Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το ΟΧΙ του 40 στο Σήμερα.

Παρελάσεις ντυμένες στις Ελληνικές σημαίες που διατυμπανίζουν την εθνική περηφάνια και την αγάπη προς την πατρίδα, δεν μπορούν να κρύψουν την οδυνηρή κατάσταση της σημερινής πραγματικότητας μιας κατακτημένης χώρας. Μιας χώρας στην οποία έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα της απόφασης για τον μέλλον, αυτής και των υπηκόων της.
Το όχι του 40 σήμερα, το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει το μύθο της ανεξαρτησίας την στιγμή που καταλύεται κάθε ίχνος εθνικής κυριαρχίας
Προσδίδει μια ψεύτικη εντύπωση της υπεροχής του Έλληνα την στιγμή που γονατισμένος και μέσα στην απόγνωση δεν έχει την δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά ούτε και το μέλλον των παιδιών του.
Το όχι του 40 μετά από 75 χρόνια δεν μπορεί να δημιουργήσει ούτε μια ψεύτικη προσδοκία για ηρωισμούς και αντίσταση, παρόλο που προσπαθεί να διατηρήσει σε φανταστικό επίπεδο την παρουσία του σαν ένα γεγονός το οποίο μπορεί να επαναληφθεί.
Δυστυχώς η επανάληψη μιας τέτοιας “ηρωικής” πράξης δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα αλλά με την φαντασία.
Ο τότε ηρωισμός των Ελλήνων στο βαθμό που “καθησυχάζει” τον πληθυσμό, με την δήθεν ύπαρξή του, και την υποτιθέμενη επανάληψή του δημιουργεί μια λανθασμένη αντίληψη της πραγματικότητας, η οποία δεν βοηθάει στην συνειδητοποίηση της τωρινής κατάστασης, αλλά περισσότερο την μπερδεύει νοηματικά και συναισθηματικά.
Ο τότε ηρωισμός των Ελλήνων, σήμερα, μετατρέπεται αυτόματα, λόγω των σημερινών συνθηκών, σε στοιχείο, δημιουργίας μιας ψευδής συνείδησης, η οποία βοηθάει στην μη συνειδητοποίηση του εύρους της σημερινής υποταγής.
Η ανικανότητα του όχι του τότε στο σήμερα, δείχνει επίσης και ένα άλλο γεγονός!!
Πως οι δυνάμεις τους σκότους του τότε, κατάφεραν να εξελίξουν και να αναπτύξουν τις μεθόδους εκούσιας και ακούσιας βίας που ακόμα και ο υποταγμένος να γιορτάζει την επέτειο της αντίστασης του τότε, μέσα στην πλήρη υποταγή του σήμερα.
Κερεντζής Λάμπρος




Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Δημιουργία και Αυτονομία



Δημιουργία

Οι φιλόσοφοι έχουν αναρωτηθεί: Γιατί να υπάρχει κατι, ενώ θα μπορούσε να μην υπάρχει τίποτα. 
 
Το ερώτημα αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει απάντηση. Ίσως μάλιστα να μην έχει καν νόημα. Υπάρχει όμως ένα άλλο ερώτημα που μας βασανίζει και δεν μπορεί παρά να μας βασανίζει: Πώς γίνεται και υπάρχει μια τέτοια πολυμορφία πραγμάτων; Και φυσικά δεν εννοώ μόνον την ποσοτική πολυμορφία. 
 
Πώς γίνεται και υπάρχει αυτή η απέραντη ποικιλία μορφών, από τη μη έμβια φύση, μέχρι τις πολυάριθμες ακαθόριστες μορφές ζωής, ακόμη και μέχρι τις μορφές που ακατάπαυστα η ανθρώπινη ιστορία παράγει και δημιουργεί; 
 
Έχει υποστηριχθεί ότι η δημιουργία είναι θεία πράξη. Δεν είναι θεία πράξη. Η δημιουργία είναι αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει το ον. Κάθε ον.

Το παν υπόκειται συνεχώς σε αλλαγή και αναδημιουργία. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως ό,τι παρουσιάζεται μπροστά μας είναι μια ατέρμων επανάληψη της ίδιας μορφής, διότι αμέσως ανακύπτει το ερώτημα: 
 
Μήπως, κάθε τι είναι καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τις μορφές που έχουν ήδη υπάρξει από κα¬ταβολής χρόνου; 
 
Είναι όμως σαφές ότι υπάρχει ένας αληθινός χρόνος” ο χρόνος της μεταβολής. Και αληθινή μεταβολή είναι η ανάδυση νέων μορφών.

“Γα φαινόμενα, τα οποία παρατηρούμε μπροστά μας, προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε μέσα από τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Αυτές οι ερμηνείες είναι ασφαλώς πολύτιμες αλλά είναι πάντα μερικές. Γιατί; 
 
Διότι έχουν σημασία μόνον στις περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα επαναλαμβάνονται (οι ίδιες αιτίες δίνουν τα ίδια αποτελέσματα), αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάδυση νέων μορφών.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση της ζωής. Η βιολογία μας λέει ότι σε μιαν ορισμένη στιγμή, μέσα στον «πρωταρχικό χυλό» που υπήρχε στη γη, ενας μεγάλος αριθμός μορίων συνενώθηκε τυχαία και, στη συνέχεια, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες -θερμοκρασίας, ακτινοβολίας, πίεσης- αναδύθηκαν μορφές ζωής. 
 
Αυτή όμως η απάντηση δεν στέκει. Γιατί; 
 
Διότι μια μορφή ζωής είναι κάτι άλλο από μιαν απλή συνένωση μορίων.
Επί πλέον, πρόκειται για μια σύνενωση μορίων τελείως ιδιαίτερη ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων που θα μπορούσαν να συντεθούν. Είναι μια συνένωση που κατορθώνει να οργανώνεται, να συντηρείται, να αναπαράγεται. 
 
Το ίδιο ισχύει, με τρόπο πολύ πιο πυκνό και έντογανο, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η Ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα συνδυασμού ίδιων στοιχείων. Η Ιστορία είναι δημιουργία νέων στοιχείων. Είναι δημιουργία της μουσικής, της ζωγραφικής, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας. Και φυσικά δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος τη μουσική του Μπαχ ή του Μπετόβεν. Αυτή η μουσική είναι μεγάλη, διότι είναι πρωτότυπη. Και λέγοντας πρωτότυπη, σημαίνει ότι ακριβώς δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε.


Αυτονομία



Υπάρχει ανθρώπινη ελευθερία και σε τι συνίσταται; 
 
Ελευθερία δεν σημαίνει να κάνουμε ό,τι μας κατεβαίνει στο κεφάλι, ούτε, όπως νόμιζαν ορισμένοι φιλόσοφοι, να δρούμε χωρίς κίνητρα. 
 
Ελευθερία σημαίνει κατ” αρχάς να έχουμε διαύγεια απέναντι, σ” αυτό που σκεφτόμαστε και σ” αυτό που κάνουμε. 
 
Μπορούμε όμως να είμαστε ελεύθεροι,, όταν ζούμε σε μια κοινωνία και κάτω από τον κοινωνικό νόμο; 
 
Θα διατυπώσω την απάντηση ως εξής: Μπορώ να είμαι ελεύθερος, εφόσον συμμετέχω στη διαμόρφωση αυτού του νόμου, εφόσον αποφασίζω ισότιμα μαζί με τους άλλους για τη δημιουργία αυτού του νόμου και, τέλος, εφόσον είμαι σύμφωνος με τον τρόπο που ο νόμος αυτός θεσμίστηκε.

