Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Απλότητα και Απλοϊκότητα



Σύμφωνα με τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας, ο “απλός” παρουσιάζεται σαν ανεπιτήδευτος, ειλικρινής, ευθύς, συνηθισμένος ενώ ο "απλοϊκός" σαν άδολος, απονήρευτος, ανεπιτήδευτος, όχι έξυπνος, αγαθός, αφελής. Αυτές οι ερμηνείες είναι τόσο κοντά ώστε πολλές φορές να εμπλέκονται στην προσπάθεια να ερμηνεύσουμε, ή να ορίσουμε κάποιες ιδέες, απόψεις και κοινωνικές καταστάσεις. Σε αυτό το “μπλέξιμο” η λέξη της οποίας η ερμηνεία "χάνει" σε σχέση με την άλλη, είναι η απλότητα. Έτσι η απλότητα, στην μικρή μας χώρα ερμηνεύεται συχνά σαν απλοϊκότητα, και η απλοϊκότητα ερμηνεύεται σαν απλότητα, δηλαδή με την έννοια του ανεπιτήδευτου, του ευθύ, του ειλικρινούς ενώ στην ουσία πρόκειται περί του απλοϊκού, του απονήρευτου, του ρηχού, του αφελή.


Η απλοϊκότητα σαν απλότητα

α) Η φύση

Η απλότητα πηγάζει από την φύση. Η απλοϊκότητα διεκδικεί την “φυσικότητα” της απλότητας. Ότι λοιπόν είναι “απλό” είναι και “φυσικό” και το αντίθετο. Παράδειγμα, η ζωή των ζώων... είναι τόσο απλή. Όσον αφορά τον άνθρωπο η “φυσικότητα” επικαλείται και στηρίζεται στις πρωταρχικές απλές ανάγκες του. Αυτές εκφράζονται μέσω δυο βασικών ένστικτων, της επιβίωσης και της αναπαραγωγής. Η απλότητα της ζωής στηρίζεται στην εκπλήρωση αυτών των βασικών αναγκών σαν απόδειξη της ύπαρξης και του τρόπου λειτουργίας της. Πλείστα επίσης άλλα παραδείγματά αντλούν την δύναμή τους μέσα από αυτή την απλοϊκή ερμηνεία. Με αυτό τον τρόπο η απλότητα επιβάλλεται και νοηματοδοτεί την πραγματικότητα, σαν μια κατάσταση που δεν χρειάζεται προβληματισμό.

Σύμφωνα με την απλότητα σαν απλοϊκότητα, ο προβληματισμός και η πολυπλοκότητα είναι “αφύσικη” αναζήτηση ερμηνειών που μπερδεύουν παρά διευκολύνουν. Η απλοϊκότητα θεωρεί ότι πολυπλοκότητα εγκαθιστά μια “τεχνική” διαδικασία και ερμηνεία της ζωής. Έτσι το καλό, εκφράζεται όχι με την σκέψη, αλλά από την οργάνωση της φύσης η οποία την ξεπερνά. Η οποία προβάλλει την απλότητα που χρειάζεται ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται περαιτέρω προβληματισμό, αλλά απαντά στην αναγκαιότητα της φύσης. Έτσι ο άνθρωπος που θεωρεί ότι η ζωή δεν είναι τόσο απλή και προσπαθεί να την κατανοήσει, παρουσιάζεται σαν κάτι το αξιοπερίεργο και μη “φυσιολογικό”.

Η σοφία λοιπόν έγκειται στο να αποφευχθεί η πολυπλοκότητα. Που σημαίνει ότι η σκέψη έρχεται να μπερδέψει το έργο της φύσης. Φύση και σκέψη λοιπόν βρίσκονται σε αντίθεση. Η “φύση”, μιλάει για την ουσία των πραγμάτων αποδίδοντάς τους πάντα την φυσιολογική τους πλευρά σε αντίθεση με την σκέψη, η οποία εισάγει ένα μηχανιστικό τρόπο αντιμετώπισή της.
Η έννοια λοιπόν της απλοϊκότητας σαν απλότητας θεωρείται ότι ανήκει στους νόμους της φύσης. Υποστηρίζει ότι η εξέλιξη των καταστάσεων εμπεριέχουν μια “φυσική” εξέλιξη της οποίας η οργάνωση ξεπερνά την επιθυμία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι και αυτός ένα κομμάτι της οργάνωσης της ”σκέψης” της φύσης.

Αυτή η προσέγγιση προβάλλει την ζωή του του ανθρώπου σαν ένα “φυσικό” επακόλουθο το οποίο υπόκειται στους φυσικούς νόμους. Η εξέλιξή του αποτελεί και αυτή το περιεχόμενο αυτών των νόμων. Έτσι ο άνθρωπος δεν έχει παρά να το ακολουθήσει σαν ένας εκτελεστής και όχι σαν δημιουργός του. Αποκτά την απλοϊκότητα της ζωής των ζώων και των φυτών και υπακούει. Σύμφωνα με την φύση και τους νόμους της, το χρέος του δεν έγκειται στο να πάρει αποφάσεις, αλλά να ακολουθήσει τις αποφάσεις που η φύση έχει ορίσει. Έτσι η απλοϊκότητα σαν απλότητα προβάλει ότι η εξέλιξη των καταστάσεων σε κοινωνικό, ψυχολογικό αλλά και πολιτικό επίπεδο απορρέουν από την “φύση” και την οργάνωσή της. Η έννοια λοιπόν της απλοϊκότητας σαν απλότητας θέτει το κέντρο της ζωής του ανθρώπου “φυσικά”... εκτός αυτού.

β) Η θρησκεία

Εκτός από την απλότητα σαν στοιχείο προσέγγισης της φύσης, πρέπει να αναφέρουμε ότι η απλότητα πηγάζει επίσης από την θρησκεία και την ερμηνεία της ζωής μέσα από το δικό της πρίσμα. Δηλαδή η πραγματικότητα σαν φυσιολογικότητα πηγάζει από το λόγο του θεού - ο οποίος είναι ο Δημιουργός της φύσης - μέσω του οποίου ο πιστός δεν έχει τίποτα να ανακαλύψει με την πράξη του, παρά να ακολουθήσει και να επικυρώσει το λόγο και το κήρυγμα του.

Δηλαδή η απλότητα των κοινωνικών καταστάσεων και του σύμπαντος έτσι όπως το έχει σχεδιάσει η κάθε θρησκευτική πίστη, ζητά από το υποκείμενο να προσαρμόσει την πράξη του σε αυτή, σαν ένα εκτελεστικό στοιχείο, ήδη προαποφασισμένων καταστάσεων, παρά σαν μια πράξη η οποία αποτελεί στοιχείο αναζήτησης και ανακάλυψης της ζωής και συγχρόνως στοιχείο κατασκευή της.

Η πράξη του πιστού στοχεύει την επικύρωση του λόγου του κυρίου και όχι του δικό του λόγου. Έτσι η απλοϊκότητα σαν απλότητα, σύμφωνα με την θρησκευτική προσέγγιση, όπως και με την “φυσική”. Δεν απαιτεί από το υποκείμενο να είναι πρωταγωνιστής και παραγωγός της ζωής του, αλλά του ζητά να είναι πιστός εκτελεστής του λόγου του “άλλου”, δηλαδή του θεού που ισούται με την “φύση”.

Η απλοϊκότητα σαν απλότητα λοιπόν μέσω αυτών των ταυτίσεων των ερμηνειών ιδιοποιείται τη “φυσικότητα” καθώς και της “θρησκευτικότητα” στην ερμηνεία των κοινωνικών γεγονότων. Υπερτονίζει την δύναμη τους σαν φαινόμενα που δεν επηρεάζονται από τον ανθρώπινο παράγοντα. Με αυτό τον τρόπο αποζητάν την αποδοχή, την υπομονή και την υποταγή στα γεγονότα σαν “φυσικά” ή “θρησκευτικά”. Η βούληση του ανθρώπου μπροστά τους φαίνεται τόσο μικρή και τόσο παράλογη στην τάση της να κάνει κάτι πολύπλοκο που φαίνεται τόσο απλό.

Η ανθρώπινη βούληση, στα πλαίσια της απλοϊκότητας σαν απλότητας, η οποία χρειάζεται την αμφισβήτηση, την αναζήτηση για να δημιουργήσει ή να καταφύγει σ' ένα άλλο πλαίσιο αναφοράς, όπως αυτό της επιστήμης, μπορεί να θεωρηθεί παράλογη. Η τάση του αναστοχασμού, και επανακαθορισμού των καταστάσεων δεν ακολουθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω την “φυσικότητα” των καταστάσεων. Σε αυτή την περίπτωση η πολυπλοκότητα αποτελεί στοιχείο “αφύσικο” που εναντιώνεται στο λόγο του θεού. Με αυτή την μορφή η απλότητα που ερμηνεύεται σαν απλοϊκότητα αποζητά περισσότερο την εκτέλεση παρά την δημιουργία, την προσαρμογή, παρά την ελευθεριά.


Η απλοϊκότητα

Επειδή η απλοϊκότητα σαν απλότητα εξαπλώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της καθημερινότητας του υποκειμένου, θα προσπαθήσουμε να προβάλουμε τα χαρακτηριστικά με τα οποία κατακλύσει την πραγματικότητα.

α) Η ευκολία

Η απλοϊκότητα σαν τρόπο να βλέπουμε την πραγματικότητα, εμπεριέχει μια αφέλεια, που όπως είπαμε, παρουσιάζεται σαν απλότητα, έτσι ώστε να νομιμοποιεί την στάση του υποκειμένου που την επικαλείται σαν άδολου, απονήρευτου ή ανεπιτήδευτου. Αυτή η πλευρά της απλοϊκότητας με την οποία “ντύνεται” η καθημερινότητα, εκφράζεται σε όλα τα επίπεδα της την κοινωνικής ζωής.

Εκτός από την έλλειψη προβληματισμού που διαφημίζει, προβάλει επίσης την επιδίωξη της ευκολίας σαν στοιχείο ευφυίας του υποκειμένου. Έτσι οποιαδήποτε δυσκολία, αποτελεί στοιχείο αναίτιας κούρασης και στείρου προβληματισμού. Η αναζήτηση της ευκολίας, η οποία αποτρέπει το υποκείμενο τόσο από την κατανάλωση σκέψης, όσο και ενέργειας για να κατανοήσει τον κόσμο και τον εαυτό του, αποτελεί βασικό στοιχείο κοινωνικής αξιολόγησης.

Η απλοϊκότητα βασίζεται στην ακούραστη εναλλαγή του ίδιου τοπίου. Ενός κοινωνικού τοπίου του οποίου η “κλεμμένη” φυσικότητα της απλότητας δηλώνει την φυσιολογικότητα της. Την φυσιολογικότητα ενός τοπίου, νοητικού ή πραγματικού το οποίο δεν θα πρέπει να προβληματίζει, αλλά να προκαλεί την “απλή” αντίδραση του υποκειμένου σαν μια αντανακλαστική κοινωνική διεργασία που δεν έχει σαν στόχο την αλλαγή, αλλά την συνέχεια, που δεν έχει στόχο την δημιουργία, αλλά την αναπαραγωγή.

