Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Κύριε Τσίπρα...




Κύριε Τσίπρα λυπάμαι αλλά... είσθε πολύ μικρός σε ηλικία για να γίνετε ο πατέρας του έθνους. Μόνο για αδελφός κάνετε, ή το πολύ για κολλητός. Ο λαός διψά για ένα ΠΑΤΕΡΟΎΛΗ που θα καταλάγιαζε το άγχος της υπευθυνότητας της ζωής του, μόνο και μόνο με την γερασμένη του παρουσία.

Κύριε Τσίπρα, σαν πρότυπο μας αφήνετε ακάλυπτους και τα φαντασιακά σενάρια παρατημένων, ορφανεμένων ψυχών στις λεωφόρους της παγκοσμιοποίησης βρικολακιάζουν τις νύχτες και τις ημέρες μας.

Μάταια ψάχνουμε την μεστότητα των ρυτίδων στο πρόσωπό σας, δεν μας βγαίνει καθόλου. Και δεν έχει να κάνει με τις πράξεις...όχι έχει να κάνει με την παιδικότητα που ξυπνάει μέσα μας την δική μας παιδικότητα και το άγχος της ανασφάλειας από αυτή.

Η νεανικότητα σας μαρτυράει έλλειψη εμπειρίας, ενώ τα γερασμένα πρότυπα ηγετών οι οποίοι δικαίωναν με την αυταρχική παρουσία τους την καταπίεση και τον περιορισμό, και δημιουργούσαν το αίσθημα της ασφάλειας τόσα χρόνια.. μας λείπει .

Χάθηκε να είσθε ένας “γέρος της δημοκρατίας” ένας “πατέρας του έθνους” , ένας “ηγέτης” που σήκωσε τον ήλιο ψηλά! Εσείς τι είσθε; Πως μπορείτε να κάνετε το λαό να φαντασιωθεί την γαλήνη μέσα στο βλέμμα σας, να αφεθεί στα πολύπειρα χέρια σας με ηλικιακή πυγμή ανάμεσα στα δάκτυλά τους.

Σας το ξαναλέω ένα ΠΑΤΕΡΟΥΛΗ ψάχνει ο λαός και όχι έναν αδελφό. Κάποιον που να είναι πάνω από αυτόν, κάποιον που να αναλάβει να το πάρει στην αγκαλιά του και να τον νανουρίσει με λόγια που φέρνουν όμορφα όνειρα και μαγικές σκέψεις. Κάποιον που θα τον κάνει να “γυρίσει” στην παιδική του ηλικία, τότε που όλα ήταν ήσυχα, ήρεμα και απλά. Τότε που δεν ευθυνόταν για τίποτα.

Κύριε Τσίπρα... λυπάμαι...

Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Οικογενειακά σενάρια αποσταθεροποιημένης σταθερότητας 5



Είναι 21 χρονών και οι γονείς μου έχουν μαγαζί και βρίσκονται όλη μέρα έξω από το σπίτι. Έχω έναν αδελφό 15 χρονών που σπουδάζει, αλλά δεν το θέλει καθόλου. Εγώ αντίθετα που ήθελα πολύ να σπουδάσω, αναγκάστηκα να σταματήσω για να πάω να δουλέψω.

Τώρα δουλεύω σε ένα παιδικό σταθμό 8 ώρες την ημέρα, η δουλειά που κάνω μου αρέσει πολύ αλλά την βρίσκω πολύ κουραστική. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Παρ' ότι οι γονείς μου κερδίζουν αρκετά χρήματα, εγώ είμαι υποχρεωμένη να καταθέτω στο σπίτι σχεδόν ο,τι κερδίζω και πρέπει να ζητάω χρήματα από αυτούς κάθε φορά που έχω ανάγκη να κάνω και το παραμικρό έξοδο.

Όταν γυρίζω στο σπίτι από το παιδικό σταθμό στις 6 το απόγευμα, οι δικοί μου είναι ακόμα στο μαγαζί και απαιτούν από εμένα να συγυρίσω το σπίτι και να ετοιμάσω το δείπνο για όλους. Είμαι αρραβωνιασμένη, αλλά δεν μου επιτρέπεται να βγαίνω με το αγόρι μου που μπορεί μόνο να έρχεται να με βρίσκει το βράδυ στο σπίτι. Αν καμιά φορά αργοπορώ γιατί το αγόρι έρχεται να με πάρει και να κάνουμε μια βόλτα μαζί, οι δικοί μου ελέγχουν με το τηλέφωνο τι ώρα γυρίζω και το βράδυ έχουμε σκηνές.

Σε αντίθεση ο αδελφός μου στα 15 του χρόνια έχει κλειδιά του σπιτιού, γυρνάει το βράδυ όποτε θέλει και κανείς δεν του λέει και κανείς δεν του λέει τίποτα, δεν με βοηθάει καθόλου, αντίθετα απαιτεί να του πλένω και να του σιδερώνω τα πουκάμισα, να του στρώνω το κρεβάτι να του σιδερώνω τα παντελόνια και αν κατά τύχη δυσανασχετώ το λέει στους γονείς μας και μου κάνουν άλλες σκηνές.

Δεν μπορώ πια, δεν βλέπω την ώρα να παντρευτώ και να φύγω και να αλλάξω ζωή, μα κάθε τόσο μου έρχονται οι αμφιβολίες πως όταν παντρευτώ θα καταντήσω να κάνω την ίδια ζωή της διπλής δουλειάς και της σκλαβιάς, γιατί το αγόρι μου συμφωνεί πως οι κοπέλες πρέπει να μένουν στο σπίτι και να μην βγαίνουν μόνες τους. Τι πρέπει να κάνω;

Λουκία

Πίνακας:Vera Rockline

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Νοσηρότητα και υγεία



Η Νοσηρότητα


Η νοσηρότητα είναι μια κατασκευή, μια κατασκευή όπου η συμμετοχή του υποκειμένου περιορίζεται απλά στην αποδοχή της. Έγκειται στην επανάληψη γνωστών συναισθημάτων τα οποία το εγκλωβίζουν σε ένα επαναλαμβανόμενο συγκινησιακό πεδίο που δεν έχει διέξοδο.

Νοσηρότητα είναι ο φόβος της συνειδητοποίησης του εαυτού και των αναγκών του. Είναι ο φόβος της ανακάλυψης της διαφορετικότητας του και η προσπάθεια συγκάλυψης οτιδήποτε καινούργιου υπάρχει σαν σκέψη, συναίσθημα, συμπεριφορά ή σχέση. Έτσι νοσηρότητα σημαίνει την επαναλαμβανόμενη στέρηση του εαυτού σαν κομιστή του καινούργιου και του διαφορετικού. Εκφράζεται με την μη αποδοχή του, η οποία αναπαράγει την στειρότητα του περιβάλλοντος σαν στοιχείο δικό του.