Για πολύ μεγάλο διάστημα οι ανθρώπινες κοινωνίες πίστευαν ότι τους νόμους και τους θεσμούς τους δεν τους είχαν δημιουργήσει οι ίδιες. Αλλά τότε ποιος; Οι θεοί, ο Θεός, οι πρόγονοι. Σε τέτοιες συνθήκες αυτοί οι νόμοι και οι θεσμοί προφανώς θεωρούνται ιεροί. Αδύνατον να τους αμφισβητήσει κανείς. Πώς είναι δυνατόν να πω ότι ο νόμος που τον έχει δώσει ο Θεός (αν ο Θεός είναι η πηγή κάθε δικαίου) είναι άδικος;

Σε μιαν τέτοια κοινωνία, που θα την αποκαλέσουμε ετερόνομη -επειδή είναι υπόδουλη στους δικούς της θεσμούς-, τα ίδια τα άτομα είναι ετερόνομα. Δεν μπορούν να σκεφτούν μόνα τους, εκτός από τελείως τετριμμένα και δευτερεύοντα θέματα. Δεν μπορούν να ελέγξουν κριτικά τη συμπεριφορά τους. Δεν μπορούν να κρίνουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι αληθές και τι ψευδές. Αυτή ήταν η μοίρα της κοινωνίας επί χιλιετίες.

Κάποια στιγμή όμως έγινε μια ιστορική ρήξη, η οποία άλλαξε την κατάσταση των πραγμάτων. Η ρήξη αυτή παρατηρείται για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελλάδα (στις πόλεις που δημιούργησαν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία) και μετά, αφού μεσολάβησαν είκοσι αιώνες έκλειψης, ξαναξεκίνησε για δεύτερη φορά στη Δυτική Ευρώπη (με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, το μεγάλο δημοκρατικό κίνημα χειραφέτησης, το εργατικό κίνημα κ.λπ.). 
 
Αυτά τα κινήματα -με το πρόταγμα της αυτονομίας- δημιούργησαν τις κάποιες ελευθερίες που διαθέτει η κοινωνία, στην οποία ζούμε. Όμως το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο έφθασε στο κορύφωμα του ανάμεσα στο 1750 και το 1950, επί του παρόντος μοιάζει να είναι εξουδετερωμένο. 
 
Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία, στην οποία η απάθεΐα, ο κυνισμός και η ανευθυνότητα ολοένα επεκτείνοται. Το κίνημα της αυτονομίας πρέπει να ξαναξεκινησει και να προσπαθήσει να εγκαθιδρύσει μιαν αληθινή δημοκρατία. Μια δημοκρατία όπου όλοι θα συμμετέχουν στη ρύθμιση και τον καθορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Και αυτό είναι το μόνο πολιτικό πρόταγμα, για το οποίο αξίζει τον κόπο να εργαστούμε και να αγωνιστούμε.


Απόσπασμα από το βιβλίο
 «είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας» 
του Κορνήλιου Καστοριάδη


πίνακας:JEAN-PIERRE ALAUX

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Φαντασία και Φαντασιακό





H Φαντασία

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου;
Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα;
Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. 
 
Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο (λογικά» από εμάς δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν.

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; 
 
Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. (Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες’ τα ζώα έχουν ένστικτα.) Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμητών; 
 
Είναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες, ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα. Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μας διαφοροποιεί από τα ζώα.

Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική ροή από εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα.
Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ώς πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας.
Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τερατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία.

Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ’ αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία.
Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και κανόνες, ούτε ηθικούς και λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος.

O άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.


To Φαντασιακό



Το ανθρώπινο ον υπάρχει μόνον ως κοινωνικό ον.
Αυτό σημαίνει ότι ζει σε μια κοινωνία με θεσμούς, με νόμους, με ήθη, με έθιμα, κ.λπ.
Ερώτημα: Από πού έρχονται αυτοί οι θεσμοί, οι νόμοι, τα έθιμα; 
 
Είναι αδύνατον να πούμε, όπως συχνά πίστευαν οι λαοί, ότι υπάρχει ένας δημιουργός, ένας νομοθέτης όλων αυτών; 
 
Σε μιαν ήδη θεσμισμένη κοινωνία, τα άτομα μπορούν να προτείνουν νόμους, κάποιους ιδιαίτερους νόμους. Τούτο όμως είναι δυνατόν να γίνει, επειδή υπάρχει ήδη ένα σύστημα νόμων, επειδή αυτά τα άτομα έχουν ζήσει ήδη σε μια κοινωνία με νόμους. 
 
Ένας συγγραφέας μπορεί να επινοήσει μια νέα λογοτεχνική μορφή και ένας περιθωριακός μια λέξη της αργκό. Αυτά είναι δυνατόν να γίνουν, επειδή υπάρχει ήδη η γλώσσα και η αργκό. 
 
Όμως ποιος θα μπορούσε μόνος του να δημιουργήσει εκ προοιμίου τη γλώσσα και να την επιβάλει στους υπόλοιπους; 
 
Και με ποια γλώσσα θα επικοινωνούσε; Όλα αυτά, οι νόμοι, οι θεσμοί, τα ήθη, τα έθιμα, η γλώσσα- είναι συλλογικές δημιουργίες.

Προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας βάσει ενός συμβολαίου το (κοινωνικό συμβόλαιο). Όμως ένα συμβόλαιο προϋποθέτει άτομα κοινωνικά, τα οποία γνωρίζουν τι είναι ένα τέτοιο συμβόλαιο. 
 
Προσπάθησαν επίσης να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας με τους φυσικούς και τους βιολογικούς νόμους. Όμως κανένας φυσικός ή βιολογικός νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύσει την καταγωγή των θεσμών, που είναι ένα καινούργιο φαινόμενο μέσα στο δημιουργημένο σύμπαν. 
 
Κανένας φυσικός και βιολογικός νόμος δεν απαντά στα ερωτήματα: Γιατί οι Εβραίοι δημιούργησαν τον μονοθεϊσμό; Γιατί οι Έλληνες δημιούργησαν τις δημοκρατικές πόλεις; Γιατί η Δύση δημιούργησε τον καπιταλισμό;

Για να συλλάβουμε την ύπαρξη της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς επίσης τις αλλαγές της μέσα στον χρόνο αλλά και τις διαφορές της μέσα στον χώρο, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτές οι ίδιες οι ανθρώπινες κοινότητας διαθέτουν μιαν χωρίς προηγούμενο δημιουργική ικανότητα. 
 
Αυτή τη δημιουργική ικανότητα μπορούμε να την ονομάσουμε: κοινωνικό φαντασιακό.Το κοινωνικό φαντασιακό είναι η πηγή των θεσμών που ρυθμίζουν και οργανώνουν τη ζωή των ανθρώπων.
 
Αυτό επίσης δημιουργεί κάτι πολύ σημαντικό: τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες.
 
Οι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες καθορίζουν τις αξίες μιας κοινωνίας, δηλαδή καθορίζουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι αληθές και τι ψευδές, τι είναι δίκαιο και τι άδικο. 
 
Οι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες δίνουν νόημα στη ζωή των ατόμων και, τελικά, δίνουν νόημα ακόμη και στον θάνατο τους. 
 
Το κοινωνικό φαντασιακό δεν είναι σταθερό και α-μετάβλητο. Αλλάζει. Και οι αλλαγές του δηλώνουν την ύπαρξη αλλαγών στην κοινωνία, το γεγονός δηλαδή ότι υπάρχει ιστορία της ανθρωπότητας. 
 
Το κοινωνικό φαντασιακό, άπαξ και δημιούργησε τους θεσμούς, μπορεί είτε να παραμείνει κατά κάποιον τρόπο σε λήθαργο (έτσι συμβαίνει στις πρωτόγονες, τις αρχαϊκές, τις παραδοσιακές κοινωνίες), είτε να προκαλέσει αλλαγές, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορες (έτσι συμβαίνει στην εποχή μας, η οποία γνωρίζει έναν γρήγορο ρυθμό από ιστορικές μεταβολές, ανήκουστο στην μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας).



