Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

SURVIVOR : Η κατασκευασμένη αλήθεια είναι πάντα ένα ψέμα!


Εισαγωγή
Το τηλεοπτικό παιχνίδι του SURVIVOR μόνο reality shows δεν είναι.  Ο τηλεοπτικός όρος "reality shows", που προσπαθεί να μας πείσει για την “πραγματικότητα” του εγχειρήματος, μόνο στην αλήθεια δεν αναφέρεται. Όλοι οι παράγοντες και οι συνθήκες του παιχνιδιού είναι κατασκευασμένες με επιμέλεια και φροντίδα. Στο βαθμό που αποτελούν προϊόντα με στόχο να επιφέρουν το κέρδος στον παραγωγό τους, δεν αφήνουν την “πραγματικότητα” να εξελιχθεί φυσιολογικά. Αυτό γίνεται διότι κάθε παραγωγός πρέπει να ελέγξει την παραγωγή, που σημαίνει την πραγματικότητα. Πρέπει να ελέγξει την εξέλιξη και την ανάπτυξη του παιχνιδιού- προϊόντος, για να έχει μεγαλύτερη ακροαματικότητα, που σημαίνει μεγαλύτερο κέρδος. Ας αποδεχτούμε λοιπόν ότι στην περίπτωση του SURVIVOR έχουμε να κάνουμε με μια “κατασκευασμένη πραγματικότητα”.
Από την άλλη πρέπει να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε κάθε βράδυ μπροστά σε κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι. Σε ένα πείραμα κοινωνικής ψυχολογίας το οποίο όμως έχει διαστρεβλωθεί σύμφωνα με τις τηλεοπτικές ανάγκες του κάθε καναλιού και τους κερδοσκοπικούς του στόχους. Η διαστρέβλωση επικρατεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη όπου παρουσιάζεται. Είμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα πείραμα του οποίου οι συμμετέχοντες δεν είναι μόνο αυτοί που παίζουν, αλλά και αυτοί που παρακολουθούν, οι οποίοι καλούνται κάθε φορά να διαλέξουν ένα παίχτη που θα συνεχίσει ή θα αποκλειστεί από την ομάδα. Δηλαδή η έννοια του πειραματόζωου δεν σταματάει στους πρωταγωνιστές του παιχνιδιού αλλά και σε εμάς, του θεατές!