Φύεται σε χωροχρόνους της ακινησίας ή της προμελετημένης κίνησης. Αποτελεί περιεχόμενο επαναληπτικών ενεργειών και συμπεριφορών οι οποίες αναπαράγουν το ίδιο και απαράλλαχτο, με μια σιγουριά που δεν είναι παρά η ίδια νοσηρή. Άρα η νοσηρότητα είναι προϊόν της στασιμότητας. Την θρέφει η επανάληψη και ο μιμητισμός. Την θρέφει το αναλλοίωτο, το απαράλλαχτο, το μόνιμο, το ίδιο.

Η επανάληψη εκφράζει μια αντίσταση στην αλλαγή η οποία δίνει την εντύπωση στο υποκείμενο ότι ελέγχει την πραγματικότητα ενώ στην ουσία ελέγχεται από αυτή. Φαίνεται ότι προσφέρει την ασφάλεια του γνωστού, ενώ καλλιεργεί την ανασφάλεια που πηγάζει από την έλλειψη του εαυτού. Παίρνει την μορφή του σεβασμού προς την παράδοση προσπαθώντας να σταματήσει την εξέλιξη του καινούργιου, θεωρώντας το σαν την πηγή όλων των δεινών.

Η παράδοση στηρίζεται στην επανάληψη των συναισθημάτων που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις. Στην επανάληψη της ενοχής, του φόβου, της αγωνίας που αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά αντίστασης στην αλλαγή. Επίσης στηρίζεται στην επανάληψη της ανελευθερίας μέσα από την απαίτηση του σεβασμού παραδοσιακών κανόνων της ιεραρχίας και της υποταγής. Η παράδοση δικαιολογεί και δικαιολογείται μέσα από την επανάληψη, σαν κεκτημένη μυθική αλήθεια ενός κόσμου που η ακινησία είναι η μόνη απόδειξη υγείας. Η ιεραρχία πάντα στηρίχτηκε στο κεκτημένο και όχι στην συνεργατική δημιουργία.

Η επανάληψη λοιπόν νομιμοποιεί την νοσηρότητα παρουσιάζοντας την σαν υγεία. Δεν νοιάζεται για την ικανοποίηση του υποκειμένου αλλά για την ικανοποίηση της παράδοσης. Έτσι η νοσηρότητα της παράδοσης μετατρέπεται σε παράδοση της νοσηρότητας μεταβιβάζοντας την σαν αλήθεια από γενιά σε γενιά. Η νοσηρότητα εκφράζει απροκάλυπτα στην επιθυμία της παράδοσης το μέλλον να είναι σαν το παρελθόν και το παρελθόν να γίνει μέλλον.

Τη νοσηρότητα την σκοτώνει το καινούργιο, το άγνωστο, το αυθόρμητο και το διαφορετικό.

Η υγεία

Η υγεία είναι το προϊόν της αναζήτησης του καινούργιου, του άγνωστου, του αυθόρμητου και του διαφορετικού. Είναι η απομάκρυνση από το παλιό, η απομάκρυνση από την επανάληψη και το πέρασμα σε μια νέα διάσταση του πραγματικού που κανείς δεν γνωρίζει.

Η υγεία εμπεριέχει την αναζήτηση του καινούργιου σαν διαδικασία που βοηθάει, όχι μόνο στην ανακάλυψη του καινούργιου στο περιβάλλον, αλλά κυρίως, την την ανακάλυψη του εαυτού σαν κάτι καινούργιο. Η υγεία λοιπόν αποκαλύπτει τον εαυτό σαν ένα νέο στοιχείο που προβάλλει το καινούργιο μέσα από την ικανότητα και αποδοχή της συνεχούς ανανέωσης του και απόστασης από το παλιό.

Η υγεία είναι και αυτή μια κατασκευή! Μια κατασκευή η οποία όμως επιζητά, απαιτεί την συμμετοχή. Έτσι υγεία είναι, η συμμετοχή στην κατασκευή του κόσμου σαν δημιουργία που ορίζει το υποκείμενο και ορίζεται από αυτή. Αναδύεται με την ικανοποίηση του εαυτού που απορρέει από ενέργεια του υποκειμένου προσφέροντας του την δυνατότητα ελέγχου και ορισμού της πραγματικότητας που το περιβάλλει.

Η υγεία είναι η διάσταση του εαυτού που δεν επισκεπτόμαστε συχνά. Που δείχνουμε ότι φοβόμαστε για το άγνωστο των συναισθημάτων και το διαφορετικό, που ενώ νομίζουμε ότι είναι κάτι μακρινό και ξένο, αυτό εδράζει μέσα μας. Έχει σχέση με την αναζήτηση μιας καινούργιας απόλαυσης και την απόλαυση της αναζήτησης του καινούργιου.

Η αποδοχή της απόλαυσης σαν μια νέα συγκίνηση επιτρέπει την γνώση του εαυτού σαν πηγή απόλαυσης που ωθεί όλο και περισσότερο στην αναζήτηση του εαυτού του. Σε αυτή την περίπτωση του καινούργιο, το άγνωστο, του αυθόρμητο και το διαφορετικό εμπεριέχουν την απόλαυση της ανακάλυψης του καινούργιου που εδράζει στον εαυτό και αποτελεί δικό του στοιχείο, παρά στοιχείο του κόσμου.

Με λίγα λόγια το νέο δεν είναι στοιχείο που πρέπει να το ψάξουμε έξω από τον εαυτό, αλλά στοιχείο του ίδιου του εαυτού.


Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Janpol PORTALIS

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Πολιτική και Mαγεία

Ο μύθος και η πολιτική

Ο μύθος είναι μια ιστορία, ένα παραμύθι που έρχεται και ασφαλίζει την εξέλιξή των κοινωνικών καταστάσεων ερμηνεύοντας την ανάπτυξη τους με όρους που ξεπερνούν την πραγματικότητα. Το περιεχόμενό του άλλες φορές ιδεολογικό, άλλες συναισθηματικό έχει σαν στόχο να απλοποιήσει τις δύσκολες και την “αγριότητα” τους και να παρουσιάσει ένα διέξοδο.

Ο μύθος τροφοδοτείται και τροφοδοτεί το ασυνείδητο και έχει να κάνει με το θρησκευτικό υπόβαθρο των πολιτισμών. Έχει να κάνει επίσης με ασυνείδητες επιθυμίες, φόβους και αγωνίες και γενικά ανασφάλειες, των οποίων η λύση πολλές φορές δεν υπολογίζει τις αντικειμενικές συνθήκες, αλλά τις “μαγικές” τελετουργίες αποφυγής. Κάτω από την πίεση των συναισθημάτων της μη ικανοποίησης, της έλλειψης, της στέρησης καθώς και της ματαίωσης, ο μύθος και η επιθυμία πραγματοποίησης, οδηγούν στην αποδοχή της “μαγικής” λύσης σαν προοπτική της πραγματικότητας.

