είναι ταυτοποίηση με το αντικείμενο αλλά και προσπάθεια ελέγχου του αντικειμένου. Παρατηρείται συχνά σε μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας και σχετίζεται με τον διαχωρισμό.
Συμβολισμός. Με τον μηχανισμό αυτόν μια ιδέα ή αντικείμενο παίρνει τη θέση ενός άλλου με βάση κάποια κοινή πλευρά ή ποιότητα και στα δύο. Ο συμβολισμός στηρίζεται στην ομοιότητα και στον συσχετισμό. Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται προστατεύουν το άτομο από το άγχος που συνδέεται με την αρχική ιδέα ή αντικείμενο. Ο μηχανισμός αυτός χρησιμοποιείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο σχηματισμό των ονείρων καθώς και στο σχηματισμό συμπτωμάτων, όπως μετατροπής, ψυχαναγκασμούς, καταναγκασμούς κτλ.

Ταυτοποίηση. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο ένα άτομο διαμορφώνει τον εαυτό του σύμφωνα με κάποιο άλλο άτομο, οπότε ο εαυτός του μεταβάλλεται κατά το μάλλον ή ήττον μόνιμα. Βασίζεται στην ενδοβολή ή την ενσωμάτωση στοιχείων ή χαρακτηριστικών βασικών μορφών του περιβάλλοντος, όπως οι γονείς.

Υποκατάσταση. Με τον μηχανισμό αυτόν ένα άτομο αντικαθιστά μια μη εφικτή ή μη αποδεκτή επιθυμία, ενόρμηση, συναίσθημα, σκοπό ή αντικείμενο με κάτι άλλο περισσότερο αποδεκτό (π.χ. στη μετάθεση, η υποκατάσταση του πατέρα με κάποιο ζώο).

Χιούμορ. Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει την έκφραση βασικά αγχογόνων συναισθημάτων και ιδεών χωρίς την πρόκληση άγχους (τόσο στο άτομο που τον χρησιμοποιεί όσο και στους άλλους που συμμετέχουν) με εστιασμό στην αστεία ή ειρωνική πλευρά τους. Έτσι απαγορευμένες επιθυμίες - σεξουαλικές ή επιθετικές - μπορούν να εκφρασθούν με μορφή αστείου και να μην εκδραματισθούν.


πηγή: http://www.psychologia.gr/editions/psychodynamic.htm

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Το ταξίδι της διήγησης.


