Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Οι λέξεις μας ενώνουν


Οι λέξεις,

ακόμη και στην τέχνη της πεζογραφίας,

μεταφέρουν όποιον μιλά και όποιον τις ακούει σ' ένα κοινό σύμπαν παρασύροντας τους προς μια νέα σημασία χάρις σε μια δηλωτική δύναμη που υπερβαίνει τον καθορισμένο ορισμό τους,

χάριν στην υπόγεια ζωή που διήγαγαν και συνεχίζουν να διάγουν μέσα μας,

χάρη σε αυτό που ο Πονζ1 ονόμασε εύστοχα “σημασιολογική πυκνότητα” τους και ο Σαρτρ το “σημαίνον χρώμα” τους.

Αυτός ο αυθορμητισμός της λαλιάς που μας ενώνει δεν είναι εντολή, η ιστορία που αυτός ιδρύει δεν είναι ένα εξωτερικό είδωλο.

Είναι εμείς οι ίδιοι με τις ρίζες μας, τα βλαστάρια μας και όπως λέγονται, τους καρπούς της εργασίας μας.


Από το βιβλίο

του Μωρίς Μερλώ Ποντύ

ΣΗΜΕΙΑ

Πίνακας:karol baron 

1.Ο Γάλλος ποιητής Francis Ponge

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Η χαμένη αξιοπρέπεια του πολιτικού.




Ο ρόλος και την λειτουργία του πολιτικού

α) Ενότητα λόγου και πράξης

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την εξέλιξη του ρόλου της λειτουργίας του πολιτικού όσο και της πολιτικής στην σημερινή κοινωνία, θα πρέπει να αναφερθούμε στο ποιος ήταν ο ρόλος και η λειτουργία τους στην αρχαία Ελλάδα. Η παρουσία του πολιτικού ανδρός στην αρχαιότητα, πρόσφερε εκείνο το κύρος στο οποίο έχουν αναφερθεί ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος ο Πυθαγόρας, Ο Σωκράτης ο Πλάτωνας και όλοι οι σοφοί του ένδοξου παρελθόντος μας. Όλοι συναινούσαν στην σημασία της παρουσίας του πολιτικού ανδρός σαν καταλύτη της κοινωνικής ζωής των πολιτών, σαν ρυθμιστή, παιδαγωγό και φιλόσοφο, υπερασπιστή της δικαιοσύνης και φορέα του συνεκτικού λόγου της αλήθειας και κατ' επέκτασης της αρετής. Εκείνη την εποχή η ενότητα λόγου και πράξης του πολιτικού αποτελούσαν το δίπτυχο μέσω του οποίου επιτυγχάνετο η αρετή. Όποιος επιτύγχανε αυτό το συνδυασμό είχε το μερίδιο του στην σοφία.

Το να ηγηθεί κάποιος της πόλις, αποτελούσε το ύψιστο αξίωμα και του αναγνωριζόταν η ικανότητα να εκφράζει την ορθότητα της σκέψης του σε πράξη για το καλό των συνανθρώπων του, των πολιτών. Ο πολιτικός ανήρ μπορούσε να θεωρηθεί σοφός, διότι αυτή η ικανότητα μετουσίωσης της σκέψης σε πράξη δημιουργούσε τις συνθήκες του ευ ζειν, το οποίο στην ουσία ήταν συζήν. Δηλαδή η λειτουργία του επικεντρωνόταν στην ικανότητα να προασπίσει την συλλογική ευδαιμονία των πολιτών, η οποία προερχόταν από την γνώση του πάνω στην φύση των ανθρώπων και των καταστάσεων που τους συνέδεαν.

Επίσης αναγνωριζόταν ότι η πολιτική σαν τέχνη, ή και σαν επιστήμη, ήταν ανώτερη από όλες τις άλλες, διότι είχε να διεκπεραιώσει ένα καθολικό έργο το οποίο δεν είχε σχέση μόνο με το άτομο, αλλά περισσότερο με το σύνολο των πολιτών και απαιτούσε την γνώση της ανθρώπινης φύσης, των νόμων, των αξιών και τέλος του σκοπού και του νοήματος της ίδια της πολιτείας-κοινωνιάς.

Τρις ήταν οι ρήσεις τις οποίες οι εφτά σοφοί της αρχαιότητας είχαν σαν απαρχή και βασικό κανόνα με τις οποίες αξιολογούσαν ένα πολιτικό και θα εξασφάλιζαν την επίτευξη του πολιτικού του έργου. Το “ γνώθι σαυτόν”, το “μηδέν άγαν” και το “καιρό γνώθι” 1

Το πρώτο, το “ γνώθι σαυτόν”, όλοι το γνωρίζουμε έχει να κάνει με την ορθολογική αυτογνωσία η οποία σημαίνει αυτοσυνείδηση του ανθρώπου που αναλαμβάνει το πολιτικό έργο. Σύμφωνα με τους επτά σοφούς, για να μπορέσει ο πολιτικός άνδρας να φέρει εις πέρας οποιαδήποτε πολιτική πράξη, θα έπρεπε να γνωρίζει τον εαυτό του. Εάν δεν είχε αναπτύξει αυτή την ικανότητα, τότε κάθε πολιτικό εγχείρημα μπορεί να απέβαινε μοιραίο για τον ίδιο, τους πολίτες, αλλά και την ίδια την πόλη.

Το δεύτερο, το “μηδέν άγαν” συνοψίσει την σημασία του στην αποφυγή της υπερβολής. Η υπερβολή σημαίνει το ξεπέρασμα των ορίων και τίποτα για τους επτά σοφούς δεν μπορούσε να επιτευχθεί εκτός ορίων. Άρα η υπερβολή είναι η καταστρατήγηση των ορίων. Το “μηδέν άγαν” λοιπόν, επιζητεί την εφαρμογή των φυσικών ορίων που καθορίζονται από το δίκαιο και τους κανόνες εκάστης κοινωνίας.

Το τρίτο, το “καιρό γνώθι” έχει να κάνει με την γνώση της κατάλληλης στιγμής για την πολιτική δράση. Δηλαδή ποια στιγμή μπορεί να επέμβει ο πολιτικός και με ποιο τρόπο ώστε η επέμβασή του να στεφτεί με επιτυχία. Η γνώση και εδώ του κύκλου της ζωής, των νόμων της αλλαγής προσφέρει την ικανότητα ελέγχου επί των πραγμάτων και των καταστάσεων που αφορούν την κοινωνία. Η γνώση αυτή δεν είναι τόσο απλή, επιζητά την επιστράτευση της σοφίας, δηλαδή την ικανότητα της ενότητας σκέψης και της πράξης του πολιτικού με στόχο την ευημερία των συμπολιτών του και της πολιτείας.

Ο σεβασμός αυτών των τριών κανόνων χάριζαν την αρετή σαν το μέγιστο αγαθό που μπορεί να έχει ένας πολιτικός άνδρας. Βέβαια από τότε γνώριζαν ότι ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα ένας πολιτικό άνδρας να διατηρήσει για πολύ αυτή την υπεροχή. Έτσι ο Σόλων προσπάθησε να θέση ορθούς πολιτικούς κανόνες, δηλαδή να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα τον βοηθούσαν να διατηρήσει την ενότητα της σκέψης και της πράξης του. Με αυτό τον τρόπο οι χειρισμοί του θα ακολουθούσαν την φύση του ανθρώπου και της πολιτείας και δεν θα στρέφονται ενάντια σε αυτές δηλαδή δεν θα ήταν “παρά φύσιν”.

β) Το ατομικό συμφέρον

Βέβαια από τότε οι φιλόσοφοι είχαν επιστήσει την προσοχή στην διαστρέβλωση των στόχων της πολιτικής με την εισχώρηση του ατομικού συμφέροντος ενάντια στο συλλογικό, καθώς και την επικράτηση φαύλων, οι οποίοι οδηγούσαν τον λαό στο σκοτάδι της ασυνειδησίας, παρά στο φως της αλήθειας.

Το βασικότερο εμπόδιο τόσο στην αρχαιότητα όσο και σήμερα θεωρείται το προσωπικό συμφέρον. Ο Ηράκλειτος αναφερόταν συχνά στο ψεύδος και στην πλάνη των ιδιοτελών συμφερόντων. Θεωρούσε ότι ήταν η πηγή της φαυλότητας η οποία καταργούσε κάθε έννοια ορθολογισμού και αξιοκρατίας. Ο Δημόκριτος αναφέρεται στην ορμέμφυτη τάση για επιβλαβή ιδιοτέλεια του ενός ατόμου ενάντια στο άλλο και την τάση του να κινείται διασπαστικά στην πολιτική ένωση. Κατά τους Σοφιστές η ελευθερία του ατόμου που αναπτύσσεται εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, εκφράζει την δόμηση ενός“τυραννικού” ιδεώδους. Ο τύραννος είναι αυτός που ευδοκιμεί εκμεταλλευόμενος τους υπόλοιπους. 2

Η κατάχρηση της εξουσία έλεγε ο Μακιαβέλι, δημιουργεί μια κοινωνία μέσα στην οποία οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πως να ασκήσουν την ελευθερία τους. Επίσης ο Adam Smith ακολουθώντας τον Μακιαβέλι θεωρούσε ότι ο άνθρωπος, το πρώτο πράγμα για το οποίο ενδιαφέρεται είναι το προσωπικό του συμφέρον. Για αυτό η συμπάθεια αποτελούσε για τον Adam Smith το βασικό συστατικό πάνω στη οποίο στηριζόταν η συμπεριφορά του πολιτικού στην σχέση του με τον πολίτη, η οποία μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε εμπάθεια. Πίσω από την συμπάθεια ο πολιτικός μπορεί να κρύψει τις βασικές του επιδιώξεις, οι οποίες είναι το ατομικό του συμφέρον. Για τον Smith ο πολιτικός ανήρ δεν ενθουσιάζεται τόσο από τα πλούτη και την εξουσία όσο από την ματαιοδοξία. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το χειροκρότημα των πολιτών, για αυτόν ο πλούτος είναι ο θρίαμβος που αισθάνεται όταν τραβάει όλα τα βλέμματα επάνω του. Έτσι η συμπάθεια , όπως είπαμε μετατρέπεται σε εμπάθεια και ανταγωνισμό.

Καταλήγουμε ότι το πρώτο για το οποίο ενδιαφέρεται ο πολιτικός ανήρ, όλων των αποχρώσεων, θα μου επιτρέψετε να πω, είναι να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και επειδή, οι βασικές του ανάγκες είναι ικανοποιημένες, δέστε το οικονομικό εμβαδόν των πολιτικών μας, οι οποίοι δεν φαίνεται να έχουν ανάγκη απασχόλησης, τότε οι ανάγκες που παραμένουν είναι αυτές που πολύ ωραία κατονόμασε ο Adam Smith με την ωραία λέξη ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΊΑ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότιοι πολιτικοί είναι και αυτοί σαν όλους τους ανθρώπους και καταλαμβάνονται από συναισθήματα όχι και τόσο ευγενικά, όπως την ζήλια,την ανάγκη του να έχουν κύρος, το μίσος, αλλά και άλλα που θεωρούμε ευγενικά όπως η συμπόνια , η συμπάθεια, η αλληλεγγύη. κ.λ.π.

Ο Πολιτικός και το οικονομικό σύστημα


α) Ο δούρειος ίππος

Σήμερα η πολιτική δεν αναφέρεται ούτε σαν τέχνη αλλά ούτε και σαν επιστήμη, όπως στην αρχαιότητα. Αναφέρεται σαν μια διαχειριστική εξουσία της οποίας ο ρόλος έχει να κάνει με διεκπεραίωση του συστήματος άνισης συμμετοχής των πολιτών στα κοινά. Δηλαδή έχει να κάνει με την προσωπική ματαιοδοξία του πολιτικού, με την τάξη της κοινωνικής ανισότητας, την διασφάλιση των εύπορων πολιτών, τον έλεγχο και την εκμετάλλευση των κοινωνικών πηγών. Δηλαδή με την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων οι οποίες καθορίζονται από την οικονομία και την διαπλοκή...Τόσο απλά.

Σήμερα περισσότερο από εχθές ανακαλύπτουμε ότι ο πολιτικός, ο άνθρωπος που ζητά την ψήφο μας, έχει αλλοτριωθεί σαν άτομο τόσο πολύ, ώστε να βρισκόμαστε συχνά εκτεθειμένοι, προδομένοι από την επιλογή μας. Το πολιτικό σύστημα όντας ένα όλον που λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε, η προτεραιότητα να μην επικεντρώνεται στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά στην επίλυση των δικών του, χρησιμοποιεί τον πολιτικό σαν τον δούρειο ίππο που θα μπει, θα προσπελάσει τις ψυχές των υπηκόων ποντάροντας στην συμπάθεια, και θα πάρει την θέση του αναμενόμενου σωτήρα. Στο πρόσωπο του προβάλλεται η ελπίδα, σαν βασική κινητήρια δύναμη που δίνει νόημα στην διαμόρφωση του μέλλοντος του πολίτη.

Η πολιτική μέσω του προβαλλόμενου πολιτικού ηγέτη καταφέρνει να αποπροσανατολίσει το πολίτη. Με την βοήθεια των ΜΜΕ και σε συνεργασία με την απελπισία που απορρέει από την δύσκολη κοινωνική του κατάσταση, δεν του επιτρέπεται να συνειδητοποιήσει την ουσιαστική παρουσία του πολιτικού σαν στοιχείο αναπαραγωγής του συστήματος από το οποίο θέλει να ξεφύγει. Το πολιτικό σύστημα καταφέρνει να καταργήσει οποιοδήποτε νόημα πηγάζει από την καθημερινότητα του πολίτη, αντικαθιστώντας το με το ελπιδοφόρο πολιτικό αφήγημα του κομματικού μηχανισμού.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι στηλίτευσαν σαν την μεγαλύτερη αγυρτεία στην σχέση πολιτικού - πολίτη, την αναντιστοιχία λόγου και πράξης,. Σήμερα αυτή η κατάσταση δεν αποτελεί εξαίρεση. Όχι μόνο έχει γίνει κανόνας, αλλά επιστρατεύει ολόκληρα συνεργεία διαμόρφωσης της εικόνας του πολιτικού όπου το “φαίνεσθαι” αποτελεί την ουσία της κάθε προεκλογικής καμπάνιας, παρά η ουσία του κοινωνικού προγράμματος το οποίο παρουσιάζει. Ο πολιτικός φόρεσε λοιπόν, την μάσκα που τους ετοίμασαν οι image maker και ξανοίχτηκε στο πολιτικό στίβο, στηριζόμενος περισσότερο στην θεατρινίστικη πλευρά του κατασκευασμένου εαυτού του, προσπαθώντας να υποδυθεί τον μεσσία, μοιράζοντας υποσχέσεις και ελπίδες που καμιά ανταπόκριση δεν έχουν με την πραγματικότητα. Αλλοτριωμένος από τις αναγκαιότητες μια πραγματικότητας που νομίζει ότι θα την ελέγξει, δέχτηκε να ελεγχθεί από αυτή χάνοντας το βασικό στήριγμα της παρουσίας του που είναι η αξιοπρέπεια του θεσμού που αντιπροσωπεύει. Απώλεσε την ανθρώπινη διάσταση της ύπαρξή του εφόσον συμμάχησε με την οικονομίστικη πλευρά του προσώπου του. Πλησιάζει τους τεχνοκράτες σε βαθμό τέτοιο ώστε να μην μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε από αυτούς.

β) Ο διεκπεραιωτής των οικονομικών συμφερόντων,

Παρ΄ όλο που ο πολιτικός ηγέτης, παρουσιάζεται σαν ο αυριανός επίδοξος κομιστής λύσεων και απαντήσεων στα προβλήματα της κοινωνίας, για την μόνη λύση που φαίνεται - όπως έλεγε και Μακιαβέλι - να ενδιαφέρεται είναι αυτή του κομματικού σχηματισμού που αντιπροσωπεύει η οποία συνταυτίζεται με την δική του ύπαρξη.

Με αυτό τον τρόπο τίθεται ένα τεράστιο θέμα ηθικής στην σχέση του πολιτικού με την κοινωνία η έλλειψη της οποίας, διαμορφώνει τις βάσεις του δημοκρατικού συστήματος. Οι πράξεις αυτές εκφράζουν όχι μια απλή δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος, αλλά ένα μεγάλο πρόβλημα στην λειτουργία της ίδιας κοινωνίας. Διότι οι πολιτικοί για να κρατήσουν το κύρος και την ματαιοδοξία της εξουσίας αναγκάστηκαν να αποδεχτούν τον ρόλο του διεκπεραιωτή των οικονομικών συμφερόντων, μειώνοντας και περιορίζοντας την ουσιαστική τους ισχύ, χάνοντας το βασικό έρεισμά τους, την ελπίδα αλλαγής που εξέφραζε η παρουσία τους.

Σαν διεκπεραιωτές είναι υποταγμένοι στους όρους τις οικονομίας, αποδεχόμενοι σαν υπάλληλοι τους περιορισμούς της. Χάθηκαν προσπαθώντας να υπηρετήσουν την ιδεολογία για μια καλύτερη ζωή και την συσχέτισαν με την καλυτέρευση της οικονομίας. Αφομοιώθηκαν πλέον από το οικονομικό σύστημα και σαν κομμάτι του μεταμορφώθηκαν σε αντιπρόσωπό του, ξεχνώντας την αρχική τους ιδιότητα σαν αντιπρόσωπος του λαού. Δεν κατάλαβαν ότι όσο καλυτερεύει η οικονομία τόσο δυσκολεύει η ζωή.

Οι αποφάσεις άλλαξαν χέρια! Η παγκοσμιοποίηση παρ όλο που φάνταζε σαν ένα άνοιγμα όπου όλος ο κόσμος θα γινόταν μια αδελφότητα, ενωμένος και γεμάτος ελπίδα, στην ουσία κατρακύλησε και κατρακυλάει στην βαρβαρότητα. Με τον ίδιο τρόπο, μέσα της οι πολιτικοί καθώς και η ίδια η πολιτική χάνουν τα ερείσματα της ύπαρξής τους και μπουσουλώντας, μασάνε τετριμμένα λόγια περασμένων ιδεών/καιρών. Το πολιτικό σύστημα βρίσκετε αντιμέτωποι με την αδυναμία του να ελέγξει ακόμα τον εαυτό του.

Με λίγα λόγια ο πολιτικός βρίσκεται αντιμέτωπος με την αμφισβήτηση της λειτουργίας του αλλά και της ισχύς του. Πίσω του κρύβονται οικονομικά συμφέροντα τα οποία λέει ότι πολεμάει, αλλά στην ουσία συνεργάζεται μαζί τους. Συμπεριφέρεται και βρίσκεται μαζί τους στα σαλόνια της εξουσίας, εφόσον και αυτός αναγνωρίζει ότι αποτελούν το βασικό “κεφάλαιο” του κράτους. Ο πολιτικός ηγέτης αιχμάλωτος των οικονομικών συμφερόντων, ουρλιάζει μέσα σε αυτή την ασυμμετρία λόγου και πράξης, νομοθετώντας την αιώνια απαλλοτρίωση και καθυπόταξη του πολίτη, σε κέντρα αποφάσεων που ούτε αυτός γνωρίζει. Θυσιάζει τα όνειρα και τις ιδέες γενεών χαμογελώντας στις εικόνες του υπερατλαντικής οθόνης του αυταρχισμού της οικονομίας. Έτσι βρίσκεται στην ευχάριστα δυσάρεστη θέση να σέρνει την αξιοπρέπεια του, ανάμεσα στην δόξα και την υποταγή, ανάμεσα στην δύναμη και την αδυναμία προσπαθώντας, από την μια να κρατηθεί στο ύψος του λειτουργήματός του και από την άλλη, προσπαθεί να μαζέψει την μουσκεμένη αξιοπρέπεια του από τους οχετούς της οικονομίας.

γ) Σιωπηλές οικονομικές δικτατορίες

Κάτω από αυτές τις οικονομικές συνθήκες κυβερνήσεις εκλεγμένες πάντα με την πρόθεση της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας, διαμορφώνονται σιγά, σιγά σε σιωπηλές οικονομικές δικτατορίες που το εύρος τους χάνεται μέσα από πληθώρα γραφειοκρατικών διαδικασιών, οι οποίες συντηρούν την αίσθηση των δημοκρατικών διαδικασιών. Κάθε ημέρα συσκέψεις, συναντήσεις συζητήσεις, ανακοινώσεις προσφέρουν την εντύπωση ότι, όλες αυτές οι ενέργειες αποτελούν κομμάτια του δημοκρατικού πολιτεύματος... δυστυχώς δεν είναι παρά ενέργειες για τον παραμερισμό του. Οι πολιτικοί σαν μαριονέτες του οικονομικού θεάτρου κυκλοφορούν προσπαθώντας να δώσουν την εντύπωση ότι ελέγχουν το κάθε τι, αλλά δυστυχώς ελέγχονται από τον κάθε τεχνοκράτη

Κάτω από αυτές τις οικονομικές συνθήκες κυβερνήσεις απαρνιούνται τον εαυτό τους και πουλάνε όσο, όσο την ευημερία των πολιτών τους, μεταθέτοντας την κηδεμονία τους σε άλλους. Μετατρέπονται σε μέσο έκφρασης και αποδοχής μιας συλλογής ληστείας του πληθυσμού τους, επιφυλάσσοντας συνθήκες σκλαβιάς και υποταγής πασπαλισμένες από μια μελλοντική ευημερία που κάθε φορά καθυστερεί η άφιξή της. Επικαλούνται την καρτερικότητα, την λιτότητα, την υπομονή και την αναβολή για μια καλύτερη ζωή, υψώνοντας τα λάβαρα μιας νέας θρησκείας, όπου όπως σε όλες της θρησκείες η θυσία αποτελεί το βασικό στοιχείο για την πρόσβαση στη μελλοντική ευημερία. Η ευημερία είναι εδώ, διαφημίζει πάντα την παρουσία της μέσα από το κορμί του πλούτου που ρέει χωρίς ντροπή μπροστά στα μάτια της οργανωμένης φτωχοποίησης λαών.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες βρισκόμαστε μπροστά στον υποβιβασμό της πολιτικής σε διαχειριστική λειτουργία του οικονομικού συστήματος.

Βρισκόμαστε μπροστά στην προσπάθεια της οικονομίας να υποτάξει το πολιτικό σύστημα με την συνεργασία των ίδιων των πολιτικών!!!

Κερεντζής Λάμπρος

1 Βουρβουράς Ηλίας: Ο πολιτικός ανήρ στην Αρχαία Ελλάδα: φιλοσοφικές καταβολές της πολιτικής πράξης (από τον Όμηρο στον Αριστοτέλη)

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

«Η αποδοχής της μάζας», ή (Ήθος ανθρώπω δαίμων)1



"Το κείμενο που παραθέτω σήμερα , το θεωρώ σημαντικό, αν και δεν αναφέρεται ο συγγραφέας του. Θεωρώ ότι παραθέτει κάποιες ιδέες για την κατανόηση της σχέσης του ατόμου και της ομάδας που ανήκει. Πόσο η επιθυμία ένταξης σε μια ομάδα, μπορεί να κρύβει κινδύνους για την ταυτότητα του ατόμου. Κίνδυνους, όσον αφορά την ακεραιότητα της προσωπικότητας, και την δυνατότητα διαφύλαξης της διαφορετικότητας του  από τις επιδράσεις της μαζικοποίησης".

Ένας μεγάλος πανεπιστημιακός δάσκαλος μου είχε πει κάποτε: Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι αλλάζουν, ότι οι κοινωνίες προχωράνε, ότι τα άτομα διδάσκονται, βελτιώνονται, προχωράνε.
Είναι, κυρίως, ουτοπία να περιμένεις από τη μονάδα να «δημιουργήσει έργο», να πράξει καινοτομικά, τόσο απέναντι στον ίδιο όσο και στον εαυτό του. Κι όταν του είπα ότι εμένα αυτό με απογοητεύει,
που οι άνθρωποι δεν προχωράνε διανοητικά και συναισθηματικά, που μένουν ίδιοι στο πέρασμα των χρόνων, μου είχε πει: Στο ανθρώπινο πέρασμα ανά τους αιώνες, οι μόνοι που «δημιουργούσαν έργο» ήταν άτομα μεμονωμένα (τον Σωκράτη είχε αναφέρει για παράδειγμα) και όχι οι ομάδες.

Οι ομάδες, το σύνολο, ο σωρός, μου είχε πει, κάνει αυτό που ξέρει να κάνει: οδηγείται, χειραγωγείται, κατευθύνεται. Δεν έχει «πρόσωπο», στερείται «προσωπικότητας».Η αλλαγή έρχεται μόνο και σε πολύ μικρό εύρος από τα άτομα που είναι ικανά να δημιουργήσουν έργο, αλλά οι ομάδες μένουν απαράλλαχτα ίδιες, στον απαράλλαχτο Μεσαίωνα.

Φυσικά εννοούσε πως η αλλαγή, η ικανότητα για το «μπροστά» είναι αδύνατον να είναι «κοινός τόπος».
Δε γίνεται να κρατάνε οι πολλοί τη σημαία της αλλαγής, της διαφοροποίησης, της καλυτέρευσης 
και, εν τέλει, της «δημιουργίας έργου».

Τότε, αυτή η άποψη μου φάνηκε πολύ μηδενιστική, πάντα πίστευα ότι δεν είναι δυνατόν να «αντισταθεί» κάποιος μπροστά στα αδιάψευστα επιχειρήματα, δεν είναι δυνατόν να μη «λυγίσει» μπροστά στην Αλήθεια και να την (παρα)δεχτεί. Ο χρόνος, βέβαια, δικαίωσε το δάσκαλο, μια και το ίδιο διαπιστώνω και προσωπικά: οι μάζες είναι χειραγωγήσιμες και μπορεί μεν να μου προκαλεί κατάπληξη, θυμό, αντίσταση και εν τέλει πανικό το μέγεθός της και η αποτελεσματικότητά της (της χειραγώγησης), αλλά εξακολουθεί και να με λυπεί.

Και η λύπη αυτή δεν είναι για τη «μαζική μοίρα των ατόμων», κάθε άλλο. Αυτό μπορεί να κάνει η μάζα, είπαμε, αυτό κάνει, δεν έχει εναλλακτικές, δεν μπορεί να «δημιουργήσει έργο», δεν μπορεί να γίνει μοναδικότητα, κατά συνέπεια «καινοτομία». Αυτό που με λυπεί είναι ότι αυτή τη μάζα, καλώς ή κακώς, την αντιμετωπίζω και, αντιμετωπίζοντάς την, πρέπει να την αποδεχτώ και να τη διαχειριστώ.

Δεν έχω βρει στ’ αλήθεια τον τρόπο να διαχειρίζομαι τη μάζα, τη «μη μοναδικότητα», το «μη πρόσωπο», τη «μη προσωπικότητα», αλλά κυρίως είναι προσωπική μου αδυναμία να εννοήσω πώς γίνεται άνθρωποι που το μυαλό τους (υποτίθεται ότι) έχει πάει «λίγο παρακάτω» απ’ τον κοινό τόπο
(δεν αναφέρομαι στη μάζα, αυτήν την προβλέψιμη), και ενώ κρατάει τη σημαία της (μικρής) διαφορετικότητας, αυτή η ίδια κατηγορία χρησιμοποιεί τα ίδια μαζικά μέσα για να σταθεί κοινωνικά, να συναναστραφεί, να συχνωτιστεί, να υπάρξει με τους άλλους, τη μάζα, την «κοινή δυναμική».

Δε μου είναι εύκολο να κατανοήσω πώς γίνεται αυτά τα άτομα να αρέσκονται σε «φτηνές συνευρέσεις»,
σε ψεύτικες σχέσεις, σε «ειρωνείες που δείχνουν την αδυναμία τους», αλλά, κυρίως, να νιώθουν καλά μέσα στο κουκούλι της μάζας, αφού, υποτίθεται, αυτή η μικρή κατηγορία έχει κάνει ένα βήμα μπροστά,
έχει «δημιουργήσει (κάποιο) έργο».

Με νίκησε κατά κράτος η άποψη του καθηγητή, τελικά, κι αν ήλπιζα σ’ αυτή τη «μεσαία» κατηγορία (όχι της μάζας, αλλά ούτε και του εμπνευσμένου), οι ελπίδες μου διαψεύστηκαν.

