Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Σεξισµός και αντισεξισµός – Φύλο και εκπαίδευση





Εχετε αναλογιστεί πόσες ώρες περάσατε στο σχολείο;

Μην αρχίσετε τους υπολογισµούς γιατί θα νυχτωθούµε.

Σίγουρα έχουµε περάσει µέσα στο εκπαιδευτικό σύστηµα µερικές εκατοντάδες ώρες, γεγονός που σηµαίνει ότι έχουµε οικειοποιηθεί - λίγο-πολύ - την κυρίαρχη εκπαιδευτική κουλτούρα.

΄Εχουµε, επίσης, µεγαλώσει σε µια κοινωνία που είναι σεξιστική που µας υπέδειξε ότι περιµένει από εµάς να συµπεριφερθούµε όπως αρµόζει στο φύλο µας.

Η διαδικασία αυτή της κοινωνικοποίησης στο ρόλο του φύλου είναι συνήθως τόσο πετυχηµένη έτσι ώστε συχνά θεωρούνται αυτονόητες και δεδοµένες ορισµένες συµπεριφορές µας, ενδιαφέροντα, δραστηριότητες, χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς µας.

Οι επιδράσεις των στερεοτύπων για τους ρόλους των φύλων έχουν καταγραφεί σε πολλές περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Θα ήταν αφελές να πιστεύαµε ότι το σχολείο δεν έχει υποστεί αυτές τις επιδράσεις και ότι δεν ενισχύει το µήνυµα ότι ο κόσµος είναι διαφορετικός για τα αγόρια και τα κορίτσια. Ακόµη και αν κάνουν τα ίδια πράγµατα, τα αγόρια και τα κορίτσια αποκτούν διαφορετικές εµπειρίες από το σχολείο.

Θα ήταν επίσης αφελές να πιστεύαµε ότι εµείς οι εκπαιδευτικοί δεν έχουµε επηρεαστεί από το σεξισµό που υπάρχει στην κοινωνία µας και δεν αναπαράγουµε - σε µικρό ή µεγάλο βαθµό - στις σχολικές µας τάξεις την ανισότητα που παρατηρείται στην κοινωνία των ενηλίκων.

Γνωρίζω ότι είναι δύσκολο για ορισµένα άτοµα να δεχθούν ότι οι εκπαιδευτικοί µας θεσµοί εµπεριέχουν διακρίσεις φύλου που διαφοροποιούν τις δυνατότητες µάθησης των αγοριών και των κοριτσιών. Εξάλλου, µέχρι πρόσφατα, η εκπαίδευση και η µετεκπαίδευση ή επιµόρφωση των εκπαιδευτικών δεν έχει αντιταχθεί αποτελεσµατικά στον κυρίαρχο λόγο και δεν έχει συµβάλλει στη συνειδητοποίηση/ κατάδειξη αυτών των ανισοτήτων.

Γνωρίζω, επίσης, ότι υπάρχουν ακόµη περισσότερες δυσκολίες και αντιστάσεις στη συνειδητοποίηση των δικών µας στερεότυπων για τους ρόλους των φύλων και κατ’ επέκταση στην αποδοχή ότι πολλές από τις εκπαιδευτικές µας πρακτικές διαφοροποιούν τις δυνατότητες µάθησης των αγοριών και κοριτσιών και κατά συνέπεια το αποτέλεσµα της εκπαιδευτικής διαδικασίας ενισχύοντας, άµεσα ή έµµεσα την ανισότητα των φύλων και τα στερεότυπα για τους ρόλους των φύλων.

Ακόµα και αν αναγνωρίσουµε εµείς οι εκπαιδευτικοί την αναγκαιότητα της ισότητας ανάµεσα στα φύλα, τη σηµασία του ζητήµατος της ισότητας στην εκπαίδευση και την ανάγκη µετασχηµατισµού της εκπαίδευσης προς µη σεξιστική κατεύθυνση το ερώτηµα που γεννιέται στη συνέχεια είναι “Τι κάνουµε όµως µετά;”

Αρκεί να είµαστε ενάντια στο σεξισµό για να µην είµαστε σεξιστές;

Αρκεί να είµαστε ενάντια στο σεξισµό για να συµβάλουµε αποτελεσµατικά στη µείωσή του;

Η εκτίµησή µου είναι ότι ο αντισεξισµός που αποτελείται µόνο από παράπονα, αγανάκτηση, αποδοκιµασία, δεν ήταν αποτελεσµατικός. Απέτυχε. Πολύ περισσότερο δεν µπορεί να είναι αποτελεσµατικός στη σηµερινή συγκυρία.

Μια καλή είδηση για το ζήτηµα αυτό είναι ότι τα βιολογικά θεµέλια του παραδοσιακού σεξισµού έχουν σαφώς κλονισθεί από την επιστήµη. Το ζήτηµα δηλ. της γυναικείας κατωτερότητας που στηρίζεται σε βιολογικούς όρους είναι πλέον µια θεωρία επιστηµονικά εσφαλµένη. Μήπως, όµως αυτό το γεγονός οδήγησε και στη µείωση ή εξαφάνιση του σεξισµού;

Η κακή είδηση ή ο πεσιµιστικός λόγος είναι ότι το ζήτηµα του σεξισµού όχι µόνον δεν έχει λυθεί και δεν εντάχθηκε στη σκοτεινή σφαίρα του λάθους και της “προκατάληψης” αλλά µπορούµε να πούµε ότι “καλά κρατεί”.

Γιατί όµως; Πώς είναι δυνατόν ο σεξισµός να είναι νεκρός ως ψευδοεπιστηµονική θεωρία και ταυτόχρονα σε φοβερή ζωτικότητα στην κοινωνία;

Με τι συνδέεται στις µέρες µας η διάδοση των σεξιστικών αντιλήψεων; Από τι τροφοδοτείται;

Η απάντηση στα ερωτήµατα αυτά καθορίζει και τις στρατηγικές που πρέπει να υιοθετηθούν ενάντια στο σεξισµό και γενικά στον τοµέα της εκπαίδευσης που µας ενδιαφέρει πιο άµεσα.

Από τις µέχρι τώρα έρευνες προκύπτει ότι είναι απαραίτητη η κατανόηση του σεξισµού ούτε ως νοµοτελειακά εµφανιζόµενης συµπεριφοράς και κοινωνικής σχέσης στο πλαίσιο ενός συγκεκριµένου τρόπου κοινωνικής και οικονοµικής οργάνωσης, ούτε ως µέρος της βιολογικής φύσης του ανθρώπου.

Από τα δεδοµένα µέχρι τώρα προκύπτει η ανάγκη να εξετάσουµε το σεξισµό ως αποτέλεσµα της ύπαρξης ταυτοχρόνως και στον ίδιο κοινωνικό χώρο, τόσο κάποιων ειδικών συνθηκών διαβίωσης, όσο και ενός ειδικού λόγου (discourse) ο οποίος σε συγκεκριµένες συνθήκες µεταβάλλεται σε σεξιστικό λόγο και τροφοδοτεί στη συνέχεια σεξιστική συµπεριφορά. Συνεπώς, η έλλειψη ενός από τους δύο παραπάνω παράγοντες, δηλαδή κάποιων ειδικών συνθηκών διαβίωσης και ενός ειδικού λόγου ο οποίος σε συγκεκριµένες συνθήκες µεταβάλλεται σε σεξιστικό, λειτουργεί απαγορευτικά στην εµφάνιση του σεξιστικού λόγου.

΄Εχει καταγραφεί η αδυναµία πολλών µοντέλων να ερµηνεύσουν επαρκώς το φαινόµενο του σεξισµού και του ρατσισµού (δεν εννοώ µόνο στον τοµέα της εκπαίδευσης). Στον τοµέα της εκπαίδευσης έχουν αναπτυχθεί διαφορετικές προσεγγίσεις για τη µείωση της ανισότητας των φύλων στο σχολείο που συνδέονται µε διαφορετικές φεµινιστικές θεωρίες. Κατά συνέπεια υπάρχουν αντιθέσεις στη συζήτηση που έχει αναπτυχθεί για την πιο αποτελεσµατική προσέγγιση. Υπάρχουν προσεγγίσεις που απορρέουν από τη φιλελεύθερη φεµινιστική παράδοση τη σοσιαλιστική/µαρξιστική, τη ριζοσπαστική καθώς και οι µεταστρουκτουραλιστικές και µεταµοντέρνες προσεγγίσεις.

Μπορούµε να κατηγοριοποιήσουµε, σε γενικές γραµµές, τις κύριες προσεγγίσεις σε “φιλελεύθερα” και “ριζοσπαστικά” µοντέλα.

Στόχος των φιλελεύθερων µοντέλων είναι η εγκαθίδρυση της ισότητας ευκαιριών. Προτείνουν µέτρα θετικής δράσης για τη δηµιουργία ενός συστήµατος όπου όλα τα άτοµα µπορούν να ανταγωνιστούν ελεύθερα και ισότιµα στην κοινωνία και/ή το σχολείο. Οι σχεδιαστές της εκπαιδευτικής πολιτικής δρουν ως διαιτητές καθώς προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι οι µηχανισµοί επιλογής θα δράσουν δίκαια και ισότιµα. Αυτό σηµαίνει ότι οι πολιτικές ίσων ευκαιριών πρέπει να περιλαµβάνουν αµερόληπτες διαδικασίες που θα εγγυώνται την αποφυγή κάθε µορφής άµεσης ή έµµεσης διάκρισης.

Στην προσέγγιση των ίσων ευκαιριών, το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί στην προσπάθεια για ισότιµη πρόσβαση των κοριτσιών στις υπάρχουσες εκπαιδευτικές δοµές. Τα κορίτσια πρέπει να έχουν πλήρη δικαιώµατα σε όλες τις περιοχές του αναλυτικού προγράµµατος και τις δυνατότητες του σχολείου. Επίσης, δίνεται έµφαση στην άρση όλων των στοιχείων στην τάξη ή στην οργάνωση του σχολείου που οδηγούν τα κορίτσια σε µειονεκτική θέση. Η κύρια αρχή είναι ότι τα κορίτσια πρέπει να έχουν ίσο µε τα αγόρια κοµµάτι του υπάρχοντος κέικ.

Πολλά άτοµα έχουν ασκήσει κριτική στη φιλελεύθερη προσέγγιση υποστηρίζοντας ότι δεν είναι αρκετό να συµπεριφερόµαστε στους µαθητές/τριες µε ένα τυποποιηµένο τρόπο, καθώς αυτή η πρακτική δεν σηµαίνει ουσιαστικά ίση µεταχείριση. Υπογραµµίζουν ότι οι µαθητές/τριες που αρχίζουν το σχολείο από µια µειονεκτική θέση δεν µπορούν να ανταγωνιστούν σε ισότιµη βάση. Χρειάζεται, λοιπόν, να αναγνωρίσουµε ότι οι µαθητές/τριες ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές οµάδες και ότι οι διαφορετικές οµάδες έχουν διαφοροποιηµένα προβλήµατα και ανάγκες.

Τα ριζοσπαστικά αντισεξιστικά µοντέλα αναζητούν τρόπους παρέµβασης στο σχολείο έτσι ώστε να πετύχουν µια δίκαιη κατανοµή των ανταµοιβών ανάµεσα στα µέλη των λιγότερο ευνοηµένων οµάδων. Ασχολούνται µε τα αποτελέσµατα του αγώνα και όχι µε τους κανόνες του παιχνιδιού. Η θετική διάκριση χρησιµοποιείται για να προωθήσει τα συµφέροντα των οµάδων που καταπιέζονται και είναι λιγότερο ευνοηµένες.

Εδώ το αίτηµα είναι για ένα νέο και διαφορετικό εκπαιδευτικό κέικ και για την ανάπτυξη των δοµών ενός νέου σχολείου και ενός αναλυτικού προγράµµατος που θα είναι “φιλικό” προς τα κορίτσια.

