Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Η εξουσία της αδυναμίας, ή, ο “προτεινόμενος ασθενής”


Εισαγωγή
Σε αυτό το άρθρο πρόθεσή μας είναι να δούμε την ισχύ που εμπεριέχει η “ανεπάρκεια - μειονεξία” ενός μέλους της οικογένειας και το πως μπορεί να οργανώσει την λειτουργία της με τέτοιο τρόπο ώστε η “αδυναμία” που εκδηλώνει να επιβληθεί σαν ισχύ όσον αφορά τις αποφάσεις και τις αποδοχές από τα άλλα μέλη.
Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για ΄ένα “τυραννικό” μέλος το οποίο με την συμπεριφορά του αναγκάζει τους άλλους να κάνουν κάτι που δεν θέλουν, δηλαδή ασκεί εξουσία της οποίας τα όρια, από μια στιγμή και μετά δεν μπορεί να ελέγξει κανείς. Έτσι η “αδυναμία” του γίνεται το μέσο πίεσης στην οικογένεια και καλεί τα άλλα μέλη να συμμορφωθούν με αυτό.
Επίσης θεωρούμε ότι η παρουσία του “αδύναμου” εκφράζει μια αναγκαία κατάσταση για την οικογένεια, μέσω της οποίας εξασφαλίζει την λειτουργίας και την συνοχή της.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο πλευρές θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον τρόπο της λειτουργία της “αδυναμίας” σαν στοιχείο που διατηρεί την οικογενειακή ομοιόσταση, αλλά μερικές φορές ξεφεύγει από το όριο της και την οδηγεί στο διαμελισμό.
Η προβολή
Ο “προτεινόμενος ασθενής” θα λέγαμε, είναι το υποκείμενο εκείνο το οποίο σαν μέλος της οικογένειας έχει αναλάβει, χωρίς να το έχει διαλέξει, το ρόλο του “ανεπαρκούς” του “προβληματικού” του “αρρώστου” τόσο σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο όσο και σε οργανικό. Ο ρόλος αυτός επιτυγχάνεται μέσω της προβολής της ανησυχίας των γονέων στο πρόσωπό του.
Σύμφωνα με το πατέρα της ψυχανάλυσης τον Φρόιντ, η προβολή αποτελεί ένα μηχανισμό άμυνας του εγώ, ο οποίος συνίσταται στη απόδοση των συναισθημάτων ενός υποκειμένου τα οποία δεν θεωρεί αποδεκτά για τον ίδιο, στους άλλους. Μπορούμε δηλαδή να αποδώσουμε συναισθήματα, προθέσεις, σκέψεις, βλέψεις καθώς και συμπεριφορές στον άλλον, οι οποίες αποτελούν ενδόμυχα προσωπικά μας στοιχεία. 
Με λίγα λόγια αποδίδουμε στον άλλον, σκέψεις, ιδέες, ή συναισθήματα  αρνούμενοι να αποδεχτούμε ότι είναι δικά μας. Παραδείγματος χάριν ένα γονέας αναγνωρίζει στο παιδί μια απορριπτική στάση προς το πρόσωπό του “με απορρίπτει το παιδί μου”, σκέπτεται ή το εκφράζει, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αυτή η στάση μπορεί να αποτελεί τάση απόρριψης του ιδίου προς αυτό. Η έννοια λοιπόν της “προβολής” είναι όρος της ψυχανάλυσης τον οποίον χρησιμοποιεί η ψυχολογία και άλλες μορφές ψυχοθεραπείας.
Η προβολική διαδικασία της οικογένειας”
Μετά από τον Φρόιντ, ο Murray Bowen μίλησε για την “προβολική διαδικασία της οικογένειας” την οποία θεωρεί μια οικογενειακή λειτουργία. Αποτελεί μια διεργασία κατά την οποία οι γονείς προβάλλουν στα παιδιά τους τις συναισθηματικές ελλείψεις τους. Σαν λειτουργία μετατρέπει τα συναισθηματικά ελλείμματα των γονέων σε συναισθηματικές ελλείψεις των παιδιών. Έτσι αν κάποιος γονέας αισθάνεται ότι δεν είναι επαρκής, και κάτι δεν πάει καλά με τον ίδιο, ασυνείδητα, μπορούμε να πούμε, ότι βρίσκει, αναγνωρίζει αυτή την ανεπάρκεια, ή ότι κάτι δεν πάει καλά, στο παιδί του.
Εάν αυτή η ιδέα του γονέα για τον εαυτό του ενισχύεται από τον, ή την σύντροφό του, μέσα στο γάμο και το αντίθετο, αν εκείνος αποδίδει μια ανεπάρκεια στο άλλο γονέα, τότε η κατάσταση μπορεί να πάρει διαστάσεις οι οποίες καταγράφονται προβαλλόμενες πάνω στο παιδί, και έχουν στόχο την ετεροχρονισμένη αναπλήρωση τους. “ Είσαι σαν το πατέρα σου”, “ στην μάνα σου μοιάζεις”
Ο “προτεινόμενος ασθενής” έρχεται λοιπόν μέσα από την αναγνωρισμένη αδυναμία του και ανεπάρκεια να βοηθήσει τους γονείς να αποφύγουν την δική τους μειονεξία προβάλλοντας την σαν δικιά του. Δηλαδή το παιδί εξουσιοδοτείται σαν “ανεπαρκής”, “αδύναμος”, “άρρωστος” καταλαμβάνοντας το ρόλο του δοχείου των συναισθηματικών απορριμάτων της οικογένειας. Με αυτό τον τρόπο η προβολική λειτουργία έρχεται να δημιουργήσει τους “ευαίσθητους κρίκους” της οικογένειας, φροντίζοντας για την ομοιόσταση της.
Αυτό που μεταβιβάζεται μέσω αυτής της διαδικασίας, είναι η αποτροπή της διαφοροποίησης των μελών της, που σημαίνει την αποτροπή της ανάπτυξή τους μακριά από το χώρο/χρόνο που η οικογένεια προσδιορίζει και καθορίζει. Η μη διαφοροποιήση αποτελεί μια λειτουργία που οριοθετεί τα μέλη της μεταφέροντας τα προβλήματα διαγενεαλογικά. Η προβολική λειτουργία της οικογένειας φροντίζει λοιπόν για την “κληρονόμηση” των άλυτων προβλημάτων των γονέων στα παιδιά τους, από γενιά σε γενιά.
Σύμφωνα με τον Murray Bowen και τον Michael Kerr αυτή η οικογενειακή διαδικασία συμβαίνει σε τέσσερα στάδια,1
α) Ο γονέας ή οι γονείς εστιάζονται στο παιδί φοβούμενοι ότι κάτι δεν πάει καλά.
β) Ερμηνεύουν την συμπεριφορά του παιδιού με τρόπο που επιβεβαιώνει τους φόβους τους
γ) Το παιδί αρχίζει να φέρεται σαν να υπάρχει πραγματικά κάτι που δεν πηγαίνει καλά.
δ) Οι φόβοι και οι αντιλήψεις του γονέα αλλοτριώνουν την ανάπτυξη και την συμπεριφορά του παιδιού, έτσι ώστε εκείνο, μεγαλώνοντας, να οικειοποιείται τους φόβους και τις αντιλήψεις τους.
Ο προτεινόμενος ασθενής”
Η προβολική διαδικασία της οικογένειας στοχεύει, όπως είπαμε, ένα μέλος της, το οποίο το εγκαθιστά σε μια ευαίσθητη θέση και ρόλο μέσα στην οικογένεια. Το οποίο το διακρίνει για την “ανεπάρκεια” και την “αδυναμία”του. Εκδηλώνοντας προς το πρόσωπο του σε καθημερινή βάση αυτή την διαφορά, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, το στιγματίζει, το καθιστά τον “άρρωστο” της οικογένειας.
Η προβολική διαδικασία της οικογένειας αποτελεί μια οικογενειακή διαδικασία που οργανώνει το σύμπαν του υποκειμένου με τέτοιο τρόπο ώστε να το εγκλωβίζει και το ακινητοποιεί στην θέση του “ασθενή”. Έτσι κάθε αντίσταση του, ερμηνεύεται σαν εκδήλωση ακριβώς αυτής της “ανεπάρκειας” και της “αδυναμίας”, σαν έλλειψη συνείδησης της κατάστασή του, επιβεβαιώνοντας συγχρόνως την ιδέα και τις προβολές των γονέων.
Οι λόγοι για τους οποίους ένα “παιδί” αναλαμβάνει αυτόν το ρόλο είναι πολλοί. Κατ΄ αρχάς μπορεί να έχουν σχέση με την ιστορία της ευρύτερης καθώς και της πυρηνικής οικογένειας. Μπορεί να έχουν σχέση με την σειρά γέννησης, με το όνομα του παιδιού. Συνήθως παρατηρείται ότι ο “ προτεινόμενος ασθενής” είναι “παιδί” που έχει μια ιδιαίτερη θέση στην οικογένεια όπως τα πρωτότοκα, τα στερνοπαίδια, η μοναχοκόρη, ή ο μοναχογιός. Μπορεί επίσης να είναι τα αγαπημένα παιδιά ενός γονιού. Στην ουσία είναι τα “παιδιά” μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί μια μείωση των αντιθέσεων των γονιών ή και το αντίθετο.
Τα “παιδιά” αυτά υπόκεινται σε μια στασιμότητα στο βαθμό που, ο στιγματισμός τους δεν τους επιτρέπει την ελεύθερη ανάπτυξη, δημιουργώντας μια “καθήλωση”, όπως θα έλεγε και πάλι ο Φρόιντ, που σημαίνει την εκδήλωση μιας αμφιθυμίας ανάμεσα στην επιθυμία τους για εξέλιξη και την ικανότητα τους για την πραγματοποίησή της. Αυτή εκδηλώνεται πάντα με την ατολμία, την ντροπή, την ενοχή, την απόσυρση και την έλλειψη ενεργητικότητας και πράξης. Εκφράζει την αίσθηση της μοναξιά που τα τυλίγει και την έλλειψη ικανοποίησης που τα διακρίνει.
Η θέση ενός τέτοιου “παιδιού” στην οικογένεια δεν του επιτρέπει, επίσης να ασχοληθεί με τον εαυτό του όσο και αν δίνει την εντύπωση ότι ασχολούνται μόνο με αυτό, όσο και αν φαίνεται ότι είναι “εγωιστής” και δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Στην ουσία είναι ένας “στρατιώτης” που έχει αναλάβει την διαιώνιση μια οικογενειακής κατάστασης που οι γονείς προσπαθούν να ελέγξουν μέσα από αυτόν. Μιας κατάστασης που, και ο ίδιος προσπαθεί να ελέγξει, αλλά δεν τα καταφέρνει. Άρα έχουμε να κάνουμε με ένα εξουσιοδοτημένο μέλος, με ένα “γρανάζι” θα έλεγα, ενός οικογενειακού μηχανισμού που είναι στην υπηρεσία του και δουλεύει για για την καλή λειτουργία του!
Στην ουσία, αυτή η οικογενειακή λειτουργία του “στιγματισμού” δεν επιφέρει μόνο μια “καθήλωση” του “παιδιού”. Πολύ εύκολα μπορεί να “κατηγορηθεί” για συμπεριφορές που ανήκουν σε παλαιά στάδια ανάπτυξης (παιδικότητα, εφηβεία). “ Δεν έχεις μεγαλώσει ακόμα”, “εσύ δεν γνωρίζεις”, “δεν μπορείς, όπως οι άλλοι”. Αυτές είναι μερικές εκφράσεις που φανερώνουν όχι μόνο το περιεχόμενο των σκέψεων των γονέων, αλλά και την μορφή των συμπεριφορών τους απέναντί του. Στην ουσία αυτή η μορφή γονεϊκής σχέσης εκφράζει επίσης την “καθήλωση” των γονέων και κατ' επέκταση της ίδιας της γονεϊκής σχέσης. 

