Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Γιατί όποτε υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας, οι άλλοι νομίζουν ότι είμαστε εναντίον τους;



Η άλλη γνώμη



Είναι ένα ερώτημα αρκετά σημαντικό νομίζω στην προσπάθεια να καταλάβουμε τον τρόπο λειτουργίας των σχέσεων. Αυτό δηλαδή που παρατηρούμε είναι ότι αν δεν συμφωνούμε και υπερασπιζόμαστε την γνώμη μας, είτε αυτό γίνεται μέσα στην οικογένεια, είτε αλλού, τότε οι άλλοι μπορούν να θεωρήσουν την στάση μας εχθρική. Δηλαδή οτιδήποτε έχει να κάνει με την διαφοροποίηση μας απέναντι σε ένα σύστημα αναφοράς στο οποίο συμφωνεί η πλειονότητα των μελών της ομάδας που ανήκουμε, δημιουργεί προβληματισμό, και μπορούμε να βρεθούμε απομονωμένοι.

Έτσι ένα παιδί που αντιτίθεται στις αποφάσεις της οικογένειας του και υποστηρίζει την γνώμη του, μπορεί να καταγραφεί σαν εγωιστής, αντιρρησίας, απερίσκεπτος, ανάγωγος, και οτιδήποτε άλλο, με τέτοιο τρόπο ώστε η στάση του να θεωρηθεί προβληματική και μερικές φορές να αναζητηθεί η παρέμβαση ειδικού. Η άρνηση και η προβολή της γνώμης θεωρείται προβληματική από την οικογένεια, το σχολείο, αλλά και την κοινωνία. Μπορεί να θεωρηθεί μια εχθρική στάση και να ν' αντιμετωπίσει μια ανάλογη συμπεριφορά.

Άτομο και ομάδα

Η σχέση του υποκειμένου με τους άλλους εντάσσεται πάντα σ' οργανωμένο σύνολο μέσα στο οποίο “κατέχει” μια θέση η οποία προσφέρει λειτουργικά στο σύστημα και στον ίδιον. Η μορφή της ομάδας καθορίζεται από τις αξίες και τους κανόνες οι οποίοι βοηθάνε στην αναπαραγωγή της, σαν τέτοια. Το κάθε υποκείμενο “ανήκει” με τον τρόπο του σε μια τέτοια οργανωμένη ομάδα η οποία του προσφέρει την δυνατότητα συγκεκριμενοποίησης του εαυτού του υποδεχόμενος τους όρους που θέτει. Δηλαδή η σύζευξη της παρουσίας του καθένα διαμορφώνεται από την ισχύ που του προσφέρει το σύστημα, αλλά και από αυτή που αυτός προσφέρει σε αυτό με την παρουσία του.

Η τάση μιας ομάδας σαν σύστημα (οικογένεια, σχολική τάξη, εργασία) κινείται στην διαμόρφωση της ομοιομορφίας η οποία προσδίδει μια ομοιόσταση στην λειτουργία της. Δηλαδή στοχεύει την αποφυγής καταστάσεων που θέτουν το σύστημα σε ανισορροπία. Μερικές φορές η ανισορροπία του συστήματος μπορεί να επέλθει από εξωτερικούς παράγοντες (περιβάλλον) όσο και εσωτερικούς (μέλη). Εσωτερικός παράγων μπορεί να είναι η προσπάθεια διαφοροποίησης ενός μέλους, πράγμα που προκαλεί ένα σχετικό άγχος στην ομάδα σαν σύνολο όσο και στα μέλη της. Σε αυτή την περίπτωση η έννοια του “εαυτού” με την έννοια της ομάδας φαίνεται ότι βρίσκονται σε αντίθεση.

Δηλαδή εκλαμβάνεται εκ μέρους της ομάδας αλλά και από το υποκείμενο ότι όσο περισσότερο “κοιτάει” τον εαυτό του τόσο αδιαφορεί για την ομάδα. Το πρόβλημα αυτό, δηλαδή ποια είναι τα όρια του εαυτού και της ομάδας είναι πολύ παλιό για της κοινωνικές επιστήμες και οι ρίζες του χάνονται στην αρχαιότητα. Τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης αναφέρθηκαν στην σχέση του πολίτη και της πολιτείας και τις υποχρεώσεις του καθένα απέναντι στον άλλον. Επίσης οι νομοθέτες αυτή την σχέση προσπάθησαν να οργανώσουν.

Η αντίθεση του ατόμου και της ομάδας και ο τρόπος αντιμετώπισης των καταστάσεων στηρίζεται περισσότερο πάνω στην έννοια της διαφοράς παρά της ομοιότητας. Απαντά σε μια κατηγοριοποίηση των καταστάσεων, των προσώπων και των σχέσεων η οποία διαχωρίζει παρά ενώνει. Δυσκολεύει παρά βοηθάει την κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλλει. Επίσης αυτή η κατηγοριοποίηση λειτουργεί αφαιρετικά για το σύστημα και όχι προσθετικά. Μέσα από αυτή φαίνεται ότι το ατομικό αφαιρεί από το συλλογικό και το αντίθετο. Έτσι η αντίληψη των κοινωνικών καταστάσεων πραγματώνεται μέσα από το πρίσμα του “καλού” ή του “κακού”, του “άσπρου”, “μαύρου”, του “πάνω”,”κάτω”.

Το ατομικό είναι συλλογικό

Στο βαθμό που το υποκείμενο αποτελεί ένα κομμάτι του συστήματος που ανήκει, είτε αυτό είναι η οικογένεια, η οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα, το ατομικό αποτελεί ένα κομμάτι του συλλογικού. Η διαφοροποίηση του ατομικού μπορεί να φαίνεται ότι έρχεται ενάντια στο συλλογικό, αλλά στην ουσία λειτουργεί μέσα στο συλλογικό, επιφέροντας μια αλλαγή που μπορεί να έχει σχέση με το υποκείμενο, αλλά αφορά και την ομάδα. Η διαφορετικότητα που μπορεί να διακρίνει κανείς ανάμεσα στο υποκείμενο και την ομάδα είναι μια μορφή διαδικασιών διαμόρφωσης του υποκειμένου, που σημαίνει και διαμόρφωση της ομάδας. Πχ. Ένα γονέας αλλάζει την εργασία του παρ' όλη την αντίρρηση που μπορεί να δέχεται από τα άλλα μέλη της οικογένειας. Με την αλλαγή αυτή, σε προσωπικό επίπεδο, πετυχαίνει κάτι που τον κάνει πιο σίγουρο και ικανοποιημένο από την καινούργια απασχόληση. Η ικανοποίηση και χαρά του τον κάνει πιο ευχάριστο στην οικογένεια του διαμορφώνει με την συμπεριφορά του και την οικογένεια και προσδίδει μια νέα προοπτική σε αυτή. Το ίδιο μπορεί συμβεί σε κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας.

Με λίγα λόγια όταν κάποιος σε μια οικογένεια κοιτάει τον εαυτό του, σημαίνει ότι κοιτάει την οικογένεια με ένα άλλο τρόπο. Η διαφοροποίηση του επιφέρει μια αλλαγή στον ίδιο, αυτόματα διαφοροποιεί και την λειτουργία της οικογενειακής ομάδας, εμπλουτίζοντας την με το καινούργιο που φέρνει σαν υποκείμενο που διαφοροποιείται.

Στην ουσία λοιπόν ότι προσωπικό, ατομικό κινεί το υποκείμενο μέσα στην οικογενειακή ομάδα δεν μένει μόνο χαρακτηριστικό του, αλλά γίνεται στοιχείο και της ομάδας... και της ανήκει. Από την άλλη η τάση αλλαγής του δεν αντλεί στοιχεία μόνο από την προσωπική του κατάσταση αλλά και από την κατάσταση της ομάδας που ανήκει. Δηλαδή στο προηγούμενο παράδειγμα η κατάσταση της οικογένειας του γονέα, η οικονομική ή τα ωράρια εργασίας που δεν ήταν συμβατά με την επιθυμία του, μπορούν να τον οδηγήσουν σε αυτή την αλλαγή της απασχόλησης. Η στάση του λοιπόν η οποία μπορεί να θεωρηθεί εγωιστική δεν είναι παρά η έκφραση μιας όχι μόνο ατομικής, αλλά και συλλογικής αναγκαιότητας. Αναγκαιότητας η οποία εκφράζεται από την ομάδα που ανήκει, άλλα που μόνο αυτός μέσα από την δική του απόφαση μπορεί να εκπληρώσει. Δηλαδή το υποκείμενο εκφράζει μια γνώμη, μια στάση, ή μια απόφαση η οποία μπορεί να φαίνεται ατομική, αλλά συγχρόνως έχει και ένα συλλογικό χαρακτήρα.

Δηλαδή η ατομικότητα του σαν λόγος και σαν πράξη έχει διαμορφωθεί, και εμπεριέχει στοιχεία μέσα από την συλλογικότητα που αναδύθηκε. Η αλήθεια λοιπόν το υποκειμένου είναι μια αλήθεια της ίδιας της ομάδας αρκεί η ομάδα να θέλει να την ακούσει. Ότι εκφράζει το υποκείμενο σε μια ομάδα είναι και δικό της. Η λόγος του λοιπόν ακόμα και φαίνεται αντίθετος, έρχεται να προσθέσει παρά να αφαιρέσει στην ομάδα, μια πλευρά της ύπαρξής της, που μπορεί να μην είχε συνειδητοποιήσει. Μια πλευρά του “εαυτού “ της που δεν γνωρίζει. Διότι, αν προσέξουμε καλύτερα, αυτό που προβάλλεται από το υποκείμενο συνδέεται με το παρελθόν της ομάδας και δεν είναι ξένο. Δηλαδή η πράξη του, η απόφασή του μπορεί να αποτελέσει μια σύζευξη με αυτό που έχει συμβεί παλιά, και αποτελεί μια συνέχεια αυτού που κάνει τώρα, το οποίο το έχει ανάγκη η οικογενειακή ομάδα για να πάει “παρακάτω”.

Ακόμα και η αντίθεση είναι στοιχείο της ομάδας και δεν ανήκει μόνο στο υποκείμενο. Η αντίθεση το διαχωρίζει τι υποκείμενο από την ομάδα, παρά μόνο στο βαθμό που η ομάδα ερμηνεύει τον λόγο του, την πράξη του σαν κάτι ξένο, σαν κάτι απειλητικό. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στο φόβο του αγνώστου και την ανασφάλεια που απορρέει από αυτό. Η στάση του υποκειμένου καθώς και ο λόγος του σε αυτή την περίπτωση θεωρείται ανταγωνιστικός του λόγου της ομάδας, αλλά ο ανταγωνισμός κρύβει την έλλειψη παραδοχής του φόβου της αλλαγής.

Η υπεράσπιση του εαυτού σαν αυτοπραγμάτωση

Στην ουσία λοιπόν η στάση του υποκειμένου, η οποία μπορεί να εκληφθεί σαν εγωιστική, είναι μια προσπάθεια αυτοπραγμάτωσης του μέσα στην ομάδα που ανήκει. Αυτό δεν σημαίνει ότι ζητά να απομακρυνθεί από την ομάδα. Δηλαδή η διαφοροποίηση του, δεν έχει να κάνει με την ομάδα αυτή καθ' εαυτή, αλλά με την θέση που κατείχε πριν μέσα σε αυτή. Τόσο ο λόγος όσο και η πράξη του δεν στρέφεται ενάντια στην ομάδα, αλλά ενάντια στην ιδέα που η ομάδα έχει γι αυτόν την οποία θέλει να αλλάξει.

Ο λόγος λοιπόν εδώ εκφράζει αυτή την προσπάθεια αλλαγής, με το να υπερασπίζεται αυτό που σκέπτεται και πιστεύει. Μέσα από αυτή την διαδικασία αποκτά την δυνατότητα να ορίσει την παρουσία του στην ομάδα σαν πραγματικότητα που μπορεί να την αλλάξει. Εάν δεχτούμε ότι, κατ' αρχάς μέσα από το λόγο “υπερασπιζόμαστε” τον εαυτό μας, αυτό ο λόγος δεν είναι παρά η αρχή για μια διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης των όρων συμβίωσης και λειτουργίας της ομάδας, ο οποίος δεν έχει σκοπό να εναντιωθεί στην παρουσία της, αλλά στην μορφή λειτουργίας της.

Η αίσθηση της απειλής που μπορεί να αισθανθεί η ομάδα εξαρτάται από την μορφή δέσμευσης που έχει εγκαθιδρύσει στους κόλπους της. Όσο πιο αυστηρή είναι τόσο η υπεράσπιση του εαυτού παίρνει διαστάσεις καταστροφικές, και ότι καινούργιο προτείνει το υποκείμενο θεωρείται “εγωιστικό”, και απερίσκεπτο. Όσο πιο χαλαρή είναι, τόσο έχει την δυνατότητα να αφομοιώσει την στάση του υποκειμένου και να εμπλουτιστεί από αυτή.
'
Άρα όσο υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας τόσο πλησιάζουμε τον άλλον και τόσο βοηθάμε στην συνοχή της ομάδας, αποζητώντας την αποδοχή που μας δένει με αυτη. Όσο προδίδουμε τον εαυτό μας, τόσο η συνοχή με την ομάδα γίνεται εις βάρος μας, δηλαδή με την αλλοτρίωση του εαυτού μας, που σημαίνει και αλλοτρίωση της ομάδας.