Κυκλικός είναι ο ρυθμός των βημάτων διήγησης χαμένων και επανευρισκόμενων διαδρομών, κάτω από ένα βιασμένο χαμόγελο. Χαμόγελο που προσπαθεί να εκφράσει την ανθρωπιά του προσώπου που διηγείται, φέρνοντάς το κοντά στα άλλα, ενώνοντάς την διάρκεια των αναμενόμενων στιγμών με την υφή μιας πραγματικότητας που αρμέγει νοήματα από τον πυθμένα των προσωπικών του ιστοριών. Ένα τρομαγμένο βλέμμα πάνω από το χαμόγελο! Το χαμόγελο εξαϋλώνει το βλέμμα, το ενώνει με την φύση του, το ενώνει με εμένα και την ατελείωτη συνέχεια του κόσμου.
Συνοδοιπόρος στο ταξίδι της διήγησης. Μαζί με τον αφηγητή περπατάμε στους δρόμους του αιτήματος. Παρακολουθώ, ακολουθώντας τα στενά ανήλια σοκάκια, τα αδιάβατα ποτάμια των ιστοριών ζωής των άλλων. Βρίσκομαι μπροστά στα εμπόδια που συναντάνε που είναι και δικά μου εμπόδια.
Είμαι μέσα στο ταξίδι του άλλου! Με μεταφορικό μέσο τον τρόπο διήγησης που εκείνος, ή εκείνη έχουν διαλέξει. Σ΄ ένα δρόμο που εκείνος, ή εκείνη έχουν επιλέξει κι ας φαίνεται ότι δεν γνωρίζουν τίποτα από την πορεία, τίποτα για το τέλος της. Η πορεία της διήγησης, τις περισσότερες φορές, φαίνεται ότι περνάει πρώτη φορά από κάποιο μέρος. 
Διευκρινιστικές ερωτήσεις βοηθάνε στην ανακάλυψη της γλώσσας. Κάθε λέξη ξεδιπλώνει άγνωστα τοπία που οι αφηγητές τα κοιτάν σαστισμένοι, ή σαστισμένες, συγκινημένοι ή συγκινημένες από την ομορφιά του πόνου που μερικές φορές δεν αντέχουν. Αυτές τις στιγμές ζητούν να αρπαχτούν από επάνω μου, να κρατηθούν. Και είμαι εκεί για να το κάνουν. Στηρίζω καλά τα πόδια μου στην πυρπολημένη τους γη και τους αφήνω ή τις αφήνω να κρεμαστούν μέχρι να βρουν την δύναμη για να προχωρήσουν, την δύναμη να συνεχίσουν... 
Με ρωτάνε που είμαστε και εγώ το ίδιο ρωτάω τον εαυτό μου.
Η αταξία των γεγονότων και ο άνισος καταμερισμός τους δημιουργούν την αταξία της σκέψης, και τις αιμορραγικές καταστάσεις συναισθήματος, που πνίγουν το σώμα μέσα στα αγχολυτικά υγρά του. Πολλές φορές πνίγομαι και εγώ μέσα στην ρουφήχτρα που σχηματίζουν. Ψάχνω να πιαστώ από εμένα, να κρατηθώ στην επιφάνεια καθώς η μισοπνηγμένη, ή ο μισοπνηγμένος με τραβάνε μαζί τους.
Οι περισσότεροι φοβούνται αυτό το τοπίο, το δικό τους τοπίο. Δεν θέλουν με τίποτα να επισκεφτούν. Το έχουν αφήσει να υπάρχει τόσα χρόνια σαν χέρσα γη, ή σαν βάλτος μέσα τους. Με κουβαλάνε σε αυτό φοβισμένοι και ενώ λένε πως θέλουν να το ξεχάσουν, να το σβήσουν από το διαχρονικό χάρτη της ζωής τους, παίρνουν κουράγιο από την παρουσία μου να το επισκεφτούν, να το εξερευνήσουν, να μου δείξουν τα ζηλευτά του μέρη , συνειδητοποιώντας σιγά σιγά την δύναμή του.
Το βλέμμα τους μετράει την αντοχή μου, την σταθερότητα και την ψυχραιμία μου μπροστά στις χαμένες ασύνδετες διαδρομές που φέρνει η αποσπασματική διήγηση. 
Λέξεις που δεν θέλουν να πέσουν από τα χείλη και όταν το κάνουν, το κάνουν, στην αρχή με μεγάλη δυσκολία, λες και ξεκολλάν σα μέλη από ένα σώμα που φοβάται ότι θα μείνει ανάπηρο.
Νιώθω το βάρος της υπευθυνότητας, και των αισθημάτων ενοχής από τα χαμένα μονοπάτια της ζωής. Φορτία άλλων κουβαλάμε χωρίς αντιρρήσεις. Μαζεμένα στο στομάχι φέρνουν εμετούς και διάρροιες. Απ΄ απέξω, οικογενειακοί συν-κατασκευαστές του εαυτού, πηγαίνουν και έρχονται χωρίς να αντιλαμβάνονται το εύρος των καταστάσεων. Χωρίς να υποψιάζονται την σημαντικότητα της παρουσίας τους μέσα μας.
Άλλοι επίσης κατασκευάζουν την γνώμη που οι αφηγητές έχουν για τον εαυτό τους. Την ορίζουν και τις δίνουν μορφή για να προσαρμοστεί στο βασικό διάκοσμο μιας οικογενειακής οικοδομής όπου η εξάρτηση αποτελεί το βασικό συνδετικό κρίκο για την στέρεα κατασκευή. Μετά από όλα αυτά εκείνος, ή εκείνη δεν τολμάνε να απευθυνθούν, να ζητήσουν, να υποστηρίξουν την γνώμη τους. Μαζί αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή είναι θαμμένη πολύ βαθιά έτσι ώστε να φαίνεται ότι δεν υπάρχει.
Στο χωρόχρονο δουλεύω, των καθημερινών αντεγκλήσεων της ύπαρξης απέναντι στην ανυπαρξία. 
Είμαι ένας μάρτυρας που η παρουσία του δίνει σημασία στην παρουσία, στην επιθυμία, την θέληση, την αγωνία, και σε οποιοδήποτε συναίσθημα που δεν μπόρεσε να πάρει μορφή στην στο κόσμο του αφηγητή. Μαζί κάνουμε την αναπλαισίωση των γεγονότων. Την ανάδειξη των σημασιών, τη σηματοδότηση των συσχετισμών. Μαζί ανακαλύπτουμε το βάρος των επιδράσεων της αρχαιολογίας του συναισθήματος μέσα σε αναδυόμενες δυνάμεις του παρελθόντος σαν δυνάμεις του μέλλοντος.
Με την παρουσία μου αναπλάθουν τα γεγονότα, ετοιμάζοντας ένα καινούργιο πλαίσιο από τα σπαρμένα κομμάτια της διήγησης. Τα συνταιριάζουν σε μια νέα κατασκευή που την ορίζουν και την υποστηρίζουν εφόσον αποτελεί την εκ νέου αυτοελεγχόμενη κατασκευή του εαυτού τους . Μαζί την προσμετράμε, δοκιμάζουμε την αντοχή της σε κοινωνικά περιβάλλοντα που δανείζονται την νέα σημασία τους από αυτή.
Με την παρουσία μου ορίζουν τις νέες προτεραιότητες, τις νέες αξίες που ξέθαψαν κάτω από τόνους εξαναγκαστικής ύπαρξης στο όνομα των άλλων. Ξανακερδίζουν το χρόνο και το χώρο που είχαν μάθει να παραχωρούν. Ανακατασκευάζουν το ερημωμένο τοπίο που κάποτε δεν είχαν το δικαίωμα να το διαχειριστούν...
Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας:Pierre Dancette


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Ποιος είναι φρενοβλαβής;



Ποιος είναι φρενοβλαβής ; Ποια είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην τρέλα και τη λεγόμενη «διανοητική υγεία»;  

Για τον σκωτσέζο ψυχίατρο Ronald David Laing, η κοινωνία χαρακτηρίζει παράφρονα και φρενοβλαβή εκείνον που απλώς διαλέγει έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνον που ακολουθεί η ομάδα. Η «ψυχοπάθεια» είναι η ιδιότητα του πραγματικά φυσιολογικού ανθρώπου που αρνιέται να μπει η ζωή του «από την κούνια μέχρι τον τάφο» σε ένα κατεστημένο – προκαθορισμένο καλούπι. 

Οπαδός της υπαρξιστικής ψυχιατρικής και εχθρός των ψυχιατρείων, των κατευναστικών και των ηλεκτροσόκ, ο R. D. Laing ξεκινάει τις θεωρίες του και την θεραπευτική του από μία ριζοσπαστική κριτική αυτής της ίδιας της κοινωνίας.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Σας αποκαλούν χρόνια τώρα και εξακολουθούν να σας αποκαλούν «Πάπα της αντι-ψυχιατρικής κίνησης». Τι λέτε γι’ αυτόν τον «τίτλο»;

R. D. LAING: Εγώ ποτέ δεν χρησιμοποίησα αυτόν τον όρο. Τον εφηύρε με την γνωστή επιτυχία ο φίλος μου και καλός συνάδελφος David Cooper. Πίστεψε πως με αυτόν τον όρο θα ανατάραζε τα λιμνασμένα νερά στην οποία επιπλέει με αυταρέσκεια το ψυχιατρικό επάγγελμα. Με το σύνθημα της αντι-ψυχιατρικής θα ξεπηδούσε, και αυτό επιδίωξε άλλωστε, μία νέα κατάσταση. Εγώ όμως δεν ασπάστηκα ποτέ όλες τις θέσεις της αντι-ψυχιατρικής, όπως δεν ασπάστηκα βέβαια και εκείνες της παραδοσιακής ψυχιατρικής. Αν και αισθάνομαι φυσικά πλησιέστερα στις πρώτες…     

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι ακριβώς εννοούν όταν κάνουν λόγο για «αντι-ψυχιατρική»; Και γιατί αρνείστε για τον εαυτό σας αυτόν τον όρο;