Η αντισεξιστική προσέγγιση δίνει έµφαση στις σχέσεις εξουσίας ανάµεσα στους άνδρες και τις γυναίκες και στον τρόπο που αυτή η άνιση σχέση εξουσίας µπορεί να οδηγήσει τα κορίτσια σε µειονεκτική θέση στο σχολείο. Τα άτοµα που υιοθετούν αυτή την προσέγγιση υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση της ισότητας ευκαιριών δεν µπορεί να αντιµετωπίσει το ζήτηµα των άνισων σχέσεων εξουσίας γιατί δεν αναγνωρίζει τα εγκαθιδρυµένα συµφέροντα αυτών που ασκούν εξουσία και θα εξακολουθήσουν να την ασκούν.

Πάντως και τα δύο µοντέλα παρέµβασης έχουν πολλά κοινά σηµεία αιχµής και δραστηριοτήτων. Το είδος της πολιτικής που υιοθετούν εκπαιδευτικοί και οι αρχές εξαρτάται από το πως εξηγούν την ανισότητα των φύλων στην κοινωνία. ∆εν υπάρχει δηλαδή γενική συµφωνία για τις στρατηγικές επίτευξης της αλλαγής γεγονός αναπόφευκτο στο βαθµό πολιτικό και εµπεριέχει σύγκρουση στο επίπεδο των αξιών και του τρόπου ζωής. Οι πιο πολλές παρεµβάσεις - όπως είναι αναµενόµενο - επιχειρήθηκαν στο πλαίσιο της προσέγγισης για την ισότητα ευκαιριών. Τελευταία, όµως, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και οι προσπάθειες για ανάπτυξη προγραµµάτων αντισεξιστικής παρέµβασης σε πολλούς τοµείς, και στην εκπαίδευση.

Οι τοµείς που θεωρούνται σηµαντικοί και είναι στόχος των προγραµµάτων παρέµβασης στο σχολείο (προσχολική, πρωτοβάθµια και δευτεροβάθµια εκπαίδευση) είναι:

α) η οργάνωση του σχολείου

β) το αναλυτικό πρόγραµµα και το περιεχόµενο του µαθήµατος

γ) το “κρυφό” αναλυτικό πρόγραµµα και οι στάσεις/προσδοκίες των εκπαιδευτικών

δ) οι εξετάσεις και η αξιολόγηση

ε) ο κόσµος της εργασίας και ο σχολικός επαγγελµατικός προσανατολισµός

΄Εχουν εφαρµοστεί πολλά προγράµµατα διεθνώς σε κάθε ένα από αυτούς τους τοµείς µε πολλούς στόχους και είχαν επιτυχία. ΄Εχουν όµως προκύψει και ορισµένα προβλήµατα από τις µέχρι τώρα παρεµβάσεις. Η κύρια κριτική που έχει εκφραστεί είναι ότι το ζήτηµα της ισότητας των φύλων στην εκπαίδευση δεν έχει αντιµετωπιστεί σοβαρά από πολλές κυβερνήσεις και κατ’ επέκταση από τις αρµόδιες εκπαιδευτικές αρχές και τα σχολεία.

Σήµερα γίνονται πολλές έρευνες στον τοµέα αυτό, αξιολογούνται οι παρεµβάσεις έτσι ώστε να γνωρίζουµε τις πιο αποτελεσµατικές στρατηγικές για το µέλλον.

Αποτελεσµατική δουλειά στον τοµέα αυτό προϋποθέτει σχεδιασµό, ύπαρξη πηγών και υλικοτεχνικής υποδοµής και άµεση εµπλοκή και συνεργασία των εκπαιδευτικών στη διαδικασία αλλαγής.

Η επιτυχία των πολιτικών ισότητας στην εκπαίδευση εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από τους εκπαιδευτικούς. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να κατανοήσουν από την αρχή ότι η πολιτική ισότητας του σχολείου είναι τµήµα οργανικό του αναλυτικού προγράµµατος και γενικότερα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και όχι κάτι το οποίο προστίθεται και µάλιστα εκ των άνω.

Σας ανέφερα προηγουµένως - πριν δηλαδή τη συνοπτική παρουσίαση των διαφορετικών προσεγγίσεων, άρα και στρατηγικών, για την αντιµετώπιση του ζητήµατος της ανισότητας των φύλων στο σχολείο - ότι έχει καταγραφεί η αδυναµία πολλών µοντέλων να ερµηνεύσουν επαρκώς το φαινόµενο του σεξισµού/ρατσισµού. Η ανεπάρκεια αυτών των µοντέλων (όπως υποστηρίξαµε µε τον Γ. Τσιάκαλο το 1994) δεν συνίσταται απλώς στην προφανή αδυναµία τους να ερµηνεύσουν το φαινόµενο στο σύνολό του, αλλά, κυρίως, στην αδυναµία τους να δώσουν µια δυνατότητα πρόβλεψης της εµφάνισης του φαινοµένου και ταυτόχρονα να ερµηνεύσουν το φαινόµενο της µη εµφάνισής του όταν υπάρχουν συνθήκες που σύµφωνα µε το κάθε µοντέλο είναι γενεσιουργές. ∆ηλαδή, η ανεπάρκειά τους στοιχειοθετείται επιπλέον µε την αδυναµία τους να θεµελιώσουν ένα µοντέλο πρόληψης και αντιµετώπισης του σεξισµού.

Αυτό είναι σηµαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση ενός θεωρητικού µοντέλου για το σεξισµό και ρατσισµό, εφόσον αποτελεί κοινωνικό και πολιτικό πρόβληµα για την επίλυση του οποίου καλείται η επιστηµονική έρευνα να δώσει τα απαραίτητα εργαλεία.

Υπάρχουν εννοιολογικά κενά στο θεωρητικό πλαίσιο και θεωρητικές αδυναµίες στις στρατηγικές και πρακτικές αντιµετώπισης του σεξισµού.

Επιλέγεται, εν µέρει, λάθος στόχος.

εν έχουµε να καταπολεµήσουµε τον παλιό σεξισµό, αλλά ένα που µετατοπίστηκε σε άλλο πεδίο, άλλαξε την επιχειρηµατολογία του, έγινε πιο έµµεσος και κατά συνέπεια πιο επικίνδυνος. Σήµερα ο σεξιστικός λόγος χρησιµοποιεί “ετερόφυλες” διατυπώσεις (π.χ. το δικαίωµα στη διαφορά, η αξία της διαφοράς) αντί να στηρίζεται σε “ετερόφοβους” λόγους (π.χ. η γυναίκα που γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική αλλά κατώτερη).

Είναι, λοιπόν, απαραίτητη η ενασχόληση µας µε το σεξιστικό λόγο και τις συνθήκες στις οποίες εµφανίζεται και τροφοδοτεί σεξιστική συµπεριφορά στην Ελλάδα. Υπάρχει διεθνής βιβλιογραφία, αλλά έχει διαφορετικό περιεχόµενο από περίπτωση σε περίπτωση. Ο λόγος, που κάτω από ορισµένες συνθήκες µεταβάλλεται σε σεξιστικό, προέρχεται συνήθως από άλλους “ειδικούς” λόγους (π.χ. ο λόγος που επικρατεί στην εκπαίδευση, στη βιολογία, στην ψυχολογία). Το στοιχείο αυτό έχει µεγάλη σηµασία στην ανάπτυξη µοντέλων αντισεξιστικής παρέµβασης.

Γιατί;

Ο σεξιστικός λόγος µπορεί να µείνει άτρωτος αν δεν γίνουν παρεµβάσεις στα πεδία από τα οποία αντλεί τα στοιχεία του.

Ο σεξιστικός λόγος µπορεί να ανατρέψει σε όφελός του τα αντισεξιστικά επιχειρήµατα.Κατορθώνει να αναδιατυπώνει µε τα ίδια λόγια αναπαραστάσεις και επιχειρήµατα του αντισεξισµού, αφοµοιώνοντας και µετασχηµατίζοντάς τα.

Είναι ανάγκη να αντιληφθούµε έγκαιρα αυτή τη µεταµόρφωση. ∆εν αρκεί να αντιληφθούµε έγκαιρα αυτή τη µεταµόρφωση. ∆εν αρκεί η καταγγελία του σεξισµού που αντιµετωπίζεται ως κληρονοµιά του βιολογικού ανισωτισµού.

Τι να κάνουµε;

Υπάρχουν αρκετά ερωτήµατα/θέµατα που πρέπει να σκεφτούµε για να υπερβούµε το σεξιστικό παράδειγµα στον τοµέα της εκπαίδευσης.

  • Να διερευνήσουµε κριτικά τις εµπειρίες µας, να δούµε πώς είναι δοµηµένη η δική µας πραγµατικότητα και πώς ο σεξισµός έχει επιδράσει στη δόµηση αυτή.
  • Να δούµε τις αντιλήψεις και τις στάσεις µας που αποτελούν το υπόστρωµα πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο σεξισµός, δηλαδή την υποκειµενική/ατοµική διάσταση του σεξισµού (χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι ο σεξισµός είναι µόνο ζήτηµα στάσεων και ατοµικών πρακτικών) και να αναγνωρίσουµε τις αντιστάσεις που µας εµποδίζουν να υιοθετήσουµε µη σεξιστική συµπεριφορά.
  • Να αµφισβητήσουµε αυτή “την αυτονόητη” γνώση για την εκπαίδευση, να ανιχνεύσουµε το θεσµικό σεξισµό και να καταδείξουµε την αναγκαιότητα δηµιουργίας ενός νέου λόγου στην εκπαίδευση.
  • Να αναθεωρήσουµε ορισµένες πρακτικές µας που είναι σεξιστικές και άλλες που θεωρούνται αντισεξιστικές (όπως η πολεµική χρήση του όρου σεξιστής).
  • Να αναρωτηθούµε σε τι βοηθούν θεαµατικές κινήσεις, εκδηλώσεις που στοχεύουν στα ΜΜΕ, η µόδα της ενασχόλησης µε την ισότητα των φύλων στην εκπαίδευση, η ξαφνική πληθώρα ατόµων που ασχολούνται µε το ζήτηµα αυτό, η αύξηση των µαθηµάτων που εντάσσονται στις γυναικείες σπουδές στα ΑΕΙ όταν χρησιµοποιούν παλιούς τρόπους διδασκαλίας, λειτουργούν δηλαδή µέσα στη λογική της “ενσωµάτωσης” ή της “πρόσθεσης”.
    Μήπως όλα αυτά συµβάλλουν στη µείωση της αξιοπιστίας του αντισεξιστικού/αντιρατσιστικού κινήµατος;
    Μήπως υποβαθµιστεί σε ρητορική της παραδειγµατικής καταγγελίας;
    Πώς µπορούµε να αναθεµελιώσουµε τον αντισεξισµό;
    εν υπάρχει θαυµατουργή συνταγή, µπορούµε όµως να σχεδιάσουµε κάποιο προσανατολισµό, να υιοθετήσουµε “ορθολογική επιχειρηµατολογία”.
    ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΓΝΩΣΗ εδώ και όχι µύθους εναντίον µύθων, στερεότυπα εναντίον στερεοτύπων.
    Το καθήκον του σχολείου είναι εποµένως θεµελιακό (αλλά και των δηµοσιογράφων, των διανοουµένων, του κάθε ατόµου χωριστά).
    Επιπλέον, και κυρίως, χρειάζεται ο αντισεξισµός να βασίζεται σε µια σταθερή βούληση να βρεθούν λύσεις στα ζητήµατα που τροφοδοτούν το σεξισµό και τεχνογνωσία.
    Αυτό προϋποθέτει την εγκατάλειψη µιας αµυντικής στρατηγικής και την υιοθέτηση µιας στρατηγικής που να βασίζεται στην πρόληψη και την πρόβλεψη.
    Να προλάβουµε µέσα από το σχολείο και από τους µηχανισµούς από τους οποίους πηγάζουν οι διακρίσεις.
    Να υιοθετήσουµε µια διαφορετική µατιά στα προβλήµατα.
    Να δούµε το σεξισµό ως ένα αποτέλεσµα και όχι µόνο να αναφερόµαστε στα αίτια και να αναλύουµε τους παράγοντες που συµβάλλουν στην αναπαραγωγή της ανισότητας των φύλων.
    Η αποτελεσµατικότητα των πολιτικών στον τοµέα της εκπαίδευσης δεν εξαρτάται µόνο από την πολιτική βούληση των σχεδιαστών της, τις προτεραιότητες των κέντρων λήψης αποφάσεων ή τα διαθέσιµα κονδύλια.
    Οι πολιτικές αναπτύσσουν µια δική τους δυναµική, συναντιούνται µε την κοινωνία, τις πραγµατικότητες των ανθρώπων που τις υλοποιούν ή στις οποίες απευθύνονται, αναπτύσσουν νέες δυνατότητες και νέους κινδύνους, µπορούν να χρησιµοποιηθούν “σωστά” ή “λαθεµένα”.
    Χρειάζεται, δηλαδή, να δρούµε δηµόσια και ιδιωτικά µη σεξιστικά αλλά µε αποτελεσµατικό τρόπο, χωρίς µεγάλα λόγια και τυµπανοκρουσίες
    από την
     ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΓΚΙΔΟΥ
    Καθηγήτρια Ψυχολογίας
    Παιδαγωγικό τμήμα
    δημοτικής εκπαίδευσης

