Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Δημόσιο/Ιδιωτικό: Συνοπτική ιστορική εξέλιξη των εννοιών

Δημόσιο/Ιδιωτικό (1)




/Γενικά

Η σχέση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, τόσο σαν έννοιες, όσο και σαν χωρικές διατάξεις, εκφράζεται με μία τέτοια ποικιλία διευθετήσεων, που μόνο στατική δε μπορεί να χαρακτηριστεί. Το αστικό περιβάλλον μπορεί σε μεγάλο βαθμό να γίνει αντιληπτό ως αποτύπωση αυτής σχέσης, ως μια υλική μορφή νοηματοδότησής της. Η παρατήρηση και ερμηνεία του αστικού περιβάλλοντος, είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την κατανόηση αυτής της σχέσης. Όσο οι πολιτιστικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί κλπ παράγοντες που διαμορφώνουν μια κυρίαρχη/ηγεμονική αντίληψη για αυτήν τη σχέση μεταβάλλονται, διαπιστώνουμε πως αυτή παίρνει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο χώρος δεν αποτελεί μόνο μια αντανάκλαση των παραπάνω παραγόντων, αλλά διαθέτει μια αναπαραγωγική δύναμη, που τον τοποθετεί στο ενεργητικό πεδίο των κοινωνικών διεργασιών. Υπ’ αυτήν την έννοια οποιαδήποτε χωρική παρέμβαση, όντας μία διαπραγμάτευση αυτής της σχέσης, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αποτελεί τελικά μια τοποθέτηση πάνω στην οργάνωση των κοινωνικών σχηματισμών.
Ερωτήματα όπως: τι είναι ο δημόσιος χώρος; ποια είναι το απαράβατα όρια της ιδιωτικότητας; τι ορίζεται ως ιδιωτική και τι ως δημόσια περιουσία; κλπ. δεν έχουν μια μονοσήμαντη απάντηση τόσο στον ιστορικό χρόνο όσο και στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου.


Αρχαία Αθήνα

Για την Hanna Arendt [1958], ο τρόπος που ορίζεται η δημόσια και ιδιωτική πραγματικότητα, είναι καθοριστικός για το πως δομούνται οι κοινωνικοί σχηματισμοί. Η Αρχαία Αθήνα, αποτελεί για την Arendt τη χρονική και χωρική συνθήκη όπου για πρώτη φορά στο Δυτικό πολιτισμό, ο διπολισμός αυτός εμφανίζεται ως συγκροτητικός για την πολιτική οργάνωση μιας κοινωνίας. Το ιδιωτικό (ίδιον) νοείται ως η φροντίδα για την επιβίωση στα πλαίσια της οικογένειας, ως ο κόσμος της αναγκαιότητας. Παρότι θεωρούταν δευτερεύσουσας σημασίας σε σχέση με το δημόσιο, δεν αποσυγκροτήθηκε, γιατί αποτελούσε την προϋπόθεση, για τη συμμετοχή στα κοινά. Η εσωτερική του λειτουργία όμως, σε αντίθεση με το δημόσιο, ήταν προ-πολιτική. Η χρήση βίας στο εσωτερικό του οίκου, δε ήταν μεμπτή αν εξυπηρετούσε τη διασφάλιση των «αναγκαίων». Η ύπαρξη δούλων ή η θέση της γυναίκας, δεν θεωρούνταν κάτι το αντιφατικό για την αρχαία ελληνική δημοκρατία μιας και τοποθετούνταν εκτός της σφαίρας της πολιτικής, δηλαδή εκτός του δημόσιου χώρου. Η ιδιωτικότητα, για τα δεδομένα της Αρχαίας Αθήνας δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά περιορισμός και στέρηση. Το δημόσιο (κοινόν) θεωρείται ως η σφαίρα στην οποία λαμβάνει χώρα ο «πολιτικός βίος», ως ο κόσμος της ελευθερίας. Η πόλη, είναι ο τόπος όπου το «δημόσιο» (το πολιτικό) παίρνει υλική μορφή. Όσοι συμμετέχουν στην πόλη (στη δημόσια σφαίρα) θεωρούνται ίσοι, ανεξάρτητα αν στην ιδιωτική τους ζωή, είναι οι ίδιοι, φορείς ανισότητας. Για να έχει κάποιος το δικαίωμα συμμετοχής στο «δημόσιο», πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχει εξασφαλίσει το «ιδιωτικό», να μπορεί δηλαδή να επιβιώνει αυτόνομα. Το πολιτικό (δημόσιο), δεν ήταν το πεδίο όπου θα διευθετούνταν οι συνθήκες που εξασφαλίζουν την ιδιωτική ευημερία. Αντιθέτως, η ίδια η συμμετοχή στο δημόσιο/πολιτικό βίο, ως τέτοια, ήταν η απόλαυση της «καλής ζωής». Ο ιδιωτικός πλούτος δεν είχε κάποια αυτόνομη σημασία, αλλά ήταν το μέσο για τη συμμετοχή στα κοινά.

Η Αρχαία Ρώμη

Την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η διάκριση του ιδιωτικού με το δημόσιο φαίνεται να διατηρεί πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την Αρχαία Αθήνα. Εδώ το δημόσιο, πέρα από τόπος απόλαυσης και «καλής ζωής», έχει έντονη συμβολική διάσταση. Στο δημόσιο χώρο, προβάλλεται το «μεγαλείο» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέσω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής. Απ’ την άλλη, οι Ρωμαίοι σε αντίθεση με τους Έλληνες, φαίνεται να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ιδιωτικό. Θεωρούσαν, πως οι δύο πραγματικότητες, του δημόσιου και του ιδιωτικού, δε μπορεί παρά να υπάρχουν σε ισορροπία. Για τους Ρωμαίους, ο «οίκος», δεν ήταν απλά τόπος συγκέντρωσης πλούτου, που επέτρεπε τη συμμετοχή στα κοινά, αλλά χώρος στον οποίο αναπτύσσονταν η ενασχόληση με την τέχνη και την επιστήμη. Δεν είναι τυχαίο, πως στη Ρώμη συναντάμε το φαινόμενο των ιδιαίτερα ανεπτυγμένων πνευματικά δούλων. Έτσι, παρότι δούλοι υπήρχαν και στις δύο περιπτώσεις, φαίνεται πως στη Ρώμη, ο «οίκος» ήταν για το δούλο, ότι ήταν η «res publica» (το δημόσιο) για τους Ρωμαίους πολίτες. Στη Ρώμη, με λίγα λόγια, διατηρήθηκε μια αρκετά ισορροπημένη σχέση στη σημασία που δίδονταν στο δημόσιο και στο ιδιωτικό.

Μεσαίωνας

Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, με την άνοδο των επαγγελματικών οργανώσεων, των συντεχνιών, και γενικά τη συγκέντρωση όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων γύρω απ’ την κατοικία, οι ανθρώπινες σχέσεις μοντελοποιούνται στη βάση του «οικιακού». Εδώ το «κοινό καλό» δεν είναι συνδεδεμένο με την ύπαρξη μιας πολιτικής (δημόσιας) πραγματικότητας, αλλά με την ικανοποίηση των κοινών (υλικών και πνευματικών) συμφερόντων μιας ομάδας ατόμων, όπου «αν ο καθένας κάνει σωστά τη δουλειά του», αυτή επιτυγχάνεται. Η επικράτηση της Χριστιανικής ηθικής, ως ηγεμονικής ιδεολογίας, αφήνει έντονα το αποτύπωμά της, υποδεικνύοντας σαν ιδανικό υποκείμενο, το άτομο το οποίο με την «καλοσύνη» και την πίστη του, εξασκεί μία ταπεινή, ενάρετη ζωή. Η κρίση όμως για το καλό και το κακό, για την ταπεινότητα ή μη, μπορεί να προέλθει μόνο απ’ το Θεό, και κατ’ επέκταση τις γραφές και τους κανόνες της Χριστιανισμού. Έτσι, οποιαδήποτε πράξη τοποθετείται εκτός του πλαισίου της αναγκαιότητας (αυτό που στην αρχαιότητα ήταν «δημόσιο») δεν μπορεί να έχει δημόσιο/πολιτικό χαρακτήρα (μιας και θα έπαυε να είναι μια ταπεινή πράξη), αλλά είναι πλέον μια μοναχική «συνομιλία» με ένα υπερβατικό Υποκείμενο, το Θεό. Ενώ λοιπόν, στο εσωτερικό του οίκου και στις δραστηριότητες που τον περιβάλλουν, οι νέες ηθικές αξίες ορίζουν, ανώτερα επίπεδα ισότητας των ανθρώπινων σχέσεων (γυναίκες, δούλοι), η δημόσια σφαίρα, άρα και η πολιτική, υποχωρεί σε μεγάλο βαθμό. Αυτή η υποχώρηση και εν τέλει, αποδόμηση της δημόσιας σφαίρας κατά την Arendt, συμβαίνει ιστορικά όταν επικρατεί μια γενικευμένη αντίληψη, πως ο κόσμος οδηγείται στο «τέλος» (όπως συνέβη με την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας).

