Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΕΥΧΟΜΑΙ...



ΕΥΧΟΜΑΙ η οικογένεια να φροντίσει να υπάρξουν οι συνθήκες που θα βοηθήσουν τα παιδιά της να εισέλθουν στον κοινωνικό στίβο και να λειτουργήσουν παράλληλα με τον ενήλικα και ισότιμα με αυτόν.

ΕΥΧΟΜΑΙ να καταλάβουμε ότι η οικογένεια δεν είναι ένας χώρος και χρόνος που βρεθήκαμε τυχαία μέσα της. Αντίθετα ότι είναι ένας χωρόχρονος που κατασκευάστηκε από μας και συνεχίζει να κατασκευάζεται, με την ισότιμη συμμετοχή των παιδιών μας. Εύχομαι να καταλάβουμε ότι είναι μια συνκατασκευή στην οποία συμμετέχουν όλοι το ίδιο από οποιαδήποτε θέση και αν βρίσκονται.


ΕΥΧΟΜΑΙ να καταλάβουμε ότι η οικογενειακή σχέση είναι μια παιδαγωγική σχέση. Ότι, με τον τρόπο του, το παιδί “διαπαιδαγωγεί” και αυτό τους γονείς του, με την έννοια ότι τους επηρεάζει και καθορίζει τις αντιδράσεις τους τόσο στην σχέση μαζί του, όσο στις μεταξύ τους σχέσεις.


ΕΥΧΟΜΑΙ λοιπόν στην συνειδητοποίηση της διεστραμμένης αντιμετώπισης του παιδιού σαν ένα ανάπηρο άτομο που χρειάζεται πάντα κάποιο άλλον για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής.


ΕΥΧΟΜΑΙ τα παιδιά να πάψουν να είναι εξαρτημένα από το τι θα αισθανθούν οι γονείς τους.
ΕΥΧΟΜΑΙ να πάψουν να περιορίζουν την ελευθερία τους, τις αποφάσεις τους, τις σκέψεις που κάνουν για τον εαυτό τους και να μην τις αντικαταστούν με σκέψεις που αφορούν τους γονείς, σαν να είναι ίδιοι οι γεννήτορες τους.


ΕΥΧΟΜΑΙ οι μητέρες να μπορούν να λειτουργούν ανεμπόδιστες από την κοινωνική αδικία που στοχεύει αυτές και τα παιδιά τους.
ΕΥΧΟΜΑΙ να είναι ισότιμες, ελεύθερες και δημιουργικές για ότι καινούργιο, για ότι σημαντικό έχουν μέσα τους που πάντα στοχεύει την αγάπη, την στοργή και την αφοσίωση.


ΕΥΧΟΜΑΙ οι πατεράδες να μπορούν να συλλάβουν το εύρος της σημαντικότητας που έχουν για τα παιδιά τους.
ΕΥΧΟΜΑΙ να μπορούν να φανταστούν τον πεπερασμένο εαυτό τους, ότι για τα παιδιά τους δεσπόζει σαν αθάνατη φιγούρα. Ότι η παρουσία τους κυριαρχεί και τα καθοδηγεί με ένα τρόπο που ούτε αυτοί, ούτε αυτά, μπορούν να ελέγξουν.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην κατάργηση της παιδοκεντρική κοινωνική αντίληψη της μαθησιακής διαδικασίας, η οποία στηρίζεται στην ικανότητα του παιδιού να καταλάβει.
ΕΥΧΟΜΑΙ στην κατάργηση του όρου “εξυπνάδα”, που κυριαρχεί και δημιουργεί ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό και καθόλου συνεργατικό για το παιδί, που δεν βοηθάει στην ανακάλυψη της γνώσης παρά μόνο σαν κάτι νεκρό και μη αναγκαίο συστατικό για την καθημερινή ζωή.


ΕΥΧΟΜΑΙ η εκπαίδευση να φροντίσει να αποδώσει την σημασία που πρέπει στο παιδί, έτσι ώστε το εκπαιδευτικό σύστημα, αντί τις ποδηγετεί τις ικανότητες του και να τις εμποδίζει, να προάγει και να τις επιβραβεύει.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην ανάπτυξη της ικανότητας να επιλύουμε τις προβληματικές καταστάσεις, πράγμα που δυναμώνει τις εσωτερικές και εξωτερικές διεργασίες της αυτονομίας μας.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην αποδοχή της απόλαυσης σαν μια νέα συγκίνηση που επιτρέπει την γνώση του εαυτού μας και την όλο περισσότερο ανακάλυψή του.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην αναζήτησης πάντα του καινούργιου, του άγνωστου, του αυθόρμητου και του διαφορετικού.
ΕΥΧΟΜΑΙ στην απομάκρυνση από το παλιό, στην απομάκρυνση από την επανάληψη και το πέρασμα σε μια νέα διάσταση του πραγματικού που κανείς δεν γνωρίζει ακόμα και που μένει να ανακαλυφθεί.


ΕΥΧΟΜΑΙ το 2017 γεμάτο από την χαρά της συνειδητότητας, της δημιουργίας, και της αρμονικής συνκατασκευής του κόσμου μας, και του κόσμου των άλλων.

Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Η ισχύς στις διαπροσωπικές σχέσεις




Το υποκείμενο

Το υποκείμενο καθορίζεται γενετικά και επίκτητα από την οικογένεια καταγωγής του. Καθορίζεται επίσης από την εκπαίδευση καθώς και την κοινωνία μέσω της αλληλεπίδρασής του με το περιβάλλον.
Η παρουσία του δηλώνει μια ενότητα από ένα σύνολο χαρακτηριστικών που απαρτίζουν την ύπαρξή του και το καταστούν διαφορετικό από τους άλλους. Είναι ένα υποκείμενο εξόριστο μέσα στην μοναδικότητα του και η μοναδικότητα του εξόριστη μέσα στην συλλογικότητα. Σαν κάτι ξεχωριστό, ανόμοιο ψάχνει την ομοιότητα του, θέλοντας να διατηρήσει την διαφορετικότητα του.

Πρώτον το υποκείμενο βρίσκεται στο μεταίχμιο της σταθερότητας σαν οργανισμός και της συνεχούς αλλαγής του. Όπως επίσης βρίσκεται στο μεταίχμιο της διατήρησης της ατομικότητας του και της ανάγκης αποδοχής και συμμετοχής του στην ομάδα.
Στο μεταίχμιο της σταθερότητας σαν οργανισμός και της αλλαγής, όπως λέει ο Francisco Barela1 το υποκείμενο διακρίνεται από δύο καταγραφές. Η πρώτη περιλαμβάνει τα στοιχεία τα οποία παραμένουν αμετάβλητα με το πέρασμα του χρόνου και η δεύτερη τα στοιχεία που αλλάζουν. Η πρώτη έχει σχέση με την οργάνωση του συστήματος σαν οργανισμός και η δεύτερη με την δομή του. Έτσι στο υποκείμενο ξεχωρίζουμε τα οργανωτικά και τα δομικά χαρακτηριστικά. Τα οργανωτικά χαρακτηριστικά διατηρούν αναλλοίωτη την οργάνωσή τους σε σχέση με το περιβάλλον ενώ τα δομικά διαφοροποιούνται. Δηλαδή εγώ δεν είμαι ο ίδιος πριν από τρία χρόνια, πολλά δομικά στοιχεία του οργανισμού μου έχουν αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου, όπως έχω μεγαλώσει, έχω βάλει γυαλιά, κ.λ.π., αλλά παραμένω ο ίδιος, Παραμένω ο ίδιος διότι σε κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο διατηρώ την οργάνωσή μου, σαν πατέρας, σαν σύζυγος, σαν επαγγελματίας.