Παρατηρούμε δηλαδή ότι οι γονείς συμπεριφέρονται στο “παιδί” σαν να βρίσκεται σε παλαιά στάδια ανάπτυξης, αγνοώντας τις περισσότερες φορές ότι έχει μεγαλώσει, ακόμα και το ότι είναι ενήλικας. Έτσι εμφανίζεται πρωταρχικά η “καθήλωση” στην γονεϊκή σχέση και στο γονέα και μετά στο “προτεινόμενο ασθενή”. Και εμφανίζεται με ένα ψυχαναγκαστικό τρόπο που οδηγεί στην επανάληψη, δηλαδή στην ασταμάτητη αναπαραγωγής της σαν οικογενειακή διαδικασία στιγματισμού!
Βασικά δεν είναι όλα τα παιδιά στην οικογένεια τα ποία θα υποστούν αυτή την προβολή και αυτό το στιγματισμό. Συνήθως ένα “παιδί” γίνεται αντικείμενο της προβολικής διαδικασίας, το οποίο απορροφά την νοσηρότητα των γονεϊκών συναισθημάτων, ενώ τα άλλα παιδιά προφυλάσσονται από αυτά. Όσο η παρουσία του “προτεινόμενου ασθενή” τραβάει τις προβολές της οικογένειας, και η σχέση του διατηρεί μια ανωριμότητα και στασιμότητα, τα άλλα παιδιά είναι ελεύθερα να “απομακρυνθούν” από αυτήν και να δημιουργήσουν μια πιο ώριμη σχέση με την ίδια, αλλά και με το περιβάλλον εκτός αυτής. Μπορούν να παντρευτούν και να δημιουργήσουν καινούργιες οικογένειες.
Η εξουσία της αδυναμίας
Ο “προτεινόμενος ασθενής ” λοιπόν είναι ένα υποκείμενο το οποίο έχει δεχτεί τον περιορισμό της ελευθερίας του και της δημιουργικότητας του καθώς και την ικανοποίηση που μπορεί να νιώσει από τον εαυτό του. Επάνω του είναι αποτυπωμένο το οικογενειακό πρόβλημα σαν προσωπικό και καλείται να αποδεχθεί αυτή την κατάσταση δεχόμενος όλη την “απαιτούμενη” προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων, η οποία αντί να τον βοηθήσει να βγει από αυτή την θέση, τον βυθίζει ακόμα περισσότερο.
Η “εξουσιοδότηση” είναι το προϊόν της οικογενειακής προβολικής διαδικασίας που διαπερνά, όπως αναφέραμε, της γενιές και έρχεται να αναπαράγει ένα μηχανισμό μέσω του οποίου διαιωνίζεται μια πραγματικότητα στιγματισμού που δεν ικανοποιεί κανένα, αλλά βολεύει τους πάντες.
Βέβαια αυτή η βολή, στην ουσία οδηγεί τον“προτεινόμενο ασθενή” σε μια κατάσταση αδυναμίας, η οποία χωρίς να το καταλάβει η οικογένεια γίνεται ένα μέτρο πίεσης, όπου η “ανεπάρκεια', η “ αδυναμία” καθώς και η “ασθένεια” υποτάσσουν κάθε μέλος της οικογένειας στο δικό τους ρυθμό. Η προβολική διαδικασία της οικογένειας δημιουργεί ένα χώρο/χρόνο που ούτε η οικογένεια, αλλά ούτε “προτεινόμενος ασθενής” ή και κάποιο άλλο μέλος της μπορεί να ελέγξει.
Η “αδυναμία”, η “ασθένεια” αποκτά μια δύναμη μέσα στην οικογένεια εφόσον μπορεί να αναγκάσει τα μέλη της να συμπεριφερθούν με τρόπους που δεν επιθυμούν. Ασκεί μια εξουσία από την στιγμή που ζητά την υποταγή και την στήριξη των άλλων παρά την θέλησή τους. Η “ασθένεια” σαν αδυναμία λοιπόν αρχίζει να αποκτά μια ισχύ η οποία τονώνει την παρουσία της και την βοηθάει να αναπαραχθεί μέσα στην οικογένεια.
Για να το καταλάβουμε καλύτερα δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε τις περιπτώσεις τοξικομανίας και το διαλυτικό τρόπο που λειτουργούν μέσα στην οικογένεια. Σε αυτή την περίπτωση ο “προτεινόμενος ασθενής” - χρήστης ασκεί μια καταλυτική εξουσία στα άλλα μέλη, έχοντας αυτονομηθεί μέσα από την χρήση. Σε αυτή την περίπτωση όπως και σε άλλες, η αδυναμία του “παιδιού”, δηλαδή η ανικανότητα του να διαπραγματευτεί την ζωή του σε ψυχοκοινωνικό, αλλά και οργανικό επίπεδο, γίνεται μια δύναμη που υποτάσσει την οικογένεια με την παρουσία της.
Η δύναμη της αδυναμίας” έχει να κάνει με τον φόβο, την αγωνία και την έλλειψη ελέγχου από την οικογένεια του “προτεινόμενου ασθενή”. Ενός ελέγχου που ούτε ο ίδιος έχει, παρ' όλες τις προσπάθειες να τον αποκτήσει. Στην ουσία “η εξουσία της αδυναμίας” είναι μια καταστροφική δύναμη η οποία από αίσθημα μειονεξίας που ήταν στην αρχή και από την έλλειψη αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης του “προτεινόμενου ασθενή”μετατράπηκε σε συναίσθημα αυτό-λύπηση, αποστροφής, απόρριψης του εαυτού και τάση αυτοκαταστροφής του.
Σε αυτή την περίπτωση, όπως αναφέραμε στην αρχή του άρθρου, θεωρούμε ότι ο “προτεινόμενος ασθενής” μετατρέπεται σε ένα “τυραννικό” μέλος τόσο για τον ίδιο, όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειας. Με την συμπεριφορά του αναγκάζει τους άλλους να κάνουν κάτι που δεν θέλουν, δηλαδή ασκεί εξουσία της οποίας τα όρια, δεν μπορεί να ελέγξει κανείς. Έτσι η “αδυναμία” του γίνεται εξουσιαστική για την οικογένεια και καλεί τα άλλα μέλη να υποταχθούν σε αυτή.
Άρα η όλη κατάσταση μετουσίωσης της αδυναμίας σε εξουσία είναι μια οικογενειακή λειτουργία. Είναι λειτουργία που μπορεί να κατασκευάσει μια εξουσία καταστροφική, η οποία μετατρέπει την “αδυναμία”, την ανεπάρκεια” και γενικά την “ασθένεια” που τόσο πρόβαλλαν οι γονείς, σε όπλα ενάντια στον “προτεινόμενο ασθενή” και κατ' επέκταση ενάντια στην οικογένεια. 