Αναγέννηση και Διαφωτισμός

Σύμφωνα με την Arendt, η Νεωτερικότητα, απ’ την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό έως το μοντερνισμό του 19ου και 20ού αιώνα, αποτέλεσε μια τομή στον τρόπο που ορίζεται η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού. Την ολοκλήρωση αυτής της τομής, η Arendt, τη βλέπει στην ανάπτυξη της μαζικής κοινωνίας και της μαζικής κουλτούρας του 20ού αιώνα. Παρότι, η νεωτερικότητα αποτελεί την ιστορική περίοδο που ο δημόσιος χώρος, σχεδιάζεται και αντιμετωπίζεται ως ένα ειδικό πεδίο μελέτης, είναι συνυφασμένη με τη διαδικασία ανάπτυξης ενός νέου μοντέλου ζωής, που συμπίπτει με τη σταδιακή μετάβαση απ’ το σύστημα της φεουδαρχίας στον καπιταλισμό. Το σημαντικό, δεν είναι μόνο η ύπαρξη, η ποσότητα ή ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου αλλά κυρίαρχα το φορτίο σημασιών που τον περιβάλλουν. Η ανάπτυξη του ανθρωπισμού ως κυρίαρχη ιδεολογία, πέρα απ’ την κατοχύρωση δικαιωμάτων και ελευθεριών για τα άτομα, συνοδεύτηκε από μία αρκετά διαφορετική διαπραγμάτευση της έννοιας του δημοσίου. Πλέον, το υποκείμενο αναφοράς, είναι ο Άνθρωπος και τα δικαιώματά του. Ενώ, λοιπόν στην Αρχαία Αθήνα η «ιδιώτευση» αποτελούσε στέρηση και αποκλεισμό από την απόλαυση της επιθυμητής δημόσιας/πολιτικής ζωής, για τη νεωτερικότητα είναι στοιχείο των θεμελιωδών ελευθεριών του ανθρώπου. Παράλληλα, σε αντίθεση με το ρόλο που είχε η εργασία στην Αρχαία Αθήνα, ως μια διαδικασία χαμηλής σημασίας που δεν είναι άξια δημόσιου λόγου, πλέον παίρνει τη θέση της κεντρικής ανθρώπινης δραστηριότητας.

Μοντερνισμός

Σύμφωνα με την Arendt το νεωτερικό αξιακό πλαίσιο, που παίρνει την καθοριστική του μορφή με το μοντερνισμό, δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο που νοείται το δημόσιο και το ιδιωτικό. Περισσότερο, θολώνει το όριο ανάμεσα στη μία και στην άλλη πραγματικότητα, ενώ αναδύεται μια νέα που έρχεται να αντικαταστήσει τον προηγούμενο διπολισμό. Αυτή για την Arendt είναι το «κοινωνικό». Ο δημόσιος βίος, ή η πολιτική, είναι κεντραρισμένη γύρω απ’ τον κόσμο της αναγκαιότητας, αυτό που στην αρχαιότητα περιορίζονταν στο ιδιωτικό. Η παραγωγή, το εμπόριο, η κατανάλωση, είναι κεντρικές έννοιες γύρω απ’ τις οποίες εκτυλίσσεται η δημόσια ζωή στο μοντέρνο κόσμο. Για την Arendt αυτό αποτελεί μια μορφή «ιδιωτικοποίησης» της δημόσιας σφαίρας. Πλέον ο δημόσιος χώρος έχει κυρίαρχα, λειτουργιστικά χαρακτηριστικά και έχει χάσει τη δύναμή του να συγκεντρώνει, να συσχετίζει και να διαχωρίζει τους ανθρώπους. Αντίστοιχα, η ανησυχία για το ιδιωτικό, ο κόσμος της αναγκαιότητας, τα ιδιωτικά συμφέροντα φαίνεται να είναι τα μοναδικά πράγματα που αποτελούν κοινό τόπο ανάμεσα στους ανθρώπους στο δημόσιο βίο. Αν η δημόσια πραγματικότητα συγκροτείται ως αντικείμενο μέσα απ’ τις πολλαπλές θεάσεις των υποκειμένων, τότε όταν αυτές περιορίζονται σε μία (τον «κοινό τόπο» της μοντέρνας κοινωνίας) τότε το δημόσιο χάνει την υπόστασή του. Η εξουσία του άντρα-μονάρχη στον αρχαίο αθηναϊκό οίκο, έχει πλέον αντικατασταθεί απ’ την «ανώνυμη» διακυβέρνηση της μαζικής κοινωνίας στο όνομα του «κοινού σκοπού», του «κοινού στόχου». 

Η ισότητα ανάμεσα στα άτομα δεν αποτελεί την αφετηρία ενός πλουραλισμού κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών πρακτικών (Αρχαία Ελλάδα – «αίεν αριστεύειν») αλλά είναι το αποτέλεσμα της κανονικοποιητικής λειτουργίας του κομφορμισμού. Ο ιδιωτικός πλούτος, δεν έχει τη σημασία που είχε η ιδιωτική ιδιοκτησία στην αρχαιότητα ως μέσο συμμετοχής στα κοινά, αλλά έχει μια αυταξία, και πλέον αποτελεί μια κυρίαρχη γλώσσα κοινωνικών συμβολισμών. Αποτελεί πεδίο δημόσιου προβληματισμού, όπου η εξασφάλισή του για τους ανθρώπους εμφανίζεται σαν το βασικό διακύβευμα για την πολιτική. Το «κοινωνικό», με όλες τις αρνητικές έννοιες που του αποδίδονται από τη Arendt, είναι μία ηγεμονική συνθήκη για τις μοντέρνες κοινωνίες, που με την ανάδυσή του καταστρέφει ταυτόχρονα τη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα.

Μεταμοντερνισμός

Προχωρώντας στη μετανεωτερική εποχή, παρατηρούμε μια αντιφατική διαδικασία. Απ’ τη μία, αναπτύχθηκε τόσο στο επιστημονικό, όσο και στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο μία έντονη κριτική για τις αλήθειες και τα δεδομένα της νεωτερικότητας και συγκεκριμένα του μοντερνισμού. Κριτικάροντας το πολιτισμικό υπόδειγμα της μαζικής κουλτούρας-μαζικής κοινωνίας και την αντίληψη του Κράτους-εγγυητή του «κοινού σκοπού», ανοίχτηκαν νέοι δρόμοι για τον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου-ιδιωτικού, αλλά και του τι ορίζεται ως «πολιτικό». Απ’ την άλλη όμως, αυτή η μεταστροφή, τουλάχιστον έτσι όπως εκφράζεται στο σύγχρονο πλαίσιο ζωής, δεν οδήγησε σε μία άμβλυνση των προβλημάτων που ήρθε να επιλύσει, αλλά μάλλον σε μία όξυνση. Μπορεί για την ιδιωτική σφαίρα πχ το δικαίωμα στη διαφορά, ως μία κατ’ εξοχήν ατομική/ιδιωτική επιλογή να θεωρείται αδιαπραγμάτευτο, όμως πρέπει παράλληλα να κατανοείται μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης των νέων υποκειμενοποιητικών (και απο-υποκειμενοποιητικών) τεχνολογιών της σύγχρονης κοινωνίας ελέγχου. Η «επανάσταση» του ατομικού, δε μεταφράστηκε σαν μία εκ νέου συγκρότηση του δημόσιου, ως ένα πραγματικά πολυ-θεατό αντικείμενο, αλλά μάλλον ως ολοκλήρωση μιας διαδικασίας εξατομίκευσης. 

