Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Το όμοιο και το διαφορετικό.





Το όμοιο και το διαφορετικό πάνε πάντα μαζί. Εκεί που είναι το ένα κρύβεται και το άλλο. Όταν μιλάμε για το ένα είναι σαν να μιλάμε για το άλλο, άρα ποτέ δεν μπορούμε να αναφερθούμε στο ένα χωρίς να μιλήσουμε για το άλλο.

Πάντα για να καθορίσουμε το όμοιο επικαλούμαστε το διαφορετικό και το διαφορετικό για να καθορίσουμε το όμοιο.

Τόσο για το όμοιο όσο και για το διαφορετικό, το μέτρο σύγκρισης είναι το αντίθετό του και χωρίς το αντίθετο του δεν έχει την δυνατότητα να τακτοποιηθεί σαν τέτοιο.

Αυτό μας οδηγεί να καταλάβουμε ότι, το όμοιο μπορεί να εκφραστεί μόνο όταν υπάρχει το διαφορετικό και το διαφορετικό μόνο όταν υπάρχει το όμοιο.

                                                                                                           

Πολλές φορές η προσπάθεια να διαφέρουμε, μας οδηγεί στην διαπίστωση του πόσο μοιάζουμε και η προσπάθεια να μοιάζουμε στο πόσο διαφέρουμε. Έτσι ενώ νομίζουμε ότι διαφέρουμε, διαπιστώνουμε ότι μοιάζουμε και ενώ θεωρούμε ότι μοιάζουμε στην ουσία διαπιστώνουμε... πόσο διαφέρουμε.

Τόσο η προσπάθεια να διαφέρουμε, όσο και η προσπάθεια να μοιάσουμε, μας οδηγεί στην διαφορά μας, μέσα από την ομοιότητα μας και... στην ομοιότητα μας, μέσα από την διαφορά μας.

Έτσι το να μοιάσουμε, ή να διαφέρουμε είναι προσπάθειες ύπαρξης, άλλες φορές μέσα από την ομοιότητα μας και άλλες μέσα από την διαφορά μας.

                                                                                                                  

Αυτοί που θέλουν να καταστρέψουν την διαφορά και να εγκαθιδρύσουν την ομοιότητα, στην ουσία καταστρέφουν την ομοιότητα και εγκαθιδρύουν την διαφορά και το αντίθετο.

Το διαφορετικό θα πάψει να υπάρχει όταν θα πάψει να υπάρχει το όμοιο και το όμοιο όταν θα πάψει να υπάρχει το διαφορετικό. Το ένα ζει και πεθαίνει μέσα από το άλλο και κανένα από τα δύο, δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του.

Άρα... αυτό που χρειάζεται να καταλάβουμε είναι ότι η ομοιότητα και η διαφορά υπάρχουν μόνο... μέσα από την σχέση τους. Χωρίς αυτή την σχέση, δεν υφίσταται ούτε το ένα ούτε το άλλο.


Κερεντζής Λάμπρος


Γλυπτά:Jan Svankmajer 

Α) Tι είναι έγκλημα.





Το έγκλημα έχει φύση σύνθετη, γιατί σε αυτήν συναντώνται και την συγκαθορίζουν από την μία μεριά η κοινωνική, βιολογική και ψυχολογική πραγματικότητα του ανθρώπου και από την άλλη η δεοντολογία που διέπει στο πλαίσιο ορισμένης κοινωνίας την κοινωνική συμπεριφορά του. Έτσι το έγκλημα είναι αξεχώριστα τόσο ως οντολογικό όσο και ως αξιολογικό φαινόμενο. Δεν είναι ούτε μόνο το ένα ούτε μόνο το άλλο. Η σύνθετη φύση του εγκλήματος μπορεί να αποδοθεί από τον χαρακτηρισμό του ως ορισμένου, αρνητικά αξιολογούμενου, φαινομένου της πραγματικότητας.

Το έγκλημα είναι αναπόσπαστο κοµµάτι κάθε κοινωνίας και συμπεριφέρεται ως ένας οργανισμός που συνεχώς μεταβάλλονται οι εκφάνσεις, τα µέσα τέλεσης καθώς και το νομικό πλαίσιο που το διέπει. Με διαφορετική μάσκα αλλά και περιεχόμενο πολλές φορές, ανάλογα µε τις κοινωνικοπολιτικές και ηθικές τάσεις κάθε εποχής και τόπου το έγκλημα παραμένει παρόν, κινούμενο πάντα σε τρείς βασικούς άξονες, τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία του, αυτά που το ορίζουν.

Ποια είναι όµως αυτά τα στοιχεία;

Δογματικό ορισμό του εγκλήματος μας δίνει ο ίδιος ο Ποινικός Κώδικας μας στην διάταξη του άρθρου 14. Έτσι σύμφωνα με το άρθρο 14 Π.Κ. «έγκλημα 2 Γ.Α. Μαγκάκης «Ποινικό Δίκαιο», έκδοση γ΄ βελτιωμένη, εκδόσεις Παπαζήση, 1984 13 είναι πράξη άδικος και καταλογιστή εις τον πράξαντα, τιμωρούμενη υπό του νόμου».

Το ουσιαστικότερο περιεχόμενο του εγκλήματος συνίσταται στο ότι :είναι η πράξη εκείνη που θίγει τις αξίες της κοινωνική ζωής στις γενικότερης αποδοχής πλευρές της, και που η τέλεση της εκφράζει την έλλειψη σεβασμού του δράστη προς τις αξίες αυτές, έτσι ώστε η ποινική καταστολή της να κρίνεται κοινωνικά απόλυτα αναγκαία.

Το εγκληματικό φαινόμενο αποτελεί ιστορικό, κοινωνικό φαινόμενο καθώς ακολουθεί την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία να επισηµάνουµε είναι η διαχρονικότητα του στο πέρασμα των αιώνων. Καμιά κοινωνία δεν έχει απαλλαχθεί από αυτό, αν και σε κάθε έγκλημα (προσβολή), υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει ποινή (αντίδραση), απεναντίας. Αντίθετα αυτό που παρατηρείται είναι µια αύξηση του εγκληµατικού φαινοµένου και συγχρόνως εμφάνιση νέων μορφών εγκληματικής συμπεριφοράς.4

Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν κανόνες οι οποίοι θεσπίστηκαν τυπικά ή άτυπα (έθιμα) προκειμένου να προστατευτούν κοινωνικά αγαθά και άνθρωποι οι οποίοι παραβαίνουν τους κανόνες αυτούς. Αποτέλεσμα της προσβολής αυτών των αγαθών είναι η επιβολή διαφόρων κυρώσεων (ποινών) στους παραβάτες, οι οποίες αποτελούν τον τρόπο αντίδρασης της κοινωνίας στο έγκλημα. Η αντίδραση, καθώς και το είδος της ποινής, βρίσκονται πάντα σε στενή εξάρτηση µε την εκάστοτε εποχή και πολιτισμό.

Τα βασικά στοιχεία του εγκληµατικού φαινοµένου, κανόνας, έγκληµα, κύρωση (ποινή), συναποτελούν έναν αδιάσπαστο κύκλο. Εδώ είναι ξεκάθαρη η αλληλεξάρτηση των στοιχείων. Αν δεν υπήρχε έγκληµα δεν θα υφίστατο η κύρωση. Η µη ύπαρξη κανόνα δεν καθιστά δυνατή την παράβασή του. Ο κανόνας δηµιουργήθηκε για να οργανώσει και να προστατέψει τα κοινωνικά αγαθά (υλικά και άυλα) από κάθε προσβολή τους µέσα στα πλαίσια της κοινωνικής συµβίωσης. Στη συνέχεια, και αφού επέλθει η προσβολή του έννοµου αγαθού (αυτό που προστατεύεται από τον κανόνα-νόµο), έρχεται η κύρωση (ποινή). Είναι µε λίγα λόγια η κύρωση (ποινή) συνέπεια της παράβασης του κανόνα και δηλώνει προς αυτόν που επιβάλλεται ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή από την κοινωνία. Θα λέγαμε ότι η ποινή αποτελεί την εκτόνωση της κοινωνικής αντίδρασης στο έγκλημα. Μπορεί δε, να παρουσιαστεί µε πολλούς διαφορετικούς τρόπους, όσο αφορά τη ιδεολογική της προσέγγιση, όπως ως αποκατάσταση της διαταραχθείσας από το έγκλημα κοινωνικής τάξης ή ως το µέσο για την ηθική βελτίωση του παραβάτη.


Πηγή:

Απόσπασμα από την 

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ Π. ΛΙΑΝΟΥ

με τίτλο
ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ




Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

H Κοινωνική Αναπηρία



Στο βαθμό που, 

η καθημερινότητα ορίζει τις καταστάσεις με αυταρχικό τρόπο, δημιουργεί μια επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα πέρα από την επιθυμία του ατόμου, το οποίο μετατρέπει σε ένα απλό διεκπεραιωτής της και όχι σε συν-δημιουργό της.

Στο βαθμό επίσης που, 

το οικογενειακό περιβάλλον απαιτεί την ολοένα προσαρμογή σε απαιτήσεις και οικογενειακές προδιαγραφές, οι οποίες διαπερνούν τις γενιές αποζητώντας την ανεφ' όρων επικύρωσή τους από το άτομο, σε αυτή την περίπτωση, αυτό, δεν αποτελεί τον πόλο συσσώρευσης εμπειρίας σαν αποτέλεσμα της κοινωνικής του πράξης, αλλά βιώνεται σαν το κέντρο συσσωρευμένης δυσφορίας από τις αναγκαιότητες που ωθείται να ακολουθήσει...