Κάθε χώρα λοιπόν διεκδικεί το δικό της παιχνίδι. Στην Αμερική υπάρχει εδώ και 30 χρόνια σε ετήσια βάση. Στην Γαλλία κλείνει δέκα χρόνια συνεχούς παρουσίας. Στην μικρή μας χώρα μετά από μία παύση 13 χρόνων επανέρχεται.
Όμως για να δούμε πάνω σε τι στηρίχτηκε αυτό το παγκόσμιο παιχνίδι.
Το πείραμα της Οκλαχόμα
Ο ιδρυτής της κοινωνικής ψυχολογίας Muzafer Sherif την δεκαετία του 601, θέλησε να παρατηρήσει και να αναλύσει την συμπεριφορά δύο ομάδων παιδιών σε σχέση με το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα και την επίδραση που θα είχε στις σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες.
Τι έκανε λοιπόν αυτός ο επιστήμονας; Σε ένα πάρκο της Οκλαχόμα, από το οποίο πήρε και το όνομά του το πείραμά του, σε πρώτη φάση μάζεψε 22 αγόρια 11 και 12 χρονών σε μια κατασκήνωση χωρίς αυτά να γνωρίζουν ότι ήταν υποκείμενα πειράματος. Πριν φθάσουν στην κατασκήνωση είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες. Την πρώτη εβδομάδα τα παιδιά δεν ήξεραν ότι υπήρχε και μια άλλη ομάδα στο πάρκο της κατασκήνωσης.
Οι ερευνητές στο διάστημα αυτό, φρόντισαν να ενδυναμώσουν του δεσμούς της ομάδας. Δημιούργησαν ευχάριστα παιχνίδια όπου ο καθένα μπορούσε να βρει την θέση του και να έρθει κοντά στους άλλους. Επίσης τα έβαλαν να βρουν ένα όνομα το οποίο το έγραψαν όλα στα μπλουζάκια τους και βρήκαν και μια σημαία - λάβαρο το οποίο το κρέμασαν, ορίζοντας την περιοχή τους.
Έτσι κατάφεραν να δημιουργήσουν συνεκτικούς δεσμούς ανάμεσα στα παιδιά και να μεγαλώσουν το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα. Δηλαδή να δημιουργήσουν μια ταυτότητα της ομάδας και κάθε παιδί να αναλάβει ένα ρόλο μέσα σε αυτή.
Σε δεύτερη φάση και εφόσον η ταυτότητα της ομάδας είχε παγιωθεί οι ερευνητές δημιουργούν μια αναστάτωση φανερώνοντας ότι υπάρχει και μια άλλη ομάδα στο πάρκο. Η επαφή τους δεν ήταν εύκολη και τις έφερε αντιμέτωπες, έτοιμες να συγκρουστούν λεκτικά.
Για να το πάνε πιο μακριά οι ερευνητές προτείνουμε κάποιους αθλητικούς αγώνες ανάμεσα στις δύο ομάδες στους οποίους όρισαν ότι μόνο η μια ομάδα θα μπορούσε να είναι νικήτρια. Σε αυτή την περίπτωση η αντιπαλότητα ανάμεσα τους έφθασε στο παροξυσμό. Παρατηρήθηκαν προκλήσεις, επιθετικές συμπεριφορές και εμφανίστηκαν αρνητικά στερεότυπα.
Στο τέλος όταν μια ομάδα κέρδισε κατέβασε την σημαία της άλλης και τοποθέτησε την δικιά της σαν στοιχείο κυριαρχίας της. Επίσης άρχισαν να τραγουδάνε κοροϊδευτικούς στοίχους για την άλλη ομάδα και σε αυτή την φάση δεν δέχονταν να φάνε μαζί. Συνέχιζαν να δημιουργούν στερεότυπα αρνητικά, η μία για την άλλη, να αναπτύσσουν ιδεολογήματα εις βάρος της και μα μιλάνε υποτιμητικά και με μεγάλη αποστροφή για την παρουσία των μελών της.
Στην τρίτη φάση οι ερευνητές έβαλαν στόχο την επανασύνδεση των δύο ομάδων και την μείωση της έντασης μεταξύ τους. Έτσι σαν πρώτη πράξη μάζεψαν τις δύο ομάδες για να δουν ένα φιλμ μαζί, πράγμα που δεν λειτούργησε όπως περίμεναν. Μετά προτείνουν στις ομάδες να λύσουν από κοινού κάποια προβλήματα. Τους είπαν π.χ. ότι το νερό της πηγής που έπιναν κάτι έγινε και δεν ήταν καθαρό πλέον και ότι έπρεπε να βρουν μια καινούργια πηγή, κάτι που ανάγκασε τις δύο ομάδες να συνεργαστούν και να οργανώσουν από κοινού την έρευνά τους, πράγμα που το καταφέρνουν. Στην δεύτερη δοκιμασία τα παιδιά βρέθηκαν με μεγαλύτερη ευκολία να συνεργάζονται και στο τέλος δέχτηκαν να φάνε και μαζί. Από εκείνη την στιγμή και μετά οι σχέσεις του βελτιώθηκαν σημαντικά ώστε να φαίνονται σαν μια ομάδα.
Τα συμπεράσματα από του πείραμα ήταν:
α) πρώτον, ότι η αντίληψη που έχουμε για τις άλλες κοινωνικές ομάδες εξαρτάται από τον τύπο των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις ομάδες καθώς και στην ομάδα που ανήκουμε.
β) Δεύτερον, ότι όταν υπάρχει μια ανταγωνιστική κατάσταση ανάμεσα στις ομάδες αναπτύσσεται και στα μέλη τους. Κάθε μια υποτιμά την άλλη και γενικά σχηματίζεται και διατηρείται μια αρνητική εικόνα για αυτή και για τα μέλη της.
γ) Τρίτον η αντιπαλότητα προς την άλλη ομάδα μεγαλώνει την συνοχή της κάθε ομάδας. Μεγαλώνει την αίσθηση της διαφορετικότητας τους από τους άλλους και την αρνητική αντίληψη για τα χαρακτηριστικά των μελών της άλλης ομάδας.
Ο SURVIVOR
Με το παραπάνω λοιπόν πείραμα βλέπουμε ο SURVIVOR δεν είναι ένα απλό παιχνίδι, αλλά επανάληψη ενός πειράματος του οποίου έχουν αφαιρεθεί βασικά χαρακτηριστικά της αρχικής πειραματικής συνθήκης. Πρέπει να ξέρουμε ότι κάθε πείραμα έχει και δικλίδες ασφαλείας. Δηλαδή οι συνθήκες του πειράματος είναι διαμορφωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί η πραγμάτωσή του χωρίς να ξεφύγει από τον αρχικό προγραμματισμό του.
Στο πείραμα του Muzafer Sherif η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα ανάμεσα στις ομάδες είχε κάποιο όριο ασφαλείας το οποίο οι επιστήμονες δεν επιτρεπόταν να περάσουν. Στην περίπτωση του SURVIVOR παρατηρούμε ότι ηθελημένα οι δικλίδες ασφαλείας έχουν καταργηθεί. Ότι η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα μέσα και έξω από την ομάδα ωθείται μέχρι την ψυχολογική συντριβή του άλλου και με την βοήθεια των θεατών!
Δηλαδή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το πείραμα έχει διαστρεβλωθεί τόσο ο χαρακτήρας του όσο και ο σκοπός του. Σε αυτή την περίπτωση διακρίνουμε τρεις βασικούς πρωταγωνιστές τους οποίους η “κατασκευασμένη” πραγματικότητα χρησιμοποιεί με διαφορετικό τρόπο αλλά πάντα για το δικό της ιδεολογικό και κερδοσκοπικό συμφέρον. Τον παίχτη, την ομάδα και τον θεατή
Α) Ο Παίχτης
Παίρνοντας δυο ομάδες ανθρώπων και στερώντας τους την τροφή σαν στοιχείου του παιχνιδιού, δηλαδή ποντάροντας στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ήδη τους γυρνάς στο πρωτογονισμό, αφαιρώντας τους οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό που τους διακρίνει. Το γεγονός ότι ο κάθε παίχτης παρουσιάζεται με κάποια ιδιότητα που είχε στην κανονική του ζωή δεν έχει καμιά σημασία για εκείνον όσο για την φαντασίωση του θεατή.
Αυτό που βλέπουμε σαν παίχτη είναι ένα υποκείμενο το οποίο στην ουσία δέχτηκε, έναντι χρηματικής προσφοράς, να στερηθεί την ταυτότητα του, και να αφεθεί σε ένα χώρο του οποίου οι συνθήκες δεν ελέγχονται από τον ίδιο. Συμφώνησε λοιπόν με το παιχνίδι που του ζητά να απογυμνωθεί από οποιαδήποτε ιδιότητα που το διέκρινε στην κανονική του ζωή και να προσπαθήσει να κατασκευάσει μια καινούργια ταυτότητα, μέσα στην ομάδα, με αντικείμενο συμμετοχής, αθλήματα που το οδηγούν στην παιδικότητα.
Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με “παίχτες” οι οποίοι δέχτηκαν να “πουλήσουν” την εικόνα τους και να δεχτούν την στέρηση και τις δοκιμασίες που ορίζει η “κατασκευασμένη πραγματικότητα” για να κερδίσουν το μεγάλο... χρηματικό έπαθλο.
Β) Η ομάδα
Στο βαθμό, που όπως αναφέραμε το υποκείμενο έχει απογυμνωθεί από την προσωπικότητα του, η ομάδα γίνεται ένας σημαντικός παράγοντας χαράς, ή θλίψης, συντροφικότητα, ή μοναξιάς. Η ομάδα είναι αναγκαστική, είναι και αυτή μια “κατασκευασμένη” συνθήκη η οποία δεν επιβεβαιώνει κανένα μέλος της, αλλά πολύ εύκολα μπορεί να γυρίσει εναντίον του. Η ομάδα μπορεί να φαίνεται υποστηρικτική, αλλά στην ουσία είναι επικριτική. Είναι πάντα εκεί για να κρίνει το υποκείμενο και να ορίσει την παρουσία του σαν θετικό, ή αρνητικό παράγοντα.
Το συναίσθημα αλληλεγγύης που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στην ομάδα, στην ουσία δεν έχει συνέχεια. Αποτελεί ένα περιφερειακό στοιχείο και μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί σαν παραβατική συμπεριφορά σύμφωνα με τον κανόνα της. Η κατάσταση αυτή αφήνει ακάλυπτο το υποκείμενο έτσι ώστε η μοναχικότητα του να αποτελεί από την μια τον εφιάλτη του και από την άλλη την σωτηρία του.
Μέσα στην ομάδα, ο φόβος που κυριαρχεί απέναντι στα μέλη της, είναι μεγαλύτερος από το φόβο της άλλης ομάδας. Η υπακοή στο κανόνα του παιχνιδιού που ζητά τον εξοστρακισμό κάποιου μέλους από τα άλλα, κάνει στην ομάδα να επικρατεί η αρνητικότητα για τον άλλον. Έτσι σε συνεχή βάση η παρουσία του άλλου, για το υποκείμενο είναι ανταγωνιστική ακόμα και όταν το αγκαλιάζει και εκδηλώνει την χαρά του.
Ο κάθε παίκτης λοιπόν δεν μπορεί να αισθανθεί σιγουριά και συμμαχία ούτε μέσα της, αλλά ούτε έξω από αυτή. Είναι απομονωμένος ακόμα και αν φαίνεται να ανήκει σε αυτή. Άρα η βασική πειραματική συνθήκη στο πείραμα του Muzafer Sherif να κάνει τους παίχτες να αισθανθούν και να αφομοιωθούν από την ομάδα, να αισθανθούν ότι “ανήκουν” σε αυτή, στο SURVIVOR δεν υφίσταται καν!
Σε αυτή την περίπτωση η ομάδα είναι μέσον και όχι σκοπός. Δηλαδή είναι το εργαλείο για να φθάσει το υποκείμενο στο προσωπικό του στόχο. Την χρησιμοποιεί αλλά δεν πρέπει να αισθάνεται κομμάτι της. Μέσα από τους όρους του παιχνιδιού είναι καταδικασμένος να είναι με τους άλλους, αλλά να μην ξεχνά ότι πολεμά μόνο για το τομάρι του και για κανένα άλλο.