Το δικαίωμα στη διαφορά και στον αυτοπροσδιορισμό, φαίνεται να χάνει το νόημά του όταν περιορίζεται στο δικαίωμα στην εξατομικευμένη κατανάλωση. Στο αφηρημένο επίπεδο της κυρίαρχης ιδεολογίας, οτιδήποτε συλλογικό, που δε σχετίζεται με το Κράτος και τους θεσμούς του, αντιμετωπίζεται καχύποπτα ως μία δυνητική μορφή επιβολής στο κοινωνικό σώμα. Ακόμα και το ίδιο το κράτος, όταν στη μοντέρνα εκδοχή του εμφανιζόταν ως ο εγγυητής του κόσμου της αναγκαιότητας (του «κοινού ιδιωτικού»), τουλάχιστον διαπερνώνταν από μία σύγκρουση διαφορετικών πολιτικο-ιδεολογικών αφηγήσεων. Στο μετανεωτερικό πλαίσιο, η υποχώρηση αυτών των συγκρούσεων, άνοιξε το δρόμο για μια περαιτέρω τεχνοκρατικοποίηση του κράτους. Τώρα, μοιάζει περισσότερο παρά ποτέ, ως ρυθμιστής των αδιαπραγμάτευτων δυνάμεων της οικονομίας. Η πολιτική, στη μετανεωτερική εποχή, αν την εξετάσουμε με βάση την αρχαιοελληνική έννοια, είναι στην πιο α-πολιτική μορφή της. Το δημόσιο, παρότι στον αρχιτεκτονικό/πολεοδομικό σχεδιασμό κατακτά κεντρική θέση, με την κριτική που ασκήθηκε στη μοντέρνα φονξιοναλιστική πολεοδομία, στην κυρίαρχη αντίληψη νοείται περισσότερο ως χώρος αναγκαστικών συναντήσεων στην καθημερινότητα της παραγωγής και της κατανάλωσης παρά ως το πεδίο του «πολιτικού βίου». Αν συνυπολογίσουμε, τη διεισδυτικότητα των υποκειμενοποιητικών μηχανισμών στην ιδιωτική σφαίρα, βλέπουμε πως αυτό που η Arendt ονόμασε «κοινωνικό», ως παράλληλη διάλυση του δημόσιου και του ιδιωτικού, γίνεται ακόμα πιο έντονο.

Όσο αφαιρετικά κι αν παρουσιάζονται οι συσχετίσεις των δύο αυτών πραγματικοτήτων, είναι καθοριστικές για το πως αρθρώνονται οι κοινωνίες ακόμα και στη φάση της σημερινής εποχής. Η ιστορική αναδρομή στη σημασία που αποδίδονταν σ’ αυτές τις έννοιες, βοηθάει αφενός στο να απεγκλωβιστούμε από μία μονοσήμαντη-εμπειρική αντιμετώπιση αυτής της σχέσης, και προχωρώντας, στο να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την πολλαπλότητα που παρουσιάζει όταν επιχειρείται να εξειδικευτεί σε συγκεκριμένες κλίμακες της κοινωνικής ζωής.

Πηγή:
απόσπασμα από την διπλωματική εργασία
των
Μάνος Αργύρης – Θάνος Μακρυνικόλας

Με τίτλο
Από την πολυκατοικία στο τετράγωνο: Ένα μοντέλο επαναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου και του ιδιωτικού

https://akea2011.com/2014/06/07/polikatikiatetragono/

πίνακας:Daniel Authouart

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Υπό το πρίσμα ενός θρησκευτικού και μεσσιανικού οράματος


... εδώ παρουσιάζεται μια από τις ενδείξεις του μυστηρίου του πως εξηγείται το γεγονός ότι πλήθος νεαρών ατόμων, από τα πλέον αξιόλογα των περασμένων γενεών, ενώ βρέθηκαν ενώπιον των πιο συντριπτικών αποδείξεων όσο αναφορά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, του πιο βάναυσου ίσως αστυνομικού κράτους που ιδρύθηκε ποτέ, της αστικής δικτατορίας του Στάλιν, συνεχίζουν να υπηρετούν, να πιστεύουν και να πεθαίνουν.
Η κατανόηση του φαινομένου μιας τέτοιου είδους στάσης είναι εφικτή μόνο μέσα από το πρίσμα ενός θρησκευτικού και μεσσιανικού οράματος, μέσα από την μεγάλη υπόσχεση ότι θα περάσεις τα μύρια όσα, αν χρειαστεί, επειδή το πεπρωμένο σε οδηγεί στο προφητικό δρόμο της ανάστασης του ανθρώπου, στο βασίλειο της δικαιοσύνης.
Ακριβώς επειδή το μεσσιανικό σενάριο της απολύτρωσης του ανθρώπου και της εγκαθίδρυσης του βασιλείου της δικαιοσύνης επί της γης συνεχίζει να αιχμαλωτίζει το ανθρώπινο πνεύμα ( έχοντας ξεφύγει προ πολλού από τα θεολογικά του ερείσματα), κάθε ελπιδοφόρα εμπειρία πυροδοτεί την φαντασία πολύ περισσότερο από τα πολιτικά γεγονότα...

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Νοσταλγία του απόλυτου
του George Steiner

πίνακας: Komar & Melamid 

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

SURVIVOR : Η κατασκευασμένη αλήθεια είναι πάντα ένα ψέμα!


Εισαγωγή
Το τηλεοπτικό παιχνίδι του SURVIVOR μόνο reality shows δεν είναι.  Ο τηλεοπτικός όρος "reality shows", που προσπαθεί να μας πείσει για την “πραγματικότητα” του εγχειρήματος, μόνο στην αλήθεια δεν αναφέρεται. Όλοι οι παράγοντες και οι συνθήκες του παιχνιδιού είναι κατασκευασμένες με επιμέλεια και φροντίδα. Στο βαθμό που αποτελούν προϊόντα με στόχο να επιφέρουν το κέρδος στον παραγωγό τους, δεν αφήνουν την “πραγματικότητα” να εξελιχθεί φυσιολογικά. Αυτό γίνεται διότι κάθε παραγωγός πρέπει να ελέγξει την παραγωγή, που σημαίνει την πραγματικότητα. Πρέπει να ελέγξει την εξέλιξη και την ανάπτυξη του παιχνιδιού- προϊόντος, για να έχει μεγαλύτερη ακροαματικότητα, που σημαίνει μεγαλύτερο κέρδος. Ας αποδεχτούμε λοιπόν ότι στην περίπτωση του SURVIVOR έχουμε να κάνουμε με μια “κατασκευασμένη πραγματικότητα”.
Από την άλλη πρέπει να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε κάθε βράδυ μπροστά σε κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι. Σε ένα πείραμα κοινωνικής ψυχολογίας το οποίο όμως έχει διαστρεβλωθεί σύμφωνα με τις τηλεοπτικές ανάγκες του κάθε καναλιού και τους κερδοσκοπικούς του στόχους. Η διαστρέβλωση επικρατεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη όπου παρουσιάζεται. Είμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα πείραμα του οποίου οι συμμετέχοντες δεν είναι μόνο αυτοί που παίζουν, αλλά και αυτοί που παρακολουθούν, οι οποίοι καλούνται κάθε φορά να διαλέξουν ένα παίχτη που θα συνεχίσει ή θα αποκλειστεί από την ομάδα. Δηλαδή η έννοια του πειραματόζωου δεν σταματάει στους πρωταγωνιστές του παιχνιδιού αλλά και σε εμάς, του θεατές!