Μέσα από αυτόν,  η “ασθένεια” μπορεί να αυτονομηθεί και να πάρει την μορφή της τιμωρίας και της αυτοκαταστροφής του, για αυτό που είναι δηλαδή, “αδύναμος” “ανεπαρκής”, '”άρρωστος”, εφόσον δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγει αυτό το στιγματισμό που γίνεται αυτό-στιγματισμός. Η βιβλιογραφία δυστυχώς, είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις.
Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας: EMIL NOLDE

1” Τα οικογενειακά συστήματα”Κωστής Ζερβάκος 

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Κάμερες επιτήρησης στα σχολεία!!


Η θλίψη κυριαρχεί. Η αίσθηση ότι η μικρή κοινωνία του σχολείου μπορεί να μετατραπεί σε χώρο επιτήρησης ορίζοντας τα παιδιά σαν εν δυνάμει κακοποιά στοιχεία παίρνει την θέση της στην πραγματικότητα της Ελληνικής επικράτειας, με μια ελαφρότητα που σκανδαλίζει. Αυτή η αφοπλιστική άγνοια σε σχέση με την εκπαίδευση και την ψυχολογία, καταντά στην χώρα μας ένα εγκληματικό στοιχείο, στο βαθμό που δεν υπολογίζονται βασικοί κανόνες παιδαγωγικών και ψυχολογικών διαδικασιών στην σχέση τόσο του παιδιού με τον εαυτό του, όσο και με τούς άλλους. Συστήματα επιτήρησης εγκαθίστανται με σαθρά προσχήματα τα οποία θα ταίριαζαν σε χώρους κράτησης, έτσι ώστε η παρουσία της κάμερας ασφαλείας, όπως λένε, θα μετατρέψει το προαύλιο του σχολείου σε προαύλιο φυλακής.
Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η έννοια της “μάθησης” δεν περιορίζεται μέσα στους τοίχους της τάξης, αλλά το σχολείο σαν ολότητα αποτελεί πεδίο μαθησιακής διαδικασίας και χώρος κοινωνικοποίησης για το κάθε παιδί, αλλά και ενήλικο που βρίσκεται μέσα του. Δεν γνωρίζουν επίσης ότι ο χώρος του προαυλίου του σχολείου καθώς και ο χρόνος που τα “παιδιά” περνάνε μέσα σε αυτό είναι ένας παιδαγωγικός χώρος. Ένα χώρος και χρόνος ο οποίος δεν στερείται σημαντικότητας από αυτόν της σχολικής τάξης.
Αν πιστεύουμε ότι το διάλειμμα είναι ένας χρόνος απλής “ξεκούρασης” από το μάθημα στην τάξη, κάνουμε ένα τεράστιο λάθος διότι το διάλειμμα είναι ένας χώρος/χρόνος κοινωνικής ζωής. Είναι χώρος/χρόνος μάθησης μέσα από την αλληλεπίδραση με τα άλλα “παιδιά”, άρα ισάξιος της σχολικής τάξης. Εάν τώρα αναγνωρίσουμε την σημασία του χώρου του προαυλίου του σχολείου σαν κοινωνικοποιητικό παράγοντα, τότε ερχόμαστε να προσεγγίσουμε την “ψυχολογία” που “κατασκευάζεται” μέσα σε αυτόν για το κάθε “παιδί” και την σημασία που έχει για την ανάπτυξη του. Η αλληλεπίδραση με τα άλλα παιδιά δημιουργεί την αίσθηση της παρουσίας του μέσα από την σχέση με τον “άλλον”. Στο χώρο του προαυλίου αυτή η διαδικασία είναι πιο σημαντική, διότι εκεί καλείται το “παιδί” να έρθει σε επαφή χωρίς την παρουσία του δασκάλου, η οποία πολλές φορές παίζει ένα προστατευτικό ή και αποτρεπτικό ρόλο.
Το κάθε “παιδί”, έφηβος, ή έφηβη βρίσκεται μόνο του σε αυτό το χώρο και χρόνο για να δημιουργήσει τον εαυτό του μέσα από την ελεύθερη αλληλεπίδραση με τον άλλο “παιδί”. Το διάλειμμα λοιπόν είναι ένας χώρος/χρόνος καθόλου εύκολος. Διότι το “παιδί” καλείται να “δοκιμάσει” τον εαυτό του στην κατ' ευθείαν σχέση με τους άλλους, χωρίς την διαμεσολάβηση του δασκάλου που σημαίνει την ανάληψη της ευθύνης της πράξης του, η οποία εκφράζει την επιθυμία του, καθώς και τα μέσα που θέτει σε ενέργεια για να πετύχει.
Είτε πρόκειται για ένα απλό παιχνίδι, είτε για κάτι πιο περίπλοκο το “παιδί” βρίσκεται πάντα σε μια προβληματική κατάσταση στην σχέση με τον άλλον, την οποία καλείται να λύσει και αυτή η διαδικασία εμπεριέχει ολόκληρη την ουσία της κοινωνικής μάθησης. Μέσω της αλληλεπίδρασης με τα άλλα “παιδιά” καλείται να θέσει σε ενέργεια αυτά που έχει “μάθει” μέσα από τις ταυτίσεις και τις μιμήσεις των κοινωνικών μοντέλων σχέσεων που έχει εσωτερικεύσει, είτε αυτά έχουν σχέση με την οικογένεια, είτε άλλες πηγές κοινωνικών προτύπων. Καλείται να τα εκφράσει και να τα δοκιμάσει και ανάλογα την απήχηση που θα έχουν στους άλλους να τα κρατήσει είτε να τα αλλάξει. Καλείται να “επιβιώσει”! Άρα διάλειμμα στο προαύλιο του σχολείου είναι ένας χωρόχρονος τόσο πλούσιος σε ερέθισμα που γίνεται ισάξιος με αυτόν της σχολικής τάξης. 'Έτσι εάν το “μάθημα” στην τάξη έχει σχέση με το γνωστικό στοιχείο της μάθησης αυτό του προαυλίου έχει με το ψυχολογικό και το κοινωνικό.
Η απουσία της επιτήρησης- καθοδήγησης του δασκάλου στο προαύλιο με την έννοια που συμβαίνει μέσα στην τάξη, δεν είναι παρά ένα παιδαγωγικό εργαλείο για την βοήθεια του “παιδιού” να έρθει σε επαφή με τα άλλα παιδιά στηριζόμενο περισσότερο στον εαυτό του. Στην ουσία η απουσία του δασκάλου-καθηγητή είναι μια τεχνητή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία “ αφήνει” τα παιδιά εκτεθειμένα στην σχέση με τον άλλον χωρίς την μεσολαβητική του παρουσία. Είναι μια “προπόνηση“, θα λέγαμε, για την κοινωνική ζωή όπου ενεργοποιείται, τόσο το άγχος της ύπαρξης, όσο και η ευχαρίστηση της επαφής με τον άλλο και της αίσθησης τους εαυτού που απορρέει από αυτή την σχέση. Είναι λοιπόν, όπως ανέφερα, το διάλειμμα, ένα εργαλείο μάθησης που βασίζεται στην έννοια της αυτονόμησης και της πρωτοβουλίας. Ο χώρος λοιπόν του προαυλίου είναι ένα χώρος κοινωνικής μάθησης, όπου δοκιμάζονται οι δεξιότητες του “παιδιού” τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο.
Κατά την γνώμη μου πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο χώρος του σχολείου είτε αυτός είναι η τάξη, ο διάδρομος, οι τοίχοι, η διακόσμηση, τα χρώματα, είτε το προαύλιο, οι μπασκέτες, τα τοιχάκια που κάθονται τα “παιδιά”, ή ακουμπάνε, είναι εκπαιδευτικοί χώροι, οι οποίοι ο καθένας εκφράζει διαφορετική μορφή στην διαδικασία της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την Μορφολογική ψυχολογία η μαθησιακή διαδικασία βασίζεται στην αντίληψη της μορφής του αντικειμένου γνώσης σαν όλον, το οποίο όλον περιλαμβάνει όχι μόνο το αντικείμενο αυτό κάθε αυτό. αλλά και τις συνθήκες που περιβάλλουν την διαδικασία της μάθησης, οι οποίες ταξινομούνται σαν μορφές και συνδέονται με το αντικείμενο θετικά ή αρνητικά. Έτσι η μάθηση λαμβάνει χώρα μέσα από τα επιμέρους κομμάτια που την αποτελούν όπως είναι η τάξη, ο καθηγητής, ο συμμαθητής,το θρανίο, ο περιβάλλοντας γενικά χώρος. Όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν τα οποία αποτελούν το περιβάλλοντα χώρο αποτελούν κομμάτια που συνθέτουν την γνωστική διαδικασία.
Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι, ο χώρος του προαυλίου του σχολείο δεν είναι ένας ανεξέλεγκτος χώρος. Είναι ένας περιοριστικός χώρος. Έχει κάγκελα που τον περιφράζουν και τον διαχωρίζουν από τον κοινόχρηστο χώρο, τα οποία περιορίζουν τις κινήσεις των μαθητών κατά την ώρα του διαλείμματος. Η πόρτα είναι κλειδωμένη και όταν κάποιος μαθητής ή μαθήτρια θέλει να βγει πρέπει να πάρει άδεια. Ακόμα και όταν κάποιος ενήλικος, γονέας επισκέπτεται το σχολείο πρέπει να του ανοίξουν. Αυτό δηλώνει την ασφάλεια του χώρου και την ικανότητα της επιτήρησης του από οποιοδήποτε σημείο. Επιτήρηση η οποία γίνεται με την παρουσία ενός δασκάλου κατά την διάρκεια των διαλειμμάτων.
Δυστυχώς σήμερα στην χώρα μας βρισκόμαστε στην δύσκολη θέση να αντιμετωπίσουμε την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας στο προαύλιο χώρου του σχολείου με το πρόσχημα την ασφάλεια. Σαν πρώτη παρατήρηση θα λέγαμε ότι η παρουσία της κάμερας δεν είναι παρά ένα μάτι που βλέπει και καταγράφει το τι συμβαίνει στο χώρο. Η γνώση της ύπαρξής της διαφοροποιεί τις αλληλεπιδράσεις στο χώρο και τις διαμορφώνει σύμφωνα με αυτό που “πρέπει” να διαδραματίζεται. Έτσι με τον ίδιο τρόπο που η παρουσία του δασκάλου έρχεται να οριοθετήσει το παιδί στην σχολική τάξη και να αφαιρέσει την αυθόρμητη έκφραση και την απρόσκοπτη χαρά του παιχνιδιού, επαναφέροντας τους όρους της γνωστικής μάθησης, έτσι και η κάμερα επιτήρησης του προαυλίου του σχολείου έρχεται να προσδιορίσει το χώρο/χρόνο του διαλείμματος.
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι, η παρουσία και μόνο της κάμερας σαν στοιχείο του προαυλίου χώρου, ξέχωρα από την λειτουργία της, αποτελεί ένα στοιχείο νομιμοποίησης της επιτήρησης ακόμα και όταν δεν συμβαίνει. Είναι ένα “βλέμμα” που επιβάλλει την πειθαρχία μετατρέποντας το διάλειμμα σε αντικείμενο παρατήρησης και επεξεργασίας των ενηλίκων, στην φαντασία των “παιδιών”. “ Μας βλέπουν”. “ Μας παρακολουθούν” Δηλαδή, το ότι ο χώρος παρακολουθείται για τα “παιδιά” δεν χρειάζεται να είναι μια πραγματικότητα, η φαντασία τους μπορεί να οργιάζει ακόμα και αν τα επιβεβαιώνουμε για το αντίθετο. Έτσι ξέχωρα από την λειτουργία της, έρχεται να οριοθετήσει την αλληλεπίδραση στο χώρο, αφαιρώντας το αυθόρμητο της συμπεριφοράς, εγκαθιδρύοντας την παρουσία της παράβασης σαν στοιχείο της διαπροσωπικής σχέσης, προκαλώντας την ενοχή και τον φόβου της τιμωρίας.
Μια τρίτη παρατήρηση έγκειται στο ότι, η κάμερα επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας δηλώνει την εν δυνάμει παρουσία της παραβατικής συμπεριφοράς. Δηλώνει ότι ο οποιοσδήποτε είναι υποψήφιος παραβάτης. Έτσι η παράβαση μέσα από την κάμερα στοχεύει την παρουσία του καθένα προβάλλοντας ότι η παραβατικότητα είναι στοιχείο που κυριαρχεί σε σχέση με τα άλλα χαρακτηριστικά των ανθρώπων, προκαλώντας το. Με αυτό τον τρόπο δεν κάνει διακρίσεις, αλλά η παρουσία της, μας οδηγεί να σκεφτούμε την παράβαση ακόμα και όταν δεν την έχουμε στο μυαλό μας. Συγχρόνως κάνει τους “παραβάτες” εν δυνάμει παρουσίες ακόμα και όταν δεν υπάρχουν. Η κάμερα ενοχοποιεί την συμπεριφορά του “παιδιού” σαν αξιόποινη πράξη.
Βέβαια οι άνθρωποι που προτείνουν αυτές τις λύσεις πρέπει να γνωρίζουν ότι τα παραδείγματα από χώρες που οι κάμερες έχουν εγκατασταθεί δεν απέδωσαν αυτό που αναμενόταν. Δηλαδή δεν απέφυγαν τους βανδαλισμούς, ούτε και την δυνατότητα ξένων στοιχείων να εισέλθουν στο προαύλιο του σχολείου από μέρη που η κάμερα αδυνατούσε να καλύψει. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε σχολεία όπου οι κάμερες εγκαταστάθηκαν ακόμα και μέσα στους διαδρόμους, ένα κύμα αντίδρασης πυροδοτήθηκε από τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες και τους συλλόγους γονέων για το περιορισμό της αυτονομίας και την περιχάραξη της ελευθερίας των μαθητών. Μπορεί φυσικά να περιόρισαν λίγο τις εκδηλώσεις βίας ανάμεσα στους μαθητές μέσα στο σχολείο, αλλά δεν απέτρεψαν την βία, η οποία μεταφέρθηκε σε χώρους που δεν υπήρχαν κάμερες.
Φυσικά μιλάμε για χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν μια μεγάλη παραβατικότητα και εκδηλώσεις παιδικής και εφηβικής βίας ακόμα και μέσα στους χώρους του σχολείου είναι πολύ μεγάλη, πράγμα που στην μικρή μας χώρα αυτό δεν συμβαίνει. Αναφερόμαστε δηλαδή σε χώρες όπου οι δεσμοί της οικογένειας έχουν χάσει την ικανότητα τους να οριοθετούν και να κοινωνικοποιούν τα νέα μέλη τους. Παρ' όλα αυτά ακόμα και οι κάμερες δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τα κρούσματα βίας ανάμεσα στα “παιδιά”. Εκτός λοιπόν από την ανασταλτική παρουσία τους, η λειτουργία τους δεν δικαιολογείται από τις σχολικές συνθήκες στην Ελληνική πραγματικότητα.
Εκείνο λοιπόν που προέχει για την μικρή μας χώρα δεν είναι ο μιμητισμός πρακτικών επιτήρησης και ελέγχου οι οποίες δεν έχουν από την μια αποτελέσματα, και από την άλλη ανάγκη ύπαρξης. Δεν έχουμε ανάγκη από πρακτικές οι οποίες δεν δικαιολογούνται από τις συνθήκες που διαμορφώνει η ελληνική κοινωνία, προβάλλοντας την δήθεν βία και τους “βανδαλισμούς” σαν στοιχεία που απαιτούν την περιχάραξη της αυτονόμησης και της ελευθερίας των “παιδιών”. Πρακτικές που προβάλλουν επίσης μια λανθασμένη εκτίμηση της ελληνικής πραγματικότητας δίνοντας την εντύπωση ότι η ελληνική κοινωνία είναι βίαιη και πρέπει να την καταστείλουμε με οποιοδήποτε μέσον.
Στην ουσία αυτές οι πρακτικές, στηρίζονται στον ψυχρό τεχνολογικό εξοπλισμό και την παρουσία απρόσωπων εταιριών παρακολούθησης χωρίς δικλίδες ασφαλείας για τα προσωπικά δεδομένα κάθε “παιδιού” και κάθε πολίτη. Αυτή η συνθήκη αποτελεί από μόνη της μια βίαιη πράξη και θεωρώ ότι πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Πρόκειται για μια πράξη βίας ενός συστήματος ελέγχου, επιτήρησης και τιμωρίας το οποίο δεν θέλει να μειώσει την βία αλλά να την προβάλει μέσα από την παρουσία του.
Έτσι η απουσία του ανθρώπινου παράγοντα όπως των σχολικών φυλάκων, όπου η ανθρώπινη σχέση αποτελούσε το στοιχείο παρέμβασης σε καταστάσεις ξεπεράσματος των ορίων και η αντικατάστασή τους από ένα τεχνολογικό υλικό αμφιβόλου προέλευσης και ελέγχου, γενικώς, δεν έρχονται να αναστείλουν την βία, αλλά έρχονται να την προβάλλουν σαν μια μελλοντική πιθανότητα η οποία δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα.
Κερεντζής Λάμπρος



Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Φθόνος 3 : Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που φθονεί!




Ό,τι άλλο είναι ο Φθόνος πάνω από όλα είναι μια μεγάλη σπατάλη πνευματικής ενέργειας. Ενώ δεν μπορεί να αποδειχθεί το αν ο φθόνος αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, πιστεύω ότι αυτό που μπορεί να αποδειχθεί είναι ότι, αν αφεθεί ελεύθερος, ο φθόνος έχει την τάση να μειώνει όλους όσους διακατέχει. 

Όπως και να λειτουργεί ο νους, ο φθόνος, το γνωρίζουμε, είναι μια από τις υπερβολές του, και ως τέτοια πρέπει να προσδιοριστεί και να καταπολεμηθεί με το μόνο μέσο που έχουμε στην διάθεσή μας: με το να μην λέμε ψέματα στον εαυτό μας, με την αυτοανάλυση και την ισορροπημένη κρίση.

Αν ο θεολογικός στοχασμός είναι απρόσιτος για εσάς, αν αυτή η έννοια το “αμαρτήματος”, του προπατορικού ή όχι, για εσάς δεν έχει κανένα νόημα, τότε αντί αυτού θα ζητούσα να θεωρήσετε τον φθόνο λιγότερο σαν αμάρτημα παρά ως κακή πνευματική υγιεινή. Παρεμποδίζει την διαύγεια, τόσο για τον εαυτό μας, όσο και για τους ανθρώπους που φθονούμε, και τελικά μας δίνει μια κακή εικόνα για τον εαυτό μας.

Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που φθονεί.
Ο φθόνος θολώνει την σκέψη, συντρίβει την γενναιοδωρία, αποκλείει κάθε ελπίδα για γαλήνη, και καταλήγει στο μαρασμό της ψυχής μας – λόγοι που αρκούν για να αγωνισθούμε με όλη μας την πνευματική δύναμη για να απελευθερωθούμε από αυτόν.

Απόσπασμα από το βιβλίο
του Joseph Epstein

Ο ΦΘΟΝΟΣ


πίνακας:Diego Fazio

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Φθόνος 2 : (Στην αρχαία Ελλάδα)




Αυτό που έκανε τους Έλληνες να διαφέρουν σύμφωνα με τον Peter Walcot1, ήταν ότι εκείνοι, ουσιαστικά, θεσμοθέτησαν τρόπους αντιμετώπισης του φθόνου. Δεν τους περνούσε από το μυαλό ότι μπορούσαν να καταπνίξουν τον φθόνο, αλλά αντ' αυτού επινόησαν τρόπους που άφηναν να ξεσπάσει και, όπου αυτό ήταν δυνατό τον έκαναν λιγότερο επιβλαβή.
Ο πολιτικός θεσμός του εξοστρακισμού, για παράδειγμα, με τον οποίον μπορούσε να καθαιρέσει καθαιρεθεί κάποιος πολιτικός ηγέτης, συχνά θεωρήθηκε ως ένα μέσο μείωσης του φθόνου που ένοιωθαν για αυτόν. 

Η πιο γνωστή – και πιθανά η πιο λαμπρή - περίπτωση εξοστρακισμού της αρχαιοελληνικής ιστορία ήταν αυτή του αρχαίου Έλληνα πολιτικού, του Αριστείδη του Δικαίου που, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, εξοστρακίστηκε λόγω μια υπερβολικής αρετής, αν θα μπορούσε ποτέ να λεχθεί ότι η αρετή μαστίζεται από κάποια υπερβολή. “ Έχω βαρεθεί πια να ακούω από παντού να αποκαλείται Δίκαιος”, υποτίθεται ότι σχολίασε κάποιος Αθηναίος πολίτης. (Θα μπορούσαμε να επιχειρηματολογήσουμε ότι ο Σωκράτης δεν εξοστρακίστηκε, αλλά καταδικάστηκε σε θάνατο για τον ίδιο λόγο – τον φθόνο για την μεγάλη του αρετή και την απόλυτη ακεραιότητά του ). Ο ναύαρχος και πολιτικός Θεμιστοκλής επίσης εξοστρακίστηκε – στην δική του περίπτωση, όμως,γιατί ζούσε πέρα από το δημοκρατικό κανόνα και επειδή θεωρήθηκε ότι αποκτούσε υπεροπτικό ύφος.

Ο εξοστρακισμός σήμαινε μια δεκαετή εξορία, χωρίς όμως την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της περιουσίας. Όποιος υποβαλλόταν σε εξοστρακισμό είχε το δικαίωμα να επιστρέψει, και μάλιστα ήταν αναμενόμενο ότι θα επέστρεφε. Αλλά, εν τω μεταξύ ο εξοστρακισμός του άφηνε ένα περιθώριο – για να χρησιμοποιήσουμε μια σημερινή έκφραση – για να κρυώσει το θέμα. Ο φθόνος που αισθάνονταν γι αυτόν οι συμπολίτες, θα είχε χρόνο να κοπάσει.

Στην αρχαιοελληνική κοινωνία παντού υπήρχε η ένταση ανάμεσα στο φυσικό συναγωνισμό και το όνειδος της υπερβολικά μεγάλης ανόδου σε σχέση με τους συμπολίτες του. Αυτό εξηγεί γιατί, τόσο συχνά, όταν διαβάζουμε για τις νίκες των αρχαίων Ελλήνων σε αθλητικούς ή σε άλλους αγώνες, βλέπουμε ότι ο νικητής μοίραζε τα πλουσιοπάροχα δώρα στους συμπολίτες, από τον φόβο ότι θα επισύρει ένα υπερβολικό έντονο κύμα φθόνου για την καλή του τύχη. 

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι ο φθόνος είναι μια ανόητη, λανθασμένη, αξιοθρήνητη συνήθεια που τελικά κυριαρχεί στο χαρακτήρα του ανθρώπου. Αλλά το ότι οι αρχαίοι Έλληνες τον κατανοούσαν με αυτόν τον τρόπο δεν σήμαινε ότι πίστευαν πως ο φθόνος μπορούσε να απαλειφθεί. Στην καλύτερη περίπτωση, ήλπιζαν ότι μπορούσε να αντιμετωπιστεί και, ίσως, να ελαττωθεί. 

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο φθόνος αποτελούσε μέρος της ανθρώπινης φύσης, ο οποίος είχε διαφορετικές εντάσεις σε διάφορους ανθρώπους, αλλά ήταν πάντα εκεί, διαρκώς έτοιμος για να αναδυθεί, σαν κουλουριασμένο φίδι, που είναι δήθεν κοιμισμένο, αλλά εύκολα μπορεί να σηκωθεί και να κάνει φαρμακερή επίθεση.