Οι άλλοι είναι σκαλοπάτια για να φθάσει στο σκοπό του. Έτσι η συλλογικότητα είναι ένα στοιχείο χρήσιμο για να προάγει μόνο την ατομικότητα και για κανένα λόγο την συντροφικότητα. Δηλαδή ο κάθε συμμετέχων χρησιμοποιεί την ομάδα που ανήκει για το δικό του συμφέρον. Ποτέ όλοι μαζί δεν θα φτάσουν κάπου, έτσι η επικοινωνία και η αλληλοβοήθεια, είναι ιδέες περιχαρακωμένες από τους όρους του παιχνιδιού. Ο στόχος του κάθε παίχτη είναι να περιοριστεί η παρουσία των μελών της ομάδας, για να μείνει ο μόνος νικητής της.
Όπως είναι φυσικό οι συναισθηματικές σχέσεις που μπορούν να αναπτυχθούν στην ομάδα είναι πάντα εκτεθειμένες στο βασικό νόμο το παιχνιδιού ο οποίος τα μόνα συναισθήματα που πυροδοτεί και επιτρέπει στα μέλη της, είναι ο ανταγωνισμός, η αντιπαλότητα, ο διαχωρισμός και η διαφορετικότητα. Ακόμα λοιπόν και αν υπάρξουν στιγμές αλληλεγγύης αυτές είναι στα πλαίσια του βασικού στόχου του αποκλεισμού του άλλου.
Όπως καταλαβαίνετε έχουμε να κάνουμε με ένα οργανωμένο σύστημα το οποίο ποντάρει στον έναν ή την μια, τον πιο δυνατό ή την πιο δυνατή, τον πιο ανθεκτικό, ή την πιο ανθεκτική,. Ποντάρει σε αυτήν, ή αυτόν που θα μπορέσει να επιβιώσει όχι στις δήθεν συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά στους νόμους και τα πλαίσια του κατασκευασμένου, αχαλίνωτου ανταγωνισμού του παιχνιδιού!
Με λίγα λόγια στο SURVIVOR έχουμε την αναβίωση συνθηκών του καταστροφικού νέο-φιλελευθερισμού όπου επικρατεί η αγριότητα του ανθρώπινου πρωτογονισμού. 'Όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θριαμβεύει, ακόμα και όταν η αφθονία ρέει από παντού. 'Έτσι το υποκείμενο σαν μονάδα πορεύεται ενάντια στους άλλους, αναγκασμένο να τους χρησιμοποιεί, σαν απλά μέσα για το συμφέρον του και το αντίθετο.
Όλα λοιπόν τα άλλα συναισθήματα αλληλεγγύης και συντροφικότητας που προβάλλονται ανάμεσα στους παίχτες είναι για την κατανάλωση του θεατή. Είναι περιχαρακωμένα από το βασικό όρο του παιχνιδιού την αντιπαλότητα και την προσπάθεια εξόντωσης του αντιπάλου μέχρις εσχάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο όπως είπαμε μεγαλώνουν τα στερεότυπα για τον άλλον, και για την άλλη ομάδα. Μεγαλώνουν οι διαφοροποιήσεις και τα ιδεολογήματα που καλλιεργούν την ανωτερότητα και την κατωτερότητα, την υπεροχή και την ανάγκη της υποταγής, την απομόνωση και την επιθετικότητα στον αδύνατο από το φόβο μήπως ο καθένας μετατραπεί σε αποδιοπομπαίος τράγος της ομάδας, δηλαδή γίνει ο αδύνατος και εισπράξει την βία των άλλων.
Σε αυτή την “κατασκευασμένη πραγματικότητα” τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα είναι τεχνικά τοποθετημένα ακόμα και η καλλιέργεια του σεξισμού εφόσον ένας απαράβατος όρος του παιχνιδιού είναι οι παίχτες να είναι πολύ ελαφριά ντυμένοι έτσι ώστε να εξάπτουν το σεξουαλική φαντασίωση του θεατή. Δηλαδή τα γυμνά γυμνασμένα ηλιοκαμένα κορμιά των παιχτών είναι απαράβατοι όροι για την επίτευξη της τηλεθέασης και αποτελούν όρο στην αγοραπωλησία τους.
Όλο αυτό το εφιαλτικό γεγονός της κοινωνικής απογύμνωσης λοιπόν, θάβεται κάτω από σώματα γυμνασμένα ηλιοκαμένα που θυμίζουν την ατελείωτη προσπάθεια του κάθε καταπιεσμένου πολίτη της κοινωνίας μας για τον έλεγχο της εικόνας σώματος. Τατουάζ που ξεδιπλώνουν την σημειολογία της ενότητας του καθένα κάτω από την προσπάθεια ελέγχου του μόνου που του έχει απομείνει, αυτού του σώματος, το οποίο λειτουργεί περισσότερο σαν στοιχείο προβολής και όχι ικανοποίησης.
Γ) Οι θεατές
Γ.1.Η ταύτιση
Ο θεατής είναι ο βασικός στόχος του παιχνιδιού. Το παιχνίδι καλλιεργεί τις συνθήκες περισσότερο για τον θεατή παρά για του παίχτη. Καλεί τον θεατή και μάλιστα τον νέο, να ταυτιστεί με την “κατασκευασμένη” πραγματικότητα. Εφόσον εξασφαλίζει την παρακολούθηση, τον κάνει σύμμαχο και αποδέκτη των όρων του παιχνιδιού σαν μια πραγματικότητα πιθανή και επιτρεπτή. Μια πραγματικότητα της οποίας η παρουσία νομιμοποιείται μέσα από το παιχνίδι, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Μαθαίνει να γίνεται αποδεχτή η υποταγή στο σύστημα του άκρατου κοινωνικού ανταγωνισμού, δηλαδή του νέο-φιλελευθερισμού. Έτσι ο κάθε νέος πολίτης μπορεί να είναι ένας εν δύναμή παίχτης του κοινωνικού SURVIVOR της καθημερινότητας.
Το SURVIVOR επαναλαμβάνει την ζωή στο χειρότερό της επίπεδο δίνοντας την εντύπωση του καινούργιου που στην ουσία είναι η επιστροφή στο παλιό. Αν “Γνωστοί” ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι τα νέα παιδιά αναζητάνε μέσα από αυτό το παιχνίδι την ταυτότητα τους, και προσπαθούν να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου, και αν ισχυρίζονται χωρίς μεγάλη σκέψη, ότι το SURVIVOR τους προσφέρει αυτή την ευκαιρία, θα συμφωνήσω εν μέρη, αλλά θα ήθελα να πω ότι η ταύτιση αυτή είναι επικίνδυνη για τον κάθε νέο θεατή.
Διότι αυτό που παρακολουθούν κάθε βράδυ οι θεατές δεν είναι παρά υποβιβασμένες υπάρξεις παραδομένες στις συνθήκες ενός σαρκοφάγου συστήματος. Η ικανότητα τους να αντεπεξέλθουν και να νικήσουν, αποπροσανατολίζει την ταύτιση, όχι τόσο στο “περιεχόμενο” του παιχνιδιού, αλλά όσο στις “διαδικασίες” του.
Γ.2. Το “περιεχόμενο”και η “διαδικασία”
Οι παίχτες μέσα από την αλλοτρίωση τους γίνονται οι ήρωες που αποδεχόμενοι τις παράλογες συνθήκες υποταγής θα βγούνε νικητές υποτάσσοντας τους άλλους στο δρόμο τους. Η ταύτιση του θεατή μαζί τους, με την προσπάθειά τους έχει συνειδητά αλλά και ασυνείδητα σημεία.
Σε συνειδητό επίπεδο ο θεατής ταυτίζεται με την “διαδικασία” με τη συμπεριφορά του πρότυπου του “άγριου” άντρα, του “ κυνηγού”, που τόσες αιώνες επέβαλε την βίαιη παρουσία του και από την άλλη ταυτίζεται με το πρότυπο της γυναίκας σαν σεξουαλικό αντικείμενο. Ασυνείδητα η ταύτιση έχει να κάνει με το “περιεχόμενο”, δηλαδή με την “εσωτερίκευση” της διαταγής, της “αποδοχής” της συνθήκης υποταγής, της “ανημποριάς” μπροστά στην δύναμη του συστήματος που επιβάλλει το παιχνίδι του.
Το “περιεχόμενο” λοιπόν είναι η πλήρης αποδοχή των εξευτελιστικών όρων ύπαρξης του υποκειμένου για οικονομική αμοιβή. Το “περιεχόμενο” εμπεριέχει το άγχος της έλλειψης επιλογής, την αγοραπωλησία του υποκειμένου και την εξάρτησή-αιχμαλωσία του σαν παίχτης από το σύστημα.
Η “διαδικασία” είναι το παιχνίδι με τους άλλους παίχτες για την επιβίωση και την νίκη. Η “διαδικασία” του παιχνιδιού παρουσιάζει την ψευδό-αντίσταση του παίκτη στις κατασκευασμένες συνθήκες. Παρουσιάζει ότι πολεμά! Αντιστέκεται!
Γ.3. Το άγχος
Άρα αυτό που κάνει τους νέους θεατές να παρακολουθούν το SURVIVOR μπορεί να μην είναι η ευχαρίστηση της αντίστασης, δηλαδή της “διαδικασίας”, όπως μπορεί να ισχυριστούν οι “Γνωστοί” ψυχολόγοι, όσο το άγχος του “περιεχομένου”. Το άγχος που μπορεί να έχει σχέση με τους παίχτες του παιχνιδιού, αλλά έρχεται να “ακουμπήσει” το εσωτερικευμένο άγχος για την δική τους εξέλιξη και ανάπτυξη στο επερχόμενο κοινωνικό παιγνίδι που δεν προσφέρει παρά μια επιλογή στο νέο και στην νέα, αυτή της ανεργίας, ή της υποταγής στους σκληρούς όρους εκμετάλλευσης του κοινωνικού “παιχνιδιού”.
Δεν έχουμε να κάνουμε λοιπόν, μέσα από την ταύτιση με τους παίχτες του SURVIVOR, με την απόκτηση ταυτότητας, αλλά με την έλλειψη της. Εφόσον οι παίχτες, όπως αναφέραμε πάρα πάνω είναι απογυμνωμένοι από τις ιδιότητες τους και κρατάνε μόνο το πρωτογονισμό, τόσο του υποκειμένου, όσο και του συστήματος, με αυτό που μπορούν να ταυτιστούν οι νέοι είναι αυτός ο πρωτογονισμός. Με τις συνθήκες του παιχνιδιού που τους γεμίζουν άγχος και απογοήτευση. Η αγωνία του θεατή από ένα σημείο και μετά γίνεται ένα κατασκευασμένο προϊόν- και δεν εξαρτάται από ίδιο, αλλά από το σύστημα.
Τέλος...
Το SURVIVOR προετοιμάζει και θέλει να μάθει τους νέους να υποτάσσονται και να αποδέχονται μια “κατασκευασμένης πραγματικότητας” προβάλλοντας μια μορφή αντίστασης η οποία δεν την καταργεί, αλλά την αναπαράγει. Απλά κάθε παίκτης του SURVIVOR μόνο ταυτιζόμενος με το σύστημα της “κατασκευασμένης πραγματικότητας” θα μπορέσει να επιβιώσει.
Μόνο όταν ο ίδιος γίνει αδυσώπητος όπως το σύστημα θα καταφέρει να νικήσει. Μόνο όταν “κατασκευαστεί” σαν ο σούπερ ήρωας, ο οποίος, στην ουσία δεν παρουσιάζεται να νικάει το σύστημα, αλλά γίνεται αυτός το σύστημα που ισοπεδώνει τους άλλους.
Θεωρώ όμως ότι το πιο σημαντικό είναι να έχουμε υπόψιν, σαν θεατές του SURVIVOR, ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης, οι αντιπαλότητες, τα μίση, και οι αντιπαραθέσεις, δεν είναι στοιχεία του χαρακτήρα των παιχτών όσο των “κατασκευασμένων συνθηκών”, δηλαδή των νόμων του παιχνιδιού, στους οποίους οι συμμετέχοντες αναγκάζονται να υποταχθούν για να επιβιώσουν και να... κερδίσουν.
Κερεντζής Λάμπρος
σημειώσεις