Κάθε χώρα λοιπόν διεκδικεί το δικό της παιχνίδι. Στην Αμερική υπάρχει εδώ και 30 χρόνια σε ετήσια βάση. Στην Γαλλία κλείνει δέκα χρόνια συνεχούς παρουσίας. Στην μικρή μας χώρα μετά από μία παύση 13 χρόνων επανέρχεται.
Όμως για να δούμε πάνω σε τι στηρίχτηκε αυτό το παγκόσμιο παιχνίδι.
Το πείραμα της Οκλαχόμα
Ο ιδρυτής της κοινωνικής ψυχολογίας Muzafer Sherif την δεκαετία του 601, θέλησε να παρατηρήσει και να αναλύσει την συμπεριφορά δύο ομάδων παιδιών σε σχέση με το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα και την επίδραση που θα είχε στις σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες.
Τι έκανε λοιπόν αυτός ο επιστήμονας; Σε ένα πάρκο της Οκλαχόμα, από το οποίο πήρε και το όνομά του το πείραμά του, σε πρώτη φάση μάζεψε 22 αγόρια 11 και 12 χρονών σε μια κατασκήνωση χωρίς αυτά να γνωρίζουν ότι ήταν υποκείμενα πειράματος. Πριν φθάσουν στην κατασκήνωση είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες. Την πρώτη εβδομάδα τα παιδιά δεν ήξεραν ότι υπήρχε και μια άλλη ομάδα στο πάρκο της κατασκήνωσης.
Οι ερευνητές στο διάστημα αυτό, φρόντισαν να ενδυναμώσουν του δεσμούς της ομάδας. Δημιούργησαν ευχάριστα παιχνίδια όπου ο καθένα μπορούσε να βρει την θέση του και να έρθει κοντά στους άλλους. Επίσης τα έβαλαν να βρουν ένα όνομα το οποίο το έγραψαν όλα στα μπλουζάκια τους και βρήκαν και μια σημαία - λάβαρο το οποίο το κρέμασαν, ορίζοντας την περιοχή τους.
Έτσι κατάφεραν να δημιουργήσουν συνεκτικούς δεσμούς ανάμεσα στα παιδιά και να μεγαλώσουν το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα. Δηλαδή να δημιουργήσουν μια ταυτότητα της ομάδας και κάθε παιδί να αναλάβει ένα ρόλο μέσα σε αυτή.
Σε δεύτερη φάση και εφόσον η ταυτότητα της ομάδας είχε παγιωθεί οι ερευνητές δημιουργούν μια αναστάτωση φανερώνοντας ότι υπάρχει και μια άλλη ομάδα στο πάρκο. Η επαφή τους δεν ήταν εύκολη και τις έφερε αντιμέτωπες, έτοιμες να συγκρουστούν λεκτικά.
Για να το πάνε πιο μακριά οι ερευνητές προτείνουμε κάποιους αθλητικούς αγώνες ανάμεσα στις δύο ομάδες στους οποίους όρισαν ότι μόνο η μια ομάδα θα μπορούσε να είναι νικήτρια. Σε αυτή την περίπτωση η αντιπαλότητα ανάμεσα τους έφθασε στο παροξυσμό. Παρατηρήθηκαν προκλήσεις, επιθετικές συμπεριφορές και εμφανίστηκαν αρνητικά στερεότυπα.
Στο τέλος όταν μια ομάδα κέρδισε κατέβασε την σημαία της άλλης και τοποθέτησε την δικιά της σαν στοιχείο κυριαρχίας της. Επίσης άρχισαν να τραγουδάνε κοροϊδευτικούς στοίχους για την άλλη ομάδα και σε αυτή την φάση δεν δέχονταν να φάνε μαζί. Συνέχιζαν να δημιουργούν στερεότυπα αρνητικά, η μία για την άλλη, να αναπτύσσουν ιδεολογήματα εις βάρος της και μα μιλάνε υποτιμητικά και με μεγάλη αποστροφή για την παρουσία των μελών της.
Στην τρίτη φάση οι ερευνητές έβαλαν στόχο την επανασύνδεση των δύο ομάδων και την μείωση της έντασης μεταξύ τους. Έτσι σαν πρώτη πράξη μάζεψαν τις δύο ομάδες για να δουν ένα φιλμ μαζί, πράγμα που δεν λειτούργησε όπως περίμεναν. Μετά προτείνουν στις ομάδες να λύσουν από κοινού κάποια προβλήματα. Τους είπαν π.χ. ότι το νερό της πηγής που έπιναν κάτι έγινε και δεν ήταν καθαρό πλέον και ότι έπρεπε να βρουν μια καινούργια πηγή, κάτι που ανάγκασε τις δύο ομάδες να συνεργαστούν και να οργανώσουν από κοινού την έρευνά τους, πράγμα που το καταφέρνουν. Στην δεύτερη δοκιμασία τα παιδιά βρέθηκαν με μεγαλύτερη ευκολία να συνεργάζονται και στο τέλος δέχτηκαν να φάνε και μαζί. Από εκείνη την στιγμή και μετά οι σχέσεις του βελτιώθηκαν σημαντικά ώστε να φαίνονται σαν μια ομάδα.
Τα συμπεράσματα από του πείραμα ήταν:
α) πρώτον, ότι η αντίληψη που έχουμε για τις άλλες κοινωνικές ομάδες εξαρτάται από τον τύπο των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις ομάδες καθώς και στην ομάδα που ανήκουμε.
β) Δεύτερον, ότι όταν υπάρχει μια ανταγωνιστική κατάσταση ανάμεσα στις ομάδες αναπτύσσεται και στα μέλη τους. Κάθε μια υποτιμά την άλλη και γενικά σχηματίζεται και διατηρείται μια αρνητική εικόνα για αυτή και για τα μέλη της.
γ) Τρίτον η αντιπαλότητα προς την άλλη ομάδα μεγαλώνει την συνοχή της κάθε ομάδας. Μεγαλώνει την αίσθηση της διαφορετικότητας τους από τους άλλους και την αρνητική αντίληψη για τα χαρακτηριστικά των μελών της άλλης ομάδας.
Ο SURVIVOR
Με το παραπάνω λοιπόν πείραμα βλέπουμε ο SURVIVOR δεν είναι ένα απλό παιχνίδι, αλλά επανάληψη ενός πειράματος του οποίου έχουν αφαιρεθεί βασικά χαρακτηριστικά της αρχικής πειραματικής συνθήκης. Πρέπει να ξέρουμε ότι κάθε πείραμα έχει και δικλίδες ασφαλείας. Δηλαδή οι συνθήκες του πειράματος είναι διαμορφωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί η πραγμάτωσή του χωρίς να ξεφύγει από τον αρχικό προγραμματισμό του.
Στο πείραμα του Muzafer Sherif η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα ανάμεσα στις ομάδες είχε κάποιο όριο ασφαλείας το οποίο οι επιστήμονες δεν επιτρεπόταν να περάσουν. Στην περίπτωση του SURVIVOR παρατηρούμε ότι ηθελημένα οι δικλίδες ασφαλείας έχουν καταργηθεί. Ότι η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα μέσα και έξω από την ομάδα ωθείται μέχρι την ψυχολογική συντριβή του άλλου και με την βοήθεια των θεατών!
Δηλαδή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το πείραμα έχει διαστρεβλωθεί τόσο ο χαρακτήρας του όσο και ο σκοπός του. Σε αυτή την περίπτωση διακρίνουμε τρεις βασικούς πρωταγωνιστές τους οποίους η “κατασκευασμένη” πραγματικότητα χρησιμοποιεί με διαφορετικό τρόπο αλλά πάντα για το δικό της ιδεολογικό και κερδοσκοπικό συμφέρον. Τον παίχτη, την ομάδα και τον θεατή
Α) Ο Παίχτης
Παίρνοντας δυο ομάδες ανθρώπων και στερώντας τους την τροφή σαν στοιχείου του παιχνιδιού, δηλαδή ποντάροντας στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ήδη τους γυρνάς στο πρωτογονισμό, αφαιρώντας τους οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό που τους διακρίνει. Το γεγονός ότι ο κάθε παίχτης παρουσιάζεται με κάποια ιδιότητα που είχε στην κανονική του ζωή δεν έχει καμιά σημασία για εκείνον όσο για την φαντασίωση του θεατή.
Αυτό που βλέπουμε σαν παίχτη είναι ένα υποκείμενο το οποίο στην ουσία δέχτηκε, έναντι χρηματικής προσφοράς, να στερηθεί την ταυτότητα του, και να αφεθεί σε ένα χώρο του οποίου οι συνθήκες δεν ελέγχονται από τον ίδιο. Συμφώνησε λοιπόν με το παιχνίδι που του ζητά να απογυμνωθεί από οποιαδήποτε ιδιότητα που το διέκρινε στην κανονική του ζωή και να προσπαθήσει να κατασκευάσει μια καινούργια ταυτότητα, μέσα στην ομάδα, με αντικείμενο συμμετοχής, αθλήματα που το οδηγούν στην παιδικότητα.
Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με “παίχτες” οι οποίοι δέχτηκαν να “πουλήσουν” την εικόνα τους και να δεχτούν την στέρηση και τις δοκιμασίες που ορίζει η “κατασκευασμένη πραγματικότητα” για να κερδίσουν το μεγάλο... χρηματικό έπαθλο.
Β) Η ομάδα
Στο βαθμό, που όπως αναφέραμε το υποκείμενο έχει απογυμνωθεί από την προσωπικότητα του, η ομάδα γίνεται ένας σημαντικός παράγοντας χαράς, ή θλίψης, συντροφικότητα, ή μοναξιάς. Η ομάδα είναι αναγκαστική, είναι και αυτή μια “κατασκευασμένη” συνθήκη η οποία δεν επιβεβαιώνει κανένα μέλος της, αλλά πολύ εύκολα μπορεί να γυρίσει εναντίον του. Η ομάδα μπορεί να φαίνεται υποστηρικτική, αλλά στην ουσία είναι επικριτική. Είναι πάντα εκεί για να κρίνει το υποκείμενο και να ορίσει την παρουσία του σαν θετικό, ή αρνητικό παράγοντα.
Το συναίσθημα αλληλεγγύης που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στην ομάδα, στην ουσία δεν έχει συνέχεια. Αποτελεί ένα περιφερειακό στοιχείο και μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί σαν παραβατική συμπεριφορά σύμφωνα με τον κανόνα της. Η κατάσταση αυτή αφήνει ακάλυπτο το υποκείμενο έτσι ώστε η μοναχικότητα του να αποτελεί από την μια τον εφιάλτη του και από την άλλη την σωτηρία του.
Μέσα στην ομάδα, ο φόβος που κυριαρχεί απέναντι στα μέλη της, είναι μεγαλύτερος από το φόβο της άλλης ομάδας. Η υπακοή στο κανόνα του παιχνιδιού που ζητά τον εξοστρακισμό κάποιου μέλους από τα άλλα, κάνει στην ομάδα να επικρατεί η αρνητικότητα για τον άλλον. Έτσι σε συνεχή βάση η παρουσία του άλλου, για το υποκείμενο είναι ανταγωνιστική ακόμα και όταν το αγκαλιάζει και εκδηλώνει την χαρά του.
Ο κάθε παίκτης λοιπόν δεν μπορεί να αισθανθεί σιγουριά και συμμαχία ούτε μέσα της, αλλά ούτε έξω από αυτή. Είναι απομονωμένος ακόμα και αν φαίνεται να ανήκει σε αυτή. Άρα η βασική πειραματική συνθήκη στο πείραμα του Muzafer Sherif να κάνει τους παίχτες να αισθανθούν και να αφομοιωθούν από την ομάδα, να αισθανθούν ότι “ανήκουν” σε αυτή, στο SURVIVOR δεν υφίσταται καν!
Σε αυτή την περίπτωση η ομάδα είναι μέσον και όχι σκοπός. Δηλαδή είναι το εργαλείο για να φθάσει το υποκείμενο στο προσωπικό του στόχο. Την χρησιμοποιεί αλλά δεν πρέπει να αισθάνεται κομμάτι της. Μέσα από τους όρους του παιχνιδιού είναι καταδικασμένος να είναι με τους άλλους, αλλά να μην ξεχνά ότι πολεμά μόνο για το τομάρι του και για κανένα άλλο.
