Εθισμοί
Μορφή

Ο εθισμός είναι η κατάσταση εκείνη όπου ένα άτομο δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα αντικείμενο ακόμα και αν αυτό δεν του δίνει καμιά πια ευχαρίστηση, ακόμα και αν του προκαλεί δυσαρέσκεια.

Σε κάθε είδους εθισμό η ικανοποίηση δεν διαρκεί πολύ και χρειάζεται η συχνή επανάληψης για την επαναφορά της.

Σε κάθε είδους εθισμού, με το πέρσμα του χρόνου, η ποσότητα της αυξάνεται για να φθάσει στο ποθητό αποτέλεσμα.

“ Ο Λάκης μπήκε μέσα στο σπίτι, από πίσω ακολούθησε και ο Νότης “Μαλάκα να κρύψουμε τα σκατά πρώτα”, είπε και κοίταξε το φίλο του, “ένταξη” του είπε ο Λάκης “μην φρικάρεις, κάτσε να κάνουμε μια μυτιά , να στανιάρουμε και όλα θα γίνουν” και τράβηξε από την τσέπη του το σακουλάκι και το άφησε στο τραπεζάκι του σαλονιού και μετά κάθισε στον καναπέ με την τηλεόραση απέναντι, σε ένα δωμάτιο σε ροζ ανοιχτό και με πέντε έξι αδιάφορα κάδρα μικρά και μεγάλα,κρεμασμένα στους βρώμικους τοίχους. Το το ίδιο έκανε και ο Νότης κάθισε δίπλα του βγάζοντας ένα αναστεναγμό. “Να δούμε πότε θα κόψουμε αυτή την μαλακία” είπε τραβώντας το σακουλάκι που άφησε μπροστά του” “Άστο θα ετοιμάσω εγώ έκανε ο Λάκης και πήρε το σακουλάκι το δικό του και αυτός μπροστά του. “ Πόσα χρόνια είσαι μέσα ρε” είπε σκουντώντας τον ελαφρά” “ Ξέρω εγώ, ούτε θέλω να το σκέπτομαι” “ Εγώ έκανε ο Νότης και ακούμπησε στην πλάτη του καναπέ “θα κάνω τα έβδομα γενέθλια μου σε δύο μήνες” “ Εσύ πόσα θα κρατήσεις από αυτά” “Δεν μιλάς ρε εσύ πόσα χρόνια είσαι μέσα στην Ρούκλα, φοβάσαι να το σκεφτείς” “ Δεν με παρατάς ρε μαλάκα, μπαίνω στα δώδεκα, πίνω τρία με πέντε γραμάρια την ημέρα και μερικές φορές δεν με φτάνουν, δεν μας γαμιέσαι ρε μαλάκα μπάτσος είσαι” είπε και σηκώθηκε θυμωμένος επάνω αφήνοντας μπροστά του έξη καλοφτιαγμένες γραμμές η μια κοντά στην άλλη σε απόλυτη συμμετρία σαν τα κάγκελα της φυλακής σκουριασμένα.”

Η μορφή που μπορεί να πάρει η ικανοποίηση είναι διαφορετική σε κάθε εθισμό, όπως και διαφορετικές είναι και οι επιπτώσεις στο οργανισμό.

Το άτομο παραδομένο δεν μπορεί να βρει την δύναμη να αντισταθεί στην καταστροφική του επίδραση.