R. D. LAING: Λέγοντας «αντι-ψυχιατρική» εννοούμε την θεραπευτική εκείνη που καταργεί τα ψυχιατρεία, αγωνίζεται ενάντια στην απάνθρωπη απομόνωση του άρρωστου, εγκαθιστά τον θεωρούμενο σαν «απραγματοποίητο» διάλογο με τον σχιζοφρενή, τον αφήνει να φθάσει στο ακρότατο σύνορο του παραληρήματός του με κίνδυνο να «χαθεί» ή να επιστρέψει θεραπευμένος, αρνείται τις καταπιεστικές λύσεις ή τις προσωρινές των κατευναστικών, τα ηλεκτροσόκ, κ.λπ. και διακηρύσσει στο τέλος πως η κοινωνία αποκαλεί «τρελό» αυτόν που διαλέγει δρόμους που αυτή δεν αναγνωρίζει ή δεν αποδέχεται. 

Και τώρα έρχομαι στην δεύτερη ερώτησή σας. Πιστεύω ότι σε όλους αυτούς τους όρους, όπως αντι-ψυχιατρική, αντι.θέατρο, αντι-εκπαίδευση, υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό πρόκλησης. Εγώ όμως δεν σκοπεύω να προσδώσω αξία στην παραδοσιακή ψυχιατρική υιοθετώντας κάποια αντίθετη από αυτήν θέση. Προτιμώ να την περιφρονήσω τελείως. Αυτό ο τίτλος «γροθιά» της «αντι-ψυχιατρικής», ενώ ίσως εντυπωσιάζει τα πλήθη, περιορίζει εν τούτοις το πρόβλημα και το παρασύρει σε μία εξάρτηση των νέων θέσεων από ένα προσδιορισμένο παρελθόν.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Η μεγάλη φήμη σας έγκειται επίσης στο ότι έχετε καταγγείλει την οικογένεια σαν μία από τις περισσότερο καταπιεστικές δυνάμεις μέσα στην σύγχρονη κοινωνία.

R. D. LAING: Πρώτα – πρώτα δεν έχω στραφεί καθόλου εναντίον της οικογένειας. Ποτέ δεν την έκρινα σαν επίφοβο κοινωνικό θεσμό, αλλά απλώς κατάγγειλα ορισμένους τύπους κοινωνικών διεργασιών που μεταδίδονται μέσω του συστήματος της οικογένειας. Παραδείγματα αυτού αποτελούν οι «έντεκα περιπτώσεις» που μελέτησα με τον δρα Α. Έστερσον το 1963. Επρόκειτο για νεαρές σχιζοφρενείς και τις συνομιλίες που είχαμε, όχι μονάχα μαζί τους αλλά και με όλα τα μέλη της οικογένειάς τους, πατέρα, μητέρα, αδέλφια, θείες, θείους, παππούδες κ.ο.κ. με όλους εκείνους δηλαδή που είχανε παίξει την μία ή την άλλη στιγμή κάποιο σημαντικό ρόλο στην ζωή τους, και αυτό επί τρεις γενεές. Γιατί πολλές φορές το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται από γενεά σε γενεά. Κολλάνε λόγου χάρη σε ένα αγοράκι την εικόνα του παππού του που πέθανε πριν αυτό γεννηθεί, του δίνουν το όνομά του, και το θεωρούν σαν «φτυστός ο ίδιος». Την ημέρα που το παιδί αυτό δεν θα ανταποκρίνεται πια στην εικόνα που έχουν «σχηματίσει» για εκείνο οι δικοί του, αρχίζουν να το βρίσκουν «ιδιόρρυθμο», ενώ το παιδί για να γλιτώσει από το οικογενειακό φάντασμα καταφεύγει στο εξωπραγματικό και το φανταστικό, γίνεται «σχιζοφρενικό». Ή έχουμε το παράδειγμα της μητέρας που για να καθησυχάσει τον εαυτό της γιατί βλέπει την υπάκουη έως τώρα κόρη της να γίνεται αυθάδης, δηλώνει πως η κόρη της είναι παλαβή. Η στάση όμως της μητέρας, ίσως να είναι η αντανάκλαση ενός σενάριου που παίχτηκε πριν από 20 ή 30 χρόνια με την γιαγιά και που εκείνη κράταγε τον ρόλο που τώρα κρατάει η κόρη της… Όλες αυτές οι διεργασίες που καταλήγουν σε αδιέξοδα, πλέγματα και δεσμεύσεις, από πολλούς γίνονται ανεκτές, αφού φοβούνται να τις παραβούν, ενώ πολλοί άλλοι αρνούνται να τις ζήσουν. Οι δύο αντίθετες αυτές αντιδράσεις παρουσιάζονται πολλές φορές και μέσα στην ίδια οικογένεια. Αυτές τις απλές αλήθειες  αρκέστηκα να πω, γιατί είναι καιρός πια να τις συνειδητοποιήσουμε. Ποτέ όμως δεν ξεσήκωσα τα παιδιά ενάντια στους γονείς τους, ποτέ δεν είπα ότι τα πρώτα είναι «οι καλοί» και οι γονείς πάντοτε «οι κακοί». Πρέπει να καταλάβουμε πως σε έναν πολύ γενικότερο τομέα, τα τελευταία 20 – 30 χρόνια στις χώρες της Δύσης η οικογένεια για πρώτη φορά στην Ιστορία της έχει διαρραγεί, έχει σπάσει σε χίλια κομμάτια. Σήμερα, αν θέλουμε να αποκτήσουμε και να μεγαλώσουμε παιδιά , πρέπει να παραδεχθούμε πως ζούμε μία μεταβατική κατάσταση: σκοπός μας είναι να εκμεταλλευθούμε όσο το δυνατόν με πιο μεγάλη επιτυχία την ευελιξία της δυτικής «πλουραλιστικής» και αντιφατικής κοινωνίας μας, για να υιοθετήσουμε, όσο γίνεται, μία λιγότερο δυσάρεστη συμβίωση.   