Με λίγα λόγια, όσο πιο αυθεντικοί είμαστε με τον εαυτό μας, τόσο πιο αυθεντική γίνεται και η ομάδα που ανήκουμε.


Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας : Marcel Caram

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Η αυτό-αποδοχή


Αγάπη σημαίνει σεβασμός και σεβασμός αγάπη. Η μία αγκαλιάζει την άλλη σαν στοιχεία ενός νέου κόσμου βαθιά κρυμμένου στα μύχια καλντερίμια της ευτυχίας. Η ανακάλυψή τους γίνεται σιγά, σιγά καθώς το βήμα τολμάει να ξανοιχτεί σε κάτι που κανείς δεν το ενθάρρυνε. Στο εσωτερικό δρόμο της αυτό-αποδοχής ενός εαυτού που τόσες φορές προσπαθήσαμε να αποφύγουμε το βλέμμα και το λόγο που μας απεύθυνε.

Πάντα τον κοιτούσαμε με το βλέμμα των άλλων, του μιλούσαμε με τα λόγια των άλλων. Πάντα τον θεωρούσαμε ανεπαρκή. Ποτέ δεν πιστέψαμε στις προσπάθειες που έκανε, στις ανάγκες που εξέφραζε, στις προσδοκίες και τις ελπίδες του. Πάντα τον προδίδαμε!!

Ναι αυτό κάναμε τον προδίδαμε, τον κατηγορούσαμε, τον μαστιγώναμε ήσυχα και απλά με μια υπομονή και επιμονή που άρχιζε να μας αρέσει. Μια ηδονή ανάβλυζε μέσα από το μαρτύριο του. Η θυσία γινόταν αυτοθυσία, αυταπάρνηση και προσπάθεια επιβεβαίωσης της επιθυμίας των άλλων ενάντια στην δική του επιθυμία. Μια ηδονή που είχε να κάνει με την αποδοχή του άλλου. Η αποδοχή ζητούσε την θυσιαστική μας τακτική. Την απλοχεριά μας στην βεβήλωση του εαυτού μας.

Με χαρά συμμετέχαμε στο άκομψο κατασκεύασμα οικογενειακών προδιαγραφών, οικογενειακών τελετουργιών που δεν παραχώρησαν το χρόνο και το χώρο για την ανάπτυξή μας, αλλά αντιθέτως όρισαν και κατεύθυναν τα πάντα για την οικοδόμηση της. Τελικά δεν είμαστε εμείς, αλλά οι άλλοι. Είμαστε όπως μας θέλουν οι άλλοι. Η αγάπη για αυτό που αγαπάνε οι άλλοι μας έκανε να αγαπάμε αυτό που δεν είμαστε!!

Όμως βαθιά μέσα μας κάτι κινείται ακόμα, κάτι φωνάζει, αντιδρά, ζητά το δίκιο του. Κάτι προσπαθεί να ανασάνει, να μιλήσει με την δική του γλώσσα. Μια γλώσσα που εξασκήθηκε κρυφά, που έφτιαξε ένα κρυφό κόσμο γεμάτο νοήματα που δεν τολμούσε να εκφράσει, που δεν τολμούσε να βγάλει στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά κρυμμένο στα συρτάρια της ψυχής, σάπιζε μέσα από την αυτό-αμφισβήτηση της.

Η αμφισβήτηση του εαυτού κυριεύει το μυαλό, κυριεύει το κορμί, κυριεύει το λόγο, του αφαιρεί το δικαίωμα, την ώρα που κανείς δεν του το παραχωρεί. Η αμφισβήτηση είναι η εσωτερίκευση της κατασκευασμένης ανεπάρκειας του από τους άλλους. Μέσα από αυτή οι άλλοι θριαμβεύουν μέσα του. Γίνονται σημαντικοί, τεράστιοι και απαραίτητοι στην κάθε κίνηση και απόφαση που πρέπει να παρθεί από εκείνον. Στους άλλους παραχωρούμε όλα τα δικαιώματα ενώ σε εμάς... κανένα. Μάταια περιμένουμε να μας το παραχωρήσουν. Το δικαίωμα παίρνεται μόνο του!!

Το δικαίωμα εκφράζει την αγάπη προς τον εαυτό. Εκφράζει την ανάγκη να αγαπήσουμε τον εαυτό μας έτσι όπως είναι, με τις αδυναμίες του, τις ανεπάρκειες του, τις προσδοκίες του και τα όνειρα του. Να αγαπήσουμε τις αποφάσεις του, τις αντιφάσεις του, ακόμα και τους φόβους σαν κάτι φυσιολογικό και όχι νοσηρό.

Το δικαίωμα εκφράζει την φροντίδα και την μέριμνα για την κατάστασή του εαυτού. Εκφράζει την αγάπη και την προστασία του. Η αγάπη και η φροντίδα είναι όριο για τους άλλους. Η αγάπη προς τον εαυτό γίνεται και αγάπη του άλλου προς αυτόν. Μόνο όταν αγαπάμε τον εαυτό μας και τον φροντίζουμε θα μας φροντίσουν οι άλλοι, αφήνοντας μας ήσυχους.

Επίσης μόνο τότε θα σταθούν και θα περιορίσουν την επεκτατική τους πολιτική. Τότε δεν θα έχουν καμιά δικαιολογία για να συνεχίσουν την ιμπεριαλιστική πολιτική κατάκτησης του εαυτού μας, λέγοντας ότι φροντίζουν για το καλό μας. Και μόνο τότε η αυτό-αποδοχή θα πάρει την πραγματική θέση που της αρμόζει, υπολογίζοντας το όλον του εαυτού και όχι τα διαφορετικά κομμάτια του, που το ένα στρέφεται ενάντια στο άλλο.

Κερεντζής Λάμπρος

φωτόγραφία:Gilbert Garcin

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Σεξουαλικότητα και ποινικό δίκαιο: σύγχρονες τάσεις




Ι. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια διαρκώς αυξανόμενη ρητορεία σχετικά με τη σεξουαλική εγκληματικότητα, η οποία καταλαμβάνει μια περίοπτη θέση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι αναφορές στην αύξηση των σεξουαλικών εγκλημάτων, την αντίστοιχη υποτροπή και τον «ιδιάζοντα» χαρακτήρα τους συχνά διασπείρουν το φόβο και συνακόλουθα προκαλούν υψηλή τιμωρητικότητα στο κοινό. Έτσι γύρω από το σεξουαλικό έγκλημα οικοδομείται ένας ηθικός πανικός.

Κεντρικό σημείο σ’ αυτή τη συζήτηση αποκτά το αίτημα για προστασία του παιδιού και αυστηρή τιμωρία του «διεστραμμένου παιδόφιλου». Ένα τέτοιο αίτημα απέναντι στον «κακό» κερδίζει καθολική αποδοχή. Εν συνεχεία υιοθετούνται υπερκρατικά νομικά κείμενα τα οποία οδηγούν στην ενίσχυση της ποινικής καταστολής. Συνακόλουθα νομοθετούνται από τον εθνικό νομοθέτη ποινικά μέτρα αντιμετώπισης του σεξουαλικού εγκλήματος ή, καλύτερα, κολασμού του σεξουαλικού δράστη, όπως η ποινικοποίηση της απλής κατοχής πορνογραφικού υλικού, ακόμα και εικονικού, ο χημικός ευνουχισμός των σεξουαλικών δραστών, η επιτήρηση ή ακόμα και κράτηση μετά τη λήξη της ποινής, η υποβολή τους σε υποχρεωτική θεραπεία και, τέλος, η δημιουργία ειδικού μητρώου και, η διαρκής, εγγραφή των δραστών σ’ αυτό.

Οι παραπάνω επιλογές φαίνεται αν αποκλίνουν από τις παραδοσιακές αρχές του ποινικού δικαίου και δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό για τη συμβατότητά τους με τη συστηματική και τη φιλελεύθερη λειτουργία του ποινικού δικαίου αλλά και το πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ας γίνουμε πιο αναλυτικοί:

ΙΙ. «Σεξ, αίμα και βία»: Το σεξουαλικό έγκλημα πουλάει!

Το πεδίο των σεξουαλικών εγκλημάτων συγκεντρώνει τα τελευταία χρόνια, μετά τα ναρκωτικά, την τρομοκρατία και τη διαφθορά, το προνομιακό ενδιαφέρον του εθνικού και υπερεθνικού «νομοθέτη». Ευρύτερα, άλλωστε, η σεξουαλική εγκληματικότητα, στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, αν και διαθέτει ελάχιστο μόνο μέρος της συνολικής εγκληματικότητας, όπως καταγράφεται στην αστυνομική και τη δικαστική στατιστική, εμφανίζεται αναντίστοιχα υψηλή στις κοινωνικές αναπαραστάσεις[1]. Κατ’ αποτέλεσμα, αποσπά ένα υψηλό μερίδιο στο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αλλά και στη συζήτηση για την αντεγκληματική πολιτική. Μια σειρά από παράγοντες συμβάλλουν σ’ αυτό: η ιδιαίτερα «ηθική» υφή των εγκλημάτων και η «δημοφιλία» του συνδυασμού σεξ και εγκλήματος συχνά γεννούν φαντασιώσεις και εξάπτουν την περιέργεια. Πιο πολύ όμως, το μείγμα «σεξ και βία» φαίνεται να «ξετρελαίνει» τα Μ.Μ.Ε. …

Σ’ αυτή τη βάση, τα σεξουαλικά εγκλήματα αποτελούν πρωτεύον πεδίο, συχνά άμετρης διασποράς του φόβου του εγκλήματος από τα Μ.Μ.Ε., σύνδεσης του εγκλήματος με την παρουσία αλλοδαπών και τελικά δημιουργίας έντονης ανασφάλειας των πολιτών (ιδίως των γυναικών)[2]. Αυτό το πλέγμα παραγόντων οδηγεί στην ξενοφοβία και την τιμωρητικότητα. Έτσι η επίκληση του ποινικού δικαίου στο πεδίο των σεξουαλικών αποκλίσεων καθίσταται εξαιρετικά δημοφιλής και ακολούθως επιτρέπει την υιοθέτηση λαϊκιστικών μέτρων, συχνά χονδροειδούς αυστηρότητας[3]. Μ’ αυτό τον τρόπο, δηλ. με ένα μείγμα αυστηρότητας και ηθικότητας, επιχειρείται η αστυνόμευση της ερωτικής ζωής (π.χ. πορνογραφία). Η τάση αυτή, πάντως, φαίνεται να εντάσσεται σε μια γενικότερη κατεύθυνση, που προωθείται από τα Μ.Μ.Ε., για την εγκληματικότητα και την αντιμετώπισή της[4].

Η εικόνα του βιαστή αλλά κυρίως του παιδόφιλου / παιδεραστή φαίνεται, διαπερνώντας τις επιμέρους κοινωνικές διαστρωματώσεις, να συγκεντρώνει την απόλυτη κατακραυγή και να διατηρεί την αποτρόπαιη υφή της τόσο στην επίσημη πολιτική ρητορεία όσο όμως και στην κουλτούρα των πλέον χαμηλών κοινωνικοοικονομικών ομάδων ή, ακόμα, και στην υποκουλτούρα της φυλακής. Φτάνει έτσι, ο δράστης σεξουαλικού εγκλήματος, ως φυλακισμένος, να ζει αποκλεισμένος και στιγματισμένος από τους συγκρατούμενούς του, να αντιμετωπίζει κινδύνους για τη σωματική του ακεραιότητα και να καθίσταται συγκλίνων στόχος για την εκτόνωση επιθετικότητας[5].

Παράλληλα, τα τελευταία ιδίως χρόνια, εμφανίζεται αύξηση στην παραγόμενη εγκληματολογική βιβλιογραφία για τα σεξουαλικά αδικήματα, με όχι πάντα υψηλού επιπέδου προσεγγίσεις. Ενίοτε προχειρότητες και συχνά μια ρητορεία που διαπερνά τη δημοσιογραφική γραφίδα, κατακτά την πολιτική συζήτηση και καταφέρνει να διεμβολίζει την επιστημονική αρθογραφία. Φτάνει λοιπόν, ενίοτε, την επιστημονική νηφαλιότητα να υποκαθιστά η συνθηματολογία με ύβρεις και κατάρες. Έτσι η υψηλή τιμωρητικότητα, στο πεδίο της σεξουαλικής εγκληματικότητας, εντοπίζεται και στο επίπεδο των θεωρητικών αναλύσεων αντεγκληματικής πολιτικής και τελικά μετατρέπεται σε νομοθέτηση. Η στάση αυτή στηρίζεται σε δύο πυλώνες – θεωρητικές παραδοχές[6]:

– την αύξηση της σεξουαλικής εγκληματικότητας, σε συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων και την επίταση της επικινδυνότητας των δραστών (π.χ. χρήση του διαδικτύου).

– τον υψηλό δείκτη υποτροπής των δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων, ιδίως δε αυτών που στρέφονται κατά παιδιών.

Συνολικά, λοιπόν, μπορεί κανείς να διαγνώσει, στο πεδίο του σεξουαλικού ποινικού δικαίου, ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής[7]: Ισχυρή επιρροή των ΜΜΕ, ενίσχυση της ποινικής καταστολής, εμπόριο ποινικότητας, επιτήρηση της ιδιωτικής ζωής και, τελικά, μεταστροφή του ποινικού δικαίου από την προστασία των εννόμων αγαθών στην επεμβατική αστυνόμευση των πολιτών. Ακριβώς μάλιστα η δημοφιλία της σεξουαλικής εγκληματικότητας είναι εκείνη που χρησιμοποιείται εδώ για την υφαρπαγή της γενικής συναίνεσης σε μέτρα αμφίβολης δικαιοκρατικής θεμελίωσης. Έτσι συγκροτείται μια σχεδόν ιδεοτυπική μορφή «ηθικού πανικού» (moral panic) με τη συνδρομή όλων των σχετικών χαρακτηριστικών[8]: ανησυχία και φόβος απέναντι σε μια θεωρούμενη σοβαρή απειλή για τις κυρίαρχες αξίες και την κρατούσα ηθική, προεξάρχων ρόλος των Μ.Μ.Ε.[9], έντονη κοινωνική αντίδραση, κατασκευή κοινωνικής συναίνεσης, παρέμβαση των φορέων του επίσημου κοινωνικού ελέγχου και, τελικά, λήψη δυσανάλογα αυστηρών μέτρων. Αυτός ο ηθικός πανικός δεν αφορά πλέον την παραδοσιακή βίαιη σεξουαλική εγκληματικότητα (βιασμός) αλλά εστιάζεται στην κακοποίηση των παιδιών, την πορνεία, την εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και τέλος την πορνογραφία[10]. Η δημιουργία ηθικού πανικού δεν είναι τυχαίο συμβάν: εντάσσεται σ’ ένα ευρύτερο κίνημα δράσης των «εργολάβων της ηθικής» (moral entrepreneurs) οι οποίοι επιχειρούν να επαναχαράξουν τα όρια της κοινωνικής ζωής στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, αναμορφώνοντας αντίστοιχα τις ασκούμενες πολιτικές και την ισχύουσα νομοθεσία[11]. Η αστυνόμευση, εν γένει, της ερωτικής ζωής αποτελεί σταθερό στρατηγικό στόχο. Ενίοτε μάλιστα τέτοιου χαρακτήρα εκστρατείες συνδέονται με αντιμεταναστευτικά, ιδίως στην Ευρώπη, ή ρατσιστικά, ιδίως στις ΗΠΑ, αιτήματα.

ΙΙΙ. «Σε κάθε γωνία παραμονεύει ένα βιαστής»: Αυξάνεται, αλήθεια, η σεξουαλική εγκληματικότητα;

Διάχυτη είναι η εικόνα αύξησης της σεξουαλικής εγκληματικότητας ενώ συχνά αυτή συνδέεται με την παρουσία των μεταναστών στην Ελλάδα. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι η σεξουαλική εγκληματικότητα από τη δεκαετία του 1960 εμφανίζει με σταθερά πτωτική τάση με σημαντική μάλιστα διαφορά τάξεων μεγέθους. Έτσι ενώ το 1960 καταγράφονται 680 καταδικασθέντες για σεξουαλικό έγκλημα (738 το 1959) από το 1983 και για 20 και πλέον έτη οι αντίστοιχοι καταδικασθέντες δεν υπερβαίνουν τους 200. Σχετική ανάσχεση ωστόσο της πτωτικής πορείας εντοπίζεται σε έξι ετήσιες καταγραφές (2004-2009) όπου οι καταδικασθέντες υπερβαίνουν σταθερά τους 200, παρουσιάζοντας ωστόσο –μετά από μια εκτόξευση το 2004 (303 καταδικασθέντες)- μια τάση διόρθωσης (2010: 183).

Καταδικασθέντες για σεξουαλικά εγκλήματα (1960-2010)

Σημειώνεται ότι το 2010 επί συνόλου 14598 κρατηθέντων στα καταστήματα κράτησης, 509 (420 άνδρες και 89 γυναίκες) ήταν για σεξουαλικά εγκλήματα, δηλ. ποσοστό 3,48 του συνόλου των κρατηθέντων[13]. Ο μεγαλύτερος αριθμών κρατουμένων – καταδικασθέντων (αλλά και υποδίκων) για σεξουαλικό έγκλημα συγκεντρώνεται στη φυλακή Τρίπολης (175 κρατούμενοι, την 1η Οκτωβρίου 2015) και ένας μικρότερος αριθμός σε πτέρυγα της φυλακής Γρεβενών, κυρίως για λόγους προστασίας της ζωής και της σωματικής τους ακεραιότητας από ενδεχόμενες επιθέσεις συγκρατουμένων τους.

Σχετική σταθερότητα, εξάλλου, εμφανίζουν και τα στοιχεία της αστυνομικής στατιστικής, για τα οποία ωστόσο εγείρονται σοβαρές ενστάσεις ως προς την αξιοπιστία τους, ιδίως λόγω του τρόπου συλλογής τους[14]. Πρόκειται για τις καταγραφές που αντιστοιχούν σε δηλωθέντα αδικήματα χωρίς να έχει διαπιστωθεί δικαστικά η τέλεσή τους, για το λόγο αυτό οι σχετικές στατιστικές τίθενται πάντα υπό επιφύλαξη αφού η αληθινή διάπραξή τους είναι αβέβαιη. Από τα στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας προκύπτει ότι ετησίως δηλώνονται περίπου 800-900 σεξουαλικά αδικήματα ενώ η γραμμή τάσης είναι ελαφρώς πτωτική. Πάντως και κατά τη δεκαετία του 1990 οι αντίστοιχοι αριθμοί κυμαίνονταν περίπου στα ίδια ή και υψηλότερα επίπεδα (π.χ. 1990: 1384, 1992: 1154, 1995: 707).

«Διαπραχθέντα» σεξουαλικά αδικήματα (1999-2012)

Βέβαια στο πεδίο των σεξουαλικών αδικημάτων εμφανίζεται ένας υψηλός δείκτης σκοτεινής εγκληματικότητας με αποτέλεσμα οι σχετικές καταγραφές στις δικαστικές και τις αστυνομικές στατιστικές να υπολείπονται της πραγματικότητας. Εντυπωσιακή είναι εν προκειμένω η απροθυμία των πολιτών, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, να αναφέρουν ένα περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης στους μηχανισμούς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου. Ειδικότερα, όπως φάνηκε από μια σχετική θυματολογική έρευνα[16], το ποσοστό των σεξουαλικών εγκλημάτων που αναφέρονται στην αστυνομία ανέρχεται μόλις στο 9,7%. Εξάλλου, και βάσει άλλης έρευνας (θυματοποίησης), για την περίοδο 2004-2005, το ποσοστό που συγκέντρωσε η Ελλάδα για σεξουαλικές επιθέσεις κατά γυναικών (1,7%) ταυτίζεται με τον αντίστοιχο μέσο όρο των ευρωπαϊκών χωρών[17]. Αντίστοιχη έρευνα πενταετίας έδειξε ότι η συνολική θυματοποίηση στο πεδίο της σεξουαλικής εγκληματικότητας, ανέρχεται στο 3,2% (6,2% μεταξύ των γυναικών)[18].

IV. «Οι σεξουαλικοί δράστες δεν συνετίζονται»: Υποτροπή και σεξουαλική εγκληματικότητα
Το ζήτημα της υποτροπής των δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων αποτελεί ένα ζήτημα το οποίο απασχολεί πέραν της νομικής και άλλες επιστήμες, στο πλαίσιο μάλιστα των οποίων παρατηρείται μια σημαντική παραγωγή βιβλιογραφίας. Το πρώτο πρόβλημα που ανακύπτει άπτεται του ακριβούς προσδιορισμού της υποτροπής, καθότι αυτή ποικίλει ανάλογα με την επιστήμη η οποία τη χρησιμοποιεί ενώ η νομική έννοια της υποτροπής (μπορεί να) παραλλάσει και από έννομη τάξη σε έννομη τάξη. Είναι βέβαια προφανές ότι η νομική έννοια της υποτροπής, όπως δίδεται στο άρ. 88 ΠΚ, είναι η πλέον στενή/αυστηρή ενώ στις άλλες επιστήμες επικρατούν περισσότερο χαλαρά κριτήρια εντοπισμού της. Ωστόσο, με βάση τέτοια κριτήρια διαγιγνώσκεται ο υποτιθέμενος υψηλός δείκτης υποτροπής των σεξουαλικών δραστών και ακολούθως προτείνονται πρόσθετα μέσα κοινωνικής άμυνας και προστασίας της δημόσιας ασφάλειας.

Έρευνες δείχνουν ότι η υποτροπή εμφανίζει μεταβλητές τιμές ανάλογα με τις παραμέτρους της έρευνας π.χ. το χρονικό διάστημα (π.χ. 5 χρόνια από την αρχική καταδίκη ή αποφυλάκιση), το είδος των χρησιμοποιούμενων στοιχείων (π.χ. αστυνομικές ή δικαστικές στατιστικές, πρωτογενής έρευνα), το μέσο διάγνωσης (π.χ. νέα σύλληψη, καταδίκη, ή φυλάκιση) καθώς βέβαια και με το συγκεκριμένο αδίκημα και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του δράστη[19]. Συνεπώς δεν μπορεί ασφαλώς να συναχθεί μια γενική εκτίμηση για το δείκτη υποτροπής στους καταδικασμένους για σεξουαλικά εγκλήματα. Συχνά, μάλιστα, σημειώνεται ότι τα ποσοστά αυτά δεν ανταποκρίνονται την πραγματικότητα αφού δεν λαμβάνουν υπόψη τη σκοτεινή εγκληματικότητα. Σωστά, λοιπόν, εγείρονται ενστάσεις απέναντι στις αβίαστες παραδοχές για την «δραματική υποτροπή» των σεξουαλικών δραστών οι οποίες συχνά καταλήγουν σε μια «επιστημονική δημαγωγία». Πάντως στη διεθνή βιβλιογραφία γίνεται αναφορά σε ποσοστά υποτροπής της τάξης του 43% (31% για τέλεση νέου σεξουαλικού εγκλήματος)[20] ή ακόμα και 52% (26% για τέλεση σεξουαλικού εγκλήματος)[21]. Πάντως σε μια ιδιαίτερα σοβαρή μεταέρευνα[22] το ποσοστό για τέλεση νέου σεξουαλικού εγκλήματος βρέθηκε στο 13,4% ενώ σε μια επίσημη γερμανική έρευνα το αντίστοιχο ποσοστό ανήλθε στο 19%[23]. Σημειώνεται όμως ότι γενικά το ποσοστό υποτροπής στα σεξουαλικά εγκλήματα είναι ιδιαίτερα χαμηλό[24].

Στη χώρα μας δεν υπάρχουν εγκληματολογικές έρευνες για τον αριθμό των καταδικασθέντων για σεξουαλικό έγκλημα οι οποίοι εγκληματούν και πάλι, τελώντας το ίδιο ή άλλο (συναφές) αδίκημα. Καταγράφεται, αντίθετα, στατιστικά ο αριθμός των καταδικαζομένων για σεξουαλικό αδίκημα οι οποίοι κρίνονται υπότροποι λόγω προηγούμενης ποινικής καταδίκης. Η ευρύτερη αυτή έννοια της υποτροπής, πέραν των οριζομένων στο άρ. 88 ΠΚ, ανταποκρίνεται μεν καλύτερα στις ανάγκες της εγκληματολογικής έρευνας δημιουργεί όμως ένα χάσμα έναντι της καταγεγραμμένης και χαμηλότερης, βάσει του ΠΚ, υποτροπής.

Υπότροποι καταδικασθέντες δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων (1996-2006

Τρία σημεία μπορούν να επισημανθούν στον παραπάνω πίνακα:

– Ο βαθμός υποτροπής που εντοπίζεται είναι σημαντικός, πράγμα βέβαια που πιθανόν να οφείλεται και στο γεγονός ότι όσοι ήδη έχουν ποινικό ιστορικό βρίσκονται στο στόχαστρο των μηχανισμών ποινικής καταστολής.

– Παρουσιάζεται υψηλή απόκλιση (συχνά άνω του 10%) μεταξύ της υποτροπής στο σύνολο της εγκληματικότητας από τη σεξουαλική εγκληματικότητα.

– Εντοπίζεται σημαντική πτωτική τάση της καταγραφόμενης υποτροπής την τελευταία δεκαετία. Έτσι ενώ μέχρι και το 2003 τα ποσοστά υποτροπής κυμαίνονται μεταξύ 30-50%, μετά το 2004 δεν υπερβαίνουν το 22%.

V. Προς μια νέα «ποινική καταιγίδα»: Μοντέρνα μέτρα κατά των σεξουαλικών δραστών
Η εγκληματολογική πραγμάτευση των σεξουαλικών εγκλημάτων, συχνά ολοκληρώνεται με την παράθεση προτάσεων για τη αντιμετώπιση της «δραματικής» κατάστασης. Σ’ αυτή τη βάση εξετάζονται διάφορα μέτρα καταπολέμησης του σεξουαλικού εγκλήματος ή, καλύτερα, του σεξουαλικού δράστη. Μεταξύ αυτών, ή μάλλον ο πυρήνας αυτών, είναι μέτρα ποινικής φύσης που σε σημαντικό βαθμό συνέχονται με την ποινική μεταχείριση του δράστη και ανταποκρίνονται στην ιδιαιτερότητα του τελεσθέντος εγκλήματος. Η κίνηση αυτή στηρίζεται στη θεωρητική προϋπόθεση της αδυναμίας των κλασικών ποινικών μέτρων να προσφέρουν ικανοποιητικές απαντήσεις στο πεδίο της σεξουαλικής εγκληματικότητας[26]. Έτσι, σε πολλές χώρες, τόσο του αγγλοσαξωνικού χώρου όσο και της ηπειρωτικής Ευρώπης, λαμβάνονται μέτρα «συμβατικής» αυστηροποίησης του σεξουαλικού ποινικού δικαίου (επίταση ποινών, νέες ποινικές υποστάσεις, νέα δικονομικά μέτρα π.χ. ανάλυση DNA, μέτρα επιτήρησης και θεραπείας)[27]. Παράλληλα για τους σεξουαλικούς δράστες συζητούνται αφενός ο περιορισμός ή και αποκλεισμός των φιλελεύθερων θεσμών του ποινικού δικαίου (π.χ. υφ’ όρον απόλυση)[28] και αφετέρου η υιοθέτηση ορισμένων «μοντέρνων» μέτρων παράλληλης ποινικής μεταχείρισης[29] ή αστυνομικής επιτήρησης[30]. Αξιοσημείωτη είναι και στην Ελλάδα η νομοθετική παραγωγή, των τελευταίων ετών, στο πεδίο του σεξουαλικού ποινικού δικαίου (τελευταία: ν. 4198/2013, 4267/2014)

Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η διεύρυνση του θεσμού της «εξασφαλιστικής κράτησης» (Sicherungsverwahrung), που υιοθετήθηκε στη Γερμανία αρχικώς το 1998 ενώ στη συνέχεια επεκτάθηκε, και συνεπάγεται τη συνέχιση της στέρησης της ελευθερίας του καταδικασθέντος για κάποιο σεξουαλικό έγκλημα, για αόριστο -κατ’ αρχήν- διάστημα, μετά την έκτιση της επιβληθείσας ποινής[31]. Πρόκειται για μέτρο ασφαλείας που υπηρετεί την προστασία της κοινωνίας από τους επικίνδυνους δράστες και μπορεί να επιβληθεί, στην πρώτη υποτροπή, ακόμα και για εγκλήματα εξαιρετικά χαμηλής βαρύτητας. Η υιοθέτηση του μέτρου αυτού υπαγορεύτηκε από το κλίμα ενός «ηθικού πανικού» ο οποίος προκλήθηκε από ορισμένα φριχτά εγκλήματα σεξουαλικής βίας κατά παιδιών. Ωστόσο η κριτική που δέχτηκε και δέχεται η ρύθμιση αυτή, από την πλευρά της επιστήμης, είναι ιδιαίτερα σφοδρή και αφορά τόσο τη συμβατότητά της με το κράτος δικαίου και το συναφές υπερνομοθετικό νομικό πλαίσιο (Σύνταγμα, ΕΣΔΑ)[32] όσο και με την ένταξή της στο συμβατικό σύστημα ποινικού δικαίου και τελικά την αποτελεσματικότητά της[33]. Τελικά, το ζήτημα έφτασε στο ΕΔΔΑ το οποίο με απόφασή του (2009) έκρινε ότι η επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου παραβιάζει τόσο το άρ. 5 § 1 όσο και το άρ. 7 § 1 της ΕΣΔΑ[34].

Πέραν των ανωτέρω, όμως ,όλο και πιο συχνά προτείνονται ή και υιοθετούνται, στο συγκεκριμένο πεδίο, «νέα»/μη συμβατικά μέτρα, στα οποία περιλαμβάνονται η δημιουργία ειδικού μητρώου και η επιτήρηση σεξουαλικών δραστών καθώς και η υποχρεωτική θεραπεία και ο χημικός/φαρμακευτικός ευνουχισμός των σεξουαλικών δραστών. Ειδικότερα:

Η τήρηση ειδικού μητρώου και, η διαρκής, εγγραφή των σεξουαλικών δραστών συνιστά μέτρο που εισήχθη στις ΗΠΑ αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο (το 1996) και κατ’ αρχήν συνεπάγεται την καταχώριση αλλά και τη διάθεση των στοιχείων του δράστη σε τρίτους, ενώ επιπλέον υποχρεώνει το δράστη, για ορισμένο χρόνο, να δηλώνει τα στοιχεία του στην Αστυνομία (διεύθυνση και στοιχεία, αργότερα ταξίδια στο εξωτερικό)[35]. Προοδευτικά το μέτρο αυτό ενισχύθηκε και επεκτάθηκε. Ακραία μορφή εμφάνισης αυτής της λογικής αποτελεί η εφαρμογή του λεγόμενου «Megan’s Law» (1996) στις Η.Π.Α. Με βάση το νόμο αυτό τα απολύτως προσωπικά στοιχεία των (καταδικασμένων) σεξουαλικών δραστών δημοσιοποιούνται είτε με ανακοινώσεις στην τοπική κοινότητα είτε με καταχώριση σε ειδική βάση δεδομένων στο διαδίκτυο[36]. Η πρόσβαση στη βάση αυτή είναι ελεύθερη στον καθένα! Πάντως αν και δεν αποδεικνύεται ερευνητικά η χρησιμότητα του μητρώου, για την εξιχνίαση των σεξουαλικών εγκλημάτων, εντούτοις η αποδοχή του από την πολιτική εξουσία, την κοινή γνώμη και τις ταμπλόιντ παραμένει υψηλή. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, εγείρονται σοβαρές ενστάσεις για το μέτρο αυτό, καθώς αποτελώντας ποινική κύρωση, υπερβαίνει το όριο αναλογικότητας στην άσκηση κοινωνικού ελέγχου[37].

Η επιτήρηση σεξουαλικών δραστών συνιστά μέτρο που επιβάλλεται σε σεξουαλικούς δράστες και αφορά τη ζωή τους μετά την αποφυλάκιση. Δεν έχει ωστόσο ερευνηθεί η αποτελεσματικότητα / δραστικότητα του μέτρου αυτού στην αποτροπή της υποτροπής, καθώς αυτή συχνά συνδυάζεται και με την λήψη άλλων μέτρων τροποποίησης της συμπεριφοράς[38]. Αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση της Κύπρου όπου, το 2014, ιδρύθηκε ειδική «Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων»[39] η οποία τηρεί αρχείο των εποπτευόμενων από αυτήν προσώπων, καταρτίζει πρόγραμμα για την επανένταξή τους, ελέγχει την ορθή διεκπεραίωση της εποπτείας τους, και τέλος εξασφαλίζει την αξιολόγηση της επικινδυνότητάς τους.

Ο χημικός/φαρμακευτικός ευνουχισμός των σεξουαλικών δραστών συνίσταται στη χορήγηση αντιανδρογόνων (ή και αντικαταθλιπτικών) φαρμάκων με τα οποία καταστέλλεται η σεξουαλική διάθεση – ορμή και συνεπώς και η αντίστοιχη επιθετικότητα[40]. Η αρχετυπική βέβαια μορφή του ευνουχισμού είναι ο λεγόμενος «χειρουργικός ευνουχισμός». Συνίσταται στην αφαίρεση των όρχεων, η οποία επιφέρει απώλεια της ερωτικής διάθεσης και βέβαια είναι μη αναστρέψιμη επέμβαση. Εγείρονται, ωστόσο, εδώ σοβαρές ενστάσεις τόσο για την αποτελεσματικότητα[41] τέτοιων μέτρων όσο και για τη συμβατότητά τους με την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου[42]. Δε λείπουν επίσης τα ηθικά διλήμματα σχετικά με τη χρήση τέτοιων μέτρων[43].

Η υποχρεωτική θεραπεία συνιστά μορφή ακούσιας νοσηλείας και διακρίνεται σε επιμέρους προσεγγίσεις: γνωστική – συμπεριφορική (μεταβολή μοντέλων σκέψης), ψυχοεκπαιδευτική (υπολογισμός του θύματος και ανάληψη ευθύνης) και τέλος φαρμακολογική (μείωση της σεξουαλικής ορμής). Η κύρια, πάντως, μορφή θεραπείας είναι η ψυχιατρική ώστε κατ’ αποτέλεσμα να γίνεται αναφορά σε «ψυχιατρικοποίηση», δηλ. ως (κατά)χρηση της ψυχιατρικής για τιμωρητικούς σκοπούς. Το μέτρο αυτό είναι συνυφασμένο με αναγκαστικό εγκλεισμό και ως εκ τούτου συνεπάγεται στέρηση της ελευθερίας αλλά και επιβολή ιατρικών πράξεων χωρίς τη συναίνεση του «ασθενούς». Εγείρονται, πάντως, και εδώ σοβαρές ενστάσεις αφενός μεθοδολογίας και αποτελεσματικότητας και αφετέρου συμβατότητας με θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές[44]. Πάντως το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ δεν διέγνωσε στο συγκεκριμένο μέτρο ποινική υφή, απορρίπτοντας έτσι σχετικό ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας[45].

Συγκεφαλαίωση

Η τάση περιορισμού της ελευθερίας και διεύρυνσης του ποινικού ελέγχου της σεξουαλικής ζωής συμβαδίζει με τις ευρύτερες κατευθύνσεις που ακολουθούνται στις δυτικές κοινωνίες. Το δόγμα «νόμος και τάξη» ή, προς το ελληνικότερον, «πατρίς, θρησκεία οικογένεια» φαίνεται να ανακάμπτει και να κερδίζει το χαμένο έδαφος, από την εποχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης[46]. Μια αναπτυσσόμενη σταυροφορία σεξουαλικής ορθοδοξίας ξεκινά αρχικά από την προσπάθεια ελέγχου, κατά πρώτο λόγο, της γυναικείας σεξουαλικότητας και καταλήγει σε ένα νέο συντηρητισμό με βάση τον γάμο και την οικογένεια[47]. Μάλιστα, η οικονομική ανασφάλεια και η ανεργία φαίνεται να αναζωογονούν παραδοσιακές σταθερές, όπως η οικογένεια και η θρησκεία, οι οποίες αντιμάχονται με σθένος την σεξουαλική ελευθερία. Ιστορικά, άλλωστε, οι θρησκείες υπερασπίζονται την οριοθέτηση της σεξουαλικότητας, καθώς φαίνεται να καταλήγουν ότι η ενέργεια που επενδύεται στον έρωτα χάνεται για άλλες υποθέσεις[48].

Η αποτύπωση σε νομοθετικά κείμενα αυτών των τάσεων, φαίνεται ενίοτε να προσλαμβάνει τη μορφή ενός μοντέρνου κυνηγιού μαγισσών όπου δεν ενδιαφέρει η αληθινή προστασία των εννόμων αγαθών αλλά η πάση θυσία εκμηδένιση του αντιφρονούντα ή πάντως ο αποκλεισμός και η διαπόμπευση του «μη κανονικού»[49]. Πάνω σ’ αυτόν διεκδικούν ρόλο η ψυχιατρική και το ποινικό δίκαιο. Στις Η.Π.Α., ήδη από την δεκαετία του 1990, άρχισε βήμα – βήμα ο πουριτανισμός να καθορίζει το σεξουαλικό ποινικό δίκαιο[50]. Η τάση αυτή με σημείο αναφοράς τη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών τείνει να λάβει τα χαρακτηριστικά υστερίας γύρω από το σεξουαλικό έγκλημα εν γένει με συχνές επικλήσεις για μια άμετρη ποινική καταστολή.

Όμως, η αντιμετώπιση με ποινικά μέτρα της σεξουαλικής απόκλισης ή της διαφορετικότητας, όταν αυτή δεν εκδηλώνεται με αντικοινωνικές πράξεις, συνιστά μια μορφή τιμώρησης του φρονήματος και αντιβαίνει στο κατά βάση φιλελεύθερο θεμέλιο του (σύγχρονου) ποινικού δικαίου. Ως εκ τούτου, η απόκρουση αυτών των σύγχρονων τάσεων αυστηροποίησης του σεξουαλικού ποινικού δικαίου που καταλήγουν σε περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας, υπό το πρόταγμα μιας ηθικολογίας χωρίς αντίκρισμα την προστασία της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης, συνιστά γνήσια υπεράσπιση ενός ποινικού συστήματος αντικειμενικού αδίκου. Μάλιστα το ελληνικό σεξουαλικό ποινικό δίκαιο ενώ διατηρεί στοιχεία (και εγκλήματα) που δεν αντιστοιχούν πια στις σύγχρονες αξιολογήσεις για την κοινωνική βλαπτικότητα (π.χ. άρ. 347 ΠΚ: παρά φύση ασέλγεια, άρ. 348 ΠΚ: διευκόλυνση ακολασίας άλλων), ταυτόχρονα εμπλουτίζεται με νέες ποινικές υποστάσεις ή επεκτάσεις ήδη υφισταμένων (για την πορνογραφία ή την σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών). Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο μείγμα αλλοιώνει την ισορροπία του ποινικού μας συστήματος· ο εξορθολογισμός, επομένως, του σεξουαλικού ποινικού δικαίου, μέσα από μια αποκάθαρση του 19ου κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα, φαίνεται αναγκαίος και κοινωνικά πρόσφορος.