ΠΗΓΉ
ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΥΝΩΝ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ  ΙΣΟΤΗΤΑΣ





Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Σύμβολα και πραγματικότητα


Αυτό που Θεωρώ εκπληκτικό στην μικρή μας χώρα, είναι ο τεράστιος φόβος για τους κατοίκους της, μη χάσει την εθνική της ταυτότητα, μην μειωθεί η κρατική της ακεραιότητα από την παρουσία αλλοδαπών στοιχείων που, είτε φέρουν τα σύμβολά της, (σημαίες, εθνικές της ενδυμασίες) είτε φορούν μαντίλα, στοιχείο άλλης θρησκείας.
Οι φόβοι αυτοί μας δίνουν την εντύπωση ότι οι κάτοικοι της μικρής μας χώρας δεν αντιλαμβάνονται ότι τα σύμβολα του έθνους, όπως ο εθνικός ύμνος, η σημαία, τα θρησκευτικά λάβαρα, οι ενδυμασίες, αποτελούν στοιχεία δοκιμασμένα στο χρόνο και επενδυμένα από την πολιτιστική και ιστορική τους διαδρομή στους αιώνες. Η δύναμή τους είναι τεράστια ώστε δεν μπορούν να χάσουν την μυθική και πραγματική τους υπόσταση από ένα παιδικό κορμί που θα τα φορέσει, από ένα παιδικό χέρι που θα τα κρατήσει.
Σαν να μην αντιλαμβάνονται την αιώνια ύπαρξή τους, γύρω από την οποία κατασκευάστηκε η έννοια του έθνους , του κράτους, του πολιτεύματος και όλων αυτών των ιδιαίτερων θεσμών που κάνει ξεχωριστή την πατρίδα μας και κάθε πατρίδα από τις άλλες. Δεν μπορούν να διανοηθούν ότι, η δύναμή τους κατανέμεται τόσο στο φαντασιακό όσο και στο ιστορικό και κοινωνικό επίπεδο.
Το φαντασιακό - μυθικό τους υπόβαθρο, απλώνεται μέσα στους αιώνες και διατηρείται μέχρι σήμερα, γύρω από το οποίο επιτυγχάνεται η οργάνωση του κοινωνικού όπως και του ιστορικού χώρου/χρόνου πάνω στο οποίο κεντιούνται οι ιδέες, οι δοξασίες, τα ήθη και τα έθιμα, ο τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, οι κοινωνικές συμπεριφορές. Δια μέσου αυτού του πεδίου επιτυγχάνεται η κοινωνικοποίηση των νέων γενιών με τη μεταλαμπάδευση όλων των παραπάνω από την μια γενιά στην άλλη. Άρα έχομε να κάνουμε με μια συμβολική κατασκευή η οποία είναι στέρεη στο χώρο/χρόνο και πάνω στην οποία στηρίζεται την εθνική πραγματικότητα του σήμερα για να οργανωθεί αυτή του αύριο.
Οι φοβισμένοι κάτοικοι τη μικρής μας χώρας υποτιμούν την δύναμη της ιστορικής και κοινωνικής παρουσίας της. Υποτιμούν τη μυθική κληρονομιά της στο πέρασμα των αιώνων, με τέτοιο τρόπο ώστε να μειώνουν και την δική τους σημασία σαν κληρονόμοι αυτής της εθνικής στέρεης και αιώνιας κληρονομιάς.
Εάν αντιλαμβάνονταν αυτή την δύναμη, θα καταλάβαιναν ότι η διαχρονικότητα τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από την παρουσία του “ξένου” του, “αλλοδαπού” που έρχεται να επενδυθεί αυτά τα σύμβολα. Διότι από την στιγμή που τα “φοράει” έχει υποκλιθεί στην δύναμή τους, έχει αφομοιωθεί από την αιώνιο συμβολισμό τους, έχει ταυτιστεί μαζί τους και μέσα του πολιτογραφείτε σαν Έλληνας. Άρα τα σύμβολα έχουν την ικανότητα του εξελληνισμού του “ξένου”, του “αλλοδαπού” και όχι το αντίθετο.
Όταν κάποιος είναι διωγμένος από τον τόπο του και αισθάνεται άπατρις, το να βρει μια καινούργια πατρίδα που θα τον περιθάλψει, θα τον βοηθήσει να ξανασταθεί στα πόδια του, να μεγαλώσει τα παιδιά του, να κάνει όνειρα και να δημιουργήσει την ζωή του, το μόνο που θα κερδίσει αυτή η πατρίδα είναι να την αγαπήσει σαν μάνα του.
Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Η Βία της αγελαίας συνείδησης


Ο απόηχος των στρατοπέδων συνείδησης, τα σκληρά προσωπεία της απαγόρευσης και του ελέγχου, της καταπίεσης και τους ξυλοδαρμού, ορμάνε στις οθόνες του κόσμου υπενθυμίζοντας την βία από μακρινές διαδρομές ανομολόγητων επιδρομών που κανείς δεν είχε αναφέρει στο πέρασμα της ιστορίας. Επιδρομές κατά την διάρκεια της παιδικής ηλικίας, που ορίσανε το πλαίσιο της ανάπτυξης των προσώπων, επεκτείνοντας το μαστίγωμα των “πρέπει”, οδηγώντας την παιδικότητα στην ενοχή και την εφηβεία τους στο ικρίωμα.
Κοινωνίες ολόκληρες στηρίχτηκαν πάνω στην απόρριψη και την δυσαρέσκεια για να μεγαλώσουν τα μέλη τους και να τα γαλουχήσουν με αξίες προσωπικής απαξίωσης, άγχοτικού υποβιβασμού και επιστημονικής υποταγής στην αυθεντία και την λειτουργία του όχλου. Μετάγγισαν το αίμα της βίας σαν βασικό οικογενειακό-εθνικό-θρησκευτικό στοιχείο, καθορίζοντας τα υπαρξιακά πλαίσια του νοήματος του φανατισμό-φασισμού, τόσο σε προσωπικό όσο και κοινωνικό επίπεδο.
Κοινωνίες στοιχημάτισαν στα ένστικτα και στην τυφλή αναπαραγωγή τους όπου ο φόβος έγινε το έθνο-οικογενειακό συστατικό που περιμένει, μεγαλώνοντας, αλαφιασμένο, να βγει στην επιφάνεια της ζωής, και να επιστρέψει την βία που δέχτηκε. Να την απλώσει στις πόλεις κυνηγώντας και σκοτώνοντας ότι μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί σαν ελεύθερο και αυτόνομο στοιχείο, ότι προσπαθεί να μεταδώσει την αυτοδιάθεση σαν υπαρξιακό κανόνα στο διάλογο με τον άλλον.
Εκπαιδευμένοι στην υπακοή και τη μισαλλοδοξία, ενωμένοι μέσα από την απάρνηση πρώτα της δικής τους ταυτότητας και μετά των άλλων, οι φασίστες των διαφορετικών αποχρώσεων αισθάνονται μια άπλετη ευχαρίστηση, να είναι κομμάτι της ομάδας.
Πάντα ήθελα να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συνόλου. Πάντα ήθελαν να υπηρετήσουν κάτι πέρα από τον εαυτό τους. Ήθελαν να γίνουν ένα γρανάζι μια βίαιης μηχανής που τους ξέρασε χωρίς να τους ρωτήσει. Πάντα, κάτω από τον φόβο της απόρριψης, προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των άλλων παραβλέποντας τις δικές τους. Χαίρονται να αναπαράγουν την βία που δέχθηκαν σαν στοιχείο της ταυτότητα τους, σαν στοιχείο της κοινωνίας τους.
Η δίψα να ανήκουν σε κάτι πιο “μεγάλο”, εθνικό,θρησκευτικό, πιο σημαντικό,  τους γεμίζει με άγχος και φόβο. Μέσα από την αίσθηση ότι ανήκουν σε αυτό, νιώθουν και αυτοί μεγάλοι, νιώθουν δυνατοί, αντιπρόσωποι μια αλήθειας που ξεπερνάει τον πεπερασμένο και βιασμένο εαυτό τους. Η συμμετοχή τους κρύβει την αδυναμία και το φόβο της ανακάλυψης του εαυτού, καθώς και τον φόβο της μοναχικότητας και της διαφορετικότητα τους. Η διαφορετικότητα είναι που τους χαλάει.
Γι αυτούς, οι έννοιες, της ατομικότητας, της προσωπικότητας, της ανεξαρτησίας, της ελεύθερης βούλησης είναι στοιχεία που απειλούν. Στοιχεία που κρύβουν την αγωνία της μοναξιάς μπροστά στον δήμιο της παιδικότητας τους. Η αποδοχή σαν παράγωγο της βίας που υπέστησαν αποτελεί την καλύτερη απόδειξη για την απάληψη της. Η απάληψη της όμως έχει μια μικρή λεπτομέρεια, την αναπαραγωγή της. 
Με χαρά αναλαμβάνουν αυτό το ρόλο, με χαρά νιώθουν την αρρωστημένη ισχύ τους. Τώρα οι άλλοι πρέπει να φοβηθούν, πρέπει να πονέσουν, όπως φοβήθηκαν και πόνεσαν και αυτοί ! Έτσι επιτυγχάνεται η τυφλή ένταξή στην ομαδική έκφρασης της παράνοιας του βίαιου ενστίκτου, που δεν είναι παρά ένα καταφύγιο από τον ασυνείδητο φόβο που διαπερνά οργανικά, ψυχολογικά, διαχρονικά την ύπαρξή τους.
Στην ουσία το φασιστικό αγελαίο ιδεώδες είναι κτισμένο τόσο στο σώμα όσο και το πνεύμα. Στηρίζεται στο κληρονομημένο φόβο που αναπαράγει την βία, χωρίς την ύπαρξη της οποίας, το νόημα της ζωής γίνεται μαλθακό, ανιαρό και χωρίς στόχο.
Έτσι οι όροι του βίαιου παιχνιδιού παραμένουν ανεπηρέαστοι. Ο Θύτης , το θύμα και η βίαιη πράξη είναι εδώ, τόσο μέσα στην ομάδα όσο και έξω από αυτή. Το μόνο που αλλάζει είναι ο θύτης και το θύμα. Το θύμα μέσα στην ομάδα... γίνεται θύτης έξω από αυτή. Ψάχνει για καινούργια θύματα ! Το θύμα υιοθετεί την βία που δέχτηκε, βαφτίζεται σε αυτή και γίνεται αποδέχτης αλλά και πομπός της. Μέσα από την υποταγή του και την παραχώρηση της βίας, γίνεται αποδεχτός από την ομάδα. Γίνεται κομμάτι της και καταφέρνει να υπερνικήσει τον φόβο και το άγχος του μοναχικού θύματος μετατρέποντας τον εαυτό του σε αγελαίο θύτη.
Ο φόβος όμως, παραμένει να είναι ο κύριος λόγος έκφρασης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της ομάδας. Η παρουσίας του στην ομάδα απειλείται πάντα από τον φόβο της απομάκρυνση και του αποκλεισμού. Η αίσθηση του μέλους καλύπτει την συνεχή ύπαρξη του φόβου με άλλη μορφή. Όταν έχει γίνει θύτης, είναι πλέον ανεγνωρισμένα κομμάτι της ομαδικής βίας, πράγμα που αποτρέπει την συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι συνεχίζει να είναι θύμα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες το μέλος παραχωρεί στην ομάδα το προνόμιο, αλλά και την δυνατότητα της συνεχούς παραβίασης του εαυτού. Της δίνει το δικαίωμα του ελέγχου και της καθοδήγησης του και δηλώνει υποταγή στις αποφάσεις που φτάνουν σαν αναμφισβήτητες διαταγές σε αυτόν. Αυτή η τακτική αποτελεί το αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο της καθαρότητας του βιασμού του, σαν στοιχείο αποδοχής του, το οποίο εκείνος το εκλαμβάνει σαν τεκμηρίωση του εαυτού του.
Ήδη η ομάδα έχει έτοιμα τα φοβικά της σύμβολα τόσο για εσωτερική κατανάλωση όσο και εξωτερική έκφραση. Μέσα του οι κατασκευαστές του φοβικού σύμπαντος που το περιβάλλει, αρχηγοί θρησκευτικής ή πολιτικής απόχρωσης, παραβιάζουν συνεχώς τα όρια του εαυτού, πυροδοτώντας την αίσθηση της συνεχούς απειλής, όπως τότε στην παιδική ή την εφηβική ηλικία .
Το φοβικό σύνδρομο παίρνει σάρκα και οστά από την παρουσία του διαφορετικού, του ξένου, του άγνωστου. Παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τον θρησκευτικό φανατισμό, όπου η αίσθηση του ανήκειν, προσδίδει ένα είδος αγιοσύνης της βίας η οποία τον φέρνει πιο κοντά στο θεό. Η βία αποτελεί την μόνη δικαίωση απέναντι στην απειλή. Από την άλλη, η απειλή στηρίζεται στη στην απαράμιλλη ισχύ του εσωτερικευμένου φόβου και της βίας που το μέλος έχει υποστεί στο παρελθόν. Αυτός βρίσκει την τεκμηρίωση του ακριβώς σε αυτή την απειλητική παρουσία του ξένου, τον αλλόθρησκου, τον διαφορετικού.
Όπως η βιασμένη αγελαία συνείδηση κάνει το κάθε μέλος της ομάδας να γίνεται βίαιο από τον φόβο της απώλειας της φυλετικο-θρησκευτικής καθαρότητας, ή της εθνικής υπερηφάνειας. Έτσι και η βία της αγελαίας συνείδησης σπέρνει τον θάνατο σε όλες τις μορφές, οργανώνοντας το βίαιο σύμπαν σαν παντοτινή συνθήκη επιβίωσης για τον καθένα μας
Κερεντζής Λάμπρος.