Μια ερώτηση έχω μόνο, ξεχωριστά για τον καθένα σας και την καθεμία σας (ο καθένας ξέρει σε ποια «κατηγορία» ανήκει)…Νιώθετε υπερήφανοι για το «έργο» σας;

Εκτιμάτε τον εαυτό σας;
Γιατί αν τον εκτιμάτε, που πιθανότατα τον εκτιμάτε γιατί αν δεν ήσασταν υπερήφανοι γι’ αυτό που είστε θα παλεύατε να γίνετε κάποιοι άλλοι, εγώ απλώς θα παραδεχτώ ότι ήμουνα ο μεγαλύτερος μαΛάκας που αντιτάχθηκα (τότε και μέχρι πρόσφατα) στα λόγια του δασκάλου μου.
Όλοι και όλες εσείς, λοιπόν, που αγωνίζεστε με πάθος να αποδείξετε τα «μη γενόμενα» και να σβήσετε τα «γενόμενα» διαστρεβλώνοντας την Αλήθεια…

Αλλά και εσείς που ενώ ξέρετε την Αλήθεια σιωπάτε εξαργυρώνοντας την ίδια σας την ύπαρξη με την «αποδοχής της μάζας», πώς αντέχετε να κοιτάτε τον εαυτό σας στον καθρέφτη χωρίς να νιώθετε αηδία; 
Πώς αντέχετε;
Πώς αντέχει ένας άνθρωπος να μην είναι ο εαυτός του, να μη θέλει να είναι μοναδικός, να μην έχει προσωπικότητα;

[Και φυσικά, δεν αναφέρομαι στους «εγγενώς μικρούς», σ’ αυτούς που δεν μπορούν να είναι κάτι άλλο
πέρα από τη χαμερπή έκδοσή τους.
Αυτούς τους κατανοώ.
Αυτοί, απλώς, δεν Μπορούν].

Πηγή:http://www.sxeseis.gr/magazine/27818/%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CF%89-%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD.php?page=1


1Ηράκλειτος: “Η Μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του”

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Ισότητα και Aδελφότητα



...Όμως εδώ τίθεται ένα πολύ σοβαρό θέμα, που στο τέλος του δευτέρου παγκόσμιου πολέμου το παρακολουθήσαμε με αμείωτη προσοχή και που το πλησίασε άλλωστε με τον αμεσότερο και πιο σαφή τρόπο ένας Αυστριακός, εγκαταστημένος την εποχή αυτή στις Ηνωμένες πολιτείες, όπου είχε δώσει πολυάριθμα Μαθήματα σε διάφορα Πανεπιστήμια. Θέλω να πω για τον Κόμητα Kuhmelt Leddin και το βιβλίο του Ελευθερία ή Ισότητα: αυτό που υπογραμμίζεται εδώ είναι φυσικά το διαζευκτικό ή.

Από την πλευρά μου χωρίς να γνωρίζω τίποτα την εποχή εκείνη για τα έργα του Kuhmelt Leddin είχα επιχειρήσει να δείξω για πρώτη φορά στην Λισσαβώνα στα 1949 ότι αντίθετα με αυτό που πίστευαν οι άνθρωποι του 1789 και οι αναρίθμητοι ομόφρονές τους, υπάρχει, φαίνεται, ανάμεσα στην ισότητα και την αδελφότητα μια κρυφή αντίθεση, που έχει σχέση με το γεγονός ότι τα δυο αυτά αιτήματα τίθενται με βάση διαφορικά κέντρα.

Όπως το έλεγα πριν από λίγο, η ισότητα είναι ουσιωδώς διεκδικητική, είναι, με την πιο δυνατή έννοια του όρου εγώ-κεντρική. “ Είμαι ίσος σου, ίσος του ή ίσος τους” Και σκάβοντας πιο βαθιά, δεν θα συναντήσουμε καμιά δυσκολία να ξαναβρούμε ακολουθώντας τον Nietzche και τον Sceler την παρουσία της μνησικακίας ( ressentiment) στην καρδιά της ισότητας. Πρέπει να προσθέσουμε εννοείται, ότι αυτή η ανομολόγητη και κατα κάποιο τρόπο η ανομολογίσημη παρουσία μνησικακίας καλύπτεται με μια ορθολογική ή ψεύτιο-ορθολογική μεταμφίεση: Δεν υπάρχει λόγος να μην είμαι ίσος σου' θα ήταν μάλιστα ανορθολογικό να δεχτώ πως δεν είμαι.

Πρέπει επιπλέον να δείξουμε, μέσω ποιών διαδικασιών περνούμε από την προφανή ισότητα ορισμένων δικαιωμάτων στην λιγότερο προφανή ισότητα αυτών-τούτων των υποκειμένων στην ισότητα όλων των ανθρώπων που - αν υποτεθεί πως η λέξη “ισότητα” διατηρεί κάποιο νόημα, πράγμα τρομερά αμφίβολο- δίνει έρεισμα στην ισότητα των δικαιωμάτων.

Συμβαίνει όπως τελείως διαφορετικά με την αδελφοσύνη: μου φαίνεται ότι η αδελφοσύνη είναι απεναντίας εντελώς ετεροκεντρική. Είσαι αδελφός μου σε αναγνωρίζω σαν αδελφό μου σε χαιρετώ σαν αδελφό μου. Είναι φανερό, βέβαια, ότι εδώ μπορεί να γίνει αντιστροφή Είναι δυνατό να συμβεί ώστε, αν με πληγώσεις, να σου θυμίσω με επιτιμητικό τόνο ότι στο κάτω-κάτω είμαι αδελφός σου. Αλλά δεν έχουμε παρά μια δευτερογενή περίπτωση. Και άλλωστε, θα είναι προφανώς στο όνομα των καταπατημένων εκ μέρους σου δικαιωμάτων μου, στο όνομα δηλαδή της ισότητας μάλλον παρά της αδελφότητα, που θα σου απευθύνω ενδεχομένως αυτή την μορφή.

Εάν όμως συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στην διάχυτη πράξη αναγνώρισης που συναντάμε στην βάση της αδελφοσύνη, θα διαπιστώσουμε ότι αυθόρμητα αντιμάχεται την διεκδίκηση, την οποία υποθέτει η ισότητα: είσαι αδελφός μου, και επειδή είσαι αδελφός μου χαίρομαι όχι μόνο για το τι ευχάριστο μπορεί να σου συμβεί, αλλά ακόμα επειδή παρατηρώ τις υπερέχουσες ικανότητες σου. Γιατί, θα πω, θάνοιωθα την ανάγκη να είμαι ίσος σου;

Είμαστε αδέλφια πέρα από όλες τις ανομοιότητες. Και γιατί τάχα οι ανομοιότητες αυτές να μην συνεπάγονταν, ενδεχομένως ανισότητες προς όφελός σου – δεν θα πω ασφαλώς προς ζημιά σου- διότι αφού είμαστε αδέλφια είναι στην πραγματικότητα ωσάν η αίγλη που προέρχεται από το χάρισμα σου, από τα έργα σου ή τις πράξεις σου, ν' αντανακλούσε σε μένα΄ κάτι που θα εκφράσω, ίσως, λέγοντας απλούστατα: είμαι υπερήφανος για σένα -πράγμα που δεν έχει στην πραγματικότητα κανένα νόημα, πράγμα που δεν θάταν κάν δυνατόν αν είχα την έγνοια να είμαι ή να δείχνομαι ίσος σου...

Απόσπασμα από το βιβλίο του

Γκαμπριέλ Μαρσέλ

"Η Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια"


Πίνακας; ENRIKE GOMEZ

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ο εαυτός




Ιστορική Αναδρομή

Ο εαυτός, μία από τις παλαιότερες και πιο δημοφιλείς έννοιες στο χώρο της ψυχολογικής έρευνας, παραμένει ακόμη και σήμερα πεδίο διαφωνιών και αντιθέσεων όσον αφορά στον ορισμό του. Η έννοια του εαυτού έχει φανερά μεταβληθεί με το πέρασμα των αιώνων, ξεκινώντας από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, οι οποίοι ώθησαν την ανθρώπινη σκέψη προς την εσωτερικότητα του εαυτού και το δικαίωμα για απόλυτα εσωτερική ιδιωτική ζωή.

Στα χρόνια της Αναγέννησης, την ανάπτυξη της ιδέας της εσωτερικότητας του εαυτού προέκτεινε ο καρτεσιανός εαυτό, του σκεπτόμενου ανθρώπου. Θετικιστές και αναλυτικοί, οπαδοί της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού, ψυχαναλυτές και συμπεριφοριστές, ασχολούνται με το θέμα της έννοιας του εαυτού, έννοια πια που μεταφέρει φιλοσοφικές, ψυχολογικές, θρησκευτικές, κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές θεωρίες.

Με το William James (1890) η έννοια του εαυτού συγκεκριμενοποιείται. Αποτελείται από το Εγώ (I) και το Εμένα (Me), είναι δηλαδή ταυτόχρονα ενεργητικό υποκείμενο που παρατηρεί, αισθάνεται, εκτελεί, αλλά και αντικείμενο εμπειρίας και γνώσης. Ο James αναφέρεται στις τέσσερις πτυχές του εαυτού: α) τον υλικό εαυτό, β) τον κοινωνικό εαυτό, γ) τον πνευματικό εαυτό και δ) το καθαρό «εγώ». Οι ιδέες του επηρέασαν πολλούς νεώτερους ερευνητές, όπως τους Cooley (1902) και Mead (1934), κοινωνικούς ψυχολόγους, που είδαν τον εαυτό σαν αποτέλεσμα κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Γνωστή είναι η θεωρία του Cooley για τον καθρεπτιζόμενο εαυτό, καθώς και η θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης του Mead. Οι νεώτερες θεωρητικές κατευθύνσεις τείνουν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό ως τη διαμορφωμένη θεωρία του ατόμου για τον εαυτό του ή για μία σειρά γνωστικών αναπτυσσόμενων εμπειρικά δομών. Το σημείο στο οποίο οι περισσότερες απόψεις συγκλίνουν είναι πως η έννοια του εαυτού επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά και γενικότερα αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη μίας ολοκληρωμένης προσωπικότητας.

Ορισμοί Έννοιας του Εαυτού


Μεγάλη σύγχυση, όσον αφορά στην ορολογία, τον ορισμό και τη μέτρηση της έννοιας του εαυτού, παρατηρείται από την ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας. Πολλοί διαμετρικά αντίθετοι ορισμοί αποκαλύπτονται που, όμως, όλοι ορίστηκαν με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή ως έννοια του εαυτού (Blascovish & Tomaka, 1991˙ Byrne, 1996˙ Harter, 1993˙ Hatie, 1992˙ Wylie, 1979˙ 1989˙ 1974˙ Shalvelson, Hubner, & Stanton, 1976). Οι τελευταίοι κατέγραψαν 17 διαφορετικούς ορισμούς της έννοιας του εαυτού.

Σύμφωνα με τη Byrne (1996α), οι λόγοι που εμπόδισαν την αποδοχή ενός κοινού ορισμού της έννοιας του εαυτού είναι οι παρακάτω τέσσερις: α) Δεν υπήρχε κοινώς παραδεκτός ορισμός, β) χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα τυχαία πολλοί όροι με κοινό πρόθεμα τη λέξη εαυτός (self), γ) υπήρχε σύγχυση ως προς τις συνιστώσες της έννοιας του εαυτού, και δ) οι ερευνητές χρησιμοποιούσαν περισσότερο όρους κοινής λογικής παρά επιστημονικούς αυστηρά όρους. (Blascovich & Tomaka, 1991).

Η ορολογία του εαυτού περικλείει τις λέξεις αυτοαντίληψη ή έννοια του εαυτού (self-concept), αυτο-εικόνα (self-image), αυτο-εκτίμηση (self-esteem), αυτο- αξία (self-worth), αυτο-αξιολογήσεις (self-evaluations), αυτο-αντιλήψεις (selfperceptions), αυτο-αναπαραστάσεις (self-representations), αυτο-σχήματα (selfschemas), αυτο-αποτελεσματικότητα (self-efficacy) κ.ά., για να καταγράψουμε μόνο κάποιες από αυτές. Οι δύο πιο συχνά χρησιμοποιούμενοι όροι είναι η αυτοαντίληψη και η αυτο-εκτίμηση, οι οποίοι ενίοτε χρησιμοποιήθηκαν και ως συνώνυμοι (Bracken, 1996˙ Byrne, 1996a˙ Hoge, Smit, & Crist, 1995˙ King, 1997).

Ένας κοινά παραδεκτός ορισμός της έννοιας του εαυτού είναι «ο τρόπος με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του» (Burns, 1982˙ Byrne, 1996a˙ Combs & Snygg, 1959˙ Harter, 1999˙ Rogers, 1951˙ Rosenberg, 1986˙ Shavelson & Bolus, 1982˙ Shavelson et al., 1976). Με δεδομένο το γεγονός ότι διάφοροι ορισμοί προσπαθούν να καλύψουν το κενό της βιβλιογραφίας για τον εαυτό, οδηγούμαστε σε μία δυναμική αναστάτωση για το πώς οι όροι πρέπει να ερμηνεύονται και γι’ αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας να διευκρινίσουμε την ορολογία που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτό το Κεφάλαιο.

Η Harter σημειώνει πως πρώτα απ’ όλα ο εαυτός είναι μία γνωστική κατασκευή, που θα αναπτυχθεί με τον χρόνο, όπως οι αναπτυξιακές αλλαγές συμπεριλαμβανομένων και των αυτό-αντιλήψεων με τη δομή και την οργάνωσή τους (Harter, 1999 σ. 8). Η ίδια συνοψίζει ότι ο εαυτός είναι ταυτόχρονα γνωστική και κοινωνική κατασκευή, με δεδομένη προσοχή σ’ εκείνες τις γνωστικές αναπτυξιακές διαδικασίες που έχουν ως αποτέλεσμα τις αλλαγές στη δομή του συστήματος του εαυτού. Ιδωμένη από άλλη οπτική, η έννοια του εαυτού ως κοινωνική κατασκευή, δίνει προτεραιότητα στη σημασία του αξιολογικού περιεχομένου των αυτό- αναπαραστάσεων και κατά συνέπεια στις ατομικές διαφορές που προέκυψαν από τις κοινωνικές επαφές των ατόμων, παρ’ όλο που είχαν μια κανονική γνωστική ανάπτυξη.

Ο Burns περιγράφει την έννοια του εαυτού ως «το σύνολο υποκειμενικών αξιολογούμενων χαρακτηριστικών και συναισθημάτων» (1982, σ. 5). Ο Rosenberg όμως φανερά επηρεασμένος από τον Rogers, την περιγράφει ως «το σύνολο των σκέψεων και των συναισθημάτων του ατόμου, που αναφέρονται στον εαυτό του ως αντικείμενο» (Rosenberg, 1986α, σ. 7). Από το σύνολο της βιβλιογραφικής ανασκόπησης μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, στις μέρες μας, η έννοια του εαυτού δεν είναι μία μονοδιάστατη εννοιολογική κατασκευή, αλλά περιλαμβάνει γνωστικές, συναισθηματικές και συμπεριφορικές πτυχές (Brinthaup & Erwin, 1992˙ Marsh, 1990a˙ Shavelson & Marsh, 1986˙ Shavelson et al., 1976˙ Watkins & Dhawan, 1989˙ Ευκλείδη & Κάντας, 2000˙ Μακρή-Μπότσαρη, 2001).