Το πολιτικό σύστημα τώρα, ξέχωρα από το ορθολογικότητα και το ρεαλισμό του απέναντι στην πραγματικότητα, στην ουσία κρύβει ένα συνονθύλευμα από πίστεις, όνειρα, ενστικτώδεις προσδοκίες που δεν θα ήταν άδικο να τις συγκρίνουμε με την προ-λογική “μυθική” νοοτροπία των πρωτογόνων κοινωνιών.

Η καλλιέργεια της ψευδαίσθησης σαν στοιχείο της πολιτικής αποτελούσε και αποτελεί ένας χώρο όπου ο πολίτης καλείται να εναποθέσει προσδοκίες, δοξασίες και επιθυμίες που ενώ γνωρίζει ότι αντικειμενικά δεν ικανοποιούνται, εντούτοις μέσω της πολιτικής παρουσιάζονται σαν στόχοι προς εκπλήρωση. Έτσι η πολιτική είτε “δεξιά” είτε “αριστερά” παρουσιάζεται σαν να έχει στα χέρια της την συνταγή, τον τρόπο με τον οποίον η κοινωνία θα βγει από από την δυσκολία. Μόνο που αυτή η λύση έχει χαρακτήρα ανορθολογικό, εξωπραγματικό, και τέλος μαγικό. Αυτό που φαίνεται ότι έχει σημασία σε αυτή την περίπτωση, είναι το πόσο ευχάριστα ακούγονται αυτές οι προτάσεις στα αυτιά του “λαού”. Και πόσο μέσα στα δεινά που αντιμετωπίζει, αυτές οι προτάσεις υιοθετούνται, χωρίς δεύτερη σκέψη, ψάχνοντας απεγνωσμένα μια αποσυμπίεση της κατάστασης.


Η σχέση πολιτικού-πολίτη

Για τους πολιτικούς η “μαγεία” τους εκφράζεται μέσα από τα λόγια-πυροτεχνίματα που απλοποιούν τις καταστάσεις παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν τον σωτήρα που θα διορθώσει όλα τα κακώς κείμενα, προσπαθώντας να κερδίσει την αποδοχή του κόσμου και την εκλογή του. Σε αυτή την περίπτωση ο λόγος του έρχεται να προσφέρει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα που ζητούν λύσεις, χωρίς να υπολογίζεται ούτε από τον πολιτικό, αλλά ούτε και από τον πολίτη η ορθολογικότητα τους. Σαν η σχέση πολιτικού-πολίτη, να ξεφεύγει από τα δεδομένα της πραγματικότητας. Σαν να κατασκευάζεται μια μυστική συμφωνία αποφυγής της και προσφυγής σε ένα μυθικό χώρο όπου από σχέση ενηλίκων μετατρέπεται σε σχέση ενήλικα ανήλικου, όπου ο ενήλικος-πολιτικός, ο μπαμπάς ασφαλίζει με τις λέξεις τον ανήλικο-πολίτη. Η ιστορία είναι γεμάτη από ξακουστούς μπαμπάδες

Αυτή την κατάσταση έχουμε να κάνουμε με την ταυτοποίηση της εξουσίας στο πρόσωπο που την ασκεί. Σε αυτή την ταυτοποίηση ο πολίτης αναζητά την ισχύ στο πρόσωπο του πολιτικού. Αποζητά την ασφάλεια και εκφράζει την ανάγκη της κάλυψης του από μια πραγματικότητα που τον απειλεί, όπως θα έκανε ένα μικρό παιδί σε σχέση με τον γονέα του. Συγχρόνως όμως αισθάνεται ότι αποφασίζει, ότι ελέγχει μέσα από τον αντιπρόσωπό του την απειλητική πραγματικότητα.

Η ταύτιση σαν λειτουργία ενώ φαίνεται ότι στηρίζεται σε ρεαλιστικά δεδομένα, εντούτοις εισχωρούν μέσα της φανταστικά χαρακτηριστικά τα οποίο “ακουμπούν” στο ατομικό και συλλογικό ασυνείδητο. Η ταύτιση φέρνει πολύ εύκολα στο μυαλό πατρικές μορφές όπως προέδρων, βασιλιάδων, του θεού κ.λ.π. Πράγμα που έχει να κάνει με τα παλαιότερα στάδια ανάπτυξης τόσο του πολίτη όσο και της κοινωνίας Σε αυτά τα στάδια τόσο ο γονέας για το παιδί όσο και ο ηγέτης για τον πολίτη - είτε στην πρωτόγονη κοινωνία, είτε στην σημερινή - εξέφραζαν και εκφράζουν σαν πρόσωπα. την ισχύ. Ισχύ η οποία εξασφάλιζε και θα εξασφαλίζει την βιωσιμότητα της κοινωνίας και κατ' επέκταση και του πολίτη.

Αυτό λοιπόν που μεγιστοποιεί την δύναμη του πολιτικού απέναντι στο πολίτη είναι η μυθικές διαστάσεις που μπορεί να πάρει η παρουσία του. Ο πολίτης αφήνεται όπως ένα μικρό παιδί να τον οδηγήσει ο πολιτικός εκεί που απλά φαντάζεται, αλλά δεν είναι πραγματικό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δημιουργείται ένα φανταστικό κλίμα όπου το το αδύνατο φαντάζει σαν μια ρεαλιστική προοπτική πλησιάζοντας την “μαγική σκέψη” παρά την πραγματικότητα, κάτι που δεν συνειδητοποιείται, από τον πολίτη την δεδομένη στιγμή αλλά πολύ αργότερα.

Βέβαια χρειάζεται να θυμηθούμε ότι στις δημοκρατίες την εξουσία δεν την ασκεί ένα πρόσωπο αλλά περισσότερα, παρ' όλα αυτά τίποτα δεν εμποδίσει την αναζήτηση ενός ηγέτη-πατέρα.


Η σχέση πολιτικής και λαού

Γενικά η προπαγάνδα απευθύνεται στα σκοτεινά τοπία του ατομικού και συλλογικού ασυνειδήτου. Όσο δυσκολότερη είναι η πραγματικότητα τόσο περισσότερο και καλύτερα λειτουργεί η μυθική σκέψη και τόσο πιο εύκολα ο πολιτικός μετατρέπεται σε ένα μάγο που θα διασώσει την κατάσταση.

Η Απλοποίηση, η μεγιστοποίηση, η αλλοίωσης της κατάστασης αποτελούν πολλές φορές το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου θέλοντας να προσφέρει την ασφάλεια στο φοβισμένο και τρομαγμένο λαό, σκοπεύοντας βέβαια στην εκλογή του.