Κολάζ: https://www.nga.gov/feature/bearden/tech3.shtm

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Η Ταυτότητα



Η ταυτότητα δημιουργείται μέσω της αλληλεπίδρασης (Interaktion) με άλλα
άτομα. Στη συμβολική αλληλεπίδραση, το άτομο επηρεάζεται από την κοινωνική ζωή και
διαμορφώνει σταδιακά τη συμπεριφορά του και την ταυτότητά του. Το άτομο συμμετέχει
ενεργά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της ταυτότητάς του, ερμηνεύοντας συμβολικά τις
ενέργειες των άλλων ατόμων1. Πρόκειται ουσιαστικά για μία δυναμική διαδικασία, κατά
την οποία το άτομο συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία της ταυτότητάς του.

Ο θεμελιωτής της θεωρίας της συμβολικής αλληλεπίδρασης, George Mead
ασχολήθηκε με το πρόβλημα της ταυτότητας παραθέτοντας ένα κοινωνικοψυχολογικό
σύστημα, στο οποίο τονίζει τη σημασία της ανθρώπινης συμπεριφοράς στις διάφορες
κοινωνικές καταστάσεις. Η ταυτότητα του ατόμου δεν αποτελεί κληρονομίσιμη ιδιότητα
αλλά εξελίσσεται και διαμορφώνεται ανάλογα με τις σχέσεις που δημιουργεί ένα άτομο με
άλλα άτομα στο πλαίσιο της επικοινωνίας.

Η ταυτότητα διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή. Η πρώτη επιτυγχάνεται
με τις γνωστικές επιδόσεις του ατόμου, ενώ η δεύτερη αφορά συμπεριφορές που
υιοθετήθηκαν από το άτομο ασυνείδητα. Επομένως, η ταυτότητα χωρίζεται, κατά τον
George Mead, στο «me» και στο «I» 2. Το κάθε άτομο διαμορφώνει το δικό του «me»,
δηλαδή την ταυτότητά του, η οποία είναι συνειδητή. Το «I» αναφέρεται στις αντιδράσεις
του ατόμου στις δραστηριότητες των άλλων. Το «me» και το «I» αποτελούν την
ταυτότητα του ατόμου, η οποία εκφράζεται με διαφόρα συμβόλα αλλά κυρίως με τη χρήση
της γλώσσας.

Ο Ervin Goffman επιχειρεί να οριοθετήσει την ταυτότητα ερευνώντας τα άτομα
εκείνα στα οποία απευθύνεται η κοινωνική προκατάληψη. Υποστηρίζει ότι το κοινωνικό
περιβάλλον διαμορφώνει και καθορίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. ιακρίνει την
ταυτότητα σε προβολική και πραγματική κοινωνική ταυτότητα. Η προβολική ταυτότητα
σχετίζεται με τις προσδοκίες που προβάλλει ένα άτομο, ενώ η πραγματική κοινωνική
ταυτότητα αφορά τις ουσιαστικές, πραγματικές και φανερές ιδιότητες του ατόμου.
Επιπλέον, εισάγει την έννοια της προσωπικής ταυτότητας, αναφερόμενος στη
μοναδικότητα του ατόμου, αλλά και την έννοια της κοινωνικής ταυτότητας, η οποία αφορά κοινωνικά σύμβολα.

Τόσο η προσωπική όσο και η κοινωνική ταυτότητα είναι απόρροια του εκάστοτε κοινωνικού περιβάλλοντος3. Η θεωρία της ταυτότητας του Ervin Goffman συνδέει την προσωπική και κοινωνική ταυτότητα με τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες και παρουσιάζει την τραυματική ταυτότητα ως αποτέλεσμα κοινωνικών προκαταλήψεων. Σύμφωνα με τον Ervin Goffman, η κοινωνία δημιουργεί κατηγορίες και προβαίνει σε ομαδοποιήσεις και κατηγοροποιήσεις, κατατάσσοντας τα άτομα στις κατηγορίες αυτές και καθορίζοντας τα φυσιολογικά και απαξιωτικά χαρακτηριστικά4. Τα «νορμάλ» άτομα, δηλαδή αυτά που ανταποκρίνονται στις εκάστοτε
κοινωνικές προσδοκίες, διαχωρίζονται από τα στιγματισμένα, στα οποία δημιουργείται μία
απόσταση μεταξύ της προβολικής και της πραγματικής ταυτότητας.

Ο L. Krappmann επιχειρεί να ορίσει την ταυτότητα, ερευνώντας τους τρόπους και
τα μέσα με τα οποία το άτομο μπορεί να δημιουργήσει μία κοινωνικά αποδεκτή κοινωνική
ταυτότητα. Για τον L. Krappmann είναι σημαντικό το άτομο να υιοθετεί μία έξυπνη
κοινωνική επίδοση στα πλαίσια της επικοινωνίας. Η γλώσσα αποτελεί το πλέον βασικό
μέσο επίτευξης της επικοινωνίας και της προβολής της ταυτότητας. Βασικές ατομικές
ικανότητες για τη διατήρηση της ταυτότητας αποτελούν η απόσταση των ρόλων, η
ικανότητα του ανθρώπου να συναισθάνεται τις στάσεις των άλλων, η αμοιβαία ανοχή και
η παρουσία της ταυτότητας που το άτομο αποκτά κατά την κοινωνικοποίησή του5. Η
ταυτότητα δηλαδή περιλαμβάνει την έμμετρη αυτοπαρουσίαση στους άλλους,
λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις προσδοκίες τους.

Αντίθετα με τους υποστηρικτές της συμβολικής αλληλεπίδρασης, ο Erik Erikson
καταπιάνεται με τη διαμόρφωση της ταυτότητας στη διαχρονική της διάσταση. Η
δημιουργία της ταυτότητας είναι μια διεργασία που διαρκεί για όλη τη ζωή, περνά από
πολλά στάδια και διακρίνεται στην «ταυτότητα του εγώ» και στην «ομαδική ταυτότητα»6.
Κατά τη διάρκεια των εξελικτικών φάσεων της ζωής του ατόμου, το ίδιο αναζητά και
ανακαλύπτει τις ικανότητες του εγώ. Ο Erik Erikson υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη
ανάπτυξη περνά από οκτώ ψυχοκοινωνικά στάδια (εμπιστοσύνη, αυτονομία, πρωτοβουλία,
φιλοπονία, ταυτότητα, οικειότητα, παραγωγικότητα και πληρότητα7), και σε κάθε στάδιο
επιτελείται ένα συγκεκριμένο έργο, το οποίο είναι υποχρεωτικόπροκειμένου να μεταβεί το
άτομο στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης.

Σημειώσεις
1Blackledge, D.& Hunt, B. (1994), Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 419.
2 Γεωργογιάννης, Π. (1996), Θεωρίες της Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τόμ.ΙΙ, Αθήνα: Gutenberg, σσ. 58-61.
3 Γεωργογιάννης, Π. (1996), Θεωρίες της Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τόμ.ΙΙ, Αθήνα: Gutenberg, σσ. 62-64.
4
Goffman, E. (2001), Στίγμα-Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Αθήνα:
Αλεξάνδρεια, σ. 16.
5 Γεωργογιάννης, Π. (1996), Θεωρίες της Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τόμ.ΙΙ, Αθήνα: Gutenberg, σσ. 68-70.
6 Γεωργογιάννης, Π. (1996), Θεωρίες της Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τόμ.ΙΙ, Αθήνα: Gutenberg, σσ. 72-73.

Από την
Διπλωματική Εργασία
Με
Θέμα εργασίας:
«Στερεοτυπικές και προκαταληπτικές
συμπεριφορές των εκπαιδευτικών σε γηγενείς μαθητές και
μαθητές πολιτισμικά διαφορετικών ομάδων.»
της
Αντωνοπούλου Νικολίτσα


κολάζ:Hannah Hoch:

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Το ναρκωτικό που λέγεται... smartphone





Ο λόγος της διαφήμισης

Εδώ και καιρό βλέπουμε στις διαφημίσεις νέους να βγαίνουν στους δρόμους, όλοι μαζί να συναντιόνται, να διαδηλώνουν την παρουσία τους, Τους βλέπουμε να τρέχουν χαρούμενοι, να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται κάτω από την λεζάντα μια κινητής τηλεφωνίας. Έπειτα κάτω από την λεζάντα μιας άλλης παρακολουθούμε νέους επίσης να κάθονται γύρω από μια φωτιά δίπλα στην θάλασσα χαμογελαστοί στεφανωμένοι από φανταστικά ηλιοβασιλέματα. Μετά βλέπουμε ζευγάρια ξαπλωμένα στο κρεβάτι να μιλάει ο καθένας στο δικό του τηλέφωνο με κάποιον άλλον. Επίσης οικογένεια ολόκληρη με το κάθε μέλος να κρατάει ένα κινητό και να μιλάει με κάποιον εκτός του σπιτιού. Δηλαδή παρατηρούμε το εξής παράδοξο οι πρωταγωνιστές των διαφημίσεων που αναφέραμε δεν μιλάνε με αυτούς που είναι κοντά τους, αλλά με αυτούς που είναι μακριά τους.