ΕΥΤΥΧΗΣ ΦΥΤΡΑΚΗΣ*

* Δ.Ν. – Γενικός Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής.



Πηγή:http://crime-in crisis.com/%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CF%83%CF%8D/

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Η οικογένεια δεν είναι τυχαία



Η οικογένεια σαν οργανισμός ζωντανός που κινείται, ανασαίνει, αναπτύσσεται, μεγαλώνει και πεθαίνει, δεν αποτελεί κάτι το τυχαίο. Δεν αποτελεί μια κατάσταση που δημιουργήθηκε από το τίποτα. Στην ουσία καμιά από τις λειτουργίες της δεν είναι τυχαία. Όλες αποτελούν προϊόντα συστηματικής οργάνωσης την οποία τα μέλη της, τις περισσότερες φορές, αδυνατούν να κατανοήσουν. Μπορούν να αποδίδουν τις λειτουργίες της στην τύχη, ή στην μοίρα, αλλά καλό είναι να σκεφτούμε ότι τόσο τα παιδιά μας όσο και εμείς, είμαστε πολύ σημαντικοί για να αφεθούμε στην τύχη μας.

Και ποια είναι η τύχη;

Η τύχη εκφράζει πάντα την ύπαρξη του τυχαίου. Το τυχαίο εκφράζει την έλλειψη ελέγχου και η έλλειψη ελέγχου... το άγχος, τόσο το οξύ όσο και το συνεχές. Το άγχος μπορεί να καθορίσει την μορφή των αλληλεπιδράσεων μέσα στην οικογένεια. Μπορεί να δημιουργήσει ένα συναισθηματικό τοπίο, όπου οι αντεγκλήσεις, οι αντιπαλότητες, και οι συγκρούσεις να μην επιτρέπουν στα μέλη της να συνεργαστούν ακόμα και όταν εκφράζουν κοινές προσδοκίες και έχουν τους ίδιους στόχους.

Σε αυτή την περίπτωση ο καθένας βιώνει την έλλειψη επικοινωνίας, την έλλειψη εμπιστοσύνης του άλλου που τόσο έχει ανάγκη για να αναπτυχθεί, είτε πρόκειται για το γονέα, είτε για το παιδί και... νιώθει να τον τυλίγει η παγωνιά της μοναχικότητας. Νιώθει ότι δεν τον καταλαβαίνουν και ότι ίσως έχει κάνει λάθος στην ζωή του να βρεθεί μέσα σε αυτή την οικογένεια. Σε ένα τέτοιο συναισθηματικό περιβάλλον είναι δύσκολο να “μεγαλώσει” κάποιος είτε είναι γονέας, είτε είναι παιδί.

Στο βαθμό λοιπόν που αντιμετωπίζουμε την οικογένεια σαν μια τυχαιότητα τότε αποδίδουμε τις καταστάσεις στην μοίρα και συγχρόνως αφαιρούμε την σημαντικότητα του εαυτού μας σαν παράγοντας που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από αυτή.

Όσο περισσότερο καταλαβαίνουμε το “μηχανισμό” της οικογένεια και του κανόνες που διέπουν την λειτουργία του, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι η τύχη δεν υφίσταται σαν παράγοντας που επηρεάζει, αλλά σαν διανοητική διαφυγή από την υπευθυνότητα που μας αναλογεί σαν παράγοντα του ίδιου του “μηχανισμού”.

Η οικογένεια όμως δεν είναι ένας χώρος και χρόνος που βρεθήκαμε τυχαία μέσα της, αντίθετα είναι ένας χωρόχρονος που κατασκευάστηκε από μας και συνεχίζει να κατασκευάζεται με την μετέπειτα συμμετοχή των παιδιών μας. Είναι μια συνκατασκευή στην οποία συμμετέχουν όλοι το ίδιο από οποιαδήποτε θέση και αν βρίσκονται.

Μόνο όταν αντιληφθούμε αυτό το σημαντικό γεγονός, μπορούμε να αισθανθούμε σαν δημιουργοί. Σαν παράγοντες που βοηθάμε την εκδήλωση της ζωής σε όλες της τς εκφάνσεις.

Με λίγα λόγια σαν γονείς, είμαστε δημιουργοί ζωής και αυτή την ιδιότητα μας δεν πρέπει να την υποτιμούμε καθόλου!!

Κάτω από αυτό το πρίσμα εκφράζεται η σημαντικότητα του στο έργο της δημιουργίας της ζωής μέσα από την ενεργητική μας στάση. Το δημιούργημά μας ξετυλίγεται κάθε μέρα μπροστά μας με την ανάπτυξη των παιδιών μας. Αυτό σημαίνει την προσπάθεια κατανόησης, συνειδητοποίησης και ελέγχου του δημιουργικού πεδίου της οικογένεια, της οποίας αποτελούμε σημαντικό παράγοντα. Πράγμα που σημαίνει συγχρόνως την αντίληψη των διαστάσεων του ρόλου του γονέα και την σημαντικότητα του δίπλα στο παιδί.

Για τους παραπάνω λόγους είναι απαραίτητο κάθε φορά, όχι μόνο να “μαθαίνουμε” κάτι καινούργιο, για την λειτουργία της οικογένειας, αλλά να ανακαλύπτουμε το βάθος της γνώσης που έχουμε αποκτήσει εμείς οι ίδιοι μέσα σε αυτή.

Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Το Δικαίωμα και η Ενοχή




Νόμος και Πόλις

Το δικαίωμα μας οδηγεί στο νόμο, η ενοχή επίσης. Ο νόμος κατ' αρχάς επιτρέπει και μετά περιορίζει. Αναδεικνύει πρωτίστως την ύπαρξη των δικαιωμάτων του υποκειμένου και μετά λειτουργεί περιοριστικά για αυτά που απαγορεύει. Δηλαδή σαν πρώτιστο αγαθό έχει τα δικαιώματα παρά την απαγόρευσή τους. Η τήρησή του αποτελεί την προϋπόθεση συνύπαρξης και επίτευξης της αρμονίας, ισορροπίας, της ομοιόστασης τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο.

Όπως έλεγε ο Αριστοτέλης ο νόμος λοιπόν είναι ο δρόμος προς την συλλογικότητα, την διαφυλάσσει. Η Ισότητα, η ισονομία, ο σεβασμός του άλλου, η αξιοκρατία προφυλάσσονται από τον νόμο και είναι τα υλικά από τα οποία κατασκευάζονται οι συλλογικότητες. Μόνο μέσα σε την συλλογικότητα μπορεί να αναπτυχθεί η υποκειμενικότητα. Η συνείδηση της αναγκαιότητας του νόμου είναι η συνείδηση της συλλογικότητας, δηλαδή η αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα του ομαδικού μέσα από το οποίο ολοκληρώνεται το ατομικό.

Η βασική στόχευση σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο για την επιβίωση είναι η κοινωνία. Το εγώ δεν υφίσταται χωρίς τους άλλους και η διαφύλαξη των άλλων σημαίνει την διαφύλαξη του εγώ. Όπως λοιπόν έλεγε ο Αριστοτέλης, ο νόμος είναι ο ρυθμιστής των κοινωνικών σχέσεων και εάν καταλυθεί, καταλύεται και η πόλις. Όπως επίσης έλεγε ότι ο νόμος λειτουργεί για την πραγμάτωση του υποκειμένου, σε αντίθετη περίπτωση η απαξίωση του νόμου φέρνει και την απαξίωση του υποκειμένου.

Η απαξίωση του νόμου προωθείται από αυτούς που έχουν συγκεκριμένα προσωπικά συμφέροντα θεσπίζοντας άδικους νόμους, οι οποίοι στοχεύουν στην εκμετάλλευση και την καθυπόταξη του άλλου. Αυτό δημιουργεί μια κοινωνία αρπαχτικών, μια κοινωνία ηλιθίων η οποία δεν καταλαβαίνει ότι όταν κατασπαράζει τον άλλον κατασπαράζει την κοινωνία της οποία είναι μέρος.

Ο οικιακός νόμος

Στην Αρχαιότητα εκτός από το νόμο της πόλης, υπήρχε και ο “οικιακός” νόμος ο οποίος αναπτυσσόταν στα πλαίσια του “οίκου” και ο οποίος απαρτίζονταν από πολλούς εθιμοτυπικούς κανόνες, που σήμερα θα τις λέγαμε οικογενειακές τελετουργίες που ρύθμιζαν τις σχέσεις και τα δικαιώματα του κάθε μέλους της οικογένειας.

Τόσο στην αρχαία Ελλάδα, όσο και στην αρχαία Ρώμη το νόμο τον αντιπροσώπευε ο Πατέρας. Υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους διότι ο Πάτερ φαμίλιας των Ρωμαίων ήταν ένα αδίστακτος τύραννος που είχε μέχρι και το δικαίωμα θανάτου για τα παιδιά του, ενώ ο Έλληνας πατέρας εμφανίζεται πιο ήπιος και προστατευτικός για αυτά.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι μέσω του νόμου ο νομοθέτης ήταν δάσκαλος, ήταν ο παιδαγωγός που θα δημιουργούσε την έξη προς την τέλεση του αγαθού. Μέσω αυτού άρχισε να λειτουργεί η παρουσία του “άλλου” σαν στοιχείο γύρω από το οποίο συγκροτείται το υποκείμενο. Εφόσον η συγκρότησή του υποκειμένου γινόταν γύρω από το νόμο σαν στοιχείο κοινωνικοποίησης και αποδοχής του στην κοινωνία, ο νόμος καταλάμβανε την θέση του “άλλου”. Γίνεται ο νόμος του “άλλου” όπως θα έλεγε μετά από αιώνες ο Λακάν.

Τον νομοθέτη τον αντιπροσώπευε ο πατέρας στην οικογένεια και ήταν αυτός που θα εξασκούσε το νόμο του. Έτσι στα οικογενειακά πλαίσια με την επανάληψη και την επιβράβευση των αγαθών πράξεων δημιουργείτο στο παιδί η έφεση προς την αρετή. Μέσα από τον έπαινο και την ενθάρρυνση, κατασκευαζόταν η ευχαρίστηση των καλών πράξεων και το αντίθετο η δυσαρέσκεια και η τιμωρία από την τέλεση του κακού. Ο πατέρας από τότε λοιπόν γίνεται ο “νόμος”, γίνεται ο Λακανικός “λόγος του νόμου” προς τα παιδιά του. Ο νόμος λοιπόν του πατέρα δεν είναι παρά ο νόμος του “άλλου”.

Νόμος, διακαιώματα και οικογένεια

Το δικαίωμα απορρέει από τον νόμο, και έχει να κάνει με τον σεβασμό του, ενώ η ενοχή με την παραβίασή του. Από την γέννηση μέχρι το θάνατο είμαστε ανάμεσα σε αυτά τα δύο, ανάμεσα στο δικαίωμα και την ενοχή, ανάμεσα στο σεβασμό και την παράβαση. Όλες οι επαναστάσεις πραγματοποιήθηκαν για την ανάδειξη και διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων έτσι φτιάχτηκε ο χάρτης δικαιωμάτων του ανθρώπου. Το δικαίωμα λοιπόν ορίζει τα όρια του πολίτη μέσα από το νόμο, ο οποίος καθορίζει το σεβασμό των δικαιωμάτων του από τους άλλους, καθώς και το σεβασμό των δικαιωμάτων των άλλων από αυτόν.

Όπως είπαμε ο “νόμος” αντιπροσωπεύεται από το γονέα μέσα στην οικογένεια και τα διακαιώματα εξαρτιούνται από τον τρόπο διαχείρισης του. Άρα το δικαίωμα στο οικογενειακό πλαίσιο ορίζει τη θέση του υποκειμένου και αναγνωρίζει τις ανάγκες και τις συνθήκες ανάπτυξης του. Καθορίζει εκείνο που δικαιούται μέσω του οποίου εκφράζει την παρουσία του. Έτσι το δικαίωμα μέσα στην οικογένεια έχει σχέση με το νόμο του “άλλου” που είναι ο γονέας. Ο γονέας σαν νόμος ορίζει τα δικαιώματα των “παιδιών”. Αλλά και η παρουσία του παιδιού αποτελεί ένα “νόμο” για τον γονέα.

Ο Νόμος του “άλλου” σύμφωνα με την ψυχανάλυση οριοθετεί την επιθυμία της απόλαυσης, η οποία κοινοποιείται μέσα από την σχέση για να γίνει αποδεχτή. Η ανεξέλεγκτη απόλαυση δημιουργεί μια ανισορροπία και οδηγεί στην άσκηση βίας με στόχο την υποταγή στην εκπλήρωσή της. Ο καπιταλισμός πάνω σε αυτή ποντάρει καθοδηγώντας την κατανάλωση σαν κεντρικό στόχο της ζωής. Απόλαυση όχι σε σχέση με τον άλλον, αλλά σε σχέση με την κτήση των αντικειμένων απόλαυσης.