Το άτομο, βρίσκεται επίσης στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ανάγκη της διατήρησης της ατομικότητας του αλλά και την ανάγκη να ανήκει σε μια ομάδα. Αυτό σημαίνει την ανάγκη της μοναχικότητας αλλά και της συντροφικότητας, την ανάγκη της διαφορετικότητας αλλά και της ομοιότητας. Σε αυτή την περίπτωση δοκιμάζεται συνεχώς η διάσταση της υποκειμενικότητας του που το διαμορφώνει σαν αυτόνομη οντότητα, απέναντι στην αντικειμενικότητα της συλλογικότητας, που πολλές φορές απαιτεί την εγκατάλειψη της αυτονομίας του και την υποταγή σε αυτή.

Το στοιχείο που διακυβεύεται ανάμεσα, πρώτον, στην οργάνωση σαν στοιχείο του ατόμου που μένει αναλλοίωτη και την δομή που αλλάζει,και δεύτερον, ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την ατομικότητα, δεν είναι άλλο παρά αυτό της αυτονομίας.
Στην μεν πρώτη περίπτωση ο Francisco Barela μιλάει για την “αυτοποίηση” του υποκειμένου αντλώντας τα παραδείγματά του από το βιολογικό κόσμο των οργανισμών, ο οποίος μπορεί να αναπαράγει τα βασικά χαρακτηριστικά της οργάνωσής του από μόνος του ώστε να επιβιώσει, δηλώνοντας σαν σύστημα, μια αυτονόμηση από το περιβάλλον.

Στην δεύτερη περίπτωση μιλάμε για την υποκείμενο και τα όρια τα οποία δηλώνουν την θέση και το ρόλο του μέσα στην ομάδα, δηλαδή καθορίζουν την αυτονομία του ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την ατομικότητα. Καθορίζουν την αυτονομία τόσο της σκέψης, του λόγου όσο και της συμπεριφοράς. Δηλαδή ένα υποκείμενο θεωρείται αυτόνομο μόνο μέσα από την αποδοχής της υποκειμενικότητας του, την αποδοχής της ελευθερίας του. Η έλλειψη ελευθερίας, δεν δηλώνει μόνο την απουσία του ατομικού σαν στοιχείο βιολογικό, αλλά και την απουσία λόγου και της πράξης σαν στοιχείο υπαρξιακό.

Η ατομικότητα από μόνη της δεν υφίσταται παρά μόνο σε αντιπαράθεση με την συλλογικότητα μέσα στην οποία εντάσσεται. Άρα η ατομικότητα διαμορφώνεται από το λόγο όσο και την πράξη του υποκειμένου μέσα στην συλλογικότητα που ανήκει. Από την άλλη η μορφή της συλλογικότητας σαν κοινωνική λειτουργία που στοχεύει στην αυτονόμηση θα πρέπει να επιτρέπει την εκδήλωση της υποκειμενικότητας. Υπάρχουν συλλογικότητες που η στόχευση του είναι περισσότερο η ταυτοποίηση και ομογενοποίηση του υποκειμένου παρά η καλλιέργεια της διαφορετικότητας και της αυτονομίας του.

Ο άλλος

Οποιαδήποτε η ενέργεια απέναντι στον άλλον εκφράζει την ύπαρξη μιας σχέσης μαζί του. Η σχέση αυτή μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, οι οποίες περιλαμβάνουν καταστάσεις ομοιότητας, διαφορών, διαδοχής, συνύπαρξης, αντίθεσης, αντιπαλότητας κ.λ.π. Οι μορφές της σχέση δηλώνει τρόπους συν-ύπαρξης, άρα στην ουσία η ύπαρξη δεν είναι παρά συν-ύπαρξη. Δηλαδή πάντα υπάρχουμε σε σχέση με τον άλλον και ποτέ μόνοι μας. Πάντα στην αναστοχαστική σκέψη, τον εαυτό μας, δεν τον συναντάμε ποτέ μόνο του. Ακόμα και η μοναχικότητα έχει σχέση με τον απομεμακρυσμένο “άλλο”.

Πάντα λοιπόν, ο εαυτός είναι μέρος μιας σχέσης, και πάντα προσδιορίζεται σε σχέση με κάποιους άλλους, είτε είναι μέλος μια οικογένειας, είτε μέλος μια εκπαιδευτικής, πολιτικής, ή επαγγελματικής ομάδας. Άρα όπως λέει πρώτα η φιλοσοφία και μετά η ψυχανάλυση: η υποκειμενικότητα μας συγκροτείται γύρω από την παρουσία του “άλλου”.

Οι άλλοι είναι εδώ να προσδιορίσουν το υποκείμενο και να καθορίσουν την μορφή της σχέσης μαζί του. Η διάφοροι βαθμοί ποιότητας μιας σχέσης εκφράζονται από τα συνώνυμά της της λέξης “σχέση” όπως σύνδεσμος, δεσμός, δέσιμο, συμφωνία, αρμονία, ή από την αρνητική της παρουσία όπως από την αδιαφορία, το χειρισμό, την επιβολή, την εξουσία... Όλες αυτές οι λέξεις εκφράζουν επίσης τις μορφές συναισθήματος και συμπεριφοράς που αναπτύσσεται στους κόλπους της.

Το συναίσθημα, με την σειρά του πηγάζει από την μορφή των αλληλεπιδράσεων των μελών της σχέσης. Οι αλληλεπιδράσεις ορίζονται σαν πράξεις της σχέσης. Η σχέση σαν πράξη όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης, διαμορφώνεται σαν χώρος γνώσης και διαύγασης. Διαύγασης του εαυτού αλλά και του “άλλου” μέσα στην σχέση. Του εαυτού σαν μέρος της πράξης κατασκευής της σχέσης, σαν συνακατασκευαστή, από την οποία απορρέει η γνώση της ύπαρξης σαν κομμάτι της συν-ύπαρξης με τον “άλλον”. Και του άλλου σαν προσπάθεια γνώσης και κατανόησης αυτού που είναι “έξω” από το υποκείμενο και ο οποίος “εισβάλλει” μέσω της αλληλεπίδρασης “μέσα” και συν κατασκευάζει την σχέση καθορίζοντας την σκέψη, το συναίσθημα και την συμπεριφορά του.

Η Ισχύς

Σύμφωνα με τούς κοινωνιολόγους CROZIER M. και FRIEDBERG E2 . Το υποκείμενο όπως λένε, σε σχέση με το σύστημα ορίζεται σαν ένας “παίχτης”. Ένας “παίχτης” δεν υπάρχει εκτός του συστήματος και καλείται να υπερασπίσει την θέση του μέσα σε αυτό για να “κερδίσει” την ελευθερία του. Το σύστημα λοιπόν καθορίζει την ελευθερία του παίχτη καθώς και την δράση του, αλλά το σύστημα υπάρχει μόνο μέσα από τον “παίχτη” και είναι ο μόνος που μπορεί να το αλλάξει.

Μιλώντας λοιπόν για την ισχύ εννοούμε ότι κάθε παίχτης έχει μια ισχύ μέσα στο σύστημα η οποία του επιτρέπει να κινηθεί και να το επηρεάσει. Η ισχύς αυτή προασπίζει την ελευθερία του μέσα σε αυτό και η προσπάθεια έγκειται από την μια να την υπερασπιστεί και από την άλλη να την επεκτείνει σε σχέση με τους άλλους.

Ένας άλλος βασικός όρος στην κοινωνιολογική ανάλυση των CROZIER M. και FRIEDBERG E είναι η “αβεβαιότητα”. Η “αβεβαιότητα” δηλώνει το ποσοστό ανασφάλεια που πηγάζει από την απρόσμενη συμπεριφορά του άλλου. Όσο ο “παίχτης” δεν γνωρίζει τι συμπεριφορά, ή τι στάση θα κρατήσει ο άλλος “ παίχτης” τόσο μειώνεται η ισχύ του μέσα στο σύστημα και το αντίθετο. Άρα η ισχύς έχει σχέση με την γνώση του “παίχτη” για την συμπεριφορά του “άλλου”

Κάθε πράξη συνιστά ένα ειδικό παιχνίδι γύρω από το οποίο οργανώνεται μια ειδική σχέση ισχύος. Έτσι όταν μέσα στην σχέση, ο Α αναπτύσσει μια ισχύ απέναντι στον Β, στο βαθμό να τον αναγκάσει να κάνει κάτι που δεν θέλει, τότε έχουμε να κάνουμε με μια σχέση εξουσίας.