Απόσπασμα από το βιβλίο
του Joseph Epstein

Ο ΦΘΟΝΟΣ


1Ομότιμος Καθηγητής στην Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Κάρντιφ

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Ο θεραπευτής


Ο Ροχαιμ Γκέζα1 γράφει:
Στο κέντρο της κοινωνίας κάθε πρωτόγονης φυλής βρίσκεται ο θεραπευτής. Μπορεί εύκολα να αποδειχθεί ότι πρόκειται για νευρωτικό ή ψυχωτικό άτομο , ή τουλάχιστον πως η τέχνη του βασίζεται στους μηχανισμούς της νεύρωσης, ή της ψύχωσης.
Οι ανθρώπινες ομάδες εμψυχώνονται από τα ομαδικά ιδεώδη τους που βασίζονται πάντα στην νηπιακή κατάσταση. Η κατάσταση της παιδικής ηλικίας τροποποιείται και κατευθύνεται από την διαδικασία της ωρίμανσης, η οποία με την σειρά της ενεργοποιείται από την ανάγκη προσαρμογής στην πραγματικότητα και είναι πάντοτε παρούσα χορηγώντας αόρατους δεσμούς της λίμπιντο χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία ανθρώπινη ομάδα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι θεραπευτές απλά κάνουν ορατά και κοινοποιούν τα συστήματα της συμβολικής φαντασίας που είναι παρόντα στην ψυχή κάθε ενήλικου μέλους της κοινωνίας τους.
Είναι οι αρχηγοί αυτού του παιδικού παιχνιδιού και φωτεινοί ρυθμιστές του κοινού φόβου. Πολεμούν τους δαίμονες για να κυνηγήσουν οι άλλοι το θήραμα και γενικά πολεμούν την πραγματικότητα”.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ο Ήρωας με τα χίλια πρόσωπα”
του Joseph Campbell


1Ο Geza Roheim (1891-1953), ούγγρος ψυχαναλυτής, μέλος του αρχικού φροϋδικού κύκλου και εκπαιδευμένος ανθρωπολόγος 

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Φθόνος 1


Στην δημοκρατία. Οι απλοί πολίτες βλέπουν έναν άνθρωπο που βγαίνει από τις γραμμές τους και που σε λίγα χρόνια φτάνει στο πλούτο και την ισχύ' το θέαμα αυτό διεγείρει την έκπληξη και τον φθόνο τους' αναρωτιούνται πως αυτός που εχθές ήταν ίσος τους, σήμερα περιβάλλεται το δικαίωμα να τους διοικεί.
Η απόδοση της ανόδου του στα ταλέντα ή της αρετές του είναι άβολη, γιατί θα είναι σαν να ομολογούν οι ίδιοι ότι είναι λιγότερο ενάρετοι, ή ικανοί από αυτόν.
Αποδίδουν λοιπόν την κύρια αιτία σε κάποια από τα φαύλα χαρακτηριστικά, και συχνά έχουν δίκιο να το κάνουν. Διενεργείται λοιπόν κάποια αποκρουστική μείξη ανάμεσα στις ιδέες της ποταπότητας και της εξουσία, της αναξιότητας και της ευτυχίας της χρησιμότητας και της ατίμωσης.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η δημοκρατία στην Αμερική

του Αλέξης ντε Τοκβίλ, 
Πίνακας: Angelo Bronzino,

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

facebook: Κάντε μου “like”