Απόσπασμα από το βιβλίο 
«είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας» 
του Κορνήλιου Καστοριάδη

Πίνακας JEAN-PIERRE ALAUX

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Φιλελευθερισμός και Kατανάλωση, ή, Διαχωρισμός και η Επανένωση

Σε μια καπιταλιστική κοινωνία τα πάντα αναφέρονται στο άτομο και όχι στην ομάδα. Η έννοια του συλλογικού τείνει να εξαφανιστεί και να αντικατασταθεί μόνο με το ατομικό.
Με αυτό το τρόπο επιτυγχάνεται ο διαχωρισμός των ανθρώπων και η στροφή του ενός απέναντι στον άλλον σύμφωνα με το υποτιθέμενο συμφέρον τους.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια τεχνητή διαφοροποίηση, του ενός από τον άλλον σύμφωνα με την ποσότητα και την ποιότητα της κτήσης του.
Η κτήση αποτελεί το βασικότερο στοιχείο για την κοινωνική αναγνώριση του ατόμου στην κοινωνία μας, αλλά... και για τον κοινωνικό του έλεγχο. Μέσα από αυτή προβάλλεται η ικανότητα και η δυναμικότητα του καθένα, καθώς και η αναζήτηση της αναγνώριση σαν κάτι διαφορετικό και του σεβασμού από τους άλλους.
Η διαφορετικότητα η οποία απορρέει από την κτήση, δημιουργεί τον διαχωρισμό και την απομάκρυνση από τον άλλον. Ο άλλος μέσα από το πρίσμα της αποτελεί ένα στοιχείο απειλητικό το οποίο επιβουλεύεται την επιτυχία του ατόμου.
Η έννοια της κτήσης λοιπόν δημιουργεί το συναίσθημα της κτητικότητας το οποίο με την σειρά του εκκολάπτει το φόβο της απώλειας της. Έτσι ενώ η κτήση εμφανίζεται σαν προνόμιο του πολίτη, στην ουσία μετατρέπεται σε απειλή.
Με αυτό τον τρόπο η κτήση κουβαλάει μαζί της και την απομόνωση του ατόμου σαν μέσο προστασία της ίδιας της κτήσης από τους άλλους. Το κενό που δημιουργείται ανάμεσα στον εαυτό και τον άλλον έρχεται να καλύψει πάλι η κτήση μέσα από δυο διαφορετικές μορφές. Αυτή της κατανάλωσης και της πολιτικής.
Τόσο η πολιτική με την μορφή του φιλελευθερισμού όσο και η κατανάλωση ποντάρουν σαν απαραίτητο στοιχείο στο διαχωρισμό των ανθρώπων σε κατηγορίες.
Και οι δύο χρειάζονται μοναχικά άτομα, διότι μόνο κάτω από της συνθήκη της μοναξιά μπορούν να πετύχουν την δημιουργία της ανάγκης για την αναζήτησή τους. Και οι δύο χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο, αυτή της πειθούς, με λίγα λόγια της προπαγάνδας για να πείσουν για την αναγκαιότητα της παρουσίας τους.
Έτσι τόσο η κατανάλωση, όσο και ο φιλελευθερισμός εργάζονται σε ένα πρώτο πλάνο, για την ατομικότητα, ενάντια στην συλλογικότητα και σε ένα δεύτερο, για την καλλιέργεια της αντιπαλότητας σε κοινωνικό, αλλά και πολιτικό επίπεδο.
Στόχος τους δεν είναι η ένωση των ανθρώπων, αλλά ο διαχωρισμός, διότι μέσα από αυτόν δικαιολογείται η παρουσία τους. Μέσα από αυτή την διαδικασία προετοιμάζουν το έδαφος για την καλλιέργεια των διαφορών, του μίσους και της επιθετικότητα του ενός απέναντι στον άλλον, ή της μιας κοινωνικής ομάδας απέναντι στην άλλη.
Αυτή η κατάσταση βοηθά την παρουσία της εξουσίας, πολιτικής ή καταναλωτικής, να υιοθετήσει τον “ ειρηνικό” ρόλο του διαμεσολαβητή. Αυτού δηλαδή που έρχεται να φροντίσει για την επανένωση του ανθρώπου με τον κόσμο, ενώ στην ουσία είναι η δημιουργός του διαχωρισμού και της απομόνωσης του.
Με αυτό τον τρόπο καταφέρνει τόσο ο φιλελευθερισμός όσο και η κατανάλωση, να ελέγχουν την εξέλιξη των καταστάσεων καταστρέφοντας τις ανθρώπινες συνθήκες, καταδικάζοντας ανθρώπους στην μοναξιά, στην ανέχεια, στην θλίψη της ανεργίας και την αυτοχειρία, διατυμπανίζοντας ότι φροντίζουν για αυτούς.
Ο φιλελευθερισμός και η κατανάλωση μέσα από την ανησυχία που δείχνουν για τις συνθήκες που δημιουργούν, εμφανίζονται σαν οι “σωτήρες” του αύριο που περπατάνε πάνω στα πτώματα του σήμερα...
Κερεντζής Λάμπρος
φωτό:Duane Hanson,

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Η ΔΟΥΛΕΙΑ




Εισαγωγή: Η πορεία της σχέσης αφέντη και δούλου από τα χρόνια της Αρχαίας Ελλάδας μέχρι σήμερα.

H δουλεία υπήρξε αρχαίος θεσμός που νομιμοποιούσε την μετατροπή του ανθρώπου σε ιδιοκτησία και που απαγορεύτηκε σταδιακά για οικονομικούς και ηθικούς λόγους στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Η δουλεία συνεπαγόταν όχι μόνον τον κοινωνικό θάνατο του ατόμου, αλλά του αφαιρούσε αυτή καθαυτή την ανθρώπινη υπόσταση και το υποβίβαζε στο εξής σε αντικείμενο προς ιδιοκτησία και χρήση (ιδιώτη ή κράτους). Σε κατάσταση δουλείας ζούσε κατά καιρούς και περιοχές το 20%-40% του πληθυσμού των κοινωνιών, ενώ υπήρξαν και κοινωνίες με πολύ υψηλότερο ποσοστό δούλων.

Η δουλεία ήταν ευρέως διαδεδομένη σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς του κόσμου, των λαών της Ασίας της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής όπως και πολλών λαών της Ευρώπης, περιλαμβανομένου του ελληνικού και του ρωμαϊκού. Ιδιαίτερη έμφαση όμως δίνεται συχνά στη δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα, όχι επειδή ήταν σκληρότερη, αλλά επειδή θεωρείται αυτονόητο ότι μια χώρα που διέθετε ανεπτυγμένο πολιτισμό και γέννησε τη δημοκρατία, δεν θα έπρεπε να ανέχεται τη δουλεία.

Η υποδούλωση των ανθρώπων θεωρείτο επί δεκάδες αιώνες μια απόλυτα νόμιμη κατάσταση, κατά την οποία δούλοι ή σκλάβοι γίνονταν συνήθως οι υγιείς και αρτιμελείς αιχμάλωτοι πολέμου, καθώς και οι αστικοί ή αγροτικοί πληθυσμοί που αυτοί υπερασπίζονταν. Μετά την υποδούλωσή τους, αντιμετωπίζονταν ως οικόσιτα ζώα ή αντικείμενα και παράλληλα ως εχθροί.

Σε διάφορους πολιτισμούς, πάντως, δούλοι ή σκλάβοι γίνονταν πάρα πολλοί άνθρωποι και με συγκριτικά ειρηνικά μέσα ή πάντως σε καιρό ειρήνης. Σε αυτό το χαμηλό κοινωνικό επίπεδο έπεφταν εκείνοι που όφειλαν χρήματα τα οποία δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν (και αντιμετωπίζονταν ως κλέφτες) ή όσοι υπέπιπταν σε διάφορα σοβαρά για την εποχή αδικήματα. Έπρεπε τότε ουσιαστικά να πουλήσουν τον εαυτό τους ή να διαπραγματευτούν την προσωπική ελευθερία τους πουλώντας τη γυναίκα ή τα παιδιά τους. Ο δούλος μπορούσε να τιμωρηθεί σε όποιον βαθμό ενέκρινε ο ιδιοκτήτης ή αφέντης του. Μερικές φορές οι δούλοι ελευθερώνονταν αν κάποιος εξαγόραζε την ελευθερία τους, αλλά αυτό ήταν σπάνιο.