Η εξουσία είναι μια μορφή σχέσης και εκφράζεται μόνο μέσω αυτής. Άρα η εξουσία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μια σχέσης και όχι ένα χαρακτηριστικό του ατόμου.

Η σχέση

Η διαπροσωπική σχέση είναι ένα ζωντανός οργανισμός που ζει και ανασαίνει. Που ανθίζει, αναπτύσσεται, εξελίσσεται, αλλάζει και πεθαίνει. Που διαμορφώνεται από τα μέλη της διαμορφώνοντάς τα.

Η σχέση με τον “άλλον” δεν είναι κάτι απλό όσο και αν φαίνεται. Αποτελεί το χωρόχρονο της ύπαρξης του υποκειμένου και το διαμορφώνει καθώς εκείνο προσπαθεί να την διαμορφώσει. Η σχέση είναι ο χώρος έκφρασης και διαμέσου αυτής της έκφρασης “παρουσιάζεται” το υποκειμένου σαν τέτοιο. Είναι μια θεατρική σκηνή, θα λέγαμε, όπου το υποκείμενο καλείται να “παίξει” τον ρόλο που έχει διαλέξει. Ένα θέατρο του οποίου πρωταγωνιστής είναι το ίδιο, το σενάριο όμως το γραφεί με άλλους. Μπορεί το θέατρο αυτό να το διακρίνει ένας αυθορμητισμός, αλλά οι ρόλοι έχουν γραφεί και ξαναγραφεί στο πέρασμα του χρόνου, με τέτοιο τρόπο ώστε η αυθορμησία της στιγμής να κρύβει μια ιστορικότητα που χρειάζεται έρευνα σε βάθος για να αποκαλυφθεί. Αυτό όμως δεν μειώνει την σημασία του αυθόρμητου της σχέσης.

Η σχέση επίσης ενώ φαίνεται ότι είναι ένας χώρος εξωτερικός στην ουσία καλύπτει ένα “εσωτερικό” χώρο που είναι δύσκολο να τον συνειδητοποιήσουμε. Καλύπτει ένα πεδίο “εσωτερικό” που πολλές φορές είναι μεγαλύτερο από αυτό που φανταζόμαστε. Δεν μπορούμε να την φανταστούμε διότι συνεχώς, όπως η σχέση “εξωτερικά” παίρνει πάντα νέες διαστάσεις και επεκτείνει, ή περιορίζει τα όρια της, με τον ίδιο τρόπο η εσωτερικότητα της αλλάζει και μεταμορφώνεται ανάλογα με τις εξωτερικές της αλλαγές.

Για να δώσει δική του τροπή στη σχέση το υποκείμενο καλείται να εκφράσει μέσα στα πλαίσια της την δική του εσωτερικότητα. Τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται και να ορίζει τα πράγματα, δηλώνοντας την ενεργητική παρουσία του μέσα από τον λόγο και την πράξη. Η ικανότητα αυτή ορίζει την ισχύ που έχει αποκτήσει μέσα στην σχέση και δηλώνει το δικαίωμα να καταλάβει τον χώρο τον οποίον θεωρεί ότι του ανήκει μέσα σε αυτή. Για να αποκτήσει αυτή την ικανότητα λοιπόν πρέπει να τολμήσει, να διεκδικήσει, ώστε η σχέση να του παράσχει την δυνατότητα έκφρασης.

Η σχέση όπως έχουμε αναφέρει είναι μια συνκατασκευή, μια συνεργασία με τον “άλλον” και χωρίς τον άλλον δεν μπορεί να υπάρξει. Σε αυτή την συνεργασία ο καθένα καλείται να προσφέρει την δυνατότητα εξέλιξής της. Η δυνατότητα αυτή εκφράζεται μέσα από την ενεργητική του, όπως αναφέραμε, παρουσία, μέσα από την πρωτοβουλία, καθώς και την διεκδίκηση της ελευθερίας να ενεργήσει μέσα σε αυτή και να την καθορίσει. Η δυνατότητα αυτή λοιπόν, έχει σχέση με τις ικανότητες του. Η ικανότητα ορίζει την ισχύ που έχει μέσα στην σχέση. Η ισχύς θέτει, αλλά και εκφράζει τα όρια της ανάπτυξης του υποκειμένου και αναπτύσσεται μαζί με αυτό.

Τόσο σε οργανικό επίπεδο, όσο σε ψυχολογικό, ή κοινωνικό, η ισχύς έρχεται σαν φυσιολογική εξέλιξη του υποκειμένου να ορίσει μέσα από την ανάπτυξή του, τις όλο και μεγαλύτερες ικανότητες του να επηρεάσει το περιβάλλον του και να το διαμορφώσει, σύμφωνα με τις ανάγκες του, δημιουργώντας, κατασκευάζοντας τον χώρο/χρόνο της ύπαρξής του στην σχέση με τον άλλον.

Η σχέση σαν χώρος/χρόνος ισχύος

Όπως αναφέραμε πάρα πάνω η εξουσία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας σχέσης και όχι ένα χαρακτηριστικό του ατόμου. Το θέμα λοιπόν της ισχύος (εξουσία) του υποκειμένου τίθεται στην συναναστροφή με τον άλλον και μέσα από αυτή αναπτύσσει της παρουσία ή την απουσία της.

Υπάρχω, σημαίνει ύπαρξη σχέσης με τον άλλον. Εφόσον όμως η σχέση με τον άλλο εκφράζει μια μορφή ισχύος, δεν μπορώ να υπάρξω, να επιζήσω, παρά μόνο, παζαρεύοντας με τους άλλους την θέληση μου να κάνω αυτό που μου ζητάνε, ή όχι. Να απαντήσω ή όχι στις προσδοκίες που έχουν για μένα. Αυτή η διαπραγμάτευση αποτελεί το ουσιαστικό περιεχόμενο της σχέσης.
Η σχέση λοιπόν, σαν χώρος/χρόνος ισχύος είναι χώρος/χρόνος διαπραγμάτευσης και συνεχούς επαναπροσδιορισμού της θέσης μου μέσα σε αυτή. Η προσέγγιση στις πηγές της εξουσίας, δηλαδή η δυνατότητα εναλλακτικής συμπεριφοράς και η συναισθηματική χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, αποτελεί τον όρο, όχι μόνο της σχέσης με τον άλλον, αλλά αποτελεί και το προτσές της προσωπικής ανάπτυξης και πρόσβαση στην δημιουργία ταυτότητας.

Η ισχύς του υποκειμένου μέσα στην σχέση αποτελεί ένα σημαντικό όρο ανάπτυξής του καθώς και της ανάπτυξης της μορφής της σχέσης. Η ισχύς αυτή, η οποία εκφράζει το ποσοστό δύναμης (εξουσίας) του υποκειμένου δεν έχει σχέση τόσο με την επιβολή και την καταπίεση του άλλου, όσο με την οριοθέτηση του. Έχει να κάνει με την περιφρούρηση ενός νοητικού και ψυχολογικού χώρου ελευθερίας κίνησης του υποκειμένου μέσα σε αυτή.

Η Ισχύς κατοικεί μέσα στην ελευθερία την οποία διαθέτει ο καθένας εκ των μελών της σχέσης. Άρα η ισχύς δηλώνει την ελευθερία και η ελευθερία την ισχύ του υποκειμένου. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς ισχύ.

Δηλαδή η ισχύς δηλώνει την δυνατότητα του υποκειμένου να αρνηθεί αυτό που του ζητάει ο άλλος. Εκφράζει την ικανότητα διαπραγμάτευσης μέσα στην σχέση. Η διαπραγμάτευσή περιλαμβάνει την αποδοχή, αλλά και την άρνηση όρων που δεν συμφέρουν το υποκείμενο. Η Ισχύς λοιπόν, εκφράζεται την ικανότητα διαπραγμάτευσης η οποία ορίζεται από την δυνατότητα άρνησης αποδοχής δεδομένων. Η άρνηση στα πλαίσια της διαπροσωπικής σχέσης, έρχεται να διαμορφώσει την σχέση και να ορίσει το πλαίσιο ελευθερίας του κάθε υποκειμένου μέσα σε αυτή.

Η άρνηση λοιπόν έχει σχέση με την προσπάθεια προστασίας και επιβεβαίωσης της ελευθερίας του υποκειμένου μέσα στην σχέση. Δηλώνει την προσπάθειά του να ορισθεί σαν υποκείμενο μέσα από το δικό του λόγο και όχι μέσα από το λόγο του άλλου. Μέσα από τα δικά του μάτια και όχι μέσα από τα μάτια των άλλων. Η δυνατότητα άρνησης παρέχει στο υποκείμενο ένα πλαίσιο ελευθερίας το οποίο μπορεί να ορισθεί σαν ζώνη αβεβαιότητας για τον άλλον της σχέσης, δηλαδή μη γνώσης της συμπεριφοράς του μέσα σε αυτή.

Η ύπαρξη μιας ζώνης αβεβαιότητας εκφράζει το απρόβλεπτο της συμπεριφοράς του υποκειμένου, προσφέροντας του την δυνατότητα έλεγχου, απέναντι στους συν κατασκευαστές της σχέσης. Ή “αβεβαιότητα” αυτή δηλώνει την δυνατότητα προστασία του χώρο/χρόνου ελευθερίας του μέσα στην σχέση. Δηλαδή πολύ απλά, όσο η συμπεριφορά του υποκειμένου δεν είναι δεδομένη και προβλέψιμη τόσο η ισχύς του είναι μεγάλη και ικανή να διαμορφώσει την σχέση, όσο είναι δοσμένη και προβλέψιμη τόσο η ισχύς του είναι μειωμένη και αναγκάζεται να συμμορφωθεί στην επιθυμία του άλλου, που σημαίνει υποταγή στην εξουσία του.

Η ισόβαθμη λοιπόν, ισχύς των μελών βοηθάει την σχέση τους να γίνει ένα πεδίο διαύγασης του εαυτό του και του “άλλου”, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης. Την κάνει ένα χώρο/χρόνο ελευθερίας και ανακάλυψης του κάθε υποκειμένου και της ίδιας της σχέσης. Πυροδοτεί την ύπαρξη της ισχύος σαν στοιχείο ενότητας και αλληλεγγύης και όχι διαχωρισμού και απόρριψης. Βοηθάει στην διαλογικότητα των μελών της προσπαθώντας να περάσουν πίσω από τα φαινόμενα και να μπουν στην ουσία των συναισθημάτων και των νοημάτων που διακυβεύονται στην συνακατασκευή της σχέσης.

Άρα η ισόβαθμη ισχύς του κάθε υποκειμένου στην συνκατασκευή της σχέσης διατηρεί μια ισορροπία που βοηθάει στην ανάπτυξή τόσο της σχέσης, όσο και των μελών της. Το αντίθετο, η διαφορά ισχύος οδηγεί σε ανισόρροπες σχέσεις, σε σχέσεις εξουσίας. Σε σχέσεις φόβου και ενοχής, όπου η ισχύς ανήκει και την μονοπωλεί μόνο το ένα μέλος και το άλλο νιώθει ανίσχυρο και υποταγμένο, χωρίς το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του μέσα σε αυτή.

Σημειώσεις

1.Varela Franancisco, « L’individualité : l’autonomie du vivant »
2.CROZIER M. και FRIEDBERG E1977, L'acteur et le système

Σας εύχομαι ευτυχισμένο το 2017 και σας ευχαριστώ πολύ για την αντοχή σας.

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας:Νίκου Εγγονόπουλου

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ 2 Θεωρίες της εργασιακή ικανοποίησης




Η επαγγελματική ικανοποίηση είναι ένα δημοφιλές θέμα έρευνας για τους ερευνητές που έχουν ως αντικείμενο την οργάνωση και τη διαχείριση των μελετών οργανωσιακής συμπεριφοράς και εξετάζεται ως στάση που συντελεί στη διαμόρφωση ορισμένων άλλων συμπεριφορών ή στάσεων και σε αυτή την περίπτωση θεωρούμε την εργασιακή ικανοποίηση ως ανεξάρτητη μεταβλητή.

Επίσης η εργασιακή ικανοποίηση μπορεί να μελετηθεί ως εξαρτημένη μεταβλητή, δηλαδή ως μια στάση που καθορίζεται από παράγοντες εργασίας (όπως είναι η αμοιβή, το αντικείμενο εργασίας, κλπ), ατομικά ή προσωπικά χαρακτηριστικά (δημογραφικά στοιχεία) και άλλους κοινωνικούς παράγοντες (Shajahan & Shajahan, 2004:116). Δύο ομάδες μεταβλητών που την επηρεάζουν ως εξαρτημένη μεταβλητή, είναι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του ατόμου (Moynihan & Pandey, 2007). Οι κυριότερες θεωρητικές προσεγγίσεις είναι οι ακόλουθες:

Η θεωρία του Maslow για την ιεραρχία των αναγκών (1943, 1970) είχε ως στόχο να προσδιορίσει τους παράγοντες που παρακινούν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Διερεύνησε τις ανάγκες του ανθρώπου καθώς και την παρακινητική τους δύναμη και τις ταξινόμησε σε πέντε κατηγορίες-ιεραρχικά επίπεδα, ως προς τη σειρά με την οποία ικανοποιούνται (Πυραμίδα Αναγκών του Maslow):

 Φυσιολογικές ανάγκες: είναι οι βιολογικές ανάγκες του ανθρώπου. Περιλαμβάνει τις ανάγκες για τροφή, νερό, στέγη, ένδυση.
 Ανάγκες ασφάλειας: οι ανάγκες για προστασία, σταθερότητα, ελευθερία από το φόβο, τις απειλές και τη στέρηση. 19
 Κοινωνικές ανάγκες: οι ανάγκες για φιλία, στοργή, αποδοχή, αλληλενέργεια με τους άλλους ανθρώπους.
 Ανάγκες σεβασμού/εκτίμησης: η ανάγκη αναγνώρισης, εκτίμησης και σεβασμού από και προς τους άλλους.
 Ανάγκες αυτοπραγμάτωσης: περιλαμβάνουν τα αισθήματα αυτοϊκανοποίησης, της ανάγκης για επιτυχία, να γίνει κάποιος το καλύτερο δυνατό που επιθυμεί ή έχει ονειρευτεί για τον εαυτό του μέσω της προσωπικής του ανάπτυξης.

Ο άνθρωπος προσπαθεί συνεχώς να ικανοποιήσει καλύτερα τις ανάγκες του. Οι επιθυμίες του εξαρτώνται από αυτά που ήδη έχει. Δηλαδή, οι ανάγκες που προσπαθεί να ικανοποιήσει εξαρτώνται από το βαθμό της ικανοποίησής τους. Όσο πιο πολύ ικανοποιείται μια ανάγκη τόσο λιγότερο τον παρακινεί. Όταν μια ανάγκη σταματήσει να ικανοποιείται τότε αποτελεί ξανά κίνητρο συμπεριφοράς. Όταν μια κατηγορία αναγκών ικανοποιηθεί τότε η επόμενη παίρνει τη θέση της. Σε κάθε στιγμή λοιπόν υπάρχει μια κατηγορία αναγκών που κατά κύριο λόγο παρακινεί (Luthans, 2011). Αυτές οι ανάγκες μπορούν να υποκινήσουν έναν άνθρωπο μόνο όταν η προσπάθεια κάλυψής τους ακολουθεί τη συγκεκριμένη σειρά. Όταν έχει ικανοποιηθεί τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό μια κατηγορία αναγκών, σταματά να λειτουργεί ως κίνητρο, αφού η προσπάθεια πλέον εστιάζεται στην κάλυψη της επόμενης κατηγορίας και η πορεία είναι ανοδική και ευθύγραμμη (Saif, et al., 2012).