Η πολιτική, η οικονομία, η κοινωνία προσανατολίζονται προς την εύκολη λύση των πραγμάτων όπου επικρατεί αυτό που “φαίνεται” και όχι αυτό που “είναι”. Αυτό που “φαίνεται” είναι η απλοϊκότητα που εκλαμβάνεται σαν απλότητα που σημαίνει “φυσικότητα”. Αυτό που “είναι” εμπεριέχει την πολυπλοκότητα και τον προβληματισμό που σημαίνει απομάκρυνση από την “φύση”. Το “φαίνεστε” στηρίζεται στην κατοχή των αντικειμένων, ενώ το “είναι” στην κατοχή του εαυτού.

Η κατοχή των αντικειμένων ορίζει την αίσθηση του εαυτού σαν κτήτορα ενός μέλλοντος που δεν το ορίζει. Έτσι η ευκολία των πραγμάτων ξεκινάει από την καθημερινότητα και καθορίζει το διαχρονικό περίπλου μιας ζωής αφιερωμένης στην απλότητα της κατοχής και την ευκολία της χρησιμοποίησης. Η ζωή μέσα από την απλότητα της σκέψης, αφιερώνεται στην αναζήτηση της ευκολίας. Η ευκολία είναι το κεντρικό στοιχείο που της προσφέρει ένα νόημα. Όσο πιο απλά είναι τα πράγματα τόσο πιο σημαντικά είναι. Έτσι τα “δύσκολα” είναι μια πρόκληση και ένα έξυπνο άτομο καθορίζεται σαν τέτοιο μόνο από την ικανότητα του να μπορεί να τα αποφεύγει.

β) Η χαλάρωση

Πάντα οι “απλοί” άνθρωποι δεν αγαπάνε την πολυπλοκότητα και την δυσκολία, αλλά και η πολυπλοκότητα δεν τους επισκέπτεται ποτέ. Έτσι προτιμάνε να προβληματίζονται με το απλό που σημαίνει συντόμευση του χρόνου προβληματισμού, και επίλυση σε τακτά χρονικά διαστήματα προβλήματα που άλλοι, οι δυσκοίλιοι της πολυπλοκότητας, καταστρέφουν την φαιά ουσία τους για κάτι που δεν θα τους αποδώσει, κατά την γνώμη τους, τίποτα στο τέλος.

Η απλοϊκότητα προσδίδει στην ζωή μια διάθεση χαλαρότητας και προσβασιμότητας σε αντί-αγχοτικά μεγαλεία του εσωτερικού και εξωτερικού καθισιού, με το εγκέφαλο να ξεκουράζεται πάνω σε εικόνες που κανείς συμβολισμός ή κανένα σημαίνον και σημαινόμενο δεν μπορεί να διαπεράσει το χοντρό δέρμα της ευτυχίας του τίποτα, το οποίο χαρακτηρίζει την ευκολία του αύριο με τον ίδιο τρόπο που χαρακτήριζε την ευκολία του χθες.

Όσο πιο απλά νοήματα κατακλύζουν το σύμπαν τόσο το σύμπαν γίνεται συμπαθητικό και βοηθάει στην ζεστασιά της ηρεμίας και της αποφυγής του άγχους που προσφέρει η ζωή. Εργασία, σχέσεις, διασκέδαση, όλα περνάνε από το σουρωτήρι της απλοϊκότητας με τέτοιο τρόπο ώστε τίποτα να μην είναι προβληματικό ακόμα και όταν προβληματίζει.

γ) Η σταθερότητα

Η απλοϊκότητα βέβαια αποτελεί και το βασικό στοιχείο του κοινωνικού συστήματος το οποίο οικοδομεί την παρουσία του πάνω στην αποφυγή του στοχασμού και του προβληματισμού. Ενός συστήματος που παραμένει στην εικόνα και τις απλές περιγραφές των καταστάσεων και όχι την ουσία τους. Η εικόνα και μόνο αυτή μαρτυρά το εύρος της πραγματικότητας και δεν έχει να κρύψει τίποτα από πίσω. Σε αυτό το σύστημα αναφοράς, μια απλή λεξούλα, μια φράση, μια πληροφορία που δεν διασταυρώνεται μπορεί να εκφράσει το έναυσμα της απλοϊκότητας, αλλά και της απολυτοποίησης των καταστάσεων. Μπορεί να θεωρηθεί σαν ουσιαστική αλήθεια και να υιοθετηθεί σαν ευαγγέλιο, μέσα σε λίγες στιγμές.

Σύμφωνα με τους νόμους της απλοϊκότητας, ατελείωτες στρατιές ευφυών δημοσιογράφων ψάχνουν τις απλές λεξούλες που θα κατασκευάσουν το σλόγκαν που θα καθορίσει το νόημα της “απλής” καθημερινότητας. Ατελείωτοι κατασκευαστές της πραγματικότητας οικοδομούν το σύμπαν της απλοϊκότητας με υπερπαραγωγές της βιομηχανίας του θεάματος όπου η σκέψη εγκλωβίζεται ανάμεσα στο καλό και το κακό, ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, ανάμεσα στο πάνω και το κάτω. Όπου ο κακός γίνεται η ευκαιρία να δικαιολογήσει την βία του ο καλός.

Όλοι προσπαθούν να παρουσιάσουν την απλοϊκότητα σαν την ουσία της ύπαρξης. θεωρώντας την πολυπλοκότητα, όπως είπαμε, σαν παρά φύση ενέργειες ατόμων που διαταράσσουν το σύμπαν των καθημερινών διαδρομών της μονιμότητας και της σταθερότητας των δεδομένων. Διότι αυτό που θέλει να φέρει η απλοϊκότητα είναι η σταθερότητα. Είναι η ομοιότητα της εναλλαγής των παραστάσεων της καθημερινότητας με τέτοιο τρόπο ώστε τίποτα να μην μαρτυρά ότι κάτι αλλάζει, έτσι ώστε η εναλλαγή των παραστάσεων να μην διαταράσσει την απλότητα και την απολυτότητα του χρόνου, αλλά και του χώρου.
Η απλοϊκότητα δεν έχει λοιπόν πολλές διαστάσεις, τις αποφεύγει. Η μονοδιάστατη παρουσία της ακουμπά πάνω στην διαμόρφωση της ευκολίας του πολίτη. Μέσα από την ευκολία και την αποφυγή της κούρασης και του προβληματισμού, τον καλεί να την αγοράσει με μια απλή κίνηση.

Η απλοϊκότητα βρίσκεται κρυμμένη μέσα σ' όλα τα καταναλωτικά γκατζετ που διατυμπανίζουν την απλοποίηση της πολυπλοκότητας σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας. Η τάση τους είναι να πείσουν το υποκείμενο ότι, ότι συμβαίνει, συμβαίνει διότι πρέπει να συμβεί για την δική του ελευθερία, και να το πείσουν να το αποδεχτεί σαν τέτοιο χωρίς προβληματισμούς και αντιρρήσεις.

Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε κανένα κρυφό διατροφικά τοποθετημένο νόημα στην πραγματικότητα. Η ευκολία των πραγμάτων δεν θέλει να υπάρξουν αναταράξεις σε αυτό που έχει συμβεί από τότε που το υποκείμενο αντιλήφθηκε τον κόσμο. Ο κόσμος είναι δεδομένος και πρέπει να τον δεχτούμε σαν τέτοιον. Έτσι το πολιτικοοικονομικό σύστημα εργάζεται για να ανοίξει τον δρόμο σε μια προσέγγιση η οποία επιβεβαιώνει την ικανότητα του υποκειμένου στην πρόσβαση της απλότητας και του εύκολου. Στην επιβεβαίωση εκ μέρους του, της ικανότητας να αντιλαμβάνεται με ταχύτητα την πραγματικότητα και να μην χρειάζεται καταχθόνιες αναλύσεις και το πεθαμένο χρόνο των συγκρίσεων και των συγκινήσεων. Έτσι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να επαναστατήσει για το δίκιο που δεν αποδίδεται, για την αλήθεια που κρύβεται, για την κοροϊδία που κατασκευάζεται, ακόμα και αν επιβάλλονται στον ίδιο.

Εδώ κάνει κρυφά την εμφάνισή του ο φόβος! Η συστημική καλλιέργεια του φόβου ότι κάποιος άλλος, είναι έτοιμος αν πάσα στιγμή να επιβουλευτεί το υποκείμενο, να το κοροιδεύσει και να το εκμεταλλευτεί, αποτελεί το βασικό στοιχείο ενός κοινωνικού συστήματος που καλλιεργεί την απλοϊκότητα της σκέψης. Συγχρόνως όμως αυτή η μορφή σκέψης κρύβει και την αυτό-υποτίμηση της. Ο φόβος είναι η προσπάθεια του πολιτικού-οικονομικού συστήματος να διατηρήσει τη σταθερότητα της κοινωνίας εξασφαλίζοντας την δική του παρουσία.

δ) Η παιδικότητα

Ο κόσμος πρέπει να μείνει αναλλοίωτος με το πέρασμα του χρόνου, με τέτοιο τρόπο ώστε να κρατηθεί η πρώτη παιδική εντύπωση, η οποία δεν είχε τίποτα να ψάξει, τίποτα να ανακαλύψει, τίποτα να φέρει στην επιφάνεια που θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στην απλοϊκότητα της αντίληψής. Άρα η ευκολία των πραγμάτων πρέπει να κρατήσει την παιδικότητα στο βλέμμα που απευθύνεται στη πραγματικότητα. Να διατηρήσει τα μιμητικά πρότυπα μιας συμπεριφοράς που αναπλάθει την εποχή μιας ευτυχισμένης ηλικίας την οποία το υποκείμενο όχι μόνο δεν θέλει να εγκαταλείψει, αλλά επιζητά να κρατήσει τις τότε εντυπώσεις του, σαν βασικά στοιχεία οικοδόμησης ενός αμετακίνητου μέλλοντος και μιας επαναλαμβανόμενης παιδικής σιγουριάς.

Η απλοϊκότητα λοιπόν έχει κάτι από την παιδικότητα και την διακρίνει εκείνο το πείσμα του βρέφους που δεν θέλει να εγκαταλείψει την αγκαλίτσα της μαμάς του ψάχνοντας απεγνωσμένα να την αντικαταστήσει με ότι μοιάζει με αυτή. Η αναζήτηση της απλότητας των πραγμάτων, αυτή την απροβλημάτιστη εποχή προσπαθούν να αναπαράγουν. Αυτή την διάσταση του παιδικού προβληματισμού που το μόνο που το ενδιαφέρει είναι η επίλυση των βασικών αναγκών του ανθρώπου, επιβίωση και αναπαραγωγή. Η επιβίωση (τροφή) και η αναπαραγωγή (σεξ) είναι ανάγκες μέσω της εκπλήρωσης των οποίων, η παιδική ηλικία αντλεί το νόημα και την αξία της ζωής. Από την στιγμή που η επίλυσης τους έχει εξασφαλιστεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει την ροή του χρόνου και την απόλαυση του περάσματος του χωρίς βία και κούραση. Το βίωμα ενός χρόνου που περνάει χωρίς κανένα ζόρι, είναι το μέγιστο αγαθό που μπορεί να στοχεύει το απενεργοποιημένο υποκείμενο.