Τότε, 

η αίσθηση της ακεραιότητας του εαυτού εξαφανίζεται και την θέση της καταλαμβάνει μια γενικευμένη ανεπάρκεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει τον καθένα σε μια κοινωνική αναπηρία, δηλαδή σε αδυναμία προσαρμογής στην κοινωνική πραγματικότητα.


Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ - ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ






ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η γλώσσα του σώµατος αποτελεί ένα πανάρχαιο φαινόµενο. ∆ηλώνει το πόσο επικοινωνεί ο καθένας µε το σώµα του, τι «θέλει να πει» και τι «θέλει να κρύψει» µε το σώµα του. Αν και πολλές κινήσεις είναι κοινές ανά τον κόσµο, υπάρχει τελικά µια παγκόσµια γλώσσα του σώµατος;

Με την έκφραση «µιλάµε µε το σώµα», µια έκφραση που όλοι έχουµε χρησιµοποιήσει, εννοούµε το πώς επικοινωνούµε µεταξύ µας, τις κινήσεις µας, την στάση του σώµατος µας και τις εκφράσεις του προσώπου µας. Έχει παρατηρηθεί από επιστήµονες, ψυχολόγους και γιατρούς (κυρίως νευρολόγους) πως µε το σώµα εκφραζόµαστε περισσότερο και καλύτερα απ’ ότι µε τον γραπτό ή προφορικό λόγο. Την επικοινωνία αυτή την έχουν ονοµάσει «Γλώσσα του Σώµατος».

Η Γλώσσα του Σώµατος φαίνεται να είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Στην Αρχαία Ελλάδα φιλόσοφοι και σοφιστές όπως ο Θαλής, ο Αριστοτέλης, ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας έκρυβαν τα χέρια τους κάτω από βαρύς τηβέννους διότι πίστευαν ότι η κίνηση των χεριών σε µια συζήτηση ή οµιλία υποδήλωνε έλλειψη ευφράδειας και επιχειρηµάτων, ενώ ο «απλός» λαός φαινόταν να χρησιµοποιεί τα χέρια του ιδιαίτερα έντονα στις συζητήσεις, κάτι που το παρατηρούµε και σήµερα. Αυτή η άποψη βασίζεται στο ότι όσο πιο έντονα µιλάµε µε το σώµα µας, τόσο πιο «φτωχό» είναι το έναρθρο λεξιλόγιό µας. 

Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε γνωρίζοντας να µιλάει, εποµένως το µόνο µέσω επικοινωνίας από την γέννησή του είναι το σώµα του. Μεγαλώνοντας και µαθαίνοντας να µιλάει, η επικοινωνία µέσω του σώµατος υποβαθµίζεται και όσο πιο σαφέστερα µπορεί να εκφραστεί µε τον λόγο, τόσο περισσότερο περιορίζεται η ανάγκη του να επικοινωνήσει µέσω του σώµατός του. Η Γλώσσα του Σώµατος όµως, αυτή η µορφή επικοινωνίας, είναι πολύ βαθιά ριζωµένη στο υποσυνείδητο για να µπορέσουµε να πούµε πως είναι δυνατόν κάποια στιγµή να µην την χρησιµοποιούµε καθόλου.

Πριν από περίπου 400.000 χρόνια τοποθετούµε την ύπαρξη του Ηomo erectus (τον άνθρωπο τον όρθιο), ενώ η εµφάνιση του Νεάντερνταλ έγινε πριν 130.000 χρόνια και υπήρχε µέχρι 35.000 χρόνια πριν. Ο Άνθρωπος του Νεάντερνταλ θεωρείται το πρώτος είδος sapiens. Ξεχωρίζει από τον σύγχρονο άνθρωπο για την ιδιαίτερη κατασκευή του κεφαλιού του. Έχει βέβαια αποδειχθεί ότι 5 είχε θρησκευτική συνείδηση, ότι δηµιουργούσε µια υποτυπώδη µορφή τέχνης (έχουν ανακαλυφθεί ζωγραφιές σε σπηλιές) και ίσως χρησιµοποιούσε οστέινα µουσικά όργανα. Το σηµαντικότερο όµως, που αφορά και την παρούσα εργασία, είναι πως είχε αναπτυγµένο προφορικό λόγο. Αξιοσηµείωτα είναι και τα ευρήµατα που αφορούν τις συχνότητες στις οποίες ήταν συντονισµένο το αφτί του. Οι συχνότητες της φυσιολογικής οµιλίας µας είναι 2-4 KHz, παρόµοιες µε αυτές του προγόνου του Άνθρωπος του Νεάντερνταλ, Ηomo Heidelbergensis, που είχαν παρόµοια λειτουργία αφτιών, γεγονός που ερµηνεύεται ως ένδειξη ότι οι εν λόγω Homo από τότε (ίσως 500.000 χρόνια πριν) έβγαζαν νοήµονες φωνητικούς ήχους που θα µπορούσαν να θεωρηθούν ως µια πρωτογλώσσα, µια πρώτη µορφή οµιλίας. (Μιχαηλίδης, 2005)

Φαίνεται σχεδόν απίστευτο ότι, µέσα στα χιλιάδες χρόνια της εξέλιξής µας, η γλώσσα του σώµατος δεν είχε µελετηθεί σε οποιαδήποτε κλίµακα µέχρι τη δεκαετία του 1960. Οι περισσότεροι από µας πιστεύουν ακόµα ότι η κυριότερη µορφή επικοινωνίας είναι η οµιλία. Όµως η οµιλία έγινε τµήµα των επικοινωνιακών µας εργαλείων πολύ πρόσφατα, αναφορικά µε την εξέλιξη του ανθρώπου και χρησιµοποιείται κυρίως για να µεταφέρει γεγονότα και δεδοµένα. Η γλώσσα του σώµατος και οι λαρυγγισµοί ήταν οι κύριοι τρόποι έκφρασης αισθηµάτων και συναισθηµάτων µέχρι ο άνθρωπος να µάθει να χρησιµοποιεί τον προφορικό λόγο µε την µορφή που τον χρησιµοποιούµε εµείς σήµερα. Όµως επειδή εστιάζουµε την προσοχή µας στα λόγια που λένε οι άνθρωποι, οι περισσότεροι είµαστε αδαείς σε σχέση µε τη γλώσσα του σώµατος, πολύ περισσότερο δε, σε σχέση µε τη σηµασία που έχει στη ζωή µας.(Pease, 2006)

Η γλώσσα σώµατος είναι η πιο ήρεµη, µυστική και ίσως η πιο ισχυρή γλώσσα. Τα σώµατα µας στέλνουν µηνύµατα συνεχώς και συχνά δεν αντιλαµβανόµαστε ότι βγάζουµε περισσότερα νοήµατα προς τα έξω από αυτά που συνειδητοποιούµε. Με το να εξοικειωνόµαστε µε µερικά βασικά µη-λεκτικά σηµάδια, µπορούµε να βελτιώσουµε την δυνατότητα µας να αντιληφθούµε τι πράγµατι εννοούν οι γύρω µας και τι προβάλλουµε εµείς προς αυτούς. Η στάση, η θέση και η κίνηση ενός ατόµου, συχνά µας λένε περισσότερα από αυτά που λέει το ίδιο το άτοµο (ίσως µάλιστα και το ακριβώς αντίθετο).

 Η γλώσα του σώµατος είναι µια πολύ δύσκολη, περίεργη και ενδιαφέρουσα επιστήµη. ∆υστυχώς οι επιστήµονες που ασχολούνται µε αυτήν, ιδίως στην Ελλάδα, είναι ελάχιστοι αλλά ακόµα και αυτοί την χρησιµοποιούν ως έναν ακόµη τοµέα πάνω στον οποίο κατέχουν τις βασικές γνώσεις, δεν είναι ειδήµονες και συνεπώς δεν θεωρείται η κύρια ειδικότητά τους.

Όλοι µας γνωρίζουµε κάποια βασικά στοιχεία της «γλώσσας του σώµατος» είτε γιατί τα µάθαµε από κάποιο βιβλίο, κάποιο ντοκιµαντέρ ή κάποιον που µας τα έµαθε, είτε γιατί τα παρατηρήσαµε µόνοι µας σε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους οπότε δηµιουργήσαµε κάποια µοτίβα βάση εµπειρίας. Ωστόσο δεν είµαστε όλοι σε θέση να καταλάβουµε τα αισθήµατα του άλλου από τον τρόπο που κινεί και στήνει το σώµα και τα διάφορα µέλη του.

Για τη σωστή ερµηνεία της “γλώσσας του σώµατος” απαιτείται η ικανότητα για “παρατήρηση” και “αντίληψη”. Η παρατήρηση είναι ένας τύπος αποκωδικοποίησης και η ικανότητα παρατήρησης µπορεί να αυξηθεί µε τρείς τρόπους: µε την εκπαίδευση, την γνώση και την ανάγκη. Η εκπαίδευση και η γνώση είναι αλληλοσχετιζόµενες έννοιες. ∆ια µέσου της εκπαίδευσης το άτοµο γίνεται γνώστης πολλών πραγµάτων. Αλλά και η ανάγκη για κάτι, κάνει το άτοµο έτοιµο και ανυπόµονο να το αποκτήσει. Όταν προσπαθείς π.χ. να βρεις τον αριθµό ενός συγκεκριµένου σπιτιού σε µια άγνωστη γειτονιά, γίνεσαι περισσότερο προσεκτικός απ' ότι συνήθως και παρατηρείς πράγµατα τα οποία δεν είχες δει προηγουµένως και αυτό, γιατί έχεις ανάγκη να ψάξεις και να βρεις το νούµερο του σπιτιού.