Η θεωρία του Aldelfer-ERG (1969, 1972) αποτελεί τροποποίηση της θεωρίας του Maslow, στην οποία οι πέντε κατηγορίες αναγκών περιορίζονται σε τρεις: α) ανάγκες ύπαρξης (existence), β) ανάγκες σχέσης (relatedness) με το κοινωνικό περιβάλλον και γ) ανάγκες ανάπτυξης (growth). Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται οι ανάγκες ασφάλειας και οι φυσιολογικές, στη δεύτερη οι αντίστοιχες σχέσεις που περιγράφονται στο Maslow και στην τρίτη υπάγονται οι δύο ανώτερες κατηγορίες της θεωρίας του Maslow. Η θεωρία ονομάστηκε ERG από τα αρχικά των λέξεων Existence-Relatedness-Growth (Saif, et al., 2012). Οι διαφορές των δύο προαναφερθεισών θεωριών είναι ότι στη δεύτερη θεωρία ο μειωμένος αριθμός κατηγοριών δίνει μεγαλύτερη εννοιολογική ευρύτητα σε κάθε κατηγορία. Επίσης στη 20 θεωρία του Aldelfer γίνεται δεκτό ότι μπορεί να υπάρξει οπισθοδρόμηση από ανάγκες ανώτερου επιπέδου σε ανάγκες κατώτερου επιπέδου, αν υπάρξει ματαίωση των αναγκών του ανώτερου επιπέδου (Saif, et al., 2012).

Η θεωρία των δύο παραγόντων του Herzberg (1959) είναι βασισμένη σε αποτελέσματα έρευνας που διεξήχθησαν στους χώρους εργασίας, με αποκλειστικό στόχο την ανάλυση των παραγόντων που υποκινούν τους εργαζομένους στην εργασία τους. Ο Herzberg οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι, ενώ η απουσία ορισμένων συνθηκών ήταν αιτία δυσαρέσκειας, η παρουσία τους δε σημαίνει την παρακίνηση των εργαζομένων. Ορισμένοι παράγοντες, οι οποίοι αποτελούσαν κίνητρο για τους εργαζομένους, λειτουργούσαν απλώς σαν παράγοντες εξάλειψης πιθανών αντικινήτρων και δεν υποκινούσαν ουσιαστικά τους εργαζομένους. Αυτά τα πιθανά αντικίνητρα, τα οποία συνδέονταν με αρνητικά αισθήματα απέναντι στην εργασία ο Herzberg τα ονόμασε παράγοντες υγιεινής ή παράγοντες συντήρησης. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες οι οποίοι υποκινούν θετικά και έχουν σαν αποτέλεσμα την ικανοποίηση των εργαζομένων. Αυτοί οι παράγοντες, σύμφωνα με τον Herzberg είναι τα κίνητρα ή παράγοντες παρακίνησης (Tietjen&Myers, 1998).

Οι κυριότεροι παράγοντες υγιεινής είναι η πολιτική της επιχείρησης και ο τρόπος διοίκησής της, ο τρόπος εποπτείας, οι διαπροσωπικές σχέσεις, η χρηματική αμοιβή και οι συνθήκες εργασίας. Οι παράγοντες παρακίνησης προσδιορίζονται ανάλογα με τα συναισθήματα που δημιουργούν ή ικανοποιούν και χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η αναγνώριση του έργου, η φύση της εργασίας, η υπευθυνότητα και η δυνατότητα προαγωγής. Ο Herzberg υποστηρίζει ότι, και οι δύο κατηγορίες παραγόντων είναι σημαντικοί για την επιτυχία του έργου των διοικήσεων των επιχειρήσεων (Vignali, 1997).

Η θεωρία Κινήτρων Επίτευξης του McClelland (1953) συνέβαλε στην κατανόηση των επίκτητων ανθρώπινων αναγκών για επίτευξη στόχων και δημιουργία δεσμών και εξουσίας. Κάθε εργαζόμενος έχει την επιθυμία να καλύψει και τις τρεις ανάγκες. Σύμφωνα με τη θεωρία, η ανάγκη για επίτευξη, που ορίζεται ως γενική προδιάθεση του ατόμου για την επιδίωξη της επιτυχίας, αποτελεί σταθερό (εκμαθημένο όμως) χαρακτηριστικό του ατόμου, που διαμορφώνεται από την πρώτη παιδική ηλικία (Κάντας, 1998). Ο McClelland δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη της επίτευξης στόχων και υποστηρίζει ότι αυτός που πραγματώνει την ικανοποίηση 21 αυτής της ανάγκης έχει ανεπτυγμένη την υπευθυνότητα στην ανάληψη πρωτοβουλιών και κυρίως την ικανότητα αυτοελέγχου, που του επιτρέπει να γνωρίζει που βρίσκεται σε κάθε φάση της δραστηριότητάς του. Η θεωρία αυτή επικεντρώνεται στα κίνητρα της επίτευξης, της εξουσίας και των κοινωνικών σχέσεων (Saif et al, 2012). Ο όρος επίτευξη δηλώνει τη διαδικασία που ακολουθεί ο εργαζόμενος στα πρότυπα της επιτυχίας. Ο όρος εξουσία αναφέρεται στην επιθυμία να έχει επιρροή στις αποφάσεις και τη δράση των άλλων, καθώς τον έλεγχό τους. Τέλος οι κοινωνικές σχέσεις αναφέρονται στην επιθυμία για φιλικές και στενές διαπροσωπικές σχέσεις στο χώρο εργασίας (Κάντας, 1998).

Η θεωρία της ισότητας του Adams (1963) προσπαθεί να ερμηνεύσει την υποκίνηση των εργαζομένων με βάση το αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς τους. Η βασική παραδοχή της θεωρίας είναι ότι ο εργαζόμενος ζυγίζει αυτά που βάζει (εισερχόμενα) και αυτά που παίρνει (εξερχόμενα) από την εργασία του και στη συνέχεια συγκρίνει αυτόν τον λόγο με τους αντίστοιχους λόγους των άλλων εργαζομένων. Αν ο λόγος ο δικός του είναι ίσος με αυτόν των άλλων εργαζομένων, τότε έχουμε κατάσταση ισότητας (Robbins, 2005: 58)9 . Επίσης όταν οι εργαζόμενοι αισθάνονται αδικημένοι σε σχέση με την προσπάθεια που καταβάλλουν, προσπαθούν να διορθώσουν αυτή την αδικία. Σύμφωνα με την εκτίμηση του εργαζομένου, εάν η προσφορά του είναι μεγαλύτερη από τα αποτελέσματα, ο εργαζόμενος θεωρεί ότι αδικείται, ενώ η αδικία του προκαλεί το συναίσθημα της δυσαρέσκειας. Προσπαθεί λοιπόν να διορθώσει αυτή την αδικία και έτσι είτε μειώνοντας την προσφορά του, είτε προσπαθώντας να αυξήσει τα αποτελέσματα (αύξηση μισθού, λιγότερες ώρες εργασίας), προσπαθεί να δημιουργήσει μια κατάσταση με γνώμονα να αποκαταστήσει την αδικία. Αν τα οφέλη που λαμβάνει ο εργαζόμενος αντιστοιχούν σύμφωνα με την εκτίμησή του, στην προσφορά του, τότε υπάρχει η αίσθηση της δικαιοσύνης και της ικανοποίησης, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της προσφοράς του. Επομένως, η αίσθηση της δικαιοσύνης υποκινεί τον εργαζόμενο, επειδή υπάρχει η βεβαιότητα ότι η μεγαλύτερη προσπάθεια θα εκτιμηθεί ανάλογα (Luthans, 2011).

Η θεωρία της προσδοκίας του Vroom (1964), υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος προσδιορίζει τα επιθυμητά για εκείνον αποτελέσματα και επιλέγει την αντίδρασή του ανάλογα με την πιθανότητα που εκτιμά ότι έχει να πετύχει αυτά τα 9 αποτελέσματα. Η παρακίνηση, λοιπόν, σύμφωνα με τη θεωρία των προσδοκιών, είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού δυο παραγόντων: της προτίμησης για κάποιο αποτέλεσμα και της προσδοκίας ότι μια συγκεκριμένη αντίδραση (πράξη ή συμπεριφορά) θα οδηγήσει σε αυτό το αποτέλεσμα (Κάντας, 1998).

Η θεωρία της στοχοθέτησης του Locke (1968), υποστήριξε ότι οι προθέσεις μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή κινήτρων και ικανοποίησης (Shajahan & Shajahan, 2004:95). Ορισμένοι ειδικοί στόχοι μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της ατομικής απόδοσης, και κυρίως ένας δύσκολος στόχος προκειμένου να επιτευχθεί, μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη βελτίωση στην απόδοση από έναν στόχο που είναι πιο εύκολος. Αντίστοιχη αναλογία υπάρχει ανάμεσα στο βαθμό δυσκολίας του στόχου και της παραγωγικότητας. Επιπλέον, η ανατροφοδότηση (feedback) που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι επιδρά θετικά στην απόδοση, όταν το μήνυμα της ανατροφοδότησης είναι θετικό, αφού η ανατροφοδότηση δηλώνει πόσο καλά τα έχουν καταφέρει ως εκείνη τη στιγμή (Robbins, 2005: 54)10 .

Η θεωρία των χαρακτηριστικών της εργασίας (Hackman & Oldham, 1976) αποτελεί ένα μοντέλο που αναφέρεται σε θέματα της εργασίας που πρέπει να μεταβληθούν ώστε να βελτιωθούν τα κίνητρα, η απόδοση και η ικανοποίηση των εργαζομένων. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι η ποικιλία δεξιοτήτων, η ταυτότητα του έργου, η σημαντικότητα του έργου, η αυτονομία και η ανατροφοδότηση. Ο βαθμός ύπαρξης των χαρακτηριστικών αυτών είναι ανάλογος του βαθμού ικανοποίησης των εργαζομένων (Perry et al., 2006). Πιο συγκεκριμένα, το μοντέλο αναφέρει ότι τα πέντε χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν, επηρεάζουν κρίσιμες ψυχολογικές καταστάσεις που με τη σειρά τους επηρεάζουν τα αποτελέσματα της εργασίας και συνεπώς την εργασιακή ικανοποίηση. Αν και οι παραπάνω θεωρίες αναπτύχθηκαν κυρίως γύρω από το θέμα της υποκίνησης, εξαιτίας της άμεσης σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στα κίνητρα και την εργασιακή ικανοποίηση, στη βιβλιογραφία αναφέρονται ως θεωρίες που ερμηνεύουν ή έχουν προσπαθήσει να προσεγγίσουν την εργασιακή ικανοποίηση.

Σημειώσεις
10 Όπως παρατίθεται στους Saif et al. (2012)
9 Όπως παρατίθεται στους Saif et al. (2012)

Απόσπασμα από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
με Θέμα : Εργασιακές Σχέσεις και Εργασιακή Ικανοποίηση: Η περίπτωση του ΟΤΕ
της
ΑΣΠΙΩΤΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Φωτό:Igor Morski

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ 1. Εννοιολογικός προσδιορισμός




Η εργασιακή (ή επαγγελματική) ικανοποίηση αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες έννοιες που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι διευθυντές και τα στελέχη στη σύγχρονη αγορά. Παρά τη χρήση του όρου τόσο στην επιστημονική έρευνα, όσο και στην καθημερινή ζωή, εξακολουθεί να μην υπάρχει γενική συμφωνία σχετικά με το τι είναι η ικανοποίηση από την εργασία. Διαφορετικοί συγγραφείς και ερευνητές έχουν προσεγγίσει με διαφορετικό τρόπο τον όρο αυτό.

Ο Hoppock το 1935 1. προσδιόρισε την εργασιακή ικανοποίηση ως οποιονδήποτε συνδυασμό ψυχολογικών, φυσιολογικών και περιβαλλοντικών περιστάσεων που προκαλούν ένα πρόσωπο να εκφράσει με ειλικρίνεια ότι είναι ικανοποιημένος με τη δουλειά του. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, παρότι η ικανοποίηση από την εργασία επηρεάζεται από πολλούς εξωτερικούς παράγοντες, παραμένει κάτι εσωτερικό, που έχει να κάνει με το πώς αισθάνεται ο εργαζόμενος.

Ο Vroom το 1964 2. , στον ορισμό του για την εργασιακή ικανοποίηση, εστιάζει στο ρόλο των εργαζομένων στο χώρο εργασίας. Πιστεύει ότι η επαγγελματική ικανοποίηση είναι συνάρτηση των υποκειμενικών αντιλήψεων του ατόμου σχετικά με τη συντελεστικότητα (instrumentality) της συγκεκριμένης εργασίας στο να εξασφαλίσει στο άτομο ορισμένα επιθυμητά αποτελέσματα. Η ελκυστικότητα της εργασίας και κατά συνέπεια, η ικανοποίηση που παίρνει το άτομο από αυτή είναι συνάρτηση όσων πιστεύει το άτομο ότι αποκομίζει από την εργασία του.

Ένας πολύ γνωστός ορισμός για την επαγγελματική ικανοποίηση προέρχεται από τον Locke (1976:1300) 3 , ο οποίος την χαρακτηρίζει ως μια ευχάριστη ή θετική συναισθηματική κατάσταση, η οποία προέρχεται από την αποτίμηση της εργασίας ή των εργασιακών εμπειριών κάποιου. Με τον ορισμό αυτόν, αναδεικνύεται η σημασία τόσο του συναισθήματος όσο και της γνώσης. Επίσης, ο Locke συνδέει την ικανοποίηση και τη δυσαρέσκεια από την εργασία με το σύστημα των αξιών του ατόμου, υποστηρίζοντας ότι η επαγγελματική ικανοποίηση είναι μια θετική συναισθηματική απόκριση προς το συγκεκριμένο έργο που απορρέει από την εκτίμηση ότι αυτό παρέχει πλήρωση ή επιτρέπει την πλήρωση των εργασιακών αξιών του ατόμου. Η εργασιακή ικανοποίηση αντιπροσωπεύει ένα συνδυασμό θετικών ή αρνητικών συναισθημάτων που έχουν οι εργαζόμενοι για την εργασία τους.

Σύμφωνα με τους Davis et al. (1985) 4 , η εργασιακή ικανοποίηση αντιπροσωπεύει το βαθμό στον οποίο οι προσδοκίες ταυτίζονται με την πραγματική αξία των αμοιβών. Δηλαδή, όταν ένας εργαζόμενος απασχολείται σε μια επιχείρηση, φέρνει μαζί του τις ανάγκες, τις επιθυμίες και εμπειρίες που επηρεάζουν αποφασιστικά τις προσδοκίες του.

Σύμφωνα με τους Warr (1987) και Landy (1989) 5 , η επαγγελματική ικανοποίηση δεν αποτελεί κάτι σταθερό. Ο Warr κάνει μια συσχέτιση ανάμεσα στις βιταμίνες και την εργασιακή ικανοποίηση: σταθερή δόση βιταμινών είναι απαραίτητη, αλλά υπέρβαση ή έλλειψή τους δημιουργεί προβλήματα. Ο Landy πιστεύει ότι οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί του νευρικού συστήματος επεμβαίνουν και φέρνουν την ικανοποίηση σε ορισμένα ανεκτά επίπεδα. Οι δύο ερευνητές πιστεύουν ότι είναι δύσκολο να διακριθεί απόλυτη ικανοποίηση στον εργαζόμενο, γιατί και αν ακόμα υπάρξει, ενδεχομένως να αναστραφεί άμεσα η επαγγελματική ικανοποίηση λόγω διαφοροποίησης των παραγόντων που την καθορίζουν.

Η εργασιακή ικανοποίηση αποτελεί το βαθμό στον οποίο οι εργαζόμενοι είναι ευχαριστημένοι από το επάγγελμά τους ή την εργασία τους (Spector, 1997). Επίσης αποτελεί ίσως τη μεταβλητή σε επίπεδο επιχειρήσεων που έχει μελετηθεί και ερευνηθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, μιας και αποτελεί ένα από τα σημαντικά ζητήματα της οργανωτικής ψυχολογίας, μιας και συνδέεται με την ψυχική υγεία των εργαζομένων, με το ενδιαφέρον των οργανισμών να έχουν υψηλή αποδοτικότητα καθώς και το ικανοποιημένο προσωπικό (Spector, 1997). Ο Spector προσδιόρισε τους τρεις βασικούς λόγους για τους οποίους ασχολούμαστε με την εργασιακή ικανοποίηση. Πρώτον,
ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να καθοδηγούνται από τις ανθρώπινες αξίες, καθώς αξίζει να φέρονται δίκαια και με σεβασμό στους ανθρώπους.
Δεύτερον,
η συμπεριφορά των εργαζομένων έχει άμεση σχέση με την εργασιακή ικανοποίηση καθώς και με τις δραστηριότητες και τη λειτουργία της επιχείρησης.
Τρίτον,
η εργασιακή ικανοποίηση μπορεί να αποτελέσει υπό προϋποθέσεις έναν πολύ αξιόπιστο δείκτη αξιολόγησης της λειτουργίας μιας επιχείρησης.

Στις πιο σύγχρονες προσπάθειες προσδιορισμού και καθορισμού του όρου, η εργασιακή ικανοποίηση μπορεί να οριστεί και ως ο βαθμός στον οποίο ένας εργαζόμενος είναι ικανοποιημένος με τις ανταμοιβές που λαμβάνει από την εργασία που εκτελεί (Statt, 2004) 6 . Σύμφωνα με τον Armstrong (2006) 7 , ο όρος αναφέρεται στη στάση και στα συναισθήματα που έχουν οι άνθρωποι για την εργασία τους. Θετική και ευνοϊκή στάση προς την εργασία δείχνει ικανοποίηση από την εργασία. Αρνητική και δυσμενής στάση απέναντι στη δουλειά τους, δείχνει δυσαρέσκεια εργασίας.

Σύμφωνα με τους George et al. (2008) 8 η εργασιακή ικανοποίηση είναι η συλλογή των συναισθημάτων και πεποιθήσεων που έχουν οι άνθρωποι για την τρέχουσα εργασία τους. Το επίπεδο του βαθμού ικανοποίησης από την εργασία μπορεί να κυμαίνεται από την ακραία ικανοποίηση ως την ακραία δυσαρέσκεια. Οι εργαζόμενοι μπορούν να έχουν διαφορετική στάση σχετικά με διάφορες πτυχές της εργασίας τους, όπως το είδος της εργασίας που κάνουν, τους συνεργάτες, τους επόπτες ή τις αμοιβές τους.

Σύμφωνα με τον Vignali (1997), για να είναι ικανοποιημένοι οι εργαζόμενοι, θα πρέπει να έχουν ενδιαφέρον για την εργασία τους και να νιώθουν ότι αποτελεί για αυτούς μια πρόκληση. Παράλληλα αναζητούν στο χώρο εργασίας τους τον σεβασμό, την αναγνώριση και την εκτίμηση από τους συναδέλφους αλλά και τους προϊσταμένους.

Η επαγγελματική ικανοποίηση σχετίζεται με την αίσθηση της επίτευξης των στόχων και της επιτυχίας στην εργασία που έχει ένας εργαζόμενος. Η εργασιακή ικανοποίηση συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα, καθώς και την προσωπική ευημερία.

Ικανοποίηση από την εργασία συνεπάγεται ότι κάποιος απολαμβάνει τη δουλειά που κάνει, την κάνει καλά και ανταμείβεται για τις προσπάθειές του. Ικανοποίηση από την εργασία συνεπάγεται επίσης ενθουσιασμό και ευτυχία με το έργο που έχει εκτελέσει ο εργαζόμενος. Η επαγγελματική ικανοποίηση είναι το κλειδί που οδηγεί στην αναγνώριση και την επίτευξη των προσωπικών στόχων, που οδηγούν σε ένα αίσθημα ολοκλήρωσης (Kaliski, 2007).

σημειώσεις
1 Όπως παρατίθεται στον Aziri (2011)
2 Όπως παρατίθεται στον Κάντα (1998)
3 Όπως παρατίθεται στον Oshagbemi (2003)
4 Όπως παρατίθεται στον Aziri (2011)
5 Όπως παρατίθεται στον Κάντα (1998)
6 Όπως παρατίθεται στον Aziri (2011)
7 Όπως παρατίθεται στον Aziri (2011)
8 Όπως παρατίθεται στον Aziri (2011)


Απόσπασμα από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
με Θέμα : Εργασιακές Σχέσεις και Εργασιακή Ικανοποίηση: Η περίπτωση του ΟΤΕ
της
ΑΣΠΙΩΤΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ

Φωτό:Igor Morski

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ο Πλούτος (Δημόκριτος)




[...]Εκτός από τις διαπροσωπικές σχέσεις, ο Αβδηρίτης αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην απόκτηση του πλούτου.

Ήδη από την εποχή του Σόλωνα, οπότε παρατηρούνται η διαμόρφωση και η άνοδος μιας εύπορης εμπορικής τάξης στην Αθήνα, ο παράνομος πλουτισμός φαίνεται ότι έχει αναδειχθεί σε οξύ κοινωνικό πρόβλημα. Για τον λόγο αυτόν ο σοφός νομοθέτης , στην ελεγεία του προς τις μούσες, τάσσεται ρητά υπέρ της απόκτησης πλούτου μόνο με έντιμα μέσα και απειλεί τους παραβάτες με τιμωρία.

Και ο Δημόκριτος υπογραμμίζει ότι ο άδικος τρόπος πλουτισμού είναι αποτρόπαιο έγκλημα ή πηγή δυστυχίας.
Ο ίδιος ο πλούτος, ωστόσο, δεν είναι χωρίς προβλήματα.

Ο άνθρωπος ωθείται από το διακαή πόθο να γίνει πλούσιος. Όταν όμως πλουτίσει διακατέχεται από την βασανιστική αγωνία πως να τον διατηρήσει, ή να τον αυξήσει και, όταν τον χάσει, βυθίζεται σε άφαντη θλίψη.

Για τον λόγο αυτόν η ψυχική γαλήνη εξασφαλίζεται, αν ο άνθρωπος αρκείται σε όσα έχει και δεν λυπάται για όσα του λείπουν, λαμβάνοντας υπόψη ότι άλλοι είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση, διαπίστωση που τιθασεύει τη φιλοχρηματία του.

Την ευτυχία εξάλλου, δεν την εγγυάται ο πλούτος αλλά η ευθυκρισία. Η επισφάλεια της δόξας και του πλούτου τονίζεται στο απόσπασμα 77 και αποδίδεται στην απουσία της σύνεσης, η οποία συντελεί στην επωφελή διαχείρισή τους.

Ο πλούτος μπορεί να αποβεί και ευεργετικός, αν οι εύποροι πολίτες συντρέχουν τους αδύναμους και τους άπορους συμπολίτες τους, αν δηλαδή αξιοποιούν τον πλούτο με ευαίσθητα κοινωνικά κριτήρια.