http://www.madmoizelle.com/conflits-groupes-243575

φωτό: Ο Σάκης Τανιμανίδης 

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Ο “εαυτός” σαν ένας εσωτερικός στίβος των δικαιωμάτων των “άλλων”



Ο “εαυτός” πολλές φορές γίνεται ένας εσωτερικός στίβος όπου συναντιόνται πρόσωπα αγαπημένα που διεκδικούν τα δικαιώματα τους μέσα μας όσον αφορά την εξέλιξη και την ανάπτυξη μας . Έτσι φαίνεται ότι έχουμε συνάψει μαζί τους μια συμφωνία, παρέχοντας το δικαίωμα της συν-διαχείρισης των “προσωπικών “μας θεμάτων σαν να είναι δικά τους.

Μάταια ψάχνουμε να βρούμε πως και πότε ξεκίνησε αυτό. Οι ρίζες του είναι βαθιά μέσα μας με τέτοιο τρόπο που αναγνωρίζουμε ότι είναι κομμάτι του οργανισμού μας, του “εαυτού”μας. Ότι είναι κάτι δικό μας που μας στηρίζει και μας συντηρεί σαν ύπαρξη, αλλά συγχρόνως... μας υποτιμά και μας αποκλείει από την διαχείριση των καταστάσεων. Έτσι πολλές φορές αισθανόμαστε το "εαυτό" σαν ένα “στοιχειωμένο” χώρο όπου δυνάμεις που αποφεύγουμε να ονομάσουμε ενεργούν και καθορίζουν την σκέψη , το συναίσθημα και τελικά την συμπεριφορά μας.

Αυτή η κατάσταση, αφαιρεί το άγχος της υπευθυνότητας απέναντι στην ζωή, αποδίδοντας τις περιστάσεις σε διαδικασίες οι οποίες είναι οργανωμένες από τους άλλους και οι οποίες δεν ζητούν παρά μόνο την προσαρμογή μας. Με αυτό τον τρόπο παρέχουν μια σιγουριά και την αποφυγή του ρίσκου καθώς και την αποφυγή του φόβου της αποτυχίας. Με αυτό τον τρόπο ακόμα... και η αποτυχία μπορεί να αποδοθεί στους άλλους.

Αυτή η διευθέτηση είναι βολική, διεκπεραιωτική, αλλά ορίζει τον εαυτό σαν απουσία παρά παρουσία. Σε αυτή διευθέτηση όμως, η συνείδηση επαναστατεί. Επαναστατεί όταν η υφή των πραγμάτων κυλά χωρίς την συμμετοχή της. Η θέληση και η επιθυμία γίνονται καταπιεσμένες εκφάνσεις του εαυτού, ασφυκτιούν καθημερινά ανάμεσα στο επιτρέπεται και στο απαγορεύεται όχι σαν ένα νόμο εξωτερικό, αλλά σαν μια εσωτερικευμένη κατάσταση που αιμορραγεί μέσα μας και καθοδηγούμαστε στην σιωπή και την παθητικότητα. Άρα η ματαιότητα πολεμάει με τον φόβο και την αναγκαιότητα της επιβίωσης της θέλησης και της επιθυμίας. 

Η συνείδηση λειτουργεί υπόγεια και αντιδρά αισθανόμενη τον παραγκωνισμό της από μια οργάνωση που της ζητά μόνο την αποδοχή της και όχι την συμμετοχή. Η έκφρασή της μπορεί να ερμηνευτεί σαν παραβατική συμπεριφορά από το περιβάλλον, που, από την μια γεμίζει τον “εαυτό” με ντροπή και από την άλλη με ένοχη.

Σε αυτή την περίπτωση ο “εαυτός” γίνεται όχι μόνο ο στίβος όπου συναντιόνται πρόσωπα αγαπημένα που διεκδικούν τα δικαιώματα μας από εμάς, αλλά και ο χώρος αντιπαλότητας τους. Γίνεται ένας χώρος διχοτομημένος, ένα πεδίο μάχης όπου προσπαθούμε με τα κουρέλια της συνείδησης μας να καλύψουμε τις γυμνές συνειδήσεις των άλλων, αφήνοντάς μας έκθετους στο κρύο και την μοναξιά της απουσίας μας.

Κερεντζής Λάμπρος


φωτο: Alexa Meade

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ποιος φταίει;




Μετά από το το προτελευταίο μου άρθρο με τον τίτλο “Μια Πόρσε στην εθνική οδό, ή Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου”1 θεώρησα σωστό να ξεδιαλύνουμε ένα θέμα το οποίο δημιούργησε κάποια ερωτηματικά όσο αναφορά την αιτιότητα των καταστάσεων και την απόδοση των ευθυνών στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής. Η αναζήτηση της αιτίας των καταστάσεων εξαντλούνταν και εξαντλείται ακόμα στην προσπάθεια να ορίσουμε το αίτιο για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε το αποτέλεσμα. Η αιτιότητα λοιπόν σαν όρος έρχεται να ερμηνεύσει την παρουσία ενός γεγονότος το οποίο επηρεάζει το ατομικό ή το κοινωνικό γίγνεσθαί, την ύπαρξη του υποκειμένου, ή και τον ίδιο τον κόσμο δημιουργώντας μια άλλη πραγματικότητα. Σε αυτή την περίπτωση η αιτία είναι αποδοτική εφόσον αποτελεί την πηγή μιας καινούργιας πραγματικότητας η οποία ονομάζεται αποτέλεσμα.

Γραμμική αιτιότητα

Αυτή την μορφή αιτιολόγησης των καταστάσεων την ονομάζουμε γραμμική αιτιότητα. Σαν γραμμική απόδοση ευθυνών λοιπόν, ορίζουμε ότι το Β είναι αποτέλεσμα του Α και απαντάει στο ερώτημα “ποιος έκανε, σε ποιόν και τι; ”. Δηλαδή στην γραμμική αιτιότητα ο ορισμός της αιτίας ενός φαινομένου ορίζει την ύπαρξή του, που σημαίνει ότι ο αποκλεισμός της αιτίας αποκλείει και το αποτέλεσμα. Δηλαδή αποκλείοντας το Α μπορεί να αποκλειστεί και το αποτέλεσμα Β που προκαλεί. Έτσι υπάρχει μια γραμμική σχέση ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα με τρόπο τέτοιο ώστε ο ορισμός της αιτίας να δικαιολογεί το αποτέλεσμα. Στην γραμμική αιτιότητα αναζητάμε τον φταίχτη των καταστάσεων, αναζητάμε αυτόν που θα οριζόταν σαν ο βασικός υπαίτιος των δεινών, τον κατηγορούμενο, τον θύτη, τον ένοχο, προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στην γραμμική απόδοση ευθυνών, η οποία ορίζει ότι για το οποιοδήποτε αποτέλεσμα υπάρχει, όπως είπαμε μια αιτία.

Πάντα αφιερωμένοι λοιπόν, στην ανεύρεση της αιτίας, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το αποτέλεσμα και να δικαιολογήσουμε οποιαδήποτε κατάσταση προσπαθώντας να καταλάβουμε τι την προκαλεί. Αυτή η ερμηνεία των φαινομένων δίνει μια ευκολία στην εξήγηση του τι συμβαίνει, αλλά δυστυχώς εμφανίζεται ότι παραβλέπει πολλούς παράγοντες που ενεργούν ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα και οι οποίοι μπορούν και αλλοιώνουν την σημασία τους. Επίσης στο τέλος της αναζήτησης της γραμμικής αιτιότητας, δυστυχώς καταλήγουμε στο “θεό” σαν την αιτία πολλών φαινομένων κάτι που δεν χρησιμοποιείται μόνο από την θρησκεία, αλλά και από την φιλοσοφία, την μεταφυσική, ακόμα και από επιστήμες...

Στο βαθμό που θέλουμε να αναφερθούμε στην οικογένεια και τις οικογενειακές σχέσεις η έννοια της αιτιότητας των καταστάσεων, ξέχωρα από την φιλοσοφική και κοινωνική της δυναμική, εμπεριέχει και αυτή των αλληλεπιδράσεων, έτσι ώστε η γραμμικότητα της αιτιότητας να μην μπορεί πάντα να ερμηνεύσει το φαινόμενα που παρατηρούνται στις σχέσεις των μελών της. Μπορεί να μας πρόσφερε την ικανοποίηση να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, αλλά θέτει όριο στην σκέψη όταν πλησιάζουμε την κοινωνική και οικογενειακή λειτουργία. Ίσως μέχρι σήμερα να βοήθησε τις κοινωνικές καταστάσεις να βρουν κάποια λύση, και περισσότερο τις κοινωνικές καταστάσεις και τις επιστήμες οι οποίες σχετίζονται με την δικαιοσύνη, αλλά στην καθημερινότητα, στην πολιτική και κοινωνική ζωή του υποκειμένου περιορίζει την εμβέλεια του πνεύματός του και την ικανότητα του να θέτει ερωτήματα και να κάνει υποθέσεις για καταστάσεις που ακόμα και αν φαίνονται ξεκάθαρες και αιτιολογικά δικαιολογημένες εντούτοις κρύβουν μέσα από την γραμμικότητα τους μια μονοδιάστατη κατάσταση τόσο του πνεύματος όσο και της ίδιας της ζωής. Αιτία-Αποτέλεσμα είναι λοιπόν το περιοριστικό δίπτυχο μιας ερμηνείας η οποία περιορίζει τον πλούσιο χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων. Η γραμμική αιτιότητα μπορεί να “βολέψει” το υποκείμενο. Προσφέρει μια ερμηνεία της κατάστασής του, αποδίδοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλον. Περιορίζοντας όμως την προσωπική του ευθύνη τον οδηγεί στο να αποδεχτεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, την ανεπάρκειά του, για την οποία μπορεί και να υπερηφανευτεί εφόσον θεωρεί ότι δεν είναι υπεύθυνος για τίποτα και ότι διαδραματίζεται στην ζωή του εξαρτάται από τους άλλους, (γονείς, καθηγητές, πολιτικοί) .

Η κυκλική αιτιότητα

Πρώτος ο ανθρωπολόγος Γκρέγκορι Μπέιτσον2 και το σχολείο του Πάολο Άλτο για την συστημική θεραπεία, έπαψε να ρωτάει “γιατί” κάποιο πρόσωπο κινείται περίεργα και μετέθεσε την ερώτηση “σε ποιες συνθήκες” αυτό κινείται, μέσα σε ποιο “σύστημα σχέσεων” και ποια η σημασία των ενεργειών του για το ίδιο το σύστημα. Πρώτος ο Γκρέγκορι Μπέιτσον έθεσε το θέμα της κυκλικής αιτιότητας στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει αυτό που παρατηρούσε στις οικογένειες σχιζοφρενών.
Στην κυκλική αιτιότητα το Α επιφέρει ένα αποτέλεσμα Β, το Β ένα αποτέλεσμα Γ, το Γ ένα Δ, το Δ ένα Α. Αυτή η κυκλικότητα του αίτιου και αποτελέσματος όπου το αποτέλεσμα γίνεται αίτιο και το αίτιο αποτέλεσμα, περιλαμβάνει την έννοια της κυκλικότητας των φαινομένων. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι το υποκείμενο σαν αποτέλεσμα μιας κατάστασης, μιας αιτίας, γίνεται και το ίδιο αίτιο για να δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση, ένα καινούργιο αποτέλεσμα. Δηλαδή αν πάρουμε ένα παράδειγμα. Ο Α έγινε χρήστης ναρκωτικών ουσιών, διότι ο πατέρας του ήταν βίαιος. Η χρήση όμως του Α μπορεί να γίνει το αίτιο για την οικονομική κατάρρευση του πατέρα. Η μητέρα συνεργάστηκε με τον χρήστη με αποτέλεσμα ο πατέρας να φύγει από αυτό. Η αδελφή διαφώνησε με την μητέρα και ακολούθησε τον πατέρα στο χωρισμό κ.ο.κ.ε.
Αυτή η προσέγγιση αποδίδει την αιτιότητα των καταστάσεων με μια κυκλική μορφή με τρόπο τέτοιο ώστε το κάθε υποκείμενο μέσα σε μια κατάσταση να αποτελεί ένα αίτιο της κατάστασης καθώς και ένα αποτέλεσμα. Σε αυτή την περίπτωση δεν ψάχνουμε για την απόδοση της ευθύνης όπως θα κάναμε στην γραμμική αιτιότητα. Η αναζήτηση μας έχει να κάνει με την μορφή λειτουργίας του συστήματος μέσα στο οποίο κάθε μέλος μιας οικογένειας αποτελεί την αιτία και συγχρόνως το αποτέλεσμα της κατάστασης της.
Κάθε μέλος συμμετέχει με τον τρόπο του σαν αιτία στην εξέλιξη και την ανάπτυξη της οικογένειας. Μπορεί ο βαθμός της ισχύος του να παρουσιάζεται διαφορετικός, αλλά η διαφορετικότητα αυτή θεωρώ ότι είναι παραπλανητική διότι στηρίζεται στην ιδέα του ρόλου του καθένα και όχι στην λειτουργικότητα του, μέσα στο οικογενειακό σύστημα. Εάν προσεγγίσουμε τον κάθε ρόλο μέσα από την λειτουργικότητα του, τότε θα διακρίνουμε την ισότητα και μάλιστα την ουσιαστική διαφορά της ισχύος του καθένα η οποία πηγάζει από τον τρόπο που λειτουργεί και όχι από τον ρόλο και την θέση που κατέχει. Έτσι στο προηγούμενο παράδειγμά μας, ο χρήστης οποίος παρουσιάζεται σαν ανίσχυρος μπροστά σε ένα ισχυρό πατέρα μέσα από την χρήση που σημαίνει τον τρόπο λειτουργία του, αποκτά μια ισχύ, η οποία οδηγεί τον πατέρα καθώς και την μητέρα - ο καθένας με το δικό του τρόπο - να υποταχθεί στις ανάγκες του. Άρα η αδυναμία του χρήστη, γίνεται δύναμη απέναντι στην δύναμη του πατέρα που μετατρέπεται σε αδυναμία.
Απέναντι λοιπόν στην γραμμική αιτιότητα των καταστάσεων, η συστημική θεραπεία έρχεται να προτείνει την κυκλική αιτιότητα διαφοροποιώντας το ερώτημα του “ποιος έκανε τι” στο “κάτω από ποιες συνθήκες έγινε κάτι”. Αυτό το “κάτι”, η κυκλική αιτιότητα το ψάχνει στο παρόν ενώ η γραμμική το αναζητά στο παρελθόν.
Με την κυκλική αιτιότητα των καταστάσεων, η αίτια ενός προβλήματος δεν αναζητείται διότι δεν θεωρείται ότι το “πρόβλημα” είναι αποτέλεσμα μιας αιτίας, αλλά σαν γεγονός το οποίο “γεννιέται” από μια πολυεστιακή κατάσταση. Στα πλαίσια της οικογένειας το “πρόβλημα” θεωρείται σαν αποτέλεσμα της δράσης διαφόρων μελών της οικογένειας που το “κατασκευάζουν” και δεν “κατασκευάζεται” μόνο από έναν.
Δηλαδή από ένα επίπεδο και μετά το κάθε μέλος της οικογένειας όπως είπαμε, αποτελεί αιτία και αποτέλεσμα της κατάστασης που διαμορφώνεται μέσα σε αυτή, σαν,
α) διαμορφωτής και χρήση της αυτής της διαμόρφωσης,
β) διαχειριστής και χρήστης της διαχείρισης,
γ) παραγωγός και αποδέχτης της παραγωγής
δ) συνκατακευαστής και χρήστης της κατασκευής.

Για αυτό το λόγο, στο ερώτημα “ποιος φταίει”; η απάντηση ποτέ δεν μπορεί να είναι ξεκάθαρη στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής. Ποτέ δεν μπορούμε να ορίσουμε με επιτυχία και ακριβώς πότε ξεκίνησε κάτι και ποιος ευθύνεται ολοκληρωτικά γι αυτό. Πάντα, αυτή η τάση θα εμπεριέχει ένα μεγάλο ποσοστό λάθους. Πάντα θα αποτελεί μια προσπάθεια εντοπισμού της αιτίας, αλλά θα κινδυνεύει να μετατραπεί πολύ εύκολα σε μια προσπάθεια στιγματισμού και αποπομπής ενός προσώπου, μιας ομάδας, μιας κατάστασης σαν υπεύθυνου των γεγονότων, παραβλέποντας την συμμετοχή περισσότερων παραγόντων, όπως ιδεών, εικονικών προδιαγραφών, φανταστικών υποθέσεων, ανυποψίαστων προσώπων, πραγματικών γεγονότων ...


Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Dorothy TANNING

1http://kerentzis.blogspot.gr/2017/03/blog-post.html
2Γκρέγκορι Μπέιτσον (1904-1980) Άγγλος Ανθρωπολόγος, εθνολόγος, σημειολόγος, γενετιστής, κηβερντιστής...

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Στη Γυναίκα...



Εικόνες θελκτικές, της έκστασης και της αγωνίας σέρνονται μέσα μας στάζοντας μέλι στις συνάψεις των ημισφαιρίων. Κατασκευάζουν την φαντασία, δημιουργούν τους φθόγγους, τις φωνές, τις κραυγές. Φτιάχνουν τη γλώσσα!! Η γυναίκα οργανώνει το χώρο και το χρόνο της σκέψης αποδίδοντας με τη παρουσία της, το νόημα σε κάθε περίοδο της ζωής μας.

Η Γυναίκα γλιστρά στα δάκτυλα μας το νερό της ζωής. Είναι λίμνη που βυθιζόμαστε μέσα της με διάφορους τρόπους, από διάφορες εποχές, με διάφορες εικόνες εαυτού. Κομμάτια από την σάρκας της που επιπλέουν, γίνονται σωσίβια πρόωρων ανησυχιών, ταραγμένων σκέψεων, προσδοκιών, ερωτικών διαδικασιών, ενεργειών που δεν τελειώνουν την κατασκευή μας, την ανάδυση μας, την ύπαρξή μας δίπλα της.

Από τότε που το σώμα της, φιλοξένησε τα βηματάκια της παιδικότητας μας, αναρριχόμαστε στις λείες επιφάνειες του. Νιώθουμε την γεύση του με διάφορους τρόπους, για διάφορους λόγους. Μας μεταφέρει κρεμασμένους από το στήθος της μέχρι τα γηρατειά. Έτσι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, είναι ανεξέλεγκτο κομμάτι του κορμιού της. Αλλάζει τις διαστάσεις του δικού μας κορμιού. Αλλάζει τις μορφές μας, σύμφωνα με την αλλαγή της... δική της μορφής.

Η ανθισμένη της ανάσα φυσάει τον έρωτα, που δίνει πνοή σε ότι μας περιτριγυρίζει και κάνει το χαμένο μας κορμί να μεστώνει, να μεγαλώνει, να ανθίζει, να βγάζει καρπούς. Η μεταξένια της ανάσα απλώνει το κήπο της επαγγελίας πάνω στην γη. Κουβαλά τον παράδεισο μ' ένα χαμόγελο, μ' ένα βλέμμα, μ' ένα νεύμα, γι αυτό και οι θρησκείες την μίσησαν, και αν μπορούσαν θα την είχαν εξαφανίσει. Κουβαλά το νόημα των φυσικών φαινομένων, των κοσμικών καταστάσεων γι αυτό και οι φιλόσοφοι την περιφρόνησαν, την κατηγόρησαν και την υποβίβασαν σε οικοσκευή.

Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να φύγουμε μακριά της. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να την αρνηθούμε. Είμαστε αιχμάλωτοι καθώς την κουβαλάμε αιχμάλωτη μέσα μας! Την βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Χανόμαστε στα διαφορετικά πρόσωπα της, στα διαφορετικά βλέμματα της, στις διαφορετικές καμπύλες του σώματός της.

Η Γυναίκα, μας περιείχε καθώς την περιέχουμε. Μας πυροδοτεί, μας αναστατώνει, μας θυμίζει ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Η απουσία της φέρνει την ερήμωση, της σκέψης, της γλώσσας, της σάρκας... της αίσθησης,
Η απουσία της κουβαλά τον θάνατο.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Louis TRESERRAS

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ




Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η γη να μη γυρίζει πια
Και τα πουλιά να σταματάνε το τραγούδι
Ο ήλιος τη λάμψη του ν’ αρνιέται
Και να παγώνει το τοπίο.
 
Η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.
 
Οι γέροι με τα πρόσωπα τα καπνισμένα
Στέκονται εκεί κρατώντας ζυγαριές παλιές
Όταν η γη πια δε γυρίζει
Όταν το χόρτο δε βλασταίνει πια
Είναι γιατί φτερνίστηκε ένας γέρος
Κι από των γέρων ό,τι βγει το στόμα
Μύγα φριχτή
Γέρικη νεκροφόρα.
 
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Πόσο πνιγόμαστε μες στην ομίχλη
Μέσα στων γέρικων γερόντων την ομίχλη.
 
Κι όταν στην παιδική ηλικία ξαναγυρίσουν
Στην παιδική ηλικία ξανακουμπάνε
Βοηθό δεν έχει η παιδική ηλικία
Πάντοτε αυτή το τέλος τους σημαίνει.
 
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η παιδική μας ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.

Ζακ Πρεβέρ
Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος (Jacques Prévert) 

Φωτογραφία: Robert Doisneau

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου



Το θέμα του ατυχήματος με την Πόρσε στην εθνική Αθηνών - Λαμίας και την απώλεια τεσσάρων ζωών μας παρέχει την δυνατότητα να αντιληφθούμε καλύτερα την επικρατούσα κοινωνική κατάσταση σε οικογενειακό αλλά και κοινωνικό επίπεδο. Μέσα από τα σχόλια των πολιτών της μικρής μας χώρας αντιλαμβανόμαστε την σημασία που ο καθένας αποδίδει στα χαρακτηριστικά του ατυχήματος, τα οποία είναι τα πρόσωπα και η συμπεριφορά τους, το μέσον (Πόρσε), το αποτέλεσμα ( θάνατος). Εκτός αυτών τα οποία αποτελούν τις άμεσες συνθήκες του ατυχήματος, υπάρχουν και άλλες τις οποίες θα μπορούσαμε να τις ορίσουμε σαν έμμεσες όπως αυτή κυρίως της οικογένειας των επιβαινόντων. Το στοιχείο το οποίο συνδέει τα κομμάτια του ατυχούς γεγονότος είναι, η έλλειψη ορίων σε πολλαπλά επίπεδα.

1. Σαν πρώτη άμεση συνθήκη του ατυχήματος θα θεωρούσα την ύπαρξη της Πόρσε ένα αμάξι το οποίο έχει σχεδιαστεί για να “σπάει” τα όρια. Αμάξι που δεν εμπεριέχει την σύνεση αλλά την πρόκληση, την επιθετικότητα, την βία θα έλεγα, άλλωστε για αυτό έχει σχεδιαστεί. Απευθύνεται σε αυτούς που βρίσκονται “εκτός” κοινωνικών ορίων. Σε αυτούς που έχουν ξεπεράσει την καθημερινότητα του πολίτη και βιώνουν την ύπαρξή τους πέρα από τους περιορισμούς που θέτει μια τέτοια καθημερινότητα. Απευθύνεται στους σύγχρονους ημίθεους, θα έλεγα, που δεν τους αφορούν, ούτε οι νόμοι, ούτε τα σταθμά την κοινωνίας. Η οικονομική τους επιφάνεια τους έχει οδηγήσει μακριά από τα όρια που επιβάλλονται στον απλό πολίτη της μικρής μας χώρας.

Όμως τι σημαίνει σε συμβολικό επίπεδο μια Πόρσε; Εκτός αυτών που αναφέραμε παραπάνω, μια Πόρσε από μόνη της είναι μια κοινωνική πρόκληση. Τονίζει την κοινωνική διαφορά. Αποτελεί το φετίχ των “πλουσίων”. Η παρουσία της διατυμπανίζει την κοινωνική τάξη του χρήστη. Επίσης η Πόρσε σαν αντικείμενο δεν έρχεται να επιλύσει μια βασική ανάγκη του χρήστη, που σημαίνει “αξία χρήσης”, αλλά την ανάγκη που έχει σχέση με την αξία αναπαράστασης, όπως λέει ο Ραούλ Βενέγκεμ1. Η αξία αναπαράστασης είναι αυτή, σύμφωνα με την οποία, η χρήση του αντικείμενου δεν γίνεται για πρακτικούς, αλλά περισσότερο για ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους. Ένας βασικός ψυχολογικός λόγος είναι αυτός της κοινωνικής προβολής.

Η έννοια της κοινωνικής προβολής αποτελεί την κινητήρια δύναμη της συμπεριφοράς των ανθρώπων και κατέχει μια σημαντική θέση-λειτουργία για το κάθε υποκείμενο. Εκφράζει τη σχέση του με την κοινωνική ομάδα που ανήκει καθώς και την σχέση με τον εαυτό του. Η κοινωνική αναγνώριση, το βοηθάει στην συγκρότηση της ταυτότητας του. Όπως κάθε τι σε αυτή την ζωή έτσι και η κοινωνική αναγνώριση υπόκειται σε κανόνες. Δηλαδή η ανάγκη της θεωρείται “φυσιολογική” ανάλογα το μέτρο έκφρασης της. Έτσι η δυνατότητα να έχουν πρόσβαση δύο 23χρονοι σε ένα αμάξι τέτοιου κυβισμού δεν συνοδευόταν από την ικανότητα που χρειάζεται για χρησιμοποιηθεί με σύνεση. Δηλαδή ξεπέρασαν το όριο στην προσπάθεια να “επιδείξουν” την ανωτερότητα και την διαφορά από τους απλούς οδηγούς μελαγχολικών αυτοκινήτων στην εθνική οδό.

2. Σαν δεύτερη άμεση συνθήκη του ατυχήματος θα θεωρούσα τον οδηγό και το συνεπιβάτης του. Δύο νέοι στην ηλικία των 23 ετών, σε μια ηλικία της οποίας η ικανότητα διαπραγμάτευσης με την πραγματικότητα δεν ήταν ανεπτυγμένη, όχι μόνο για το ότι ήταν νέοι, άρα περιορισμένης εμπειρίας , αλλά και η διαπαιδαγώγησή τους είχε στηριχτεί πάνω σε αυτή την διαφορετικότητα που προσφέρει η οικονομική άνεση και η αίσθηση ανωτερότητας από τους άλλους. Και σε αυτό το σημείο εισέρχεται ο έμμεσος παράγοντας, η έμμεση συνθήκη η οποία δεν είναι παρά η οικογένεια. Δηλαδή η σύνεση που έλλειπε στους νέους δεν την επέδειξαν ούτε και οι γονείς τους, ώστε να τους αποτρέψουν και να μπορέσουν να τους προστατεύσουν από το θάνατο, αλλά να προστατευτούν και αυτοί από την οδύνη.

3. Σαν τρίτη συνθήκη του ατυχήματος, λοιπόν, αλλά αυτή την φορά έμμεση, θεωρώ τις οικογένειες των δύο νέων. Η μία οικογένεια εμπιστεύεται μια Πόρσε στα χέρια του παιδιού τους και η άλλη, αυτή του συνοδηγού “επιτρέπει” στο παιδί τους να ακολουθήσει, το φίλο του στο ταξίδι μέσα σε αυτό το αμάξι.

Η έλλειψη ορίου και εδώ διαφεντεύει. Πρωταρχικά έχει να κάνει με τον γονέα, τον πατέρα, ο οποίος εμπιστεύτηκε αυτό το αμάξι του στο παιδί του θεωρώντας ότι ήταν αναγκαίο να το πάρει για τις διακοπές του. Άρα η αίσθηση “κατανόησης” του γονέα για την “ανάγκη” κοινωνικής προβολής του παιδιού του φανερώνει την δική του ανάγκη. Είδε την οικογένειά του να χάνεται από την μεγάλη του "αγάπη". γράφει σε ένα άρθρο για τον πατέρα. Η αγάπη του αυτή για την Πόρσε και την ταχύτητα δεν ήταν παρά η αδυναμία του, δηλαδή έλλειψη ορίου για τον ίδιο, η οποία δεν τον βοήθησε να βάλει όριο στο γιο του, αρνούμενος να του το παραχωρήσει. Αντίθετα μύησε το παιδί του στην δική του αδυναμία.

Δεύτερον έλλειψη ορίου στην εμπιστοσύνη προς τον 23χρονο ότι θα κάνει σωστή χρήση του αντικειμένου που του προσφέρθηκε. Πράγμα που υποθέτω ότι η οικογένεια και περισσότερο ο πατέρας, θεωρούσε το παιδί του ικανό, δυναμικό και έμπειρο περισσότερο από όσο έπρεπε. Με λίγα λόγια υπερεκτιμούσε τις ικανότητες του, πράγμα που φανερώνει μια υπερτίμηση και των δικών του ικανοτήτων. Ένας γιος έξυπνου μεγαλοεπιχειρηματία δεν μπορεί παρά να είναι έξυπνος και αυτός.

Έλλειψη ορίου επίσης για την χαροκαμένη μάνα η οποία δέχτηκε και αυτή την προσφορά χωρίς να προβάλλει αντιρρήσεις. Πράγμα που υποθέτω ότι δεν μπορούσε, δεν επιτρεπόταν να αρθρώσει την αντίρρησή της, η οποία θα μπορούσε να αποτρέψει το γεγονός. Βασικά όποιον και να υπολογίσουμε σαν ενεργό παράγοντα του παραπάνω γεγονότος όλοι και όλα είναι εκτός ορίων.

Συμπεράσματα

α) Η επιθυμία της κοινωνικής προβολής δεν ήταν μόνο ένα χαρακτηριστικό της ηλικίας των επιβαινόντων στην “μοιραία” Πόρσε, αλλά και των οικογενειών τους. Θα τολμούσα να πω ότι ήταν περισσότερο ένα χαρακτηριστικό των οικογενειών που αναπαράχθηκε και αναπαράγεται μέσα από τα παιδιά τους. Άρα η οικογένεια σαν έμμεση συνθήκη των γεγονότων αποδεικνύεται ότι ήταν η πιο άμεση για την έκβασή τους. Με αυτό θέλω να πω ότι η παρουσία ενός αντικειμένου “εκτός ορίου” όπως η Πόρσε φανέρωνε την τάση της οικογένειας να αυτοκαθορίζεται εκτός του συνηθισμένου, πράγμα που επιθυμούσε και μεταλαμπάδευσε αυτή την αίσθηση και στο παιδί της.

β) Έτσι ανάγκη ξεπεράσματος του ορίου δεν αποτελούσε στοιχείο μόνο των νέων που οδηγούσαν την Πόρσε, αλλά και της οικογένειας που τους την είχε εμπιστευτεί. Αποτελούσε ένα στοιχείο διαπαιδαγώγησης, όπου ο διαχωρισμός, η ανωτερότητα, της υπεροχής που προσφέρει η οικονομική επιφάνεια δεν έχουν όριο. Σε αυτή την περίπτωση οποιαδήποτε χρήση μετατρέπεται σε κατάχρηση και τα αποτελέσματα της δεν λειτουργούν θετικά για το υποκείμενο αλλά αρνητικά.

γ) Από την στιγμή λοιπόν που σε ένα νέο 23 ετών, δίδεται η ευκαιρία να “ξεφύγει” όποτε θέλει. Να βγει εκτός ορίων, τόσο σε σχέση με την ταχύτητα, αλλά και την αίσθηση της “Μεγαλειότητας” και της περίοπτης κοινωνικής και οδικής ανωτερότητας την οποία περικλείει η Πόρσε σαν αντικείμενο κοινωνικής προβολής, δυστυχώς οι παραπάνω συνθήκες κατασκευάζουν το επικίνδυνο γεγονός με μια ευκολία που τρομάζει.

δ) Ο Θάνατος στην περίπτωσή του γεγονότος αυτού, θα τολμούσα πάλι να πω, ότι είναι μια οικογενειακή κατασκευή η οποία μπορεί να πήρε χρόνο, αλλά δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του, όχι μόνο για τους θύτες που στην ουσία ήταν θύματα, αλλά και για άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν στο διάβα του.

Κερεντζής Λάμπρος