Στο facebook, πραγματοποιείται η συνάντηση του ιδιωτικού χώρου/χρόνου με το δημόσιο. Είναι ένας χώρος/χρόνος επανακοινωνικοποίησης του υποκειμένου σαν χρήστη. Το facebook λοιπόν είναι ο δημόσιος χώρος και χρόνος μέσα στον οποίο χρήστης κατασκευάζεται το προφίλ του δηλαδή τον ιδιωτικό χωρόχρονο.
Είναι το “έξω”από το “μέσα”. Όταν ο χρήστης μπαίνει “μέσα”, είναι σαν να βγαίνει “έξω”. Σαν να κυκλοφορεί στο “δρόμο” να “συναντάει” φίλους, να χαιρετάει, να στέκεται σε μια “γωνία” για να συνομιλήσει μαζί τους. Όταν βγαίνει “έξω” συναντά ολοκληρωμένο καμβά των ανθρωπίνων συμπεριφορών. Από την μια χρήστες ανεβασμένους σε εξέδρες που βγάζουν πολιτικούς λόγους, έχοντας από κάτω οπαδούς που τους χειροκροτούν με like και από την άλλη χρήστες κρυμμένους, δειλούς που δεν θέλουν να φανερώσουν την παρουσία τους.
Το υποκείμενο λοιπόν σαν χρήστης κυκλοφορεί ανάμεσά τους αισθανόμενο την ύπαρξή του, που επιθυμεί, όπως στην πραγματικότητα, να τραβήξει την προσοχή των άλλων, τα βλέμματα, να ακούσει ένα καλό λόγο, ή να εκτονώσει την ανάγκη για αντιπαράθεση και αντιπαλότητα. Έτσι πολλές φορές θυμώνει και στεναχωριέται, ή άλλες είναι χαρούμενο και ικανοποιημένο.
Όπως στη πραγματικότητα έτσι και στην εικονικότητα το υποκείμενο σαν χρήστης εκφράζει τις ανάγκες, τις επιθυμίες του, τις χαρές και τις απογοητεύσεις του. Το συναίσθημα έρχεται να δώσει στην εικονική πραγματικότητα μια διάσταση που επηρεάζει το υποκείμενο και το συνδέει με τους “φίλους”, ανώνυμους, ή επώνυμους όπως στην πραγματική ζωή.
Το facebook λοιπόν όπως κάθε δημόσιος χώρος είναι ένας κοινωνικός χώρος που πάλλεται από τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Αλληλεπιδράσεις σε λεκτικό και εικονικό επίπεδο στο οποίο δεν στερούνται σημασίας από μια πραγματική αλληλεπίδραση των υποκειμένων σε ένα πραγματικό χώρο/χρόνο.
Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι το facebook είναι η υλική πραγματικότητα των συναισθημάτων που διέπουν την κοινωνία μας. Στο facebook ο χρήστης κουβαλάει και προβάλει όλο το εξοπλισμό της καθημερινής ταυτότητας τον οποίο νομίζει ότι “κρύβει” πίσω από το προφίλ του. Επώνυμο, ή ανώνυμο το προφίλ, πάντα φανερώνει την “προσωπικότητα” του χρήστη, φανερώνει την ανάγκη του και τους σκοπούς του προς τους άλλους.
Η πραγματικότητα της προσωπικότητας αναδύεται μέσα από το λόγο του, από τις επιλογές των αναρτήσεων του. Οι αναρτήσεις του εμπεριέχουν την χαρτογραφία του εαυτού του και προδίδουν μια κρυφή επιθυμία της επικύρωσης τους, αποδοχής του. Φωτογραφίες, τραγούδια, θέσεις και εκφράσεις καθώς και ιδεολογικές τοποθετήσεις έρχονται να φανερώσουν την ανάγκη του χρήστη για αποδοχή και μάλιστα για δόξα και επιζητούμενο κρυφά κύρος.
Έτσι σε κάθε προφίλ ξεδιπλώνεται το “είναι” του χρήστη σε μια εικονική διάσταση της οποίας τα πραγματικά στοιχεία κυριαρχούν και φανερώνουν, τόσο τα θέλω, τις αξίες, τα πιστεύω και την ιδεολογία του, όσο και τις ασυμφωνίες, της διαφορές, τους εκνευρισμούς, την επιθετικότητα και την βία του.
Το βασικό στοιχείο το οποίο συνδέει την πραγματική με την εικονική πραγματικότητα είναι η ανάγκη του υποκειμένου να γίνει αποδεχτό.
Το facebook γίνεται η χωρόχρονος της αποδοχής ή της απόρριψης. Η αποδοχή δεν είναι παρά η επιβεβαίωση της ταυτότητας και της συνέχειας της. Φανερώνει λοιπόν το κρυφό “πόλεμο” του καθένα απέναντι στην ανάγκη της επικράτησης που σημαίνει την ανάγκη επιβεβαίωσης. Στην ουσία εκφράζει την φυσιολογική ανάγκη της αποδοχής και αναγνώρισης του χρήστη από τους άλλους, όπως αυτή συμβαίνει στην καθημερινή ζωή.
Αυτή την κατάσταση δεν τη θεωρώ παράλογη και αφύσικη. Ακολουθεί το μονοπάτι της καθημερινής αγωνίας του πολίτη, ο οποίος παλεύει τόσο στην οικογένεια όσο και στην κοινωνία για την υπαρξιακή επιβίωση με την άντληση της έγκρισης, της αποδοχής και της αναγνώρισης.