Οι άλλοι είναι σκαλοπάτια για να φθάσει στο σκοπό του. Έτσι η συλλογικότητα είναι ένα στοιχείο χρήσιμο για να προάγει μόνο την ατομικότητα και για κανένα λόγο την συντροφικότητα. Δηλαδή ο κάθε συμμετέχων χρησιμοποιεί την ομάδα που ανήκει για το δικό του συμφέρον. Ποτέ όλοι μαζί δεν θα φτάσουν κάπου, έτσι η επικοινωνία και η αλληλοβοήθεια, είναι ιδέες περιχαρακωμένες από τους όρους του παιχνιδιού. Ο στόχος του κάθε παίχτη είναι να περιοριστεί η παρουσία των μελών της ομάδας, για να μείνει ο μόνος νικητής της.
Όπως είναι φυσικό οι συναισθηματικές σχέσεις που μπορούν να αναπτυχθούν στην ομάδα είναι πάντα εκτεθειμένες στο βασικό νόμο το παιχνιδιού ο οποίος τα μόνα συναισθήματα που πυροδοτεί και επιτρέπει στα μέλη της, είναι ο ανταγωνισμός, η αντιπαλότητα, ο διαχωρισμός και η διαφορετικότητα. Ακόμα λοιπόν και αν υπάρξουν στιγμές αλληλεγγύης αυτές είναι στα πλαίσια του βασικού στόχου του αποκλεισμού του άλλου.
Όπως καταλαβαίνετε έχουμε να κάνουμε με ένα οργανωμένο σύστημα το οποίο ποντάρει στον έναν ή την μια, τον πιο δυνατό ή την πιο δυνατή, τον πιο ανθεκτικό, ή την πιο ανθεκτική,. Ποντάρει σε αυτήν, ή αυτόν που θα μπορέσει να επιβιώσει όχι στις δήθεν συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά στους νόμους και τα πλαίσια του κατασκευασμένου, αχαλίνωτου ανταγωνισμού του παιχνιδιού!
Με λίγα λόγια στο SURVIVOR έχουμε την αναβίωση συνθηκών του καταστροφικού νέο-φιλελευθερισμού όπου επικρατεί η αγριότητα του ανθρώπινου πρωτογονισμού. 'Όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θριαμβεύει, ακόμα και όταν η αφθονία ρέει από παντού. 'Έτσι το υποκείμενο σαν μονάδα πορεύεται ενάντια στους άλλους, αναγκασμένο να τους χρησιμοποιεί, σαν απλά μέσα για το συμφέρον του και το αντίθετο.
Όλα λοιπόν τα άλλα συναισθήματα αλληλεγγύης και συντροφικότητας που προβάλλονται ανάμεσα στους παίχτες είναι για την κατανάλωση του θεατή. Είναι περιχαρακωμένα από το βασικό όρο του παιχνιδιού την αντιπαλότητα και την προσπάθεια εξόντωσης του αντιπάλου μέχρις εσχάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο όπως είπαμε μεγαλώνουν τα στερεότυπα για τον άλλον, και για την άλλη ομάδα. Μεγαλώνουν οι διαφοροποιήσεις και τα ιδεολογήματα που καλλιεργούν την ανωτερότητα και την κατωτερότητα, την υπεροχή και την ανάγκη της υποταγής, την απομόνωση και την επιθετικότητα στον αδύνατο από το φόβο μήπως ο καθένας μετατραπεί σε αποδιοπομπαίος τράγος της ομάδας, δηλαδή γίνει ο αδύνατος και εισπράξει την βία των άλλων.
Σε αυτή την “κατασκευασμένη πραγματικότητα” τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα είναι τεχνικά τοποθετημένα ακόμα και η καλλιέργεια του σεξισμού εφόσον ένας απαράβατος όρος του παιχνιδιού είναι οι παίχτες να είναι πολύ ελαφριά ντυμένοι έτσι ώστε να εξάπτουν το σεξουαλική φαντασίωση του θεατή. Δηλαδή τα γυμνά γυμνασμένα ηλιοκαμένα κορμιά των παιχτών είναι απαράβατοι όροι για την επίτευξη της τηλεθέασης και αποτελούν όρο στην αγοραπωλησία τους.
Όλο αυτό το εφιαλτικό γεγονός της κοινωνικής απογύμνωσης λοιπόν, θάβεται κάτω από σώματα γυμνασμένα ηλιοκαμένα που θυμίζουν την ατελείωτη προσπάθεια του κάθε καταπιεσμένου πολίτη της κοινωνίας μας για τον έλεγχο της εικόνας σώματος. Τατουάζ που ξεδιπλώνουν την σημειολογία της ενότητας του καθένα κάτω από την προσπάθεια ελέγχου του μόνου που του έχει απομείνει, αυτού του σώματος, το οποίο λειτουργεί περισσότερο σαν στοιχείο προβολής και όχι ικανοποίησης.
Γ) Οι θεατές
Γ.1.Η ταύτιση
Ο θεατής είναι ο βασικός στόχος του παιχνιδιού. Το παιχνίδι καλλιεργεί τις συνθήκες περισσότερο για τον θεατή παρά για του παίχτη. Καλεί τον θεατή και μάλιστα τον νέο, να ταυτιστεί με την “κατασκευασμένη” πραγματικότητα. Εφόσον εξασφαλίζει την παρακολούθηση, τον κάνει σύμμαχο και αποδέκτη των όρων του παιχνιδιού σαν μια πραγματικότητα πιθανή και επιτρεπτή. Μια πραγματικότητα της οποίας η παρουσία νομιμοποιείται μέσα από το παιχνίδι, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Μαθαίνει να γίνεται αποδεχτή η υποταγή στο σύστημα του άκρατου κοινωνικού ανταγωνισμού, δηλαδή του νέο-φιλελευθερισμού. Έτσι ο κάθε νέος πολίτης μπορεί να είναι ένας εν δύναμή παίχτης του κοινωνικού SURVIVOR της καθημερινότητας.
Το SURVIVOR επαναλαμβάνει την ζωή στο χειρότερό της επίπεδο δίνοντας την εντύπωση του καινούργιου που στην ουσία είναι η επιστροφή στο παλιό. Αν “Γνωστοί” ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι τα νέα παιδιά αναζητάνε μέσα από αυτό το παιχνίδι την ταυτότητα τους, και προσπαθούν να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου, και αν ισχυρίζονται χωρίς μεγάλη σκέψη, ότι το SURVIVOR τους προσφέρει αυτή την ευκαιρία, θα συμφωνήσω εν μέρη, αλλά θα ήθελα να πω ότι η ταύτιση αυτή είναι επικίνδυνη για τον κάθε νέο θεατή.
Διότι αυτό που παρακολουθούν κάθε βράδυ οι θεατές δεν είναι παρά υποβιβασμένες υπάρξεις παραδομένες στις συνθήκες ενός σαρκοφάγου συστήματος. Η ικανότητα τους να αντεπεξέλθουν και να νικήσουν, αποπροσανατολίζει την ταύτιση, όχι τόσο στο “περιεχόμενο” του παιχνιδιού, αλλά όσο στις “διαδικασίες” του.
Γ.2. Το “περιεχόμενο”και η “διαδικασία”
Οι παίχτες μέσα από την αλλοτρίωση τους γίνονται οι ήρωες που αποδεχόμενοι τις παράλογες συνθήκες υποταγής θα βγούνε νικητές υποτάσσοντας τους άλλους στο δρόμο τους. Η ταύτιση του θεατή μαζί τους, με την προσπάθειά τους έχει συνειδητά αλλά και ασυνείδητα σημεία.
Σε συνειδητό επίπεδο ο θεατής ταυτίζεται με την “διαδικασία” με τη συμπεριφορά του πρότυπου του “άγριου” άντρα, του “ κυνηγού”, που τόσες αιώνες επέβαλε την βίαιη παρουσία του και από την άλλη ταυτίζεται με το πρότυπο της γυναίκας σαν σεξουαλικό αντικείμενο. Ασυνείδητα η ταύτιση έχει να κάνει με το “περιεχόμενο”, δηλαδή με την “εσωτερίκευση” της διαταγής, της “αποδοχής” της συνθήκης υποταγής, της “ανημποριάς” μπροστά στην δύναμη του συστήματος που επιβάλλει το παιχνίδι του.
Το “περιεχόμενο” λοιπόν είναι η πλήρης αποδοχή των εξευτελιστικών όρων ύπαρξης του υποκειμένου για οικονομική αμοιβή. Το “περιεχόμενο” εμπεριέχει το άγχος της έλλειψης επιλογής, την αγοραπωλησία του υποκειμένου και την εξάρτησή-αιχμαλωσία του σαν παίχτης από το σύστημα.
Η “διαδικασία” είναι το παιχνίδι με τους άλλους παίχτες για την επιβίωση και την νίκη. Η “διαδικασία” του παιχνιδιού παρουσιάζει την ψευδό-αντίσταση του παίκτη στις κατασκευασμένες συνθήκες. Παρουσιάζει ότι πολεμά! Αντιστέκεται!
Γ.3. Το άγχος
Άρα αυτό που κάνει τους νέους θεατές να παρακολουθούν το SURVIVOR μπορεί να μην είναι η ευχαρίστηση της αντίστασης, δηλαδή της “διαδικασίας”, όπως μπορεί να ισχυριστούν οι “Γνωστοί” ψυχολόγοι, όσο το άγχος του “περιεχομένου”. Το άγχος που μπορεί να έχει σχέση με τους παίχτες του παιχνιδιού, αλλά έρχεται να “ακουμπήσει” το εσωτερικευμένο άγχος για την δική τους εξέλιξη και ανάπτυξη στο επερχόμενο κοινωνικό παιγνίδι που δεν προσφέρει παρά μια επιλογή στο νέο και στην νέα, αυτή της ανεργίας, ή της υποταγής στους σκληρούς όρους εκμετάλλευσης του κοινωνικού “παιχνιδιού”.
Δεν έχουμε να κάνουμε λοιπόν, μέσα από την ταύτιση με τους παίχτες του SURVIVOR, με την απόκτηση ταυτότητας, αλλά με την έλλειψη της. Εφόσον οι παίχτες, όπως αναφέραμε πάρα πάνω είναι απογυμνωμένοι από τις ιδιότητες τους και κρατάνε μόνο το πρωτογονισμό, τόσο του υποκειμένου, όσο και του συστήματος, με αυτό που μπορούν να ταυτιστούν οι νέοι είναι αυτός ο πρωτογονισμός. Με τις συνθήκες του παιχνιδιού που τους γεμίζουν άγχος και απογοήτευση. Η αγωνία του θεατή από ένα σημείο και μετά γίνεται ένα κατασκευασμένο προϊόν- και δεν εξαρτάται από ίδιο, αλλά από το σύστημα.
Τέλος...
Το SURVIVOR προετοιμάζει και θέλει να μάθει τους νέους να υποτάσσονται και να αποδέχονται μια “κατασκευασμένης πραγματικότητας” προβάλλοντας μια μορφή αντίστασης η οποία δεν την καταργεί, αλλά την αναπαράγει. Απλά κάθε παίκτης του SURVIVOR μόνο ταυτιζόμενος με το σύστημα της “κατασκευασμένης πραγματικότητας” θα μπορέσει να επιβιώσει.
Μόνο όταν ο ίδιος γίνει αδυσώπητος όπως το σύστημα θα καταφέρει να νικήσει. Μόνο όταν “κατασκευαστεί” σαν ο σούπερ ήρωας, ο οποίος, στην ουσία δεν παρουσιάζεται να νικάει το σύστημα, αλλά γίνεται αυτός το σύστημα που ισοπεδώνει τους άλλους.
Θεωρώ όμως ότι το πιο σημαντικό είναι να έχουμε υπόψιν, σαν θεατές του SURVIVOR, ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης, οι αντιπαλότητες, τα μίση, και οι αντιπαραθέσεις, δεν είναι στοιχεία του χαρακτήρα των παιχτών όσο των “κατασκευασμένων συνθηκών”, δηλαδή των νόμων του παιχνιδιού, στους οποίους οι συμμετέχοντες αναγκάζονται να υποταχθούν για να επιβιώσουν και να... κερδίσουν.
Κερεντζής Λάμπρος
σημειώσεις