ε) Η κατανάλωση

Και δεν είναι μόνο το υποκείμενο που διαλέγει αυτή την στάση ζωής. Είπαμε ότι η παθητικότητα και η δυνατότητα αποφυγής της κούρασης σε οποιαδήποτε μορφή της είναι η υλική απόδειξη της εξυπνάδας του εκάστοτε υποκειμένου. Η βόλεψη, με τον έναν ή τον άλλον, τρόπο αποτελεί την ικανότητα ελιγμών απέναντι στις απαιτήσεις ενός παράλογου συστήματος έρευνας και αποδείξεων καταστάσεων που καμία σημασία δεν έχουν για την επιβίωση. Απλά έρχονται να μπερδέψουν την απλότητα με την οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί η πραγματικότητα. Στην ουσία ολόκληρα κοινωνικά συστήματα για τα οποία ο προβληματισμός είναι ένας δρόμος χωρίς διέξοδο, στηρίχτηκαν σε αυτή την πίστη. Στηρίχτηκαν στην αποδοχή του αυτονόητου και την αποφυγή των ερμηνειών και των αποδείξεων οι οποίες αναγκάζουν τα υποκείμενα να ψάχνουν την μορφή αλλά και τον τρόπο της ζωής τους.

Η τάση του καπιταλισμού είναι αυτή. Είναι η απροβλημάτιστη κατανάλωση του έτοιμου, του γρήγορου και του απλού με το οποίο έχει μασκαρευτεί η ζωή για να μοιάζει ελκυστική. Δεν χρειάζεται σκέψη σου λέει, εσύ μόνο μπορείς να απολαμβάνεις αυτό που άλλοι σκέπτονται για εσένα.

Παντού και πάντοτε υπάρχουν έμποροι-καλοθελητές που πουλάνε την απλότητα σε κάθε αντικείμενο και κάθε ιδέα. Είναι στην υπηρεσία του υποκειμένου για να γίνει η ζωή του πιο απλή, πιο εύκολη. Ο προβληματισμός ανήκει σε αυτούς. Είναι οι επαγγελματίες του προβληματισμού που ανοίγουν το δρόμο στην ευκολία ζωής του υποκειμένου, πουλώντας ακριβά την απλότητα των πραγμάτων. Χαρούμενοι τηλεπαρουσιαστές και διασκεδαστές όλων των τύπων συνωστίζονται, σκοτώνονται κάθε βράδυ για να γίνουν τα πράγματα όσο πιο απλά γίνεται. Συναισθήματα που τρέφουν με την αφθονία του τις οθόνες του εύκολου και του απλού. Προβάλουν την ευτυχία του θεατή και τον ύπνο που επιτυγχάνεται με ανοιχτά μάτια. Συγχρόνως και το υποκείμενο αναζητά και υιοθετεί αυτόματες, έτοιμες απαντήσεις σε προβλήματα τα οποία δεν αφήνει να τον προβληματίσουν με αυτή την ιδέα μεγάλωσε.


Η απλότητα

Εκείνο όμως το οποίο θα πρέπει να τονίσουμε είναι ότι, άλλο είναι η απλότητα και άλλο η απλοϊκότητα.
Η απλοϊκότητα βοηθάει την σκέψη να κοιμηθεί, αλλά και όταν ξυπνάει... να ξυπνάει σε ένα κόσμο κοιμισμένο. Η απλότητα εκφράζει το μέγεθος της “αγρύπνιας”, όπου και ο ύπνος είναι ένα τοπίο που βιώνεται με ανοιχτά μάτια.

Η απλότητα λοιπόν αποτελεί ένα στοιχείο εξυπνάδας. Μέσω της απλότητας το υποκείμενο οδηγείται μετά από μια προσεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας στην επίλυση μιας πολύπλοκης κατάστασης. Κάνει πιο ξεκάθαρα τα πράγματα ώστε η κατανόηση τους να γίνει πιο εφικτή και δυνατή. Έτσι η απλότητα οδηγεί στην ουσία των πραγμάτων.

Σε κοινωνικό επίπεδο βοηθάει στην αποδέσμευση του υποκειμένου από αντικρουόμενες καταστάσεις που βαλτώνουν την σκέψη και την πράξη με τις περίπλοκες ερμηνείες τους. Μπορεί να οδηγήσει σε μια ξεκάθαρη ερμηνεία μιας παραφορτωμένης σκέψης, μιας ιδέας, μιας κατάστασης. Για να το πετύχει αυτό επικαλείται την εμπειρία και την γνώση που έχει αποκομίσει από τα διαδοχικά επίπεδα της ζωής. Δηλαδή στηρίζεται περισσότερο στην αυτογνωσία παρά στην υιοθέτηση της έτοιμης γνώσης που περιπλέκει τα πράγματα.

Στο επίπεδο των σχέσεων επίσης έρχεται να “ξεμπερδεύσει” και κάνει πιο ξεκάθαρα τα συναισθήματα. Το υποκείμενο είναι έτοιμο να δεχτεί την κατάσταση σαν κάτι που απορρέει από μέσα του, δίνοντας σημασία περισσότερο στο βίωμα του, παρά σε αυτό που λένε οι άλλοι. Η απλότητα σε αυτή την περίπτωση εμπεριέχει την ποιότητα του βλέμματος καθώς και τη προσοχή στην πραγματικότητα.

Η απλότητα δηλώνει μια κατάσταση ανεξαρτησίας του υποκειμένου. Δηλώνει μια δυνατότητα αποστασιοποίησης, πράγμα που προϋποθέτει την γνώση, αλλά και την προσέγγιση της πραγματικότητας με όση αντικειμενικότητα μπορεί. Η απλότητα λοιπόν εμπεριέχει την ικανότητα της αποστασιοποίησης από τον εαυτό, για την κατανόηση των γεγονότων και την αντιμετώπισής τους. Εμπεριέχει την ικανότητα ψυχραιμίας και δίκαιης κατανομής του φόβου ή της χαράς. Μέσα από αυτή την γνωστική διαδικασία κερδίζεται η δίκαιη αντιμετώπιση της πραγματικότητας ενάντια στον τρόμο που μπορεί να διασπείρει στο καθένα.

Η γνώση λοιπόν δημιουργεί την απλότητα.

Άρα η απλότητα είναι η κατάσταση που παράγεται μόνο από την κατανόηση της πολυπλοκότητας πράγμα που την διαφοροποιεί από την απλοϊκότητα.

Κερεντζής Λάμπρος

Φωτο: Toon Tullemans

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Facebook: Οι διαγραφές “φίλων”




Αυτό που μου κίνησε το ενδιαφέρον τελευταία είναι η τάση που έχουν μερικοί στο facebook να διατυμπανίζουν ότι διαγράφουν ιντερνετικούς φίλους με στόμφο και οργή. Το κάνουν μαζεύοντας συνεχιζόμενα like, ζητωκραυγές και επιθυμίες του στυλ, “ Καλά κάνεις”, “Έπρεπε να το είχες κάνει από πριν”, “Και εγώ αυτό θα κάνω”, “ Πρέπει να ξεκαθαρίζουμε με αυτούς”κ.λ.π.

Αυτός που διαγράφει, που σημαίνει ότι απορρίπτει, διότι η διαγραφή στο facebook σημαίνει απόρριψη, και με τον τρόπο που το κάνει, με κάνει να υποθέτω, ότι βρίσκεται σε έξαψη!! Μου δίνει την εντύπωση ότι είναι σε μια μάχη και εξολοθρεύει τον εχθρό. Ότι είναι πολύ “ανεβασμένος”, την ώρα της διαγραφής, την ώρα της απόρριψης, την ώρα της αξιολόγησης του ποιος αξίζει και ποιος όχι. Με λίγα λόγια ότι διψάει για αίμα...

Η πράξη του παρέχει δύναμη και κύρος. Τον κάνει περιζήτητο για την αποφασιστικότητα της βίας του. Με αυτή την ενέργεια επίσης την οποία διαδίδει με ιντερνετικούς αλαλαγμούς, τον τρόπο που εκφράζεται για τους διαγραφέντες, κάνει τους άλλους να τον φοβούνται. Διότι δεν τους διαγράφει απλώς, αλλά του διασύρει. Τους χαρακτηρίζει σαν αμελητέες ποσότητες, σαν πνευματικά ή πολιτικά απόβλητα για τις προτιμήσεις του.

Από έρευνες που έχουν γίνει από την Τζένιφερ Μπίβαν, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Chapman της Καλιφόρνια, με τίτλο "Αρνητικές συναισθηματικές και γνωστικές απαντήσεις στο να διαγραφόμαστε από φίλοι στο Facebook: Μια διεξοδική μελέτη" Αποδεικνύεται ότι “στο Facebook δημιουργούμε και γαλουχούμε μια απόλυτα εξατομικευμένη προσωπική ταυτότητα, η οποία πλήττεται όταν κάποιος μας διαγράφει από φίλο του, με αποτέλεσμα να πληγωνόμαστε περισσότερο. Όταν, μάλιστα, ο λόγος αυτού του "υποβιβασμού" οφείλεται σε κάτι που γράψαμε, σχολιάσαμε ή οτιδήποτε άλλο κάναμε στα πλαίσια του προφίλ μας, ο αντίκτυπος είναι ακόμη μεγαλύτερος. "Είναι απόδειξη του πόσο σημαντική θεωρούμε την ταυτότητα μας στο Facebook" υποστηρίζει η Μπίβαν. (1)

Φανταστείτε λοιπόν πως είναι όταν αυτός που διαγράφει, που αλαλιάζει πάνω από το πτώμα του διαγραφομένου, που μιλάει τόσο απαξιωτικά. Που θεωρεί τον άλλον ένα τίποτα το οποίο ήρθε να μετρηθεί με ΕΚΕΙΝΟΝ που είναι το παν μέσα στο Facebook. Ήρθε να αρθρώσει λόγο, απέναντι στο δικό του λόγο που έχει τόσα like κάθε μέρα. Δηλαδή σε ένα λόγο μεστό, δυνατό, που βάζει τα πράγματα στην θέση τους. Που τον κάνει να αισθάνεται ότι είναι “κάποιος” και προσφέρει νόημα στην ανθρωπότητα που βολοδέρνει, ψάχνοντας να σκοτώσει τις ώρες της. Διαγράφοντας και απορρίπτοντας αφήνει να φανεί η ανωτερότητα του, η διαφορετικότητα του, η κλάση του!

Διαγράφοντας δηλώνει ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είμαστε ίσοι και εκφράζει, όπως είπαμε την δύναμή του, την βία του. Διατυμπανίζει την αποφασιστικότητα του. Δεν διστάζει να εκφράσει την αποστροφή του σε αυτόν που δεν καταλαβαίνει, που δεν πιστεύει, που δεν συμφωνεί, και κάνει την “πάπια”... σε αυτόν που τον θεωρεί κατώτερο. Η διαγραφή με αυτό τον τρόπο γίνεται περισσότερο βίαιη.

Αυτός που διαγράφει, κατασκευάζει μια σκάλα αξιολόγησης όπου αυτός στέκεται στην κορυφή και οι άλλοι από κάτω. Από κάτω είναι και οι οπαδοί του! Αυτοί που τον επευφημούν και τον κολακεύουν. Η πράξη του δημιουργεί και σε αυτούς το φόβο της διαγραφής, της απόρριψης, για αυτό τον “γλύφουν” επευφημώντας τον, δείχνοντας ότι είναι με το μέρος του.