Στο χώρο της Ελληνικής έρευνας, μέχρι και το 2000, ο όρος self-concept μεταφράστηκε α) ως αυτοαντίληψη, β) ως έννοια του εαυτού και γ) ως αυτοεκτίμηση με επικρατέστερη τη λέξη αυτοαντίληψη (Λεονταρή, 1996). Η διάκριση, όμως, της έννοιας του εαυτού από την αυτοαντίληψη υφίσταται και μας υποχρεώνει να επιλέξουμε έναν από τους δύο όρους.

Στην πληρέστερη κατανόηση της διάκρισης των όρων «αυτοαντίληψη» και «έννοια του εαυτού», μπορεί να συμβάλλει η παράθεση των ορισμών των όρων «έννοια» και «αντίληψη» του Henri Lefevbre, 1970 από τη Μ. Ψαρού και τον Κ. Ζαφειρόπουλο (2001, σ. 58). «Αντίληψη είναι μια αποτύπωση του υπαρκτού στο νου – με μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σαφήνειας- ενώ, αντίθετα η έννοια είναι ένας τρόπος γενίκευσης και έκφρασης της σκέψης πάνω στις καθορισμένες διασυνδέσεις και σχέσεις των φαινομένων και των ιδιοτήτων τους.»

Οι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν ότι η έννοια μπορεί να σχετίζεται με ένα φαινόμενο συνολικά ή μόνο με τις ουσιώδεις ιδιότητές του ή ακόμη και τις σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων φαινομένων. Οπωσδήποτε, τα προβλήματα ορισμού σε επίπεδο εννοιών οδηγούν και σε μεθοδολογικές δυσκολίες στο επίπεδο της μέτρησης. Επιπλέον, οι ασάφειες του ορισμού οδηγούν σε τουλάχιστον τρία είδη ανεπάρκειας στην προσπάθεια της έρευνας του εαυτού: α) καθυστερούν την επιστημονική πρόοδο, καθιστώντας δύσκολη αν όχι ακατόρθωτη την αναπαραγωγή της, β) παρεμποδίζουν ουσιαστικά τη συλλογή κατάλληλων έγκυρων οργάνων μέτρησης της έννοιας του εαυτού και γ) επισκιάζουν το εννοιολογικό πλαίσιο της μελέτης δυσχεραίνοντας τη σύνδεση των ερευνητικών υποθέσεων και την εξήγηση των ευρημάτων, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο θεωρητικό μοντέλο έννοιας του εαυτού (Byrne, 1996, σ. 6).

Συνεπώς, μπορούμε να εξειδικεύσουμε πως αυτοαντίληψη είναι μία αποτύπωση της γνώμης που έχει το άτομο για τον εαυτό του, όχι και τόσο σαφούς, ενώ έννοια του εαυτού είναι η γενίκευση και η έκφραση της σκέψης για τον εαυτό συνολικά, τις βασικές και δευτερεύουσες ιδιότητές του, τις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων που την επηρεάζουν σύμφωνα πάντα με την υποκειμενική αξιολόγηση του ίδιου του ατόμου. Αυτοαντίληψη = η αποτύπωση της ασαφούς γνώμης που διατηρεί το άτομο για τον εαυτό του. Έννοια του εαυτού= η γενικευμένη έκφραση της σκέψης για τον εαυτό ως σύνολο, για τις ιδιότητές του και για τις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων που τον επηρεάζουν

Απόσπασμα από την
Διδακτορική εργασία της
ΦΟΥΝΤΟΥΛΑΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ
με τίτλο
Αξιοπιστία και Εγκυρότητα της Κλίμακας Έννοιας του Εαυτού Τεννεσσί 2
(Tennessee Self-Concept Scale:2)
και Ατομικές Διαφορές Μαθητών Σχολικής Ηλικίας

Πίνακας:Lena Kramarić

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Η γνώση



Η εκ-παίδευση

Η γνώση είναι το στοιχείο που δίνει νόημα και σημασία στην ύπαρξή της ζωής. Μέσα από αυτή μπορούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο κατανοώντας τον εαυτό μας. Δεν μπορεί να υπάρξει προσωπική ανάπτυξη χωρίς την γνώση, αλλά ούτε και γνώση χωρίς προσωπική ανάπτυξη. Η προσωπική ανάπτυξη στηρίζεται στην εκπαίδευση η οποία περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες συνειδητές, ή ασυνείδητες του περιβάλλοντος, με στόχο την μετάδοση της γνώσης η οποία έχει σχέση με τις δεξιότητες, τις δυνατότητες, τις αξίες και τα όρια σε διανοητικό, συναισθηματικό και κοινωνικό επίπεδο μέσα στα οποία μπορεί να αναπτυχθεί το άτομο.

Η εκπαίδευση είναι σύνθετη λέξη και δημιουργήθηκε από την πρόθεση “εκ” και το ρήμα “παιδεύω”. Η πρόθεση “εκ” σημαίνει “μέσα από”, “από”, αλλά και “έξω”. Η έννοια του παιδαγωγού προέρχεται από τον “Άγω” και τον “παις”, που σημαίνει “καθοδηγώ το παιδί”. Χαρακτηριστική εικόνα στην Αρχαία Ελλάδα είναι αυτή, όπου ο παιδαγωγός – δούλος ο οποίος ζούσε στην οικογένεια, και είχε αναλάβει την εκπαίδευση του παιδιού - κάθε πρωί, πριν ακόμα φέξει, το πήγαινε στο γυμναστήριο, κρατώντας ένα φανάρι για να του φωτίζει το δρόμο. Δηλαδή οδηγούσε το παιδί και το συνόδευε “έξω” από το σπίτι.

Το “έκ” στην περίπτωση που σημαίνει, όπως είπαμε “μέσα” αλλά και “έξω”, συμβολικά μπορεί να πάρει διαφορετικές ερμηνείες. Έτσι η εκ-παίδευση θεωρώ ότι εμπεριέχει και το “μέσα”, αλλά και το “έξω” δηλαδή σημαίνει ότι “μέσα” από το “παιδεύω”, καθοδηγώ το παιδί “έξω”... από τον εαυτό του. Διότι η γνώση μέσω της εκπαίδευσης οδηγεί το άτομο “έξω” από τον εαυτό του για να συναντήσει τον κόσμο. Το παράδοξο όμως είναι ότι συναντώντας το κόσμο συναντά και τον εαυτό του.

Η συνείδηση

Πρώτος ο Σωκράτης (γνώθις εαυτόν) είχε εκφράσει την αναγκαιότητα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Η τοποθέτηση του έχε σχέση με την αναζήτηση της αρετής, πράξη η οποία έθετε σαν πρωτεύοντα παράγοντα την συνείδηση του ατόμου στην σχέση του με τους άλλους, που σήμαινε την αίσθηση της ικανοποίησης από την κοινωνική του πράξη με γνώμονα την ηθική. Για να μπορέσει να φθάσει σε αυτή θα ήταν απαραίτητο να γνωρίσει τόσο τι σημαίνει αρετή. Μόνο μέσα από αυτή την κοινωνική γνώση θα μπορούσε να κατανοήσει αν αυτό ήταν ενάρετος ή όχι.

Η γνώση λοιπόν έχει σχέση με την συνείδηση, δηλαδή με την ικανότητα του εαυτού να γνωρίσει και να κατανοεί “ποιος είναι”. Να γνωρίζει τις δυνάμεις του και τα όρια του, να γνωρίζει τις αξίες και τις προτεραιότητες του. Να γνωρίσει τι περιμένει και τι θέλει από την ζωή.

Η γνώση του εαυτού σημαίνει την σκέψη του εαυτού, την ανακάλυψη της μοναδικότητας του. Σημαίνει την αποδοχή του, την προστασία του από κινδύνους ή την αποφυγή της έκθεσή του σε καταστάσεις που τον υποτιμούν και τον μειώνουν. Σημαίνει επίσης την παροχή ευκαιριών για την εξέλιξή του και την ανάπτυξή των ιδιοτήτων του, φυσικών και διανοητικών, Και τέλος γνώση εαυτού σημαίνει την αγάπη προς αυτόν.

Όμως η γνώση του εαυτού για τον Σωκράτη δεν ήταν μια ατομική δραστηριότητα αλλά μια κοινωνική. Η γνώση του εαυτού του γινόταν μέσα από ένα συνεχές διάλογο με τους άλλους, δηλαδή μέσα από την προσπάθεια να γνωρίσει τους άλλους. Να γνωρίσει την σκέψη τους για να μπορέσει να σκεφτεί και αυτός. Αυτή η διαλογικότητα του Σωκράτη στην οποία αναφέρεται και ο Μπαχτιν, μαρτυράει ότι η γνώση του εαυτού έρχεται μέσα από την γνώση του άλλου, τον λόγο του άλλου και πιο γενικά, μέσα από την γνώση του κόσμου που μας περιβάλλει που εκφράζεται μέσα από το διάλογο μαζί του.

Όταν μιλάμε για τον κόσμο μιλάμε τόσο για το κοντινό περιβάλλον του ατόμου, οικογένεια σχολείο, χώρα, όσο και για το κόσμο υπό την έννοια του πολιτιστικού και κοινωνικού περιβάλλοντος και των ερεθισμάτων στα οποία είναι εκτεθειμένο. Στο βαθμό που ο εαυτός είναι ένα κομμάτι του κόσμου και ο κόσμος ένα κομμάτι του εαυτού, η γνώση είναι το προϊόν του διαλόγου που έχει ανοιχθεί ανάμεσά τους. Μέσα από την γνώση ο κόσμος και εαυτός αλληλο-ανακαλύπτονται.

Η νεκρή γνώση

Σαν προϊόν του εκπαιδευτικού συστήματος, ατελείωτες δεκαετίες, η γνώση σύρεται καθημερινά στους διαδρόμους των εκπαιδευτηρίων απογυμνωμένη από την δύναμη της. Αιχμάλωτη καταναγκαστικών συμπεριφορών, οδηγείται στο ικρίωμα της από-εκπαίδευσης και από βασικό συστατικό της παιδαγωγικής σχέσης μετατρέπεται σε μια εξαίρεση. Με εμπορευματικές διεργασίες απονεκρώνεται από την ουσία της, δηλαδή την ζωντάνια σαν άνοιγμα προς τον κόσμο και προς τον εαυτό. Απομονώνονται τα στοιχεία που ανοίγουν τις πύλες του μυαλού και του σύμπαντος που το περιβάλλει. Με αυτό τον τρόπο η γνώση που είναι η ίδια η ζωή, που είναι η δύναμη της ζωής, γίνεται στοιχειό που στρέφεται ενάντια στον εαυτό της.
Απογυμνωμένη από τα παραπάνω χαρακτηριστικά χάνει την δύναμη της ανακάλυψης και γίνεται στοιχείο του συμβιβασμού, χάνει την της επαναστατική της διάθεση και γίνεται στοιχείο του συντηρητισμού. Δεν πολεμά για την προέκτασή της αλλά για την συρρίκνωσή της. Για την μείωση των νοηματικών εκδοχών και την πτώχευση των ερμηνειών της πραγματικότητας. Η γνώση πεθαίνει μέσα από την μονοδιάστατη εκδοχή της.

Η Νεκρή γνώση έχει μετατραπεί σε ένα εμπορευματικό προϊόν το οποίο αποτελεί την ουσία της εκπαιδευτικής λειτουργία. Με αυτή την μορφή η νεκρή γνώση μπορεί να χρησιμοποιηθεί, σαν η ουσία της μέθεξης με το υπέρ πέραν του οικονομικού πολέμου. Να γίνει μια μορφή της βίας, που ασκείται κάνοντας πέρα το ενδιαφέρον, την επιθυμία, την ανησυχία για μάθηση, προωθώντας την αποστήθιση, την παπαγαλία και την παθητική κατάποση νεκρών κειμένων στερημένων από την δύναμη που κουβαλούν.

Με αυτή την μορφή διαχρονικές τελετουργίες συντελούνται πάνω από το νεκρό κορμί της. Ατελείωτες προσπάθειες εξαγνισμού από τις αντιστάσεις του οργανισμού στην παθητικότητα. Συνεχείς προσπάθειες εκπαίδευσης στην συνήθεια και την επαναληπτική διαδικασία του υπαρξιακού θανάτου συντελούνται με την αφομοίωση της νεκρής γνώσης, Ατελείωτα εικοσιτετράωρα που η νεότητα εθίζεται στην αναγκαστική κατάποσης του νεκρού σώματος της γνώσης το οποίο... απονεκρώνει το δικό της. Η νεκρή γνώση κουβαλάει φόβο, που κυριαρχεί σε κάθε ενέργεια. Δημιουργεί ανασφάλεια, τάσεις αποφυγής της πραγματικότητας, και μεγαλώνει την υποταγή σε οποιοδήποτε δηλώσει προστάτης του αδαή.

Η γνώση-ζωή

Όμως η γνώση είναι το φως ενάντια στην αμάθεια που αντιπροσωπεύει το σκοτάδι. Η γνώση ξεδιπλώνεται μαζί της ξεδιπλώνεται ζωή. Η γνώση εκφράζει την αναγκαιότητα της παρουσία της σαν απόδραση από το υπαρξιακό θάνατο που παραμονεύει σε κάθε βήμα της καθημερινότητας. Κάθε νέα γνώση μεγαλώνει το πλαίσιο της ζωής και κάθε μεγάλωμα πλαισίου οδηγεί σε μια καινούργια γνώση. Διότι όπως είπαμε η γνώση είναι ενέργεια που διεγείρει τον οργανισμό, διεγείρει το πνεύμα, το οδηγεί έξω από τον εαυτό του το κάνει να αμφιβάλλει και να μην αποδέχεται τίποτα, παρά μόνο με την δική του ενεργητική στάση. Η γνώση ζητά την ζωντανή συμμετοχή, αποστρέφεται την παθητικότητα. Χωρίς την συμμετοχή, η γνώση δεν μπορεί να γίνει προσωπική. Μόνο μέσα από την συμμετοχή μοιράζει την ομορφιά της με τον καθένα.