Στην κλασική Αθήνα όλοι, εκτός από τους πένητες, διέθεταν και δούλους. Εκείνοι που αποτελούσαν μέλη του οίκου και διέμεναν σ' αυτόν, ονομάζονταν οικέται ή οικείς. Τους οικιακούς δούλους τούς χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τις εργασίες του σπιτιού, αλλά και για την καλλιέργεια της γης. Επιπλέον, στο πλαίσιο των οικιακών εργασιών αναλάμβαναν τη φροντίδα των παιδιών (ως τροφοί ή παιδαγωγοί) και συνόδευαν τις μεν γυναίκες στις γιορτές, τους δε άνδρες στο κυνήγι.

Η ισόβια παραμονή τους στο περιβάλλον του σπιτιού - δεδομένου ότι κάποιοι από αυτούς γεννιόνταν σ' αυτό -δημιουργούσε σχέσεις αφοσίωσης των οικιακών δούλων προς τον αφέντη, καθώς άλλωστε οι τύχες τους καθορίζονταν από τα πρόσωπα τα οποία υπηρετούσαν.

Εξαιτίας αυτής της ειδικής σχέσης, οι οικιακοί δούλοι είχαν τις περισσότερες δυνατότητες απελευθέρωσης. Στα τελευταία χρόνια της Κλασικής περιόδου η απελευθέρωση κάποιου δούλου περιελαμβανόταν συνήθως στη διαθήκη του κυρίου του ως ανταμοιβή για την αφοσίωσή του. Ο απελεύθερος,όπως ονομαζόταν ο απελευθερωμένος δούλος, είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Αν παρέμενε όμως στην Αθήνα εγγραφόταν στην πόλη ως μέτοικος και ο πρώην κύριός του αναλάμβανε να γίνει ο προστάτης του.

Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η εισροή δούλων ήταν τόσο μεγάλη, που ένας μέσος Ρωμαίος διέθετε πάνω από 10 σκλάβους και οι πλούσιοι 400. Η παρουσία τους όμως δεν ήταν απλώς αριθμητικά έντονη, αλλά και ουσιαστική καθώς μέσα σε αυτούς υπήρχαν πια και πολλοί δούλοι με δυσεύρετα προσόντα και ειδικότητες, όπως γιατροί, δάσκαλοι, λογιστές κλπ. Αυτοί αξιοποιούνταν στον τομέα τους παραμένοντας δούλοι, αλλά είχαν κοινωνική επιρροή, παρότι ανήκαν στην κατώτατη τάξη των σκλάβων.

Οι Ρωμαίοι στήριξαν βαθμιαία σε αυτούς ουσιαστικά όλη την οικονομία και την αλυσίδα της παραγωγής τους στη διατροφή και άλλους ζωτικούς τομείς. Έτσι εξαρτούνταν απόλυτα από την απόδοση της τάξης των σκλάβων. Στην αρχαία Ρώμη, οι δούλοι μπορούσαν να ανήκουν σε ιδιώτες ή στο κράτος. Στον ιδιωτικό τομέα, οι δούλοι μπορούσαν να ήταν υπηρέτες, ερωμένες, καθαρίστριες, μονομάχοι, εργάτες, γιατροί, βιοτεχνίες, παιδαγωγοί, αγρότες, ιπποκόμοι κ.λπ. Στον κρατικό τομέα ήταν επίσης αγρότες, συντηρητές, μεταφορείς, εργάτες του «δήμου» (π.χ. οδοκαθαριστές), μεταλλωρύχοι κλπ. Έτσι, αν και οι δούλοι δεν ανήκαν σε κοινά έθνη και δύσκολα εξεγείρονταν, κατείχαν θέσεις - κλειδιά για την οικονομία. Κάθε εξέγερσή τους παρέλυε την οικονομία και άφηνε χωρίς τροφοδοσία και παροχές όχι μόνον τους φτωχούς Ρωμαίους, αλλά και τα πλούσια αστικά κέντρα.

Όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει, οι περισσότεροι δούλοι της μετατράπηκαν με αυτοκρατορικά διατάγματα σε απελεύθερους χωρικούς. Τότε άρχισε να αναπτύσσεται η τάξη των δουλοπάροικων που αποτέλεσε στη Δύση αργότερα τον βασικό κορμό του αγροτικού δυναμικού της φεουδαρχίας. Οι περισσότεροι από αυτούς απελευθερώθηκαν μερικά, δηλαδή ήταν «υπόχρεοι» και όχι απόλυτα ελεύθεροι.

Οι δούλοι συνέχιζαν πάντως να υπάρχουν και εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιουσιακά στοιχεία. Μεγάλη εισροή δούλων σημειώθηκε το 14ο αιώνα εξαιτίας του Μαύρου Θάνατου, δηλαδή της επιδημίας πανώλης του 1350, η οποία αποδεκάτισε τον πληθυσμό της Ευρώπης και είχε σαν αποτέλεσμα να μείνουν ακατοίκητες μεγάλες εκτάσεις και να δημιουργηθεί ανάγκη για εργατικά χέρια. Καθώς λοιπόν,αυξήθηκε η ανάγκη για «φτηνό εργατικό δυναμικό» το δουλεμπόριο γνώρισε νέα ακμή. Οι δούλοι έφταναν στην Ευρώπη από την Ασία και την Αφρική.

Στο Βυζάντιο συνεχιζόταν όλα αυτά τα χρόνια η εφαρμογή ολοένα ηπιότερης πολιτικής προς τους δούλους που είχε ξεκινήσει στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Με διατάγματα του Ιουστινιανού και άλλων αυτοκρατόρων,ο δούλος έπαψε να είναι νομικά τουλάχιστον πράγμα. Η πιο σημαντική Εισήγηση του Ιουστινιανού ήταν εκείνη που για πρώτη φορά όριζε με νόμο πως ο δούλος είναι άνθρωπος. Επίσης όριζε να δίνεται αυτομάτως το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη στους δούλους που ελευθερώνονταν ενώ μέχρι τότε οι κοινωνικές διακρίσεις συνεχίζονταν μέχρι και τους απογόνους τρίτης γενεάς του πρώην δούλου.

Στο Βυζάντιο η κατάσταση των δούλων χειροτέρεψε όταν εμφανίστηκαν και σταδιακά κυριάρχησαν οι Οθωμανοί. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία, οι δούλοι πολλαπλασιάστηκαν και οι συνθήκες ζωής για όλους τους υποταγμένους λαούς ήταν εξαιρετικά δύσκολες, ειδικά στον αγροτικό τομέα.

Την ίδια εποχή άρχισε στην Ευρώπη νέα εισαγωγή δούλων, αυτή τη φορά σωρηδόν από την Αφρική. Το γεγονός ότι ήταν μαύροι στο χρώμα επιδείνωνε τη θέση τους, επειδή ήταν δύσκολο να διαφύγουν – εντοπίζονταν γρήγορα. Επίσης η διαφορά στο χρώμα έκανε τους αφέντες ή κυρίους να μην ταυτίζονται διόλου μαζί τους, να τους φέρονται πιο σκληρά και να μην τους ενσωματώνουν καθόλου στην κοινωνική ζωή με μικτούς γάμους ή υιοθεσίες.

Περιπτώσεις δουλείας πάντως παρατηρούνται και σήμερα στην Ελλάδα, όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αφορά κυρίως τα παιδιά που παρανόμως εξωθούνται στην επαιτεία και των γυναικών που εξωθούνται παρά τη θέλησή τους στην πορνεία. Ο σημερινός ορισμός της δουλείας έχει διαφοροποιηθεί ελαφρά από τον κλασικό και ως δουλεία ορίζεται «η πλήρης εξουσία και έλεγχος ενός ανθρώπου επάνω σε κάποιον άλλο με στόχο κυρίως την οικονομική ή και άλλης μορφής εκμετάλλευσή του». Με αυτή την έννοια ο δούλος δεν στερείται νόμιμα της ανθρώπινης υπόστασις του όπως την εποχή που η δουλεία ήταν νόμιμη, αλλά παραμένει δούλος γιατί χειραγωγείται απόλυτα


ΠΗΓΗ:
η εισαγωγή από την
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ
ΕΡΓΑΣΙΑ
ΣΧΕΣΗ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΥ
του
ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΑ

πίνακας: Sanana Azeddzi

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Γνώση και Αποστήθιση.