ΕΡΩΤΗΣΗ: Η πρωταρχική σημασία που δίνετε στο οικογενειακό πλαίσιο είναι το μόνο που σας χωρίζει από την παραδοσιακή ψυχιατρική;

R. D. LAING: Όχι. Η παραδοσιακή ψυχιατρική υποστηρίζει πάντα πως η ασθένεια είναι μία ύπουλη εξελισσόμενη κατάσταση, που προχωράει επιδεινούμενη, ενάντια στην οποία τίποτε απολύτως δεν μπορεί να γίνει, παρά μόνο να βελτιώνεται λίγο η κατάσταση ή να εξαφανίζονται μερικά συμπτώματα με την χρήση λ.χ. κατευναστικών. Κανείς όμως δεν επιτέθηκε ενάντια στα αίτια της αρρώστιας. Υπάρχει εξάλλου μία μεγάλη παρεξήγηση: η στάση μου δεν ξεκινάει καθόλου από κάποιον νοσηρό ρομαντισμό. Ποτέ δεν «ενεθάρρυνα» κανένα να γίνει ψυχωτικός. Ούτε και υποστήριξα ποτέ μου ότι η ψυχωτική εμπειρία είναι μία ωραία και ειδυλλιακή στιγμή. Η ψύχωση είναι ένας κόσμος τρόμου και σύγχυσης, φρίκης, απομόνωσης και μελαγχολίας. Σε κανέναν δεν είπα ποτέ να καλλιεργήσει την τρέλα του. Είπα απλώς πως άμα γίνει το κακό η κοινωνία πρέπει, για το δικό της καλό, να βρει τον καλύτερο χώρο για να τον βάλει για θεραπεία και πως από όλους τους χώρους που διαθέτει αυτή την στιγμή ο χειρότερος είναι το ψυχιατρικό άσυλο.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί;

R. D. LAING: Γιατί αν ήμουν τρελός ή κόντευα να γίνω, ο χώρος αυτός της απομόνωσης από τον κόσμο και της μόνιμης καταπίεσης θα με αποτρέλαινε…

ΕΡΩΤΗΣΗ: Για αυτό ιδρύσατε μία θεραπευτική κοινότητα χωρίς ιεραρχία και καταναγκασμούς στο Κίνγκσλεϋ Χωλ; 

R. D. LAING: Το ζήτημα που με απασχόλησε τότε ήταν πού θα βρω μέσα στο Λονδίνο έναν χώρο, όπου θα μπορούν να καταφεύγουν όσοι έχουν ανάγκη. Πού θα εύρισκα δηλαδή ένα πνευματικό και διανοητικό άσυλο, στο οποίο οι άνθρωποι θα μπορούν να πηγαίνουν αλλά και να φεύγουν από αυτό όποτε το θελήσουν. Υπάρχουν σήμερα στο Λονδίνο 5 θεραπευτήρια που δουλεύουν σύμφωνα με τις γενικές αρχές της πολιτικής που πρωτοεφάρμοσε το Κίνγκσλεϋ Χωλ. Ήταν το αντίθετο ακριβώς από ένα ψυχιατρείο. Δεν υπήρχε ούτε Διεύθυνση, ούτε γιατροί, ούτε άρρωστοι. Αφήναμε τους ανθρώπους να προχωρούν μέχρι τα ακρότατα όρια του ταξιδιού τους στον κόσμο της τρέλας, να ξαναζήσουνε τον κύκλο της ζωής αναδρομικά, να ξαναγίνουν έφηβοι, παιδιά, έμβρυα, να λυτρωθούν από τους τραυματισμούς και τους κλονισμούς. Αρνιόμασταν φυσικά τα κατευναστικά, τα ηλεκτροσόκ και κάθε τι που σβήνει την εμπειρία. Δεν πρέπει η μαρτυρία του άρρωστου να διατυπωθεί εκ των υστέρων και ατελώς, με βάση διάφορες παραμορφωμένες ημι-αναμνήσεις. Όταν «σαλέψει» το μυαλό δεν πρόκειται για μία απλή απώλεια μέσα στον άνθρωπο. Η σύγχυση τονίζει μερικές πτυχές που μπορούν να αποβούν πολύ διαφωτιστικές για την εξερεύνηση της σκέψης. Δεν λέω βέβαια πως πρέπει να γίνε κανείς ψυχοπαθής για κάτι τέτοιο, αλλά ότι απλώς πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι θετικές πλευρές της ψυχασθένειας. Δεν επιτρέπεται η χρόνια ή ισόβια υποδούλωση του άρρωστου με κατευναστικά, με την δικαιολογία ότι τάχα έτσι δεν θα ξαναπάθει κρίσεις. Σβήνουμε ίσως τα φαινομενικά συμπτώματα με αυτόν τον τρόπο, δεν κτυπάμε όμως στην ρίζα του το κακό.         

ΕΡΩΤΗΣΗ: Και να οι άρρωστοι γίνουν επικίνδυνοι; Αν σας επιτεθούν;

R. D. LAING: Θα υπερασπισθώ τον εαυτό μου. Δεν έχω λόγο να λυπηθώ έναν επιτιθέμενο επειδή είναι άρρωστος. Πρώτα θα τον καταστήσω ακίνδυνο και μετά θα τον «θεραπεύσω». Όταν ένας άρρωστος απειλεί την κοινωνία, το πρόβλημα φυσικά είναι μεγάλο. Όπως όμως ο σχιζοφρενής έχει μειωμένη σεξουαλική ικανότητα, έτσι και οι επιθετικές παρορμήσεις του είναι πιο εξασθενημένες από εκείνες του «φυσιολογικού» ανθρώπου. Συγκρίνοντας μάλιστα σχιζοφρενείς και «φυσιολογικούς», οι δεύτεροι διαπράττουν πολύ περισσότερες βίαιες πράξεις από τους πρώτους. Το ψυχιατρικό άσυλο δεν πρέπει να ταυτιστεί με την έννοια της φυλακής. 