Η αντίληψη είναι σχετική µε την ικανότητα να παρατηρείς, να παραµένεις έτοιµος και να εξάγεις από µία δεδοµένη επικοινωνία τις “πραγµατικότητες” της κατάστασης, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι η πραγµατικότητα είναι διαφορετική για τον καθένα µας. Η εξαγωγή συµπερασµάτων πρέπει να προέρχεται από τα “λεκτικά” και από τα “ µη λεκτικά µηνύµατα”, τα οποία είναι όµοια και γι' αυτόν που κωδικοποιεί και γι' αυτόν που αποκωδικοποιεί. Κατά τη διάρκεια της κωδικοποίησης του µηνύµατος, θα πρέπει να αποκωδικοποιείς τη “γλώσσα του σώµατος” του δέκτη. Η επικοινωνία είναι στην πραγµατικότητα µια συνεχής διαδικασία. Όσο πιο γρήγορα εσύ, ως κωδικοποιητής (encoder) λαµβάνεις την αναπληροφόρηση (feedback) µε τη µορφή της “γλώσσας του σώµατος”, τόσο πιο γρήγορα µπορείς να χρησιµοποιήσεις µια περισσότερο αποτελεσµατική τεχνική κωδικοποίησης, όταν αυτό είναι απαραίτητο.” (Μπόγκα-Καρτέρη, 1997)

Συνήθως όµως, µόνο οι ειδικοί µπορούν να έχουν πλήρη αντίληψη των σηµάτων που δίνουµε και παίρνουµε µέσα σε έναν χώρο και σε ένα στάδιο επικοινωνίας. Μόνο αυτοί µπορούν να πουν µε σιγουριά αν κάποιος αισθάνεται φόβο ή λέει ψέµατα επειδή απλά κάνει ορισµένες συγκεκριµένες κινήσεις. Αυτό συµβαίνει γιατί εµείς δεν γνωρίζουµε τα σήµατα αυτά για να µπορέσουµε να τα επισηµάνουµε, να τα αποµονώσουµε και να τα ερµηνεύσουµε. Παρ' όλα αυτά, συγκεκριµένα σήµατα του σώµατος είναι τόσο κοινά σε όλους που, αν µπορέσει κάποιος να τα αντιληφθεί, θα µπορέσει και να τα ερµηνεύσει.

Από τεχνική άποψη όταν λέµε ότι κάποιος έχει «αντίληψη» ή «διαίσθηση» αναφερόµαστε στην ικανότητά του να διαβάζει τα µη-προφορικά σήµατα του άλλου και να τα συγκρίνει µε τα προφορικά του µηνύµατα. Με άλλα λόγια όταν λέµε ότι έχουµε την προαίσθηση ή την αίσθηση ότι ο άλλος µας λέει ψέµατα, στην πραγµατικότητα εννοούµε ότι τα λόγια του και η γλώσσα του σώµατός του δεν συµφωνούν. Αυτό είναι εξάλλου που οι οµιλητές ονοµάζουν συνείδηση του ακροατηρίου ή συνάφεια µε µια οµάδα. Αν για παράδειγµα ο κόσµος κάθονταν γερµένος πίσω στα καθίσµατα του µε το κεφάλι τους γερµένο προς τα κάτω και τα χέρια διπλωµένα στο στήθος, ο «διαισθητικός» οµιλητής θα αντιλαµβανόταν ή θα είχε την «αίσθηση» ότι ο τρόπος του δεν γινόταν κατανοητός. Θα συνειδητοποιούσε τότε ότι χρειάζονταν µια καινούρια προσέγγιση του θέµατος για να κερδίσει τη συµµετοχή του ακροατηρίου του. Όµοια ο «µη-διαισθητικός» οµιλητής δεν θα αντιλαµβανόταν τίποτα και θα έκανε από απροσεξία του πολλά λάθη.

Οι γυναίκες είναι πιο διαισθητικές από τους άντρες και σε αυτό αναφέρεται και η λεγόµενη «γυναικεία διαίσθηση». Οι γυναίκες έχουν µια έµφυτη ικανότητα να συλλαµβάνουν και να αποκρυπτογραφούν τα µη-προφορικά σήµατα και να διακρίνουν µε ακρίβεια τις µικρές λεπτοµέρειες. Αυτός είναι ο λόγος που ελάχιστοι άντρες µπορούν να πουν ψέµατα στη γυναίκα τους και να µην αποκαλυφθούν, ενώ αντίθετα, οι περισσότερες γυναίκες µπορούν να κάνουν πολλά πράγµατα µπροστά στα µάτια των ανδρών και αυτοί να µη καταλάβουν τίποτα. 

Αυτή η γυναικεία διαίσθηση είναι ιδιαίτερα φανερή σε γυναίκες που έχουν αναθρέψει µικρά παιδιά. Τα πρώτα χρόνια η µητέρα για να επικοινωνήσει µε το παιδί στηρίζεται αποκλειστικά στο µη-προφορικό κανάλι επικοινωνίας. Είναι κατάλληλα εφοδιασµένη για να µπορεί να επικοινωνήσει µε το βρέφος στηριζόµενη στη µη λεκτική επικοινωνία. Συγκεκριµένα, οι γυναίκες έχουν 14-16 περιοχές στον 8 εγκέφαλο για την αξιολόγηση των άλλων και έτσι µπορούν να κάνουν πιο αναλυτικές και ακριβείς παρατηρήσεις. Αντίθετα, οι άνδρες έχουν µόνο 4-6 τέτοιες περιοχές στον εγκέφαλο, γι αυτό και συχνά οι γυναίκες παραπονιούνται επειδή οι άνδρες δεν προσέχουν τις αλλαγές που εκείνες κάνουν πάνω τους. Ο παραπάνω πιστεύεται ότι είναι ο λόγος που οι γυναίκες γίνονται πιο συχνά διαπραγµατευτές από τους άντρες. (Σαµαράκη Χ., 2008)

Όταν σταυρώνεται τα χέρια σας στο στήθος, βάζετε το δεξί πάνω στο αριστερό ή το αντίθετο; Οι περισσότεροι δεν µπορούν να απαντήσουν µέχρι να δοκιµάσουν. Εκεί που ο ένας τρόπος φαίνεται βολικός, ο άλλος φαίνεται εσφαλµένος. Τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουµε υποδεικνύουν ότι και αυτή µπορεί να είναι µια έµφυτη χειρονοµία που δεν µπορεί να αλλάξει. Το θέµα αυτό µπορεί να επεκταθεί κατά πολύ µε παρόµοια παραδείγµατα που δηµιουργούν εύλογα µια απορία για το αν µερικές χειρονοµίες είναι επίκτητες από τον πολιτισµό και γίνονται από συνήθεια ή είναι γενετικές. Ένα ακόµη παράδειγµα είναι ότι οι περισσότεροι άντρες όταν φοράνε το παλτό τους βάζουν πρώτα το δεξί τους χέρι, ενώ οι γυναίκες βάζουν πρώτα το αριστερό. Όταν ένας άντρας προσπερνάει µια γυναίκα σ’ ένα δρόµο γεµάτο κόσµο, συνήθως γυρίζει µετά προς το µέρος της, ενώ η γυναίκα γυρίζει προς την αντίθετη πλευρά. Το κάνει αυτό ενστικτωδώς ή ίσως για να προστατέψει τα στήθη της; Είναι µήπως αυτή µια έµφυτη γυναικεία αντίδραση ή έµαθε να την κάνει παρατηρώντας ασυνείδητα τις άλλες γυναίκες;

Οι άνθρωποι που εκφράζουν άποψη για την γλώσσα του σώµατος έχουν χωριστεί σε δύο αντίθετα µέτωπα. Υπάρχουν αυτοί που θεωρούν την γλώσσα του σώµατος ως µια λανθάνουσα γλώσσα, που δεν µπορεί να αποδειχθεί και που δεν παρουσιάζει σε καµία περίπτωση οικουµενικά στοιχεία. Πως κάθε άνθρωπος, κάθε κράτος ή κάθε διαφορετική φυλή παρουσιάζει διαφορετικά στοιχεία σχετικά µε τις κινήσεις του σώµατος και τις εκφράσεις του προσώπου και για τον λόγο αυτό δεν µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε τέτοια στοιχεία για να κρίνουµε ή να δικάσουµε ανθρώπους διότι δεν θεωρούνται σίγουρα. Από την άλλη όµως µεριά έχουµε τους επιστήµονες εκείνους που έχουν αποδείξει την οικουµενικότητα της γλώσσα του σώµατος. Είναι οι επιστήµονες που έχουν µελετήσει τους µύες του προσώπου και παρατήρησαν πως σε ίδιες εκφράσεις, υπάρχει ίδια κίνηση των ίδιων µυών σε άνδρες και γυναίκες, σε ανθρώπους διαφορετικών κρατών, φυλών και γενικά πολιτισµών. Το ίδιο ακριβώς συµβαίνει και µε ορισµένες κινήσεις και στάσεις του σώµατος. Οι επιστήµονες αυτοί έχουν φτάσει πλέον σε στάδιο να µπορέσουν να κρίνουν αν κάποιος λέει ψέµατα, αν υποκρίνεται, αν νιώθει αµηχανία και πολλά άλλα συναισθήµατα, από τον τρόπο που εκφράζεται µε µη λεκτικούς κώδικες επικοινωνίας. Υποστηρίζουν ακόµη πως η γλώσσα του σώµατος κυριαρχείται από το υποσυνείδητο οπότε δεν µπορεί να την ελέγξει απόλυτα κανένας άνθρωπος όπως τον προφορικό λόγο.

Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να αποδείξει πως η Γλώσσα του Σώµατος είναι όντως παγκόσµια, µη ελεγχόµενη και πιο αληθινή από τον προφορικό λόγο. Μετά από διεξοδική µελέτη που έγινε για τον σκοπό της εργασίας αυτής και λαµβάνοντας υπόψη µας πολλούς µελετητές και ερευνητές που ασχολούνται αποκλειστικά µε την γλώσσα του σώµατος και τις εκφράσεις του προσώπου καταλήξαµε στο συµπέρασµα πως ένα µεγάλο µέρος από την βασική µη- προφορική µας συµπεριφορά είναι επίκτητη και η σηµασία πολλών κινήσεων και χειρονοµιών προσδιορίζεται από τον πολιτισµό. 

Ένα από τα πιο σοβαρά λάθη που µπορεί να κάνει ένας αρχάριος στη γλώσσα του σώµατος είναι να ερµηνεύσει µια µοναχική χειρονοµία αποµονωµένη από άλλες εκφράσεις ή συνθήκες. Για παράδειγµα, το ξύσιµο του κεφαλιού µπορεί να σηµαίνει ένα σωρό πράγµατα όπως πιτυρίαση, έλλειψη µνήµης ή ψέµατα, ανάλογα µε τις άλλες χειρονοµίες που συµβαίνουν συγχρόνως µε αυτή. Έτσι, αν θέλουµε να έχουµε µια σωστή ερµηνεία πρέπει να κοιτάµε τις εκφράσεις οµαδικά. 

Όπως κάθε γλώσσα, έτσι και η γλώσσα του σώµατος αποτελείται από λέξεις, προτάσεις και σηµεία στίξης. Κάθε χειρονοµία είναι σαν µία ξεχωριστή λέξη και µια λέξη µπορεί από µόνη της να έχει πολλές διαφορετικές έννοιες. Μόνο όταν µπούνε µέσα σε µια πρόταση µαζί µε άλλες λέξεις µπορούµε να καταλάβουµε πλήρως το νόηµά της. Οι χειρονοµίες έρχονται σε «προτάσεις» και λένε συνεχώς την αλήθεια για τα συναισθήµατα ή τη διάθεση του ατόµου. Το «διαισθητικό» άτοµο είναι εκείνο που µπορεί να διαβάζει τις σιωπηλές προτάσεις και να τις συγκρίνει µε ακρίβεια µε τις προφορικές προτάσεις του άλλου ατόµου. Αυτό που λένε οι άνθρωποι είναι συχνά πολύ διαφορετικό από αυτό που σκέπτονται ή αισθάνονται. Χρησιµοποιώντας τους κατάλληλους εξωλεκτικούς κώδικες (µέσω των οποίων µεταφράζουµε τα σηµεία της γλώσσας του σώµατος σε «λέξεις» ή συναισθήµατα) µπορούµε να περνάµε και να δεχόµαστε µηνύµατα, παρακάµπτοντας το επιφανειακό επίπεδο των λέξεων. (Ekman, 2004)

Ο άνθρωπος υποκινούµενος από το υποσυνείδητο χρησιµοποιεί πολλές φορές το σώµα του, κυρίως τα άκρα του, για να υποδηλώσει την συναισθηµατική του κατάσταση. Όταν νιώθει απειλούµενος συσπειρώνεται σε εµβρυακή στάση, όταν νιώθει κούραση συνηθίζει να περπατάει καµπουριαστός, όταν θέλει να υποδηλώσει έντονο θαυµασµό κινεί τα χέρια του µε ανοιχτές τις παλάµες και στήνει τον κορµό του, είτε καθιστός είτε όρθιος. Αυτά είναι ελάχιστα παραδείγµατα ενός πολύ µεγάλου πεδίου µελέτης. Όµως το σώµα, πέρα από την στιγµιαία συναισθηµατική φόρτιση, µπορεί να µας δείξει και την γενικότερη στάση κάποιου και τις ιδιαίτερες πτυχές του χαρακτήρα του, (γεγονός που αναλύεται περαιτέρω στην ενότητα 2.2 ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ) κάτι που πολύ δύσκολα µπορεί να κρύψει από τον παρατηρητή της επικοινωνίας του σώµατος. Πολλά µπορούµε να αποκαλύψουµε κατά την διάρκεια διάφορων δραστηριοτήτων όπως για παράδειγµα ο χορός, µιας και ο άνθρωπος χορεύοντας, συχνά αποκαλύπτει µια τελείως διαφορετική εικόνα του από εκείνη που συνήθως εµφανίζει, καθώς µέσω του χορού εκδηλώνεται ο βαθύτερος συναισθηµατισµός του, οι ανησυχίες και ελπίδες του, ακόµα και ο αισθησιασµός του, ιδιαίτερα εάν ο χορός είναι ελεύθερος και αβίαστος.


Η Εισαγωγή
από την
ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
ΜΑΣΤΕΛΛΟΥ ΒΙΡΓΙΝΙΑΣ
με τίτλο
Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

φωτογραφία LouisBlanc



Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

"Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας” ή "Πίστη" στην Οικογένεια






Στην ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου “Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας” την οποία ξαναείδα τελευταία στο αφιέρωμα που έγινε για τον θάνατό του, παρακολουθούμε ένα πατέρα ο οποίος απομονώνεται στο σπίτι με τα τρία παιδιά του και μια υπηρέτρια με στόχο να μην κάνουν τίποτα που να αποζητά να καταβάλουν ενέργεια και να απολαμβάνουν την αφθονία που έχουν, την οποία η οικογένεια έχει εξασφαλίσει για αυτούς.

Στο αθηνόραμα γράφει:

(Ένας πατέρας και οι τρεις γιοι του αποτραβιούνται σε μια παλιά αρχοντική έπαυλη, που μόλις κληρονόμησαν, μαζί με την υπηρέτριά της. Η οκνηρία, η χαλαρότητα και τέλος ο ύπνος διαβρώνει σταδιακά τα μέλη αυτής της συμβολικά προσδιορισμένης αστικής οικογένειας, εκτός από την υπηρέτρια, μοναδικό θετικό πρόσωπο σ' ένα βασίλειο ζωντανών νεκρών).

Βέβαια η υπηρέτρια παρουσιάζεται ενεργητική, αλλά και εκείνη είναι πιστή στους όρους της οικογένειας διότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας της διότι έχει επωμιστεί να εκτελεστούν τα πάντα με τον τρόπο που θέλει και έχει αποφασίσει ο πατέρας.

Παρακολουθούμε λοιπόν και τα τρία τα παιδιά ν' ακολουθούν την πορεία προς την ακινησία και το βύθισμα στην παθητικότητα που έχει χαράξει ο πατέρας, από τους οποίους ζητά να είναι πιστοί και να μην προδώσουν τα ιδεώδη της οικογένειας.

Ο μεγαλύτερος αδελφός, δείχνει να ταυτίζεται περισσότερο μαζί του, και ακολουθεί κατά γράμμα την προτροπή του. Ο μεσαίος στην αρχή φαίνεται να μην ακολουθεί, βγαίνει έξω για ψώνια, συναντάει μια κοπέλα κρυφά, με την οποία σκέπτεται να παντρευτεί. Ο μεγάλος αδελφό να μαρτυρά αυτό το γεγονός στον πατέρα, σαν παράπτωμα. Στην συνέχεια βλέπουμε και αυτόν να εγκαταλείπει τα όνειρο να κάνει μια οικογένεια με την γυναίκα που αγαπάει και να βυθίζεται σιγά, σιγά μέσα στην παθητικότητα και την τεμπελιά. Ο μικρός μόνο προσπαθεί να αντιδράσει. Σκέπτεται να φύγει για να σπουδάσει ή να δουλέψει. Βέβαια οι άλλοι τον αποτρέπουν λέγοντας να σκεφτεί τις δυσκολίες που θα συναντήσει. 

Όταν τελικά κάποια στιγμή αποφασίζει να φύγει κάνουν ένα οικογενειακό συμβούλιο για να τον αποτρέψουν. Ο πατέρας τον κατηγορεί ότι είναι έτοιμος να προδώσει την οικογένεια του και να αθετήσει ότι αυτή έχει κάνει για αυτόν. Τα άλλα αδέρφια επίσης ανήσυχα προσπαθούν να τον πείσουν να μείνει πιστός σε αυτή, επαναλαμβάνοντας τις δυσκολίες που θα συναντήσει έξω από την οικογένεια. Όταν τελικά τον πείθουν να μείνει εκεί, όλοι, ξαναγυρνάνε στην παθητικότητα, πιστοί σε αυτό που η οικογένεια είχε ορίσει σαν πεπρωμένο για αυτούς. Στο τέλος βλέπουμε τον μικρό να προσπαθεί να απομακρυνθεί από το σπίτι με την βοήθεια της υπηρέτριας, αλλά να μην έχει τις δυνάμεις να συνεχίσει.

Ξέχωρα από την μαρξιστική ερμηνεία της ταινίας, όπου δείχνει την αστική τάξη (οικογένεια) να βουλιάζει μέσα στην παθητικότητα και την εργατική ( υπηρέτρια) να εργάζεται, μια άλλη ανάγνωση της μας οδηγεί να δούμε κάτι που ίσως να μην έχουμε προσέξει μέχρι τώρα.  Την επιρροή που ασκεί η οικογένεια στα μέλη της.

Η ταινία είναι αποκαλυπτική για τον τρόπο που μπορεί να λειτουργήσει μια οικογένεια, για το τι μπορεί να προξενήσει στα παιδιά της και πόσο μπορεί να τα εξαρτήσει, να τα παρασύρει, και να καθορίσει το μέλλον τους Η επιρροή της εκφράζεται με την “πιστότητα” που ζητάει από τα μέλη της, και τους τρόπους που χρησιμοποιεί για να τα πείσει να υποταχθούν και να την ακολουθήσουν.