Αυτός που διαγράφει, με τον τρόπο που αναφέραμε, κατασκευάζει επίσης την “απόλυτη εξουσία”. Δίνει την αίσθηση της “Μεγαλειότητας” με την αυλή της, τους πιστούς της, τους κόλακες της και τους θυσιαζόμενους για την απόδειξη της ανωτερότητας της.

Αυτή η κατάσταση μου θυμίζει ρωμαϊκή αρένα. Η στιγμή της διαγραφής είναι αυτή που ο μονομάχος σκύβει πάνω από τον αντίπαλο για να τον τελειώσει ενώ όλοι φωνάζουν “ζήτω” και “θάνατος”, “θάνατος” και“ζήτω”

Η διαγραφές με αυτό το τρόπο, που διαδίδονται σαν κατόρθωμα, διασύροντας τον διαγραφόμενο, δεν είναι παρά μια μορφή θυσίας. Αυτός που διαγράφει είναι ο απόλυτος άρχων, αυτός που διαγράφεται το θύμα και αυτοί που παρακολουθούν και επευφημούν την απόφαση, το κοινό. Το κοινό που φοβάται και αυτό μην βρεθεί... στην θέση του θύματος.

Σημειώσεις

(1) http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2012/09/facebook.html


Κερεντζής Λάμπρος

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η αποδοτικότητα της οικονομίας ισούται με την εξαΰλωση του υποκειμένου




Η “ευκολία των πραγμάτων” είναι μια αντίληψη της πραγματικότητας η οποία συρρικνώνεται στην έννοια της αποδοτικότητας. Η αποδοτικότητα περιορίζει την καθημερινότητα στην αξιολόγησης της σαν στοιχείο κερδοσκοπίας. Διαμορφώνει μια νοοτροπία όπου το υποκείμενο θεωρεί ότι η διανοητική κούραση, αλλά και οποιαδήποτε άλλη κούραση χωρίς να υπάρχει ένα κέρδος που να προσμετράται οικονομικά, δεν είναι ίδιον του έξυπνου ανθρώπου. Άρα η “ευκολία των πραγμάτων” διαμορφώνεται από την μόνη σκέψη που τείνει να επικρατήσει, αυτή της οικονομικής.

Κάτω από αυτό το πρίσμα ότι κάνει κάποιος, ότι σκέπτεται, για να αποκτήσει νόημα πρέπει να αποδίδει οικονομικά. Μόνο τότε κοινωνική δράση θεωρείται μια πράξη ευφυίας. Άρα η ευφυΐα έχει να κάνει με την αποφυγή του κοινωνικού προβληματισμού και την ευκολία πρόσβασης στην αποδοτικότητα, όπου η ευτυχία εκφράζεται μόνο από συσσώρευση των κομφόρ που μαρτυρούν την οικονομική επιφάνεια του υποκειμένου και το διαφυλάσσουν από την κοινωνική ανασφάλεια.

Με αυτό τον τρόπο η έννοια της αποδοτικότητας οδηγεί την σκέψη στην αιχμαλωσία. Η Αιχμαλωσία σημαίνει ο περιορισμός και ο υποβιβασμός της σε απλή αθροιστική δυνατότητα της “κατοχής”. Η σκέψη καταναλώνεται στην μονοδιάστατη προοπτική της αποδοτικότητας, αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη αναστοχαστική απόπειρα η οποία δεν μπορεί να προσφέρει κέρδος. Έτσι κατασκευάζεται ένας κόσμος όπου η αποδοτικότητα του προσμετράται μόνο οικονομικά. Έτσι κατασκευάζεται homo economicus, όπου ο ορθολογισμός του βοηθάει στην ελπιδοφόρα πραγμάτωση των οικονομικών του σχεδίων τα οποία τον οδηγούν στην απρόσκοπτη απληστία του, η οποία χαρακτηρίζεται σαν στοιχείο υγείας δικιάς του , αλλά και ενός κοινωνικού συστήματος που έχει σαν στόχο το συνεχές κέρδος και που στην ουσία, τον απομακρύνει από την φύση του.

Η αποδοτικότητα κατασκευάζει την πραγματικότητα σαν μια συνεχή προσπάθεια κατοχής και επιρροής τόσο των αντικειμένων όσο και της ίδιας της φύσης και μάλιστα της ανθρώπινης. Η αποδοτικότητα νοηματοδοτεί και δικαιολογεί την εκμετάλλευση σαν στοιχείο φυσικής εξέλιξης προς την ασφάλεια του ανθρώπου. Η ίδια η ασφάλεια αποτελεί στοιχείο της αποδοτικότητας και ανταγωνισμού, έτσι ώστε η ασφάλεια του ενός να υπάρχει μόνο μέσα από την ανασφάλεια του άλλου. Η αποδοτικότητα λοιπόν δημιουργεί την ανασφάλεια και σε αυτό που την έχει αλλά και σε αυτόν που προσπαθεί να την αποφύγει. Τόσο οι εργοδότες όσο και οι εργαζόμενοι βιώνουν την ανασφάλεια με διαφορετική μορφή και από διαφορετική κοινωνική θέση.

Η αποδοτικότητα επίσης έχει σχέση με τον ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός επιζητεί την συνεχή ετοιμότητα του υποκειμένου απέναντι στον ανταγωνιστή του. Αυτό δηλώνει ότι το υποκείμενο είναι πάντα σε ένα οικονομικό “πόλεμο” με τον “άλλον”. Η ύπαρξη του ανταγωνιστή σημαίνει την συνεχή ανασφάλεια που προσφέρει το σύστημα αναφοράς και νοηματοδότησης της ζωής, σαν ένα πολεμικό τοπίο. Η αποδοτικότητα του υποκειμένου προσμετράται από την ικανότητα να θέσει εκτός μάχης τον ανταγωνιστή του. Έτσι ο βασικός στόχος του είναι η εξολόθρευση του αντιπάλου πριν εκείνος τον εξολοθρεύσει.

Η εξολόθρευση μέσω της οικονομικής κατάρρευση του “άλλου”, μέσα από την πτώχευση και τον αποκλεισμό του, είναι τα βασικά στοιχεία αποδοτικότητας, η οποία εμπεριέχει την ικανοποίηση του υποκειμένου. Η παρουσία του “άλλου” λοιπόν υπάρχει και υφίσταται μόνο μέσα από την αντιπαλότητα που ορίζει το οικονομικό σύστημα της αποδοτικότητας, έτσι ώστε ο “άλλος” να αποτελεί μια συνεχής απειλή για το υποκείμενο.

Αποδοτικότητα, ανταγωνισμός, κέρδος αποκτούν νόημα στην αγγλική λέξη “business”. Οι “business” έρχονται να απλοποιήσουν και να δικαιολογήσουν τον οικονομικό πόλεμο και οποιαδήποτε παράπλευρη απώλεια. Διατείνονται ότι κατασκευάζουν ένα πεδίο αφθονίας, αλλά πολεμάνε για την επιβολή της στέρησης. Η στέρηση δεν απειλεί μόνο τον “ηττημένο” αλλά και “νικητή”. Στον πρώτο εκφράζεται σαν πραγματικότητα στον δεύτερο σαν δυνατότητα. Έτσι και οι δύο βιώνουν τον ίδιο φόβο από διαφορετικές θέσεις. Έτσι ο καθένας πολεμάει για την λεηλασία του “άλλου” και την υποδούλωση. Επιβάλλει ή του επιβάλλεται το κράτος αιχμαλωσίας που σημαίνει ιδιοποίηση των πηγών ενέργειας και επιβίωσης που στην περίπτωση του υποκειμένου είναι το ίδιο το σώμα.

Από την στιγμή που η εργατική δύναμη του υποκειμένου είναι ένα εμπορεύσιμο προϊόν τότε ο άνθρωπος έχει μια τιμή. Έτσι με τον ίδιο τρόπο που ορίζουμε την τιμή των προϊόντων ορίζουμε και την τιμή του ανθρώπου. Η αξία της ανταλλάσσεται με την αξία προϊόντων που καθιστούν το υποκείμενο σεβαστό στον εαυτό του και τους άλλους. Από την άλλη, η εργατική δύναμη του υποκειμένου αποτελεί το “όπλο” σαν εργαζόμενος στον οικονομικό πόλεμο. Όσο μεγαλώνει η αμοιβή του τόσο αυξάνεται η ικανότητα άμυνας απέναντι στον αντίπαλο και τόσο η αποδοτικότητα του το καθιστά υπολογίσιμο μέλος της κοινωνίας.
Σε αυτή την περίπτωση η αγορά και η πώληση που αποτελεί την καρδιά των “business” δεν ξεχωρίζει την ανθρώπινη δύναμη από τα άλλα προϊόντα. Δεν είναι όμως μόνο ότι απλά δεν την διαχωρίζει, αλλά μέσω του νέο-φιλελευθερισμού δεν την προστατεύει. Πάνω σε αυτή εξαντλεί το κερδοσκοπικό της παιχνίδι.

Η εργατική δύναμη είναι το πιο ευαίσθητο προϊόν μέσα στο καπιταλισμό. Είναι αυτό που πιέζεται και αλλάζει τιμή από την μια “γωνιά του δρόμου στην άλλη”. Ο νέο-φιλελευθερισμός πάνω σε αυτή ποντάρει την παράλογη ελευθερία του, η οποία μεταφράζεται σε απογύμνωση και υποδούλωση του υποκειμένου. Πάνω στην κονιορτοποίηση της ακουμπάει την αποδοτικότητα του που παρουσιάζει σαν ευημερία. Η ελευθερία που διατυμπανίζει αυτός που τον εφαρμόζει, αποτελεί έναν εφιάλτη για αυτό που του επιβάλλεται. Έτσι στο νεοφιλελευθερισμό η βάση της αποδοτικότητας είναι ο αποκλεισμός της ανθρωπιάς. Αυτή δικαιολογεί τα θύματα του πόλεμου της οικονομίας. Οι αριθμοί στην οικονομία αντικαταστούν τους ανθρώπους με τέτοιο τρόπο ώστε όσο αυτοί μεγαλώνουν τόσο οι άνθρωποι μειώνονται. Βέβαια η έννοια της αποδοτικότητας παρουσιάζεται σαν στοιχείο δημιουργίας καινούργιων θέσεων εργασίας την ώρα που η επιτυχία της στηρίζεται στην μείωσή τους.

Στο “πολιτισμένο” κόσμο έννοια της σκλαβιάς είναι κάτι που απεχθάνεται το οικονομικό σύστημα ασχέτως αν την επιδιώκει. Μέσα από το μισθό σαν δικαιολογία, αλλά και σαν αναγκαίο κακό για την κίνηση της αγοράς, δικαιολογεί τις συνθήκες που δημιουργεί, οι οποίες τις περισσότερες φορές πλησιάζουν την έννοια της σκλαβιάς. Βέβαια ανάμεσα στο μισθό και την σκλαβιά υπάρχει μια διαφορά και μια ομοιότητα. Η ομοιότητα έγκειται ότι και στις δύο περιπτώσεις μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την εργασία με ένα απάνθρωπο τρόπο, καταπατώντας τα δικαιώματα του “άλλου”, είτε πληρώνοντας είτε όχι. Η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της πληρωμής μπορούμε να ανταλλάξουμε την εργατική δύναμη του υποκειμένου με ένα μισθό ικανό να το βοηθήσει να ζει σύμφωνα με τις ανάγκες του, καθιστώντας το ισότιμο κοινωνικό εταίρο και προσφέροντας του την δυνατότητα σεβασμού του εαυτού του και των δικαιωμάτων του.

Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι και στην περίπτωση της σκλαβιά όπως και του μισθού η εξάρτηση είναι παρούσα, αλλά με διαφορετική μορφή. Όσο αυξάνουμε το μισθό, τόσο βοηθάμε το υποκείμενο να αισθάνεται ικανό, ασφαλή και ανεξάρτητο. Ο μισθός του περεχεί την δυνατότητα μεγαλύτερης πρόσβασης σε καταναλωτικά προϊόντα. Επίσης του επιτρέπει να υπερασπίζεται τον εαυτό του και να συμμετέχει ενεργητικά στην κοινωνική κατασκευή του χώρου και του χρόνου της ζωής του. Να διατηρεί την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο ο μισθός που του προσφέρει αυτή την δυνατότητα, αλλά και η κοινωνική αποδοχή που πηγάζει σαν αναγνώριση της ύπαρξής του και της συμμετοχής του σε κοινωνικές ομάδες πρώτα και καλύτερα αυτή της εργασίας, μετά της οικογένειας, και των φίλων.

Αντίθετα όσο μειώνουμε τον μισθό του εργαζόμενου τόσο πλησιάζουμε τις συνθήκες σκλαβιάς. Τόσο “αφοπλίζουμε” το υποκείμενο και τον καθιστούμε ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του να αμυνθεί, και να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του. Τόσο το οδηγούμε στην στεναχώρια και στην κατάθλιψη. Τόσο νιώθει να χάνεται η αξιοπρέπεια του και να υπομένει μια υποταγή που τον φέρνει πιο κοντά στη σκλαβιά. Άρα η αποδοτικότητα του οικονομικού συστήματος η οποία στηρίζεται στην μείωση των μισθών, φροντίζει συγχρόνως και στο περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερία και της αξιοπρέπειας.

Η συνεχής απαίτηση αποδοτικότητα στα πλαίσια του νέο-φιλελευθερισμού οδηγεί στην εξολόθρευση, δηλαδή την διανοητική ψυχική και κοινωνική παράδοση του υποκειμένου σε κατάσταση πλήρης ανικανότητας να αντιδράσει και να αμυνθεί στις απαιτήσεις μιας κερδοσκοπικής κοινωνίας. Ο οικονομικός πόλεμος μετατρέπει το υποκείμενο σε σκλάβο, δηλαδή πειθήνιο μέσο για την επίτευξη τις οικονομικής στρατηγικής του. Το αποτέλεσμα είναι η αλλοτρίωση του τόσο σαν εργαζόμενο όσο και σαν πολίτη κάτι που το απομακρύνεται από την ανθρώπινη ιδιότητα, τον απομονώνει από το κοινωνικό παιχνίδι και το οδηγεί στην υλική αλλά και φυσική εξαφάνισή του. Με λίγα λόγια η συνεχής και άνευ' όρων αποδοτικότητα του οικονομικού συστήματος, απαιτεί την θυσία του υποκείμενου στο όνομα του κέρδους, δηλαδή την εξαΰλωση του.

Κερεντζής Λάμπρος

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Κλωντ Λέβί Στρως : Οι βασικοί άξονες της σκέψης του



* Είστε ο συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου σε όγκο έργου, που χαίρει αναγνώρισης σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκείνοι που γνωρίζουν το όνομά σας είναι πολύ περισσότεροι από εκείνους που είναι εξοικειωμένοι με τη δουλειά σας. Έτσι, εκ μέρους του μεγάλου σας διεθνούς κοινού, θα θέλαμε να σας υποβάλουμε μερικά βασικά ερωτήματα, για τα κομβικότερα στοιχεία της σκέψης σας. Πείτε μας, καταρχάς, ορισμένα πράγματα για τη σταδιοδρομία σας, τα πρώτα χρόνια.

Ως συγγραφέας, η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησα κάπως αργά. Η σταδιοδρομία μου είχε τις διακυμάνσεις της. Εκκινώντας από τη μελέτη του νόμου στράφηκα στη φιλοσοφία και στη συνέχεια προχώρησα πρώτα στην κοινωνιολογία –πήγα στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, στη Βραζιλία για να διδάξω κοινωνιολογία– και έπειτα στην εθνογραφία. Ξεκίνησα να γράφω μόλις κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν βρήκα καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Χρησιμοποίησα, αφενός, κάποιες από τις επιτόπιες έρευνες που είχα κάνει για τους Ινδιάνους Ναμπικουάρα και, αφετέρου, άρχισα τη θεωρητική εργασία μου γράφοντας τις Στοιχειώδεις δομές της συγγένειας.

Τα πρώτα βήματα και η γνωριμία με τον Ρ. Γιάκομπσον

* Αυτή η πρώιμη έρευνα συνοδεύθηκε αναμφίβολα από ανησυχίες…

Θα προτιμούσα να μιλήσω για αβεβαιότητες, παρά για ανησυχίες· θα ήταν ακριβέστερο. Η θεωρητική μου σκέψη είχε πάρει μια ορισμένη κατεύθυνση που δεν μπορούσα να δω ξεκάθαρα. Κατόπιν, ενώ ήμουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1942, συνάντησα το γλωσσολόγο Ρόμαν Γιάκομπσον και ανακάλυψα ότι αυτές οι ασαφείς ιδέες υπήρχαν υπό τη μορφή ενός σώματος αρχών στη δομική γλωσσολογία. Αμέσως ένιωσα καθησυχασμένος.

Εκείνη την εποχή, διδάσκαμε κι οι δυο στη Νέα Σχολή για την Κοινωνική Έρευνα (New School for Social Research) στη Νέα Υόρκη, ένα είδος πανεπιστημίου στην εξορία που είχε ιδρυθεί από γαλλόφωνους πρόσφυγες διανοητές. Παρευρισκόμασταν ο ένας στις παραδόσεις του άλλου. Βρήκα στη διδασκαλία του Γιάκομπσον τον ερμηνευτικό οδηγό που χρειαζόμουν. Με ενθάρρυνε, και επιπλέον με ώθησε να προχωρήσω περαιτέρω με τις παραδόσεις μου για τη συγγένεια.

* Παραδόσεις που οδήγησαν σε ένα βιβλίο…

Ναι, το πρώτο σημαντικό βιβλίο μου, Οι στοιχειώδεις δομές της συγγένειας· αυτή ήταν και η διδακτορική διατριβή μου.

* Ποιες αντιστοιχίες βρήκατε ανάμεσα στη γλωσσολογία του Γιάκομπσον και την εθνογραφική έρευνα που διεξαγάγατε στη συνέχεια; Η γλωσσολογία και η εθνογραφία είναι δύο πολύ διαφορετικά επιστημονικά πεδία.

Οι διαφορές είναι τεράστιες. Σε καμία περίπτωση δεν προσπαθούσα να μεταφέρω μηχανικά στην εθνολογία ό,τι ίσχυε στη γλωσσολογία. Επρόκειτο, μάλλον, για θέμα της ίδιας συνολικής έμπνευσης — με το πολύ ξεκάθαρο συναίσθημα, όμως, ευθύς εξαρχής, ότι βεβαίως και δεν μιλούσαμε για τα ίδια πράγματα και ότι δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε με τον ίδιο τρόπο για διαφορετικά πράγματα. Αλλά η γλωσσολογία μού επιβεβαίωσε δύο σημεία, που μέχρι τότε μόνο αόριστα είχα συνειδητοποιήσει.

Πρώτον, ότι για να κατανοήσει κανείς τα πολύ σύνθετα φαινόμενα είναι σημαντικότερο να εξετάσει τη μεταξύ τους σχέση, παρά να μελετήσει το καθένα ξεχωριστά. Το δεύτερο είναι η έννοια του φωνήματος, όπως αναπτύχθηκε από τον Γιάκομπσον. Τα φωνήματα είναι διακριτοί ήχοι όπως το ε, τ, κ, α, β, γ, οι οποίοι δεν δηλώνουν τίποτα από μόνοι τους. Ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται για να δημιουργήσουν λέξεις είναι αυτό που καθιστά δυνατά τα διαφορετικά νοήματα: το μ και το κ δεν σημαίνουν τίποτα, αλλά διαφοροποιούν την κνήμη από τη μνήμη.

Αυτή η ιδέα μου φάνηκε εξαιρετικά γόνιμη. Και πάλι, βέβαια, δεν επρόκειτο για σύγκριση εθνολογικών γεγονότων με φωνήματα, αλλά για πραγματικότητες μιας διαφορετικής τάξης. Όταν ωστόσο προσπάθησα, για παράδειγμα, να καταλάβω την εξαιρετική και προφανώς αυθαίρετη ποικιλομορφία των εθιμικών κανόνων του γάμου που επικρατούν σε μια δεδομένη κοινωνία, δεν αναρωτήθηκα για το ίδιο πράγμα που αναρωτιόνταν οι άνθρωποι μέχρι τότε: τι σημαίνει, δηλαδή, μέσα στη συγκεκριμένη κοινωνία από μόνος του αυτός ο εθιμικός κανόνας. Αντίθετα, θεώρησα ότι δεν σήμαινε τίποτα από μόνος του, αλλά ότι ο τρόπος με τον οποίο όλοι οι εθιμικοί κανόνες συνδυάζονταν, αντιθετικά ή παρατακτικά, ήταν ένας τρόπος έκφρασης ορισμένων σημασιοδοτήσεων. Παραδείγματος χάριν, οι συγκεκριμένοι εθιμικοί κανόνες χρησίμευσαν στο να μορφοποιούν ή να κινητοποιούν κύκλους ανταλλαγής μέσα στην κοινωνική ομάδα. Κύκλοι ανταλλαγής που έχουν οι ίδιοι σημασία και ποικίλλουν από κοινωνία σε κοινωνία.

Μια νέα μέθοδος

* Πώς θα συνοψίζατε αυτήν τη νέα μέθοδο;

Ας πούμε ότι σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες υπάρχουν σύνολα πρώτης τάξης — μερικά από αυτά είναι η γλώσσα, η συγγένεια, η θρησκεία και ο νόμος. Στα πρώτα στάδια της έρευνας, είναι ίσως σοφό να θεωρηθούν ως χωριστές μονάδες. Αλλά σε ένα προχωρημένο στάδιο πρέπει να θέσει κανείς το ερώτημα ποια σχέση μπορεί να υπάρξει μεταξύ αυτών των μονάδων και των πιο σύνθετων, δεύτερης τάξης, μονάδων, που συγκροτούν όταν συνδυάζονται. Έτσι, βαθμιαία φθάνουμε στην ιδέα του «ολικού κοινωνικού γεγονότος», όπως διατυπώνεται από τον Γάλλο κοινωνιολόγο και ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μως. Περιλαμβάνει ποικίλες αναπαραστάσεις ταυτόχρονα γλωσσικές, νομικές, θρησκευτικές και ούτω καθεξής.