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποιος λοιπόν κατά την γνώμη σας είναι καλός ψυχίατρος;

R. D. LAING:
Ονειρεύομαι μία ιατρική γνώση που να αγκαλιάζει, όπως και στην αρχαιότητα, τις επί μέρους γνώσεις των διανοητικών, συγκινησιακών και ανατομικών δομών, καθώς και των φυσικών διεργασιών και των χημικών ανταλλαγών στο μοριακό επίπεδο επίσης, όπως και των σχέσεων όλων αυτών των παραγόντων προς τις κοινωνικές διεργασίες. Όταν ένας ιατρός της εποχής του Ιπποκράτη πήγαινε να επισκεφθεί ένα χωριό, όλοι περίμεναν από αυτόν να είναι πλήρως κατατοπισμένος πάνω στους άνεμους που φυσάνε στην περιοχή, στις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας  και στο ποσοστό υγρασίας. Περίμεναν από αυτόν ακόμα να γνωρίζει καλά την φύση του κοινωνικού συστήματος, καθώς και τον οικονομικό και αστρολογικό του προσανατολισμό. Ο γιατρός έπρεπε να έχει σαφή γνώση του συνολικού πλαίσιου προτού πάει να διαπιστώσει το συμβαίνει στο σώμα ενός κάτοικου αυτής της περιοχής, αν λ.χ. έχει πυρετό ή βγάζει άναρθρες κραυγές. Ποτέ δεν περίμεναν από αυτόν να ρίξει μία σύντομη ματιά στον άρρωστο και να τον αποκόψει από το περιβάλλον του. Το περιβάλλον αυτό συμπεριλαμβανόταν μέσα στην διάγνωση του ιατρού.

Πάνω σε αυτό το ζήτημα, οι σημερινοί άνθρωπο ιαι κύρια οι σύγχρονοι ιατροί έχουν διδαχθεί να φοράνε παρωπίδες. Τους μεταδίδουν μία μοναδική μορφή επαγγελματικής τύφλωσης, που είναι σχεδόν συμφυής του επαγγέλματός τους.         


(Η συνέντευξη πάρθηκε για λογαριασμό γαλλικού περιοδικού τον Ιούλιο του 1971. Αναδημοσιεύθηκε στο τεύχος 1 του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», Οκτώβριος 1980)

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ




Ορισμός προβληματικής συμπεριφοράς

Η συμπεριφορά είναι μία σχετική έννοια ˙ αναλύεται, ερμηνεύεται, αξιολογείται και χαρακτηρίζεται με βάση υποκειμενικούς ή και αντικειμενικούς παράγοντες, οι οποίοι έχουν σχέση με τη συμπεριφορά που εξετάζεται. Συνεπώς, η ίδια συμπεριφορά είναι πιθανό να χαρακτηρισθεί από διαφορετικά πρόσωπα ως ομαλή, κανονική και επιθυμητή, ή ως προβληματική, διαταραγμένη και ανεπιθύμητη (Χρηστάκης, 2001). Με την ίδια λογική, διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο κάθε εκπαιδευτικός τις διάφορες μορφές συμπεριφοράς των μαθητών μέσα στην τάξη. Αυτό που είναι πρόβλημα για τον έναν εκπαιδευτικό μπορεί για τον άλλον να είναι απλώς μια ασήμαντη ενόχληση και για έναν τρίτο να αποτελεί ένδειξη ενθουσιασμού εκ μέρους των μαθητών (Fontana, 1996a).

Τα πιο συνηθισμένα στοιχεία, που λαμβάνονται υπόψη για να χαρακτηριστεί μία συμπεριφορά ως κανονική ή ως προβληματική είναι καταρχάς οι στάσεις και οι κανόνες αναφοράς της κοινωνίας (Αραβάνης, 2008). Κάθε κοινωνία έχει τις δικές τις αρχές, αξίες, πολιτιστικά στοιχεία και τρόπο ζωής. Έτσι, για παράδειγμα, ένας μαθητής πηγαίνει σήμερα στο σχολείο με μακριά μαλλιά χωρίς να ενοχλείται, ενώ παλιότερα θα αποβαλλόταν. Πολλοί σημαντικές κρίνονται, επίσης, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται η συμπεριφορά (Χρηστάκης, 2001). Σε περιπτώσεις, για παράδειγμα, που οι γονείς είναι αυταρχικοί, τα παιδιά αποκρύπτουν μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά, γιατί γνωρίζουν ότι θα τιμωρηθούν.

Απαραίτητο θεωρείται, επίσης, να βλέπει κανείς τις επιπτώσεις που έχει μία συγκεκριμένη συμπεριφορά, τόσο στον ίδιο το μαθητή, όσο και στο περιβάλλον του, καθώς επίσης την συχνότητα και την ένταση με την οποία εμφανίζεται (Παρασκευόπουλος, 1974). Αν μια συμπεριφορά δεν ενοχλεί κανέναν, δεν θεωρείται ανεπιθύμητη. Αντίθετα, όταν η συμπεριφορά συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις είτε στο ίδιο το παιδί, είτε στα πρόσωπα του περιβάλλοντός του, τότε η συμπεριφορά αυτή θεωρείται ανεπιθύμητη και πρέπει να εξετάζεται με σχολαστικότητα. Παράλληλα, η ίδια συμπεριφορά αντιμετωπίζεται διαφορετικά, ανάλογα με τη συχνότητα και την ένταση με την οποία εκδηλώνεται. 'εν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο, μια συμπεριφορά που εκδηλώνεται με φραστική επιθετικότητα και μία άλλη, επίσης επιθετική συμπεριφορά

      Συνηθισμένα προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο

Τα μεγαλύτερα ποσοστά των προβλημάτων συμπεριφοράς σημειώνονται στην περίοδο της σχολικής ηλικίας και ειδικότερα στο δημοτικό και το γυμνάσιο, καθώς τότε τα παιδιά παρακολουθούνται συστηματικά από τους εκπαιδευτικούς, δηλαδή από πρόσωπα ειδικά για την επισήμανση και την καταγραφή των προβλημάτων.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η Πολυχρονοπούλου (1991), με στόχο να καταγράψει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο έλληνας εκπαιδευτικός στην τάξη, τα προβλήματα συμπεριφοράς ταξινομούνται στις εξής τρείς κατηγορίες:

  • προβλήματα με εξωστρεφή συμπτώματα, που διαταράσσουν το πρόγραμμα της τάξης
  • προβλήματα ανασφάλειας, αναστολής και απόσυρσης, σε βαθμό που δε χρειάζεται παραπομπή σε εξειδικευμένα κέντρα ή πρόσωπα, για θεραπεία συμπεριφοράς
  • προβλήματα μαθησιακών δυσκολιών των μαθητών στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία και στα μαθηματικά.
  • προβλήματα με σοβαρές συναισθηματικές διαταραχές, οι οποίες, για να αντιμετωπιστούν απαιτούν συνεργασία του εκπαιδευτικού ή του γονέα με αυστηρά εξειδικευμένα πρόσωπα (π.χ. παιδοψυχίατρους, ψυχολόγους, ειδικούς παιδαγωγούςκ.α.)