Η ταινία μας παρουσιάζει μια πραγματικότητα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στην οικογενειακή θεραπεία. Κάθε φορά το πρόβλημα τίθεται στην σχέση του ατόμου με την οικογένεια. Δηλαδή στην αίσθηση που τα μέλη της έχουν για τον εαυτό τους, όσον αφορά την θέση τους, την λειτουργία τους και τα όρια μέσα σε αυτήν.

Πολλές φορές οι πελάτες δεν μιλάνε για τον εαυτό τους, διότι μιλώντας γι αυτόν, θα θίξουν θέματα τα οποία έχουν να κάνουν με την οικογένεια και τα οποία πρέπει να μείνουν κρυφά. Δηλαδή ανακαλύπτουμε ότι η “πιστότητα” που ζητά η οικογένεια από τα μέλη της, τα κάνει να μην μιλάνε για αυτή, διότι μπορεί να θεωρηθεί σαν προδοσία απέναντί της.

       Η πιστότητα ορίζεται σαν ένα είδος πίστης χωρίς κανόνες του μέλους προς στην οικογένεια. Είναι μια δέσμευση που έχει αναλάβει απέναντι της, η οποία εκφράζει την αναγνώριση της σημαντικότητας του για αυτό. Δηλαδή όσο πιο πιστός είναι τόσο πιο σημαντικός γίνεται για την οικογένεια. Μέλη-παιδιά που δεν μείναν πιστά στην οικογένεια απομακρύνονται και “χάνονται”

     Τέτοιου είδους διασυνδέσεις συνήθως δεν είναι υγιείς, αλλά στηρίζονται στην σκληρότητα του αυταρχισμού της οικογένειας και εσωκλείουν μια αναγκαστική υπόσχεση του μέλους, ότι θα παραμείνει πιστό σε αυτή. Είναι μια οικογενειακή πραγματικότητα η οποία το περιορίζει μέσα στα όρια της, είτε πραγματικά, είτε συναισθηματικά, με τέτοιο τρόπο ώστε οι σχέσεις με το εξωτερικό κόσμο να γίνονται πολύ δύσκολες.

   Σύμφωνα με τον Ivan Boszormenyi-Nagy1 - ο οποίος περιέγραψε και υιοθέτησε την “πιστότητα” σαν όρο της οικογενειακής θεραπείας – ο όρος αυτός εκφράζει μια ιμπεριαλιστική τάση της οικογένειας προς το άτομο υπό την μορφή εσωτερικευμένων διαταγών.

    Έτσι η πιστότητα μετατρέπεται σε μια πραγματικότητα που δεν μαρτυρά μια απλή σύνδεση με την οικογένεια, αλλά ένα συναισθηματικό “ρίζωμα”, θα λέγαμε, των όρων μέσω των οποίων συμμετέχει στην κατασκευή της ταυτότητα του κάθε μέλους της.

   Ακουμπάει πάνω σε αξίες που κάθε οικογένεια προβάλει και ζητά τον σεβασμό σαν μια υποχρεωτική υπόσχεση του μέλους ότι, θα επιδείξει την ανάλογη πίστη και υπεράσπιση απόψεων της. Η πιστότητα έχει την ικανότητα να υπερβαίνει τις οικογενειακές αντιπαλότητες, αλλά και να τις δημιουργεί. Η μορφή της διαπερνά της γενιές και τις περισσότερες φορές είναι μια μη συνειδητοποιημένη “ παρουσία' μέσα στο άτομο, έτσι ώστε να νομίζει ότι οι αποφάσεις του και η συμπεριφορά του είναι ανεξάρτητες από την οικογένεια, αλλά να ακολουθούν, χωρίς να το καταλαβαίνει, τις επιλογές της.

Σύμφωνα με τον Ivan Boszormenyi-Nagy διακρίνουμε:

α) Την “κάθετη πιστότητα” αυτή ενώνει ιεραρχικά τους γονείς με τα παιδιά. Σε αυτή την περίπτωση, ένα σημαντικό στοιχείο στις σχέσεις που κατασκευάζονται στην οικογένεια είναι η δυσκολία του αποχωρισμού ανάμεσα στο γονιό και το παιδιά. Σε αυτές τις σχέσεις διακρίνουμε μια ασυμμετρία, έλλειψη ισότητας, ανικανότητα αντίστασης του νεαρού μέλους απέναντι στο γονέα. Δηλαδή όπως είπαμε και πάρα πάνω και όπως μας έδειξε ο Παναγιωτόπουλος στην ταινία του είναι ο αποκλεισμός του παιδιού στην οικογένεια και η αφαίρεση του δικαιώματός του να φύγει και να δημιουργήσει την ζωή του “ανεξάρτητα” από αυτή.

β) Την “οριζόντια πιστότητα ” η οποία συναντιέται στις φιλικές σχέσεις, όπου εκεί υπάρχει ισότητα και συμμετρία .

γ) Και τέλος η “ περιοριστική πιστότητα ” θα λέγαμε σε μια ελεύθερη μετάφραση, η οποία δημιουργείται ανάμεσα στο γονέα και το παιδί, όταν όμως το παιδί έχει αναλάβει το ρόλο του γονέα, δηλαδή ανάμεσα στο “Γονεϊκό παιδί” και τον γονέα. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί καλείται να συνδράμει το γονέα. Η στάση που κρατάει ανεξάρτητα από την ηλικία του είναι να προσπαθεί να τον “επισκευάσει”να τον βοηθήσει εφόσον παρουσιάζεται ότι βρίσκεται σε δυσκολία. Αυτό δεν του επιτρέπει να ασχοληθεί με τον “εαυτό” του και να ορίσει τα όρια ανάμεσα στην δικιά του επιθυμία και αυτή της οικογένειας. Έτσι όταν μια οικογένεια δυσλειτουργεί, απαιτεί από τα μέλη της υποχρεωτική πίστη.

    Η “πιστότητα” λειτουργεί με τρόπο ώστε οι “ανάγκες” των γονέων να βεβηλώνουν κάθε προσπάθεια των παιδιών, να οριοθετήσουν τον εαυτό τους και να διεκδικήσουν την αυτονομία τους. Αυτό είναι νομίζω το ουσιαστικό μήνυμα της ταινίας του Παναγιωτόπουλου και γι αυτό - για εμένα - είναι σημαντική!

Κερεντζής Λάμπρος




1 Αμερικανοούγκρος Ψυχίατρος συστημικός ψυχοθεραπευτής

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Το ρουσφέτι






...αναπαράγει την αδικία

Αυτό που δεν έχουν καταλάβει οι κάτοικοι αυτής της μικρής χώρας είναι ότι το ρουσφέτι, είναι μια κοινωνική νόσος, η οποία δεν έχει προσβάλει μόνο το κάθε κόμμα του πολιτικού συστήματος, αλλά ολόκληρο το έθνος και αυτό συμβαίνει αιώνες τώρα.

Πολλοί συμπολίτες μας κραυγάζουν για κάτι που θεωρούν αδικία ενώ κολυμπούν μέσα του, το βιώνουν καθημερινά στις συνδιαλλαγές τους με τους άλλους και το χρησιμοποιώντας σε καθημερινή βάση με διαφορετικές μορφές. Βέβαια υπάρχουν οι νόμιμες και οι παράνομες συνδιαλλαγές οι οποίας επιζητούν να γίνουν νόμιμες και το καταφέρνουν. Έτσι όλοι έχουμε τις “άκριες” μας, σε διαπροσωπικό επίπεδο μέσω οικογενειακών και συγγενικών σχέσεων. Όλοι έχουμε δημιουργήσει σχέσεις συμπάθειας, “φιλίες” μέσω των οποίων προωθούμε τα συμφέροντά μας και τις χρησιμοποιήσουμε σε δύσκολες κοινωνικές καταστάσεις. Έτσι το ρουσφέτι εμφανίζεται σε οικογενειακό, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο

Το ρουσφέτι μπορεί να διεισδύσει παντού προβάλλοντας, σαν βασικό λόγο της παρουσία του, την προσπάθεια να δημιουργήσει μια “ευκολία” σε κάποιους, αναπαράγοντας συγχρόνως την δυσκολία στους άλλους. Βέβαια στο ρουσφέτι εμείς βλέπουμε μόνο την πλευρά της ευκολίας την οποία θέλει να δημιουργήσει και όχι τη δυσκολία και την ανισότητα που κατασκευάζει. Προβάλλεται η προσπάθεια να δημιουργεί μια ευκολία πρόσβασης για αυτούς που έχουν “ μέσο” σε μια π. χ. υπηρεσία, εργασία, θεραπεία, ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί δυσκολία πρόσβασης σε αυτές τις υπηρεσίες σε αυτούς που δεν έχουν “μέσο”. Εμφανίζεται λοιπόν σαν ευεργέτημα για τον εξυπηρετούμενο, αλλά συγχρόνως κατασκευάζει τον αδικούμενο. Παρουσιάζεται λοιπόν, ότι προσπαθεί να διορθώσει καταστάσεις τις οποίες το ίδιο αναπαράγει, έτσι ενώ έρχεται να αντιπαρέλθει την κοινωνική αδικία η παρουσία του, την μεγαλώνει.

Το ρουσφέτι δημιουργεί και αναπαράγει την αδικία ενώ προτίθεται να την εξαλείψει.


...είναι δωροδοκία

Το ρουσφέτι εκφράζει μια προσπάθεια να διακριθούμε από τον “άλλον”, να αποκτήσουμε ένα μεγαλύτερο πλεονέκτημα από αυτόν και ας μην τον γνωρίζουμε καν. Σε αυτή την περίπτωση ο “άλλος” εκλαμβάνεται σαν αντίπαλος ο οποίος μας απειλεί συνεχώς. Η υιοθέτηση του ρουσφετιού σαν μέσον μεγαλώνει την ικανότητα μας να τον αντιμετωπίσουμε. Σε αυτή την περίπτωση δεν ισχύουν ούτε οι κοινωνικές μας δεξιότητες, ούτε οι γνώσεις μας, ούτε οι επαγγελματικές μας ικανότητες, όσο η γνωριμίες που έχουμε συνάψει με πρόσωπα τα οποία πρόσκεινται στην εξουσία ή την κατέχουν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο που μας παρέχουν την δυνατότητα να επηρεάσουμε την εξέλιξη των καταστάσεων.

Όλοι λοιπόν, ψάχνουμε να βρούμε - είτε εξαγοράζοντας κάποιον, είτε πουλώντας τον εαυτό μας - ένα μέσον, βύσμα, δόντι, για να αποκτήσουμε την εύνοια των καταστάσεων εις βάρος των άλλων.

Το ρουσφέτι λοιπόν αποτελεί με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο μια μορφή δωροδοκίας


...αποτελεί έκφραση της εξουσίας

Εκείνοι που προσφέρουν το ρουσφέτι είναι πάντα άνθρωποι που κατέχουν την εξουσία για να το πράξουν. Είναι αυτοί οι οποίοι μέσα από αυτό προσπαθούν να διατηρήσουν την κοινωνική τους ισχύ, δημιουργώντας εξαρτημένες υπάρξεις οι οποίες θα υπακούσουν στο κάλεσμά τους. Το ρουσφέτι πραγματοποιείται από τους υψηλά ιστάμενους κάθε φορά στην εκάστοτε κοινωνική ιεραρχία προς τους χαμηλά ευρισκόμενους σε αυτή την κλίμακα.

Το ρουσφέτι έχει σχέση πάντα με την εξουσία και καθορίζεται από αυτή αναπαράγοντας τόσο την μορφή της όσο και την ισχύ της. Άρα διατηρεί και αναπαράγει την κοινωνική ιεραρχία καθώς και τις κοινωνικές διαφορές τις οποίες διατείνεται ότι θέλει να εξαλείψει. Έχουμε να κάνουμε με μια πράξη ισχύος από όπου πηγάζει η κοινωνικής διαφθορά. Έτσι οργανώνει το σύμπαν της ηθικής παίρνοντας την θέση της. Δηλαδή η παρουσία του ρουσφετιού παραγκωνίζει την κοινωνική ηθική και καταλαμβάνοντας την θέση της παράγει την ηθική της ανηθικότητας με την οποία επενδύει τις πράξεις των πολιτών, προσπαθώντας να δικαιολογήσει και μάλιστα να νομιμοποιήσει την παρουσία της.

Με αυτό τον τρόπο το ρουσφέτι οργανώνει τον κόσμο σύμφωνα με τον τρόπο του καθορίζοντας την έννοια της ηθικής της πελατειακής σχέσης σαν στοιχείο που στο βάθος κουβαλάει το συμφέρον της ανταπόδοσης αλλά και της υποταγής.

Καλλιεργεί την υποταγή στο βαθμό που δημιουργεί την υποχρέωση, η οποία εκφράζεται με την σιωπή και την έλλειψη αντίθεσης, άρνησης, αλλά και μη διαφοροποίησης απέναντι σε αυτόν που σε εξυπηρετεί. Διότι ανάμεσα στον αυτόν που το προσφέρει και αυτόν που το δέχεται δημιουργείται μια ανισότητα η οποία δεν θα καταργηθεί ποτέ. Πάντα αυτός που θα έχει ευεργετηθεί θα εξαρτάται από τον ευεργέτη του ακόμα και αν η ευεργεσία έχει τελειώσει.

Πάντα ο ευεργετηθείς, θα αισθάνεται υπόχρεος που σημαίνει υποταγμένος στον ευεργέτη, εξαρτημένος από αυτόν, και αυτή η κατάσταση δηλώνει την αδιαίρετη σχέση του του ρουσφετιού με την εκάστοτε εξουσία.


...καταργεί την δημοκρατία

Το ρουσφέτι αντιτίθεται σε αυτό που ορίζει το σύνταγμα ότι όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις καταλύει τόσο τα δικαιώματα όσο και τις υποχρεώσεις. Αντιτίθεται επίσης στην ίδια την δημοκρατία, στο βαθμό που οι σχέσεις που δημιουργεί αναπαράγουν ένα συμφεροντολογικό πεδίο όπου καταργεί την αξιοκρατία, εφόσον η δημοκρατία μέσα από αυτή ανασαίνει.

Το συμφέρον της εκάστοτε εξουσίας να διατηρήσει την ισχύ της γίνεται το συνδετικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων της κοινωνίας. Παραχωρώντας αυτή την εξουσία στους πολίτες, δηλαδή την ικανότητα εκμετάλλευσης των κοινωνικών καταστάσεων μέσω του ρουσφετιού, δηλαδή της “προσφορά” της σε αυτούς που θα την στηρίξουν, καταφέρνει την παραποίηση ή και την αντιποίηση των κοινωνικών δεδομένων εις βάρος της δημοκρατίας.

Έτσι το ρουσφέτι εκφράζει πάντα το άγχος της εξουσίας να κρατήσει την θέση της. Εκφράζει το φόβο της μην χάσει το προνόμιο της επιβολής του λόγου της και της πολιτικής της και καταφεύγει στο ρουσφέτι δηλαδή την κάθε μορφής δωροδοκία, όπως είπαμε παραπάνω, για να ασφαλίσει την επιβίωσης της. Για να κρύψει αυτό της το άγχος, προβάλλει ότι ο “αντίπαλος” της επιβουλεύεται τις κοινωνικές καταστάσεις, ώστε δικαιολογείται η χρησιμοποίηση οποιουδήποτε μέσου (ρουσφέτι) για να φτάσει στο σκοπό της και να κρατήσεις τους “πελάτες“ της... τους αυριανούς οπαδούς της .

Δηλαδή η εξουσία, μολύνει με το ρουσφέτι το οποίο είναι μηχανισμός επιβίωσης της την ίδια την κοινωνία καλλιεργώντας το στοιχείο αντιπαλότητας ανάμεσα στους πολίτες, δημιουργώντας με λίγα λόγια, τις συνθήκες εκείνες οι οποίες θα αναγκάσουν τους πολίτες να προσφύγουν στο ρουσφέτι δηλαδή στην μεσολάβησή της για να τους βγάλει από την κατάσταση που η ίδια δημιούργησε!

Όταν επικρατεί αυτή η κοινωνική πρακτική δεν επιτρέπει την ισότητα, την ισονομία, και την αξιοκρατία να αναπτυχθούν καθώς δεν επιτρέπει και την δημοκρατία να λειτουργήσει.


...διαχωρίζει την κοινωνία

Το ρουσφέτι λοιπόν, σαν πράξη της εξουσίας λειτουργεί διαχωριστικά, και διασπαστικά για την κοινωνία αλλά και τους θεσμού της.

α) Όσο αφορά τους πολίτες, τους διαιρεί καταργώντας την συνοχής τους, αποκλείοντας την δημιουργία κοινών στόχων και επιδιώξεων ανάμεσα τους, εφόσον αναπαράγει την αντιπαλότητα και το διαχωρισμό μέσω των διαφορετικών συμφερόντων που προβάλλει ότι μπορεί να ικανοποιήσει.

β) Όσον αφορά τους κοινωνικούς θεσμούς, τους διαβρώνει και υποβιβάζει την σημαντικότητα τους στην λειτουργία του κοινωνικού συστήματος, έτσι ώστε να μην μπορούν να ανταποκριθούν στον ρόλο τους για την οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία του.

...Έτσι

Το ρουσφέτι ανενόχλητο θα συνεχίζει να καθορίζει την στρατιά των σιωπηλών οπαδών μιας εξουσίας, η οποία οργανώνει το σύμπαν της μέσα από την αδιαφάνεια και την αναξιοκρατία. 

Μιας εξουσίας, που ορίζει τις πύλες της ευημερίας, επιτρέποντας να περάσουν αυτοί που γλείφουν τα χέρια της, υποταγμένοι στο μηχανισμό εξάρτησης που έχει κατασκευάσει, ενώ οι άλλοι, οι οποίοι αρνούνται την λειτουργία της, θα υποστούν τις επιπτώσεις της ανεξαρτησίας τους.

Κερεντζής Λάμπρος


πίνακας: Νταλί

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Το σύστημα αξιολόγησης στην οικογένεια



Ο ορισμός της αξιολόγησης
Ένας πρώτος ορισμός θεωρεί την αξιολόγηση ότι αποτελεί διαδικασία κρίσης και μέτρησης μιας αξίας.
Eπίσης,
Η αξιολόγηση ορίζεται σαν διαδικασία κρίσης της αξίας ενός προσώπου, ενός προϊόντος, μιας διαδικασίας ή ενός προγράμματος. (Δημητρόπουλος, 1991; Κασσωτάκης, 2003)
Όπως λέει ο κύριος Φράγκος το 2002, υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των όρων «μέτρηση» και «αξιολόγηση»
Με τον πρώτο καθορίζουμε τη μετρική διαδικασία,
Με τον δεύτερο εκφέρουμε κρίση για την αξία του μετρηθέντος αποτελέσματος.
Εμείς θα σταθούμε στην αξιολόγηση με βάση την κρίση η οποία:
Βασίζεται στην κρίση ή στην ερμηνεία της αξίας κάποιου προσώπου ή κάποιας κατάστασης.
Επηρεάζεται από τις απόψεις και τις πεποιθήσεις του προσώπου που αξιολογεί.
Με αυτή την έννοια η αξιολόγηση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι πολιτικά και ιδεολογικά «αχρωμάτιστη».
Η αξιολόγηση εξαρχής έχει ιδεολογική και πολιτική διάσταση.1

Αξιολόγηση στην οικογένεια
Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό στα πλαίσια της οικογένειας έχουμε να κάνουμε με την αξιολόγηση ενός προσώπου, του παιδιού, ή του γονέα καθώς μπορούμε να αξιολογήσουμε και τις διαδικασίες που εξελίσσονται μέσα σ' αυτή. Στην μεν πρώτη περίπτωση συνήθως την αξιολόγηση την συναντάμε σαν κρίση από τους γονείς προς τα παιδιά, ενώ την αξιολόγηση της οικογενειακής διαδικασίας την συναντάμε περισσότερο από τα παιδιά προς τους γονείς, εάν φυσικά τους το επιτρέπουν οι γονείς!
Η αξιολόγηση στην οικογένεια δεν παίρνει την μορφή που μπορεί να συναντήσουμε σε μια επιχείρηση, δηλαδή, δεν γίνεται μέσα σε ορισμένο χώρο/χρόνο, όρια και τρόπο, και σύμφωνα με κριτήρια που έχουν οριστεί για να μετρηθεί η αποδοτικότητα, ή η παραγωγικότητα της επιχείρησης. Εκεί τα άτομα που αξιολογούνται είναι ενήμερα, συμφωνούν και συμμετέχουν για το καλό το δικό τους και της επιχείρησης. Στην οικογένεια η αξιολόγηση, αν και συμβαίνει, δεν αντιμετωπίζεται σαν αξιολόγηση. Τις περισσότερες φορές όμως παίρνει την μορφή μιας συνεχούς διαδικασίας η οποία συστηματοποιείται από τους γονείς και αποτελεί το διάκοσμο της ανάπτυξης των παιδιών.
Η αξιολόγηση στην οικογένεια στηρίζεται στα κριτήρια που ορίζει κάθε κοινωνία τα οποία αποτελούν κοινωνικές αξίες οι οποίες την διέπουν και η οικογένεια αποτελεί το χώρο/χρόνο εφαρμογής τους. Οι γονείς σε κάθε κοινωνικό σύστημα έχουν επωμισθεί αυτό το ρόλο του αντιπρόσωπου της κοινωνίας μέσα στην οικογένεια, άρα και την αναπαραγωγή – μεταφορά - μετάδοση των κοινωνικών αξιών προς τα νέα μέλη της οικογένειας.
Όπως αναφέραμε στα πλαίσια της οικογένειας, η αξιολόγηση ορίζεται σαν την κρίση ή την ερμηνεία της αξίας κάποιου προσώπου ή κάποιας κατάστασης. Δηλαδή ο γονέας αξιολογεί το παιδί του και τις καταστάσεις που κατά την γνώμη του δημιουργεί η συμπεριφορά του. Αυτή η κρίση επηρεάζεται από τις απόψεις και τις πεποιθήσεις του. Έτσι το τι είναι καλό και τι όχι δεν είναι το ίδιο από την μια οικογένεια στην άλλη. Εξαρτάται όχι μόνο από τις αξίες τς κοινωνίας που ανήκει αλλά και από τις απόψεις του κάθε γονέα και τις πεποιθήσεις του. Με αυτό τον τρόπο κάθε οικογένεια έχει το δικό της τρόπο να αξιολογεί τα μέλη της, ο οποίος εξαρτάται πάντα από τα κριτήρια των γονέων.
Ξέχωρα λοιπόν από τα κοινωνικά κριτήρια στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής επεμβαίνουν και παράγοντες ψυχολογικοί, συναισθηματικοί, διανοητικοί οι οποίοι ορίζουν εκ νέου τα κριτήρια της αξιολόγησης και οι οποίοι έχουν σχέση με τον κάθε γονέα ξεχωριστά αλλά και με την σχέση των γονέων μεταξύ τους. Αλλιώς, παραδείγματος χάριν, ένας γονέας θα κρίνει το παιδί του όταν με τον σύντροφό του έχει μια σχέση ικανοποιητική και νιώθει ευχάριστα και αλλιώς αν η σχέση του είναι προβληματική και στενάχωρη. Άρα η αξιολόγηση του γονέα προς το παιδί εμπεριέχει, αλλά και επηρεάζεται από τις συνθήκες που επικρατούν στο ζευγάρι και από την θέση που έχει μέσα σε αυτή.
Οι παραπάνω καταστάσεις μπορούν να ορίσουν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης το οποίο στην βάση του στοχεύει την εξέλιξη και την ανάπτυξη του παιδιού, όπως στοχεύει επίσης, να του προσφέρει μια ώθηση για να πετύχει το στόχο του. Δηλαδή η αξιολόγηση όπως σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής έτσι και στην οικογένεια, στόχο έχει την ανάπτυξη και την εξέλιξη του παιδιού, αλλά και κάθε άλλου μέλους προσπαθώντας να οριστούν πιο ξεκάθαρα το τι έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα και τι πρέπει να στοχεύσουν στο μέλλον.

Η γονεϊκή αξιολόγηση έχει ιδεολογική διάσταση
Όπως είδαμε παραπάνω η αξιολόγηση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι πολιτικά και ιδεολογικά «αχρωμάτιστη», και ότι έχει ιδεολογική και πολιτική διάσταση.
Στην περίπτωση της οικογένειας αδυνατούμε να φανταστούμε ότι η αξιολόγηση μπορεί να έχει κάποιο ιδεολογικό χαρακτήρα, δηλαδή ότι ο γονιός μπορεί να χρησιμοποιήσει την αξιολόγηση σαν μέσο πίεσης και καθυπόταξη του παιδιού του ιδεολογικά, στο βαθμό που ο στόχος της κριτικής που ασκεί είναι να το βοηθήσει να αναπτύξει τις δυνατότητες του.
Αυτό που ξεχωρίζει την αξιολόγηση του παιδιού από μια άλλη αξιολόγηση, όπως αναφέραμε πάρα πάνω, είναι ότι μπορεί να γίνεται σε καθημερινή βάση. Κάθε μέρα ο γονέας που νιώθει αγχωμένος αλλά και αναγκασμένος ή και ευχαριστημένος, κάνει κάποιες διορθωτικές παρατηρήσεις στο παιδί του πιστεύοντας ότι έτσι θα το συνετίσει, θα το κάνει να σκεφτεί καλύτερα τις καταστάσεις που το αφορούν. Αυτές οι παρατηρήσεις-επεμβάσεις-διορθώσεις είναι μια μορφή αξιολόγησης για το παιδί όπου, από την μια γίνεται η σκιαγράφηση των προσδοκιών του γονέα και από την άλλη επιτελείται μια προσπάθεια αναπαράστασης του, από μέρους του, του μελλοντικού προφίλ του παιδιού που “επιθυμεί”. Δηλαδή χωρίς να το “καταλαβαίνει” ο γονέας προσπαθεί να καθορίσει την επιθυμία αλλά και τις αποφάσεις του παιδιού του με στόχο το δικό του κριτήριο για το τι είναι καλό, ή κακό για το ίδιο. Έτσι δημιουργεί μια συνθήκη που επηρεάζει την συμπεριφορά του παιδιού και ορίζει την “ελευθερία” των κινήσεων του με τρόπο αρκετά περιοριστικό...τις περισσότερες φορές.
Το παιδί, μη έχοντας σχηματίσει μια ξεκάθαρη εικόνα για αυτό που στοχεύει - διότι η στόχευση είναι στην βάση της βαθμιαίας ανακάλυψης της μέσα από την κοινωνική του πράξη - είναι φυσιολογικό να βρίσκεται σε μια κατάσταση σύγχυσης-αναζήτησης του “δρόμου” του. Η αξιολόγηση σε αυτή την φάση εκτός από την δημιουργία ενός στόχου, έχει σχέση και με την αποδοχή. Θέτει κάποια όρια και καθορίζει τον τρόπο που μπορεί να γίνει αποδεχτό το παιδί από το γονέα, πράγμα το οποίο μπορεί να το απομακρύνει από το στόχο του, αλλά και να αλλάξει αυτό το στόχο. Έτσι η αποδοχή των γονεϊκών στόχων στηρίζονται όχι στην συνειδητοποίηση της κοινωνική πραγματικότητας, όπως την παρουσιάζει ο γονέας, όσο στην σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σε αυτόν και το παιδί.
Στο βαθμό που η σχέση αυτή είναι μια σχέση αυταρχική ή δημοκρατική, η μορφή της με λίγα λόγια καθορίζεται ιδεολογικά. Δηλαδή εκφράζει και αντιπροσωπεύει τον τρόπο με τον οποίο πιστεύει κάποιος (γονέας) ότι πρέπει να μεταχειριστεί τον άλλον (παιδί). Η σχέση του γονέα με το παιδί του στηρίζεται σε κάποια “πιστεύω” του τα οποία σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο βρίσκουν ανταπόκριση σε κοινωνικές πρακτικές που καλύπτονται ιδεολογικά. Δηλαδή η αυστηρότητα, ή η δημοκρατικότητα ανάμεσα στο γονιό και το παιδί αντιπροσωπεύουν ιδεολογικές τοποθετήσεις. Έτσι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αξιολόγηση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι πολιτικά και ιδεολογικά «αχρωμάτιστη», και ότι η αξιολόγηση έχει ιδεολογική και πολιτική διάσταση ακόμα και στην γονεϊκή σχέση.
Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε μια άλλη “δύναμη” που καλλιεργείται και ενεδρεύει στις αυταρχικές γονεϊκές σχέσεις, την ενοχή. Μέσα από αυτή το παιδί, τις περισσότερες φορές, δέχεται να ακολουθήσει τις παραινέσεις του γονέα, θέλοντας να “φτάσει” τις προσδοκίες που εκπορεύονται από τις παρεμβάσεις του και να κερδίσει την “αγάπη” του.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, το αποτέλεσμα της επέμβασης των γονέων δεν είναι πάντα το αναμενόμενο, και τις περισσότερες φορές η οικογενειακή αξιολόγηση, μπορεί να “φρενάρει” το παιδί, να το αποδιοργανώσει και να του θέσει περαιτέρω προβλήματα από αυτά που εκείνο έχει ορίσει για να τα ξεπεράσει.

Η ισχύ της αξιολόγησης, ή αξιολόγηση της ισχύος
Καταλήγουμε λοιπόν ότι ο γονέας ασκεί με την παρουσία και τον τρόπο συμπεριφοράς του στο παιδί μια μορφή αξιολόγησης η οποία είναι διαρκής και επεκτείνεται όχι μόνο στις επιλογές για το μέλλον, αλλά και για θέματα τα οποία έχουν σχέση με τον εαυτό του, όπως εμφάνιση, φίλους, διασκέδαση. Μέσα από αυτή την στάση του καθώς και την στάση-απάντηση του παιδιού αναπτύσσεται μέσα στην οικογένεια ένα σύστημα επικοινωνίας το οποίο στηρίζεται στην αξιολόγηση. Δηλαδή κάθε αλληλεπίδραση μέσα στην γονεϊκή σχέση αποτελεί μια μέτρηση-παρατήρηση-διόρθωση του παιδιού από το γονέα και αυτή η κατάσταση παγιώνεται σαν κάτι φυσιολογικό.
Βέβαια κάθε γονέας πρέπει να γνωρίζει ότι η παρουσία του για το παιδί του είναι τόσο σημαντική ώστε ξεπερνά μερικές φορές την ιδέα της σημαντικότητας που έχει ο ίδιος για την παρουσία του δίπλα σε αυτό. Δηλαδή η σημαντικότητα που αποδίδει το παιδί του σε αυτόν είναι μεγαλύτερη από αυτή που νομίζει ο ίδιος. Για αυτό πολλές φορές υποστηρίζω ότι ο γονέας πρέπει να ζήσει το γονεϊκό ρόλο σαν ένα στοιχείο επιπλέον στην ύπαρξη του, ο οποίος τον οδηγεί σε μια νέα διάσταση του εαυτού του, ξέχωρα από αυτό που έχει ζήσει μέχρι τώρα.
Άρα η αξιολόγηση του παιδιού πρέπει να υπολογίζει το βάρος της σημαντικότητας του γονέα και να εκφράζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μετατραπεί σε ένα πιεστικό εργαλείο αλλοτρίωσης του παιδιού. Διότι η θέση του γονέα απέναντι στο παιδί του προσδίδει ένα κύρος και περικλείει μια ισχύ η οποία, πολλές φορές, μπορεί να γίνει αδυσώπητη. Στο βαθμό που η αξιολόγηση έχει μετατραπεί σε ένα σύστημα επικοινωνίας και το περιεχόμενό της σε καθημερινή βάση είναι μια μέτρηση-παρατήρηση-διόρθωση του παιδιού από το γονέα, τότε μπορεί να γίνει μια φυλακή. Δηλαδή η ίδια μπορεί να γίνει μια φυλακή στο βαθμό που δημιουργεί στενά όρια τόσο σε υπαρξιακό, νοητικό και γενικά συναισθηματικό επίπεδο όπου το παιδί δεν μπορεί να ανεχθεί να ξεπεράσει, αλλά δεν μπορεί και να ανταποκριθεί.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η αξιολόγηση κάθε φορά έρχεται να υπενθύμιση την διαφορά ισχύος ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Έρχεται να θέσει το όριο ανάμεσα στο ποιος είναι από “πάνω” και ποιος από “κάτω”, ανάμεσα στο ποιος “ξέρει” και ποιος “δεν ξέρει”, με λίγα λόγια έρχεται να τονίσει την διαφορά, την ανισότητα, την ανταγωνιστικότητα. Έτσι, όσο περισσότερο αξιολογεί ο γονέας το παιδί του, τόσο αναπαράγει την ισχύ του και όσο αναπαράγει την ισχύ του τόσο του δίνεται η δυνατότητα να το αξιολογεί. Αυτό λοιπόν που υπερισχύει δεν είναι η αξιολόγηση αλλά η ισχύς έτσι το παιδί μέσα από την αξιολόγηση δέχεται... την ισχύ του.
Για αυτό το λόγο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πολλές φορές, η αξιολόγηση στην οικογένεια, αλλά και αλλού, δεν έχει να κάνει με την καλυτέρευση του αξιολογούμενου, αλλά με την υποταγή του, με την προσπάθεια ανεύρεσης στοιχεία που θεωρούνται λάθος στην συμπεριφορά του και εν γένει στην προσωπικότητα του. Με αυτό τον τρόπο δεν στοχεύει στην εξέλιξη και την ανάπτυξη του αξιολογούμενου, αλλά στην διατήρηση της κατάστασης του, διότι κάθε φορά που στηλιτεύουμε ένα “λάθος” στον άλλον, προβάλουμε ένα “σωστό” δικό μας.

Τα όρια της αξιολόγησης
Για να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση της γονεϊκής σχέσης και η “αξιολόγηση” του παιδιού να μπορέσει να λειτουργήσει θετικά θα πρέπει κατά την γνώμη μου να εκλείψει η “ανισότητα” ανάμεσα στο γονιό και το παιδί.
Να θεωρηθεί ότι το παιδί και ο γονιός είναι “ίσοι” στο βαθμό δυσκολίας που συναντάνε ο καθένας στο τομέα του και την σχέση του με τον κόσμο που το περιβάλλει. “Ίσοι” στα πλαίσια της οικογενειακής αλληλεπίδρασης στο βαθμό που ο καθένας από τους δυο, παρ' όλο την διαφορετική του θέση, μπορεί εξ' ίσου να επηρεάσει την συμπεριφορά του άλλου. Ότι ο καθένας προβληματίζεται και έχει αδύναμα σημεία καθώς και δυνατά και ανάλογα τις καταστάσεις μπορεί και τα ενεργοποιεί.
Ότι μπορεί να κάνει λάθη, να μην είναι τέλειος, και να έχει ανάγκη την γνώμη του άλλου ξέχωρα από την διαφορά της ηλικίας. Πολλές φορές έχουμε βρεθεί σαν ειδικοί, μπροστά σε παιδιά τα οποία έχουν αναλάβει τους γονείς τους , παιδιά που τα ονομάζουμε “γονεϊκά παιδιά” και το οποίο έχει αποδείξει ότι η ωριμότητα του ξεπερνάει μερικές φορές αυτή των γονιών τους.
Αυτή η αναγνώριση της αξίας του καθένα στην οικογένεια έρχεται να αποδυναμώσει την αίσθηση της ανταγωνιστικότητας και της ανισότητας που γεννιέται στις ιεραρχημένες οικογένειες σύμφωνα με την ιδεολογία του πιο δυνατού και ότι σημαίνει αυτό στην καθημερινότητα της.
Μια τέτοια κατάσταση δεν υποτιμά τον ρόλο του γονέα, αλλά το αντίθετο, έρχεται να επιβεβαιώσει την σημαντικότητα του, διότι για το παιδί, πάντα εκείνος κατέχει την ισχύ εκείνος “γνωρίζει”. Σε αυτό που πρέπει να δώσουμε σημασία είναι ο τρόπος που την χρησιμοποιεί τόσο την γνώση όσο και την ισχύ. Ο τρόπος του φαίνεται να αποδυναμώνει την παρουσία του και αυτό είναι κάτι που δεν αρέσει καθόλου στο παιδί του.
Δηλαδή η ισχύς του γονέα, η οποία έγκειται στην κοινωνική και επαγγελματική εμπειρία του, στις γνώσεις του, στο κύρος απέναντι στο παιδί του, αποτελεί για αυτό ένα πεδίο ασφάλειας και εμπιστοσύνης τόσο σε πρακτικό, όσο και ψυχολογικό επίπεδο. Αυτό το αναγνωρίζει και το έχει ανάγκη το παιδί, η επιβολή όμως αυτής τις ισχύος, την οποία το παιδί μπορεί να την νιώσει στραμμένη εναντίον του, δημιουργεί αντίδραση όπου δεν του επιτρέπει να λειτουργήσει θετικά.
Από την μια το παιδί έχει ανάγκη να αισθάνεται την ισχύ του γονέα, όχι σαν δύναμη που του “κλίνει”, αλλά που του “ανοίγει” το δρόμο .
Από την άλλη ο γονέας πρέπει να γνωρίζει ότι είναι σαν το δάσκαλο, τον παιδαγωγό, το ψυχολόγο, δηλαδή δουλεύει με εργαλείο τον εαυτό του. Όσο καλύτερα τα έχει με αυτόν, τόσο καλύτερα τα πάει με το παιδί του...
Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας:Marie Henriot


1file:///D:/Documents%20and%20Settings/Lampros/%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%20%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82/Evaluation.pdf