http://www.madmoizelle.com/conflits-groupes-243575

φωτό: Ο Σάκης Τανιμανίδης 

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Ο “εαυτός” σαν ένας εσωτερικός στίβος των δικαιωμάτων των “άλλων”



Ο “εαυτός” πολλές φορές γίνεται ένας εσωτερικός στίβος όπου συναντιόνται πρόσωπα αγαπημένα που διεκδικούν τα δικαιώματα τους μέσα μας όσον αφορά την εξέλιξη και την ανάπτυξη μας . Έτσι φαίνεται ότι έχουμε συνάψει μαζί τους μια συμφωνία, παρέχοντας το δικαίωμα της συν-διαχείρισης των “προσωπικών “μας θεμάτων σαν να είναι δικά τους.

Μάταια ψάχνουμε να βρούμε πως και πότε ξεκίνησε αυτό. Οι ρίζες του είναι βαθιά μέσα μας με τέτοιο τρόπο που αναγνωρίζουμε ότι είναι κομμάτι του οργανισμού μας, του “εαυτού”μας. Ότι είναι κάτι δικό μας που μας στηρίζει και μας συντηρεί σαν ύπαρξη, αλλά συγχρόνως... μας υποτιμά και μας αποκλείει από την διαχείριση των καταστάσεων. Έτσι πολλές φορές αισθανόμαστε το "εαυτό" σαν ένα “στοιχειωμένο” χώρο όπου δυνάμεις που αποφεύγουμε να ονομάσουμε ενεργούν και καθορίζουν την σκέψη , το συναίσθημα και τελικά την συμπεριφορά μας.

Αυτή η κατάσταση, αφαιρεί το άγχος της υπευθυνότητας απέναντι στην ζωή, αποδίδοντας τις περιστάσεις σε διαδικασίες οι οποίες είναι οργανωμένες από τους άλλους και οι οποίες δεν ζητούν παρά μόνο την προσαρμογή μας. Με αυτό τον τρόπο παρέχουν μια σιγουριά και την αποφυγή του ρίσκου καθώς και την αποφυγή του φόβου της αποτυχίας. Με αυτό τον τρόπο ακόμα... και η αποτυχία μπορεί να αποδοθεί στους άλλους.

Αυτή η διευθέτηση είναι βολική, διεκπεραιωτική, αλλά ορίζει τον εαυτό σαν απουσία παρά παρουσία. Σε αυτή διευθέτηση όμως, η συνείδηση επαναστατεί. Επαναστατεί όταν η υφή των πραγμάτων κυλά χωρίς την συμμετοχή της. Η θέληση και η επιθυμία γίνονται καταπιεσμένες εκφάνσεις του εαυτού, ασφυκτιούν καθημερινά ανάμεσα στο επιτρέπεται και στο απαγορεύεται όχι σαν ένα νόμο εξωτερικό, αλλά σαν μια εσωτερικευμένη κατάσταση που αιμορραγεί μέσα μας και καθοδηγούμαστε στην σιωπή και την παθητικότητα. Άρα η ματαιότητα πολεμάει με τον φόβο και την αναγκαιότητα της επιβίωσης της θέλησης και της επιθυμίας. 

Η συνείδηση λειτουργεί υπόγεια και αντιδρά αισθανόμενη τον παραγκωνισμό της από μια οργάνωση που της ζητά μόνο την αποδοχή της και όχι την συμμετοχή. Η έκφρασή της μπορεί να ερμηνευτεί σαν παραβατική συμπεριφορά από το περιβάλλον, που, από την μια γεμίζει τον “εαυτό” με ντροπή και από την άλλη με ένοχη.

Σε αυτή την περίπτωση ο “εαυτός” γίνεται όχι μόνο ο στίβος όπου συναντιόνται πρόσωπα αγαπημένα που διεκδικούν τα δικαιώματα μας από εμάς, αλλά και ο χώρος αντιπαλότητας τους. Γίνεται ένας χώρος διχοτομημένος, ένα πεδίο μάχης όπου προσπαθούμε με τα κουρέλια της συνείδησης μας να καλύψουμε τις γυμνές συνειδήσεις των άλλων, αφήνοντάς μας έκθετους στο κρύο και την μοναξιά της απουσίας μας.