Η άμβλυνση των ταξικών ανισοτήτων συντελεί στην κοινωνική συνοχή, η οποία θεωρείται ύψιστο αγαθό και αυτή με την σειρά της στην πρόοδο του κράτους.

Αυτό υπονοεί πιθανότατα το απόσπασμα 151 όπου υποστηρίζεται ότι το ψάρι που μοιράζεται δεν έχει αγκάθια, μολονότι η διάθεση του πλούτου πρέπει να πραγματοποιείται με βάση ορισμένες προδιαγραφές, και όχι αδιακρίτως.

Αντίθετα όποιος επιδιώκει αντί παντός τιμήματος τον πλούτο δεν μπορεί να είναι δίκαιος, γιατί είναι αναπόφευκτο να καταφύγει στην χρήση έκνομων μέσων για την απόκτησή του.

Ο πλούτος και η φτώχεια, άλλωστε, δεν είναι απόλυτα μεγέθη, αλλά εξαρτώνται από το πλήθος και το μέγεθος των επιθυμιών. Αν κάποιος ικανοποιείται με τα λίγα, μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του πλούσιο.[...]

Απόσπασμα από την εισαγωγή του
Δανιήλ Ι. Ιακώβ
από το βιβλίο
Δημόκριτος : Γνώμες

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Ο Ψυχοθεραπευτής; Ένας απλός συνοδοιπόρος



Γεια σας,

Σήμερα έρχομαι κοντά σας για να μιλήσω για τον ρόλο μου. Για την κατάσταση που βρίσκομαι ακολουθώντας αυτόν, ή αυτούς που μου πρόσφεραν και μου προσφέρουν την εμπιστοσύνη τους προσλαμβάνοντας με σαν συνοδοιπόρο τους. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Όχι, είναι μια πορεία και για εμένα οδυνηρή στο βαθμό που είναι και για αυτούς.

Ακολουθώ τους βηματισμούς τους προσεκτικά, νωχελικά αλλά και νηφάλια. Σταματάω εκεί που σταματάνε, περπατάω εκεί που περπατάνε. Πολλές φορές τους πιάνω από το χέρι χωρίς να το καταλαβαίνουν, άλλες πηγαίνω πιο μπροστά από αυτούς. Προσπαθώ να καταγράψω το παραμικρό στην ατμόσφαιρα, να τους ανοίξω το δρόμο!

Δεν είναι μόνοι, κανείς δεν είναι μόνος. Φέρνουν μαζί τους πρόσωπα του συγγενικού τους περιβάλλοντος, μανάδες, πατεράδες, συζύγους, αδέλφια και παιδιά. Όπου και να πάνε, “οι δικοί τους”, μας ακολουθούν και τους ακολουθούμε σε μια τρελή δέσμευση που μπορεί να σπάει τα κόκαλα της ψυχούλας τους. Νιώθω τα δεσμά να τους τυλίγουν και πολλές φορές νιώθω αδύναμος να τους βοηθήσω, αλλά μένω εδώ, πάντα πιστός σε αυτό που περνάνε.

Παρακολουθώ τις αφηγήσεις τους. Ακούω τους συγγενείς ν' απλώνουν τις συναισθηματικές τους πλημμύρες μουσκεύοντας ότι προσπαθούν οι “πελάτες” μου να κρατήσουν στεγνό. Μουσκεύομαι και εγώ μαζί τους. Κολυμπάω στο συναίσθημά τους, και το συναίσθημα των “δικών τους”. Προσπαθώ να μένω στην επιφάνεια, ακόμα και όταν εκείνοι βουλιάζουν και τις περισσότερες φορές ακουμπάν τον πυθμένα του. Τότε είμαι εκεί να τους δώσω το χέρι. Να τους “τραβήξω” επάνω, στην επιφάνεια για να συνεχίσουμε το δρόμο μας, δηλαδή το δικό τους δρόμο.

Ο κάθε δρόμος είναι διαφορετικός ασχέτως αν μοιάζει με τον προηγούμενο, διότι ο καθένας τους είναι ένας άλλος άνθρωπος. Ο πλούτος του απλώνεται με διαφορετικά στολίδια μπροστά μου. Ο πόνος του σαν χρυσάφι που δηλώνει την αξία της κάθε ζωής, με θαμπώνει και κρατάω τις αποστάσεις που πρέπει. Η χαρά του σαν μαργαριτάρια που πέφτουν στα χέρια μου, που ξέρω ότι δεν είναι δικά μου και ότι πρέπει να τα επιστρέψω, αλλά τα κρατάω για λίγο μέσα μου, διότι επιβεβαιώνουν την παρουσία μου, την ταυτότητα μου. Η δέσμευσή του, χρυσοποίκιλτα ιμάτια που τον “σφίγγουν” από την παιδική ηλικία μέχρι σήμερα.

Όμως πρέπει να ξέρετε κάτι σημαντικό. Σε μένα δεν έρχονται για να τους λύσω τα δεσμά, αλλά για να μάθουν να τα λύνουν μόνοι τους!

Η εκπαίδευσή μου επικεντρώνεται στο να μαθαίνω τους ανθρώπους, να χαλαρώνουν τα δεσμά τους, να παύουν να ασφυκτιούν και να κανονίζουν την σχέση με τους άλλους, στα όρια που τους προσφέρει οξυγόνο και δεν τους το αφαιρεί.

Η εκπαίδευσή μου είχε επικεντρωθεί σε αυτό τον σκοπό, δηλαδή στο τρόπο με την οποίο μαθαίνω στους ανθρώπους να ανοίγουν δρόμο στην πλημμύρα του τοξικού συναισθήματος που αναβλύζει από τα λόγια τους, προσπαθώντας να διερευνήσουν την παραλογική λογική του συστήματος σχέσεων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι.

Μαζί λοιπόν προσπαθούμε να ανακτήσουν τον έλεγχο των δεσμευτικών σχέσεων, ή του συναισθηματικού καταρράκτη της οικογένειας που τους ορίζει, καθορίζει, αλλά και περιορίζει.

Για την ανάκτηση του ελέγχου προσπαθούμε!

Αυτό που περνάν, το περνάμε μαζί. Μαζί ανασαίνουμε και ασφυκτιούμε. Μαζί ψάχνουμε τα δικαίωμα, αλλά και την δικαίωση. Η παρουσία μου διευκολύνει το περπάτημα και δίνει θάρρος για να πάνε ακόμα πιο βαθιά, για να δουν αυτό που δεν βλέπετε και να μιλήσουν για αυτό που δεν μίλησαν μέχρι τώρα.

Όπως σας είπα είναι δύσκολο, είναι πολύ δύσκολο. Όσο και αν κάποιος έχει εκπαιδευτεί στην ψυχραιμία και την αντικειμενικότητα, εντούτοις μπορεί πολύ εύκολα και χωρίς να το καταλάβει, να βουλιάξει και να χαθεί μέσα στον συναισθηματικό καταρράκτη που πέφτει πάνω στο κεφάλι του. Μπορεί πολύ εύκολα να χαθεί στους δρόμους των άλλων και ενώ νομίζει ότι τους οδηγεί να βρουν το δρόμο τους, στην ουσία μπορεί να τους κουβαλά στους δικούς του δρόμους. Ενώ προσπαθεί να κατανοήσει το δικό τους πρόβλημα χάνεται μέσα στο δικό του...

Δεν είμαι λοιπόν, παρά ένας απλός συνοδός στο δύσκολο ταξίδι του καθένα στα κρυφά λημέρια της ζωής σας. Αντιπροσωπεύω την ανάγκη σας για συντροφικότητα στο αποφασιστικό βήμα που ανοίγετε σε ένα τοπίο που είναι δικό σας, αλλά... τόσο άγνωστο.

Σας ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη...
Όλος δικό σας...

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας:René Magritte