Μια ομαδοποίηση των συμπτωμάτων, η οποία φαίνεται να υποστηρίζεται από τουςπερισσότερους ειδικούς είναι η ακόλουθη (Καλαντζή-Αζίζι, 1996˙ 'ροσινού, 1994˙Θεοχαρόπουλος, 1990):

  • προβλήματα προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον
  • παρεμπόδιση της διδακτικής εργασίας, λόγω άσκοπων συζητήσεων την ώρα του μαθήματος ή αυθαίρετων μετακινήσεων μέσα στην τάξη
  • παρενόχληση των συμμαθητών στην τάξη κατά την εργασία τους
  • έλλειψη συγκέντρωσης και αδιαφορία για το μάθημα
  • άρνηση συμμετοχής σε σχολικές δραστηριότητες
  • λεκτική ή σωματική βία
  • ακαταστασία στην εμφάνιση, στο θρανίο και τις εργασίες
Ερευνητικά δεδομένα εμφανίζουν την Ελλάδα μαζί με άλλες χώρες (Ρωσία, Βραζιλία και Ισπανία) να αντιμετωπίζουν τα περισσότερα κρούσματα προβληματικής συμπεριφοράς του μαθητικού πληθυσμού στο σχολείο, τα οποία εκδηλώνονται με συστηματική και παρατεταμένη απουσία από τα μαθήματα, αργοπορημένη προσέλευση στην τάξη, φασαρία και αδιαφορία για το μάθημα, χαμηλή βαθμολογία, απειθαρχία στους κανόνες ενδοσχολικής ζωής και έλλειψη σεβασμού στους εκπαιδευτικούς (Καρλατήρα, 2003).

Μελέτες σαν αυτή του (Wragg, 1984) και πιο πρόσφατα της χρηματοδοτημένης από τοΥπουργείο Παιδείας Επιτροπής Έρευνας πάνω στην Πειθαρχία στα Σχολεία (Committee of enquire in Discipline in Schools – DES 1989) δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των προβληματικών συμπεριφορών στην τάξη εντάσσεται σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επίπεδο μικροενόχλησης (αν και βεβαίως αποτελούν ισχυρές πηγές στρες για τον δάσκαλο). Οι περιπτώσεις όπου τα παιδιά πετάγονται να μιλήσουν απρόσκλητα, έρχονται αδιάβαστα, κάνουν θόρυβο ή αλλάζουν θέσεις είναι πολύ περισσότερες από τις πιο σοβαρές παραβάσεις, όπως είναι η ανεπίτρεπτη αυθάδεια, η καταστροφικότητα ή η σωματική βία.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού

Ο εκπαιδευτικός είναι ο διαχειριστής του σχολικού συστήματος, ο οποίος έχει επιφορτιστεί από την πολιτεία με το καθήκον να διαχειρίζεται τις παραμέτρους και τις προϋποθέσεις, με τις οποίες οργανώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία. Ο ρόλος του έχει αναγνωριστεί ως πολύπλευρος και το έργο του πολύπλοκο και ενδιαφέρον (Χατζηδήμου, 1986). Επιπλέον, είναι φορέας των κυρίαρχων ηθικών, εθνικών και κοινωνικών αξιών, τις οποίες μεταφέρει στους μαθητές, μεταδίδοντας έτσι την επικρατούσα ιδεολογία (Μηλιός, 1993˙ Χατζηδήμου, 1987).

Οι προσδοκίες που επενδύονται από την κοινωνία, τους φορείς και τα άτομα στο ρόλο του εκπαιδευτικού, δεν είναι στατικές (Κλωνάρη, Κωστόπουλος, Μπουρίτσας, 1993). Μεταβάλλονται ανάλογα με τις συνθήκες (κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές) αλλά και με τα χαρακτηριστικά (κοινωνική θέση, συμφέροντα και ενδιαφέροντα) του εκπαιδευτικού (Γούμενος, 1993˙ Μυλωνάς, 1993).

Σε αντιστοιχία με τις κοινωνικές λειτουργίες του σχολείου, οι ρόλοι που εκπληρώνει ο εκπαιδευτικός, συνδέονται με την αγωγή, τη διδασκαλία, την αξιολόγηση των μαθητών και την κοινωνικοποίησή τους (Γκότοβος, 2000). 5στόσο, αναγκαία προϋπόθεση, για να εκπληρώσει ο εκπαιδευτικός τα διδακτικά του καθήκοντα, είναι η υποχρέωση να εξασφαλίσει τις συνθήκες που είναι αναγκαίες για την απρόσκοπτη οργάνωση της διδασκαλίας, δηλαδή την «τάξη» στην αίθουσα διδασκαλίας (Lewis et al., 2008˙ Κωνσταντίνου, 1994).

Αξίζει να επισημανθεί πως η πειθαρχία των μαθητών είναι από τα πιο δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί (Hardman & Smith, 2003˙ Αραβανής, 1998˙ Veenman, 1984) και οι 'ιευθυντές των σχολείων (Macciomei, 1999˙ Παπαναούμ- Τζήκα, 1998). Σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τα προβλήματα πειθαρχίας και ελέγχου των μαθητών περισσότερο χρόνο από ότι θα έπρεπε (Ζαφειροπούλου & Μάτη, 1997˙ Merrett & Wheldall, 1984), καθώς είναι ένα κομμάτι της επαγγελματικής τους ζωής που τους αγχώνει αρκετά (Lewis, 2001˙ Oswald, Johnson, & Whitington, 1997˙ Hart, Wearing, & Conn, 1995˙ Johnson, Oswald, & Adey, 1993˙ Fields, 1986).