Το ψέμα-μύθος του κάθε πολιτικού και εν γενικά της πολιτικής είναι ένα βασικό λειτουργικό στοιχείο του κοινωνικού συστήματος. Κάθε πολιτικός λειτουργεί σε κομμάτι αυτού του συστήματος. Ο λόγος του είναι και αυτός ένα μέρος ενός συστηματοποιημένου θεσμικά λόγου, όπου ανεξάρτητα από την ιδεολογική του τοποθέτηση είναι αναγκασμένος να απαντήσει στις μυθικές προσδοκίες του “λαού” χρησιμοποιούνται το μύθο που θα τον οδηγήσει στην έξοδο από μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Αν έλεγε την αλήθεια κανείς δεν θα τον ψήφιζε, διότι και ο λαός την αλήθεια προσπαθεί να αποφύγει.

Σε αυτό το σημείο το πολιτικό σύστημα και η προσδοκία του πολίτη συναντούνται μέσα από το μύθο. Όπως έλεγε ο Μουσουλίνι “ Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι υπερβολικά έτοιμος να ακούσει αυτό που του αρέσει και ας είναι και ψέμα”.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει μια “συμφωνία” ανάμεσα στο πολιτικό και τον πολίτη, ανάμεσα στην πολιτική και τον λαό, για αυτό που θα πει και αυτό που θα ακούσει ο άλλος. Σαν αυτό που θα προτείνει η πολιτική είναι αυτό που θέλει να ακούσει ο λαός.

Κατά την διάρκεια των εξαγγελιών λοιπόν, ο πολιτικός και πολίτης, η πολιτική και ο λαός, βρίσκονται σύμφωνοι στη αντιμετώπιση της πραγματικότητας με μυθικές υπεκφυγές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο πολίτης και κατ' επέκταση ο λαός, αποζητούν και συμφωνούν με την “μαγική” δύναμη του πολιτικού και της πολιτικής, η οποία απαντά στο μυθικό περιεχόμενο του ασυνειδήτου, ασφαλίζοντας τον απέναντι στην απειλή μιας απομυθοποιημένης πραγματικότητας.

Η απογοήτευση όμως από το μη πραγματοποιήσιμο του εγχειρήματος, φαίνεται ότι στο τέλος πέφτει όλη στην πλάτη του πολιτικού και της πολιτικής, όπως σε άλλες καταστάσεις θα έπεφτε πάνω στους ώμους του γονέα. Η πολιτική και ο πολιτικός κατηγορούνται για το ψέμα - μύθο που εκφράζουν και φαίνεται ότι ο πολίτης και γενικά ο λαός, δεν αντιλαμβάνονται την δική τους συμμετοχής σε αυτό. Σαν να μην βλέπουν σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο την δική τους ροπή προς το μύθο. Την δική τους ανάγκη να ακούσουν κάτι που θα τους ασφαλίσει ακόμα και αν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.


Έτσι πολύ εύκολα ο κάθε πολίτης, αλλά και ολόκληρος ο λαός θεωρούν τον πολιτικό ψεύτη και την πολιτική σαν απάτη, χωρίς να διακρίνει την συμμετοχή του στην κατασκευή αυτής της απάτης. Βέβαια ο πολίτης που θα απογοητευτεί θα στραφεί σε κάποιο άλλο κόμμα και σε κάποιον άλλον πολιτικό, ο οποίος με την σειρά του θα ανανεώσει την μυθική προσδοκία του...

Σαν συμπέρασμα λοιπόν θα έλεγα να δεχτούμε ότι η μαγεία, ο μύθος, καθώς και το ψέμα δεν είναι χαρακτηριστικά της πολιτικής και του πολιτικού, αλλά αποτελούν αποτέλεσμα μιας κοινωνικής κατασκευής με την συμμετοχή του πολίτη και του λαού, όπου κάθε μέλος αυτής της συνκατασκευής κερδίζει την μυθική, “μαγική” ηρεμία που αποζητά.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Antonio Berni,

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Η έννοια του Εθνικού εαυτού



Η έννοια του εθνικού εαυτού αποτελείται από δύο υπο-έννοιες (έθνος και εαυτός) οι οποίες παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες στην κατανόηση τους (Tilly, 1975). Όσον αφορά τον εαυτό γίνεται σαφές ότι στην πορεία της ανάπτυξης του ατόμου και της διαρκούς αλληλεπίδρασης με τα άλλα άτομα του περιβάλλοντός του το άτομο μαθαίνει να ξεχωρίζει τον εαυτό του από τους άλλους χρησιμοποιώντας γλωσσικά σύμβολα για να αναφερθεί στον εαυτό του, τα οποία είναι διαφορετικά από εκείνα που χρησιμοποιεί για να αναφερθεί στους άλλους (Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003).

Αναφορά στον «εαυτό» σημαίνει ότι το υποκείμενο γίνεται συγχρόνως αντικείμενο της δράσης του. Με αυτήν την έννοια ο εαυτός αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο: το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κάτι συγκεκριμένο, ως μία οντότητα με ορισμένες ιδιότητες οι οποίες αποτελούν τις διάφορες ταυτότητες του. Έχει μόνο μια προσωπική ταυτότητα και περισσότερες κοινωνικές.

Η έννοια της κοινωνικής ταυτότητας ως μέρος της αυτοαντίληψης του ατόμου έχει τρεις κύριες διαστάσεις(McCall & Simmons, 1966 Tajfel, 1981):

1.Το «αίσθημα ότι ανήκει» (belongingness) το άτομο σε ένα κοινωνικό υποσύνολο.
2.Κάποια κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά (commonness) ανάμεσα στο άτομο και σε αυτό το υποσύνολο.
3.Τη συνεκτικότητα (cohesion), δηλαδή τη θετική επικοινωνία του ατόμου με τα
άλλα μέλη του υποσυνόλου (Παπαοικονόμου, 2011).

Στη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, η κοινωνική ταυτότητα είναι η πεποίθηση ενός ατόμου ότι ανήκει σε μια κοινωνική κατηγορία ή ομάδα (Tajfel, 1981). Μια κοινωνική ομάδα είναι ένα σύνολο ατόμων που ταυτίζονται κοινωνικά. Μέσω της
διαδικασίας της κοινωνικής σύγκρισης, τα άτομα, εφόσον θεωρούν ότι έχουν τα κοινά χαρακτηριστικά τα οποία συγκροτούν τη συλλογική τους ταυτότητα, κατηγοριοποιούνται ως ενδο-ομάδα (in-group), ενώ τα άτομα που διαφέρουν τα κατηγοριοποιούν ως εξω-ομάδα (out-group) (Κυρίτσης & Παπαοικονόμου, 2011).

Η έννοια της ταυτότητας δεν είναι μόνο πολυδιάστατη αλλά συγχρόνως και πολυεπίπεδη, και αυτό σημαίνει ότι κάθε άτομο ανήκει συγχρόνως σε περισσότερα υποσύνολα, μερικά από τα οποία απευθύνουν αντιφατικές απαιτήσεις προς το άτομο
(Smith, 1991).