Η “Γνώση”
Η “γνώση” οδηγεί στην ανακάλυψη των δυνατοτήτων του περιβάλλοντος ανακαλύπτοντας τις ικανότητες του εαυτού. Έχει σχέση τόσο με την κατανόηση του εαυτού όσο και του κόσμου. Έτσι η “γνώση” αποτελεί τον συνδετικό κρίκο για την ανακάλυψη και τον δύο.
Η σχέση με το βιβλίο, το κείμενο, το συγγραφέα είναι μια σχέση διαλόγου. Η σχέση του αναγνώστη με το κείμενο είναι μια δημιουργική επικοινωνία μέσα από την οποία η διάλογος που εγκαθιδρύεται βοηθάει την ανάδυση του κειμένου αλλά...και του αναγνώστη.
Την ώρα του διαβάσματος δημιουργείται ένα διάλογος ανάμεσα στο κείμενο και το αναγνώστη, έτσι ώστε και οι δύο, κείμενο και αναγνώστης να είναι παρόντες σε μια δημιουργική σχέση μετατροπής, αλλαγής και των δύο.
Μέσα από τον λόγο και τον αντίλογο στοιχειοθετείται αυτό που αποτελεί την “γνώση” που σε κάθε αναγνώστη είναι διαφορετική ακόμα και αν το περιεχόμενο είναι ίδιο. Διαφορετική διότι η προσωπικότητα του κάθε ένα οδηγεί σε μια διαφορετική προσέγγιση του κειμένου ώστε να αλλάξει την σημασία του σύμφωνα με τον τρόπο προσέγγισης του κάθε αναγνώστη. Με αυτό τον τρόπο κατακτάται η “γνώση” και διαφοροποιείται αποκτώντας την ιδιαίτερη υφή της μέσα από το ιδιαίτερο χωνευτήρι του καθένα.
Η “γνώση” λοιπόν είναι μια κατάκτηση!! Είναι μια κατασκευή του αναγνώστη μέσα από την αλληλεπίδρασή του με το εκάστοτε κείμενο και τον συγγραφέα Η πολυσημαντικότητα λοιπόν της “γνώσης” εξαρτάται από την διαφορετικότητα προσέγγισης των ατόμων που την ιδιοποιούνται και από την ιδιαιτερότητα της “κατασκευής” που κάνει ο κάθε αναγνώστης.
Με αυτό τον τρόπο η “γνώση” σαν κατασκευή είναι μια επαναστατική πράξη, διότι βοηθάει στην ανακάλυψη και στην έκφραση του εαυτού μέσα από την “κατασκευή”, η ανάδυση της σημαντικότητας του κειμένου σύμφωνα με την διαμόρφωση της από τον διάλογο με τον αναγνώστη.
Η Αποστήθιση
Το εκπαιδευτικό σύστημα, όμως ποτέ δεν θα ήθελε να εκθρέψει επαναστάτες. Το καλύτερο που είχε να κάνει λοιπόν ήταν να προσφέρει την “γνώση” αλλά με με μια μέθοδο που τις αφαιρεί ότι το “επαναστατικό” εμπεριέχει, δηλαδή τον δημιουργικό διάλογο με τον αναγνώστη.
Αυτό επιτυγχάνεται εγκαθιδρύοντας την αποστήθιση και το μιμητισμό της “γνώσης”, στην θέση της ανακάλυψης και την κατάκτηση της. Με τον τρόπο λειτουργίας της εκπαίδευσης, στην μικρή μας χώρα, η “γνώση”, καταδικάζεται σε μια επαναληπτική πράξη χωρίς κανένα νόημα.
Έχοντας σαν βασικό στόχο την βαθμολογία, η επανάληψη που συνοψίζεται στην αποστήθιση αποτελεί το τεκμήριο της επιτυχίας του συστήματος και της αποτυχίας τόσο του μαθητή, όσο και της “γνώσης”.
Βέβαια η αποστήθιση δεν έχει να κάνει ούτε με την “γνώση” αλλά ούτε και με τον μαθητή. Η αποστήθιση τους αχρηστεύει νεκρώνοντας ότι δημιουργικό έχουν και οι δύο. Καταργεί το διάλογο αναγνώστη - κειμένου, δηλαδή καταργεί την δημιουργική επικοινωνία τους, η οποία βοηθούσε στην “κατασκευή” της γνώση οπότε η σχέση τους γίνεται στείρα και επαναληπτική, αναγκαστικά αποσπασματική και καταδικαστικά μοναχική και για τους δύο.
Έτσι η αποστήθιση σαν “γνώση” μετατρέπει την γνώση σ' ένα πτώμα χωρίς ιδιότητες στο στόμα του μαθητή, και ο μαθητής γίνεται ένα πτώμα χωρίς ζωή επαναλαμβάνοντας την νεκρή γνώση.
Με λίγα λόγια η αποστήθιση καταργεί την δημιουργική επικοινωνία κειμένου και αναγνώστη μέσα από τον οποίο αναδυόταν τόσο το κείμενο όσο και ο αναγνώστης
Η τραγικότητα της “γνώσης” σαν αποστήθιση, οδηγεί τον μαθητή στην τραγωδία του εαυτού που δεν αναπτύσσεται σωστά, αναγκάζοντας τον, ότι δημιουργικό νιώθει, ότι επιθυμεί να κάνει, να το τοποθετεί εκτός του αναγκαστικού πεδίου της εκπαίδευση και μάλιστα να ενοχοποιείτε για αυτό.
Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας: Said Haji

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Το καλύτερο είναι να μείνουμε ανώριμα νέοι!!


Τα χαραγμένα πρόσωπα του χρόνου καταλαμβάνουν τον χώρο της ζωής σε διαφορετικά επίπεδα προβάλλοντας την σημαντικότητα της παρουσίας τους για την εύρυθμη λειτουργία της.
Δημιουργούν την αξία των γεροντικών μορφών εξουσίας, έχοντας σαν σημείο αναφοράς, νερουλιασμένα πρόσωπα, τα οποία θεωρούνται πρότυπα ωρίμανσις και αποτελούν δείγμα μιας χαμένης, εξαϋλωμένης ζωής.
Τα χαραγμένα πρόσωπα του χρόνου θέλουν να χοροπηδήσουν χαρούμενα πάνω στο πτώμα της νεότητας που κουβαλάνε μέσα τους, στοχεύοντας αυτή που βλέπουν έξω τους, καταγγέλλοντας την για ασέβεια.
Έτσι η ηλικιακή ωριμότητα προβάλλεται ότι είναι πιο σημαντική από την νεότητα στο επίπεδο των αποφάσεων, των οποίων η ψυχραιμία και η αποτελεσματικότητα φανερώνουν την ικανότητα μιας πιο βαθιάς σκέψης, της οποίας η εμπειρία αποτελεί βασικό στοιχείο της επιτυχίας της.
Εάν σκεφτούμε ότι η ωριμότητα έχει σχέση με την εμπειρία και η νεότητα με την έλλειψη αυτής, παρατηρούμε ότι η ωριμότητα χρησιμοποιεί τον χρόνο σαν αξιολογικό κριτήριο της. Δηλαδή ο χρόνος που κουβαλάει στους ώμους της, της προσφέρει την ικανότητα να γνωρίζει καλύτερα τι είναι σημαντικό και τι όχι στην ζωή.
Βέβαια εμείς μπορούμε να ισχυρισθούμε και το αντίθετο! Ότι αυτός ο χρόνος την έχει οδηγήσει στο να χάσει την ευαισθησία της για τα πράγματα και ότι έχει δεχτεί ένα συμβιβασμό αμαχητί με καταστάσεις που αντιμαχόταν παλιά και ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα υποχωρήσει μπροστά τους.
Δηλαδή μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι η ωριμότητα της στηρίζεται πάνω στην εμπειρία μιας οπισθοδρόμησης, μιας ματαίωσης, μιας υποταγής και μιας αποτυχίας όσων πίστευε στην νεότητα της.
Μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο χρόνος σαν αξιολογικό χαρακτηριστικό της εμπειρίας δεν λειτουργεί αξιολογικά αλλά απαξιωτικά!
Ότι η πείρα της δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας βίαιης - με τον ένα ή τον άλλον τρόπο - αποδοχής δεδομένων και όχι το ζητούμενο μιας ελεύθερης επιλογής .
Άρα η ικανότητα της εμπειρίας δεν είναι το αποτέλεσμα μιας χαρούμενης μάθησης αλλά δημιούργημα του φόβου και της απειλής, τις οποίες η ωριμότητα επαναλαμβάνει με την σειρά της προς την νεότητα, προβάλλοντας τες σαν εμπειρία και γνώση και τις οποίες η νεότητα - όταν και αυτή γίνει ωριμότητα - θα τα επαναλάβει για την επόμενη γενιά της νεότητας που θα γίνει ωριμότητα...
...Βέβαια η ανθρωπότητα έχει να μας δείξει ότι η επικράτηση της ωριμότητας μόνο με καταστρεπτικά γεγονότα είναι συνδεδεμένη.
Το καλύτερο λοιπόν είναι να μείνουμε ανώριμα νέοι!!
Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας: Jason Bard Yarmosky 


Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Η εμπιστοσύνη 3 (Εμπιστοσύνη στην παιδική ηλικία)


1. Στην Οικογένεια
1.2 Εμπιστοσύνη στην παιδική ηλικία


Στην παιδική ηλικία τίθενται οι βάσεις της εμπιστοσύνης τόσο σε σχέση με τον εαυτό όσο και με τους άλλους. Εφόσον η ισχύς του γονέα μέσα στην σχέση είναι μεγαλύτερη το παιδί είναι “υποχρεωμένο” να ακολουθήσει τις κατευθύνσεις που εκείνος καθορίζει μέσα από τον λόγο και την συμπεριφορά του.
Σε αυτή τη περίοδο ο γονιός είναι αυτός που επωμίζεται την κατασκευή της εμπιστοσύνης σαν συναίσθημα το οποίο μπορεί να περιβάλει την ανάπτυξη του παιδιού του, καθώς και την δικιά του. Στο βαθμό που η εξάρτηση του παιδιού από τους γονιούς του είναι ολοκληρωτική, η ευθύνη των γονέων στην δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης στην οικογένεια είναι καταλυτική.
Αυτή η κατάσταση απαιτεί από αυτούς ένα ποσοστό εμπιστοσύνη προς τον εαυτό, αλλά και την εκδήλωση της εμπιστοσύνη της σχέσης, σαν ζευγάρι. Αυτό σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη στο ζευγάρι ανακατασκευάζεται μέσα από την παρουσία του παιδιού.
Αυτό που παρατηρούμε τις περισσότερες φορές είναι μια αμφιβολία η οποία κυριαρχεί στις ενέργειες των γονέων, η οποία είναι φυσιολογική εφόσον βρίσκονται αντιμέτωποι με μια καινούργια κατάσταση, και εκφράζεται περισσότερο στα όρια που πρέπει να θέσουν για να το “οδηγήσουν” πιο εύκολα στην προσαρμογή αλλά και την κοινωνικοποίηση του μέσα στην οικογένεια. Τα όρια αυτά αποτελούν και εκφράζουν το μέγεθος της εμπιστοσύνης απέναντι σε εκείνο και τους ίδιους.
Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε ότι η εικόνα την οποία προσπαθούν να “κτίσουν” κοινωνικά του “καλού” γονέα είναι πολλές φορές μια κατάσταση που τους εκθέτει απέναντι στον εαυτό τους και τους άλλους έτσι ώστε να επηρεάζει και την σχέση τους με το παιδιά.
Βασικά εκείνο που μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά είναι το περιβάλλον να μπορεί να προκαλέσει την εμπιστοσύνη και την ηρεμία ώστε να απλώσουν τις ικανότητες τους. Οι ικανότητες αυτές στην ουσία είναι προς εξερεύνηση μέσα στον χωρόχρονο της οικογένειας και μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από την ξεκάθαρη στάση των γονέων απέναντι στην πραγματικότητα την οποία εκείνοι δημιουργούν. Δηλαδή πρέπει να έχουμε κατά νου ότι, η εμπιστοσύνη που ο γονέας δείχνει στο παιδί του, προσφέρει την δυνατότητα να κτίσει την αυτοπεποίθηση του, η οποία θα αποτελέσει το βασικό κεφάλαιό για όλη του την ζωή.
Η αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη.
Η αυτοπεποίθηση είναι εμπιστοσύνη στραμμένη προς τον εαυτό και εκφράζει την κρίση που έχει το άτομο για τον εαυτό του. Δηλαδή την δυνατότητα να αισθανθεί το ότι είναι ικανό, επαρκή και άξιο να ανταποκριθεί στις εκάστοτε δυσκολίες που εμφανίζονται κατά τις διάφορες περιόδους της ανάπτυξή του

 Η αυτοπεποίθηση κατασκευάζεται, μάλλον συνκασκευάζεται μέσα στην οικογένεια και αποτελεί ένα κομμάτι της γενικής αίσθησης η οποία επικρατεί μέσα σε αυτή. 

Έτσι στην παιδική ηλικία η αυτοπεποίθηση εξαρτάται από τους όρους της οικογένειας οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν ώστε να δημιουργηθεί ανεπάρκεια, όπως και υπερεπάρκεια αυτοπεποίθησης. Στην μεν πρώτη περίπτωση η έλλειψη αυτοπεποίθησης δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα όπου το άτομο δεν είναι ικανοποιημένο με τον εαυτό του. Στην δεύτερη περίπτωση πάλι το άτομο μπορεί να βρεθεί σε δύσκολη θέση, εφόσον η υπερ-αναπτυγμένη αίσθηση σιγουριάς που έχει μπορεί να το οδηγήσει σε αποφάσεις που θα εκθέσουν σ ένα ρίσκο χωρίς να μπορεί να προφυλαχτεί.
Καταλήγουμε λοιπόν, ότι και η αυτοπεποίθηση έχει το μέτρο της, δηλαδή πρέπει να είναι σε ένα καλό επίπεδο, ούτε πολύ χαμηλά, αλλά ούτε πολύ ψηλά για να μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά για το παιδί. Και σε αυτή την περίπτωση οι προσδοκίες των γονέων έρχονται να ορίσουν αυτά τα όρια.