Η γνώση είναι μια πράξη, μια προσωπική πράξη η οποία δεν μπορεί να έρθει σε εμάς όταν μας την δίνει απλά ο άλλος. Η γνώση καταχτείται δεν δωρίζεται ποτέ. Αποτελεί μια μέθεξη με την ζωή μέσα από την οποία το άτομο συναντιέται μαζί της και εκείνη μαζί του. Σαν μέθεξη ζωής σπαρταρά μέσα από την χαρούμενη αγωνία να αισθανθεί την πραγματικότητα σαν κατασκευή που απορρέει από την ενεργή συμμετοχή του ατόμου στην δημιουργία του σύμπαντος που το περιβάλλει. Η γνώση κουβαλάει χαρά να πάει πιο μακριά από εκεί που την άφησαν οι άλλοι.

Η Γνώση είναι μια συνεχής ανακάλυψη του κόσμου και του εαυτού προσφέροντας την ηδονή της διεύρυνσης των ορίων, δηλαδή των πλαισίων που περιορίζουν το άτομο.

Άρα:
Γνώση είναι η συνεχής, ηδονική διεύρυνση της ελευθερίας.


Κερεντζής Λάμπρος

Μιχαήλ Μπαχτίν (1895-1975 ) Ρώσος θεωρητικός της λογοτεχνίας και φιλόσοφος

πίνακας:vladimir kush

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Η έννοια του στερεοτύπου




Ορισμός

Η έννοια του στερεοτύπου έχει οριστεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους από έναν σημαντικό αριθμό μελετητών. (27) Συνεκτιμώντας τις απόψεις που κατατίθενται στη σχετική βιβλιογραφία, μπορεί να υποστηριχτεί ότι οι περισσότερες τείνουν να ορίζουν τα στερεότυπα ως πεποιθήσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά, την τάση και τη συμπεριφορά των μελών συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων (Hilton & Von Hippel, 1996).

Ο R. Brown (1995) υπογραμμίζει πως τα στερεότυπα είναι γενικευμένες και συχνά υπεραπλουστευμένες εικόνες, απόψεις, στάσεις για μία ομάδα ανθρώπων οι οποίες είναι βαθιά ριζωμένες στο πολιτισμικό παρελθόν και παρόν του κάθε ατόμου και μπορούν να εντοπιστούν εξετάζοντας την κοινωνική ταυτότητα του καθενός.

Η έννοια του στερεοτύπου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σύνολο απόψεων οι οποίες υποστηρίζουν ότι όλα τα μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά -πράγμα, που αυτόματα τους διαχωρίζει από τα μέλη των άλλων κοινωνικών ομάδων και τους τοποθετεί σε κάποιο σημείο της κοινωνικής ιεραρχίας. Υπό αυτό το σκεπτικό, ένα συγκεκριμένο μέλος μιας ομάδας θεωρείται ουσιαστικά όμοιο με τα άλλα και ως τέτοιο αντιμετωπίζεται από τα μη μέλη της ομάδας. Παράλληλα, η ομάδα ως σύνολο αντιμετωπίζεται με μια ενιαία ματιά που τείνει να προσλαμβάνει την ομάδα ως ένα ομογενοποιημένο σύνολο ατόμων, όπου οι διαφορές, αν υπάρχουν – και συνήθως υπάρχουν – τείνουν να παίρνουν σε δεύτερη μοίρα, να παραβλέπονται. Η ομοιογένεια στην πρόσληψη μιας κοινωνικής ομάδας, αν και δεν συνδέεται πάντα με την αξιολόγηση της από τα μέλη των άλλων ομάδων, είναι ωστόσο ένα στοιχείο που υπάρχει. Δηλαδή, τα άτομα έχουν την τάση να σχηματίζουν ευνοϊκά, θετικά στερεότυπα για τα μέλη της ομάδας τους και αρνητικά, υποτιμητικά στερεότυπα για τα μέλη των άλλων ομάδων αντιμετωπίζοντας τους ως αδιαφοροποίητα σύνολα ατόμων τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται σημαντικά στην πραγματικότητα της σύνθεσης των κοινωνικών ομάδων (Vonk, 2002).

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των στερεοτύπων είναι ο συλλογικός τους χαρακτήρας. Τα στερεότυπα είναι διαδεδομένα σε ομάδες ατόμων που τα αποδέχονται και τα χρησιμοποιούν ως στοιχεία σκέψης και δράσης απέναντι στα μέλη της κοινωνικής ομάδας στην οποία αναφέρονται. Για παράδειγμα σε πολλές κοινωνίες υπάρχει η αντίληψη ότι οι Σκοτσέζοι είναι τσιγκούνηδες, οι Ιταλοί επιπόλαιοι, οι Γάλλοι ρομαντικοί, οι Άγγλοι ψυχροί κτλ.

Ο Lippmann, πολύ νωρίς (1922),(28) περιέγραψε με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο την έννοια των στερεοτύπων, υποστηρίζοντας τις εξής θέσεις: Τα άτομα προκειμένου να μπορέσουν να λειτουργήσουν μέσα σε ένα πολύπλοκο και γεμάτο απαιτήσεις κοινωνικό περιβάλλον τείνουν να δομούν μία απλουστευμένη εικόνα αυτού του περιβάλλοντος στο νου τους. Αυτή η εικόνα παίζει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στο άτομο και στο περιβάλλον του. Το περιεχόμενο αυτής της εικόνας, που εν μέρει είναι πολιτισμικά προσδιορισμένο, συνιστά τα στερεότυπα. Έτσι, τα στερεότυπα προσλαμβάνονται, ως απλοποιημένες εικόνες του κοινωνικού κόσμου. Αποτελούν, ωστόσο, γενικά μη επιθυμητές μορφές οργάνωσης της κοινωνικής γνώσης, δεδομένου ότι είναι λανθασμένα υπό τους όρους της αντικειμενικής προσέγγισης της πραγματικότητας. Είναι συμπαγή και ανθεκτικά στην ενημέρωση και γενικεύονται μέσω μιας αιτιολογικής διαδικασίας που αναπαριστά μία μικρογραφική απεικόνιση της γνώσης και «διάνοιας» της κοινωνίας.

Δημιουργία - σχηματισμός

Η διαδικασία της δημιουργίας και απόδοσης στερεοτύπων είναι μία θεμελιώδης και πιθανότατα παγκόσμια διαδικασία αντίληψης των μελών συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων με τρόπο επιφανειακό, που τείνει να αποδίδει συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς και να δημιουργεί αντίστοιχες αναμονές συμπεριφοράς χωρίς να έχει ελεγχθεί στο σύνολό της και προτού αποτελέσει αντικείμενο ολοκληρωμένης γνωσιακής επεξεργασίας να έχει διαμορφωθεί και αποκρυσταλλωθεί ως θέση (Kawakami, Spears & Dovidio, 2002).

Τα στερεότυπα δημιουργούνται και, κυρίως, αναπαράγονται με όλους τους συνηθισμένους κοινωνικο-πολιτισμικούς τρόπους· μέσω της κοινωνικοποίησης που συντελείται στην οικογένεια και το σχολείο, μέσα από την επανειλημμένη έκθεση του ατόμου σε αυτά δια των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, αλλά και την καθημερινή επικοινωνία και αλληλεπίδραση στα πλαίσια του μικρο-κοινωνικού συστήματος στο οποίο τα κάθε άτομο κινείται στις διάφορες περιόδους της ζωής του. Τα στερεότυπα, συνήθως, δεν προκαλούνται, από κάποια συμπεριφορά μέλους ή μελών της ομάδας στην οποία αναφέρονται. Είναι, μάλλον, η πρόθεση των άλλων, των μελών άλλων κοινωνικών ομάδων να δημιουργεί συγκεκριμένες εικόνες για να μπορέσει με αυτό τον τρόπο να ορίσει και να χειραγωγήσει την κοινωνική πραγματικότητα προς ίδιον όφελος (Lepore & Brown, 1997). Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορες απόψεις σχετικά με την εξήγηση του τρόπου δημιουργίας των στερεοτύπων. Εδώ πρόκειται να συζητηθούν δύο από αυτές: (29)

Οι Johnson & Mullen (1994) θεωρούν ότι μία από τις σημαντικότερες οδούς σχηματισμού των στερεοτύπων είναι αυτή που αφορά στη γενίκευση της συμπεριφοράς ενός μέλους μιας ομάδας, προκειμένου να χαρακτηριστεί η ομάδα στο σύνολό της. Μία εξήγηση αυτού του φαινομένου μπορεί να δοθεί αν σκεφτεί κανείς ότι τα μέλη των μεγαλύτερων σε αριθμό και ισχυρότερων κοινωνικών ομάδων βρίσκονται σε εγρήγορση, ώστε να εντοπίσουν μία συμπεριφορά ενός μέλους μιας μικρότερης και λιγότερης ισχυρής ομάδας και να χαρακτηρίσουν συλλήβδην την ομάδα αυτή και τα μέλη της με συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς, οι οποίοι θα εξυπηρετούν την πρόθεσή τους να διαφυλάξουν τη διαφορετικότητα και διακριτικότητα της ομάδας τους. Στην προέκταση αυτού του τελευταίου συλλογισμού οι Park et al., (1991) αναδεικνύουν το στοιχείο της εξω-ομαδικής ομοιογένειας ως βασικό κριτήριο δημιουργίας των στερεοτύπων.

Σύμφωνα με αυτή την προοπτική, τα άτομα που ανήκουν σε μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα και τείνουν να αναγνωρίζουν εαυτόν ως μέλος της, απολαμβάνοντας όλα τα –κατά την υποκειμενική τους κρίση- προτερήματα αυτής της ιδιότητας, δεν διαφοροποιούν τα μέλη των άλλων ομάδων σύμφωνα με κάποια χαρακτηριστικά που τους καθιστούν, επίσης, διαφορετικούς και ξεχωριστούς. Προτιμούν να καταφεύγουν σε γρήγορες και απλουστευμένες γενικεύσεις με στόχο την ομαδοποίησή τους και απώτερο σκοπό τον τονισμό της διαφορετικότητας της ομάδας στην οποία οι ίδιοι ανήκουν.

Διατήρηση

Η έννοια της παλαιότητας των πληροφοριών σχετικά με ένα άτομο ή μια κοινωνική κατάσταση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση ενός στερεοτύπου. Οι άνθρωποι τείνουν να χρησιμοποιούν την άποψη που έχουν σχηματίσει καταρχήν για ένα πρόσωπο η μια κατάσταση, ακόμα κι αν η αρχική τους εμπειρία και, συνακόλουθα, σχηματισθείσα άποψη δεν έχει καμία σχέση με τα τρέχοντα δεδομένα (Sherman et al., 1990). Η έρευνα, (30) έχει δείξει ότι ειδικά σε περιπτώσεις που ιδιότητες όπως το γένος, η φυλή, η εθνικότητα είναι παρούσες, οι αρχικά αποθηκευμένες πληροφορίες ανακαλούνται μάλλον αυτόματα στην συνείδηση και διαμορφώνουν την άποψη και τη θέση του ατόμου χωρίς απαραίτητα να διαμεσολαβεί η συνείδηση της γνωσιακής διαδικασίας της επεξεργασίας των νέων πληροφοριών. Μάλιστα, όπως υποστηρίζουν οι Macrae et al., (1994) ειδικά στις περιπτώσεις που η πληροφορία σχετίζεται ή παραπέμπει άμεσα στο θέμα της κοινωνικής κατηγοριοποίησης έχει παρατηρηθεί ότι οι αρχικά αποθηκευμένες πληροφορίες είναι αυτές που καθορίζουν την στάση του ατόμου χωρίς να επιτρέπουν την συνολική επεξεργασία των νέων πληροφοριών, που μάλλον αποθηκεύονται άμεσα, έχοντας ωστόσο υποστεί μία εννοιολογική τροποποίηση, ώστε να συμβαδίζουν με τις ήδη υπάρχουσες πληροφορίες που σχηματίζουν και τις σχετικές απόψεις.

Η βασική διαδικασία διατήρησης του στερεοτύπου είναι η αφομοίωση. Πιο απλά, πολλές φορές τα άτομα γίνονται αντιληπτά ως πιο ανάλογα ή όμοια με το στερεότυπο που τα αφορά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα σε μία περίπτωση κλοπής σε μία περιοχή κοντά στο συνοικισμό των τσιγγάνων είναι πολύ πιο πιθανό να θεωρηθεί κάποιος τσιγγάνος ως δράστης απ’ ότι κάποιος μη τσιγγάνος. Οι Neuberg & Newsom (1993) διαπίστωσαν ότι ιδιαίτερα τα μέλη των κοινωνικά μεγάλων και ισχυρών ομάδων έχουν την τάση να επιζητούν την συνέπεια και την οργάνωση στο κοινωνικό τους περιβάλλον με αποτέλεσμα να τείνουν να χρησιμοποιούν στερεοτυπικά δομημένους χαρακτηρισμούς που διευκολύνουν την διαδικασία της απόδοσης. Ο διομαδικός ανταγωνισμός και η έλλειψη ουσιαστικής επαφής μεταξύ των μελών διαφορετικών ομάδων αυξάνει την εντύπωση της έξω- ομαδικής ομοιογένειας και ευνοεί την τάση να προσομοιώνονται με το στερεότυπο της ομάδας τους άτομα που η στάση και η συμπεριφορά τους δεν δικαιολογούν κάτι τέτοιο (Islam & Hewstone, 1993).

Λειτουργία

Ο H. Tajfel (1969) υπήρξε από τους πρώτους ερευνητές της κοινωνικής ψυχολογίας που υπέδειξαν την ανάγκη μελέτης των γνωστικών διαδικασιών τις οποίες εξυπηρετούν τα στερεότυπα. Υπήρξε, όμως, και από τους πρώτους που υπέδειξαν ότι τα στερεότυπα δεν εξυπηρετούν μόνο τις γνωστικές λειτουργίες του ατόμου και ανέδειξε την κομβικότητα της κοινωνικής διάστασης της λειτουργίας των στερεοτύπων. Τα στερεότυπα είναι παρόντα σε περιπτώσεις διένεξης μεταξύ κοινωνικών ομάδων, διαφορών στη χρήση και την τοποθέτηση απέναντι στην εξουσία, προκειμένου να διευκολύνουν το άτομο να πάρει μία απόφαση σχετικά με 56 την στάση που πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρήσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι πάντα και οι καλύτεροι σύμβουλοι (Eagly, 1995). Επίσης, τα στερεότυπα κάνουν την εμφάνισή τους για να τεκμηριώσουν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων κατά το συμφέρον του ατόμου και για να προσδιορίσουν και κυρίως να στηρίξουν –μέσω της διαφοροποίησης- την κοινωνική ταυτότητα του (Hogg & Abrams, 1988).