Κερεντζής Λάμπρος


φωτο: Alexa Meade

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ποιος φταίει;




Μετά από το το προτελευταίο μου άρθρο με τον τίτλο “Μια Πόρσε στην εθνική οδό, ή Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου”1 θεώρησα σωστό να ξεδιαλύνουμε ένα θέμα το οποίο δημιούργησε κάποια ερωτηματικά όσο αναφορά την αιτιότητα των καταστάσεων και την απόδοση των ευθυνών στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής. Η αναζήτηση της αιτίας των καταστάσεων εξαντλούνταν και εξαντλείται ακόμα στην προσπάθεια να ορίσουμε το αίτιο για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε το αποτέλεσμα. Η αιτιότητα λοιπόν σαν όρος έρχεται να ερμηνεύσει την παρουσία ενός γεγονότος το οποίο επηρεάζει το ατομικό ή το κοινωνικό γίγνεσθαί, την ύπαρξη του υποκειμένου, ή και τον ίδιο τον κόσμο δημιουργώντας μια άλλη πραγματικότητα. Σε αυτή την περίπτωση η αιτία είναι αποδοτική εφόσον αποτελεί την πηγή μιας καινούργιας πραγματικότητας η οποία ονομάζεται αποτέλεσμα.

Γραμμική αιτιότητα

Αυτή την μορφή αιτιολόγησης των καταστάσεων την ονομάζουμε γραμμική αιτιότητα. Σαν γραμμική απόδοση ευθυνών λοιπόν, ορίζουμε ότι το Β είναι αποτέλεσμα του Α και απαντάει στο ερώτημα “ποιος έκανε, σε ποιόν και τι; ”. Δηλαδή στην γραμμική αιτιότητα ο ορισμός της αιτίας ενός φαινομένου ορίζει την ύπαρξή του, που σημαίνει ότι ο αποκλεισμός της αιτίας αποκλείει και το αποτέλεσμα. Δηλαδή αποκλείοντας το Α μπορεί να αποκλειστεί και το αποτέλεσμα Β που προκαλεί. Έτσι υπάρχει μια γραμμική σχέση ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα με τρόπο τέτοιο ώστε ο ορισμός της αιτίας να δικαιολογεί το αποτέλεσμα. Στην γραμμική αιτιότητα αναζητάμε τον φταίχτη των καταστάσεων, αναζητάμε αυτόν που θα οριζόταν σαν ο βασικός υπαίτιος των δεινών, τον κατηγορούμενο, τον θύτη, τον ένοχο, προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στην γραμμική απόδοση ευθυνών, η οποία ορίζει ότι για το οποιοδήποτε αποτέλεσμα υπάρχει, όπως είπαμε μια αιτία.

Πάντα αφιερωμένοι λοιπόν, στην ανεύρεση της αιτίας, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το αποτέλεσμα και να δικαιολογήσουμε οποιαδήποτε κατάσταση προσπαθώντας να καταλάβουμε τι την προκαλεί. Αυτή η ερμηνεία των φαινομένων δίνει μια ευκολία στην εξήγηση του τι συμβαίνει, αλλά δυστυχώς εμφανίζεται ότι παραβλέπει πολλούς παράγοντες που ενεργούν ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα και οι οποίοι μπορούν και αλλοιώνουν την σημασία τους. Επίσης στο τέλος της αναζήτησης της γραμμικής αιτιότητας, δυστυχώς καταλήγουμε στο “θεό” σαν την αιτία πολλών φαινομένων κάτι που δεν χρησιμοποιείται μόνο από την θρησκεία, αλλά και από την φιλοσοφία, την μεταφυσική, ακόμα και από επιστήμες...

Στο βαθμό που θέλουμε να αναφερθούμε στην οικογένεια και τις οικογενειακές σχέσεις η έννοια της αιτιότητας των καταστάσεων, ξέχωρα από την φιλοσοφική και κοινωνική της δυναμική, εμπεριέχει και αυτή των αλληλεπιδράσεων, έτσι ώστε η γραμμικότητα της αιτιότητας να μην μπορεί πάντα να ερμηνεύσει το φαινόμενα που παρατηρούνται στις σχέσεις των μελών της. Μπορεί να μας πρόσφερε την ικανοποίηση να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, αλλά θέτει όριο στην σκέψη όταν πλησιάζουμε την κοινωνική και οικογενειακή λειτουργία. Ίσως μέχρι σήμερα να βοήθησε τις κοινωνικές καταστάσεις να βρουν κάποια λύση, και περισσότερο τις κοινωνικές καταστάσεις και τις επιστήμες οι οποίες σχετίζονται με την δικαιοσύνη, αλλά στην καθημερινότητα, στην πολιτική και κοινωνική ζωή του υποκειμένου περιορίζει την εμβέλεια του πνεύματός του και την ικανότητα του να θέτει ερωτήματα και να κάνει υποθέσεις για καταστάσεις που ακόμα και αν φαίνονται ξεκάθαρες και αιτιολογικά δικαιολογημένες εντούτοις κρύβουν μέσα από την γραμμικότητα τους μια μονοδιάστατη κατάσταση τόσο του πνεύματος όσο και της ίδιας της ζωής. Αιτία-Αποτέλεσμα είναι λοιπόν το περιοριστικό δίπτυχο μιας ερμηνείας η οποία περιορίζει τον πλούσιο χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων. Η γραμμική αιτιότητα μπορεί να “βολέψει” το υποκείμενο. Προσφέρει μια ερμηνεία της κατάστασής του, αποδίδοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλον. Περιορίζοντας όμως την προσωπική του ευθύνη τον οδηγεί στο να αποδεχτεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, την ανεπάρκειά του, για την οποία μπορεί και να υπερηφανευτεί εφόσον θεωρεί ότι δεν είναι υπεύθυνος για τίποτα και ότι διαδραματίζεται στην ζωή του εξαρτάται από τους άλλους, (γονείς, καθηγητές, πολιτικοί) .