Έχοντας έτσι περισσότερες επιμέρους ταυτότητες, τα άτομα βρίσκονται πολλές φορές ανάμεσα σε «διασταυρούμενα πυρά και αναγκάζονται να αποφασίσουν να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης ταυτότητας, που ενδεχομένως είναι ισχυρότερη και όχι μιας άλλης ταυτότητας. Έτσι, όταν για παράδειγμα υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική και στην πολιτική ταυτότητα, όπως συμβαίνει σε εθνικά διχασμένες κοινωνίες, το άτομο πρέπει να αποφασίσει ανάλογα με τη σπουδαιότητα (κεντρικότητα) των ταυτοτήτων του ως τι θα δράσει: ως μέλος της εθνικής κοινότητας ή ως μέλος ενός πολιτικού κόμματος (Φραγκουδάκη & Δραγώνα, 1997).

Όσον αφορά την έννοια του έθνους μπορεί να ειπωθεί ότι παρόλο που έγιναν πολλές προσπάθειες να καθιερωθούν αντικειμενικά κριτήρια κατάταξης μιας συλλογικότητας κάτω από τη στέγη ενός έθνους τα οποία είτε βασίζονταν σε μεμονωμένους παράγοντες (π.χ. γλώσσα) είτε σε έναν συνδυασμό (π.χ. γλώσσα, θρησκεία, κοινό έδαφος κ.α.), οι ορισμοί που προέκυψαν ανταποκρίνονται σε μερικά μόνο μέλη της ομάδας και κατά συνέπεια πάντα προκύπτουν εξαιρέσεις (Hobsbawm,
1994). Άλλωστε τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό του έθνους είναι από μόνα τους θολά, διφορούμενα και πολλές φορές αμφισβητήσιμα.

Η δυσκολία ορισμού του έθνους διαφάνηκε ήδη από το έργο του Walter Bagehot, ο οποίος παρουσίασε την ιστορία του δεκάτου ενάτου αιώνα ως ιστορία της «οικοδόμησης των εθνών», παρατηρώντας όμως ότι: «γνωρίζουμε τι είναι όταν δεν μας ρωτάτε, αλλά δεν μπορούμε πολύ γρήγορα να το εξηγήσουμε ή να το ορίσουμε» (Bagehot, 2002 :32).

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του τρόπου ταξινόμησης των ανθρώπινων όντων σε ομάδες είναι ότι κανένα κριτήριο δεν μπορεί να προσδιορίσει επαρκώς ποια από τις διαφορετικές ανθρώπινες συλλογικότητες θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «έθνος». Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα θα συμφωνούσαν ότι οι βασικές εθνικές γλώσσες, προφορικές ή γραπτές, δεν μπορούν να εμφανισθούν ως εθνικές πριν από την τυπογραφία, τη μαζική φιλολογία και συνεπώς, τη μαζική σχολική εκπαίδευση η οποία αποτελεί το βασικό κοινωνικοποιητικό παράγοντα ένταξης των νέων ανθρώπων στα διάφορα «έθνη» (Αβδελλά, 1997).

Απόσπασμα από την εργασία
του
Αντώνης Δ. Παπαοικονόμου

Εκπαιδευτικού – Μεταδιδακτορικού ερευνητή ΑΠΘ, Ειδικού Επιστήμωνα ΠΔ/407 Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Με τίτλο
Ο εθνικός εαυτός ως θεωρητική και κοινωνική
κατασκευή: σύγκριση των σχολικών εγχειριδίων
Ιστορίας στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου στην Ελλάδα
και στην Τουρκία.


πίνακας: René Magritte,

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Η αποκάλυψη του Βρέφους



Η παρουσία του βρέφους, απλώνει τα ήσυχα νερά της. Κατακλύζει τα λιβάδια του σπιτιού χωρίς να προειδοποιήσει κανένα. Μέσα τους τσαλαβουτούν γονεϊκά πόδια πότε ξυπόλυτα και πότε ντυμένα με σόλες, έτοιμα να πολτοποιήσουν τα υδάτινα ρευστά νοήματα που αναδύει.

Η παρουσία του είναι τόσο διαφανής. Κανείς δεν μπορεί να την διακρίνει και την συγχέει με οτιδήποτε άλλο παρά με το ίδιο το βρέφος. Την συγχέει με την επιθυμία ή το φόβο του. Με τον εαυτό του ή με τον άλλον. Με το παρελθόν, ή το μέλλον. Όλα ζουν σε μια άλλη διάσταση που καμιά τους δεν έχει σχέση με το παρόν. Όμως η παρουσία του βρέφους είναι ένα παρόν που κραυγάζει.

Είναι αυτή που επαναπροσδιορίζει τα δεδομένα της ζωής μιας ολόκληρης της οικογένειας. Ένα αδύναμο πλάσμα που χρειάζεται την βοήθεια για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί, απελευθερώνει μια τεράστια δυναμική. Διαμορφώνει, μεταμορφώνοντας τον ορίζοντα. Αλλάζει χρώματα στις ανατολές και δειλινά των προσώπων που το περιστοιχίζουν. Μεταφέρει το νόημα των πραγμάτων σε κάθε κρυφή και φανερή στιχομυθία μαζί του.

Όλοι οδηγούνται σε ένα καινούργιο πεδίο που τα βήματά τους μοιάζουν με τα βήματα του βρέφους. Ότι ήξεραν για τους εαυτούς τους, από εδώ και πέρα αλλάζει. Αλλάζουν οι συνήθεις, τα λόγια, οι σχέσεις. Στο καθρέπτη του μπάνιου βλέπουν άγνωστα πρόσωπα που είναι αυτοί οι ίδιοι.

Τα κορμιά τους συνωστίζονται. Σκύβουν από πάνω του, σκύβοντας πάνω από τον εαυτό τους. Βλέπουν τον εαυτό τους στο πρόσωπό του. Θα αργήσουν να το καταλάβουν ότι το βρέφος δεν μοιάζει σε κανένα. Ότι μοιάζει μόνο στον εαυτό του.

Έτσι από πάνω του, από την μια το προστατεύουν και από την άλλη το εμποδίζουν να δει τον ορίζοντα. Ανάμεσα στην προστασία και το εμπόδιο απλώνονται ατελείωτα χρόνια με ανεξίτηλους διαγεννεολογικούς λεκέδες που μολύνουν το τρυφερό του δέρμα.