 Ο επηρεασμός έχει να κάνει με την οπτική που έχει η οικογένεια απέναντι στα μέλη της και τον εαυτό της. 'Έχει να κάνει με το συναισθηματικό πεδίο που επικρατεί μέσα σε αυτή το οποίο μπορεί να εκφράζει αισιοδοξία και δυναμικότητα όπως μπορεί να εκφράζει το αντίθετο δηλαδή απαισιοδοξία και αδυναμία στην σχέση της με την κοινωνία. Με τον ίδιο τρόπο και το παιδί μαθαίνει να κατασκευάζει τις προσδοκίες του οι οποίες μπορεί να είναι πιο υψηλές από τις ικανότητες του, πράγμα που πολύ εύκολα μπορεί να το οδηγήσει σε κατακρήμνιση της εμπιστοσύνης του και το αντίθετο.
Εκείνο λοιπόν που θα βοηθήσει τα παιδιά να δημιουργήσουν μια αίσθηση αυτοπεποίθησης μέσα στην οικογένεια είναι να μπορέσουν να εκφράσουν την παρουσία τους σαν ισότιμα μέλη της όπου οι πρωτοβουλίες τους αλλά και ο τρόπος που προσεγγίζουν τις καταστάσεις να μην τύχη μια αντιμετώπισης αποθαρρυντικής αλλά ενθαρρυντικής.
α) Κατ' αρχάς θα πρέπει οι όροι και τα όρια που θέτουν οι γονείς να είναι όσο το δυνατόν ξεκάθαροι, ρεαλιστικοί και...λίγοι.
Αυτό προσφέρει στο παιδί να αντιληφθεί το παιδαγωγικό πλαίσιο που θέτουν οι γονείς με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί με ασφάλειας. Είναι σημαντικό να μάθει από πολύ νωρίς τι επιτρέπεται και τι όχι, δηλαδή ότι πρέπει να σέβεται τους όρους και ότι το αντίθετο μπορεί να έχει συνέπειες.
β) Να του παρέχεται πάντα η δυνατότητα να διαλέγει, π. χ. Ανάμεσα σε δυο επιλογές, έτσι ώστε να μεγαλώνει η αίσθηση της ασφάλειας και τις εμπιστοσύνης στον εαυτό του και περισσότερο της ευθύνης απέναντι στις επιλογές του.
γ) Να διατηρούμε μια εικόνα θετική του εαυτού του αλλά και πραγματική, υπογραμμίζοντας τις δυνάμεις του και τις ικανότητες του, αναφέροντας τις δυσκολίες του και διευθετώντας την υπερηφάνεια του σε επίπεδα που μπορεί να εξελιχθεί.
δ) Να βοηθήσουμε να εκφράσει κάθε φορά τα αισθήματα του τις επιθυμίες του για κάθε τι που το αφορά, αλλά αφορά και την οικογένεια και να τον υποστηρίξουμε να φθάσει μέχρι τέλος στους στόχους που αυτός έχει βάλει.
δ) Να τον ενισχύσουμε στις σχέσεις εκτός της οικογένειας και να το βοηθήσουμε να βρει την θέση του μέσα στην παρέα των συνομηλίκων του διευθετώντας ο ίδιος τις αντιπαλότητες που δημιουργούνται μαζί τους.
Αυτό λοιπόν που πρέπει να συγκρατήσουμε για να μπορέσουν τα παραπάνω να πραγματοποιηθούν είναι το στυλ της προσέγγισης του παιδιού και αυτό θα έλεγα ότι είναι το “δημοκρατικό”. 
Δηλαδή αυτό του επιτρέπει να έχει λόγο και να μπορεί να εκφράζεται χωρίς φόβο και ενοχές για ότι το αφορά μέσα στην οικογένεια.
Νέσα από αυτό το στυλ, ο γονέας αντιλαμβάνεται την ανάγκη του παιδιού για αναγνώριση, αποδοχή, σεβασμό και τρυφερότητα που θα το βοηθήσουν να γνωρίσει την χαρά παρά την δυστυχία της, την οποία (χαρά) θα αναζητά  στην μετέπειτα ζωή του!!
Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Η ιδεατή πολιτεία του Πλάτωνα




 




Ο Πλάτων ξεκινάει δημιουργώντας με το μυαλό του μια ιδανική πολιτεία η οποία έχει ως βασικό λόγο ύπαρξης την ευδαιμονία. Όχι την ευδαιμονία κάθε ατόμου ξεχωριστά, ή την ευδαιμονία μιας τάξης, αλλά την ευδαιμονία ολόκληρης της πόλης ως σύνολο, όπως λέει μέσα από τα λόγια του Σωκράτη:

...ὃταν ὃμως θεμελιώνωμε τὴν πολιτεία μας, δὲν αποβλέπομε πῶς θὰ εἶναι μιά ξεχωριστή μόνο τάξη εὐτυχισμένη, ἀλλά, ὃσο μπορεῖ περισσότερο, ὁλόκληρη ἡ πόλη1.

Χαρακτηριστικό αυτής της ιδανικής πολιτείας είναι η έλλειψη ισότητας. Ο Πλάτων χωρίζει τους πολίτες σε τρεις τάξεις: τους φύλακες, τους επίκουρους και τους δημιουργούς, οι οποίες έχουν διαφορετική εκπαίδευση και ανατροφή και ζουν τελείως διαφορετικές ζωές.


Οι δημιουργοί αποτελούν το μεγαλύτερο αριθμητικό τμήμα των πολιτών και έχουν την πιο φυσιολογική - για τα σημερινά δεδομένα - ζωή, καθώς μπορούν να έχουν οικογένεια και ιδιοκτησία. Οι φύλακες όπως και οι επίκουροι δεν έχουν αυτά τα δικαιώματα. Οι επίκουροι είναι οι φιλόσοφοι - κυβερνήτες και οι φύλακες βοηθούν τους κυβερνήτες και αποτελούν την προστατευτική δύναμη του κράτους2. Καθώς αυτός ο διαχωρισμός είναι απόλυτος, η Annas σημειώνει ότι ο κρίσιμος από πολιτικής απόψεως διαχωρισμός είναι ανάμεσα σε αυτούς που κυβερνούν και σε αυτούς που κυβερνώνται - οι δημιουργοί δεν είναι ελεύθεροι να διεκδικήσουν οποιαδήποτε πολιτική εξουσία3.

Χαρακτηριστικός είναι επίσης και ο διαχωρισμός εξουσίας και πλούτου: οι τάξεις που κατέχουν την πολιτική εξουσία δεν έχουν δικαίωμα ιδιοκτησίας4. Αυτή η απόλυτη ανισότητα στα δικαιώματα και τον τρόπο ζωής της κάθε τάξης δημιουργεί το ερώτημα που θέτει ο Αδείμαντος5 για τους φύλακες, αλλά ισχύει για κάθε τάξη: κατά πόσο δηλαδή μπορεί κάθε τάξη να είναι ευτυχισμένη με τους περιορισμούς που τίθενται στην ελευθερία της. Με αφορμή αυτό το ερώτημα, ο Πλάτων, ξεκινώντας από την ωραία μεταφορά των ματιών του αγάλματος6, ορίζει τη μια όψη της δικαιοσύνης της ιδανικής του πολιτείας:

... νἀφήνωμε σὲ κάθε μιὰ τάξη νἀπολαβαίνη τὸ μερδικὸ τῆς εὐδαιμονίας ποὺ τῆς ἀνήκει ἀπὸ τὴ φύση τοῦ εἴδους της7.


Η άλλη όψη της δικαιοσύνης αφορά το έργο της κάθε τάξης. Δικαιοσύνη στην πολιτεία του Πλάτωνα σημαίνει ότι κάθε τάξη εκτελεί το έργο που της αντιστοιχεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο8. Ο Πλάτων καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα ξεκινώντας από το δεδομένο ότι η πολιτεία για την οποία μιλάει τελέως ἀγαθὴν εἶναι9. Συνεπώς, θα πρέπει μέσα σε αυτήν να υπάρχουν οι τέσσερις αρετές: σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Εντοπίζει λοιπόν τη σοφία ως την επιστήμη εκείνη που κατέχουν οι άρχοντες και τους επιτρέπει να κρίνουν σωστά10. Ορίζει την ανδρεία ως την ικανότητα των φυλάκων να διατηρούν πάντα την ορθή γνώμη για τους νόμους και για τα φοβερά ή όχι πράγματα11.

Η δε σωφροσύνη υπάρχει μέσα στην πολιτεία ως η αρμονία που επιτρέπει την ύπαρξη ομοφωνίας ανάμεσα στις τάξεις σχετικά με το ποιος θα πρέπει να έχει την εξουσία12. Αυτό που απομένει για να ολοκληρωθεί η ιδεατή πολιτεία, δεν μπορεί να είναι άλλο από την δικαιοσύνη.