Άλλωστε, και στη σκέψη του Tajfel (1981α) η κοινωνική πτυχή της λειτουργίας των στερεοτύπων συνίσταται στα ακόλουθα: Επιτρέπουν την ερμηνεία – μέσω της απόδοσης ευθυνών- μεγάλης κλίμακας κοινωνικών καταστάσεων και γεγονότων. Τεκμηριώνουν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών αντιδράσεων και συμπεριφορών υπηρετώντας την ιδεολογική λειτουργία της ερμηνείας και δικαιολόγησης του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος. Διατηρούν ή δημιουργούν τις ανάλογες συνθήκες για τη θετική διαφοροποίηση μεταξύ της ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο και των υπολοίπων. Οι λειτουργίες αυτές μπορούν να ονομαστούν αντίστοιχα ως κοινωνική αιτιολόγηση, κοινωνική τεκμηρίωση και κοινωνική διαφοροποίηση.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η κοινωνική αιτιολόγηση αναφέρεται σε μια διαδικασία διερεύνησης προκειμένου να κατανοηθούν τα πολύπλοκα, και συνήθως δυσάρεστα, κοινωνικά ή μη γεγονότα μεγάλης κλίμακας. Η κοινωνική εξήγηση τέτοιων γεγονότων εμπεριέχει τον προσδιορισμό της ταυτότητας της κοινωνικής ομάδας που κατηγορείται ως άμεσα υπεύθυνη για αυτό και την λεπτομερή και σχοινοτενή διάδοση των αρνητικών στερεοτύπων που σχετίζονται με τα γεγονότα αυτά. Αυτό είναι το φαινόμενο του αποδιοπομπαίου τράγου. Ένα παράδειγμα αυτού του φαινομένου στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες είναι η απόδοση της ευθύνης για την ανεργία στους οικονομικούς μετανάστες και όχι σε άλλους, πιο ρεαλιστικούς, 57 λόγους, όπως η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης ή η τάση του κεφαλαίου να χειραγωγεί την διακίνηση και τα κοινωνικά αιτήματα του εργατικού δυναμικού.

Η κοινωνική τεκμηρίωση αναφέρεται στην λεπτομερή ανάλυση ενός συγκεκριμένου στερεοτύπου μιας κοινωνικής ομάδας ώστε να δικαιολογηθούν οι πράξεις που διαπράττονται ή σχεδιάζονται εναντίον αυτής της ομάδας. Το παράδειγμα που ο Tajfel (1981α) δίνει, αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αποικιακές δυνάμεις τον 19ο αιώνα κατασκεύασαν υποτιμητικά στερεότυπα για τις φυλές που απάνθρωπα εκμεταλλεύονταν προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια. Η από-ανθρωποποίηση (dehumanization) μιας ομάδας κάνει την βάναυση εκμετάλλευση της να φαίνεται πιο τεκμηριωμένη, φυσική και μη προβληματική. Οι Jost & Banaji (1994) επεχείρησαν τη διεξοδικότερη εξέταση της άποψης του Tajfel και πρότειναν ότι η λειτουργία της κοινωνικής τεκμηρίωσης εξυπηρετεί την τεκμηρίωση του κοινωνικού συστήματος, της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων μέσα από την τεκμηρίωση, τόσο του εαυτού, όσο και της ομάδας. Η τεκμηρίωση του εαυτού αφορά στη θέση ότι τα στερεότυπα αναπτύσσονται για να προστατεύσουν τη θέση ή τη συμπεριφορά του εαυτού, ενώ η τεκμηρίωση της ομάδας αφορά στην άποψη ότι τα στερεότυπα δεν αναδύονται για να εξυπηρετήσουν ή να προστατέψουν μόνο την εικόνα του εαυτού, αλλά και την θέση της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο συνολικά, στο πλαίσιο της κοινωνικής οργάνωσης και ιεράρχησης των ομάδων. Η κοινωνική διαφοροποίηση αναφέρεται στην τάση ενίσχυσης των στερεοτυπικά δομημένων διαφορών που ενισχύουν την εικόνα της ομάδας στην οποία το άτομο κατατάσσει τον εαυτό. Συνήθως, αυτό συμβαίνει σε συνθήκες κατά τις οποίες η διαφοροποιητική ισχύς της ομάδας προσλαμβάνεται ως παραπαίουσα και απειλούμενη ή όταν οι κοινωνικές συνθήκες είναι τέτοιες ώστε μία ομάδα χαμηλού 58 στάτους να προσλαμβάνεται ως άνομη και μεταβαλλόμενη. Η κοινωνική διαφοροποίηση πραγματοποιείται μέσα από την παραγωγή θετικών στερεοτύπων για την ομάδα στην οποία ανήκει το άτομο και αρνητικών στερεοτύπων για την άλλη ή τις άλλες ομάδες. Τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας συνίσταται στην δραματική αύξηση του βαθμού διαφοροποίησης μεταξύ των ομάδων (Tajfel, 1982).

Η έννοια της κοινωνικής αιτιολόγησης και η λειτουργία της στην περίπτωση των στερεοτύπων αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η πλειοψηφία των κοινωνικών ομάδων μιας κοινωνίας αναγνωρίζει μία συγκεκριμένη ομάδα ως υπεύθυνη για δυσεπίλυτα και δυσάρεστα γεγονότα στα πλαίσια της εν λόγω κοινωνίας (Tajfel, 1981β).

Στην ομάδα αυτή αποδίδονται υποτιμητικά στερεότυπα και συχνά γίνεται αντικείμενο διώξεων. Μία εξήγηση για τη λειτουργία αυτή των στερεοτύπων παρέχεται από την θεωρία της κοινωνικής απόδοσης στο πλαίσιο της κοινωνικής ψυχολογίας (Harvey & Smith, 1977· Hewstone, 1983). Η θεωρία της κοινωνικής απόδοσης μοιράζεται με την προσέγγιση της κατηγοριοποίησης την άποψη ότι οι άνθρωποι έχουν την βασική ανάγκη να απλοποιούν και να επιβάλλουν την τάξη – να διαφεντεύουν – τον κοινωνικό τους κόσμο. Η προσέγγιση της κοινωνικής απόδοσης κάνει ένα βήμα πιο πέρα υποστηρίζοντας ότι υπάρχει μία βαθύτερη και ουσιαστικότερη ανάγκη να καταστεί ο κόσμος πιο προβλέψιμος, προκειμένου να είναι το άτομο ικανό να συμπεριφερθεί πιο προσαρμοστικά –πράγμα, που εκδηλώνεται με τη μορφή της αυθόρμητης τάσης για την αναζήτηση αιτιωδών εξηγήσεων για το σύνολο των κοινωνικών γεγονότων.

Ωστόσο η άποψη αυτή μοιάζει να είναι περιορισμένη ως προς τη θεώρηση που επιχειρεί σχετικά με την εξήγηση του είδους των αιτιωδών αποδόσεων στις οποίες προβαίνουν τα άτομα και τη χρονική συγκυρία στην οποία τις 59 πραγματοποιούν. Μπορεί επομένως να υποστηριχτεί ότι η οπτική της κοινωνικής απόδοσης εστιάζοντας την προσοχή της στην λειτουργία της κοινωνικής αιτιολόγησης των στερεοτύπων υπό τους όρους των κινήτρων του ατόμου που «αποδίδει», αναδεικνύει και τα όρια της λειτουργίας των στερεοτύπων στο κοινωνικό επίπεδο. Η προκατάληψη είναι το θεωρητικό –ιδεολογικο-πολιτικό- πλαίσιο, μέσα στο οποίο δομείται και λειτουργεί το στερεότυπο έχοντας πάντα μια σχέση αμφίδρομης διασύνδεσης με το φαινόμενο της προκατάληψης. Οι Kunda και Sinclair καταθέτουν σχετικά ερευνητικά ευρήματα τα οποία υποδεικνύουν πως η ενεργοποίηση και εφαρμογή ενός στερεοτύπου ως προς τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας μπορεί να επηρεαστεί από την προσπάθεια ενίσχυσης και «νομιμοποίησης» των προκατειλημμένων πεποιθήσεων σχετικά με τα μέλη αυτής της ομάδας (Kunda & Sinclair, 1999· Sinclair & Kunda, 2000).

Σημειώσεις:

27 Για μία επισκόπηση βλ. Gardner, 1994
28 Lippmann, W. (1922). Public opinion. New York: Harcourt Brace. Βρέθηκε σε: Brown, R. (1995). Prejudice. Oxford: Blackwell.
29 Οι Hilton & Von Hippel (1996) αναφέρουν ένα πλήθος προτάσεων για τον σχηματισμό των στερεοτύπων και αποτελούν σημαντική πηγή βιβλιογραφικής επισκόπησης σχετικά με το θέμα. Η επιλογή αναφοράς δύο μόνον από αυτές οφείλεται στην εκτίμηση ότι οι συγκεκριμένες προοπτικές εξήγησης είναι κοντύτερα στο σκεπτικό που διαπνέει την παρούσα μελέτη και εξυπηρετούν καλύτερα τους σκοπούς της θεωρητικής διαπραγμάτευσης που επιχειρείται.
30 Βλ. Ford et al., 1994


Εργασία
με τίτλο
Όψεις της κοινωνικής αναπαράστασης για τους τσιγγάνους.

Λαμπρίδης, Μάκης
στο τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας. Τομέας Παιδαγωγικής

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Ο ιδανικός εαυτός




Η Προέλευση

Ο ιδανικός εαυτός είναι ο όρος που τυράννησε και θα τυραννάει τους ευτυχισμένους επαΐοντες της ζωής. Τους πολυσκεπτόμενους θεωρητικούς που προσπάθησαν να το κλείσουν στα κουτάκια του μυαλού τους, αλλά αυτός όλο το σκάει μπερδεύοντας τα διανοητικά σχήματα που προσπαθούν να τον ακινητοποιήσουν στα θεωρητικά κατάστιχα του μέλλοντος.

Ο ιδανικός εαυτός το έσκασε από τα ψυχιατρικά εκκολαπτήρια της καθημερινότητας. Ατυχές ευτύχημα πειραματικών κρατικών επιδιώξεων με στόχο την σύνεση και την υποταγή. Η μορφή του, αναδύεται από κοινωνικά πιστοποιημένα εργαστήρια αυστηρών προδιαγραφών, με ορίζοντα τον σεσημασμένο ανθρωπάκο με κρυφές ονειρώξεις στα σεντόνια της παιδικότητας του. Γέννημα και θρέμμα βλεμμάτων και εκφράσεων που τον ζωγράφιζαν σε σκοτεινούς θαλάμους του “εγώ”, που ο Φρόιντ είχε ανακαλύψει κάποια στιγμή μεγάλης κοκο-μαστούρας.

Ο ιδανικός εαυτός έχει βοσκήσει στα χωράφια των πιο αυταρχικών συστημάτων. Έχει γίνει ο ονειρικός στόχος κλειστών οικογενειών που κουβαλάνε αλλόφρονα παιδιά σε γραφεία ψυχιάτρων, μάταια προσπαθώντας να τα οδηγήσουν στο μονοπάτι του ιδανικού εαυτού. Αυτά, έχοντας τα δικά τους οράματα, όλο αντιστέκονται συναντώντας την οργανωμένη επίθεση των κοινωνικών στερεοτύπων.

Ο ιδανικός εαυτός είναι ένα κοινωνικό στερεότυπο το οποίο προσπαθεί να ριζώσει μέσα στο ψυχισμό του καθένα μας. Είναι ένα κατασκεύασμα κοινωνιών μέσα από το οποίο το αυθόρμητο θεωρείται μη - φυσιολογικό, ενώ το “τεχνολογικό” προαναγγέλλει την εκπλήρωση ενός μελλοντικού παραδείσου. Έτσι ο ιδανικός εαυτός έχει σχέση τόσο με την θρησκεία, όσο και με την πολιτική. Ήταν και είναι ο πόλος εκείνος των συστημάτων καταπίεσης που προσπαθούσε να απαλύνει τις αντιστάσεις δημιουργώντας την ενοχή και το φόβου του αποκλεισμού.

Ο ιδανικός εαυτός αντιπροσωπεύει το είδος ενός φανταστικού ατόμου που ελπίζει να γίνει κάποιος σε ένα φανταστικό κόσμο που ποτέ δεν θα πραγματωθεί. Στην ουσία είναι ένας μη -εαυτός. Είναι κάποιος ο οποίος δεν υπάρχει παρά μόνο σαν ιδέα. Κατασκευάζεται από κοινωνικές ανομολόγητες θρησκευτικές και πολιτικές προσδοκίες, αλλά ποτέ δεν είναι αυτό που περιμένουμε. Προβάλλεται καθημερινά σαν το ιδανικό πρότυπο μιας επιτυχούς παρουσίας, η οποία θα φέρει την λύτρωση με την οργανωμένη απώλειας της πραγματικότητας που διαφημίζει.

Ο ιδανικός εαυτός δεν είναι ένας εαυτός, αλλά ένα πρότυπο εαυτού. Δεν υφίσταται σαν πραγματικότητα αλλά μόνο σαν φαντασία. Είναι λοιπόν ένας φανταστικός εαυτός που δεν κατασκευάζεται από το άτομο, αλλά αποτελεί μια ιδανική έκδοση εαυτού, η οποία συμπληρώνει την προσδοκία του κοινωνικού συστήματος εσωτερίκευσης της επιβολής - προσταγής σαν προσωπική απόφαση.

Η στέρηση

Έτσι η σκέψη του ιδανικού εαυτού μας απομακρύνει από την πραγματικότητα του εαυτού. Όσο μεγαλώνει η απόσταση από τον εαυτό, τόσο πλησιάζουμε τον ιδανικό εαυτό και το αντίθετο. Ο πραγματικό εαυτός θα είναι πάντα μακριά από τον ιδανικό με τέτοιο τρόπο ώστε, στην απόσταση που τους δημιουργείται, το σύστημα των προτύπων κατασκευάζει και προωθεί κοινωνικές προσδοκίες, οι οποίες απομακρύνουν την επιθυμία του πραγματικού, αντικαθιστώντας την, με αυτή του ιδανικού.

Ποτέ δεν μπορούμε να πλησιάσουμε αυτό που δεν υπάρχει. Η έννοια του ιδανικού είναι μια προσδοκία που πάντα απέχει από την πραγματικότητα. Μέσα από αυτή μπαίνουμε στον προθάλαμο της στέρησης. Η απουσία του δημιουργεί μια στέρηση, η οποία φαίνεται ότι είναι δική του, αλλά στην ουσία είναι του ίδιου μας του εαυτού. Η απουσία του εαυτού μας κάνει να λαχταράμε τον ιδανικό εαυτό. Η απουσία της παρουσία του, αντικαταστεί την στέρηση του εαυτού μας, σαν στέρηση του ιδανικού εαυτού. Μετά από την απέλπιδα προσπάθεια να τον κατακτήσουμε μένουμε χωρίς εαυτό, αλλά και χωρίς ιδανικό.