Παρόλο που τα ολόλευκα σεντόνια κρέμονταν στις αυλές του περασμένου αιώνα, οι λεκέδες είχαν αποτυπωθεί στην ψυχή και τίποτα δεν μπόρεσε να τους ξεπλύνει. Λεκέδες που κουβαλούν την ευωδιά της θαλπωρής μιας μεταπολεμικής οικογένειας,

Το αδύναμο πλάσμα με το πέρασμα του χρόνου, σέρνεται στο λερωμένο πάτωμα των συναισθημάτων των άλλων. Πλατσουρίζει μέσα στις απόβλητα των σχέσεων, τον επιθετικών προσδιορισμών και των αδιέξοδων διεξόδων, ανθρώπων, που δεν ορίσανε την ζωή τους, αλλά την ορίζουν οι άλλοι.

Αντιμετωπίζει την έλλειψη της αγάπης των άλλων σαν δικιά του έλλειψη. Αναλαμβάνει να γίνει το μέσο για να ευτυχίσουν οι άλλοι χωρίς να υπολογίζει την δική του δυστυχία, ενώ οι άλλοι... κανονίζουν την δική του δυστυχία, νομίζοντας πως φροντίζουν την ευτυχία του. Όλα μπερδεμένα και δεμένα κόμπο περιμένουν τη παρουσία του να δώσει λύση.

Το πλήθος της οικογένειας αναλαμβάνει καινούργιες αναγκαιότητες, υπευθυνότητες που ο ένας τις πετάει στον άλλον σαν μπαλάκι σε ένα παιχνίδι που το σκορ του καταγράφεται στην ψυχή. Κανείς δεν μπορεί να αποδράσει από το παιχνίδι, ακόμα και αν το εγκαταλείψει.

Το παιχνίδι είναι αποκαλυπτικό για όλους. Αποκάλυψη του γηπέδου, αποκάλυψη του παιχνιδιού, αποκάλυψη του “αντιπάλου”, αποκάλυψη του εαυτού, και τέλος... η αποκάλυψη του βρέφους.

Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

Ο Γονέας-διαμεσολαβητής.



Διαμεσολάβηση 3

Ο παιδαγωγικός διαμεσολαβητής.

Καταλάβαμε ότι ο γονέας είναι εν δυνάμει ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στο “παιδί” και τον κόσμο, επίσης ξέρουμε ότι είναι και εν δυνάμει παιδαγωγός. Σαν παιδαγωγός διαμεσολαβεί πάντα παιδαγωγικά. Το κάθε τι που κάνει απέναντί του είναι επενδυμένο συναισθηματικά, και η σχέση με το “παιδί” δεν παύει να είναι μια παιδαγωγική πράξη.

Ο Γονέας είναι ένας “παιδαγωγικός διαμεσολαβητής”, όπως έλεγε Leon Vigotski ο οποίος ήταν ο πρώτος που μίλησε για την “παιδαγωγική διαμεσολάβηση”. Κατά την γνώμη του η νοημοσύνη είναι μια κοινωνική κατασκευή. Δηλαδή είναι το προϊόν της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον τόσο το οικογενειακό όσο και το πολιτιστικό. Σε αυτή την περίπτωση ο γονέας είναι ο διαμεσολαβητής σαν κομμάτι του ιστορικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος του “παιδιού” και η γνώση είναι το προϊόν της σχέσης του μαζί του.

Η μορφή της διαμεσολάβησης του καθορίζεται από αυτό που θέλει να μεταδώσει. Συνεπώς είναι σημαντικό και δεν πρέπει να ξεχνά ότι είναι ο διαμεσολαβητής με τον κόσμο πιο γενικά και όχι μόνο με το δικό του κόσμο. Εάν ο κόσμος έτσι όπως παρουσιάζεται στο “παιδί” είναι μόνο ο κόσμος του γονέα, δηλαδή “κατοικημένος” από τον δικό του τρόπο αντιμετώπισης και και αντίληψης, από τις δικές του προκαταλήψεις και φοβίες, η διαμεσολάβηση το μόνο που θα καταφέρει να μεταδώσει είναι η καθήλωση και η επανάληψη του κόσμου του γονέα σαν κόσμο του “παιδιού”.

Εάν αντιθέτως καταλάβει ότι η διαμεσολάβηση του έχει σχέση με το ιστορικό-πολιτιστικό περιεχόμενο που περιβάλλει την σχέση με το παιδί του, τότε η διαμεσολαβητική σχέση δεν στοχεύει την σχέση γονέα-παιδιού, αλλά μέσα από αυτή στοχεύει την σχέση του “παιδιού“ με τον κόσμο. Κάτι που θα πρέπει ο γονέας να το έχει στο μυαλό του. Ότι δηλαδή η διαμεσολάβηση του λειτουργεί σαν οδηγός αυτονόμησης του παιδιού και όχι καθήλωσις του μέσα στην σχέση με αυτόν.

Όπως λοιπόν κάθε παιδαγωγός αυτό που πρέπει να προσφέρει ο γονέας είναι οι κατάλληλες συνθήκες που θα επιτρέψουν στο “παιδί” να κατασκευάσει την αυτονομία του, έτσι και ο γονέας πρέπει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Το περιεχόμενο της μάθησης στην σχέση γονέα-παιδιού δεν είναι ένα συγκεκριμένο όπως είναι για ένα εκπαιδευτικό. Ο εκπαιδευτικός μεταδίδει στο παιδί γνώσεις για την ζωή, ενώ ο γονέας την ίδια τη ζωή. Και την μεταδίδει όχι μόνο με αυτό που λέει αλλά περισσότερο με αυτό που κάνει.

Η διαμεσολάβηση σαν παιδαγωγική λειτουργία

Η συμμετοχή του “παιδιού” στην σχέση με το γονέα μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Μορφές οι οποίες μπορούν κυμανθούν από την αδιαφορία, μέχρι την δημιουργικότητα. Η στάση του “παιδιού” έχει άμεση σχέση με την διακύμανση της στάσης του γονέα και καθορίζεται από αυτή. Καθορίζεται από την διαθεσιμότητα ή όχι του γονέα, πράγμα που μπορεί να ερμηνευτεί και σαν αποδοχή, ή όχι του εαυτού του. Δηλαδή η διαμεσολάβηση στις οικογενειακές σχέσεις μπορούν να πάρουν συναισθηματικές διαστάσεις θετικές ή αρνητικές ανάλογα με την στάση του γονέα που, όπως προανέφερα, δεν έχει να κάνει με το τι λέει αλλά και πως συμπεριφέρεται απέναντι στο παιδί. Πια στάση κρατά, αυστηρή; αδιάφορη; κ.λ.π. Άρα σαν διαμεσολαβητής, συμμετέχει σαν συν-κατασκευαστής του εαυτού του παιδιού του, όπου ακόμα μια γκριμάτσα, ένα βλέμμα όπως και ο λόγος παίζουν σημαντικό ρόλο γι' αυτή την κατασκευή. Σε αυτό το σημείο ο γονέας διαφοροποιείται από τον παιδαγωγό. Διαφοροποιείται όσον αφορά το συναισθηματικό πεδίο της σχέσης.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε αυτό που επίσης έχει πει ο Vigotski, ότι δεν μπορούμε να μάθουμε κάτι στο παιδί όταν το επίπεδο της ανάπτυξής του δεν το επιτρέπει. Για να μπορέσει να μεταδώσει ο γονέας την γνώση πρέπει να γνωρίζει το επίπεδο ανάπτυξης του “παιδιού”του. Σύμφωνα λοιπόν με τον Vigotski, σαν διαμεσολαβητής ο γονέας θα πρέπει να δώσει τον χρόνο, να του επιτρέψει να εσωτερικεύσει τις διαδικασίες που αποκτήθηκαν από τις αλληλεπιδράσεις, έτσι ώστε η μάθηση να λάβει χώρα σαν μια αυτόνομη πράξη που σημαίνει να προσαρμοστεί στο επίπεδο ανάπτυξης του παιδιού. Η αυτονομία του “παιδιού” εκφράζεται από την ικανότητα που αναπτύσσει, τόσο να λύνει τα προβλήματα μόνο του, όσο και να συνεργάζεται με τους άλλους για την επίλυσή τους. Και στις δύο περιπτώσεις η συμμετοχή του είναι ο βασικός παράγοντας ανάπτυξης του.