Αυτή η ψευδο-κοινωνικότητα μέσα στην οποία ριζώνει η μοναχικότητα αφορά τις διαφημίσεις της κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες αντιγράφουν μια πραγματικότητα που δεν γίνεται αντιληπτή με “ γυμνό” μάτι. Θα πρέπει να την εξετάσουμε από πιο κοντά για να διαπιστώνουμε αυτή την αλήθεια.

Τι γίνεται λοιπόν με όλες αυτές τις διαφημίσεις; Πως παρουσιάζονται οι εταιρίες της κινητή τηλεφωνίας; Βγάζουν τον κόσμο στους δρόμους. Ενώνουν τους νέους, ενώνουν ζευγάρια και οικογένειες. Βοηθάνε στην ανάπτυξη του διαλόγου, της επικοινωνίας!! Έρχονται να οδηγήσουν και να προσφέρουν την λύση στο αιώνιο πρόβλημα του ανθρώπου, όσον αφορά τη μοναξιά, την απόσταση και ποιο γενικά την επικοινωνία. Δεν νομίζω όμως ότι είναι έτσι τα πράγματα, και δεν νομίζω για ένα ακόμα λόγο, διότι οι εταιρίες πια δεν πουλάνε κινητά τηλέφωνα.

Για να επανέλθουμε όμως στο λόγο της διαφήμισης παρατηρούμε ότι η διαφημιστική καμπάνια θέλει να πείσει τον νέο, να εισέλθει σ' ένα κόσμο συναισθηματικής αφθονίας. Δηλώνει ότι πολεμά τη μοναχικότητα, τη μοναξιά, τη βαρεμάρα του εαυτού, αποκρύβοντας τις βασικές παθογένειες μια τέτοιας κατάστασης, δηλαδή ότι η πραγματικότητα του κόσμου της κινητής τηλεφωνίας είναι ο προάγγελος της μοναχικότητας μέσα από το μηχανισμό εξάρτησης που ενεργοποιεί.

Η απόσταση και η μοναξιά

Τα προβλήματα τα οποία έρχεται να απαλείψει η κινητή τηλεφωνία - έχοντας σαν στόχο της καμπάνια της πάντα τους νέους - είναι η “απόσταση” που φέρνει τη “μοναξιά”. Έρχεται να την καταπολεμήσει καταργώντας τις “αποστάσεις”, προσφέροντας την επικοινωνία και την χαρά της κοινωνικότητας, η οποία τόσο λείπει από τις σχέσεις. Συγχρόνως θέλει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι προσφέρει την δυνατότητα της αυτονόμησης τους από την οικογένεια, την οποία, αυτονόμηση, τόσο πολύ έχουν ανάγκη.

Άρα ο λόγος των διαφημιστικής καμπάνιας εστιάζεται σε αυτά τα χαρακτηριστικά που λειτουργούν στις ανθρώπινες σχέσεις, δηλαδή:
α) τον φόβο της μοναξιάς,
β) την ανάγκη της κοινωνικότητας,
γ) την ανάγκη της σημαντικότητας του εαυτού, του κύρους του.
δ) και τέλος προσφέρει την αίσθηση της διαφοροποίησης, της αυτονομίας και της διάκρισης από τους άλλους.

Παρακολουθώντας λοιπόν τις διαφημίσεις έχεις την εντύπωση ότι η κινητή τηλεφωνία κάνει τα πάντα για να φέρει τους ανθρώπους κοντά, να καταργήσει την απόσταση και την μοναξιά. Με αυτή την προσπάθειά της έρχεται να καλύψει το γεγονός ότι, για να λειτουργήσει χρειάζεται την απόσταση. Δηλαδή όσο πιο μακριά είναι ο ένας χρήστης από τον άλλον τόσο η κινητή τηλεφωνία μπορεί να λειτουργήσει στον διαμεσολαβητικό της ρόλο. Χωρίς απόσταση είναι άχρηστη. Έχει ανάγκη την απόσταση, όπως έχει ανάγκη και την μοναχικότητα και κατ' επέκταση, την μοναξιά του χρήστη.

Μόνο οι κοινωνικές καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από την απόσταση και την απομόνωση του χρήστη της προσφέρουν την δυνατότητα στην κινητή τηλεφωνία να εισχωρήσουν σαν διάμεσο δηλώνοντας ότι έρχεται να τις καταργήσει. Έτσι από την φύση της δεν μπορεί να πάει ενάντια στο συμφέρον της που είναι η απόσταση. Με λίγα λόγια μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν θέλει στην ουσία να καταργήσει την απόσταση και να απαλύνει την μοναξιά, αλλά να τις αναπαράγει, διότι μόνο αναπαράγοντας τες θα μπορεί να λειτουργεί σαν διάμεσο.

Η αναπαραγωγή της απόστασης και της μοναξιάς έχει να κάνει με το κοινωνικό περιβάλλον του χρήστη. Δηλαδή, για να καταλάβουμε πρέπει να φανταστούμε ότι ο χρήστης λειτουργεί σε δύο χώρο/χρόνους. Από την μια, αυτόν του κοντινού πραγματικό του περιβάλλοντος, φίλους, οικογένεια, κ.λ.π. και από την άλλη, αυτόν του επικοινωνιακού χώρο/χρόνου που κατασκευάζει η κινητή τηλεφωνία δηλαδή μια εικονική πραγματικότητα που έχει σχέση με τον “κόσμο” αλλά και την φυσική και συναισθηματική απόσταση των χρηστών. Έτσι ενώ βλέπουμε κάποιον να μιλάει, να επικοινωνεί στο τηλέφωνο, χαρούμενος και γελαστός στο χώρο/χρόνο της εικονικής πραγματικότητας, την ίδια στιγμή πρέπει να σκεφτούμε ότι δεν επικοινωνεί “ζωντανά” με κάποιον από το κοντινό πραγματικό του περιβάλλον του.

Η κατασκευή του εικονικού χώρο/χρόνου “ ελευθερίας” του χρήστη μακριά από το κοντινό πραγματικό του περιβάλλον, φαίνεται ότι παρέχει στο χρήστη την φαντασίωση της αποδέσμευσης και της αυτονομίας. Εάν ενδιαφερθούμε να μάθουμε ποια αίσθηση έχει αντίστοιχα το κοντινό περιβάλλον του χρήστη από την ενασχόληση του με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα ακούσουμε εκφράσεις όπως είναι στο “κόσμο του”, “ έχει κατεβάσει τα ρολά”, “ δεν μιλάει με κανένα”.

Έτσι ο χρήστης απομονώνεται από το κοντινό του περιβάλλον έχοντας την εντύπωση ότι “ενώνεται” με κάποιον άλλον που δεν είναι κοντά. Με αυτό τον τρόπο νομίζει ότι κερδίζει την αυτονομία του. Έχουμε λοιπόν την απομόνωση του χρήστη από αυτούς που είναι κοντά και την ένωση με αυτούς που είναι μακριά. Η απομόνωση από το οικογενειακό ή κοντινό περιβάλλον (πραγματικό), οδηγεί σε μια μοναξιά η οποία καλύπτεται από την ψευδαίσθηση της παρουσίας αυτών που είναι μακριά, (εικονικό). Άρα όσο πιο κοντά είμαι με αυτούς που είναι μακριά, τόσο πιο μακριά είμαι με αυτούς που είναι κοντά. Κάπως έτσι οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας αναπαράγουν αυτό που δηλώνουν ότι μάχονται, την απόσταση και την μοναξιά.

Όμως γιατί να λειτουργεί έτσι για τον χρήστη ώστε οι μακρινοί “φίλοι” να είναι πιο σημαντικοί από τους κοντινούς;
Η απάντηση νομίζω ότι έχει να κάνει με την εικόνα εαυτού που μπορεί να δώσει στους μακρινούς “φίλους” ο χρήστης για τον εαυτό του, κάτι που οι κοντινοί μπορούν να διαπιστώσουν από κοντά. Άρα η απόσταση, βοηθάει να αναπαραστήσουμε τον εαυτό μας εικονικά με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύψουμε τις ελλείψεις που νομίζουμε ότι έχουμε πραγματικά και δεν θέλουμε να τις αντιληφθούν οι άλλοι. Στηρίζεται λοιπόν στην μη αποδοχή του εαυτού και στην προσπάθεια κατασκευή μιας “τεχνητής” εικονικής ταυτότητας” η οποία είναι διαφορετική από την “πραγματική” Δίνει την δυνατότητα της αναπαράστασης του εαυτού, όπου η πραγματικότητα παραχωρεί την θέση της στο μύθο-εικόνα τόσο για την κοινωνία όσο και για το άτομο. Με λίγα λόγια η κινητή τηλεφωνία και το smartphone μας παρέχουν μια φυγή από την πραγματικότητα βουτώντας μέσα στην αναπαράστασή της !

Ο απεριόριστος χρόνος ομιλίας

Τι ωραία που ακούγεται αυτή η παροχή που μας γίνεται από την κινητή τηλεφωνία, τελευταία, “απεριόριστος χρόνος ομιλίας”. Το “απεριόριστος” περικλείει την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, περικλείει επίσης τον χρόνο με τον άλλον, τον διαλογικό χρόνο μαζί του. Δημιουργεί μια έξαψη, μια χαρούμενη αναστάτωση, “απεριόριστος χρόνος”, ποιος δεν ζητά απεριόριστο χρόνο σε μια κοινωνία όπου ο χρόνος είναι περιορισμένος από απεριόριστες αναγκαιότητες;

Μοιάζει η κινητή τηλεφωνία να μας προσφέρει ένα απεριόριστο διαλογικό παράδεισο με αυτούς, που όπως είπαμε, είναι μακριά μας (εικονικά), προσπαθώντας να αποτρέψει την κόλαση του διάλογου με αυτούς που είναι κοντά μας (πραγματικά). Βέβαια ο “ζωντανός” διαλογικός χρόνος με αυτούς που είναι κοντά μας, φίλους, οικογένεια, δεν υπόκειται στους περιορισμούς της οικονομίας και δεν μπορεί να ονομαστεί “απεριόριστος” ή περιορισμένος. Έτσι το πρώτο που νομίζω ότι πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι, όταν η κινητή τηλεφωνία μιλάει για απεριόριστο χρόνο σημαίνει ότι... αυτός είναι περιορισμένος !!

Ο χρόνος ομιλίας μέσω της εταιρία είναι ένα εμπορικό προϊόν και κοστίζει. Ο χρόνος μέσω αυτής γίνεται χρήμα. Είναι ένας εμπορευματοποιημένος χρόνος και σαν τέτοιος είναι περιοριστικός. Με την έννοια του κόστους οι εταιρίες εισάγουν τον ελέγχου του χρόνου και την κατεύθυνσή του. Με την σειρά του ο διάλογος μέσω της κινητής τηλεφωνίας γίνεται ένα εμπορεύσιμο προϊόν που πραγματώνεται μόνο μέσω της απόστασης και μπορεί να ελεγχθεί μέσω της προσφορά του. Έτσι ο απεριόριστος χρόνος ομιλίας είναι ένας καθαρά ελεγχόμενος χρόνος.

Στο βαθμό που ο “ζωντανός” διάλογος αποτελεί το μοναδικό δρόμο ολοκλήρωσης του ανθρώπου μέσα από τους άλλους και βοηθάει στην απόκτηση της συνείδησης τόσο της διαφορετικότητας, όσο και της ομοιότητας με αυτούς, ο τηλεφωνικός διάλογος, ο “τεχνικός”, θα τον ονόμαζα, δεν είναι παρά ένα συμπλήρωμα του ζωντανού διαλόγου εγείροντας περιοριστικούς όρους και καθορίζοντας τις συνθήκες σύμφωνα με το συμφέρον του μέσου.