Δυστυχώς στην πραγματικότητα του υποκείμενο για να φθάσει εκεί που βρίσκεται έχει περάσει μέσα από μια κοινωνική κατάσταση, η οποία δεν στηρίζεται στην αναίμακτη αποδοχή του, αλλά στην ολοένα δοκιμασία του και απόρριψή του τόσο στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι έχει αναγκαστεί να συμβιβαστεί, να δεχτεί, να υποκύψει στις απαιτήσεις των άλλων και ο φόβος της απόρριψης καταλαμβάνει το μεγαλύτερο φάσμα κάθε κοινωνικής πράξης, και κάθε ενέργειάς του.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε κοινωνίες που υποβάλλουν τους πολίτες τους σε αυθαίρετες συνεχείς αξιολογήσεις με αξιολογικά κριτήρια που δεν τα ελέγχουν. Κοινωνίες που υποβάλλουν τους πολίτες τους σε αναγκαστικές δοκιμασίες που απαιτούν αποδείξεις για την αξία τους. Που δημιουργούν την αμφιβολία και την αυτό-απόρριψη σαν αποτέλεσμα της μη αναγνώρισης και της έλλειψης αποδοχής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε κοινωνίες που η καλλιέργεια της ενοχής σαν το στοιχείο συνοχή τους, υπερτερεί. Ενοχή που εκφράζεται μέσα από την κοινωνική πράξη του υποκειμένου και λειτουργεί για την καθυπόταξη του στους όρους ενός χωρίς ορίου ανταγωνισμού.
Σε όλες αυτές τις κοινωνικές περιπτώσεις ο φόβος της απόρριψης και του εξοστρακισμού αποτελεί την ασφαλιστική δικλίδα του συστήματος. Είτε στην οικογένεια, είτε στην εκπαίδευση, είτε στην εργασία, ο φόβος της απόρριψης διαφεντεύει και οργανώνει την λειτουργία του υποκειμένου μέσα σε αυτά τα συστήματα, περισσότερο από την επιθυμία της αναγνώρισης και της αποδοχής.
Το σύστημα οργανώνει με τέτοιο τρόπο της κοινωνικές διαδικασίες ώστε η ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής και η απαίτηση τους μπορεί να εκληφθεί από αυτό σαν φαινόμενο άκραίου ναρκισσισμού .
Δεν φοβόμαστε να πούμε ότι ο φόβος της απόρριψης είναι το συναίσθημα πιο κατακλύζει την κοινωνία και είναι αυτό που ορίζει την ποσόστωση της επιθυμίας για αναγνώριση και αποδοχή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που αυτό συμβαίνει στην κοινωνία, εκφράζεται και στην εικονική πραγματικότητα. Με τον ίδιο τρόπο που στην πραγματική ζωή αναζητάμε την υπαρξιακή μας αναγνώριση, με τον ίδιο τρόπο θα το κάνουμε και στην εικονική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το facebook, λειτουργεί και αυτό σαν το πλαίσιο που εκφράζει την ανάγκη της αποδοχής, αλλά περισσότερο, πιστεύω ότι κρύβει μέσα του με περίτεχνο τρόπο, το φόβο της απόρριψης. Ο φόβος της απόρριψης ενεργοποιείται σε κάθε εικονική συνάντηση, περισσότερο από αυτόν της αποδοχής. Έτσι πολλές φορές έχουμε γίνει μάρτυρες διαπόμπευσης ανθρώπων που ψάχνουν τα like, αλλά ανάγκη των laik δεν θα πρέπει, κατά την γνώμη μου, να είναι κάτι κατακριτέο. Εκφράζει την φυσιολογική ανάγκη του κάθε υποκειμένου να γίνει αποδεχτό και ο λόγος του να έχει περάσει.
Επίσης εκφράζει την ακόρεστη φυσιολογική επιθυμία του υποκειμένου να επικοινωνήσει την παρουσία του. Να βγει “έξω” και να “συναντηθεί” με τους άλλους στο δημόσιο χώρο του facebook , όπου μέσα από αυτή την συνάντηση, την διαλογικότητα, μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει την διαφορετικότητα του, αλλά και την ομοιότητα του με τους άλλους, καθώς και να συνειδητοποιήσει τα χαρακτηριστικά κομμάτια που συγκροτούν την ταυτότητα του. Η ανάγκη λοιπόν για εκτίμηση, αναγνώριση και αποδοχή αποτελεί μαι φυσιολογική προτεραιότητα του υποκειμένου και δεν βλέπω το λόγο να μην προβάλλεται και από το facebook.
Σκέπτομαι ότι η ανάγκη για αναγνώριση, για αποδοχή από μια φυσιολογική ανάγκη τείνει να θεωρηθεί στην κοινωνία μας και κατ' επέκταση στο facebook σαν μια παρά φύση ανάγκη. Η εκδήλωση της ανάγκης του υποκειμένου να είναι αγαπητό τείνει να ενοχοποιηθεί προβάλλοντας το ναρκισσισμό, όπως αναφέραμε, σαν στοιχείο που παρακινεί αυτή την ανάγκη, δηλαδή μια χωρίς όριο εγωκεντρική τάση και όχι σαν μια φυσιολογική κατάσταση που διέπει νομοτελειακά τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις.
Αν σκεφτούμε ότι στη οικογένεια το υποκείμενο έχει γευτεί την αναγνώριση, την τρυφερότητα και την προστασία σημαίνει ότι έχει δεχτεί την απαιτούμενη προσοχή στην κατασκευή της ταυτότητας του, τότε η ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής των άλλων μπορεί να μην “παίζει” τόσο μεγάλο ρόλο. Δηλαδή δεν κινδυνεύει να διαταραχτεί η “εικόνα εαυτού” στην άρνηση, ή την απόρριψη του άλλου.
Αν αντιθέτως σε αυτό το πεδίο έχει επικρατήσει η στέρηση και ο φόβος της απόρριψης, τότε η συναισθηματική ανάγκη για αποδοχή μπορεί να ξεπεράσει το όριο στην σχέση με τον άλλον και να δημιουργήσει προβλήματα στην σχέση με τον εαυτό.
Είτε στην μία, είτε στην άλλη περίπτωση δεν νομίζω ότι πρέπει να αξιολογήσουμε την ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής σαν στοιχείο νοσηρό του υποκειμένου, αλλά σαν μια κοινωνική λειτουργία που διέπει τις αλληλεπιδράσεις των ατόμων και εκφράζει την φυσιολογική επιδίωξη του καθένός, ασχέτως του τρόπου που κατασκευάστηκε.

Κερεντζής Λάμπρος