Οι ελπιδοφόρες προοπτικές παράγονται μόνο από την ενεργητική στάση απέναντι στην πραγματικότητα. Έτσι η διαμεσολάβηση στα παιδαγωγικά πλαίσια στόχο έχει την ανακάλυψη των ικανοτήτων του υποκειμένου και όχι την αντικατάστασή του. Στόχο έχει την κατανόηση ότι ο κύριος μέτοχος της ζωής και της εξέλιξή της είναι το ίδιο το υποκείμενο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της παρουσίας ενός διαμεσολαβητή είναι η αμεροληψία, ο σεβασμός, η διαθεσιμότητα, και η εμπιστοσύνη. Η λειτουργία του έγκειται, στην ενδυνάμωση της επικοινωνίας, τη προώθηση της ακρόασης, τη παροχή βοήθειας στον άλλον να κατανοήσει την θέση του, να αντιληφθεί τον “συμφέρον “ του και να οργανώσει την μελλοντική εξέλιξη των καταστάσεων που τον αφορούν.

Άρα η στάση του γονέα σαν διαμεσολαβητή πρέπει να βοηθάει το “παιδί”,να αποκαλύψει τον δικό του τρόπο να μαθαίνει. Που σημαίνει να του παράσχει τον χώρο και το χρόνο να σκέπτεται, να αναστοχάζεται και να αναπτύσσει την ικανότητα προσέγγισης του αντικειμένου της μάθησης. Βασικό λοιπόν στοιχείο του γονέα σαν διαμεσολαβητή είναι να δώσει το χρόνο και το χώρο στο παιδί να διαχειριστεί την σχέση του με τα πράγματα, μακριά από το άγχος του γονέα, καθώς επίσης να εκφράσει την εμπιστοσύνη στο”παιδί” του, όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με την προσοχή. Αυτό θα επιτευχθεί αποδίδοντας στο λόγο του και τις ενέργειές του, το σεβασμό που του πρέπει και που έχει ανάγκη για την αναπαραγωγή του.

Η εμπιστοσύνη η οποία εκφράζεται μέσα από την αποδοχή είναι μια διαμεσολαβητική γονεϊκή πράξη η οποία λειτουργεί σαν στοιχείο ενότητας του εαυτού και όχι διχασμού του και βοηθάει το παιδί στην σχέση του με τον κόσμο εκτός οικογένειας. Άρα σε ένα πρώτο στάδιο η διαμεσολάβηση του γονέα έχει να κάνει με την σχέση του “παιδιού” με τον εαυτού του στο βαθμό που αυτός ο εαυτός διότι διαμορφώνεται μέσα από αυτή την σχέση. Και μετά στην σχέση του με το περιβάλλον. Άρα η διαμεσολάβηση είναι μια πράξη η οποία εκτυλίσσεται καθημερινά σαν στοιχείο κατανόησης και αποδοχής “εσωτερικά” την σχέση με τον εαυτό, όσο και σαν “εξωτερικά” στην σχέση με τον κόσμο.

Αρχές της διαμεσολαβητικής λειτουργίας

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να παραθέσω τις έξη αρχές που διέπουν την διαμεσολάβηση σαν λειτουργία όπως τις παρουσίασε Ο Bernard Chouvier, 1 προσαρμόζοντας τις στα πλαίσια της γονεϊκής σχέσης.
έτσι:

1) Κάθε διαμεσολάβηση φέρνει αντιπαλότητα αλλά και δημιουργεί ένα σύνδεσμο μεταξύ μιας ενστικτώδους βία και μια διεξόδου προς τον λόγο και το συμβολική ανταλλαγή με το περιβάλλον.

Στην σχέση γονέα-παιδιού η παρουσία του γονέα γίνεται δίοδος μέσα από την οποία η ενστικτώδη προδιάθεση του παιδιού οδηγείται προς την έκφρασή της, μέσα από το γονεϊκό λόγο και συμβολισμό. Με άλλα λόγια η δύναμη του ενστίκτου του βρέφους με την διαμεσολάβηση του γονέα αποκτά την δυνατότητα της γλώσσας, μέσω της οποία κατασκευάζονται οι έννοιες και το νόημα των πραγμάτων και των καταστάσεων (κατανόηση).

Η διαμεσολάβηση είναι η σύνδεση που διαμορφώνει τον ενδο-ψυχικό χώρο με τον εξω-αντικειμενικό. Δηλαδή λειτουργεί με δύο διαφορετικές κατευθύνσεις η μία προς τα “μέσα”, προς τον εαυτό και η άλλη προς τα “έξω”, προς τον κόσμο.

2) Κάθε διαμεσολάβηση ορίζει μια σύνδεση ανάμεσα στο χώρο και την προέλευση.

Εκφράζει την έξοδο από το μπέρδεμα της προέλευση του υποκειμένου και θέτει ένα ερώτημα για την θέση του. Προέλευση και θέση είναι δύο σημεία όπου η διαμεσολάβηση λειτουργεί σαν μετάβαση από το ένα στο άλλο. Αυτό μπορεί να συμβεί ανάμεσα στον πατέρα και την μητέρα. Η διαμεσολάβηση είναι μια μεταβατική διαδικασία “ μεταξύ των δύο”.

3) Κάθε διαμεσολάβηση καταγράφεται σε μια προβληματική των ορίων, των συνόρων, των οροθετημένων περασμάτων.

