Μακεδονία: Η φαντασιακή σιγουριά του παρελθόντος, ή το πραγματικό ρίσκο του μέλλοντος.



Το να μιλά ένα ψυχοθεραπευτής για εθνικά θέματα πολλές φορές δεν αντιμετωπίζεται σαν πρέπον και μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεφεύγει από τα όρια του επαγγέλματός του. Αλλά το να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε με όρους ψυχολογίας μια κοινωνική ή πολιτική κατάσταση απαντά στα ερωτήματα που θέτουν οι επιστήμες της κοινωνικής, αλλά και πολιτικής ψυχολογίας, κάτι που μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε ένα θέμα από την συναισθηματική και ψυχοκοινωνική του σκοπιά.

Ξέχωρα λοιπόν από τις ιστορικο-πολιτικο-οικονομικές εξηγήσεις για το όνομα Μακεδονία, μια εξήγηση για αυτό που συμβαίνει, σκέπτομαι ότι είναι η παρουσία ενός λανθασμένου εθνικισμού που σε κάθε ευκαιρία ζητά την δικαίωσή του, αλλά δεν την βρίσκει.

Ενός εθνικισμού ο οποίος δεν έχει να κάνει με τις ζωτικές μας ανάγκες, αλλά με τις ανάγκες επέκτασης ενός φαντασιακού έθνους που νομίζουμε ότι αποτελεί επέκταση δική μας, αλλά δεν λειτουργεί παρά σαν όριο που μας περιορίζει.

Έτσι η ονομασία “Μακεδονία” πυροδοτεί την ανάγκη επιβεβαίωσης της ταυτότητας μας σαν έθνος, η οποία μαρτυρά τον συνεχή φόβο και την αβεβαιότητα μας για αυτή. Μαρτυρά τον φόβο της εξαφάνισης μας, δηλαδή την παρουσία ενός φοβικού συναισθήματος, ότι οι άλλοι επιβουλεύονται την παρουσία μας και θέλουν το κακό μας.

Έτσι εκφράζει από την μια, τις κοινωνικές αναπαραστάσεις μιας “Μεγαλειώδους Αρχαιότητας” της φυλής, και από την άλλη το αίσθημα μιας αιώνιας καταδίωξης της. Με αυτές τις κοινωνικές αναπαραστάσεις μεγαλώσαμε στην προσπάθεια να καλύψουμε τις ελλείψεις της καθημερινότητας, που διαπερνάν τις συνειδήσεις μας και οι οποίες σαν φαντασιακά επιτεύγματα τις επικαλούμαστε στην πραγματικότητας μας.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα η έννοια του πατριωτισμού επίσης έρχεται να παρερμηνευτεί. Φανερώνει η έλλειψη ικανότητας να αντιληφθούμε ότι ο πατριωτισμός δεν πραγματώνεται μόνο μέσω του πολέμου και τις προσαρτήσεως εδαφών, αλλά και μέσω της οικονομικής και πολιτιστικής επιρροής μια χώρας προς μια άλλη.

Με αυτό το σκεπτικό βιώνουμε μια εθνική πραγματικότητα πάντα υποτιμημένη, και ανεπαρκή! Πάντα είμαστε αυτοί που δεν τα καταφέρνουν και αυτή η ανημποριά δεν θεωρείται ότι οφείλεται και σε εμάς και τον τρόπο λειτουργίας μας, αλλά στην επιβουλή και την κακή προαίρεση των άλλων.
Η αίσθηση της σημερινής μας, λοιπόν ανεπάρκειας, μεγαλώνει την “εθνικιστική μας υστερία” και φανερώνει την φοβισμένη στάση μας απέναντι στην αλλαγή και στις καινούργιες συνθήκες που διαμορφώνονται σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Φαίνεται ότι εξαρτιόμαστε από ένα όνομα και το φαντασιακά ιστορικό του υπόβαθρο και ίσως δεν αντιλαμβανόμαστε τις δυνατότητες που ανοίγονται μέσα από την διαμορφούμενη πραγματικότητα.

Ο προβληματισμός που δημιουργείται έγκειται, στο αν θα συνεχίσουμε να μην συμμετέχουμε στην περαιτέρω ιστορική διαμόρφωσή της πραγματικότητας, κάτι που κάναμε στο παρελθόν, ή θα πάρουμε μέρος σαν ισότιμος εταίρος. Διότι έχω την εντύπωση ότι συνεχίζουμε ν' αρνιόμαστε αυτό που έχουμε μπροστά μας, όπως παλιά.

Δηλαδή δείχνουμε την προσκόλλησή μας σαν έθνος, σ' ένα γεγονός που το αφήσαμε να γιγαντωθεί και να γίνει απειλητικό για εμάς και ερχόμαστε εκ των υστέρων να διαπραγματευτούμε το παρελθόν, χωρίς να δεχόμαστε το μέλλον. Η άρνηση των δεδομένων και της διαμορφωμένης πραγματικότητας είναι πρωτίστως άρνηση της δικής μας υπευθυνότητας απέναντί τους και δευτερευόντως έκφραση του φόβου ότι δεν θα είμαστε επαρκείς στην πρόκληση των νέων διαπραγματεύσεων από εδώ και πέρα . Με λίγα λόγια ότι φοβόμαστε ότι θα μας την “ξαναφέρουν”.

Αυτή η στάση είτε πρόκειται για ένα άνθρωπο είτε για ένα έθνος, θα μου επιτρέψετε να πω ότι, φανερώνει την φοβική του προσκόλλησή στη φαντασιακή σιγουριά του παρελθόντος, παρά στο πραγματικό ρίσκο του μέλλοντος.

Κερεντζής Λάμπρος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Αρχάγγελος του σκότους ήταν… της ασφαλείας

Ρατσισμός: Αίτια – Συνέπειες

Η αυτοχειρία ενός 14χρονου