Η απόλαυση χωρίς περιορισμό είναι μια ενστικτώδης τάση του βρέφους, του παιδιού... και του πρωτόγονου ανθρώπου. Για την ικανοποίηση της, καταστρατηγούνται κανόνες και νόμοι αποζητώντας... η ζωή των άλλων να υποταχθεί στην δική μας ανάγκη απόλαυσης. Ο σεβασμός των άλλων έχει σχέση με την οριοθέτηση της επιθυμίας στο βαθμό που εκείνη ξεπερνά τα όρια του εφικτού του “ νόμιμου” και αποζητά της ικανοποίηση της, εις βάρος των άλλων. Ένα παιδί π. χ. μπορεί να μετατραπεί σε τύραννο μέσα στο σπίτι του, εφόσον ο νόμος του “άλλου” (γονέα) δεν έχει επικρατήσει και έτσι δεν έχει μάθει να τον σέβεται που σημαίνει οριοθέτηση της επιθυμίας του. Ο νόμος μπορεί να φαντάζει σαν ένας συμβολικός ευνουχισμός, αλλά στην ουσία οριοθετεί την ύπαρξή του υποκειμένου μέσα από την οριοθέτηση της ανεξέλεγκτης απόλαυσης.

Όπως αναφέραμε ο “νόμος” είναι αυτό που προφυλάσσει την συλλογικότητα. Στα πλαίσια της οικογένειας η έννοια της συλλογικότητα μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές για την διατήρησή της όπου τα δικαιώματα των μελών της ή ο “νόμος” που ασκείται από τους γονείς να μην επιτρέπει την άσκησή τους. Αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις η ενοχή για την μη τήρηση του “νόμου” των γονέων είναι εδώ για να διαμορφώσει ένα σύστημα αναφοράς και αξιολόγησης του υποκείμενου στις σχέσεις μαζί τους. Έτσι το δικαίωμα και η ενοχή σαν στοιχεία διαμόρφωσης του υποκειμένου αποκτούν μεγάλη σημασία για την ανάπτυξή του. Καθορίζουν τόσο την συμπεριφορά όσο και το συναίσθημά του μέσα αλλά και έξω από την οικογένεια.

Το δικαίωμα ενός “παιδιού” να διαχειρίζεται και να αξιολογεί την παρουσία του στην βάση της ισότητας, της ισονομία και του σεβασμού μέσα στην οικογένεια, διαμορφώνει ένα πλαίσιο αποδοχής του, σε σχέση με τον άλλον, που δεν έχει σχέση μόνο με την οικογένεια, αλλά με την μετέπειτα κοινωνική του ζωή.

Η ψυχολογική συνιστώσα του δικαιώματος ( λέγειν και πράττειν)

Το δικαίωμα λοιπόν εκτός του κοινωνικού και νομικού του χαρακτήρα έχει και μια ψυχολογική συνιστώσα η οποία γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα στην οικογένεια. Η ύπαρξη η όχι δικαιωμάτων μέσα στην οικογένεια φανερώνει την μορφή οργάνωσης και λειτουργία της. Το δικαίωμα οριοθετεί τις σχέσεις με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και δημιουργεί με την παρουσία του ή την απουσία του, την απαιτούμενη ομοιόσταση για να μπορέσει να υπάρξει η οικογένεια μακριά από κρίσεις, διαχωρισμούς και αποχωρισμούς.

Όπως αναφέραμε ο λόγος του “νόμου” που εκφράζεται από το γονέα, μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές ανάλογα με τον τρόπο έκφρασης της διαφοράς ισχύος ανάμεσα στο μέλη της οικογένειας. Μπορεί να είναι εποικοδομητικός και να λειτουργήσει σαν το στοιχείο συγκρότησης του υποκειμένου (παιδί), όπως και μπορεί να πάρει διαστάσεις καταστροφής και να γίνει στοιχείο αποσταθεροποίησης για την προσωπικότητα του.

Δηλαδή η έννοια του δικαιώματος εκτός την “εξωτερική” παρουσία του διαμορφώνει και μια “εσωτερική” αντίληψη του εαυτού στην σχέση με τον “άλλον”. Το να έχει ή όχι το “παιδί” δικαίωμα για να κάνει κάτι απηχεί στην σχέση με τον εαυτό και την αυτοπεποίθηση που μπορεί να αντλήσει από τον λόγο και την πράξη του. Η αφαίρεση ενός δικαιώματος σημαίνει και αφαίρεση της δυνατότητας του λόγου και της πράξης.

Στο βαθμό που το “λέγειν”, ο λόγος του υποκειμένου εκφράζει την παρουσία του και προσπαθεί να δηλώσει την διαφορετικότητα του απέναντι στο λόγο του “άλλου”, η σημασία εκφοράς του είναι τόσο σημαντική για την ύπαρξή του όσο και το οξυγόνο για την ζωή. Ο Λόγος είναι η το πρώτο στοιχείο που δηλώνει την υποκειμενικότητα. Έρχεται να δηλώσει την εμπειρία του υποκειμένου και να κάνει γνωστή την θέση του απέναντι στο λόγο του “άλλου”. Η άρνηση όσο και η κατάφαση δεν έχουν τόση μεγάλη σημασία όσο έχει η προσπάθεια έκφρασης και την ιδίως η ένωση με το λόγου του “άλλου” και την κατασκευή νέων διαλογικών χώρων επικοινωνίας όπου ο λόγος του “άλλου” και του υποκειμένου αποκτούν μια καινούργια διάσταση. Εάν η πραγματικότητα είναι μια συνκατασκευή, ο λόγος του άλλου, με το λόγο του υποκειμένου διαμορφώνουν, συνκατασκευάζουν την πραγματικότητα.

Η αφαίρεση του λόγου είναι η αφαίρεση της πράξις του λόγου που δηλώνει την παρουσία του υποκειμένου σαν ενεργό στοιχείο στην διαμόρφωση της πραγματικότητας της δικής του και των άλλων. Η αφαίρεση του δικαιώματος του λόγου μέσα στην οικογένεια παίρνει πολλές και διαφορετικές μορφές. Είτε υποβιβάζοντας την σημασία του, είτε διαστρεβλώνοντας τα νοήματα του.

Εκτός όμως από την αφαίρεση του δικαιώματος του “λέγειν” επέρχεται και η αφαίρεση του δικαιώματος του “πράττειν”. Η πράξη έχει πάντα σχέση με την γνώση. Η γνώση έχει σχέση με την αυτοπεποίθηση, με την αυτοκυριαρχία, με την αυτονομία καλύτερα. Η πράξη δεν είναι μια απλή λειτουργία, μια ενστικτώδη κατάσταση, αντιθέτως είναι μια ενέργεια που χρειάζεται την συνεργασία πολλών ικανοτήτων του υποκειμένου που έχουν σχέση με τους στόχους τα μέσα, την σχεδίαση κ. λ. π.

Δεν έχει να κάνει με μια τεχνική διαδικασία αλλά μια διαδικασία που ζητά της συμμετοχή του όλου του υποκειμένου οργανικά, συναισθηματικά, κοινωνικά. Κάθε πράξη, όπως λέει ο Καστοριάδης “αναδύει μια καινούργια γνώση διότι κάνει τον κόσμο να μιλάει με μια γλώσσα ταυτόχρονα μοναδική και καθολική”1.

Κάθε πράξη λοιπόν ανοίγει το πεδίο γνώσης και εμπειρίας του υποκειμένου, του προσφέρει το δικαίωμα να πάει ακόμα παραπέρα στην ανακάλυψη του κόσμου και του εαυτού. Μέσω αυτής το υποκείμενο διαμορφώνεται τη σχέση του με την πραγματικότητα διαμορφώνοντας την σχέση με τον εαυτό του. Η αφαίρεση του δικαιώματος του “πράττειν” οδηγεί στην αφαίρεση της δυνατότητας μετασχηματισμού της πραγματικότητας και του ξεκαθαρίσματος της, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από αυτή. Αφαιρεί την δυνατότητα δοκιμασία του υποκειμένου σαν στοιχείο επίδρασης και αλλαγής της πραγματικότητας που αλλάζει και τον ίδιο. Η αφαίρεση του δικαιώματος της πράξης λειτουργεί σαν απαγόρευση πρόσβασης στην κοινωνική πραγματικότητα ή πρόσβασης κάτω από όρους που δεν ελέγχει το υποκείμενο αλλά ο νόμος του “άλλου”.

Το δικαίωμα στην ενοχή

Η αφαίρεση του δικαιώματος ή, η μη αναγνώρισή του στα πλαίσια της οικογένειας μπορεί να βρει πολλές δικαιολογίες οι οποίες δυστυχώς έρχονται να εστιάσουν το υποκείμενο σαν το βασικό αίτιο της ίδιας της απαγόρευσης. Δηλαδή η αφαίρεση και η μη απόδοση των δικαιωμάτων στηρίζεται συνήθως πάνω στην αξιολόγηση που κάνουν οι γονείς στο “παιδί” τους και το κατατάσσουν σαν ανεπαρκές να διαχειριστεί εν γένη την ζωή του.

Ο νόμος του “άλλου” του πατέρα είναι ένας νόμος ο οποίος όπως αναφέραμε, αν λειτουργεί για βασικό όφελος του ιδίου και όχι σαν στοιχείο που οργανώνει την οικογενειακή συλλογικότητα, γίνεται ένας νόμος που δεν στοχεύει την ανάπτυξη και την αυτονόμηση των μελών της οικογένειας, αλλά την υποταγή και την εξάρτησή τους από αυτή. Κάτω από αυτό το πρίσμα η οικογένεια, θεωρώντας ότι το “παιδί” δεν είναι επαρκές να αναλάβει τον εαυτό του, το στοχοποιεί και καλλιεργεί την ενοχή με ένα έμμεσο τρόπο δηλώνοντας την “νομιμότητα” της επέμβασις της σε ότι έχει σχέση με το ίδιο και την ζωή του.

Σε αυτή την περίπτωση συναντάμε τον Αριστοτέλη όταν μιλούσε για την απαξίωση του νόμου όταν χρησιμοποιείται προς ίδιον όφελος. Το ίδιο όφελος του γονέα μέσα στην σχέση αν δεν είναι η ανάπτυξη του “παιδιού” και η αυτονόμησή του, τότε, αυτό το όφελος παίρνει άλλες διαστάσεις. Δηλαδή παρουσιάζεται σαν όφελος ξέχωρα από το όφελος του “παιδιού” και φανερώνει μια αντιπαλότητα στην σχέση γονέα-παιδιού, την οποία εισάγει ο γονέας και η οποία δεν συμφωνεί με την σκοπιμότητα το περιεχόμενο της σχέσης.

Σε αυτό το σημείο δεν θα πρέπει να συγχέουμε τις διαφορές που διακρίνουμε ανάμεσα στο γονέα και το παιδί και τις προσπάθειες διαφοροποίησης με την σκοπιμότητα της σχέσης. Όλες αυτές είναι οι διαδικασίες της σχέσης οι οποίες χρειάζονται, ενώ η σκοπιμότητα αποτελεί το περιεχόμενο της σχέσης. Όταν λοιπόν ο Νόμος του Πατέρα, όπως θα έλεγε ο Λακάν ή οικιακός νόμος όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης γίνεται ένα μέσο χειριστικότητας του γονέα για να υποτάξει το “παιδί” του, τότε δεν έχουμε να κάνουμε με δίκαιο νόμο. Στο βαθμό επίσης όπου ο “νόμος” καθορίζει και τον τρόπο οργάνωσης του θυμικού συστήματος της οικογένειας καθώς και τον τρόπο λειτουργίας της, έχουμε να κάνουμε μ' ένα μηχανισμό που ακουμπά εσώτερα ψυχικά στρώματα του “παιδιού” και καθορίζει την σχέση με τον εαυτό του. Έτσι το νόημα της μη παραχώρησης των δικαιωμάτων που επιβάλλεται στο “παιδί”, αποτελεί ένα βασικό στοιχείο έλλειψης στην ανάπτυξής του.

Εάν, τώρα αυτή η έλλειψη αποδίδεται στο ίδιο, δηλαδή συμβαίνει όχι διότι οι γονείς το επιβάλλουν, αλλά διότι αυτό το ίδιο δεν είναι ικανό, τότε η ενοχή είναι παρούσα ανά πάσα στιγμή και καταλαμβάνει κάθε κοινωνική έκφραση του παιδιού είτε έχει σχέση με τον λόγο, είτε με την πράξη. Η προβαλλόμενη ανικανότητα, ανεπάρκεια, οι ελλείψεις από τους γονείς προς το παιδί, είναι βασικοί παράγοντες παραγωγής του ενοχικού συμπτώματος.


Ξέχωρα από την ψυχαναλυτική και Αριστοτελική προσέγγιση και σύμφωνα με την θεωρία των συστημάτων και την συστημική ανάλυση, η έννοια το δικαιώματος, ο νόμος του “άλλου” δεν στηρίζεται μόνο στο νόμο του “άλλου” του πατέρα δηλαδή, αλλά στο συσχετισμό δυνάμεων μέσα στην οικογένεια ο οποίος, όπως είπαμε, κατασκευάζει ένα τρόπο λειτουργίας και ορίζει το θυμικό πεδίο της οικογένειας. Σε αυτή την περίπτωση ο νόμος του “άλλου” εκφράζεται από την μορφή σχέσης και αλληλεπίδρασης του ζευγαριού των γονέων που γίνεται ο “νόμος” για το “παιδί”.