Έτσι πάντα θα υπάρχει κάτι που θα δηλώνεται σαν ανεπάρκεια ου εαυτού μας, ενώ είναι ανεπάρκεια του ιδανικού εαυτού. Διότι στο βαθμό που ο ιδανικός εαυτός πετύχει να γίνει μια ατομική προσδοκία, ο εαυτός, παραμένει ανεπαρκής στο διηνεκές. Και ενώ ο ιδανικός εαυτός θεωρείται ότι θεραπεύει την ανεπάρκεια του εαυτού, στην ουσία την αναπαράγει.

Ο ιδανικός εαυτός δεν είναι παρά η συστημική εικόνα ενός μελλοντικού εαυτού που κρύβει την ένδεια του, με την επίμονη αναπαράστασή του δήθεν πλούτου του. Έτσι αποτελεί την προσδοκία που ποτέ δεν πραγματοποιείται αναπαράγοντας την έλλειψή του, σαν κινητήρια δύναμη μια καθημερινής στέρησης, η οποία φαντάζει σαν επιδιωκόμενη πληρότητα.

Συμπέρασμα

Άρα ο ιδανικός εαυτός δεν ανήκει σε κανένα, είναι μια κοινωνική ουτοπία προτύπου που αναπαράγεται κοινωνικά στην προσπάθεια να υιοθετηθεί ατομικά. Ατομικά και κοινωνικά, η φανταστική φιγούρα ενός ιδανικού εαυτού, εμποδίζει την ελεύθερη ανάπτυξη του πραγματικού. Διότι πως λέει η Τζούντιθ Μπάτλερ1, με τον ίδιο τρόπο που δεν υπάρχει ένα αποκλειστικό πρότυπο του ανθρώπινου και μόνο όταν παραιτηθούμε από την αναζήτηση του, θα συναντήσουμε τον ίδιο τον άνθρωπο, έτσι και δεν υπάρχει ιδανικός εαυτός και μόνο αν αρνηθούμε την ιδέα του, θα συναντήσουμε τον εαυτό μας.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Max Beckmann

Η Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler, 24 Φεβρουαρίου 1956) είναι Αμερικανίδα μετα-στρουκτουραλίστρια φιλόσοφος, 

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Οι “εισαγωγικές” εξετάσεις





Στην μικρή μας χώρα κάθε χρόνο συμβαίνει, διαδραματίζεται μια τελετουργία σαν και αυτές που παλαιότεροι πολιτισμοί τις χρησιμοποιούσαν για να ετοιμάζουν την είσοδο των εφήβων στην ενήλικη ζωή. Αν οι τότε τελετουργίες της άνοιξης είχαν σχέση με τον έρωτα και γενικά με την μύηση του/ης εφήβου/ης στις ηδονές του, που σήμαινε επίσης και την αποδοχή του από την ομάδα των ενηλίκων, σήμερα οι εισαγωγικές εξετάσεις διατηρούν αυτό το ρόλο, δηλαδή γίνονται και αυτές κάθε άνοιξη, δημιουργώντας όμως μια κατάσταση στα “παιδιά” που δεν έχει σχέση με την ηδονή, την ικανοποίηση της φύσης τους, και εν γένη της αποδοχής τους στην κοινωνία των ενηλίκων, αλλά με το άγχος, τον περιορισμό, την στέρηση της ηδονής και τον φόβο του αποκλεισμού από αυτή.

Η μικρή μας λαμπρή κοινωνία, μέσω του μηχανισμού των “εισαγωγικών” θέτει ένα είδος ελέγχου και διαλογής των νέων στους κόλπους της. Mε μια σκληρή ιεράρχηση καθορίζει αυτό που “αξίζει” ή δεν “αξίζει” να δοθεί σε αυτούς, από αυτό που θα έπρεπε να προσφέρει αβίαστα μια δημοκρατική κοινωνία : την Μόρφωση.

Με αυτό τον τρόπο όσο και να θέλει η κοινωνία μας, να προβάλλει το ενδιαφέρον της για τα δικαιώματα των νέων, τις δημοκρατικές διαδικασίες και όλα αυτά τα ωραία λόγια των πολιτικών της, και των ενήλικων πολιτών της, το σύστημα των “εισαγωγικών” εξετάσεων την εμποδίζει.

Το σύστημα των “εισαγωγικών” αποτελούσε, αποτελεί και θα αποτελεί ένα κρεβάτι του Προκρούστη για κάθε έφηβο πάνω στο φούντωμα του ερωτισμού του με την ζωή. Έτσι από πολύ νωρίς οι νέοι και οι νέες μαθαίνουν ότι η κοινωνία μας δεν είναι μια δημοκρατική κοινωνία διαλόγου και ισότητας, αλλά μια κοινωνία υποταγής και ευκαιριών. Μέσα στην “ανωριμότητα” που τους διακρίνει, καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα σύστημα αυστηρό, το οποίο δεν σηκώνει αντιρρήσεις. Βρίσκονται αναγκασμένοι/ες να οδηγηθούν στο ικρίωμα, στην διαλογή, στην αποδοχή ή τον αποκλεισμό από τον κοινωνικό Προκρούστειο μηχανισμό που είναι οι “εισαγωγικές”.

Η μικρή μας κοινωνία μέσω των “εισαγωγικών” δεν προβάλει την ελευθερία της έκφρασης, αλλά αντίθετα των αναμηρυκασμό πεθαμένων γνώσεων με σκοπό την μετατροπή της ζώσας νεανικής ύλης σε ένα πτώμα χωρίς επιθυμίες έτοιμο να υπηρετήσει την αναπαραγωγή της ανελευθερίας που τόσο έχει ανάγκη.

Όλο αυτό λοιπόν το οικοδόμημα των “εισαγωγικών” εξετάσεων οδηγεί τους νέους και τις νέες σε ένα κοινωνικό προθάλαμο όπου βασιλεύει η αδικία, η ανισότητα, ο αυτοπεριορισμός και η αποδοχή κοινωνικών δεδομένων που δεν υπολογίζουν την παρουσία τους σαν ενεργούς πολίτες, αλλά σαν “μέσα” για την επίτευξη άλλων στόχων. Στόχων που αργότερα θα καλεστούν να υπηρετήσουν και οι ίδιοι!

Έτσι οι "εισαγωγικές" εξετάσεις κάθε άνοιξη, αποτελούν το γεγονός πάνω στο οποίο θα σκύψει ολόκληρη οι κοινωνία και οι θεσμοί της, όπου με κροκοδείλια δάκρυα οι ενήλικες από κάθε κοινωνική θέση θα διαδηλώσουν την συμπόνια τους για την κατάσταση, που οι ίδιοι ετοίμασαν στα “παιδιά” τους και θα “προσευχηθούν” για την επιτυχία τους, δείχνοντας όμως πόσο ανίκανοι είναι να αλλάξουν αυτή την παράλογη κατάσταση.

Παράλογη, διότι το όλο εγχείρημα δεν έχει να κάνει με την γνώση, αλλά με τον θάνατο της γνώσης. Δεν έχει να κάνει με την εκπαίδευση, αλλά την παρα-εκπαίδευση. Δεν έχει να κάνει με κάτι φυσιολογικό, αλλά με μια παρά φύση κοινωνική ενέργεια η οποία έχει αποκτήσει την φυσιολογικότητα της μέσα από την μη φυσιολογική αντιμετώπιση της.

Ξέχωρα όμως από την κοινωνική προσέγγιση του θέματος, σε ψυχολογικό επίπεδο η κατάσταση είναι ανυπόφορη, για τους νέους και τις νέες. Το στρες από την εξέταση ξεπερνά κατά πολύ την ικανότητα αντοχής τους. Η αίσθηση του εαυτού τους, καθώς και η εικόνα τους καθορίζεται από αυτή την εξέταση με ένα τρόπο που πολλές φορές οδηγεί τόσο τα παιδιά, όσο και τις οικογένειες τους, σε ψυχωτικά αδιέξοδα.

Έψαξα στο Internet για να βρω τι λένε για τις εισαγωγικές. Κάτι σαν συμβουλές για τους εξεταζόμενους από επιστήμονες, αλλά σε αυτό το τομέα δεν βρήκα παρά μόνο μια ψυχολόγο που είχε γράψει κάτι το οποίο το αναπαρήγαγαν καμιά δεκαριά σαιτ. Ή συνάδελφος λοιπόν, καλώς έγραφε με ποιο τρόπο θα αποφύγουν το στρες οι νέοι και οι νέες και το πως πρέπει να συμπεριφέρεται η οικογένεια. Το κείμενο όμως αυτό μας άφηνε να φανταστούμε την έκταση που παίρνουν οι εισαγωγικές εξετάσεις στην ζωή των παιδιών και της οικογένειας τους και με ποιο τρόπο μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την εξέλιξή τους. Πόσο αποτελεί ένα κριτήριο κοινωνικοποίησης του “παιδιού” αλλά και ικανοποίησης της οικογένειας, επιτυχίας της ή όχι σαν κοινωνική ομάδα. Πόσο οι “εισαγωγικές” μπορούν να γίνουν ένα “τοξικό” διαχρονικό θέμα για το “παιδί” αλλά και για την οικογένεια.

Βέβαια θα μου πείτε ότι χωρίς “εισαγωγικές” δεν χάνεται τίποτα. Θα μπορούσα να συμφωνήσω μαζί σας. Ίσως να φαίνεται ότι δεν χάνεται τίποτα και υπάρχουν πολλοί συμπολίτες μας που δεν μπήκαν σε ανώτατες σχολές και μεγαλούργησαν, όπως και άλλοι που μπήκαν και απέτυχαν, όμως το ζήτημα δεν είναι εκεί ! !

Το ζήτημα είναι ότι από την στιγμή που υπάρχει αυτός ο κοινωνικός μηχανισμός, ο οποίος είναι καθαρά ένας μηχανισμός διαλογής και αξιολόγησης ανθρώπινου δυναμικού, με το πέρασμα του χρόνου, έχει γίνει θεσμός. Σαν θεσμός, σε πραγματικό ή φανταστικό επίπεδο, αποτελεί το βασικό κοινωνικό κριτήριο αξιολόγησης για κάθε πολίτη, είτε τον έχει περάσει, είτε όχι. Είτε έχει πετύχει, είτε όχι.

Η Μετατροπή τους σε θεσμό, η “θέσμιση” τους, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης μέσα από την γλώσσα, την συμπεριφορά, και τις κοινωνικές αξίες, επιβάλλουν ένα τρόπο να σκεπτόμαστε και να δρούμε. Έτσι σαν κοινωνικός θεσμός καθορίζει και διαμορφώνει εκτός από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και την φαντασιακή οργάνωση της κοινωνίας γύρω από αυτόν.
Η αξιολόγηση λοιπόν του κάθε πολίτη της μικρής μας χώρας, είτε σε προσωπικό, είτε σε κοινωνικό επίπεδο γίνεται πάντα με γνώμονα αυτό το μηχανισμό-θεσμό ο οποίος διαμορφώνει τις συνθήκες τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο, είτε συμμετέχει κανείς σε αυτόν, είτε όχι.

Η διαμόρφωση αυτή δεν ευνοεί τα “παιδιά”, δεν ευνοεί τον πολίτη και σε τελική ανάλυση δεν ευνοεί την δημιουργία μια κοινωνίας ανοιχτής και ελεύθερης, αλλά το αντίθετο την διαμορφώνει, όπως είπα πάρα πάνω - με γνώμονα τη ιεραρχία - την ανισότητα, την υποταγή και τελικά την καθυπόταξη του κάθε νέου και νέας πριν ακόμα ξεκινήσει την ενήλικη ζωή του.

Με λίγα λόγια η "εισαγωγικές" εξετάσεις διαβρώνουν την κοινωνία αντί να την δυναμώνουν.

Κερεντζής Λάμπρος

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Αξιοπρέπεια και Οικογένεια




Είδαμε ότι η έννοια της αξιοπρέπειας πρώτον, αναφερόμενη στο άτομο εκφράζεται με την ικανότητα ελέγχου της πραγματικότητας μέσα από την οποία αντλεί την ικανοποίηση για το εαυτό του και δεύτερον, αναφερόμενη στην ένταξή του σε μια κοινωνική ομάδα, εκφράζεται με την αποδοχή των όρων και νόμων της.

Επίσης καταλήξαμε ότι η αξιοπρέπεια αποτελεί μια συνκατασκευή ανάμεσα στο άτομο και το περιβάλλον και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του. Δηλαδή η αίσθηση της αξιοπρέπειας τονίζει την σταθερότητα της ταυτότητας και την ικανοποίηση από αυτή.

Η έννοια της ελευθερίας είναι συνδεδεμένη με την έννοια της αξιοπρέπειας τόσο σε ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό, και πολιτικό επίπεδο. Ο Κάντ μίλησε πρώτος για την αναλογία αξιοπρέπειας και αυτονομίας. Αξιοπρέπεια, αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμός δεν μπορούν να συνυπάρξουν αν δεν υπάρχει ελευθερία. Ποτέ ένας σκλάβος δεν θεωρήθηκε ότι έχει αξιοπρέπεια. Έτσι η αξιοπρέπεια στοιχειοθετείται με γνώμονα την ελευθερία που απορρέει από την σχέση του ατόμου με την κοινωνική ομάδα που ανήκει.

Όπως το κάθε τι που αφορά το άνθρωπο έτσι και η αξιοπρέπεια έχει σχέση με την πρώτη ομάδα που συνάντησε ερχόμενος στο κόσμο, την οικογένεια. Τόσο το βλέμμα που θα εισπράξει σαν βρέφος, σαν παιδί, σαν έφηβος μέσα σε αυτή, όσο και η συμπεριφορά της απέναντί του θα ορίσουν το βαθμό αξιοπρέπειας που θα νιώσει, η οποία έχει σχέση με την ικανοποίηση από την παρουσία του και η οποία είναι ανάλογη με την αποδοχή που συναντάει. Αντιθέτως η αδιαφορία, η απόρριψη και η καθυπόταξη σε αυτές τις ηλικίες έρχονται να τραυματίσουν σοβαρά την αξιοπρέπεια του ατόμου και να τον οδηγήσουν σε ένα λαβύρινθο αναζήτηση της, ο οποίος θα είναι γεμάτος από ενοχές, αυτό-απόριψη και αυτοτιμωρία.