* Αυτό όμως μέσα σε μια δεδομένη κοινωνία λαμβάνεται ως σύνολο;

Αρχικά ναι. Αλλά αργότερα προσπαθεί κανείς να καταλάβει τους συσχετισμούς και τις αντιθέσεις που μπορούν να υπάρξουν μεταξύ γειτονικών ή απομακρυσμένων κοινωνιών.

* Έχετε γράψει περί «θερμών» και «ψυχρών» κοινωνιών, για να διαφοροποιήσετε τις κοινωνίες με ιστορική προοπτική από τις στατικές κοινωνίες.

Πρόκειται για θεωρητικούς πόλους. Όλες οι κοινωνίες, στην πραγματικότητα, είναι τοποθετημένες κατά μήκος ενός φάσματος. Οι αποκαλούμενες πρωτόγονες κοινωνίες δεν είναι καθόλου πρωτόγονες. Το ιδανικό τους είναι να μην αλλάζουν, να παραμείνουν στην κατάσταση που τις έφτιαξαν οι θεοί τους στην αρχή του χρόνου. Φυσικά, δεν το καταφέρνουν. Υπάρχουν εντός της Ιστορίας. Ωστόσο, έχουν μια τάση να εξουδετερώνουν τις αλλαγές, να διατηρούν μια ιδανική κατάσταση, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από τους μύθους. Από την άλλη, στις κοινωνίες που έχω αποκαλέσει «θερμές» προσπαθούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας σε αντίθεση με τους προγόνους μας. Η αλλαγή είναι έτσι γρηγορότερη. Δεν γνωρίζουμε μόνο την ύπαρξη της Ιστορίας, αλλά επιθυμούμε με τη γνώση που διαθέτουμε για το παρελθόν μας να ανακατευθύνουμε το μέλλον, να νομιμοποιήσουμε ή να επικρίνουμε την εξέλιξη της κοινωνίας μας. Η Ιστορία για μας είναι στοιχείο της ηθικής μας συνείδησης.

Η έννοια του μύθου

* Μπορείτε να μας ορίσετε την έννοια του μύθου, όπως την παρουσιάζετε στο έργο σας Μυθολογικά;

Κατά βάση, η έννοια του μύθου είναι πολύ ευέλικτη. Για έναν Ινδιάνο της Αμερικής, ο μύθος είναι μια ιστορία από την εποχή που άνθρωποι και ζώα ήταν ένα. Σκέφτομαι ότι πρόκειται για έναν πολύ καλό ορισμό. Γιατί, παρά τις προσπάθειες της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, καμία κατάσταση δεν μοιάζει τραγικότερη, για την καρδιά και το μυαλό, από αυτή μιας ανθρωπότητας η οποία συνυπάρχει μεν με άλλα έμβια όντα σε μια Γη που μοιράζονται από κοινού, χωρίς όμως να είναι σε θέση να επικοινωνεί με τα όντα αυτά. Οι μύθοι αρνούνται να δουν την ατέλεια αυτή στην πλάση ως κάτι που υπήρχε πάντοτε. Θεωρούν την εμφάνισή της ως το γεγονός που εγκαινίασε την ανθρώπινη κατάσταση. Ο μύθος, σε αντίθεση με την καρτεσιανή προσέγγιση, αρνείται τις διαιρέσεις, δεν δέχεται ποτέ μια μερικευτική απάντηση· επιδιώκει εξηγήσεις που ενσωματώνουν την ολότητα των φαινομένων.

Έχω προσπαθήσει να δω τον ρόλο που διαδραματίζουν οι μύθοι στη σκέψη των μελών μιας κοινωνίας. Έχω προσπαθήσει να διακρίνω την εσωτερική λογική τους πριν αναρωτηθώ για την κοινωνική λειτουργία τους. Σε όλες τις επιστήμες υπάρχει ένα ερώτημα που θα μπορούσε να οριστεί με βιολογικούς όρους, όπως οι σχέσεις μεταξύ ανατομίας και φυσιολογίας, μεταξύ του τρόπου με τον οποίο ένας οργανισμός δημιουργείται και του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί. Φυσικά, οι μύθοι λειτουργούν μέσα στις κοινωνίες — επιτελούν ένα ρόλο. Αλλά, πριν αναρωτηθώ πώς λειτουργούν είναι απαραίτητο να γνωρίζω πώς φτιάχνονται, να γνωρίζω την ανατομίας τους. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε τον Δαρβίνο εάν δεν υπήρχε προηγουμένως ο Κυβιέ. Τα Μυθολογικά μου αντιστοιχούσαν στο στάδιο του Κυβιέ. Επεδίωκα την ανατομία των μύθων.

Πρόοδος και πολιτισμικός σχετικισμός

* Δώσατε δύο διαλέξεις στην Unesco, σε διάστημα είκοσι ετών. Η πρώτη είχε τίτλο «Φυλή και ιστορία», η δεύτερη «Φυλή και πολιτισμός». Είναι ακριβές να πούμε ότι και στις δύο η βασική μέριμνά σας ήταν να συμφιλιώσετε την έννοια της προόδου με την αρχή του πολιτισμικού σχετικισμού;

Η έννοια της προόδου υπονοεί ότι ορισμένοι πολιτισμοί είναι ανώτεροι από άλλους σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, ότι κάποιοι δημιουργούν έργα που άλλοι θα ήταν ανίκανοι να δημιουργήσουν. Σύμφωνα με τον πολιτισμικό σχετικισμό, που είναι μια από τις βάσεις της εθνολογικής σκέψης μου, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο κριτήριο για την επίρρωση της άποψης ότι ένας πολιτισμός είναι ανώτερος από κάποιον άλλο. Εάν κάποιοι πολιτισμοί «κινούνται» ενώ άλλοι όχι, αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο ένας είναι ανώτερος από τον άλλο. Συμβαίνει επειδή ιστορικές περιστάσεις οδηγούν στη συνεργασία μεταξύ κοινωνιών που δεν είναι μεν άνισες, αλλά είναι διαφορετικές. Αυτοί οι πολιτισμοί αρχίζουν στη συνέχεια να κινούνται μέσω της αμοιβαίας μίμησης ή αντίθεσης. Γονιμοποιούν και κινητοποιούν ο ένας τον άλλον. Σε άλλες εποχές και τόπους, τυχαίνει οι πολιτισμοί να παραμένουν απομονωμένοι και στατικοί.

* Διαφέρει, η λειτουργία της τέχνης από τον έναν πολιτισμό στον άλλο; Δεν είναι συλλογικότερη στις κοινωνίες που αποκαλείτε «ψυχρές»;

Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει επειδή η τέχνη σε τέτοιες κοινωνίες συνδέεται στενά με τα συλλογικά πιστεύω. Ο σκοπός της τέχνης σε αυτές τις κοινωνίες δεν είναι η εξατομικευμένη ή η ομαδική απόλαυση. Η λειτουργία της είναι να παρέχει επικοινωνία ανάμεσα στην κοινωνία και έναν υπερφυσικό κόσμο, στον οποίο όλα τα μέλη της πιστεύουν. Η τέχνη, έτσι, στην περίπτωση αυτή επιτελεί μια λειτουργία απολύτως αναγκαία για την ομάδα.

* Μια λειτουργία κοινωνική...

Κοινωνική και θρησκευτική. Όταν η θρησκεία, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις μοιράζονται από το σύνολο μιας ομάδας είναι αδύνατο να διαχωριστούν οι δύο πτυχές.

* Αυτή η λειτουργία έχει πάψει να υπάρχει στις «σύγχρονες» κοινωνίες.

Σκέφτομαι ότι αυτό σχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με την εξαφάνιση μιας μεγάλης κοινής πίστης. Οι κοινωνίες μας έχουν χάσει την ικανότητα για μια μεγάλη συλλογική πίστη, μια κοινή ψυχική ανάταση.

* Είναι και αυτό μια εκδήλωση του χωρισμού του ατόμου από τον κόσμο που σημειώνεται στη διάρκεια της Ιστορίας του δυτικού πολιτισμού;

Απομονώνοντας τους ανθρώπους από την υπόλοιπη πλάση, ο δυτικός ατομικισμός τούς στέρησε ένα προστατευτικό τείχος. Μόλις οι άνθρωποι θεωρήσουν ότι η δύναμή τους είναι απεριόριστη, οδεύουν προς την αυτοκαταστροφή. Σκεφτείτε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σκεφτείτε ολόκληρη την ανθρωπότητα σήμερα, τα περιβαλλοντικά προβλήματα.

* Κοιτάζοντας προς τα πίσω, στα πρώτα σας βήματα, πώς κρίνετε τα αποτελέσματα της έρευνάς σας; Πώς βλέπετε τον δρόμο που επιλέξατε;

Θεωρώ ότι πάντοτε έκανα το ίδιο πράγμα, υπό την έννοια ότι προσπάθησα να μελετήσω διαφορετικούς τομείς χρησιμοποιώντας την ίδια προσέγγιση. Άρχισα ενασχολούμενος με τα προβλήματα της οικογένειας και της κοινωνικής οργάνωσης. Κατόπιν το ένα οδήγησε στο άλλο: μου πρότειναν, στην Ecole Pratique des Hautes Etudes στο Παρίσι, μια θέση με αντικείμενο τη θρησκεία των λαών, χωρίς να έχω γράψει κάτι επ’ αυτού. Και έτσι στράφηκα στα ζητήματα της θρησκείας, και ειδικά στη μυθολογία. Τα προς επίλυση προβλήματα ήταν δυσκολότερα από εκείνα της συγγένειας — ένα πεδίο στο οποίο είχε γίνει ήδη πολλή δουλειά, αν και όχι ικανοποιητική κατά τη γνώμη μου. Εκτός από τις εξαιρετικά παλαιές και συγκεχυμένες θεωρίες, που όπως μπορούσε ο καθένας να διαπιστώσει ήταν ξεπερασμένες, οι μύθοι ανήκαν σε ένα, εν πολλοίς, παρθένο πεδίο μελέτης –με εξαίρεση, φυσικά, το πρωτοποριακό έργο του Ζωρζ Ντυμεζίλ, που ερεύνησε το περιορισμένο πεδίο της ινδοευρωπαϊκής μυθολογίας.

Τα προβλήματα τα οποία προέκυψαν από αυτήν τη νέα έρευνα ήταν της ίδιας τάξης με εκείνα που σχετίζονταν με τη συγγένεια. Ακριβώς όπως οι εθιμικοί κανόνες του γάμου διαφορετικών κοινωνιών, που είχα μελετήσει, φαίνονταν αυθαίρετοι, έτσι και οι μύθοι φαίνονταν ακατανόητοι, ακόμα και παράλογοι. Όταν οι μύθοι διαφορετικών, ακόμη και πολύ μακρινών πληθυσμών συγκρίνονται, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά. Αφού προσπάθησα να ενσταλάξω μια κάποια τάξη στο χάος της συγγένειας και των εθιμικών κανόνων του γάμου, θέλησα να κάνω το ίδιο πράγμα για τη μυθολογία, εμπνεόμενος από αρχές που είχα καθορίσει στην αρχή, προκειμένου να προσπαθήσω να κατανοήσω τι σήμαιναν οι μύθοι.