Στον τηλεφωνικό διάλογο δεν έχουμε να κάνουμε με ένα “ελεύθερο” διάλογο αλλά μάλλον με ένα διάλογο ο οποίο καταλήγει σε μονόλογο. Η προσπάθεια του έγκειται να αντικαταστήσει τον “ζωντανό” διάλογο εφόσον αυτό του αποφέρει ένα κέρδος και για να το πετύχει αυτό χρειάζεται να διατηρήσει την μοναχικότητα του χρήστη, κάνοντας τον να νομίζει ότι αυτό που ζει είναι η κοινωνικότητα. Έτσι ξαναγυρνάμε στην υπόθεση που είχαμε κάνει ότι η κινητή τηλεφωνία ενώ φαίνεται ότι θέλει να καταργήσει τις αποστάσεις τις δημιουργεί, ενώ θέλει να καταργήσει την μοναξιά του χρήστη την αναπαράγει.

Από το διάλογο στο μονόλογο.

Η κινητή τηλεφωνία προτείνει τα προϊόντα της προβάλλοντας την απελευθερωτική τους δράση με την δημιουργία ενός κόσμου όπου η επικοινωνία κερδίζει την θέση που της ανήκει. Για αυτό προβάλει και την νέα γενιά κινητών που ακούνε στο όνομα smartphone. Στις ιδιότητες του νέου αυτού τεχνολογικού προϊόντος η τηλεφωνική λειτουργία μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και όλα τα άλλα στην πρώτη. Έτσι ενώ παλιά μιλούσαμε για την επικοινωνία με τον άλλον -ακόμα μιλάμε στην χώρα μας- τα smartphone εσωκλείουν λειτουργίες τις οποίες τις ανακαλύπτουμε όταν πλέον δεν μπορούμε να τις αποχωριστούμε.

Η τελευταία γενιά των κινητών έρχεται να πραγματοποιήσει αυτό που φέρνει μεγαλύτερα κέρδη στις εταιρίες, την μετατροπή του διαλόγου μέσω του κινητού, σε μονόλογο μέσω του smartphone.

Άρα ερωτήματα που τίθενται όπως, η λειτουργία του κινητού τηλεφώνου το οποίο εξελίχτηκε σε smartphone έχει σχέση με την επικοινωνία ή με κάτι άλλο;

Η χρήση του γίνεται για να έρθουμε πιο κοντά στον άλλον, ή να φύγουμε πιο μακριά του και το χειρότερο να φύγουμε και πιο μακριά από εμάς τους ίδιους;

Γεγονός είναι ότι τα καινούργια κινητά τηλέφωνα τα smartphone που είναι στα χέρια μας δεν είναι απλά ένα κινητό τηλέφωνο, αλλά κάτι πολύ περισσότερο το οποίο δεν μας βοηθά απλά να έρθουμε σε επικοινωνία με κάποιον που είναι μακριά (εικονικό), αλλά... να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα μας, (πραγματικό).

Αυτό που παρατηρούμε στους χρήστες του smartphone είναι ότι κάνουν χρήση η οποία επιβάλλει μια συμπεριφορά που μερικές φορές εκφράζει μια ανικανότητα ελέγχου. Παρατηρούμε δηλαδή πολλούς χρήστες να έχουν πάντα στα χέρια τους την συσκευή τους και να απασχολούνται με αυτή χωρίς μέτρο, όπου και να βρίσκονται. Να την ανοίγουν και να “χάνονται” μέσα σε αυτή αποκομμένοι από το εκάστοτε κοινωνικό περιβάλλον. Το παρατηρούμε κατά την διάρκεια των μετακινήσεων τους, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στους δρόμους, στις καφετέριες, όπου δίνουν ραντεβού στους φίλους, αλλά ο καθένας να είναι χαμένος στο μικρό του εκράν. Επίσης στα εστιατόρια, στην εργασία, την ώρα που βρίσκονται με την οικογένεια.

Με το smartphone είσαι παντού και πουθενά θα μπορούσαμε να πούμε. Είσαι πάντα συνδεδεμένος, με “αυτό” που είναι μακριά (εικονικό) και αποσυνδεδεμένος με “αυτό” που είναι κοντά σου, δίπλα σου (πραγματικό). Με αυτό τον τρόπο φαίνεται ότι είσαι συνεχώς απασχολημένος, φαίνεται ότι δεν υπάρχει νεκρός χρόνος. Πάντα ψάχνεις αυτό για το οποίο δεν θα έψαχνες, αν δεν θα σου δίνεται η δυνατότητα να το ψάξεις.

Ακολουθείς τους φίλους και τους άγνωστους στο Facebook, και σε ακολουθούν και αυτοί, παίζεις παιχνίδια, βλέπεις βίντεο και μετά από όλα αυτά μπορεί και να τηλεφωνήσεις σε κάποιον για να του πεις τα ηλεκτρονικά σου κατορθώματα. Το ζήτημα είναι ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την αλλαγή που συμβαίνει στην καθημερινότητα μας και το σπουδαιότερο την εξάρτησή μας από αυτό το μηχάνημα.

Το smartphone είναι το εισιτήριο για την συμμετοχή στο (εικονικό) κόσμο, ανοίγοντάς διάπλατα τις πόρτες του, όντας απομονωμένος μέσα στο φτωχικό σου (πραγματικό) δωμάτιο. Φαίνεται ότι ανοίγει τις πόρτες στην διασημότητα, στο κύρος, στην διάκριση που μπορεί να αναζητά ο καθένας μας(εικονικά), αλλά όλα αυτά δεν έχουν με ένα καθεαυτό διάλογο αλλά με ένα μονόλογο (πραγματικά). Δηλαδή όλες αυτές οι εντυπώσεις του εαυτού δεν προέρχονται από μια πραγματική αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον όσο από την αλληλεπίδραση με ένα φανταστικό εικονικό περιβάλλον όπου κάθε χρήστης μπορεί να “διαμορφώσει” στη μικρή του οθόνη.

Η εθιστική συμπεριφορά

Κατ αρχάς το smartphone όπως κάθε ναρκωτικό παρέχει στον χρήστη μια δύναμη και μια ελευθερία. Του παρέχει την εντύπωση ότι μπροστά του ανοίγεται ένα καινούργιος ορίζοντας δυνατοτήτων, αλλά και ικανοτήτων όπου το προϊόν γίνεται απαραίτητο όπως και η ναρκωτική ουσία. Έτσι μετατρέπεται σε αντικείμενο εξάρτησης και υποδούλωσης, περιορίζοντας την ελευθερία του εξαρτώντας την ευτυχία του από αυτό.

Σε αυτή την περίπτωση Το smartphone επιβάλει μια συμπεριφορά στον χρήστη παρόμοια με την συμπεριφορά που επιβάλει ένα ναρκωτικό. Επίσης όπως συμβαίνει με τη ναρκωτική ουσία, συμβαίνει και με το smartphone, ποτέ δεν φανταζόμαστε όταν το πρωτοδοκιμάζουμε τι είδους, ή τι μορφής εξάρτηση μπορεί να μας δημιουργήσει. Η διαφήμιση των smartphoneς δεν φανερώνει τις κρυφές ιδιότητες του προϊόντος, στις οποίες συγκαταλέγονται η απομόνωση, το άγχος, η στέρηση και τελικά η εξάρτηση από αυτό. Ο χρήστης δεν μπορεί να φανταστεί την δύναμη που έχει το smartphone σαν συσκευή. Έχει την εντύπωση όπως για το ναρκωτικό, ότι το ελέγχει ο ίδιος, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι ελέγχεται από αυτό.

Ο Michel Lejoyeux καθηγητής της ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ντενι Ντιντερό γράφει "ότι για να μπορέσουμε να ισχυριστούμε ότι μια συμπεριφορά είναι εθιστική, πρέπει ο υποκείμενο να λειτουργεί με τρόπο παρορμητικό. Να του είναι δύσκολο να ελέγξει τον συναισθηματικό του κόσμο, και να είναι αναγκασμένο να καταφύγει σε χρήση ενός προϊόντος το οποίο θα δημιουργήσει μια εσωτερική ομοιόσταση, προσπαθώντας να κατευνάσει την ένταση και να αποκομίσει ευχαρίστηση. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να ενισχύσουμε τον ισχυρισμό μας ότι αν το υποκείμενο καταφεύγει σε αυτό τον τρόπο κατ εξακολούθηση, έχοντας γνώση της νοσηρότητας της συμπεριφοράς του τότε... έχουμε να κάνουμε με εθισμό"1

Στον ορισμό του Michel Lejoyeux που αναφέραμε πάρα πάνω ας κρατήσουμε δυο βασικά στοιχεία:
α) τον κατευνασμό της εσωτερικής έντασης.
β) την ευχαρίστηση (ηδονή).

Και τα δυο είναι στοιχεία που μας παραπέμπουν στην χρήση των ναρκωτικών. Ο κατευνασμός της εσωτερικής έντασης έχει σχέση με τα ναρκωτικά τόσο με την διοχέτευση μέσω αυτών του άγχους που κυριεύει το άτομο, αλλά και την αναζήτηση της ευχαρίστησης. Με τον ίδιο τρόπο και η παρουσία της συσκευής σαν ένα “μαγικό” όργανο προσφέρει την φυγή από το άγχος, και από τις αντιξοότητες που συναντά στην ζωή του ο χρήστης, ανοίγοντας τον εικονικό του κόσμο μόνο με μια απλή κίνηση (χάδι) πάνω από την συσκευή.

Πολλοί θεωρητικοί προσπάθησαν να συσχετίσουν το αίσθημα του άγχους από την απουσία του smartphone με το αίσθημα της εγκατάλειψης στην σχέση με τον άλλον, και ειδικά με την μητέρα. Αυτό όμως που καταλαβαίνουμε εδώ είναι ότι η εγκατάλειψη έχει σχέση με αυτό που αναφέραμε παραπάνω, την αίσθηση της μοναξιάς. Σε αυτή την περίπτωση η αίσθηση της εγκατάλειψης είναι γενική και απρόσωπη. Η μοναχικότητα φαντάζει για το άτομο μια εξορία στο δικό του πλανήτη στον οποίο είναι ο μοναδικός κάτοικος. Εξόριστος στην δική του ζωή που δεν έχει μάθει να βλέπει την σημαντικότητα της.

Η έλλειψη λοιπόν της κοινωνικότητας μέσα από την απουσία του smartphone και αντίστοιχα, η παρουσία του εικονικού κόσμου μέσα από αυτό, έχουν να κάνουν με αυτήν ακριβώς την αίσθηση. Έτσι το smartphone τον ενώνει με τον κόσμο που είναι “μακριά” (εικονικό), διαχωρίζοντας τον από τον δικό του κόσμο, που είναι “κοντά” (πραγματικό). Η ικανοποίηση όμως της ένωσης με το μακρινό (εικονικό) κόσμο κρύβει, την απομόνωση από το κοντινό κόσμο (πραγματικό) του χρήστη. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά της ένωσης και τον αποχωρισμού είναι επίσης χαρακτηριστικά των ναρκωτικών ουσιών.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια νέα εξάρτηση η οποία έχει σχέση με την ύπαρξη του smartphone. Οι επιστήμονες την ονομάζουν nomophobie. Η μορφή αυτή της φοβίας και της εξάρτησης πήρε το όνομά της από την αγγλική έκφραση “no mobile-phone” και την ελληνική λέξη phobia και έχουμε το “no mobile-phonephobia”. Για συντομία την ονομάζουν nomophobie και υποσημειώνουν ότι δεν πρέπει να το συγχέουμε με τον φόβο των νόμων.

Η φοβία αυτή εκφράζει τον υπερβολικό άγχος της απώλειας του κινητού τηλεφώνου και έχει ταξινομηθεί σαν μορφής εξάρτησης σε μια μεγαλύτερη γκάμα εξαρτήσεων τις οποίες τις ονομάζουν “ Επικοινωνικές παθολογίες” που περιλαμβάνει προβλήματα εξάρτησης που παρατηρούνται στην χρήση των νέων επικοινωνιακών μέσων όπως είπαμε το κινητό το smartphone, το ίντερνετ κ.λ.π.

Τα συμπτώματα της σε περίπτωση αποχωρισμού του κινητού εκφράζουν ένα οξύ και συνεχές άγχος, το οποίο φθάνει στο πανικό, δημιουργώντας ξεροστομία, δυσκολία αναπνοής, αδιαθεσία, τρέμουλο και ταχυκαρδίες και οι επιστήμονες δεν κρύβουν το γεγονός ότι ο χρήστης μπορεί και να εισαχθεί σε νοσοκομείο.

Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά την ψυχολογία του χρήστη διαπιστώνουμε:

α) Αίσθημα πλήρους ικανοποίησης, εφορίας από την χρήση. Αίσθηση δύναμης από την παρουσία της συσκευής και το αντίθετο, ερεθιστικότητα από την έλλειψη, ή την μη φόρτισης της.

β) Ανάγκη από συχνό άγγιγμα της οθόνης. Συνεχής επιβεβαίωση ότι λειτουργεί. Πολλές φορές ο χρήστης κάνει ότι πληκτρολογεί για να αποφύγει μια δύσκολη κατάσταση δίνοντας την εντύπωση ότι είναι απασχολημένος

γ) Παρατηρείται δυσκολία συγκέντρωσης στην δουλειά, στο σχολείο, κ.λ.π. Κατά την διάρκεια της χρήσης.

δ) Έλλειψη ανοχής με συνεχή και επίμονη χρήση.

ε) Ανάγκη να μεγαλώσει ο χρόνος χρήσης, ακόμα και στιγμές όπως αυτές του φαγητού, του ύπνου, της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής.

ζ) Καταθλιπτικά συμπτώματα και εκνευρισμός όταν το άτομο στερείται του κινητού του και δεν μπορεί να μπει στο ινερνετ.

η) Αποτυχία περιορισμού της χρήσης, ακόμα και όταν είναι ενήμερο των προβλημάτων του.

Έχουμε επίσης και οργανικά συμπτώματα που έχουν σχέση με τις αρθρώσεις των χεριών, με πόνους στην πλάτη από της στάση του σώματος, καθώς και με προβλήματα τα οποία παρουσιάζονται στην όραση.


Οι τελευταίες έρευνες στις Ηνωμένες πολιτείες απέδειξαν ότι το 63% των πολιτών δεν μπορούν να περάσουν μια ώρα χωρίς το smartphone και ένας στους δέκα δεν μπορεί να αντέξει για δέκα λεπτά χωρίς αυτό!

Στην Γαλλία το 22% των πολιτών παραδέχτηκε ότι δεν μπορεί να αντέξει μια μέρα χωρίς το κινητό του τηλέφωνο.
Μια άλλη έρευνα στην Αγγλία αυτή την φορά έφερε στην επιφάνεια το γεγονός ότι 53% των χρηστών ( 76% στους νέους 18-24 χρονών) όταν χάσουν το κινητό τους, ή δεν έχει μπαταρία ή δεν υπάρχει κάλυψη δικτύου, νιώθουν πανικό.

Η ίδια έρευνα δείχνει ότι 58% των ανδρών και 48% των γυναικών νιώθουν στρες όταν δεν έχουν το κινητό μαζί τους.

Επίσης όσον αναφορά τους νέους περισσότερο από το μισό των ερωτηθέντων στην Αγγλία ηλικίας 18-30 ετών θεωρούν ότι το smartphone έσωσε την ζωή τους, καθώς επίσης το 62% προτιμά την χρήση του smartphone περισσότερο από το να χρησιμοποιήσει τον χρόνο για να σκεφτεί.

Με όλα αυτά καλά είναι να σκεφτούμε ότι:

Ο εθισμός δεν είναι πάντα μια κατάσταση την οποία η νεοφιλελεύθερη κοινωνία θέλει να εξαλείψει, να καταπολεμήσει, αλλά περισσότερο, έχω την εντύπωση, ότι θέλει να διατηρήσει και να αναπαράγει με “νόμιμους” τρόπους. Σε αυτή την περίπτωση η εθιστική συμπεριφορά θα αποτελεί τον κανόνα επιβίωσης ενώ η χωρίς εξαρτήσεις συμπεριφορά, θα φαίνεται σαν εξαίρεση και ίσως να θεωρείται και ύποπτη.

Κερεντζής Λάμπρος

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Η λέξη δεν είναι ένα πράγμα νεκρό...






Η λέξη δεν είναι ένα πράγμα νεκρό, η λέξη είναι αιώνια σε κίνηση, ύλη διαλογικής επαφής που αιώνια αλλάζει.
Η λέξη ποτέ δεν κατευθύνεται προς μια συνείδηση, προς μια φωνή.
Η λέξη της λέξης είναι το ταξίδι από στόμα σε στόμα, από μια γενιά στις επόμενες.

Και σε αυτή την διαδικασία η λέξη δεν ξεχνά το δρόμο της και ποτέ δεν απελευθερώνεται από τα δεσμά της εξουσίας των
συγκεκριμένων πλαισίων στα οποία ζούσε.

Κάθε μέλος της ομιλούσας κοινότητας κληρονομεί την λέξη τουλάχιστον, όχι σαν ουδέτερο κομμάτι της γλώσσας, ελεύθερη από ξένες προθέσεις και αξιολογήσεις, χωρίς να κατοικείται από αλλότριες φωνές.

Αντίθετα: Λαμβάνει την λέξη από την αλλότρια φωνή, είναι γεμάτη από την αλλότρια αντήχηση.
Η λέξη έρχεται στο πλαίσιο της από κάποιο άλλο πλαίσιο, με το βάρος των αλλότριων ερμηνειών.

Η προσωπική σκέψη του ομιλούντος, παίρνει την λέξη στην δική του ιδιοκτησία, βρίσκει σε αυτή τους παλιούς κατοίκους.

Μιχαήλ Μπαχτίν

Πίνακας:EvelyneJ,

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ Ή ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ






Δεν εκεί που νόμιζα ότι οι γονείς είναι γονείς, συνεχώς ανακαλύπτω ότι οι γονείς με την πάροδο του χρόνου γίνονται παιδιά των παιδιών τους. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την ηλικία, αλλά με τον τρόπο λειτουργίας τους. Ανακαλύπτω λοιπόν ότι τα παιδιά από πολύ μικρά δεν σκέπτονται την δική τους ζωή, αλλά την ζωή των γονιών τους. Από τότε που αρχίζουν να καταλαβαίνουν και να επικοινωνούν με το περιβάλλον τους αρχίζει η ανησυχία για την κατάσταση του γονέα, για την εξέλιξη της σχέσης του, για τα μικρά ή τα μεγάλα προβλήματα που τον απασχολούν.

Τα “παιδιά” ανησυχούν για τους γονείς, για το τι κάνουν, αν είναι ευτυχισμένοι, χαρούμενοι, ή τι θα τους τους στεναχωρήσει, τι τους αρέσει, τι θα χαλάσει ή θα φτιάξει την διάθεσής τους.

Αγόρια, κορίτσια, γυναίκες και άντρες, “παιδιά” εξαρτημένα από το τι θα αισθανθούν οι γονείς τους, περιορίζουν την ελευθερία τους, τις αποφάσεις τους, τις σκέψεις που κάνουν για τον εαυτό τους και τις αντικαταστούν με σκέψεις που αφορούν τους γονείς σαν να είναι ίδιοι οι γεννήτορες τους. Μερικές φορές νιώθεις ότι “τα παιδιά” είναι αφιερωμένα σ' ένα ατελείωτο διάλογο μαζί τους για τον οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι τον έχουν διαλέξει. Ακόμα και όταν αυτοί μπαίνουν στο μνήμα ο διάλογος αυτός συνεχίζεται και ο εκλιπών γονέας παραμένει για χρόνια και στην χειρότερη περίπτωση για πάντα, ο μοναδικός έγκυρος συνομιλητής τους.

Το περιεχόμενο αυτού του διαλόγου στρέφεται πάντα γύρω από την ανεπάρκεια του “παιδιού” σε σύγκριση με τον γονέα. Γύρω από την ανικανότητα, ή την μικρότητα του, απέναντι στην πληρότητα και στην μεγαλοσύνη του. Το “παιδί” πάντα σε αυτό το διάλογο κρατάει την θέση του “μικρού”, σε οποιαδήποτε ηλικία και αν βρίσκεται και ο γονέας του... “μεγάλου”.

Έτσι ο διάλογος αναμηρυκάζει αυτό που μένει σαν μια αίσθηση αναλλοίωτη στο χρόνο και ακολουθεί το “παιδί” στην ανάπτυξή του. Δηλαδή, ότι δεν έκανε αυτό που έπρεπε για τον γονέα και ότι θα μπορούσε να τον έχει “σώσει”, ή να αποτρέψει κάποιο γεγονός που επέδρασε άσχημα επάνω του.

Πάντα αυτή η κατάσταση μετατρέπεται σε ένα εσωτερικό διάλογο ο οποίος εκφράζει για το παιδί, ανοιχτά ερωτήματα του τύπου: Έκανα καλά; Αν είχα κάνει εκείνο ίσως να μην είχε γίνει αυτό; Αν είχαν συμπεριφερθεί καλύτερα...τότε...ίσως... Πόσα “παιδιά” γυρνάνε στοιχειωμένα από την παρουσία αυτών των ερωτημάτων χωρίς απάντηση, ανελεύθερα και δοσμένα σε ένα παραμιλητό που ζητά την συγχώρεση σαν το βασικό περιεχόμενο στον μεταθανάτιο διάλογο με το γονέα !!


Η λογική της υποχρέωσης


Ξέχωρα από τον ανθρωπολογικό χαρακτήρα του “σεβασμού” στο πρόσωπο των γονέων, ο οποίος αποτελεί ουσιαστικό περιεχόμενο της θρησκευτικής πίστης που ενσωματώθηκε στα ήθη και τα έθιμα της χώρας, υπάρχει και η ψυχοκοινωνική διάσταση του σεβασμού η οποία εκφράζεται σαν υποχρέωση, και η οποία ξεπερνάει τον σεβασμό και ακουμπάει τα όρια της υποταγής, θα τολμούσα να πω.

Από κάποια στιγμή και μετά στη σχέση γονέα – παιδιού εμφανίζεται η υποχρέωση σαν ένα είδος ανταλλαγής υπηρεσιών. Κατ' αρχάς λαμβάνει σάρκα και οστά στο διάλογο μεταξύ τους προσπαθώντας να εκφράσει και να οριοθέτηση με τα “πρέπει” την σχέση. Τα “Πρέπει” που πρέπει να αισθάνονται τα “παιδιά” απέναντί στους γονείς τους, τα οποία αρχίζουν σιγά, σιγά να τρέφουν τον διάλογο ανάμεσα τους. Στο τέλος τα “πρέπει” γίνονται μια πεποίθηση η οποία συνοδεύει και αποδίδει το νόημα και την σκοπιμότητα της σχέσης.

Τα “πρέπει” και τα “δεν πρέπει” όμως προκαλούν και τα ανάλογα συναισθήματα στο εσωτερικό της σχέσης. Έτσι η επικοινωνία γονέα – παιδιού “μολύνεται” από την πεποίθηση της υποχρέωσης του “παιδιού” οποία παράγει τη ενοχή σαν το βασικό συναίσθημα της σχέσης και εκφράζεται υπό μορφή τύψεων απέναντί στον γονέα.

Όταν υπάρχει η υποχρέωση ο διάλογος γονέα - παιδιού τρέφεται από τον φόβο, την αγωνία, το άγχος, την μοναξιά και γενικά από την ανεπάρκεια της ικανοποιήσης από την σχέση, η οποία πάντα ζητά την ανέφικτη πληρότητα μέσα από την καθυπόταξη του ενός μέλους της στο άλλο

Έτσι ο διάλογος στρέφεται πάντα γύρω από την υποχρέωση του “παιδιού” απέναντι στον γονείς διότι το φέρανε στο κόσμο, διότι το μεγαλώσανε, το σπουδάσανε, και γενικά για όλα αυτά που έχουν κάνει. Το περιεχόμενο της σχέσης του γονέα με το “παιδί” του, καταναλώνεται στις συνήθεις ιδέες που ακολουθούν την υποχρέωση, όπου εκκολάπτουν και αναπαράγουν μια αντιπαλότητα που δεν βοηθάει κανέναν. Έτσι ο γονέας μιλάει για τις θυσίες που έκανε και παρουσιάζει , τον εαυτό του σαν θύμα.

Μια τέτοια λογική, η λογική της υποχρέωσης δεσμεύει το “παιδί”. Το καθιστά αιχμάλωτο, αποτρέπει την ελεύθερη βούληση, οριοθετεί την ύπαρξή του σύμφωνα με την επιθυμία, ή και την έλλειψη επιθυμίας του γονέα, καθοδηγεί τις επιλογές του και τις αποφάσεις του. Το εμποδίζει, τις περισσότερες φορές, να αναδείξει τον εαυτό του, να ασχοληθεί απερίσπαστα στην συγκρότηση της ταυτότητας του.

Η υποχρέωση λοιπόν στηρίζει μια μορφή εξαναγκασμού, ενοχής, ανελευθερίας που αναπαράγει τον διάλογο με τον γονέα παρόντα, απόντα, ή θανόντα, διατηρώντας από την μια, την ανεπάρκεια του “παιδιού” και από την άλλη, το άσβεστο κύρος του γονέα. Με αυτό τον τρόπο λοιπόν δημιουργείται η πεποίθηση της υποχρέωσης, δηλαδή η βαθιά ριζωμένη γνώμη για την ορθότητα, όπως λέει το λεξικό, του επιχειρήματος.


Η διαφορά του σεβασμού από την υποχρέωση


Η λογική της υποχρέωσης στηρίζεται στην ποσότητα και μετατρέπει την σχέση γονέα – παιδιού σε μια εμπορευματική σχέση. Έτσι το συναίσθημα αντικειμενοποιείται και γίνεται ένα “εμπόρευμα” όπου η προσφορά του γονέα στο παιδί του, δηλαδή η μητρότητα, ή πατρότητα αποκτούν μια διαχρονικά ανταλλακτική αξία και σαν τέτοια φαίνεται ότι “δανείζεται” στο παιδί με στόχο την επιστροφή της. Σε αυτή την περίπτωση οι ρόλοι γονέας, παιδί καθορίζονται από την “προσφορά”, ιεραρχώντας την σχέση σύμφωνα με αυτή. Σύμφωνα δηλαδή με αυτή, αυτός που προσφέρει τοποθετείται ιεραρχικά πάνω από αυτόν που δέχεται την προσφορά.

Η εισχώρηση του ποσοτικού στοιχείο στην σχέση, κατά την γνώμη μου, υποβιβάζει και τα δυο μέλη της και περισσότερο τον γονέα. Θεωρώ ότι υποβιβάζεται περισσότερο ο γονέας διότι αυτός είναι ο ενήλικος, ο παιδαγωγός της σχέσης και στο ρόλο του έγκειται η διαφύλαξη και η προφύλαξή της, από ότι στο παιδί.

Επίσης η εισχώρηση του ποσοτικού στοιχείου εμφανίζει τον γονέα από την μια, σαν να μην αντιλαμβάνεται το εύρος της παρουσίας του δίπλα στο “παιδί“ του. Και από την άλλη, σαν να μην αντιλαμβάνεται το εύρος της παρουσίας του παιδιού του στην ζωή του.

Το ποσοτικό στοιχείο λοιπόν, το οποίο το χρησιμοποιεί κατά κόρον στο διάλογο με το “παιδί”, τον αδικεί. Τον αδικεί διότι εκφράζει την υποτίμηση τόσο του ίδιου, όσο και του “παιδιού” και οδηγεί την σχέση στην εξίσωση της με μια εμπορευματοποιημένη σχέση όπου τα νούμερα αντικαθιστούν τα συναισθήματα.

Εάν τώρα θελήσουμε να προσεγγίσουμε την σχέση μέσα από τους όρους όπως “ελευθερία”, “αυτοδιάθεση”, “αυτονομία”, θα διαπιστώσουμε ότι η υποχρέωση σαν όρος συνδιαλλαγής της σχέσης αποκλείει την παρουσία τους. Άρα η έννοια της υποχρέωσης πλησιάζει επικίνδυνα αυτή της χρέωσης και με αυτό τον τρόπο αλλοιώνει την σχέση και εισάγει την εξαναγκαστική “ξεχρέωση”.

Η διαφορά λοιπόν ανάμεσα στο σεβασμό και την υποχρέωση έγκειται στο βαθμό ελευθερίας που υπάρχει στην σχέση γονέα – παιδιού. Η ίδια η ελευθερία είναι το περιεχόμενο του σεβασμού και το αντίθετο, ο σεβασμός εμπεριέχει πάντα την ελευθερία. Στην περίπτωση της υποχρέωσης η ελευθερία παραχωρεί την θέση της στο “αναγκαστικό”, στο διαμορφωμένο “πρέπει” και στην ιεράρχηση της σχέσης.

Όταν υπάρχει ελευθερία τότε ο διάλογος γονέα – παιδιού δεν τρέφεται από “τα πρέπει” τις σχέσης, αλλά από την ευχαρίστηση της ύπαρξής της. Την ευχαρίστηση αυτή την αντλεί από την αναγνώριση της ισότητας που υπάρχει στην προσφορά του καθένα στην σχέση ξέχωρα από την ηλικία του. Η ισότητα αυτή στηρίζεται όχι στην υλική, αλλά την συναισθηματική προσφορά του κάθε μέλους της σχέσης.
Μέσα από αυτή την προσέγγιση το “παιδί”, και ο γονέας τροφοδοτούν την σχέση, ο καθένας από την μεριά του, με συναίσθημα. Το συναίσθημα είναι η τροφή της σχέσης το οποίο βοηθάει και τους δύο. Τόσο λοιπόν το “παιδί”, όσο και ο γονέας τροφοδοτούνται από το συναίσθημα ο ένας του άλλου και όχι μόνο τροφοδοτούνται αλλά αυτοκαθορίζονται από τις αλληλεπιδράσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Σε αυτή την περίπτωση το ποσοτικό στοιχείο δεν έχει καμιά σχέση σε αυτό το λεκτικό, συμπεριφορικό και συναισθηματικό διάλογο ανάμεσα τους, όσο το ποιοτικό στοιχείο το οποίο εμπεριέχεται σε αυτή την συναισθηματική αλληλοπροσφορά.

Η προσφορά του παιδιού.

Όμως ποιος διατείνεται ότι το παιδί δεν προσφέρει; Πως έχει σχηματιστεί η ιδέα ότι το παιδί από την στιγμή που θα έρθει στην ζωή δεν προσφέρει στους γονείς τους την ανάλογη, αγάπη, προσοχή, ανησυχία, όπως είπαμε και στην αρχή του άρθρου;

Από την βρεφική έως την ενηλικίωση των “παιδιών”, αλλά και μετά από αυτή, οι γονείς αποκομίζουν μια ικανοποίηση τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, την οποία τους την προσφέρει η παρουσία τους.

Ξεκινώντας από την ερωτική πράξη της σύλληψης, το παιδί, τις περισσότερες φορές, είναι καρπός μιας ηδονής την οποία αναζητούν και γεύονται οι γονείς περισσότερο για τους ίδιους και δεν αποτελεί μια εξαναγκαστική πράξη προς το παιδί, για να έρθει αυτό στην ζωή. Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση, και αυτό το συναντάμε στην τεχνική γονιμοποίηση, οι γονείς δεν το κάνουν για το “παιδί”, αλλά για τους ίδιους, για την σχέση τους. Και στις δύο περιπτώσεις η σύλληψη δεν είναι μια προσφορά προς το παιδί, αλλά μια πράξη προσφοράς και ικανοποίησης προς τον εαυτού τους και προς την σχέση.

Μετά, όταν το παιδί έρθει στην ζωή προσφέρει στους γονείς την χαρά να γίνουν γονείς. Δηλαδή τους προσφέρει την δυνατότητα να εξελιχτούν τόσο σαν άτομα όσο και σαν σχέση και μέσα από την παρουσία του να αναπτυχθούν σε ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο.

Στην συνέχεια το “παιδί” παρέχει στους γονείς την δυνατότητα να προβληθούν στο μέλλον, σαν οντότητες, σαν υπάρξεις και να συνειδητοποιήσουν καλύτερα την παρουσία τους, την αίσθηση του εαυτού τους μέσα από το καθρέφτισμά τους στα μάτια του. Τους βοηθάει να συγκεκριμενοποιήσουν το νόημα και το στόχο τόσο σαν άτομα όσο και σαν σχέση.

Έπειτα τους βοηθάει να δημιουργήσουν εκείνο το απόθεμα ελπίδας μέσα από την παρουσία του για να “αντέξουν” τις αντιξοότητες της ζωής. Να γίνουν μαχητές και το σπουδαιότερο να γίνουν ενήλικες.

Αυτές όλες είναι προσφορές του παιδιού προς τους γονείς, και τόσες άλλες που δεν ανέφερα, κατανέμονται σε αυτό που ονόμασα ποιοτικές και όχι ποσοτικές προσφορές. Σ' αυτές που έχουν σχέση με το συναίσθημα, και όχι με την ύλη. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, στην περίπτωση της υλικής βοήθειας προς το γονείς, τα παιδιά στο βαθμό που τους επιτρέπει η ζωή τους, δεν πάνε πίσω. Και αυτή ακόμα η προσφορά που την ονομάσαμε ποσοτική στην ουσία υπάρχει και συνοδεύετε από το συναίσθημα του “παιδιού” προς τους γονείς και φανερώνει τις περισσότερες φορές τον σεβασμός τους.

Επίλογος

Καταλήγοντας θα ήθελα να πω ότι κανείς δεν χρωστά σε κανένα. Ούτε ο γονιός στο παιδί, ούτε το παιδί στο γονιό. Δεν χρωστάει διότι η ίδια η προσφορά ανάμεσα τους εσωκλείει την ικανοποίηση της ανταπόδοσης. Η ικανοποίηση της προσφορά που κάνουμε είναι η ανταπόδοση της. Διότι η ικανοποίηση σε αυτή την περίπτωση έχει συγχρόνως δυο κατευθύνσεις μία που πάει προς αυτόν που δέχεται την προσφορά και μια προς αυτόν που την προσφέρει. Άρα είναι πλεονασμός η προσφορά να δημιουργεί την υποχρέωση μιας επιπλέον ανταπόδοσης.
Π. χ. όταν ένας πατέρα,ς προσφέρει ένα ποδήλατο στο παιδί του, η ικανοποίηση που παίρνει με το να βλέπει το παιδί του να κάνει ποδήλατο, δηλαδή από την την πράξη προσφοράς του, είναι αρκετή ώστε να μην απαιτεί μια περαιτέρω ικανοποίηση, δηλαδή το παιδί να αισθάνεται υποχρεωμένο να του “επιστρέψει” αυτή την ικανοποίηση που του πρόσφερε.
Η έννοια της υποχρέωσης λοιπόν έρχεται να εμποδίσει, να περιορίσει, να εξαρτήσει και να ιεραρχήσει την σχέση γονέα – παιδιού με τέτοιο τρόπο ώστε να μην επιτρέπει ούτε στον έναν ούτε στον άλλον να γευτούν την ευχαρίστηση από την σχέση. Εν αντίθεση με αυτή του αμοιβαίου σεβασμού όπου η πράξη προσφοράς δεν είναι μια εξαναγκαστική, όπως είπαμε, πράξη αλλά μια επιλογή η οποία έχει τροφοδοτηθεί από την ελευθερία της ύπαρξης του κάθε μέλους της σχέσης.
Στην περίπτωση του αμοιβαίου σεβασμού, η συνύπαρξη γίνεται δημιουργική για την σχέση στο βαθμό που αναγνωρίζεται η ίση προσφορά του κάθε μέλους σε αυτή. Η αναγνώριση αυτής της προσφορά τροφοδοτεί την συνεργατικότητα και την αλληλοαποδοχή προβάλλοντας την “ακεραιότητας” του καθένα σαν στοιχείο επιβίωσης της σχέσης, καταργώντας την “ποσότητα” και υιοθετώντας την “ποιότητα” στο διάλογο ανάμεσα στο γονέα και το “παιδί”.



Κερεντζής Λάμπρος