Όπως όμως έχει ήδη αναφερθεί και επαναλαμβάνεται και εδώ13, βασικό συστατικό της πολιτείας είναι να κάνει ο καθένας αυτό το επάγγελμα το οποίο από τη φύση του προορίζεται να κάνει. Έτσι, αν δεχτούμε ότι κάθε τάξη έχει τη δική της αρετή, δηλαδή οι δημιουργοί είναι σώφρονες, οι φύλακες ανδρείοι και οι κυβερνήτες σοφοί, η δικαιοσύνη (που αφορά ως αρετή και τις τρεις τάξεις) ισοδυναμεί με την γνώση από κάθε τάξη της θέσης της μέσα στην πολιτεία και των καθηκόντων της.
Ο Πλάτων χρησιμοποιεί έναν παραλληλισμό με την ψυχολογία του κάθε ατόμου για να τονίσει τα επιχειρήματά του. Αντίστοιχα με τις τρεις τάξεις της πολιτείας, υπάρχουν τα τρία μέρη της ψυχής του ανθρώπου: το επιθυμητικό, το θυμοειδές και το λογιστικό. Ο Πλάτων χρησιμοποιεί αυτούς τους παραλληλισμούς για παιδαγωγικούς λόγους: όπως σε έναν δίκαιο άνθρωπο τα τρία μέρη της ψυχής βρίσκονται σε αρμονία, έτσι και σε μια δίκαιη πολιτεία υπάρχει αρμονία ανάμεσα στις τρεις τάξεις14.
Η παιδεία έχει σημαντική θέση στη θεμελίωση της πολιτείας του Πλάτωνα. Η εκπαίδευση και η ανατροφή θα δημιουργήσουν ανθρώπους που θα μπορούν να διακρίνουν τί είναι καλό και τί κακό15, τόσο μάλιστα που η νομοθεσία, προφορική ή γραπτή, να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.16 Μέσα από την εκπαίδευση γίνεται φανερή η κλίση κάθε ατόμου και με βάση αυτήν γίνεται και η ταξινόμηση σε τάξεις17. Η σημασία που δίνει ο Πλάτων στην εκπαίδευση γίνεται εύκολα κατανοητή αν εξετάσουμε τον ρόλο που παίζει η γνώση στη συνοχή της πολιτείας.

Η ικανότητα των κυβερνήτων να κρίνουν σωστά, η σοφία τους, ονομάζεται ευθέως από τον Πλάτωνα επιστήμη. Αλλά και άλλες δύο αρετές, η σωφροσύνη και η ανδρεία, ουσιαστικά συνίστανται στη γνώση και στην σωστή κρίση. Η δε δικαιοσύνη ορίζεται ως η αυτογνωσία του ατόμου για το τι είναι ικανό να κάνει καλύτερα.

Παρ' όλο λοιπόν που έχει επικρατήσει να περιγράφεται η ιδεατή πολιτεία του Πλάτωνα ως μια κοινωνία όπου την απόλυτη εξουσία έχουν οι σοφοί επιστήμονες, φαίνεται ότι δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν όλοι οι πολίτες δεν ήταν κατά μια έννοια επιστήμονες. Πέρα από τα ερωτήματα που προκύπτουν από άλλα σημεία της «Πολιτείας» και που έχουν να κάνουν με τον τρόπο της πρακτικής εφαρμογής των προτάσεων του Πλάτωνα18, το υπόβαθρο ολόκληρης της νοητικής κατασκευής του Πλάτωνα δεν είναι άλλο από την γνώση, η οποία βρίσκεται ως προϋπόθεση πίσω από κάθε χαρακτηριστικό των πολιτών. Ας μην παραβλέπουμε το γεγονός ότι μια ιδεώδης, δίκαιη πολιτεία, δεν μπορεί παρά να αποτελείται από ιδεώδεις, δίκαιους πολίτες .

Σημειώσεις:

1 Πλάτων, Πολιτεία Τόμος Α, μτφρ. Ιωάννης Γρυπάρης, Εκδόσεις “Ι. Ζαχαρόπουλος”, Αθήνα 1976 (συντομογραφία:
Πολιτεία Α), 420b
2 Η Ελληνική Φιλοσοφία από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, τόμος Α, ΕΑΠ, Πάτρα 2002 (συντομογραφία:
ΕΛΠ), σ. 152
3 Julia Annas, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, μτφρ. Χ. Γραμμένου, εκδόσεις Καλέντης, Αθήνα 2006
(συντομογραφία: Annas), σ. 221
4 Annas, 223
5 Πολιτεία Α, 419a
6 Πολιτεία Α, 420c-420d
7 Πολιτεία Α, 421c
8 ΕΛΠ, 153
9 Πολιτεία Α, 427e
10 Πολιτεία Α, 428b-429a
11 Πολιτεία Α, 430b
12 Πολιτεία Α, 432a
13 Πολιτεία Α, 433a
14 ΕΛΠ, 151
15 Πολιτεία Α, 423e
16 Πολιτεία Α, 425c
17 ΕΛΠ, 152
18 Annas, 225-226



πηγή:
απόσπασμα από την εργασία
ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΟΥ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΠΛΑΤΩΝΑ
του
ΘΟΔΩΡΗ ΣΟΛΔΑΤΟY

πίνακας::Carlo Carrà

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Πραγματική και Φανταστική Οικογένεια.


Αυτή η φωτογραφία είναι συγκλονιστική για πολλούς λόγους, όπου ο ένας αναπαράγει την σημαντικότητα του άλλου.
Είναι συγκλονιστική διότι εκφράζει την στιγμή που συναντιούνται η απώλεια, η ορφάνια, ο φόβος, η μοναξιά, η ανασφάλεια, ο αποχωρισμός, μαζί με την αγάπη, τη τρυφερότητα, τη ζεστασιά, τη γονεϊκή σχέση, την οικογένεια.
Είναι συγκλονιστική διότι από την μια προβάλει την ανάγκη ύπαρξης της τρυφερότητας, της θαλπωρής, της ασφάλειας, της ηρεμίας και της εμπιστοσύνης που αποπνέει το προστατευτικό όριο της οικογένειας και συγχρόνως προβάλλει την καταστροφική απουσία όλων αυτών.
Είναι συγκλονιστική διότι προβάλει την ατελείωτη στιγμή που η πραγματικότητα της ορφάνιας και η φαντασίωση της οικογένειας συναντιόνται προσπαθώντας η δεύτερη να νικήσει τον πόνο της ανασφάλειας που απλόχερα προσφέρει η πρώτη.
Είναι συγκλονιστική διότι εκφράζει τον παραλογισμό της πραγματικότητας που προσπαθεί να τον νικήσει η λογική της φαντασίας.
Εκφράζει την άρνηση της πραγματικότητας που ζητά να υποτάξει την φαντασία στην σκληρό παραλογισμό της αποδοχής της οικογενειακής απουσίας.
Εκφράζει την προσπάθεια της φαντασίωσης να διατηρήσει αυτό που έχει χαθεί με την ελπίδα ότι μπορεί να επανεμφανισθεί.
Είναι συγκλονιστική διότι η φαντασία, ή, η φαντασίωση, όπως θέλετε πέστε το, επιβάλλεται στην πραγματικότητα δείχνοντας ότι ακόμα και αν η πραγματική οικογένεια απουσιάζει, μια φανταστική θα έρθει να πάρει την θέση της.
Έτσι, από την μια, δηλώνει την σημαντικότητα της ύπαρξης της οικογένειας για την ανάπτυξη του παιδιού, η οποία εκφράζεται με την εφεύρεσή της και αντικατάστασή της αν εκείνη απουσιάζει. Και από την άλλη ότι η οικογένεια δεν χάνεται ποτέ, αλλά ακόμα και όταν δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, υπάρχει στην φαντασία για να επιτελέσει το έργο της σαν πραγματικότητα.
Έτσι αυτή η φωτογραφία είναι συγκλονιστική διότι μας φανερώνει πόσο το πραγματικό και το φανταστικό μπορούν να επενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο και να ορίσουν ένα πεδίο φανταστικής ασφάλειας που λειτουργεί σαν πραγματική.
Αυτή η φωτογραφία τέλος, είναι συγκλονιστική διότι αρνείται την παράλογη πραγματικότητα, της βίας και του μίσους. Αρνείται την αγριότητα του ανθρώπινου ενστίκτου που αντιμάχεται την φυσιολογικότητα της αγάπης, της αποδοχής, της προστασίας που τόσο ανάγκη έχει το κάθε παιδί σε όλες τις μορφές της για να μπορέσει να ζήσει.
Αυτή η φωτογραφία είναι συγκλονιστική διότι προβάλει την άρνηση της αποδοχής του θανάτου, και την δύναμη της θέλησης για ζωή!!!
Κερεντζής Λάμπρος