Αυτό το μακροπρόθεσμο σχέδιο μου πήρε είκοσι πέντε χρόνια, λόγω του απέραντου όγκου υλικού που έπρεπε να αφομοιώσω. Η εθνογραφική βιβλιογραφία εμπεριείχε ένα πλήθος μύθων που οι εθνολόγοι είχαν συλλέξει κατά τη διάρκεια ενός αιώνα με αξιοθαύμαστο ζήλο και είχαν μεταγράψει έπειτα σε ένα σώμα δημοσιεύσεων που κανένας δεν είχε χρησιμοποιήσει. Θεώρησα ότι επρόκειτο για μια πηγή υλικού ακόμα πλουσιότερη και από αυτό που διαθέτουμε για την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. «Για δύο χιλιάδες χρόνια», είπα στον εαυτό μου, «οι σχολιαστές μελετούσαν τις πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων, χωρίς το θέμα να εξαντληθεί, και ανακαλύπτοντας συνεχώς νέες ερμηνείες». Έτσι, επεδίωξα να εξερευνήσω την ανεξερεύνητη ήπειρο των τεκμηρίων που σχετίζονταν με τη Βόρειο και Νότιο Αμερική. Ελπίζω ότι κατάφερα να δείξω πώς συγκροτήθηκε ο μυθολογικός κόσμος των Ινδιάνων της Αμερικής.

Η συνέντευξη του Claude Levi-Strauss στον Manolio Osorio δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Courier» της Unesco, τον Οκτώβριο του 1990

Μετάφραση: Κατερίνα Λαμπρινού

Αναδημοσίευση από την Αυγή της Κυριακής

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Η πολλαπλή ταυτότητα ή... Σήμερα είμαστε όλοι μετανάστες


Το να ζει κανείς αρμονικά με τις ρίζες του είναι εξίσου σημαντικό τόσο για την προσωπική ανάπτυξη όσο και για μια ειρηνική κοινωνία. Για εκείνους που η κουλτούρα καταγωγής τους δεν συμπίπτει μ' εκείνη της χώρας που ζουν, είναι σημαντικό να βιώνουν αυτή την διπλή συγγένεια χωρίς εσωτερική σύγκρουση. Είναι σημαντικό να μην αισθάνονται υποχρεωμένοι να κρύβουν τις ρίζες τους και ταυτόχρονα να αισθάνονται ότι είναι ανοιχτοί στην κουλτούρα της χώρας στην οποία διαμένουν. Αυτό δεν είναι εύκολο.

Ο Maalouf (1999)1 υποστηρίζει ότι για να συναντήσει κανείς πραγματικά τον “άλλο” πρέπει να ανοίξει την αγκαλιά του με σηκωμένο κεφάλι. Αν κανείς αισθάνεται ότι προδίδει τους δικούς του και αποκηρύσσει τον εαυτό του, είναι αδύνατο να κάνει ένα βήμα προς τον “άλλο”. Για παράδειγμα, αν το άτομο από το οποίο μαθαίνω την άλλη γλώσσα δεν σέβεται την δική μου, η χρήση αυτής της άλλης γλώσσας δεν είναι πια ένα σημάδι ευρύτητας αντιλήψεων από την μεριά μου. Αντίθετα, μετατρέπεται σε σύμβολο υποταγής.

Ο Maalouf όμως προσθέτει ότι, παρόλο που αυτή είναι η στάση του μετανάστη, στην σύγχρονη κοινωνία είναι χαρακτηριστικό ότι ο καθένας έχει γίνει, με μια έννοια αλλοδαπός. Κανείς μας, εντέλει δεν ζει μέσα στην κοινωνία στην οποία γεννήθηκε ή ανατράφηκε

Έκλεισα τα σαράντα μου πριν λίγο καιρό. Συνελήφθην κατά την διάρκεια της παγκόσμιας έκθεσης του 1958 στης Βρυξέλλες. Νταν μαι “Χρυσή εποχή”. Οι άνθρωποι έβλεπαν το μέλλον γεμάτοι πίστη: ένα μέλλον αφθονίας για όλους, χάρη στην τεχνολογική επανάσταση' ένα μέλλον χωρίς πολέμους. Εκείνη η κοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας γεννήθηκα και μεγάλωσα σαράντα χρόνια πριν, έχει ελάχιστες ομοιότητες με αυτή την οποία ζω σήμερα. Έτσι η κοινωνία στην οποία θα ενηλικιωθούν τα παιδιά μας, λίγο θα θυμίζει την σημερινή.

Πρέπει όλοι να μάθουμε να ζούμε με μεγάλες αλλαγές' πρέπει όλοι να μάθουμε άλλες γλώσσες. Αισθανόμαστε μια ακαθόριστη απειλή ενάντια στην ταυτότητα μας. Για παράδειγμα, κάποιοι φοβούνται ότι θα κατακλυστούν από άλλες κουλτούρες, όπως η αμερικάνικη που κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή τηλεόραση ή όπως η αγγλική γλώσσα που κυριαρχεί στο Διαδίκτυο - στο μέσο επικοινωνίας του μέλλοντος.

Υπό αυτή την έννοια, είμαστε όλοι καταδικασμένοι να ζήσουμε σαν μετανάστες - μετακινούμενοι από την μια κοινωνία στην άλλη - και αντιμετωπίσουμε την επιλογή του τι θέλουμε να πάρουμε από κάθε κουλτούρα, τι θέλουμε να πάρουμε από το παρελθόν και τι από το μέλλον. “Καταδικασμένοι” αλλά ταυτόχρονα και απίστευτα ελεύθεροι: είμαστε ελεύθεροι να αλλάξουμε, να πάρουμε τις δικές μας αποφάσεις αναφορικά με το δικό μας “πρόταγμα”, να επιλέξουμε που θέλουμε να ανήκουμε και τι θέλουμε να αποδεχτούμε.

Αυτή η διαδικασία της συνεχούς κατασκευής της πολλαπλής ταυτότητας μας δεν είναι καθόλου εύκολη. Το γεγονός ότι υπάρχουν τόσες πολλές κρίσεις ταυτότητας συνηγορεί σε αυτό. Διάφοροι συγγραφείς, όπως ο Verbunt2 και ο Maalouf περιγράφουν κάποιους τρόπους μέσω των οποίων η ταυτότητα μπορεί να αστοχήσει. Τα αίτια μπορούν να βρεθούν τόσο στο χάσμα ανάμεσα σε κάποιον και τις ρίζες του - το παρελθόν – όσο και στην έλλειψη ενός προγράμματος για το μέλλον.

Συχνά είναι αυτό το “ολιστικό” (ομογενοποιημένο) όραμα της ταυτότητας ως μιας ενότητας που συνθλίβει τους ανθρώπους κατά την κατασκευή της προσωπικότητας τους. Η κοινώς αποδεκτή ιδέα ότι οι μετανάστες πρέπει να αποκηρύξουν την κουλτούρα και την γλώσσα της πατρίδας τους για να μπορέσουν να ενσωματωθούν σε μια άλλη κουλτούρα είναι μια παρωχημένη αντίληψη, η οποία βασίζεται σε μια ολιστική εικόνα της ταυτότητας.

Στην πραγματικότητα ακόμα και ίδια η λέξη ένταξη έχει παραγκωνιστεί από την πραγματικότητα, εφόσον καμία χώρα δεν έχει ομοιογενή κουλτούρα. Το κεντρικό ερώτημα πια δεν είναι “ποιος πρέπει να ενταχθεί” αλλά καλύτερα “ πως προσαρμοζόμαστε όλοι εμείς στις αλλαγές του κόσμου που μας περιβάλλει”. Η ολιστική θέαση του κόσμου όμως συνεχίζει να καθορίζει την σκέψη μας και τότε παρατηρούμε ότι, εδώ και εκεί, οι άνθρωποι αναδιπλώνονται στο παρελθόν, στην κουλτούρα της καταγωγής τους. Ή, μάλλον στις προσωπικές αναμνήσεις που έχει κανείς για το παρελθόν (Verbunt)' στην μυθοπλασία που το περιβάλει ( Maalouf )' ή στην αφήγηση του ( Pinxten καιVerstrete ).
Απόσπασμα από το βιβλίο του

Michel Vandenbroeck
με τίτλο
ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΓΕΤΙ
Η καλλιέργεια του σεβασμού του “άλλου” στην εκπαίδευση


σημειώσεις

1 Αμίν Μααλούφ Λιβανέζος συγγραφέας εγκαταστημένος στην Γαλλία
2 Gilles Verbunt Γάλλος κοινωνιολόγος.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΑΝΤΗΣΗ στην... Ανοικτή επιστολή ψυχολόγων-παιδαγωγών γιά την καταναγκαστική νοσηλεία του μικρού Λάμπρου (1)



Στην μικρή μας χώρα η υστερία περισσεύει και η γκρίνια καθώς και η έλλειψη ικανοποίησης από το κράτος αποτελούν τα βασικά κριτήρια της καθημερινότητα του πολίτη. Τώρα που ο κουρνιαχτός έχει πέσει λιγάκι και τα πράγματα έχουν τακτοποιηθεί στην υπόθεση του μικρού Λάμπρου, δράττομαι της ευκαιρίας, να απαντήσω στους ψυχολόγους-παιδαγωγούς που έστειλαν εκείνες τις όμορφες επιστολές, γεμάτες ανησυχία για το παιδί του κ. Μαζιώτη και της κα Ρούπα θέλοντας να το προστατεύσουν από την κρατική βία.

Η επιστολή των αγαπητών συναδέλφων, οι οποίοι, θα χαιρόμουν να μάθαινα αν δουλεύουν σε κρατικές δομές, ή είναι ιδιώτες, διότι σαν ιδιώτες έχουν όλο το δικαίωμα να θεωρούν - λόγω έλλειψης γνώσης και μεγάλης φαντασίας - τις κρατικές δομές, σαν χώρους “ομηρίας” των ανθρώπων που αναγκάζονται να τις χρησιμοποιήσουν. Έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την δημόσια υγεία σαν “κάτεργα” που αιχμαλωτίζουν παιδιά και τα βασανίζουν με ερωτήσεις, μη επιτρέποντας να δουν τους γονείς τους. Αν όμως είναι ψυχίατροι, ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί που εργάζονται μέσα σε αυτές, τότε, με το να καταγγέλλουν την λειτουργία τους, φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνονται την ευθύνη τους για τον τρόπο που λειτουργούν. Επίσης μου δίνουν την εντύπωση ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι οι δομές είναι οι άνθρωποι και η οργάνωσή τους.