Το βασικό στοιχείο του δικαιώματος ή μη είναι η εκδήλωση του άγχους που πηγάζει από τις αλληλεπιδράσεις της οικογένειας και ο τρόπος που αυτό διοχετεύεται ανάμεσα στα μέλη της. Δηλαδή δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με τον Πατέρα αλλά και με την Μητέρα καθώς και με τις αλληλεπιδράσεις στην οικογένεια που καθορίζονται από την μορφή σχέσης τους, η οποία οργανώνει την μορφή της οικογένειας.

Πρέπει να σημειώσουμε αυτό που λέει ο Murray Bowen2 για να καταλάβουμε την δύναμη του οικογενειακού συστήματος, ότι, όσο οι εντάσεις και το άγχος της οικογένειας ανεβαίνει τόσο τα μέλη της αναπτύσσουν μια τάση να αποκοπούν από τις σχέσεις εκτός οικογένειας και να επικεντρωθούν σε αυτή.

Μερικά σύντομα συμπεράσματα

Το δικαίωμα λοιπόν δίδεται ή αφαιρείται κάτω από το νόμο του “άλλου” δηλαδή το νόμο των γονέων. Ο νόμος του “άλλου” εκφράζεται σήμερα με διαφορετικές μορφές στην οικογένεια. Οι μορφές αυτές καθορίζονται από την υποταγή ή όχι στο νόμο του “άλλου”. Μορφές οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ανώδυνες αλλά δεν σταματάν να ορίζουν τις καταστάσεις και τα δικαιώματα του “παιδιού” για το “καλό” του. Μπορούμε λοιπόν να έχουμε αφαίρεση δικαιωμάτων του “παιδιού” για το “καλό” του.

Το για το “καλό του”, δηλώνει σαν έκφραση, ότι την ευθύνη όπως αναφέραμε, για την αφαίρεση των δικαιωμάτων στην οικογένεια την επιρρίπτουμε στο “παιδί”. Το για το “καλό του”,περιλαμβάνει “μέσα” του την ίδια την ενοχή σε διαφορετικές εκφάνσεις. Είτε σαν παράβαση, είτε σαν ανεπάρκεια.

Η ενοχή έχει σχέση πάντα με μια παράβαση του νόμου του “άλλου” χωρίς να εξετάζει αν ο ίδιος ο νόμος του “άλλου” είναι παραβατικός. Έχει ο σχέση με την γνώση της παράβασης του “άλλου” και την αδυναμία μας να απαιτήσουμε τα δικαιώματά μας.

Η έννοια της ενοχής επίσης έχει σχέση με το ότι, ποτέ δεν μάθαμε να απαιτούμε τα διακαιώματα μας, διότι ποτέ δεν τα διδαχτήκαμε. Ποτέ δεν ορίστηκαν τα όρια ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους μέσα στην οικογένεια, άρα ποτέ δεν μάθαμε τι μας ανήκει και τι όχι. Περισσότερο μαθαίνουμε τι δεν επιτρέπεται παρά τι επιτρέπεται.

Η ενοχή εκφράζεται μέσα από το δικαίωμα που πήραμε χωρίς να μας έχει επιτραπεί, όπως και μέσα από το δικαίωμα που αναγνωρίζουμε ότι μας ανήκει, αλλά δεν το διεκδικούμε.

Ανάμεσα λοιπόν στο δικαίωμα και την ενοχή υπάρχει ένας εσωτερικά ψυχικός διάδρομος που συνδέει αυτά τα δύο. Εάν πάρουμε το δρόμο προς το δικαίωμα τότε απομακρυνόμαστε από την ενοχή και το αντίθετο. Όσο παραιτούμαστε από τα δικαιώματά μας, τόσο βουλιάζουμε στην ενοχή, δηλαδή την θέση που το κοινωνικό ή το οικογενειακό σύστημα έχει ετοιμάσει για εμάς ίσως και πριν από την γέννησή μας.

Η μεγαλύτερη ενοχή, κατά την γνώμη μου, από κάποια στιγμή και μετά, δεν έχει να κάνει με τον “νόμο-λόγο” του άλλου, αλλά με την ανακάλυψη, υποστήριξη και τήρηση ή όχι του δικού μας “νόμου-λόγου” απέναντι στο άλλον...

Ευχαριστώ

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Gaston Chaissac

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Καμιά μητέρα στην φυλακή, κανένα παιδί στο κελί !!



Αυτή το μικρό άρθρο είναι μια μικρή προσπάθεια να καταλάβουμε, αλλά και να καταλάβουν οι Αρχές την σημασία που έχει ο εγκλεισμός των παιδιών σε κελιά με τις μητέρες τους. Πόσο το γεγονός αυτό θα αποτελέσει το καθοδηγητικό παράγοντα στην μετέπειτα ζωή τους, και με ποιο τρόπο μπορεί να την στιγματίσει για πάντα.

Βασικά θα θέσουμε τέσσερα ερωτήματα και θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτά.

1)Ποιες είναι αυτές οι μητέρες που βρίσκονται στην φυλακή;

Είναι κοπέλες που μεγάλωσαν κάτω από συνθήκες, πρώτα οικογενειακές και δεύτερον κοινωνικές, οι οποίες τις έφεραν πολύ γρήγορα σε επαφή με την απόρριψη, το διαχωρισμό την απομόνωση και το στιγματισμό. Αυτό σημαίνει ότι έχουν βιώσει άσχημα την σχέση με τον κόσμο, καθώς και την σχέση με τον εαυτό τους. Στην ουσία οι κοπέλες αυτές είναι κοινωνικές κατασκευές ενός συστήματος σχέσεων που τις οδήγησαν εκτός ορίων της κοινωνίας και εντός ορίων της φυλακής. Με λίγα λόγια έχουμε να κάνουμε με κοινωνικά θύματα.

2)Ποια είναι τα παιδιά της φυλακής;

Τα παιδιά της φυλακής, συνήθως δεν είναι παιδιά επιθυμητών σχέσεων. Μπορεί να είναι παιδιά τυχαίας συνεύρεσης, ή βίαιης, πράξης ή μια πράξης απόγνωσης γεμάτης με προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή. Εκείνο όμως που είναι σημαντικό να δώσουμε προσοχή είναι ότι, αυτά τα παιδιά κουβαλάνε την ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ. Την επανάληψη της ζωής της μητέρας την οποία αναλαμβάνουν ή μάλλον την “κληρονομούν”. Δηλαδή από την γέννησή τους καλούνται να αντιμετωπίσουν καταστάσεις τις οποίες αντιμετώπισε η μητέρα τους και ίσως και ακόμη πιο δύσκολες. Έτσι και αυτά, όπως η μητέρα τους, γνωρίζουν πολύ νωρίς την απόρριψη, τον διαχωρισμό, την απομόνωση, και τον στιγματισμό. Με λίγα λόγια έχουμε και εδώ να κάνουμε με κοινωνικά θύματα

3)Τι είδους σχέση δημιουργείται ανάμεσα στην μητέρα και το παιδί στην φυλακή;

α) Από την μεριά της μητέρας.

Η σχέση της μητέρας με το παιδί της μέσα στην φυλακή είναι μια σχέση ζωής και θανάτου! Είναι μια σχέση που από την μια περιέχει την χαρά και από την άλλη τον λύπη, από την μια ελπίδα και από την άλλη την απελπισία, από την μια την λύτρωση και από την άλλη την καταδίκη. Και αυτά τα αντίθετα συναισθήματα το ένα εναλλάσσει το άλλο μέσα στο εικοσιτετράωρο συνεχώς.

Η φυλακισμένη μητέρα περπατάει σε ένα τεντωμένο σχοινί. Η ύπαρξη του παιδιού της ενώ της δίνει νόημα και την βοηθάει να αντιμετωπίσει την ζωή με άλλο τρόπο, συγχρόνως την γεμίζει με άγχος και ενοχή και θέλει να παραιτηθεί από αυτή. Ενώ από την μια παίρνει κουράγιο από την παρουσία του, από την άλλη αυτή η παρουσία αυτή, την γεμίζει με απόγνωση. Για την μητέρα η φυλακή είναι διπλή.

β) Τι νιώθει το παιδί στην φυλακή;

Το παιδί από την στιγμή της γέννησης είναι κολλημένο πάνω στην μαμά του, νοιώθει το σώμα της, το βλέμμα της, το λόγο της, και κυρίως το συναίσθημά της. Συγκροτεί την υποκειμενικότητα του γύρω από αυτή. Στην αρχή λοιπόν ο κόσμος υπάρχει γύρω από την μητέρα, ο κόσμος όμως της φυλακής που υπάρχει γύρω από αυτή, το παιδί τον ανακαλύπτει σιγά, σιγά. Όταν θα ακούει και θα βλέπει τις σιδερένιες πόρτες που δε θα του επιτρέπουν να κινηθεί άνετα, ή τις στολές των σωφρονιστικών υπαλλήλων, τον τρόπο που απευθύνονται στην μητέρα του. Όλα αυτά θα αρχίζουν να “φυλακίζουν” το συναίσθημά του και θα ορίζουν τον ψυχισμό του σε βαθμό που δεν θα μπορεί να τον ελέγξει, ούτε αυτό, αλλά ούτε και η μητέρα του.

Δηλαδή η σχέση μητέρας παιδιού μέσα στην φυλακή είναι μια συμβιωτική σχέση όπου το συναίσθημα διαπερνά τα μέλη της σχέσης οριζοντίως και καθέτως. Το παιδί θα αρχίσει να κινητοποιείται για την η κατάσταση της μητέρας του, θα ανησυχεί με ένα παράλογο τρόπο, θα την αναλάβει όπως εκείνη έχει αναλάβει αυτό. Δημιουργείται λοιπόν μια συγχώνευση ώστε, όταν το ένα μέλος δεν είναι καλά, το άλλο να μην μπορεί είναι επίσης. Μητέρα και παιδί, παιδί και μητέρα γίνονται ένα. Οι ψυχολογικές καταστάσεις που διαπερνούν μάνα και παιδί αποτελούν θυμικό σύστημα που μπορεί να μην ελέγχεται από κανένα από τους δύο.

Τι πρέπει να γίνει;

Πρέπει να το δούμε και να το πούμε ξεκάθαρα:
Οι συνθήκες της φυλακής για αυτές τις μητέρες είναι άθλιες. Η αθλιότητα του συστήματος εγκλεισμού φαίνεται ότι έχει τεράστιες διαχρονικές επιπτώσεις σε αυτές και τα παιδιά τους. Ότι βελτίωση να προσπαθήσει, από την στιγμή που τις έχει φυλακίσει και μαζί έχει φυλακίσει και τα παιδιά τους, δεν καταφέρνει τίποτα. Τα δε παιδιά βιώνουν μια ακόμα μεγαλύτερη αθλιότητα, η οποία δεν έχει να κάνει μόνο με το σωφρονιστικό σύστημα, αλλά με το πολιτιστικό επίπεδο της κοινωνίας που παίρνει τέτοιες αποφάσεις, χωρίς, μα χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα.

Από έρευνες που έχουν γίνει τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν προβλήματα στο λόγο, την αντίληψη, εμφανίζονται φοβίες στους θορύβους στους κλειστούς ή τους ανοιχτούς χώρους και γενικά η παραμονή τους μέσα στην φυλακή διακατέχεται από ένα συναίσθημα γενικής ανασφάλειας και άγχους το οποίο δεν έχει σχέση μόνο με τα ίδια, αλλά και με την μητέρα τους. Τα παιδιά στην φυλακή μεγαλώνουν με το συνεχές άγχος του αποχωρισμού. Δηλαδή ανησυχούν από πολύ νωρίς μην χάσουν την μητέρα τους.

Οι επιπτώσεις αυτής της άθλιας κατάσταση του εγκλεισμού των παιδιών, εκτός των παραπάνω συμπτωμάτων που περιγράψαμε, θα εκφραστεί αργότερα, στην εφηβεία ή στην ενηλικίωση τους. Δηλαδή υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να “επαναλάβουν” όπως είπαμε την ζωή της μητέρας με δυσάρεστα αποτελέσματα που μπορεί να τους στείλει εκ νέου στην φυλακή.

Για τους παραπάνω λόγους η πολιτεία, όσον αφορά της μητέρες, πρέπει να μεριμνήσει για την δημιουργία χώρων “κράτησης” οι οποίοι δεν θα θυμίζουν καν την φυλακή, και δεν θα εκφράζουν μια τιμωρητικά εκδικητική στάση της κοινωνίας απέναντί τους. Χώρους “κράτησης” οι οποίοι θα τους προσφέρουν την ευκαιρία να “διορθώσουν” την ζωή τους και να αποκτήσουν μια νέα προοπτική για το μέλλον το δικό τους και τα παιδιά τους.

Όσον αφορά τα παιδιά, για ένα παραπάνω λόγο, η πολιτεία δεν δικαιούται να τα κλίνει φυλακή. Αντίθετα πρέπει να τους προσφέρει χώρους που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τα άλλα παιδιά που έτυχε να γεννηθούν από μητέρες ελεύθερες.