Η γονεϊκή σχέση σαν διαμεσολαβητική δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς όρια. Τα όρια συγκεκριμενοποιούν τόσο την ίδια όσο και τα μέλη της. Η όλη της οργάνωση και παρουσία στηρίζεται στην οριοθέτησή της ακόμα και αν αλλάζει. Η οριοθέτηση εισάγει τα μέλη της στην λειτουργία της τόσο σε σχέση με το “έξω”, στην σχέση με τον κόσμο, όσο και “μέσα” στην σχέση με τον εαυτό. Το όριο αποτελεί την βάση της λειτουργίας του καθενός, αλλά και της ίδιας της διαμεσολάβησης.

4) Η διαμεσολάβηση αντιτίθεται στην αμεσότητα του χώρου και τον χρόνου. Ενεργοποιεί ένα νέο χωρο-χρονικό κάδρο αναφοράς. Δηλαδή οργανώνει ένα τρίτο χώρο ανάμεσα στους δύο καθώς τα όρια και τα περάσματα του.

Δηλαδή η διαμεσολάβηση δημιουργεί ένα καινούργιο χώρο, για τα μέλη της γονεϊκή σχέσης και οριοθετεί αντίστοιχα την διαχρονικότητα των καταστάσεων που έχουν σχέση με το πριν και το μετά, με την παρουσία ή την απουσία, με την προέλευση και την ιστορία της. Μέσα σε αυτό το καινούργιο χώρο/χρόνο η διαμεσολάβηση μπορεί να καταγράψει τα θέματα καθώς και την διαδικασία των αλλαγών τους.

5) Κάθε διαμεσολάβηση σαν μεταβατική διαδικασία εμπεριέχει από την μια τον διαχωρισμό, και από την άλλη την σύνδεση, τον πόνο και την θεραπεία. Μοιάζει μ' ένα κάταγμα που συγχρόνως θεραπεύεται.

Στην περίπτωση της σχέσης γονέα-παιδιού, η διαμεσολάβηση δεν είναι μια ήρεμη διαδικασία. Τα μέλη της σχέσης έχουν και εκφράζουν πολλές διαφορές και αντιπαλότητας στην εξέλιξη της. Ο φόβος της συναισθηματικής αποκοπής, του χωρισμού, καθώς και η επανασύνδεση αποτελούν την παλέτα των συναισθημάτων που ακολουθούν τις διαδικασίες της. Το ρίσκο, η αγωνία καθώς η χαρά και η ηρεμία μπορούν να διαδέχονται η μια την άλλη. Άρα η διαμεσολάβηση έρχεται να ασφαλίσει το υποκείμενο στην αναζήτηση του χωρίς να αισθάνεται τον φόβο από τα παραπάνω, πράγμα που του επιτρέπει να ερευνήσει χωρίς να χαθεί στην “εσωτερικη” ή “εξωτερική” του αναζήτηση. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργεί το αίσθημα ασφάλειας στον ιδιωτικό, όσο και τον συλλογικό χώρο τον οποίο μοιράζεται με τον άλλον.

6)Κάθε διαμεσολάβηση καταγράφει μια ταλάντευση ανάμεσα στη δημιουργία και την καταστροφή.

Μέσα σε αυτή την ταλάντωση εκφράζεται το φαινόμενο του περάσματος του υποκειμένου από μια κατάσταση του εαυτού του σε μια άλλη. Πέρασμα το οποίο έχει σχέση με την ανάπτυξή του. Η διαμεσολάβηση βοηθάει στην “καταστροφή” του παλιού και την αντικατάστασή του με το καινούργιο. Στην γονεϊκή σχέση η “καταστροφή” του παλιού μπορεί να απευθύνεται και στην ίδια την σχέση, όπως και στα μέλη της. Ν' απευθύνεται στο τρόπο λειτουργίας του γονεϊκού ρόλου και του περιορισμού του, δηλαδή αλλαγής της λειτουργίας της σχέσης.

Το παιδί διαμεσολαβητής

Η γονεϊκή σχέση λοιπόν αποτελεί ένα καινούργιο χωρό/χρόνο μέσα στον οποίο μπορεί να διαδραματιστεί η διαμεσολαβητική λειτουργία η οποία δεν αφορά μόνο το παιδί, αλλά και τον ίδιο τον γονέα.

Αν ο γονέας είναι ο διαμεσολαβητής για το παιδί του στην σχέση του με τον κόσμο, το παιδί διαμεσολαβεί για τον γονέα στην σχέση με τον εαυτό του.

Ο γονέας είναι, ο πρώτος “άλλος” για το παιδί, που με την παρουσία του συμμετέχει στην κατασκευή της υποκειμενικότητας του. Το “παιδί” όμως από την δική του πλευρά διαμεσολαβεί ώστε ο γονέας να ανακατασκευάσει εκ νέου την δική του υποκειμενικότητα. Η ανακατασκευή αυτή απαιτεί ένα σημαντικό απόθεμα συναισθήματος για να το προσφέρει στο “παιδί” πράγμα που προϋποθέτει ο γονέας να δεχτεί το δικό του συναίσθημα.

Χρειάζεται να δείξει από μέρος του, μια διαθεσιμότητα που επιτρέπει την ακρόαση του “άλλου” και την δημιουργία της σχέσης με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει ο σεβασμός και η αποδεχτικότητα. Αυτό σημαίνει πρωτίστως να βρει το χρόνο για τον εαυτό του. Τον καλεί να δεχτεί τον εαυτό του, να “προσαρμοστεί”μαζί του, να τον“ακούσει” και να τον“δει” με άλλο μάτι. Με λίγα λόγια να τον σεβαστεί, να γίνει πιο ανθρώπινος για τον ίδιο για να μπορέσει να είναι πιο ανθρώπινος με το “παιδί” του.

Έτσι το παιδί σαν διαμεσολαβητής οδηγεί τον γονέα να “ψάξει” μέσα του, στοιχεία της προσωπικότητας του που είχαν “ξεχαστεί”. Να “ερευνήσει” αυτό που ήταν και αυτό που θέλει να γίνει μέσα από την διαμεσολαβητική του παρουσία. Να ανοίξει ένα καινούργιο διάλογο με τον εαυτό του, αλλά και με τον κόσμο πράγμα που μετακινεί την ταυτότητα του. Έτσι ο γονέας μέσα στην γονεϊκή σχέση, καλείται πρώτα να πιστέψει στον εαυτό του για να μπορεί το παιδί του να τον εμπιστευτεί.

Αυτό σημαίνει, ότι η παρουσία του “παιδιού” διαμεσολαβεί σαν καταλύτης στην ανασύσταση της ταυτότητας του γονέα. Τον βάζει σε ένα καινούργιο δρόμο όπου το παιδί σαν διαμεσολαβητής τον καθοδηγεί σε μονοπάτια τόσο παλιά και ξεχασμένα, όσο καινούργια και πρωτόγνωρα που τον φέρνουν όλο και πιο κοντά σε αυτό που ήταν και σε αυτό που θα ήθελε να γίνει...

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας: Kevin Grass,

σημειώσεις:Ο Bernard Chouvier: Les processus psychiques de la médiation.