Μέρος της ανησυχίας των εκπαιδευτικών αφορά την αβεβαιότητα τους ως προς το ποιες προσεγγίσεις είναι οι πλέον αποτελεσματικές. Είναι γνωστό μάλιστα ότι η δυνατότητα τους να επιβάλλουν την τάξη επηρεάζει σοβαρά την αυτοεικόνα τους (McCormick & Shi, 1999˙ Doyle, 1985). Μεγάλο ποσοστό εκπαιδευτικών θεωρεί ότι η βασική εκπαίδευση τους δεν τους προετοιμάζει επαρκώςγια τη διαχείριση των δύσκολων συμπεριφορών στο πλαίσιο της τάξης (George et al., 1995˙ Johnston, 1990).

Σε μελέτες του Πανεπιστημίου της Κρήτης, οι δάσκαλοι δηλώνουν έλλειψη γνώσεων σχετικά με συγκεκριμένες συμπεριφορικές τεχνικές που μπορεί να χρησιμοποιούνται, ώστε να ρυθμίζονται ή να αντιμετωπίζονται οι δύσκολες και διαταρακτικές συμπεριφορές μέσα στην τάξη (Thanos, Kourkoutas & Vitalaki, 2006). Σε ανάλογες έρευνες οι δάσκαλοι δηλώνουν ότι αισθάνονται ανασφαλείς και αγχωμένοι όταν έχουν να κάνουν με παιδιά που εκδηλώνουν συναισθηματικά ή συμπεριφορικά προβλήματα (Kourkoutas, 2004a). Όπως τονίζει όμως ο Pettit και οι συνεργάτες του (1992), εκπαιδευτικοί με ανεπαρκή εκπαίδευση μπορεί να επιδεινώσουν τα προβλήματα συμπεριφοράς των μαθητών, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες δεξιότητες που κανένα επιμορφωτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να μεταδώσει, καθώς έρχονται με την εμπειρία (Martin, Linfoot & Stephenson, 1999).

ΠΗΓΗ: 
απόσπασμα από την

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΜΕΛΕΤΗ
της
Κουτσοθανάση Χρυσούλα
με
ΘΕΜΑ
Στάσεις και απόψεις των καθηγητών δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης, σχετικά με τη διαχείριση προβλημάτων
συμπεριφοράς των μαθητών μέσα στη σχολική τάξη

φωτογραφία Steve McCurry

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Ο κόσμος των αφανών πραγμάτων


Με σιγανές φωνές μιλάμε προσπαθώντας με ένα διάλογο να προσεγγίσουμε χρόνια ονειρικής υπνοβασίας. Ο λόγος γίνεται φοβισμένα βλέμματα στο κόσμο των αφανών πραγμάτων.
Me το κόσμο των αφανών πραγμάτων είχαμε περισσότερα να πούμε. Είχαμε ατελείωτους διαλόγους να κάνουμε, για το σκοτάδι και τους φόβους του, για την ενοχή και τις τύψεις της, για το άγχος και το κρυφό του κλάμα, για τον έρωτα και την γιορτή της ζωής.
Ο κόσμος των αφανών πραγμάτων είναι μια γυμνή ξεπαγιασμένη προσδοκία.  Είναι μια γλυκιά φοβέρα στο κέντρο του εγκεφάλου. Kάτι σαν διέγερση που προκαλεί ένα ερημωμένο ερωτικό τοπίο χαμένο μέσα μας και ο παροξυσμός της αναζήτησης νοήματος.
Ο κόσμος των αφανών πραγμάτων είναι ένας περίπατος κατά μήκος ξεχασμένων συναισθημάτων... ξεχασμένων ηλικιών... ξεχασμένων προσδοκιών... 
Κερεντζής Λάμπρος 
Πίνακας: Graszka Poulska

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Εγώ και Αυτός.