Γι αυτό... καμιά μητέρα στην φυλακή, κανένα παιδί στο κελί!!

Κερεντζής Λάμπρος

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Ταυτότητα – Ετερότητα



Η μελέτη της προέλευσης και της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα σημαντική ερμηνευτική πτυχή που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξήγηση των ιστορικών συμβάντων απαιτεί την ιστορική αναδρομή στους τρόπους προσδιορισμού της σχέσης των ατόμων με τους “άλλους”.

Οι “άλλοι” είναι είτε “μη άνθρωποι”, δηλαδή θεοί, θεότητες, πνεύματα, ζώα, μηχανές είτε “διαφορετικοί άνθρωποι”, δηλαδή αλλόφυλοι, αλλόθρησκοι, “περιθωριακοί”, πάσης φύσεως μειονότητες, καθώς και γυναίκες –όταν πρόκειται για ανδροκρατούμενες κοινωνίες.

«Ο τρόπος κατανόησης του “άλλου” προσδιορίζει την επικοινωνιακή δομή μιας κοινωνίας» 1 , αφού η έννοια της ταυτότητας, παρόλο που, σύμφωνα με ορισμένους ισχυρισμούς αναφέρεται σ’ ένα “φαντασιακό αντικείμενο”, βρίσκεται στο επίκεντρο της διαλεκτικής σχέσης του ενός και του πολλαπλού.

Οι έννοιες του εαυτού και του άλλου είναι κατά βάση συμπληρωματικές, δομικά συστατικά του αισθήματος της προσωπικής ταυτότητας. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η έννοια της “ετερότητας” αποτελεί «βασικό στοιχείο για κάθε κοινωνιογνωστικό σύστημα κατηγοριοποιήσεων και αναπαραστάσεων του περιβάλλοντος» 2 και παράλληλα την «αναγκαία, συστατική, αλλά ταυτόχρονα και την πιο προβληματική συνιστώσα της ταυτότητας»3 .

Η ύπαρξη όμως του “άλλου” δηλώνει ως ένα σημείο την αμφισβήτηση του “εγώ”, ενώ συγχρόνως προσδιορίζει το βαθμό ανεκτικότητας που διακρίνει κάθε ομάδα ανθρώπων. Το άτομο εκτελεί διαρκώς μια διττή διαδικασία ενσωμάτωσης / διαφοροποίησης, που του επιτρέπει να ζει αρμονικά στην κοινωνία: από τη μια πλευρά επιδιώκει να βρίσκει κοινά χαρακτηριστικά με άλλα άτομα και να ενσωματώνεται σε πάσης φύσεως συλλογικές οντότητες και από την άλλη να διαφοροποιείται από άλλους και να συγκροτεί μια ξεχωριστή μονάδα.

Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι η αυτογνωσία και η συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας περνάει μέσα από την αποδοχή της ταυτότητας του άλλου. Είναι αναμφισβήτητα απόλυτα φυσιολογική η διάθεση κάθε ανθρώπου να ενώνεται με τους άλλους για να αποτελέσει μαζί τους μια οντότητα και να αναζητά σε αυτούς ομοιότητες και κοινά χαρακτηριστικά που θα συναποτελέσουν τα στοιχεία της ταυτότητας της ομάδας, στοιχεία διαφορετικότητας σε σύγκριση με όσους δεν ανήκουν σε αυτήν.

Επομένως, η έννοια της “ταυτότητας” θέτει τα όρια της “ετερότητας”. Όπως αναφέρει άλλωστε ο Κλ. Ναυρίδης η ταυτότητα είναι «[..] το δυναμικό αποτέλεσμα μιας διαρκούς αντιπαράθεσης, μιας αντίστιξης ανάμεσα σε ένα “μέσα” και ένα “έξω”…»4 .

Αυτή ακριβώς η διατύπωση παραπέμπει στην άποψη του Ch. Taylor, ο οποίος εμμένει ότι, επειδή η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από μια διαλογική διαδικασία αναγνώρισης, η πραγματοποίηση τού ιδανικού της αυθεντικότητας προϋποθέτει την αναγνώριση από τους άλλους της προσωπικής και ιδιαίτερης ταυτότητας του καθενός5 .

Στη σημερινή εποχή η συζήτηση για τις έννοιες της ταυτότητας και της ετερότητας επανέρχεται στο προσκήνιο πιο επίκαιρη παρά ποτέ. Σύμφωνα με τον M. Parès I Maicas6 ανάμεσα στους βασικότερους παράγοντες “κατασκευής” ταυτότητας συγκαταλέγονται η επικράτεια, η εθνική κυριαρχική ομάδα, οι κοινωνικές δομές, η ιστορία, η “κουλτούρα”, η γλώσσα, η θρησκεία, το πολιτικό-νομικό σύστημα, η οικονομική ανάπτυξη, η εκπαίδευση και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Από την πλευρά του σε μία μελέτη του ο E. Hobsbawm7 αναγνωρίζει τέσσερα κριτήρια που διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο κατά τη συγκρότηση της ταυτότητας του ατόμου:
ι) την ιδεολογία,
ιι) την ιστοριογραφία που σχετίζεται με την εθνική αναφορά,
ιιι) τη λογοτεχνία, που επεξεργάζεται, αναπλάθει, δραματοποιεί και αφηγείται την καθημερινή ζωή και
ιv) τη γλώσσα, που αποτελεί το βασικότερο εργαλείο κοινωνικοποίησης.

Γενικότερα, ο προσδιορισμός της ταυτότητας, ως «νοητικής κατασκευής που διαμορφώνεται μέσα από μακρόχρονες και πολύπλοκες ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαδικασίες»8 , βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διαφόρων θεωρητικών αναζητήσεων που θέτουν ερωτήματα αναφορικά με τη φύση, τη μορφή και τις διαδικασίες διαμόρφωσής της.

Το βέβαιον είναι ότι η ταυτότητα εμπεριέχει την ύπαρξη του Άλλου, δηλαδή τη διαφορετικότητα. Πάντως είναι γεγονός ότι ο όρος “ταυτότητα” παρουσιάζεται ως ιδιαιτέρως δύσκολος να ορισθεί. Μάλιστα σήμερα δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που αμφισβητούν την ταυτότητα ως έννοια, διότι υποστηρίζουν ότι είναι ιδεολογικά συνυφασμένη με τη φυλάκιση του “εγώ” σε δεσμευτικά, βιολογικά εν γένει, πλαίσια9 .

Χαρακτηριστικά για το θέμα αυτό είναι όσα σημειώνει σε μελέτη του ο Κ. Βρύζας: «Η ταυτότητα είναι μια λέξη αμφίσημη. Από τη μια μεριά σημαίνει την απόλυτη ομοιότητα ή ισότητα ανάμεσα σε άτομα, ομάδες, απόψεις, πράγματα ή σύμβολα, τα οποία ταυτίζονται το ένα με το άλλο αντίστοιχα. Από την άλλη μεριά, αντίθετα, υποδηλώνει το σύνολο των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν κάποιον ή κάτι από κάτι άλλο. Και ανάμεσα υπάρχει μια αμφιβολία: ταυτότητα σημαίνει αυτό που κάποιος ισχυρίζεται πως είναι.

Στην πραγματικότητα όμως, οι ορισμοί των ταυτοτήτων ανήκουν στη δικαιοδοσία εκείνων που ορίζουν με όλες τις σημασίες της λέξης, δηλαδή σ’ αυτούς που οριοθετούν, διαμορφώνουν και εξουσιάζουν. Και τούτο, γιατί η επαλήθευση των ισχυρισμών για την ταυτότητα εξαρτάται μάλλον από τη δύναμη που έχει ο ισχυριζόμενος να επιβάλλει την άποψή του παρά από το δίκιο του»10.


Σημειώσεις:

1 «Εμείς» και οι «άλλοι» αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Χρ. Κωνσταντοπούλου – Λ. Μαράτου-Αλιπράντη – Δ. Γερμανός – Θ. Οικονόμου (επιμ.), εκδ. τυπωθήτω Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2000, σ. 11.
2 Ό.π., σ. 12.
3 Ό.π., σ. 12.
4 Πρόκειται για τη διατύπωση του Κλ. Ναυρίδη στην «Εισαγωγή» του στο συλλογικό έργο Ταυτότητες, επιμ. Κλ. Ναυρίδη & Ν. Χρηστάκη, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1997.
5 Βλ. A. Gutmann, Πολυπολιτισμικότητα, μτφρ. Φ. Παιονίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1977, σ. 83.
6 Βλ. M. Parès I Maicas, Η κατασκευή της πραγματικότητας από τα Μ.Μ.Ε., εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 50.
7 Βλ. σχετικά E. Hobsbawm, Έθνη και εθνικισμός από το 1870 μέχρι σήμερα, μτφρ. Χρυσ. Νάντις, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994, επ.
8 Λάουρα Μαράτου – Αλιπράντη, «Εισαγωγή Α΄ ενότητας» στο «εμείς» και οι «άλλοι» αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, ό.π., σ. 33.
9 Φυσικά όμως δεν είναι δυνατόν να απορρίπτουμε επιστημονικά μια έννοια -μακραίωνη όσο και η παρουσία του ανθρώπου πάνω στη γη- μόνο και μόνο επειδή κάποια στιγμή εξυπηρέτησε τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης ως σήμερα ρατσιστικής ιδεολογίας. Πρόκειται για πρακτική που δεν προάγει τη γνώση.
10 Κ. Βρύζας, Παγκόσμια Επικοινωνία, Πολιτιστικές Ταυτότητες, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1997, σ.

Πηγή:
Η εισαγωγή από την Διπλωματική Εργασία της Μεταπτυχιακής Φοιτήτριας
Κορτσάρη Ολυμπίας,
με τίτλο:
Μορφές του “Άλλου” σε ξενόγλωσσα μεταφρασμένα βιβλία λογοτεχνίας για παιδιά πρώτης σχολικής ηλικίας

πίνακας:www.emona-art.com

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Η καταπίεση



Ορισμός

Η καταπίεση είναι μια δυσάρεστη υποκειμενική εμπειρία με πολλές πτυχές. Κλείνει μέσα της κάθε απόχρωση από το φάσμα της ανθρώπινης δυστυχίας. Δεν της λείπουν η ανάγκη και ο μόχθος, η αμφιβολία κι ο φόβος ούτε η στέρηση και ο πόνος.

Το άτομο που καταπιέζεται άλλοτε περιγράφει πως αισθάνεται να είναι ασφυκτικά περικυκλωμένο, στεναχωρημένο και εμποδισμένο στην πραγμάτωση και ικανοποίηση μιας επιθυμίας του. Άλλοτε πάλι, νιώθει πως είναι υποταγμένο κι ότι σπρώχνεται σε μια αθέλητη συμπεριφορά, που πολλές φορές ξεπερνάει και την αντίστασή του.

Η ψυχή του ανθρώπου είναι αδιάκοπα πλημμυρισμένη από ανάγκες σωματικές και ψυχολογικές. Οι ανάγκες γεννούν τις επιθυμίες και κάθε μια από αυτές μπορεί, ως παραπροϊόν να μας δημιουργήσει την καταπίεση. Γι αυτό και την καταπίεση μπορεί να την βρούμε σε όλες τις έννοιες, που παίρνουν μια θέση στην αλυσίδα της ανθρώπινης επιθυμίας, από την γέννηση της, την πραγμάτωση, μέχρι και τις συνέπειες της.

Την βρίσκουμε στο σχεδιασμό, στο δίλημμα, στην αναμονή, στην εγκράτεια και την αδράνεια. Δεν λείπε από την προσπάθεια, την ευθύνη, τις δυσκολίες, και την βιασύνη.

Υπάρχει ακόμα και στην καθοδήγηση, στον εξαναγκασμό, στο αδιέξοδο και στην αποτυχία. Κυριαρχεί, τέλος, στην παράλειψη, στον ανταγωνισμό, στην εγκατάλειψη, στην μοναξιά, στην αποδοκιμασία, και την αυτοκριτική.

Η καταπίεση μπορεί να είναι το απόβλητο των σχέσεων με τον ίδιο του τον εαυτό, ή των σχέσεων με τους άλλους ανθρώπους με τους οποίους συναλλάσσεται, ή μπορεί να προέρχεται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος στο οποίο ζει.

Κάθε φορά που η επιθυμία του ανθρώπου εμποδίζεται ή αποδοκιμάζεται δημιουργείται το αίσθημα της καταπίεσης.

Για να είναι μια επιθυμία απαλλαγμένη από καταπίεση θα πρέπει να είναι άκοπη στο σχεδιασμό της, εύκολη κι ανεμπόδιστη στην πραγμάτωσή της, να μην ακολουθούν δυσάρεστες συνέπειες και να έχει του ίδιου του ατόμου την επιβράβευση, αλλά και των γύρω την επιδοκιμασία και την ανοχή....

Απόσπασμα από το σύγγραμμα του

Σταύρου Γ. Καπετανάκη

Η καταπίεση

Ο Σταύρος Γ. Καπετανάκης
σπούδασε ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής. Άμισθος υφηγητής της Ψυχιατρικής και Νευρολογικής Κλινικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Διευθυντή ψυχιατρικού τμήματος στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής. 

Φωτό:http://photoblogs.ru/?newsid=606