Η κυκλική αιτιότητα

Πρώτος ο ανθρωπολόγος Γκρέγκορι Μπέιτσον2 και το σχολείο του Πάολο Άλτο για την συστημική θεραπεία, έπαψε να ρωτάει “γιατί” κάποιο πρόσωπο κινείται περίεργα και μετέθεσε την ερώτηση “σε ποιες συνθήκες” αυτό κινείται, μέσα σε ποιο “σύστημα σχέσεων” και ποια η σημασία των ενεργειών του για το ίδιο το σύστημα. Πρώτος ο Γκρέγκορι Μπέιτσον έθεσε το θέμα της κυκλικής αιτιότητας στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει αυτό που παρατηρούσε στις οικογένειες σχιζοφρενών.
Στην κυκλική αιτιότητα το Α επιφέρει ένα αποτέλεσμα Β, το Β ένα αποτέλεσμα Γ, το Γ ένα Δ, το Δ ένα Α. Αυτή η κυκλικότητα του αίτιου και αποτελέσματος όπου το αποτέλεσμα γίνεται αίτιο και το αίτιο αποτέλεσμα, περιλαμβάνει την έννοια της κυκλικότητας των φαινομένων. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι το υποκείμενο σαν αποτέλεσμα μιας κατάστασης, μιας αιτίας, γίνεται και το ίδιο αίτιο για να δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση, ένα καινούργιο αποτέλεσμα. Δηλαδή αν πάρουμε ένα παράδειγμα. Ο Α έγινε χρήστης ναρκωτικών ουσιών, διότι ο πατέρας του ήταν βίαιος. Η χρήση όμως του Α μπορεί να γίνει το αίτιο για την οικονομική κατάρρευση του πατέρα. Η μητέρα συνεργάστηκε με τον χρήστη με αποτέλεσμα ο πατέρας να φύγει από αυτό. Η αδελφή διαφώνησε με την μητέρα και ακολούθησε τον πατέρα στο χωρισμό κ.ο.κ.ε.
Αυτή η προσέγγιση αποδίδει την αιτιότητα των καταστάσεων με μια κυκλική μορφή με τρόπο τέτοιο ώστε το κάθε υποκείμενο μέσα σε μια κατάσταση να αποτελεί ένα αίτιο της κατάστασης καθώς και ένα αποτέλεσμα. Σε αυτή την περίπτωση δεν ψάχνουμε για την απόδοση της ευθύνης όπως θα κάναμε στην γραμμική αιτιότητα. Η αναζήτηση μας έχει να κάνει με την μορφή λειτουργίας του συστήματος μέσα στο οποίο κάθε μέλος μιας οικογένειας αποτελεί την αιτία και συγχρόνως το αποτέλεσμα της κατάστασης της.
Κάθε μέλος συμμετέχει με τον τρόπο του σαν αιτία στην εξέλιξη και την ανάπτυξη της οικογένειας. Μπορεί ο βαθμός της ισχύος του να παρουσιάζεται διαφορετικός, αλλά η διαφορετικότητα αυτή θεωρώ ότι είναι παραπλανητική διότι στηρίζεται στην ιδέα του ρόλου του καθένα και όχι στην λειτουργικότητα του, μέσα στο οικογενειακό σύστημα. Εάν προσεγγίσουμε τον κάθε ρόλο μέσα από την λειτουργικότητα του, τότε θα διακρίνουμε την ισότητα και μάλιστα την ουσιαστική διαφορά της ισχύος του καθένα η οποία πηγάζει από τον τρόπο που λειτουργεί και όχι από τον ρόλο και την θέση που κατέχει. Έτσι στο προηγούμενο παράδειγμά μας, ο χρήστης οποίος παρουσιάζεται σαν ανίσχυρος μπροστά σε ένα ισχυρό πατέρα μέσα από την χρήση που σημαίνει τον τρόπο λειτουργία του, αποκτά μια ισχύ, η οποία οδηγεί τον πατέρα καθώς και την μητέρα - ο καθένας με το δικό του τρόπο - να υποταχθεί στις ανάγκες του. Άρα η αδυναμία του χρήστη, γίνεται δύναμη απέναντι στην δύναμη του πατέρα που μετατρέπεται σε αδυναμία.
Απέναντι λοιπόν στην γραμμική αιτιότητα των καταστάσεων, η συστημική θεραπεία έρχεται να προτείνει την κυκλική αιτιότητα διαφοροποιώντας το ερώτημα του “ποιος έκανε τι” στο “κάτω από ποιες συνθήκες έγινε κάτι”. Αυτό το “κάτι”, η κυκλική αιτιότητα το ψάχνει στο παρόν ενώ η γραμμική το αναζητά στο παρελθόν.
Με την κυκλική αιτιότητα των καταστάσεων, η αίτια ενός προβλήματος δεν αναζητείται διότι δεν θεωρείται ότι το “πρόβλημα” είναι αποτέλεσμα μιας αιτίας, αλλά σαν γεγονός το οποίο “γεννιέται” από μια πολυεστιακή κατάσταση. Στα πλαίσια της οικογένειας το “πρόβλημα” θεωρείται σαν αποτέλεσμα της δράσης διαφόρων μελών της οικογένειας που το “κατασκευάζουν” και δεν “κατασκευάζεται” μόνο από έναν.
Δηλαδή από ένα επίπεδο και μετά το κάθε μέλος της οικογένειας όπως είπαμε, αποτελεί αιτία και αποτέλεσμα της κατάστασης που διαμορφώνεται μέσα σε αυτή, σαν,
α) διαμορφωτής και χρήση της αυτής της διαμόρφωσης,
β) διαχειριστής και χρήστης της διαχείρισης,
γ) παραγωγός και αποδέχτης της παραγωγής
δ) συνκατακευαστής και χρήστης της κατασκευής.

Για αυτό το λόγο, στο ερώτημα “ποιος φταίει”; η απάντηση ποτέ δεν μπορεί να είναι ξεκάθαρη στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής. Ποτέ δεν μπορούμε να ορίσουμε με επιτυχία και ακριβώς πότε ξεκίνησε κάτι και ποιος ευθύνεται ολοκληρωτικά γι αυτό. Πάντα, αυτή η τάση θα εμπεριέχει ένα μεγάλο ποσοστό λάθους. Πάντα θα αποτελεί μια προσπάθεια εντοπισμού της αιτίας, αλλά θα κινδυνεύει να μετατραπεί πολύ εύκολα σε μια προσπάθεια στιγματισμού και αποπομπής ενός προσώπου, μιας ομάδας, μιας κατάστασης σαν υπεύθυνου των γεγονότων, παραβλέποντας την συμμετοχή περισσότερων παραγόντων, όπως ιδεών, εικονικών προδιαγραφών, φανταστικών υποθέσεων, ανυποψίαστων προσώπων, πραγματικών γεγονότων ...


Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Dorothy TANNING

1http://kerentzis.blogspot.gr/2017/03/blog-post.html
2Γκρέγκορι Μπέιτσον (1904-1980) Άγγλος Ανθρωπολόγος, εθνολόγος, σημειολόγος, γενετιστής, κηβερντιστής...

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Στη Γυναίκα...



Εικόνες θελκτικές, της έκστασης και της αγωνίας σέρνονται μέσα μας στάζοντας μέλι στις συνάψεις των ημισφαιρίων. Κατασκευάζουν την φαντασία, δημιουργούν τους φθόγγους, τις φωνές, τις κραυγές. Φτιάχνουν τη γλώσσα!! Η γυναίκα οργανώνει το χώρο και το χρόνο της σκέψης αποδίδοντας με τη παρουσία της, το νόημα σε κάθε περίοδο της ζωής μας.

Η Γυναίκα γλιστρά στα δάκτυλα μας το νερό της ζωής. Είναι λίμνη που βυθιζόμαστε μέσα της με διάφορους τρόπους, από διάφορες εποχές, με διάφορες εικόνες εαυτού. Κομμάτια από την σάρκας της που επιπλέουν, γίνονται σωσίβια πρόωρων ανησυχιών, ταραγμένων σκέψεων, προσδοκιών, ερωτικών διαδικασιών, ενεργειών που δεν τελειώνουν την κατασκευή μας, την ανάδυση μας, την ύπαρξή μας δίπλα της.

Από τότε που το σώμα της, φιλοξένησε τα βηματάκια της παιδικότητας μας, αναρριχόμαστε στις λείες επιφάνειες του. Νιώθουμε την γεύση του με διάφορους τρόπους, για διάφορους λόγους. Μας μεταφέρει κρεμασμένους από το στήθος της μέχρι τα γηρατειά. Έτσι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, είναι ανεξέλεγκτο κομμάτι του κορμιού της. Αλλάζει τις διαστάσεις του δικού μας κορμιού. Αλλάζει τις μορφές μας, σύμφωνα με την αλλαγή της... δική της μορφής.

Η ανθισμένη της ανάσα φυσάει τον έρωτα, που δίνει πνοή σε ότι μας περιτριγυρίζει και κάνει το χαμένο μας κορμί να μεστώνει, να μεγαλώνει, να ανθίζει, να βγάζει καρπούς. Η μεταξένια της ανάσα απλώνει το κήπο της επαγγελίας πάνω στην γη. Κουβαλά τον παράδεισο μ' ένα χαμόγελο, μ' ένα βλέμμα, μ' ένα νεύμα, γι αυτό και οι θρησκείες την μίσησαν, και αν μπορούσαν θα την είχαν εξαφανίσει. Κουβαλά το νόημα των φυσικών φαινομένων, των κοσμικών καταστάσεων γι αυτό και οι φιλόσοφοι την περιφρόνησαν, την κατηγόρησαν και την υποβίβασαν σε οικοσκευή.

Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να φύγουμε μακριά της. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να την αρνηθούμε. Είμαστε αιχμάλωτοι καθώς την κουβαλάμε αιχμάλωτη μέσα μας! Την βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Χανόμαστε στα διαφορετικά πρόσωπα της, στα διαφορετικά βλέμματα της, στις διαφορετικές καμπύλες του σώματός της.

Η Γυναίκα, μας περιείχε καθώς την περιέχουμε. Μας πυροδοτεί, μας αναστατώνει, μας θυμίζει ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Η απουσία της φέρνει την ερήμωση, της σκέψης, της γλώσσας, της σάρκας... της αίσθησης,
Η απουσία της κουβαλά τον θάνατο.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Louis TRESERRAS

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ




Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η γη να μη γυρίζει πια
Και τα πουλιά να σταματάνε το τραγούδι
Ο ήλιος τη λάμψη του ν’ αρνιέται
Και να παγώνει το τοπίο.
 
Η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.
 
Οι γέροι με τα πρόσωπα τα καπνισμένα
Στέκονται εκεί κρατώντας ζυγαριές παλιές
Όταν η γη πια δε γυρίζει
Όταν το χόρτο δε βλασταίνει πια
Είναι γιατί φτερνίστηκε ένας γέρος
Κι από των γέρων ό,τι βγει το στόμα
Μύγα φριχτή
Γέρικη νεκροφόρα.
 
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Πόσο πνιγόμαστε μες στην ομίχλη
Μέσα στων γέρικων γερόντων την ομίχλη.
 
Κι όταν στην παιδική ηλικία ξαναγυρίσουν
Στην παιδική ηλικία ξανακουμπάνε
Βοηθό δεν έχει η παιδική ηλικία
Πάντοτε αυτή το τέλος τους σημαίνει.
 
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η παιδική μας ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.

Ζακ Πρεβέρ
Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος (Jacques Prévert) 

Φωτογραφία: Robert Doisneau