Η αξιοπρέπεια του παιδιού ορίζεται από την ελευθερία που του παρέχουν οι οικογενειακές συνθήκες, δηλαδή από την δυνατότητα που του παρέχεται να προβάλλει τον εαυτό του, να σκεφτεί, να εκφραστεί, να αποφασίσει ακόμα και να έρθει σε αντιπαράθεση. Καθορίζεται από την δυνατότητα που του παρέχεται να ορίσει αυτό που νομίζει σωστό για εκείνον, να ακολουθήσει αυτό που τον ανεβάζει στα μάτια του, να διαχειριστεί τον χρόνο και τον χώρο που του ανήκει χωρίς οι παρεμβάσεις των άλλων να είναι αποτρεπτικές από τις επιθυμίες του.

Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο η οικογένεια θα πρέπει να λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει αυτές τις συνθήκες ύπαρξης στο νέο μέλος της. Δηλαδή η αξιοπρέπεια δεν είναι ένα στοιχείο που αφορά μόνο το παιδί και την σχέση του με την οικογένεια, αλλά θα πρέπει να είναι ένα στοιχείο που διέπει όλες τις σχέσεις της οικογενείας και περισσότερο, νομίζω, ότι πρέπει να διέπει την σχέση των γονέων. Έτσι η ελευθερία, η αποδοχή, η ισότητα από τις οποίες απορρέει η αξιοπρέπεια πρέπει να είναι στοιχεία της οικογενειακής λειτουργίας. Μόνο μέσα από μια τέτοια λειτουργία, η αυτονομία, η επιθυμία και τελικά η απόφαση του κάθε μέλους μπορεί να διαφυλάξει και να ανάπτυξη την αξιοπρέπεια του σαν κριτήριο όχι μόνο διαφύλαξης και προστασία, αλλά και υπεράσπισης του ίδιου του εαυτού.

Στην μικρή μας κοινωνία και στην κουλτούρα που μας τυλίγει, η αξιοπρέπεια κινδυνεύει μέσα στην οικογένεια, όχι μόνο από την απόρριψη και την καθυπόταξη, αλλά και από την απεριόριστη αγάπη, την λεγόμενη υπερπροστασία. Η υπερπροστασία είναι σε μεγάλο βαθμό μια καλυμμένη εκδήλωση εξουσίας. Η υπερπροστασία με τον ίδιο τρόμο με την ακάλυπτη βία περιορίζει το παιδί στην θέση του ανεπαρκούς, του αδαούς, αυτού που δεν του παραχωρείται η ελευθερία να αποφασίσει όχι βίαια μέσα αλλά “μαλακά”.
Στο βαθμό λοιπόν η οικογένεια θέλει να αναπτύξει την αξιοπρέπεια των μελών της και μάλιστα των νέων, θα πρέπει να προστατεύει την ελεύθερη εκδήλωση και έκφραση του εαυτού τους σε όλα τα επίπεδα, ακόμα και αν έρχονται σε αντίθεση με τα πιστεύω ή τους κανόνες της. Στην ουσία αυτή η αντίθεση θα πρέπει να την κάνει να ξανασκεφτεί την λειτουργία της και να μπει και αυτή σε μια τροχαία αμφισβήτηση της. Μια τέτοια αντιμετώπιση θα μεγαλώσει το φάσμα της ελευθερίας της, άρα και της αξιοπρέπειά της.

Με αυτό τον τρόπο η οικογένεια μπορεί να βελτιώσει την ζωή των μελών της βελτιώνοντας την δική της λειτουργικότητα. Δημιουργώντας χώρους και χρόνους ελευθερίας όπου τα μέλη της θα βρούνε τα ίδια τον τρόπο και το λόγο να πλησιάσουν ένα το άλλο μέσα από την αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό. Αυτό λοιπόν που έχει σημασία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι, το να μπορέσει η οικογένεια να προβάλλει την έννοια του ανθρώπου παρά του καθήκοντος, όπου το καθήκον διαπερνά την κοινωνία μας σαν παράγοντας που φαίνεται ότι την συντηρεί αλλά περισσότερο την διαλύει.

Η έννοια του καθήκοντος ορίζει την αξιοπρέπεια σαν στοιχείο που απονέμεται μετά από μια υποχρεωτική, υποταχτική συμπεριφορά απέναντι στα άλλα μέλη της οικογένειας. Σε αυτή την περίπτωση η αξιοπρέπεια της ένταξης όπως λέει και ο Robert Neuburger μπορεί να έρθει ενάντια στην προσωπική αξιοπρέπεια δημιουργώντας την ανασφάλεια και την ενοχή. Άρα η αξιοπρέπεια της ένταξης θα πρέπει να φροντίζει και να στηρίζει την ισχύ της στην προσωπική αξιοπρέπεια του κάθε μέλους της και όχι στην αποδυνάμωση της. Η αποδυνάμωση της αξιοπρέπειας του μέλους σημαίνει και την αποδυνάμωση της αξιοπρέπειας της ένταξης.

Δηλαδή το άτομο μπορεί να είναι ενταγμένο στην ομάδα, αλλά αυτό θα γίνεται με απώλεια της ελευθερίας του, πράγμα που μπορεί να τον κάνει να χάσει την προσωπική του αξιοπρέπεια, ή να την ταυτίσει με την αξιοπρέπεια της ομάδας οπότε εμπίπτουμε σε περιπτώσεις εξτρεμιστικού δογματισμού όπως στην περίπτωση των φασιστικών οργανώσεων ή των τσιχαντιστών.
Όμως για να ξαναγυρίσουμε στην οικογένεια, και τον τρόπο λειτουργία της, η προάσπιση της αξιοπρέπειας των μελών της και μάλιστα των παιδιών θα πρέπει να στηρίζεται από ένα κανάλι ανοιχτής επικοινωνίας, το οποίο θα μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε γνώμη και θα μπορεί να συζητηθεί.

Όσο λιγότερα όρια θέτει η οικογένεια στην ελευθερία της σκέψης και του λόγου τόσο περισσότερο θα ελευθερώνει τα μέλη της να έρθουν πιο κοντά στον εαυτό τους και κατ επέκταση και στους άλλους. Με αυτό τον τρόπο θα διαμορφωθούν και οι συμπεριφορές όπου η τρυφερότητα, η γενναιοδωρία, η αλληλεγγύη θα απομακρύνει την αντιπαλότητα, τον εκνευρισμό και την απόρριψη του ενός από τον άλλον με τα αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε.

Έχοντας υπ΄ όψιν ότι η ελευθερία είναι μια διαρκής διεκδίκηση και αυτή η διεκδίκηση στην περίπτωση της οικογένειας εκφράζεται με μια καθημερινή αναζήτηση στις σχέσεις των μελών της, είμαι αναγκασμένος να επαναλάβω ότι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει η εναντίωση που συναντάμε στην περίοδο της εφηβείας, στις αντιρρήσεις και τις αρνήσεις που μπορούν να δεχτούν οι γονείς. Όλες αυτές οι καταστάσεις είναι μορφές διαλόγου, μορφές διαπραγμάτευσης για κάτι καλύτερο για όλους. Είναι μια προσπάθεια διατήρησης της αξιοπρέπειας του καθένα μέσα στο οικογενειακό σύστημα.

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι πρώτα τα παιδιά και οι έφηβοι αλλά και οι νέοι αργότερα δηλώνουν την μεγάλη στεναχώρια τους αν αισθανθούν ή δούνε την αξιοπρέπεια των γονιών τους να υποβιβάζεται, να τσαλαπατιέται μέσα στους κόλπους μιας κοινωνίας οικονομικού προσανατολισμού. Διότι μέσα στην αγριότητα του πολιτισμού μας ένας γονέας μπορεί πολύ εύκολα να δοκιμαστεί όσο αφορά την αξιοπρέπεια του στο χώρο της εργασίας του, είτε με την απώλεια της ελευθερίας που βιώνει, της υποτίμησης της παρουσίας του, είτε με την ανεργία που καραδοκεί την τύχη την δική του και τα παιδιά του. Τα παιδιά είναι πολύ ευαίσθητα σε κάτι τέτοιο γι αυτό είναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή να υπερασπιστούν τον γονέα ακόμα και αν οι σχέσεις τους είναι διαταραγμένες.

Η υποτίμηση της αξιοπρέπειας του γονέα βιώνεται από το παιδί σαν προσωπική του υποτίμηση και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάν οι γονείς. Κατά την γνώμη μου πρέπει να φροντίζουν τον εαυτό τους με κάθε τρόπο διατηρώντας την αξιοπρέπεια τους, πράγμα που προσδίδει την επιθυμία και στα παιδιά τους να τους μοιάσουν και να φροντίζουν τον εαυτό τους όπως και και αυτοί. Άρα η αξιοπρέπεια στα οικογενειακά πλαίσια είναι κάτι που δεν μεταδίδεται μόνο με τα λόγια και τις συμβουλές, αλλά και με την συμπεριφορά, την μίμηση, την ταύτιση...

Συμβουλή για τα παιδιά μας είναι ο τρόπος που υπερασπιζόμαστε την ελευθερία μας για να κρατήσουμε την αξιοπρέπεια μας, όσο μπορούμε πιο άθικτη από ότι πάει να την μειώσει και να την εξαφανίσει.

Κερεντζής Λάμπρος

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Η αξιοπρέπεια



Το άτομο

Το θέμα μας σήμερα, έχει να κάνει με την αξιοπρέπεια σαν μια κατάσταση που εκφράζει την αυτοεκτίμηση και κατ επέκταση τον αυτοσεβασμό του ατόμου προς τον εαυτό του.

Αξιοπρέπεια, αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμός αποτελούν βασικά στοιχεία για την ψυχική επιβίωση του. Αποτελούν τα όρια μέσα στα οποία αναπτύσσεται και αποτελεί το χώρο/χρόνο της ποιοτικής ύπαρξης του στο βαθμό που μπορεί και τον ορίζει ο ίδιος. Η ικανότητα ακριβώς αυτού του ελέγχου δημιουργεί την αίσθηση της αξιοπρέπειας και μεγαλώνει την αυτοεκτίμηση αλλά και το σεβασμό προς τον εαυτό.

Μέσα από αυτόν το έλεγχο, η αξιοπρέπεια πραγματώνεται σαν αξία εκφράζοντας την ικανότητα του ατόμου να εκπληρώνει τις επιθυμίες του πράγμα που δηλώνει την ελευθερία του, μέσα από την αίσθηση της οποίας αντλεί την αναγνώριση και τον σεβασμό για την παρουσία του.

Η αξιοπρέπεια λοιπόν έχει σχέση με την κυριότητα του εαυτού, με την ικανότητα αυτονόμησης και ανταπόκρισης με επιτυχία στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος σύμφωνα με το τι ορίζει ο ίδιος σαν συμφέρον του.

Μέσα από αυτή την λειτουργία η αίσθηση της αξιοπρέπειας εκφράζει την αυθεντικότητα της σχέση με τον εαυτό και αποτελεί ένα σύστημα ανατροφοδότησης της “αλήθειας” του σαν αξία αναγνώρισης και αυτό-αποδοχής του.

Η ομάδα

Η αξιοπρέπεια του ατόμου όμως κατασκευάζεται σε συνεργασία με την ομάδα (οικογενειακή, κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική ) που κάθε φορά ανήκει. Εκφράζει το αποτέλεσμα του σεβασμού που το άτομο προσδίδει στην ομάδα αλλά και το σεβασμό που εκείνο έχει καταφέρει να αντλήσει από την παρουσία του μέσα σε αυτή.

Η αξιοπρέπεια εξαρτάται από την αναγνώριση της κοινωνικής ομάδας που ανήκει. Η τιμή αυτή σημαίνει την αποδοχή του και την ένταξη του σε αυτή σαν πρόσωπο που προάγει την αξιοπρέπεια της ίδιας της ομάδας. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται το άτομο να δείξει σεβασμό για τους νόμους και τα ήθη της εκάστοτε ομάδας, δηλαδή να αποδεχτεί όρους που προάγουν την αξιοπρέπεια της ομάδα που ανήκει.

Έτσι η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται μόνο από την προσέγγιση της “αλήθεια” του ατόμου αλλά και από την αξιοπρέπεια που απολαμβάνει, με την ένταξή του σε μια κοινωνικής ομάδα. Εξαρτάται από τη θέση και το ρόλο που έχει μέσα σε αυτή.
Η αίσθηση ότι ανήκει στην ομάδα δημιουργεί την διάσταση εκείνη της συμμετοχής και του μοιράσματος, κάνοντας την αξιοπρέπεια της ένταξης στην ομάδα, υπόθεση προσωπική. Άρα αξιοπρέπεια απορρέει από την ένταξή του ατόμου και την αναγνώριση της ικανότητας του να αποτελεί μέλος της.

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε όπως λέει ο Robert Neuburger στο βιβλίο του "Exister", με δύο μορφές αξιοπρέπειας. Αυτή που αφορά το άτομο και αυτή που αφορά την ομάδα. Η ατομική αξιοπρέπεια και η αξιοπρέπεια της ένταξης η μία συμπληρώνει την άλλη, ή στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να βρεθούν, η μια κόντρα στην άλλη. Πολλές φορές το συμφέρον της ομάδα έρχεται σε αντίθεση με το ατομικό συμφέρον. Τότε άτομο έρχεται σε δύσκολη θέση ανάμεσα στην αξιοπρέπεια του και την αξιοπρέπεια της ομάδας. Δηλαδή ανάμεσα στην προσωπική του αξιοπρέπεια που σημαίνει την υπεράσπιση της διαφορετικότητας, την ελευθερία της σκέψης του και της πράξης του σύμφωνα με τις μύχιες επιθυμίες του και την αξιοπρέπεια της ένταξης δηλαδή την υπεράσπιση των κανόνων της ομάδας.

Έτσι συναντάμε δύο ειδών ευαισθητοποιήσεις απέναντι στις δύο μορφές αξιοπρέπειας. Αυτή που έχει σχέση με την προσωπική αξιοπρέπεια, όπου το άτομο θα υποστηρίξει περισσότερο την θέση του, την ελευθερία απόφασης και τον έλεγχο που ασκεί στις καταστάσεις που τον αφορούν, η οποία μπορεί να τον φέρει ενάντια στην ομάδα, και αυτή που έχει σχέση με την αξιοπρέπεια της ένταξης όπου το άτομο αποδίδει περισσότερο σημασία στους κανόνες, τις νόρμες, τις δοξασίες της ομάδας που ανήκει είτε είναι οικογενειακή, κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική βάζοντας στην άκρη την προσωπική του αξιοπρέπεια.

Κερεντζής Λάμπρος

Βιβλιογραφία:
Robert Neuburger “Exister”

Στο επόμενο: Αξιοπρέπεια και η οικογένεια

κολλάζ: Carl M. Crawford