Εγώ και Αυτός, Αυτός και Εγώ. Σερνόμαστε και οι δύο μέσα στις φλέβες ο ενός του άλλου με το ίδιο αίμα δηλητηριασμένο από την διαφορά και την ομοιότητα. Μαζί μεγαλωμένοι, ο ένας με τον φόβο και ο άλλος με την άρνηση, κρυμμένες στα φυλλοκάρδια τους.
Εγώ είμαι εγώ, αυτός που εγώ θέλω να είμαι και αυτός...Αυτός είναι αυτός που οι άλλοι ήθελαν να είναι. Έτσι είμαστε δυο σε ένα, ή ένα σε δύο. Αυτό δεν έχει σημασία, ή έχει μεγάλη σημασία, ανάλογα τον χώρο, τον χρόνο και τον τρόπο που κάποιος μπορεί να μας προσεγγίσει...
Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πάμε και τόσο καλά μαζί. Αυτόν, εγώ τον θεωρώ νόθο, πως να το πω, όχι αυθεντικό! Δεν είναι σαν και εμένα που έχω γεννηθεί και μεγαλώσει προσπαθώντας να κρατήσω την ανεξαρτησία μου. Αυτός είναι το γέννημα και το θρέμμα των άλλων μέσα μου. Είναι εξαρτημένος από το χαμόγελό τους, ή τον θυμό τους, από τα λόγια τους ή το βλέμμα τους.
Πολλές φορές δεν θέλω ούτε να τον βλέπω. Με λέει εγωιστή, ξεροκέφαλο, ότι μια μέρα θα φάω τα μούτρα μου, διότι δεν ακούω κανένα... Και εγώ τον λέω μαμάκια, βολεμένο, φοβητσιάρη, κλαψιάρη... Παρ΄ όλα αυτά είναι πάντα μαζί μου και εγώ πάντα μαζί του.
Εγώ και αυτός τριγυρίζουμε το μαραμένο δέρμα μας στους δρόμους. Νιώθουμε τους ερεθισμένους πόρους του κάτω από την ηλικιωμένη παλάμη που απλώνει την αφή της στα χαμένα τοπία της παιδικότητας μας.
Εγώ, προσπαθώ να ορίσω την ωριμότητα αυτής της παιδικότητας που δεν θέλει να υποχωρήσει. Αυτός, χωρίς να καταλαβαίνει, κρύβεται πίσω από τις ζάρες του προσώπου που δεν μπορούν να κρυφτούν. Τα κουρασμένα μάτια μας κοιτάν αβοήθητα, καθώς τον επιπλήττω για την διαγωγή του.
Εγώ σαν μυξιάρικο μωρό τρεκλίζω με βήμα ενήλικα στα καλέσματα των παιδιών μας. Αυτός συνεχίζει τις συζητήσεις με το σκοτάδι, με τους φόβους, με τα τρομαγμένα σπλάχνα της ενοχής, με το διαχρονικό άγχος και τις τύψεις. Κυρίως μ΄ αυτές που τις κρύβουμε καλά, ακουμπώντας την καθημερινότητα επάνω τους.
Νιώθουμε σαν μοναχικοί ακροβάτες ενός κόσμου που γυαλίζει τόσο πολύ και μας τυφλώνει πάνω στο σκοινί της ζωής μας. Δεν αισθανόμαστε το σώμα μας, δεν αισθανόμαστε το μυαλό μας. Το κάθε τι γύρω μας είναι ντυμένο με την βρεφική δυσαρέσκεια που μας ακολουθεί και μας γεμίζει με άγχος.
Εγώ, κάπου να ακουμπήσω ψάχνω, το κουρασμένο σώμα και τις βαριές σκέψεις μιας μοναχικής διαδρομής ανάμεσα σε ανθρώπους σαν και εμάς μοναχικούς και παραμελημένους. Αυτός, την ωριμότητα της παιδικότητας του φοβάται και δεν είναι καθόλου σίγουρος για τις σκέψεις του για τα συμπεράσματά του. Πάντα κάνει κάποιο λάθος, πάντα κάτι δεν σκέφτηκε όπως έπρεπε. Πάντα το παρελθόν μοιάζει αποτυχημένο σαν το παρόν και είναι δυσαρεστημένος. Πάντα κάτι καλύτερο θα μπορούσε να έχει κάνει!
Εγώ, αυτόν παρακολουθώ βρίζοντας τις ανάγκες του, τις επιλογές του, την πορεία της ύπαρξής του του μέχρι αυτό το σημείο. Αυτός, τη ζωή μου βλέπει να χάνεται καταξοδεμένη ανούσια σε καταστάσεις που ψάχνω την αξία τους σε κάτι που δεν έχω ακόμα αποκτήσει.
Εγώ, με τίποτα δεν είμαι ευχαριστημένος με αυτόν, όμως τον αποζητάω. Τον χρειάζομαι για να γκρινιάζω και να τον υποβιβάζω, να του υπενθυμίσω την ανεπάρκεια του, την εξάρτηση του από τους άλλους. Νιώθω μια διαστροφική ικανοποίηση να τον βλέπω στριμωγμένο, να προσπαθεί να μου ζητήσει συγνώμη.
Γίνομαι κακός, βάναυσος, τρομοκράτης, επικρατώντας στον ηδονικό ορίζοντα της παιδικότητας μας με μια άγρια φάτσα διατροφικού ενήλικα που χαίρεται να θυσιάζει τον εαυτό του, που χαίρεται τις στερήσεις και τις απογοητεύσεις, σαν βασικά στοιχεία της ενηλικίωσης μας.
Παρ΄ όλα αυτά κάνω όνειρα, σχεδιάζοντας καταστάσεις, σπρώχνοντας το παιδικό καροτσάκι με αυτόν μέσα για να μετρηθεί με το αδύνατο, έτοιμος να τον κατηγορήσω αν δεν τα καταφέρει.
Όμως...
Πολλές φορές αισθάνομαι ότι πρέπει να του δώσω χώρο και χρόνο σε αυτόν που μεγαλώνει μέσα μου και σε μένα που μεγαλώνω μέσα του. Να σταματήσει αυτή η αντιπαλότητα, και να προσπαθήσουμε να δούμε ο ένας τον άλλον με τα μάτια της ψυχής. Η ψυχή μας όμως ματωμένη από τις παρεμβάσεις των άλλων έχει αναπτύξει τα προσαρμοστικά στοιχεία που την στοιχειώνουν και ανοίγουν την άβυσσο ανάμεσα μας.
Κάποτε πρέπει να τον πάρω στα χέρια μου και να με πάρει στα δικά του και να ψιθυρίσουμε λόγια αγάπης που τόσο μας έχουν λείψει. Να τον προστατεύσω και να με προστατεύσει από την αγριότητα, από την κακία την δικιά μου και την δικιά του που δεν ανήκει σε κανένα μας. Που είναι μια κατασκευή των άλλων! Και οι δυο είμαστε μια κατασκευή των άλλων!
Κάπου πρέπει να δημιουργήσουμε ένα χώρο υποδοχής και αποδοχής του άλλου που κρύβουμε μέσα μας. Αυτού που μας βοήθησε να φθάσουμε μέχρις εδώ. Να πάψουμε να πολεμάμε ο ένας τον άλλον και να γίνουμε ένα γιατί είμαστε ένα.
Χρειαζόμαστε ένα χώρο και χρόνο για να αναπτύξουμε την ατομικότητα μας. Μέσα σε αυτόν θα μπορέσουμε με την ησυχία μας να μαζέψουμε όλα τα κομμάτια και να συμπληρώσουμε το παζλ της ζωής μας.
Ο ένας να ακούσει τον άλλον, να τον περιβάλλει με την θαλπωρή που πρέπει. Να σταματήσει η τιμωρία να αποτελεί το μόνο επικοινωνιακό μέσο αλληλο - ύπαρξης μας.
Η διαφορά και η ομοιότητα να γίνουν ένα, κρατώντας την ταυτότητα τους. Η ανεξαρτησία και η εξάρτηση να ορίσουν του χώρους τους ανάλογα την αναγκαιότητα των καταστάσεων διότι και οι δύο μας είναι χρήσιμες.
Η ωριμότητα της παιδικότητας και η παιδικότητα της ωριμότητας να γίνουν όπλα απέναντι στις αυθαίρετες κατασκευές των άλλων. Απέναντι στις αποφάσεις που δεν μας ανήκουν αλλά μας κακοποιούν σωματικά και ψυχικά.
Να ξαναβρούμε την ενότητα μέσα από την οποία αναστηθήκαμε και αλληλέγγυοι να αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον για πάντα αποδίδοντας την σημαντικότητα της διαφοράς για την κατασκευή μιας κοινής ύπαρξης...
Και όλα αυτά δεν μπορεί να τα πετύχει κανένας μόνος του παρά μόνο μαζί.
Εγώ και Αυτός.
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας: Christian Edler