Εκτός όμως από τις δομές, και οι εργαζόμενοι σε αυτές, ψυχίατροι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί παρουσιάζονται σαν ανάλγητοι επαγγελματίες, ταυτίζοντας τους περισσότερο με τις δυνάμεις καταστολής, παρά με επαγγελματίες της ψυχικής φροντίδας. Εάν διαβάσουμε αυτά που γράφει η κα Θεοφίλου Μαρία (2) θα καταλάβουμε:

"Κρατείται από «ειδικούς» που έχουν το επαίσχυντο θράσος να ισχυρίζονται ότι μπορούν να αποφασίσουν ποιό είναι το ώφελος του παιδιού. Αυτοί οι ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι αν έχουν διαβάσει έστω ένα βιβλίο της επιστήμης που υποτίθεται πως είναι λειτουργοί, θα πρέπει να γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι διαπράττουν έγκλημα. Τόσο αυτοί όσο και το κράτος που υπηρετούν. Και εγκληματούν κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και συνεχίζουν να κρατούν το παιδί αιχμάλωτο, για να εκδικηθούν τους γονείς του, Π.Ρουπα και Ν.Μαζιωτη". 

Αυτό λοιπόν που εξάγουμε σαν συμπέρασμα από αυτές τις επιστολές είναι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις που προβάλουν οι ίδιοι οι επαγγελματίες για την δημόσια ψυχική υγεία στην χώρα μας. Οι γνώστες του αντικειμένου και όχι οι πολίτες. Αναπαραστάσεις οι οποίες σηματοδοτούνται από εκφράσεις του τύπου “ Κλειστή παιδοψυχιατρική πτέρυγα”, “αποστερούμενο από την “επικοινωνία”, “κράτηση”, “Βίαιη απομάκρυνση του παιδιού”, “σκουλήκια που σέρνονται πίσω από τους μηχανισμούς”.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις λοιπόν, είναι εικόνες συνθηκών που επικρατούν στις κρατικές δομές υγείας και δεν επιτρέπουν, κατά την γνώμη των συναδέλφων, την “συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού” ( Λάμπρος) και κάθε παιδιού, καθώς και κάθε πολίτη που είναι αναγκασμένος να τις χρησιμοποιήσει. Εικόνες που δεν προβάλλουν τις δομές ψυχικής υγείας σαν κατασκευές πρόληψης και προστασίας του πολίτη, αλλά σαν χώρους απομόνωσης, εκμετάλλευσης, καταπίεσης και σαν χώρους άσκησης ψυχικής και οργανικής βίας.

Αν όλες αυτές οι τοποθετήσεις δείχνουν, προβάλλουν και δυσφημίζουν την εικόνα που έχουμε για την κρατική ψυχική υγεία στην μικρή μας χώρα τότε θεωρώ ότι:

α) Υποτιμούν όλες τις προσπάθειες (αποασυλοποίηση)(3),τόσο των φορέων και των δομών ψυχικής υγείας, όσο και των ανθρώπων που διάλεξαν σαν επαγγελματίες να εργαστούν μέσα σε αυτές.

β)Ταυτίζονται, με μια στείρα κριτική η οποία εκτός από το να κρίνει... δεν έχει τίποτα να προτείνει.

γ) Στηρίζονται στην αοριστία των λέξεων, “επανάσταση” και “ελευθερία” που σαν σήματα θέλουν να πυροδοτήσουν τον θυμό και την αγανάκτηση του πολίτη για κάτι που δεν γίνεται, αφήνοντας τον μετέωρο χωρίς, όπως ανέφερα, μια περαιτέρω εποικοδομητική πρόταση.

δ) Συνυπογράφουν την αοριστία της “επαναστατικής” δράσης του κύριου Μαζιώτη και της κα Ρούπα η οποία περιορίζεται μόνο στην βίαιη αποδόμηση και όχι την οικοδόμηση ενός επαναστατικού προτσές το οποίο λαμβάνει υπ' όψιν περισσότερο την πραγματικότητα παρά την φαντασία, περισσότερο τον συλλογικό παρά τον ατομικό ακτιβισμό.

Αυτό που θεωρώ σπουδαιότερο - για να επιστρέψω από εκεί που ξεκίνησα – και που θεωρώ το πιο λυπηρό είναι ότι αυτές οι δυσφημιστικές κοινωνικές αναπαραστάσεις προβάλλονται από επαγγελματίες της ψυχικής υγείας που γνωρίζουν την δυσκολία και την ευαισθησία που αντιμετωπίζει αυτός τομέας, τόσο σε θεωρητικό, όσο και πρακτικό επίπεδο!!

Ευχαριστώ που με ακούσατε...

Κερεντζής Λάμπρος


Σημειώσεις-πληροφορίες

1.https://lefterianews.wordpress.com/2017/01/07/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3/

2.athens.indymedia.org

3.http://www.psychargos.gov.gr/Documents2/Ypostirixi%20Forewn/Ypostirixi%20EPISTHMONIKH/Ex%20Post%20%CE%A0%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%94%CE%9F%CE%A4%CE%95%CE%9F%202%20Teliko.pd
ή fhttp://www.mednet.gr/archives/2003-3/pdf/238.pdf

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Η Γονεϊκότητα



Η Γονεϊκότητα είναι ένας όρος ο οποίος εμφανίστηκε εκτεταμένα στην βιβλιογραφία το 1980. Για πρώτη φορά όμως είχε εκφραστεί από τον Ψυχίατρο και Ψυχαναλυτή Recamier το 1960 προσπαθώντας να ορίσει την διαδικασία ωρίμανσης των γονέων μέσα από την σχέση με το παιδί τους. Βέβαια η γονεϊκότητα σαν ορολογία χρησιμοποιήθηκε από πολλούς θεωρητικούς για να φθάσει να εκφράζει σήμερα με αυτό τον όρο την συναισθηματική, νοητική και οργανική στάση των ενηλίκων, η οποία τους επιτρέπει να απαντήσουν στις ανάγκες των παιδιών τους.

Η γονεϊκότητα λοιπόν, κατασκευάζεται με βασικό στοιχείο της την ευθύνη. Την ευθύνη που έχει να κάνει με την νομική, ηθική, πολιτιστική και παιδαγωγική ανάπτυξη του παιδιού. Με αυτή της την μορφή η γονεϊκότητα δεν αποτελεί μόνο μια γονεϊκή λειτουργία με στόχο την ωριμότητα του παιδιού και του γονέα, αλλά αποτελεί μια κοινωνική ιδιότητα που εκφράζει μια κατάσταση θεσμοθετημένη κοινωνικά. Γίνεται μια ιδιότητα η οποία υποπίπτει στους νόμους ενός κράτους και αποτελεί στοιχείο αφαίρεσης ή αποδοχής του δικαιώματος του κάθε πολίτη να την ασκήσει με την έννοια της “ Γονεϊκής επιμέλειας”. Έτσι με τον όρο “Γονεϊκή μέριμνα” ορίζεται νομοθετικά η δυνατότητα πρόσβαση κάποιου γονέα στην εξάσκηση της γονεϊκότητας.

Η γονεϊκότητα, εκφράζει τον τρόπο που είμαστε γονείς και αποτελεί το φυσικό περιβάλλον ανάπτυξης του παιδιού. Δηλώνει μια μορφή δέσμευσις του γονέα προς το παιδί του. Η μορφή αυτής της δέσμευσης το επηρεάζει σε γνωστικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Δηλαδή η ψυχρότητα ή θαλπωρή με την οποία περιβάλλει το παιδί καθορίσει την ζωή του στο μέλλον.

Η μετάβαση στην Γονεϊκότητα μπορεί να φαίνεται απλή αλλά δεν είναι. Από την στιγμή που κάποιος/α γίνεται γονέας φαίνεται ότι τελειώνει με μια μορφή ζωής που είχε υιοθετήσει μέχρι τώρα και αρχίζει μια άλλη που καθορίζεται από την γονεϊκότητα. Η γονεϊκότητα λοιπόν είναι μια περίοδο που δεν τελειώνει όταν αρχίσει. Εκτός από το παιδί επηρεάζει το γονέα στην σχέση με τον εαυτό του(ναρκισσισμός) καθώς και στην σχέση με τον σύντροφό του (ζευγάρι). Η μετάβαση προς την γονεϊκότητα όμως, είναι για τους ψυχαναλυτές μια ασυνείδητη διαδικασία η οποία έχει αρχίσει πολύ πριν φτάσει το παιδί.

Η γονεϊκότητα αποτελεί το συναισθηματικό πεδίο της ζωής του κάθε γονέα. Μπορεί ο μελλοντικός γονέας από την στιγμή της σύλληψης να φαντάζεται τον εαυτό του έτσι ώστε η παρουσία του παιδιού να μην τον βρει απροετοίμαστο, αλλά δυστυχώς η ίδια η γονεϊκότητα είναι ένα πεδίο του οποίου η έκταση απαιτεί μια συνεχή εξερεύνηση. Η εξερεύνηση του πεδίου αυτού, έχει σχέση τόσο με το παρελθόν του όσο και με το παρόν του. Τόσο με αυτό που αυτός έχει ζήσει σαν παιδί, όσο και με αυτό που αντιλαμβάνεται ότι ζει του παιδί του.

Η γονεϊκότητα λοιπόν ανασαίνει και ζει μέσα από την σχέση με τα παιδιά. Είναι εξ ίσου σημαντική για τα παιδιά όσο και για τους γονείς. Τόσο ένας όσο και ο άλλος βιώνουν την σχέση μέσα από την δικής τους θέση και το ρόλο μέσα σε αυτή. Η γονεϊκότητα λοιπόν καθορίζεται από την μορφή της σχέσης και η σχέση από την μορφή της γονεϊκότητας. Σε τελική ανάλυση ο τρόπος με τον οποίο ο γονέας βιώνει την γονεϊκότητα καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο το παιδί βιώνει την παιδικότητα ή την εφηβεία του.

Η γονεϊκότητα εκφράζεται πάντα με την μορφή των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές “αναγκάζουν” θα λέγαμε τους γονείς να θεωρήσουν ή και να αναθεωρήσουν την μέχρι τώρα στάση τους στην ζωή. Αναθεώρηση που έχει να κάνει με τις ιδέες, το σύστημα αξιών, την συμπεριφορά τους και βοηθάει στην υιοθέτηση μιας μορφής διαπαιδαγώγησης που θα ακολουθήσουν απέναντι στα παιδιά τους.

Η ανάγκη προσαρμογής στη σχέση με τα παιδιά καθιστά το γονέα ένα υποκείμενο σε συνεχή αλλαγή ενώ χρειάζεται να διατηρεί την σταθερότητα του. Η ευθύνη που απορρέει από το ρόλο, του ζητά να είναι ευέλικτος ενώ συγχρόνως πρέπει να διατηρεί μια συμπεριφορά η οποία αποπνέει σιγουριά. Η γονεικότητα απαιτεί από την μια ν' αναθεωρήσουμε και να επανεξετάσουμε τόσο τις πεποιθήσεις μας, όσο και το σύστημα αξιών που είχαμε μέχρι σήμερα. Και από την άλλη μας καλεί να είμαστε σταθεροί, αμετάβλητοι, και υπερασπιστές αρχών που δημιουργούν το συναίσθημα ασφάλειας στα παιδιά.

Η γονεϊκότητα λοιπόν είναι μια αναπτυξιακή διαδικασία η οποία αφορά το γονέα και το παιδί. Το γονέα σαν πυροδότη του συναισθηματικού, νοηματικού και αλληλεπιδραστικού περιεχομένου της γονεϊκής σχέσης και το παιδί σαν αποδέκτη της.

Κερεντζής Λάμπρος