“Η Μαίρη κάθε φορά που γύρναγε κουρασμένη στο άδειο της σπίτι, στην φωλίτσα της όπως έλεγε, άναβε την τηλεόραση και πήγαινε στο ψυγείο. Έπαιρνε την φέτα για την οποία είχε φροντίσει πάντα να υπάρχει, έπαιρνε και το ψωμί και τα έβαζε στο δίσκο πού είχε κουβαλήσει από την Αίγυπτο και πήγαινε στο σαλόνι. Με την φέτα και το ψωμί είχε κολλήσει από μικρή, θυμάται που σηκωνόταν μικρή, στις μύτες των παπουτσιών της, όταν όλοι είχαν πάει για ύπνο, με κατεύθυνση το ψυγείο όπου η μάνας της είχε εκείνη την φέτα που κουβάλαγαν από το χωριό. Όλοι τρώγανε φέτα και ψωμί αλλά αυτή το είχε παρακάνει. Έπαιρνε το δίσκο και πήγαινε στο σαλόνι. Εκεί πάντα πρόσεχε την σιλουέτα της να περνάει στο σκοτεινή τζαμαρία αλλά δεν της έδινε σημασία ήξερε ότι δεν έπρεπε να κάνει αυτό που έκανε, αλλά κάτι τέτοιες στιγμές δεν μπορούσε να αντισταθεί. Της ερχόταν και αυτό το περιστατικό με τον πατέρα της στο μυαλό που την είχε στεναχωρήσει τόσο πολύ. Από την άλλη η αποτυχημένη δίαιτα που είχε αρχίσει και σταματήσει και χώθηκε στην διπλή πολυθρόνα έβαλε τον δίσκο πάνω στην στην κοιλιά της που ασφυκτιούσε κάτω από το φανελάκι και αφέθηκε σε μια ταινία δράσης όπως εχθές, όπως προχτές.................


Σε μερικούς εθισμούς η ικανοποίηση δεν είναι πλέον απαραίτητη για να μετατραπεί μια εμπειρία σε εθιστική και να φθάσει κάποιος στο στάδιο της παραίτησης. Αρκεί μόνο η προσδοκία της ικανοποίησης.

Με αυτό τον τρόπο, μπορεί ο εθισμός να είναι η εγκατάσταση μια συνήθειας ξέχωρα από την ικανοποίηση την οποία προσδίδει, αλλά κατευθηνόμενη από την προσδοκία αυτής της ικανοποίησης.

“ Είδε την μπίλια να φεύγει, είχε ακουμπήσει το ένα κατοστάρικο και του φάνηκε ότι πέρασε ένας αιώνας κοιτώντας την μπίλια να περνάει πάνω από το νούμερο που πόνταρε. Ήταν ακίνητος βουτηγμένος μέσα σε αυτή την αιωνιότητα και όταν κοίταξε το ρολόι είχε περάσει μισή ώρα και είχε τριπλασιάσει τα λεφτά του. Αυτό το έργο το είχε ξανά δει. Είχε ξαναδεί τον εαυτό του να κερδίζει αλλά να μην μπορεί να φύγει. Παλιά όταν είχε πρώτο ξεκινήσει, έφευγε. Τα παράταγε όλα και έμπαινε στο αμάξι με τα λεφτά να του ζεσταίνουν την καρδιά και ήταν η πιο ωραία στιγμή. Τότε πηγαίναν όλα καλά και με εκείνη, διότι όταν κέρδιζε της είχε κάνει πολλά δώρα αξίας. Ναι τότε γύρναγε τώρα όμως δεν μπορούσε να γυρίσει ακόμα και όταν κέρδιζε. Διότι τώρα κατάλαβε ότι σημασία δεν είχε το κέρδος αλλά το ίδιο το παιχνίδι. Σκεπτόταν και αυτός ότι ο τζόγος έπρεπε να κοπεί, αλλά είχε πει στον εαυτό του να το κάνει σιγά, σιγά και πρώτο και καλύτερο θεωρούσε επιτυχία να μπορεί να φύγει από το παιχνίδι όποτε αυτός ήθελε και περισσότερο όταν κέρδιζε, όπως τώρα. Να γυρίσει να της τα πετάξει στην μούρη για να μην του λέει ότι τον πληρώνει. Του έβγαλε την παναγία για να του δώσει πεντακόσια ευρώ και να περάσει όλη αυτή την ψυχρολουσία, από βρισιές, χρηστούς πανάγιες. Θα φύγω είπε στον εαυτό του αλλά καθόταν εκεί “ Ποντάρετε παρακαλώ, ακούστηκε η φωνή του κρουπιέρη”

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου