Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η αποδοτικότητα της οικονομίας ισούται με την εξαΰλωση του υποκειμένου




Η “ευκολία των πραγμάτων” είναι μια αντίληψη της πραγματικότητας η οποία συρρικνώνεται στην έννοια της αποδοτικότητας. Η αποδοτικότητα περιορίζει την καθημερινότητα στην αξιολόγησης της σαν στοιχείο κερδοσκοπίας. Διαμορφώνει μια νοοτροπία όπου το υποκείμενο θεωρεί ότι η διανοητική κούραση, αλλά και οποιαδήποτε άλλη κούραση χωρίς να υπάρχει ένα κέρδος που να προσμετράται οικονομικά, δεν είναι ίδιον του έξυπνου ανθρώπου. Άρα η “ευκολία των πραγμάτων” διαμορφώνεται από την μόνη σκέψη που τείνει να επικρατήσει, αυτή της οικονομικής.

Κάτω από αυτό το πρίσμα ότι κάνει κάποιος, ότι σκέπτεται, για να αποκτήσει νόημα πρέπει να αποδίδει οικονομικά. Μόνο τότε κοινωνική δράση θεωρείται μια πράξη ευφυίας. Άρα η ευφυΐα έχει να κάνει με την αποφυγή του κοινωνικού προβληματισμού και την ευκολία πρόσβασης στην αποδοτικότητα, όπου η ευτυχία εκφράζεται μόνο από συσσώρευση των κομφόρ που μαρτυρούν την οικονομική επιφάνεια του υποκειμένου και το διαφυλάσσουν από την κοινωνική ανασφάλεια.

Με αυτό τον τρόπο η έννοια της αποδοτικότητας οδηγεί την σκέψη στην αιχμαλωσία. Η Αιχμαλωσία σημαίνει ο περιορισμός και ο υποβιβασμός της σε απλή αθροιστική δυνατότητα της “κατοχής”. Η σκέψη καταναλώνεται στην μονοδιάστατη προοπτική της αποδοτικότητας, αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη αναστοχαστική απόπειρα η οποία δεν μπορεί να προσφέρει κέρδος. Έτσι κατασκευάζεται ένας κόσμος όπου η αποδοτικότητα του προσμετράται μόνο οικονομικά. Έτσι κατασκευάζεται homo economicus, όπου ο ορθολογισμός του βοηθάει στην ελπιδοφόρα πραγμάτωση των οικονομικών του σχεδίων τα οποία τον οδηγούν στην απρόσκοπτη απληστία του, η οποία χαρακτηρίζεται σαν στοιχείο υγείας δικιάς του , αλλά και ενός κοινωνικού συστήματος που έχει σαν στόχο το συνεχές κέρδος και που στην ουσία, τον απομακρύνει από την φύση του.

Η αποδοτικότητα κατασκευάζει την πραγματικότητα σαν μια συνεχή προσπάθεια κατοχής και επιρροής τόσο των αντικειμένων όσο και της ίδιας της φύσης και μάλιστα της ανθρώπινης. Η αποδοτικότητα νοηματοδοτεί και δικαιολογεί την εκμετάλλευση σαν στοιχείο φυσικής εξέλιξης προς την ασφάλεια του ανθρώπου. Η ίδια η ασφάλεια αποτελεί στοιχείο της αποδοτικότητας και ανταγωνισμού, έτσι ώστε η ασφάλεια του ενός να υπάρχει μόνο μέσα από την ανασφάλεια του άλλου. Η αποδοτικότητα λοιπόν δημιουργεί την ανασφάλεια και σε αυτό που την έχει αλλά και σε αυτόν που προσπαθεί να την αποφύγει. Τόσο οι εργοδότες όσο και οι εργαζόμενοι βιώνουν την ανασφάλεια με διαφορετική μορφή και από διαφορετική κοινωνική θέση.

Η αποδοτικότητα επίσης έχει σχέση με τον ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός επιζητεί την συνεχή ετοιμότητα του υποκειμένου απέναντι στον ανταγωνιστή του. Αυτό δηλώνει ότι το υποκείμενο είναι πάντα σε ένα οικονομικό “πόλεμο” με τον “άλλον”. Η ύπαρξη του ανταγωνιστή σημαίνει την συνεχή ανασφάλεια που προσφέρει το σύστημα αναφοράς και νοηματοδότησης της ζωής, σαν ένα πολεμικό τοπίο. Η αποδοτικότητα του υποκειμένου προσμετράται από την ικανότητα να θέσει εκτός μάχης τον ανταγωνιστή του. Έτσι ο βασικός στόχος του είναι η εξολόθρευση του αντιπάλου πριν εκείνος τον εξολοθρεύσει.

Η εξολόθρευση μέσω της οικονομικής κατάρρευση του “άλλου”, μέσα από την πτώχευση και τον αποκλεισμό του, είναι τα βασικά στοιχεία αποδοτικότητας, η οποία εμπεριέχει την ικανοποίηση του υποκειμένου. Η παρουσία του “άλλου” λοιπόν υπάρχει και υφίσταται μόνο μέσα από την αντιπαλότητα που ορίζει το οικονομικό σύστημα της αποδοτικότητας, έτσι ώστε ο “άλλος” να αποτελεί μια συνεχής απειλή για το υποκείμενο.

Αποδοτικότητα, ανταγωνισμός, κέρδος αποκτούν νόημα στην αγγλική λέξη “business”. Οι “business” έρχονται να απλοποιήσουν και να δικαιολογήσουν τον οικονομικό πόλεμο και οποιαδήποτε παράπλευρη απώλεια. Διατείνονται ότι κατασκευάζουν ένα πεδίο αφθονίας, αλλά πολεμάνε για την επιβολή της στέρησης. Η στέρηση δεν απειλεί μόνο τον “ηττημένο” αλλά και “νικητή”. Στον πρώτο εκφράζεται σαν πραγματικότητα στον δεύτερο σαν δυνατότητα. Έτσι και οι δύο βιώνουν τον ίδιο φόβο από διαφορετικές θέσεις. Έτσι ο καθένας πολεμάει για την λεηλασία του “άλλου” και την υποδούλωση. Επιβάλλει ή του επιβάλλεται το κράτος αιχμαλωσίας που σημαίνει ιδιοποίηση των πηγών ενέργειας και επιβίωσης που στην περίπτωση του υποκειμένου είναι το ίδιο το σώμα.

Από την στιγμή που η εργατική δύναμη του υποκειμένου είναι ένα εμπορεύσιμο προϊόν τότε ο άνθρωπος έχει μια τιμή. Έτσι με τον ίδιο τρόπο που ορίζουμε την τιμή των προϊόντων ορίζουμε και την τιμή του ανθρώπου. Η αξία της ανταλλάσσεται με την αξία προϊόντων που καθιστούν το υποκείμενο σεβαστό στον εαυτό του και τους άλλους. Από την άλλη, η εργατική δύναμη του υποκειμένου αποτελεί το “όπλο” σαν εργαζόμενος στον οικονομικό πόλεμο. Όσο μεγαλώνει η αμοιβή του τόσο αυξάνεται η ικανότητα άμυνας απέναντι στον αντίπαλο και τόσο η αποδοτικότητα του το καθιστά υπολογίσιμο μέλος της κοινωνίας.
Σε αυτή την περίπτωση η αγορά και η πώληση που αποτελεί την καρδιά των “business” δεν ξεχωρίζει την ανθρώπινη δύναμη από τα άλλα προϊόντα. Δεν είναι όμως μόνο ότι απλά δεν την διαχωρίζει, αλλά μέσω του νέο-φιλελευθερισμού δεν την προστατεύει. Πάνω σε αυτή εξαντλεί το κερδοσκοπικό της παιχνίδι.

Η εργατική δύναμη είναι το πιο ευαίσθητο προϊόν μέσα στο καπιταλισμό. Είναι αυτό που πιέζεται και αλλάζει τιμή από την μια “γωνιά του δρόμου στην άλλη”. Ο νέο-φιλελευθερισμός πάνω σε αυτή ποντάρει την παράλογη ελευθερία του, η οποία μεταφράζεται σε απογύμνωση και υποδούλωση του υποκειμένου. Πάνω στην κονιορτοποίηση της ακουμπάει την αποδοτικότητα του που παρουσιάζει σαν ευημερία. Η ελευθερία που διατυμπανίζει αυτός που τον εφαρμόζει, αποτελεί έναν εφιάλτη για αυτό που του επιβάλλεται. Έτσι στο νεοφιλελευθερισμό η βάση της αποδοτικότητας είναι ο αποκλεισμός της ανθρωπιάς. Αυτή δικαιολογεί τα θύματα του πόλεμου της οικονομίας. Οι αριθμοί στην οικονομία αντικαταστούν τους ανθρώπους με τέτοιο τρόπο ώστε όσο αυτοί μεγαλώνουν τόσο οι άνθρωποι μειώνονται. Βέβαια η έννοια της αποδοτικότητας παρουσιάζεται σαν στοιχείο δημιουργίας καινούργιων θέσεων εργασίας την ώρα που η επιτυχία της στηρίζεται στην μείωσή τους.

Στο “πολιτισμένο” κόσμο έννοια της σκλαβιάς είναι κάτι που απεχθάνεται το οικονομικό σύστημα ασχέτως αν την επιδιώκει. Μέσα από το μισθό σαν δικαιολογία, αλλά και σαν αναγκαίο κακό για την κίνηση της αγοράς, δικαιολογεί τις συνθήκες που δημιουργεί, οι οποίες τις περισσότερες φορές πλησιάζουν την έννοια της σκλαβιάς. Βέβαια ανάμεσα στο μισθό και την σκλαβιά υπάρχει μια διαφορά και μια ομοιότητα. Η ομοιότητα έγκειται ότι και στις δύο περιπτώσεις μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την εργασία με ένα απάνθρωπο τρόπο, καταπατώντας τα δικαιώματα του “άλλου”, είτε πληρώνοντας είτε όχι. Η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της πληρωμής μπορούμε να ανταλλάξουμε την εργατική δύναμη του υποκειμένου με ένα μισθό ικανό να το βοηθήσει να ζει σύμφωνα με τις ανάγκες του, καθιστώντας το ισότιμο κοινωνικό εταίρο και προσφέροντας του την δυνατότητα σεβασμού του εαυτού του και των δικαιωμάτων του.

Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι και στην περίπτωση της σκλαβιά όπως και του μισθού η εξάρτηση είναι παρούσα, αλλά με διαφορετική μορφή. Όσο αυξάνουμε το μισθό, τόσο βοηθάμε το υποκείμενο να αισθάνεται ικανό, ασφαλή και ανεξάρτητο. Ο μισθός του περεχεί την δυνατότητα μεγαλύτερης πρόσβασης σε καταναλωτικά προϊόντα. Επίσης του επιτρέπει να υπερασπίζεται τον εαυτό του και να συμμετέχει ενεργητικά στην κοινωνική κατασκευή του χώρου και του χρόνου της ζωής του. Να διατηρεί την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο ο μισθός που του προσφέρει αυτή την δυνατότητα, αλλά και η κοινωνική αποδοχή που πηγάζει σαν αναγνώριση της ύπαρξής του και της συμμετοχής του σε κοινωνικές ομάδες πρώτα και καλύτερα αυτή της εργασίας, μετά της οικογένειας, και των φίλων.

Αντίθετα όσο μειώνουμε τον μισθό του εργαζόμενου τόσο πλησιάζουμε τις συνθήκες σκλαβιάς. Τόσο “αφοπλίζουμε” το υποκείμενο και τον καθιστούμε ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του να αμυνθεί, και να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του. Τόσο το οδηγούμε στην στεναχώρια και στην κατάθλιψη. Τόσο νιώθει να χάνεται η αξιοπρέπεια του και να υπομένει μια υποταγή που τον φέρνει πιο κοντά στη σκλαβιά. Άρα η αποδοτικότητα του οικονομικού συστήματος η οποία στηρίζεται στην μείωση των μισθών, φροντίζει συγχρόνως και στο περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερία και της αξιοπρέπειας.

Η συνεχής απαίτηση αποδοτικότητα στα πλαίσια του νέο-φιλελευθερισμού οδηγεί στην εξολόθρευση, δηλαδή την διανοητική ψυχική και κοινωνική παράδοση του υποκειμένου σε κατάσταση πλήρης ανικανότητας να αντιδράσει και να αμυνθεί στις απαιτήσεις μιας κερδοσκοπικής κοινωνίας. Ο οικονομικός πόλεμος μετατρέπει το υποκείμενο σε σκλάβο, δηλαδή πειθήνιο μέσο για την επίτευξη τις οικονομικής στρατηγικής του. Το αποτέλεσμα είναι η αλλοτρίωση του τόσο σαν εργαζόμενο όσο και σαν πολίτη κάτι που το απομακρύνεται από την ανθρώπινη ιδιότητα, τον απομονώνει από το κοινωνικό παιχνίδι και το οδηγεί στην υλική αλλά και φυσική εξαφάνισή του. Με λίγα λόγια η συνεχής και άνευ' όρων αποδοτικότητα του οικονομικού συστήματος, απαιτεί την θυσία του υποκείμενου στο όνομα του κέρδους, δηλαδή την εξαΰλωση του.

Κερεντζής Λάμπρος

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Κλωντ Λέβί Στρως : Οι βασικοί άξονες της σκέψης του



* Είστε ο συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου σε όγκο έργου, που χαίρει αναγνώρισης σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκείνοι που γνωρίζουν το όνομά σας είναι πολύ περισσότεροι από εκείνους που είναι εξοικειωμένοι με τη δουλειά σας. Έτσι, εκ μέρους του μεγάλου σας διεθνούς κοινού, θα θέλαμε να σας υποβάλουμε μερικά βασικά ερωτήματα, για τα κομβικότερα στοιχεία της σκέψης σας. Πείτε μας, καταρχάς, ορισμένα πράγματα για τη σταδιοδρομία σας, τα πρώτα χρόνια.

Ως συγγραφέας, η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησα κάπως αργά. Η σταδιοδρομία μου είχε τις διακυμάνσεις της. Εκκινώντας από τη μελέτη του νόμου στράφηκα στη φιλοσοφία και στη συνέχεια προχώρησα πρώτα στην κοινωνιολογία –πήγα στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, στη Βραζιλία για να διδάξω κοινωνιολογία– και έπειτα στην εθνογραφία. Ξεκίνησα να γράφω μόλις κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν βρήκα καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Χρησιμοποίησα, αφενός, κάποιες από τις επιτόπιες έρευνες που είχα κάνει για τους Ινδιάνους Ναμπικουάρα και, αφετέρου, άρχισα τη θεωρητική εργασία μου γράφοντας τις Στοιχειώδεις δομές της συγγένειας.

Τα πρώτα βήματα και η γνωριμία με τον Ρ. Γιάκομπσον

* Αυτή η πρώιμη έρευνα συνοδεύθηκε αναμφίβολα από ανησυχίες…

Θα προτιμούσα να μιλήσω για αβεβαιότητες, παρά για ανησυχίες· θα ήταν ακριβέστερο. Η θεωρητική μου σκέψη είχε πάρει μια ορισμένη κατεύθυνση που δεν μπορούσα να δω ξεκάθαρα. Κατόπιν, ενώ ήμουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1942, συνάντησα το γλωσσολόγο Ρόμαν Γιάκομπσον και ανακάλυψα ότι αυτές οι ασαφείς ιδέες υπήρχαν υπό τη μορφή ενός σώματος αρχών στη δομική γλωσσολογία. Αμέσως ένιωσα καθησυχασμένος.

Εκείνη την εποχή, διδάσκαμε κι οι δυο στη Νέα Σχολή για την Κοινωνική Έρευνα (New School for Social Research) στη Νέα Υόρκη, ένα είδος πανεπιστημίου στην εξορία που είχε ιδρυθεί από γαλλόφωνους πρόσφυγες διανοητές. Παρευρισκόμασταν ο ένας στις παραδόσεις του άλλου. Βρήκα στη διδασκαλία του Γιάκομπσον τον ερμηνευτικό οδηγό που χρειαζόμουν. Με ενθάρρυνε, και επιπλέον με ώθησε να προχωρήσω περαιτέρω με τις παραδόσεις μου για τη συγγένεια.

* Παραδόσεις που οδήγησαν σε ένα βιβλίο…

Ναι, το πρώτο σημαντικό βιβλίο μου, Οι στοιχειώδεις δομές της συγγένειας· αυτή ήταν και η διδακτορική διατριβή μου.

* Ποιες αντιστοιχίες βρήκατε ανάμεσα στη γλωσσολογία του Γιάκομπσον και την εθνογραφική έρευνα που διεξαγάγατε στη συνέχεια; Η γλωσσολογία και η εθνογραφία είναι δύο πολύ διαφορετικά επιστημονικά πεδία.

Οι διαφορές είναι τεράστιες. Σε καμία περίπτωση δεν προσπαθούσα να μεταφέρω μηχανικά στην εθνολογία ό,τι ίσχυε στη γλωσσολογία. Επρόκειτο, μάλλον, για θέμα της ίδιας συνολικής έμπνευσης — με το πολύ ξεκάθαρο συναίσθημα, όμως, ευθύς εξαρχής, ότι βεβαίως και δεν μιλούσαμε για τα ίδια πράγματα και ότι δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε με τον ίδιο τρόπο για διαφορετικά πράγματα. Αλλά η γλωσσολογία μού επιβεβαίωσε δύο σημεία, που μέχρι τότε μόνο αόριστα είχα συνειδητοποιήσει.

Πρώτον, ότι για να κατανοήσει κανείς τα πολύ σύνθετα φαινόμενα είναι σημαντικότερο να εξετάσει τη μεταξύ τους σχέση, παρά να μελετήσει το καθένα ξεχωριστά. Το δεύτερο είναι η έννοια του φωνήματος, όπως αναπτύχθηκε από τον Γιάκομπσον. Τα φωνήματα είναι διακριτοί ήχοι όπως το ε, τ, κ, α, β, γ, οι οποίοι δεν δηλώνουν τίποτα από μόνοι τους. Ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται για να δημιουργήσουν λέξεις είναι αυτό που καθιστά δυνατά τα διαφορετικά νοήματα: το μ και το κ δεν σημαίνουν τίποτα, αλλά διαφοροποιούν την κνήμη από τη μνήμη.

Αυτή η ιδέα μου φάνηκε εξαιρετικά γόνιμη. Και πάλι, βέβαια, δεν επρόκειτο για σύγκριση εθνολογικών γεγονότων με φωνήματα, αλλά για πραγματικότητες μιας διαφορετικής τάξης. Όταν ωστόσο προσπάθησα, για παράδειγμα, να καταλάβω την εξαιρετική και προφανώς αυθαίρετη ποικιλομορφία των εθιμικών κανόνων του γάμου που επικρατούν σε μια δεδομένη κοινωνία, δεν αναρωτήθηκα για το ίδιο πράγμα που αναρωτιόνταν οι άνθρωποι μέχρι τότε: τι σημαίνει, δηλαδή, μέσα στη συγκεκριμένη κοινωνία από μόνος του αυτός ο εθιμικός κανόνας. Αντίθετα, θεώρησα ότι δεν σήμαινε τίποτα από μόνος του, αλλά ότι ο τρόπος με τον οποίο όλοι οι εθιμικοί κανόνες συνδυάζονταν, αντιθετικά ή παρατακτικά, ήταν ένας τρόπος έκφρασης ορισμένων σημασιοδοτήσεων. Παραδείγματος χάριν, οι συγκεκριμένοι εθιμικοί κανόνες χρησίμευσαν στο να μορφοποιούν ή να κινητοποιούν κύκλους ανταλλαγής μέσα στην κοινωνική ομάδα. Κύκλοι ανταλλαγής που έχουν οι ίδιοι σημασία και ποικίλλουν από κοινωνία σε κοινωνία.

Μια νέα μέθοδος

* Πώς θα συνοψίζατε αυτήν τη νέα μέθοδο;

Ας πούμε ότι σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες υπάρχουν σύνολα πρώτης τάξης — μερικά από αυτά είναι η γλώσσα, η συγγένεια, η θρησκεία και ο νόμος. Στα πρώτα στάδια της έρευνας, είναι ίσως σοφό να θεωρηθούν ως χωριστές μονάδες. Αλλά σε ένα προχωρημένο στάδιο πρέπει να θέσει κανείς το ερώτημα ποια σχέση μπορεί να υπάρξει μεταξύ αυτών των μονάδων και των πιο σύνθετων, δεύτερης τάξης, μονάδων, που συγκροτούν όταν συνδυάζονται. Έτσι, βαθμιαία φθάνουμε στην ιδέα του «ολικού κοινωνικού γεγονότος», όπως διατυπώνεται από τον Γάλλο κοινωνιολόγο και ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μως. Περιλαμβάνει ποικίλες αναπαραστάσεις ταυτόχρονα γλωσσικές, νομικές, θρησκευτικές και ούτω καθεξής.

* Αυτό όμως μέσα σε μια δεδομένη κοινωνία λαμβάνεται ως σύνολο;

Αρχικά ναι. Αλλά αργότερα προσπαθεί κανείς να καταλάβει τους συσχετισμούς και τις αντιθέσεις που μπορούν να υπάρξουν μεταξύ γειτονικών ή απομακρυσμένων κοινωνιών.

* Έχετε γράψει περί «θερμών» και «ψυχρών» κοινωνιών, για να διαφοροποιήσετε τις κοινωνίες με ιστορική προοπτική από τις στατικές κοινωνίες.

Πρόκειται για θεωρητικούς πόλους. Όλες οι κοινωνίες, στην πραγματικότητα, είναι τοποθετημένες κατά μήκος ενός φάσματος. Οι αποκαλούμενες πρωτόγονες κοινωνίες δεν είναι καθόλου πρωτόγονες. Το ιδανικό τους είναι να μην αλλάζουν, να παραμείνουν στην κατάσταση που τις έφτιαξαν οι θεοί τους στην αρχή του χρόνου. Φυσικά, δεν το καταφέρνουν. Υπάρχουν εντός της Ιστορίας. Ωστόσο, έχουν μια τάση να εξουδετερώνουν τις αλλαγές, να διατηρούν μια ιδανική κατάσταση, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από τους μύθους. Από την άλλη, στις κοινωνίες που έχω αποκαλέσει «θερμές» προσπαθούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας σε αντίθεση με τους προγόνους μας. Η αλλαγή είναι έτσι γρηγορότερη. Δεν γνωρίζουμε μόνο την ύπαρξη της Ιστορίας, αλλά επιθυμούμε με τη γνώση που διαθέτουμε για το παρελθόν μας να ανακατευθύνουμε το μέλλον, να νομιμοποιήσουμε ή να επικρίνουμε την εξέλιξη της κοινωνίας μας. Η Ιστορία για μας είναι στοιχείο της ηθικής μας συνείδησης.

Η έννοια του μύθου

* Μπορείτε να μας ορίσετε την έννοια του μύθου, όπως την παρουσιάζετε στο έργο σας Μυθολογικά;

Κατά βάση, η έννοια του μύθου είναι πολύ ευέλικτη. Για έναν Ινδιάνο της Αμερικής, ο μύθος είναι μια ιστορία από την εποχή που άνθρωποι και ζώα ήταν ένα. Σκέφτομαι ότι πρόκειται για έναν πολύ καλό ορισμό. Γιατί, παρά τις προσπάθειες της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, καμία κατάσταση δεν μοιάζει τραγικότερη, για την καρδιά και το μυαλό, από αυτή μιας ανθρωπότητας η οποία συνυπάρχει μεν με άλλα έμβια όντα σε μια Γη που μοιράζονται από κοινού, χωρίς όμως να είναι σε θέση να επικοινωνεί με τα όντα αυτά. Οι μύθοι αρνούνται να δουν την ατέλεια αυτή στην πλάση ως κάτι που υπήρχε πάντοτε. Θεωρούν την εμφάνισή της ως το γεγονός που εγκαινίασε την ανθρώπινη κατάσταση. Ο μύθος, σε αντίθεση με την καρτεσιανή προσέγγιση, αρνείται τις διαιρέσεις, δεν δέχεται ποτέ μια μερικευτική απάντηση· επιδιώκει εξηγήσεις που ενσωματώνουν την ολότητα των φαινομένων.

Έχω προσπαθήσει να δω τον ρόλο που διαδραματίζουν οι μύθοι στη σκέψη των μελών μιας κοινωνίας. Έχω προσπαθήσει να διακρίνω την εσωτερική λογική τους πριν αναρωτηθώ για την κοινωνική λειτουργία τους. Σε όλες τις επιστήμες υπάρχει ένα ερώτημα που θα μπορούσε να οριστεί με βιολογικούς όρους, όπως οι σχέσεις μεταξύ ανατομίας και φυσιολογίας, μεταξύ του τρόπου με τον οποίο ένας οργανισμός δημιουργείται και του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί. Φυσικά, οι μύθοι λειτουργούν μέσα στις κοινωνίες — επιτελούν ένα ρόλο. Αλλά, πριν αναρωτηθώ πώς λειτουργούν είναι απαραίτητο να γνωρίζω πώς φτιάχνονται, να γνωρίζω την ανατομίας τους. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε τον Δαρβίνο εάν δεν υπήρχε προηγουμένως ο Κυβιέ. Τα Μυθολογικά μου αντιστοιχούσαν στο στάδιο του Κυβιέ. Επεδίωκα την ανατομία των μύθων.

Πρόοδος και πολιτισμικός σχετικισμός

* Δώσατε δύο διαλέξεις στην Unesco, σε διάστημα είκοσι ετών. Η πρώτη είχε τίτλο «Φυλή και ιστορία», η δεύτερη «Φυλή και πολιτισμός». Είναι ακριβές να πούμε ότι και στις δύο η βασική μέριμνά σας ήταν να συμφιλιώσετε την έννοια της προόδου με την αρχή του πολιτισμικού σχετικισμού;

Η έννοια της προόδου υπονοεί ότι ορισμένοι πολιτισμοί είναι ανώτεροι από άλλους σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, ότι κάποιοι δημιουργούν έργα που άλλοι θα ήταν ανίκανοι να δημιουργήσουν. Σύμφωνα με τον πολιτισμικό σχετικισμό, που είναι μια από τις βάσεις της εθνολογικής σκέψης μου, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο κριτήριο για την επίρρωση της άποψης ότι ένας πολιτισμός είναι ανώτερος από κάποιον άλλο. Εάν κάποιοι πολιτισμοί «κινούνται» ενώ άλλοι όχι, αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο ένας είναι ανώτερος από τον άλλο. Συμβαίνει επειδή ιστορικές περιστάσεις οδηγούν στη συνεργασία μεταξύ κοινωνιών που δεν είναι μεν άνισες, αλλά είναι διαφορετικές. Αυτοί οι πολιτισμοί αρχίζουν στη συνέχεια να κινούνται μέσω της αμοιβαίας μίμησης ή αντίθεσης. Γονιμοποιούν και κινητοποιούν ο ένας τον άλλον. Σε άλλες εποχές και τόπους, τυχαίνει οι πολιτισμοί να παραμένουν απομονωμένοι και στατικοί.

* Διαφέρει, η λειτουργία της τέχνης από τον έναν πολιτισμό στον άλλο; Δεν είναι συλλογικότερη στις κοινωνίες που αποκαλείτε «ψυχρές»;

Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει επειδή η τέχνη σε τέτοιες κοινωνίες συνδέεται στενά με τα συλλογικά πιστεύω. Ο σκοπός της τέχνης σε αυτές τις κοινωνίες δεν είναι η εξατομικευμένη ή η ομαδική απόλαυση. Η λειτουργία της είναι να παρέχει επικοινωνία ανάμεσα στην κοινωνία και έναν υπερφυσικό κόσμο, στον οποίο όλα τα μέλη της πιστεύουν. Η τέχνη, έτσι, στην περίπτωση αυτή επιτελεί μια λειτουργία απολύτως αναγκαία για την ομάδα.

* Μια λειτουργία κοινωνική...

Κοινωνική και θρησκευτική. Όταν η θρησκεία, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις μοιράζονται από το σύνολο μιας ομάδας είναι αδύνατο να διαχωριστούν οι δύο πτυχές.

* Αυτή η λειτουργία έχει πάψει να υπάρχει στις «σύγχρονες» κοινωνίες.

Σκέφτομαι ότι αυτό σχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με την εξαφάνιση μιας μεγάλης κοινής πίστης. Οι κοινωνίες μας έχουν χάσει την ικανότητα για μια μεγάλη συλλογική πίστη, μια κοινή ψυχική ανάταση.

* Είναι και αυτό μια εκδήλωση του χωρισμού του ατόμου από τον κόσμο που σημειώνεται στη διάρκεια της Ιστορίας του δυτικού πολιτισμού;

Απομονώνοντας τους ανθρώπους από την υπόλοιπη πλάση, ο δυτικός ατομικισμός τούς στέρησε ένα προστατευτικό τείχος. Μόλις οι άνθρωποι θεωρήσουν ότι η δύναμή τους είναι απεριόριστη, οδεύουν προς την αυτοκαταστροφή. Σκεφτείτε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σκεφτείτε ολόκληρη την ανθρωπότητα σήμερα, τα περιβαλλοντικά προβλήματα.

* Κοιτάζοντας προς τα πίσω, στα πρώτα σας βήματα, πώς κρίνετε τα αποτελέσματα της έρευνάς σας; Πώς βλέπετε τον δρόμο που επιλέξατε;

Θεωρώ ότι πάντοτε έκανα το ίδιο πράγμα, υπό την έννοια ότι προσπάθησα να μελετήσω διαφορετικούς τομείς χρησιμοποιώντας την ίδια προσέγγιση. Άρχισα ενασχολούμενος με τα προβλήματα της οικογένειας και της κοινωνικής οργάνωσης. Κατόπιν το ένα οδήγησε στο άλλο: μου πρότειναν, στην Ecole Pratique des Hautes Etudes στο Παρίσι, μια θέση με αντικείμενο τη θρησκεία των λαών, χωρίς να έχω γράψει κάτι επ’ αυτού. Και έτσι στράφηκα στα ζητήματα της θρησκείας, και ειδικά στη μυθολογία. Τα προς επίλυση προβλήματα ήταν δυσκολότερα από εκείνα της συγγένειας — ένα πεδίο στο οποίο είχε γίνει ήδη πολλή δουλειά, αν και όχι ικανοποιητική κατά τη γνώμη μου. Εκτός από τις εξαιρετικά παλαιές και συγκεχυμένες θεωρίες, που όπως μπορούσε ο καθένας να διαπιστώσει ήταν ξεπερασμένες, οι μύθοι ανήκαν σε ένα, εν πολλοίς, παρθένο πεδίο μελέτης –με εξαίρεση, φυσικά, το πρωτοποριακό έργο του Ζωρζ Ντυμεζίλ, που ερεύνησε το περιορισμένο πεδίο της ινδοευρωπαϊκής μυθολογίας.

Τα προβλήματα τα οποία προέκυψαν από αυτήν τη νέα έρευνα ήταν της ίδιας τάξης με εκείνα που σχετίζονταν με τη συγγένεια. Ακριβώς όπως οι εθιμικοί κανόνες του γάμου διαφορετικών κοινωνιών, που είχα μελετήσει, φαίνονταν αυθαίρετοι, έτσι και οι μύθοι φαίνονταν ακατανόητοι, ακόμα και παράλογοι. Όταν οι μύθοι διαφορετικών, ακόμη και πολύ μακρινών πληθυσμών συγκρίνονται, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά. Αφού προσπάθησα να ενσταλάξω μια κάποια τάξη στο χάος της συγγένειας και των εθιμικών κανόνων του γάμου, θέλησα να κάνω το ίδιο πράγμα για τη μυθολογία, εμπνεόμενος από αρχές που είχα καθορίσει στην αρχή, προκειμένου να προσπαθήσω να κατανοήσω τι σήμαιναν οι μύθοι.

Αυτό το μακροπρόθεσμο σχέδιο μου πήρε είκοσι πέντε χρόνια, λόγω του απέραντου όγκου υλικού που έπρεπε να αφομοιώσω. Η εθνογραφική βιβλιογραφία εμπεριείχε ένα πλήθος μύθων που οι εθνολόγοι είχαν συλλέξει κατά τη διάρκεια ενός αιώνα με αξιοθαύμαστο ζήλο και είχαν μεταγράψει έπειτα σε ένα σώμα δημοσιεύσεων που κανένας δεν είχε χρησιμοποιήσει. Θεώρησα ότι επρόκειτο για μια πηγή υλικού ακόμα πλουσιότερη και από αυτό που διαθέτουμε για την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. «Για δύο χιλιάδες χρόνια», είπα στον εαυτό μου, «οι σχολιαστές μελετούσαν τις πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων, χωρίς το θέμα να εξαντληθεί, και ανακαλύπτοντας συνεχώς νέες ερμηνείες». Έτσι, επεδίωξα να εξερευνήσω την ανεξερεύνητη ήπειρο των τεκμηρίων που σχετίζονταν με τη Βόρειο και Νότιο Αμερική. Ελπίζω ότι κατάφερα να δείξω πώς συγκροτήθηκε ο μυθολογικός κόσμος των Ινδιάνων της Αμερικής.

Η συνέντευξη του Claude Levi-Strauss στον Manolio Osorio δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Courier» της Unesco, τον Οκτώβριο του 1990

Μετάφραση: Κατερίνα Λαμπρινού

Αναδημοσίευση από την Αυγή της Κυριακής

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Η πολλαπλή ταυτότητα ή... Σήμερα είμαστε όλοι μετανάστες


Το να ζει κανείς αρμονικά με τις ρίζες του είναι εξίσου σημαντικό τόσο για την προσωπική ανάπτυξη όσο και για μια ειρηνική κοινωνία. Για εκείνους που η κουλτούρα καταγωγής τους δεν συμπίπτει μ' εκείνη της χώρας που ζουν, είναι σημαντικό να βιώνουν αυτή την διπλή συγγένεια χωρίς εσωτερική σύγκρουση. Είναι σημαντικό να μην αισθάνονται υποχρεωμένοι να κρύβουν τις ρίζες τους και ταυτόχρονα να αισθάνονται ότι είναι ανοιχτοί στην κουλτούρα της χώρας στην οποία διαμένουν. Αυτό δεν είναι εύκολο.

Ο Maalouf (1999)1 υποστηρίζει ότι για να συναντήσει κανείς πραγματικά τον “άλλο” πρέπει να ανοίξει την αγκαλιά του με σηκωμένο κεφάλι. Αν κανείς αισθάνεται ότι προδίδει τους δικούς του και αποκηρύσσει τον εαυτό του, είναι αδύνατο να κάνει ένα βήμα προς τον “άλλο”. Για παράδειγμα, αν το άτομο από το οποίο μαθαίνω την άλλη γλώσσα δεν σέβεται την δική μου, η χρήση αυτής της άλλης γλώσσας δεν είναι πια ένα σημάδι ευρύτητας αντιλήψεων από την μεριά μου. Αντίθετα, μετατρέπεται σε σύμβολο υποταγής.

Ο Maalouf όμως προσθέτει ότι, παρόλο που αυτή είναι η στάση του μετανάστη, στην σύγχρονη κοινωνία είναι χαρακτηριστικό ότι ο καθένας έχει γίνει, με μια έννοια αλλοδαπός. Κανείς μας, εντέλει δεν ζει μέσα στην κοινωνία στην οποία γεννήθηκε ή ανατράφηκε

Έκλεισα τα σαράντα μου πριν λίγο καιρό. Συνελήφθην κατά την διάρκεια της παγκόσμιας έκθεσης του 1958 στης Βρυξέλλες. Νταν μαι “Χρυσή εποχή”. Οι άνθρωποι έβλεπαν το μέλλον γεμάτοι πίστη: ένα μέλλον αφθονίας για όλους, χάρη στην τεχνολογική επανάσταση' ένα μέλλον χωρίς πολέμους. Εκείνη η κοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας γεννήθηκα και μεγάλωσα σαράντα χρόνια πριν, έχει ελάχιστες ομοιότητες με αυτή την οποία ζω σήμερα. Έτσι η κοινωνία στην οποία θα ενηλικιωθούν τα παιδιά μας, λίγο θα θυμίζει την σημερινή.

Πρέπει όλοι να μάθουμε να ζούμε με μεγάλες αλλαγές' πρέπει όλοι να μάθουμε άλλες γλώσσες. Αισθανόμαστε μια ακαθόριστη απειλή ενάντια στην ταυτότητα μας. Για παράδειγμα, κάποιοι φοβούνται ότι θα κατακλυστούν από άλλες κουλτούρες, όπως η αμερικάνικη που κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή τηλεόραση ή όπως η αγγλική γλώσσα που κυριαρχεί στο Διαδίκτυο - στο μέσο επικοινωνίας του μέλλοντος.

Υπό αυτή την έννοια, είμαστε όλοι καταδικασμένοι να ζήσουμε σαν μετανάστες - μετακινούμενοι από την μια κοινωνία στην άλλη - και αντιμετωπίσουμε την επιλογή του τι θέλουμε να πάρουμε από κάθε κουλτούρα, τι θέλουμε να πάρουμε από το παρελθόν και τι από το μέλλον. “Καταδικασμένοι” αλλά ταυτόχρονα και απίστευτα ελεύθεροι: είμαστε ελεύθεροι να αλλάξουμε, να πάρουμε τις δικές μας αποφάσεις αναφορικά με το δικό μας “πρόταγμα”, να επιλέξουμε που θέλουμε να ανήκουμε και τι θέλουμε να αποδεχτούμε.

Αυτή η διαδικασία της συνεχούς κατασκευής της πολλαπλής ταυτότητας μας δεν είναι καθόλου εύκολη. Το γεγονός ότι υπάρχουν τόσες πολλές κρίσεις ταυτότητας συνηγορεί σε αυτό. Διάφοροι συγγραφείς, όπως ο Verbunt2 και ο Maalouf περιγράφουν κάποιους τρόπους μέσω των οποίων η ταυτότητα μπορεί να αστοχήσει. Τα αίτια μπορούν να βρεθούν τόσο στο χάσμα ανάμεσα σε κάποιον και τις ρίζες του - το παρελθόν – όσο και στην έλλειψη ενός προγράμματος για το μέλλον.

Συχνά είναι αυτό το “ολιστικό” (ομογενοποιημένο) όραμα της ταυτότητας ως μιας ενότητας που συνθλίβει τους ανθρώπους κατά την κατασκευή της προσωπικότητας τους. Η κοινώς αποδεκτή ιδέα ότι οι μετανάστες πρέπει να αποκηρύξουν την κουλτούρα και την γλώσσα της πατρίδας τους για να μπορέσουν να ενσωματωθούν σε μια άλλη κουλτούρα είναι μια παρωχημένη αντίληψη, η οποία βασίζεται σε μια ολιστική εικόνα της ταυτότητας.

Στην πραγματικότητα ακόμα και ίδια η λέξη ένταξη έχει παραγκωνιστεί από την πραγματικότητα, εφόσον καμία χώρα δεν έχει ομοιογενή κουλτούρα. Το κεντρικό ερώτημα πια δεν είναι “ποιος πρέπει να ενταχθεί” αλλά καλύτερα “ πως προσαρμοζόμαστε όλοι εμείς στις αλλαγές του κόσμου που μας περιβάλλει”. Η ολιστική θέαση του κόσμου όμως συνεχίζει να καθορίζει την σκέψη μας και τότε παρατηρούμε ότι, εδώ και εκεί, οι άνθρωποι αναδιπλώνονται στο παρελθόν, στην κουλτούρα της καταγωγής τους. Ή, μάλλον στις προσωπικές αναμνήσεις που έχει κανείς για το παρελθόν (Verbunt)' στην μυθοπλασία που το περιβάλει ( Maalouf )' ή στην αφήγηση του ( Pinxten καιVerstrete ).
Απόσπασμα από το βιβλίο του

Michel Vandenbroeck
με τίτλο
ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΓΕΤΙ
Η καλλιέργεια του σεβασμού του “άλλου” στην εκπαίδευση


σημειώσεις

1 Αμίν Μααλούφ Λιβανέζος συγγραφέας εγκαταστημένος στην Γαλλία
2 Gilles Verbunt Γάλλος κοινωνιολόγος.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΑΝΤΗΣΗ στην... Ανοικτή επιστολή ψυχολόγων-παιδαγωγών γιά την καταναγκαστική νοσηλεία του μικρού Λάμπρου (1)



Στην μικρή μας χώρα η υστερία περισσεύει και η γκρίνια καθώς και η έλλειψη ικανοποίησης από το κράτος αποτελούν τα βασικά κριτήρια της καθημερινότητα του πολίτη. Τώρα που ο κουρνιαχτός έχει πέσει λιγάκι και τα πράγματα έχουν τακτοποιηθεί στην υπόθεση του μικρού Λάμπρου, δράττομαι της ευκαιρίας, να απαντήσω στους ψυχολόγους-παιδαγωγούς που έστειλαν εκείνες τις όμορφες επιστολές, γεμάτες ανησυχία για το παιδί του κ. Μαζιώτη και της κα Ρούπα θέλοντας να το προστατεύσουν από την κρατική βία.

Η επιστολή των αγαπητών συναδέλφων, οι οποίοι, θα χαιρόμουν να μάθαινα αν δουλεύουν σε κρατικές δομές, ή είναι ιδιώτες, διότι σαν ιδιώτες έχουν όλο το δικαίωμα να θεωρούν - λόγω έλλειψης γνώσης και μεγάλης φαντασίας - τις κρατικές δομές, σαν χώρους “ομηρίας” των ανθρώπων που αναγκάζονται να τις χρησιμοποιήσουν. Έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την δημόσια υγεία σαν “κάτεργα” που αιχμαλωτίζουν παιδιά και τα βασανίζουν με ερωτήσεις, μη επιτρέποντας να δουν τους γονείς τους. Αν όμως είναι ψυχίατροι, ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί που εργάζονται μέσα σε αυτές, τότε, με το να καταγγέλλουν την λειτουργία τους, φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνονται την ευθύνη τους για τον τρόπο που λειτουργούν. Επίσης μου δίνουν την εντύπωση ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι οι δομές είναι οι άνθρωποι και η οργάνωσή τους.

Εκτός όμως από τις δομές, και οι εργαζόμενοι σε αυτές, ψυχίατροι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί παρουσιάζονται σαν ανάλγητοι επαγγελματίες, ταυτίζοντας τους περισσότερο με τις δυνάμεις καταστολής, παρά με επαγγελματίες της ψυχικής φροντίδας. Εάν διαβάσουμε αυτά που γράφει η κα Θεοφίλου Μαρία (2) θα καταλάβουμε:

"Κρατείται από «ειδικούς» που έχουν το επαίσχυντο θράσος να ισχυρίζονται ότι μπορούν να αποφασίσουν ποιό είναι το ώφελος του παιδιού. Αυτοί οι ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι αν έχουν διαβάσει έστω ένα βιβλίο της επιστήμης που υποτίθεται πως είναι λειτουργοί, θα πρέπει να γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι διαπράττουν έγκλημα. Τόσο αυτοί όσο και το κράτος που υπηρετούν. Και εγκληματούν κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και συνεχίζουν να κρατούν το παιδί αιχμάλωτο, για να εκδικηθούν τους γονείς του, Π.Ρουπα και Ν.Μαζιωτη". 

Αυτό λοιπόν που εξάγουμε σαν συμπέρασμα από αυτές τις επιστολές είναι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις που προβάλουν οι ίδιοι οι επαγγελματίες για την δημόσια ψυχική υγεία στην χώρα μας. Οι γνώστες του αντικειμένου και όχι οι πολίτες. Αναπαραστάσεις οι οποίες σηματοδοτούνται από εκφράσεις του τύπου “ Κλειστή παιδοψυχιατρική πτέρυγα”, “αποστερούμενο από την “επικοινωνία”, “κράτηση”, “Βίαιη απομάκρυνση του παιδιού”, “σκουλήκια που σέρνονται πίσω από τους μηχανισμούς”.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις λοιπόν, είναι εικόνες συνθηκών που επικρατούν στις κρατικές δομές υγείας και δεν επιτρέπουν, κατά την γνώμη των συναδέλφων, την “συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού” ( Λάμπρος) και κάθε παιδιού, καθώς και κάθε πολίτη που είναι αναγκασμένος να τις χρησιμοποιήσει. Εικόνες που δεν προβάλλουν τις δομές ψυχικής υγείας σαν κατασκευές πρόληψης και προστασίας του πολίτη, αλλά σαν χώρους απομόνωσης, εκμετάλλευσης, καταπίεσης και σαν χώρους άσκησης ψυχικής και οργανικής βίας.

Αν όλες αυτές οι τοποθετήσεις δείχνουν, προβάλλουν και δυσφημίζουν την εικόνα που έχουμε για την κρατική ψυχική υγεία στην μικρή μας χώρα τότε θεωρώ ότι:

α) Υποτιμούν όλες τις προσπάθειες (αποασυλοποίηση)(3),τόσο των φορέων και των δομών ψυχικής υγείας, όσο και των ανθρώπων που διάλεξαν σαν επαγγελματίες να εργαστούν μέσα σε αυτές.

β)Ταυτίζονται, με μια στείρα κριτική η οποία εκτός από το να κρίνει... δεν έχει τίποτα να προτείνει.

γ) Στηρίζονται στην αοριστία των λέξεων, “επανάσταση” και “ελευθερία” που σαν σήματα θέλουν να πυροδοτήσουν τον θυμό και την αγανάκτηση του πολίτη για κάτι που δεν γίνεται, αφήνοντας τον μετέωρο χωρίς, όπως ανέφερα, μια περαιτέρω εποικοδομητική πρόταση.

δ) Συνυπογράφουν την αοριστία της “επαναστατικής” δράσης του κύριου Μαζιώτη και της κα Ρούπα η οποία περιορίζεται μόνο στην βίαιη αποδόμηση και όχι την οικοδόμηση ενός επαναστατικού προτσές το οποίο λαμβάνει υπ' όψιν περισσότερο την πραγματικότητα παρά την φαντασία, περισσότερο τον συλλογικό παρά τον ατομικό ακτιβισμό.

Αυτό που θεωρώ σπουδαιότερο - για να επιστρέψω από εκεί που ξεκίνησα – και που θεωρώ το πιο λυπηρό είναι ότι αυτές οι δυσφημιστικές κοινωνικές αναπαραστάσεις προβάλλονται από επαγγελματίες της ψυχικής υγείας που γνωρίζουν την δυσκολία και την ευαισθησία που αντιμετωπίζει αυτός τομέας, τόσο σε θεωρητικό, όσο και πρακτικό επίπεδο!!

Ευχαριστώ που με ακούσατε...

Κερεντζής Λάμπρος


Σημειώσεις-πληροφορίες

1.https://lefterianews.wordpress.com/2017/01/07/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3/

2.athens.indymedia.org

3.http://www.psychargos.gov.gr/Documents2/Ypostirixi%20Forewn/Ypostirixi%20EPISTHMONIKH/Ex%20Post%20%CE%A0%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%94%CE%9F%CE%A4%CE%95%CE%9F%202%20Teliko.pd
ή fhttp://www.mednet.gr/archives/2003-3/pdf/238.pdf

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Η Γονεϊκότητα



Η Γονεϊκότητα είναι ένας όρος ο οποίος εμφανίστηκε εκτεταμένα στην βιβλιογραφία το 1980. Για πρώτη φορά όμως είχε εκφραστεί από τον Ψυχίατρο και Ψυχαναλυτή Recamier το 1960 προσπαθώντας να ορίσει την διαδικασία ωρίμανσης των γονέων μέσα από την σχέση με το παιδί τους. Βέβαια η γονεϊκότητα σαν ορολογία χρησιμοποιήθηκε από πολλούς θεωρητικούς για να φθάσει να εκφράζει σήμερα με αυτό τον όρο την συναισθηματική, νοητική και οργανική στάση των ενηλίκων, η οποία τους επιτρέπει να απαντήσουν στις ανάγκες των παιδιών τους.

Η γονεϊκότητα λοιπόν, κατασκευάζεται με βασικό στοιχείο της την ευθύνη. Την ευθύνη που έχει να κάνει με την νομική, ηθική, πολιτιστική και παιδαγωγική ανάπτυξη του παιδιού. Με αυτή της την μορφή η γονεϊκότητα δεν αποτελεί μόνο μια γονεϊκή λειτουργία με στόχο την ωριμότητα του παιδιού και του γονέα, αλλά αποτελεί μια κοινωνική ιδιότητα που εκφράζει μια κατάσταση θεσμοθετημένη κοινωνικά. Γίνεται μια ιδιότητα η οποία υποπίπτει στους νόμους ενός κράτους και αποτελεί στοιχείο αφαίρεσης ή αποδοχής του δικαιώματος του κάθε πολίτη να την ασκήσει με την έννοια της “ Γονεϊκής επιμέλειας”. Έτσι με τον όρο “Γονεϊκή μέριμνα” ορίζεται νομοθετικά η δυνατότητα πρόσβαση κάποιου γονέα στην εξάσκηση της γονεϊκότητας.

Η γονεϊκότητα, εκφράζει τον τρόπο που είμαστε γονείς και αποτελεί το φυσικό περιβάλλον ανάπτυξης του παιδιού. Δηλώνει μια μορφή δέσμευσις του γονέα προς το παιδί του. Η μορφή αυτής της δέσμευσης το επηρεάζει σε γνωστικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Δηλαδή η ψυχρότητα ή θαλπωρή με την οποία περιβάλλει το παιδί καθορίσει την ζωή του στο μέλλον.

Η μετάβαση στην Γονεϊκότητα μπορεί να φαίνεται απλή αλλά δεν είναι. Από την στιγμή που κάποιος/α γίνεται γονέας φαίνεται ότι τελειώνει με μια μορφή ζωής που είχε υιοθετήσει μέχρι τώρα και αρχίζει μια άλλη που καθορίζεται από την γονεϊκότητα. Η γονεϊκότητα λοιπόν είναι μια περίοδο που δεν τελειώνει όταν αρχίσει. Εκτός από το παιδί επηρεάζει το γονέα στην σχέση με τον εαυτό του(ναρκισσισμός) καθώς και στην σχέση με τον σύντροφό του (ζευγάρι). Η μετάβαση προς την γονεϊκότητα όμως, είναι για τους ψυχαναλυτές μια ασυνείδητη διαδικασία η οποία έχει αρχίσει πολύ πριν φτάσει το παιδί.

Η γονεϊκότητα αποτελεί το συναισθηματικό πεδίο της ζωής του κάθε γονέα. Μπορεί ο μελλοντικός γονέας από την στιγμή της σύλληψης να φαντάζεται τον εαυτό του έτσι ώστε η παρουσία του παιδιού να μην τον βρει απροετοίμαστο, αλλά δυστυχώς η ίδια η γονεϊκότητα είναι ένα πεδίο του οποίου η έκταση απαιτεί μια συνεχή εξερεύνηση. Η εξερεύνηση του πεδίου αυτού, έχει σχέση τόσο με το παρελθόν του όσο και με το παρόν του. Τόσο με αυτό που αυτός έχει ζήσει σαν παιδί, όσο και με αυτό που αντιλαμβάνεται ότι ζει του παιδί του.

Η γονεϊκότητα λοιπόν ανασαίνει και ζει μέσα από την σχέση με τα παιδιά. Είναι εξ ίσου σημαντική για τα παιδιά όσο και για τους γονείς. Τόσο ένας όσο και ο άλλος βιώνουν την σχέση μέσα από την δικής τους θέση και το ρόλο μέσα σε αυτή. Η γονεϊκότητα λοιπόν καθορίζεται από την μορφή της σχέσης και η σχέση από την μορφή της γονεϊκότητας. Σε τελική ανάλυση ο τρόπος με τον οποίο ο γονέας βιώνει την γονεϊκότητα καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο το παιδί βιώνει την παιδικότητα ή την εφηβεία του.

Η γονεϊκότητα εκφράζεται πάντα με την μορφή των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές “αναγκάζουν” θα λέγαμε τους γονείς να θεωρήσουν ή και να αναθεωρήσουν την μέχρι τώρα στάση τους στην ζωή. Αναθεώρηση που έχει να κάνει με τις ιδέες, το σύστημα αξιών, την συμπεριφορά τους και βοηθάει στην υιοθέτηση μιας μορφής διαπαιδαγώγησης που θα ακολουθήσουν απέναντι στα παιδιά τους.

Η ανάγκη προσαρμογής στη σχέση με τα παιδιά καθιστά το γονέα ένα υποκείμενο σε συνεχή αλλαγή ενώ χρειάζεται να διατηρεί την σταθερότητα του. Η ευθύνη που απορρέει από το ρόλο, του ζητά να είναι ευέλικτος ενώ συγχρόνως πρέπει να διατηρεί μια συμπεριφορά η οποία αποπνέει σιγουριά. Η γονεικότητα απαιτεί από την μια ν' αναθεωρήσουμε και να επανεξετάσουμε τόσο τις πεποιθήσεις μας, όσο και το σύστημα αξιών που είχαμε μέχρι σήμερα. Και από την άλλη μας καλεί να είμαστε σταθεροί, αμετάβλητοι, και υπερασπιστές αρχών που δημιουργούν το συναίσθημα ασφάλειας στα παιδιά.

Η γονεϊκότητα λοιπόν είναι μια αναπτυξιακή διαδικασία η οποία αφορά το γονέα και το παιδί. Το γονέα σαν πυροδότη του συναισθηματικού, νοηματικού και αλληλεπιδραστικού περιεχομένου της γονεϊκής σχέσης και το παιδί σαν αποδέκτη της.

Κερεντζής Λάμπρος

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΕΥΧΟΜΑΙ...



ΕΥΧΟΜΑΙ η οικογένεια να φροντίσει να υπάρξουν οι συνθήκες που θα βοηθήσουν τα παιδιά της να εισέλθουν στον κοινωνικό στίβο και να λειτουργήσουν παράλληλα με τον ενήλικα και ισότιμα με αυτόν.

ΕΥΧΟΜΑΙ να καταλάβουμε ότι η οικογένεια δεν είναι ένας χώρος και χρόνος που βρεθήκαμε τυχαία μέσα της. Αντίθετα ότι είναι ένας χωρόχρονος που κατασκευάστηκε από μας και συνεχίζει να κατασκευάζεται, με την ισότιμη συμμετοχή των παιδιών μας. Εύχομαι να καταλάβουμε ότι είναι μια συνκατασκευή στην οποία συμμετέχουν όλοι το ίδιο από οποιαδήποτε θέση και αν βρίσκονται.


ΕΥΧΟΜΑΙ να καταλάβουμε ότι η οικογενειακή σχέση είναι μια παιδαγωγική σχέση. Ότι, με τον τρόπο του, το παιδί “διαπαιδαγωγεί” και αυτό τους γονείς του, με την έννοια ότι τους επηρεάζει και καθορίζει τις αντιδράσεις τους τόσο στην σχέση μαζί του, όσο στις μεταξύ τους σχέσεις.


ΕΥΧΟΜΑΙ λοιπόν στην συνειδητοποίηση της διεστραμμένης αντιμετώπισης του παιδιού σαν ένα ανάπηρο άτομο που χρειάζεται πάντα κάποιο άλλον για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής.


ΕΥΧΟΜΑΙ τα παιδιά να πάψουν να είναι εξαρτημένα από το τι θα αισθανθούν οι γονείς τους.
ΕΥΧΟΜΑΙ να πάψουν να περιορίζουν την ελευθερία τους, τις αποφάσεις τους, τις σκέψεις που κάνουν για τον εαυτό τους και να μην τις αντικαταστούν με σκέψεις που αφορούν τους γονείς, σαν να είναι ίδιοι οι γεννήτορες τους.


ΕΥΧΟΜΑΙ οι μητέρες να μπορούν να λειτουργούν ανεμπόδιστες από την κοινωνική αδικία που στοχεύει αυτές και τα παιδιά τους.
ΕΥΧΟΜΑΙ να είναι ισότιμες, ελεύθερες και δημιουργικές για ότι καινούργιο, για ότι σημαντικό έχουν μέσα τους που πάντα στοχεύει την αγάπη, την στοργή και την αφοσίωση.


ΕΥΧΟΜΑΙ οι πατεράδες να μπορούν να συλλάβουν το εύρος της σημαντικότητας που έχουν για τα παιδιά τους.
ΕΥΧΟΜΑΙ να μπορούν να φανταστούν τον πεπερασμένο εαυτό τους, ότι για τα παιδιά τους δεσπόζει σαν αθάνατη φιγούρα. Ότι η παρουσία τους κυριαρχεί και τα καθοδηγεί με ένα τρόπο που ούτε αυτοί, ούτε αυτά, μπορούν να ελέγξουν.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην κατάργηση της παιδοκεντρική κοινωνική αντίληψη της μαθησιακής διαδικασίας, η οποία στηρίζεται στην ικανότητα του παιδιού να καταλάβει.
ΕΥΧΟΜΑΙ στην κατάργηση του όρου “εξυπνάδα”, που κυριαρχεί και δημιουργεί ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό και καθόλου συνεργατικό για το παιδί, που δεν βοηθάει στην ανακάλυψη της γνώσης παρά μόνο σαν κάτι νεκρό και μη αναγκαίο συστατικό για την καθημερινή ζωή.


ΕΥΧΟΜΑΙ η εκπαίδευση να φροντίσει να αποδώσει την σημασία που πρέπει στο παιδί, έτσι ώστε το εκπαιδευτικό σύστημα, αντί τις ποδηγετεί τις ικανότητες του και να τις εμποδίζει, να προάγει και να τις επιβραβεύει.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην ανάπτυξη της ικανότητας να επιλύουμε τις προβληματικές καταστάσεις, πράγμα που δυναμώνει τις εσωτερικές και εξωτερικές διεργασίες της αυτονομίας μας.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην αποδοχή της απόλαυσης σαν μια νέα συγκίνηση που επιτρέπει την γνώση του εαυτού μας και την όλο περισσότερο ανακάλυψή του.


ΕΥΧΟΜΑΙ στην αναζήτησης πάντα του καινούργιου, του άγνωστου, του αυθόρμητου και του διαφορετικού.
ΕΥΧΟΜΑΙ στην απομάκρυνση από το παλιό, στην απομάκρυνση από την επανάληψη και το πέρασμα σε μια νέα διάσταση του πραγματικού που κανείς δεν γνωρίζει ακόμα και που μένει να ανακαλυφθεί.


ΕΥΧΟΜΑΙ το 2017 γεμάτο από την χαρά της συνειδητότητας, της δημιουργίας, και της αρμονικής συνκατασκευής του κόσμου μας, και του κόσμου των άλλων.

Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Η ισχύς στις διαπροσωπικές σχέσεις




Το υποκείμενο

Το υποκείμενο καθορίζεται γενετικά και επίκτητα από την οικογένεια καταγωγής του. Καθορίζεται επίσης από την εκπαίδευση καθώς και την κοινωνία μέσω της αλληλεπίδρασής του με το περιβάλλον.
Η παρουσία του δηλώνει μια ενότητα από ένα σύνολο χαρακτηριστικών που απαρτίζουν την ύπαρξή του και το καταστούν διαφορετικό από τους άλλους. Είναι ένα υποκείμενο εξόριστο μέσα στην μοναδικότητα του και η μοναδικότητα του εξόριστη μέσα στην συλλογικότητα. Σαν κάτι ξεχωριστό, ανόμοιο ψάχνει την ομοιότητα του, θέλοντας να διατηρήσει την διαφορετικότητα του.

Πρώτον το υποκείμενο βρίσκεται στο μεταίχμιο της σταθερότητας σαν οργανισμός και της συνεχούς αλλαγής του. Όπως επίσης βρίσκεται στο μεταίχμιο της διατήρησης της ατομικότητας του και της ανάγκης αποδοχής και συμμετοχής του στην ομάδα.
Στο μεταίχμιο της σταθερότητας σαν οργανισμός και της αλλαγής, όπως λέει ο Francisco Barela1 το υποκείμενο διακρίνεται από δύο καταγραφές. Η πρώτη περιλαμβάνει τα στοιχεία τα οποία παραμένουν αμετάβλητα με το πέρασμα του χρόνου και η δεύτερη τα στοιχεία που αλλάζουν. Η πρώτη έχει σχέση με την οργάνωση του συστήματος σαν οργανισμός και η δεύτερη με την δομή του. Έτσι στο υποκείμενο ξεχωρίζουμε τα οργανωτικά και τα δομικά χαρακτηριστικά. Τα οργανωτικά χαρακτηριστικά διατηρούν αναλλοίωτη την οργάνωσή τους σε σχέση με το περιβάλλον ενώ τα δομικά διαφοροποιούνται. Δηλαδή εγώ δεν είμαι ο ίδιος πριν από τρία χρόνια, πολλά δομικά στοιχεία του οργανισμού μου έχουν αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου, όπως έχω μεγαλώσει, έχω βάλει γυαλιά, κ.λ.π., αλλά παραμένω ο ίδιος, Παραμένω ο ίδιος διότι σε κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο διατηρώ την οργάνωσή μου, σαν πατέρας, σαν σύζυγος, σαν επαγγελματίας.

Το άτομο, βρίσκεται επίσης στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ανάγκη της διατήρησης της ατομικότητας του αλλά και την ανάγκη να ανήκει σε μια ομάδα. Αυτό σημαίνει την ανάγκη της μοναχικότητας αλλά και της συντροφικότητας, την ανάγκη της διαφορετικότητας αλλά και της ομοιότητας. Σε αυτή την περίπτωση δοκιμάζεται συνεχώς η διάσταση της υποκειμενικότητας του που το διαμορφώνει σαν αυτόνομη οντότητα, απέναντι στην αντικειμενικότητα της συλλογικότητας, που πολλές φορές απαιτεί την εγκατάλειψη της αυτονομίας του και την υποταγή σε αυτή.

Το στοιχείο που διακυβεύεται ανάμεσα, πρώτον, στην οργάνωση σαν στοιχείο του ατόμου που μένει αναλλοίωτη και την δομή που αλλάζει,και δεύτερον, ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την ατομικότητα, δεν είναι άλλο παρά αυτό της αυτονομίας.
Στην μεν πρώτη περίπτωση ο Francisco Barela μιλάει για την “αυτοποίηση” του υποκειμένου αντλώντας τα παραδείγματά του από το βιολογικό κόσμο των οργανισμών, ο οποίος μπορεί να αναπαράγει τα βασικά χαρακτηριστικά της οργάνωσής του από μόνος του ώστε να επιβιώσει, δηλώνοντας σαν σύστημα, μια αυτονόμηση από το περιβάλλον.

Στην δεύτερη περίπτωση μιλάμε για την υποκείμενο και τα όρια τα οποία δηλώνουν την θέση και το ρόλο του μέσα στην ομάδα, δηλαδή καθορίζουν την αυτονομία του ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την ατομικότητα. Καθορίζουν την αυτονομία τόσο της σκέψης, του λόγου όσο και της συμπεριφοράς. Δηλαδή ένα υποκείμενο θεωρείται αυτόνομο μόνο μέσα από την αποδοχής της υποκειμενικότητας του, την αποδοχής της ελευθερίας του. Η έλλειψη ελευθερίας, δεν δηλώνει μόνο την απουσία του ατομικού σαν στοιχείο βιολογικό, αλλά και την απουσία λόγου και της πράξης σαν στοιχείο υπαρξιακό.

Η ατομικότητα από μόνη της δεν υφίσταται παρά μόνο σε αντιπαράθεση με την συλλογικότητα μέσα στην οποία εντάσσεται. Άρα η ατομικότητα διαμορφώνεται από το λόγο όσο και την πράξη του υποκειμένου μέσα στην συλλογικότητα που ανήκει. Από την άλλη η μορφή της συλλογικότητας σαν κοινωνική λειτουργία που στοχεύει στην αυτονόμηση θα πρέπει να επιτρέπει την εκδήλωση της υποκειμενικότητας. Υπάρχουν συλλογικότητες που η στόχευση του είναι περισσότερο η ταυτοποίηση και ομογενοποίηση του υποκειμένου παρά η καλλιέργεια της διαφορετικότητας και της αυτονομίας του.

Ο άλλος

Οποιαδήποτε η ενέργεια απέναντι στον άλλον εκφράζει την ύπαρξη μιας σχέσης μαζί του. Η σχέση αυτή μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, οι οποίες περιλαμβάνουν καταστάσεις ομοιότητας, διαφορών, διαδοχής, συνύπαρξης, αντίθεσης, αντιπαλότητας κ.λ.π. Οι μορφές της σχέση δηλώνει τρόπους συν-ύπαρξης, άρα στην ουσία η ύπαρξη δεν είναι παρά συν-ύπαρξη. Δηλαδή πάντα υπάρχουμε σε σχέση με τον άλλον και ποτέ μόνοι μας. Πάντα στην αναστοχαστική σκέψη, τον εαυτό μας, δεν τον συναντάμε ποτέ μόνο του. Ακόμα και η μοναχικότητα έχει σχέση με τον απομεμακρυσμένο “άλλο”.

Πάντα λοιπόν, ο εαυτός είναι μέρος μιας σχέσης, και πάντα προσδιορίζεται σε σχέση με κάποιους άλλους, είτε είναι μέλος μια οικογένειας, είτε μέλος μια εκπαιδευτικής, πολιτικής, ή επαγγελματικής ομάδας. Άρα όπως λέει πρώτα η φιλοσοφία και μετά η ψυχανάλυση: η υποκειμενικότητα μας συγκροτείται γύρω από την παρουσία του “άλλου”.

Οι άλλοι είναι εδώ να προσδιορίσουν το υποκείμενο και να καθορίσουν την μορφή της σχέσης μαζί του. Η διάφοροι βαθμοί ποιότητας μιας σχέσης εκφράζονται από τα συνώνυμά της της λέξης “σχέση” όπως σύνδεσμος, δεσμός, δέσιμο, συμφωνία, αρμονία, ή από την αρνητική της παρουσία όπως από την αδιαφορία, το χειρισμό, την επιβολή, την εξουσία... Όλες αυτές οι λέξεις εκφράζουν επίσης τις μορφές συναισθήματος και συμπεριφοράς που αναπτύσσεται στους κόλπους της.

Το συναίσθημα, με την σειρά του πηγάζει από την μορφή των αλληλεπιδράσεων των μελών της σχέσης. Οι αλληλεπιδράσεις ορίζονται σαν πράξεις της σχέσης. Η σχέση σαν πράξη όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης, διαμορφώνεται σαν χώρος γνώσης και διαύγασης. Διαύγασης του εαυτού αλλά και του “άλλου” μέσα στην σχέση. Του εαυτού σαν μέρος της πράξης κατασκευής της σχέσης, σαν συνακατασκευαστή, από την οποία απορρέει η γνώση της ύπαρξης σαν κομμάτι της συν-ύπαρξης με τον “άλλον”. Και του άλλου σαν προσπάθεια γνώσης και κατανόησης αυτού που είναι “έξω” από το υποκείμενο και ο οποίος “εισβάλλει” μέσω της αλληλεπίδρασης “μέσα” και συν κατασκευάζει την σχέση καθορίζοντας την σκέψη, το συναίσθημα και την συμπεριφορά του.

Η Ισχύς

Σύμφωνα με τούς κοινωνιολόγους CROZIER M. και FRIEDBERG E2 . Το υποκείμενο όπως λένε, σε σχέση με το σύστημα ορίζεται σαν ένας “παίχτης”. Ένας “παίχτης” δεν υπάρχει εκτός του συστήματος και καλείται να υπερασπίσει την θέση του μέσα σε αυτό για να “κερδίσει” την ελευθερία του. Το σύστημα λοιπόν καθορίζει την ελευθερία του παίχτη καθώς και την δράση του, αλλά το σύστημα υπάρχει μόνο μέσα από τον “παίχτη” και είναι ο μόνος που μπορεί να το αλλάξει.

Μιλώντας λοιπόν για την ισχύ εννοούμε ότι κάθε παίχτης έχει μια ισχύ μέσα στο σύστημα η οποία του επιτρέπει να κινηθεί και να το επηρεάσει. Η ισχύς αυτή προασπίζει την ελευθερία του μέσα σε αυτό και η προσπάθεια έγκειται από την μια να την υπερασπιστεί και από την άλλη να την επεκτείνει σε σχέση με τους άλλους.

Ένας άλλος βασικός όρος στην κοινωνιολογική ανάλυση των CROZIER M. και FRIEDBERG E είναι η “αβεβαιότητα”. Η “αβεβαιότητα” δηλώνει το ποσοστό ανασφάλεια που πηγάζει από την απρόσμενη συμπεριφορά του άλλου. Όσο ο “παίχτης” δεν γνωρίζει τι συμπεριφορά, ή τι στάση θα κρατήσει ο άλλος “ παίχτης” τόσο μειώνεται η ισχύ του μέσα στο σύστημα και το αντίθετο. Άρα η ισχύς έχει σχέση με την γνώση του “παίχτη” για την συμπεριφορά του “άλλου”

Κάθε πράξη συνιστά ένα ειδικό παιχνίδι γύρω από το οποίο οργανώνεται μια ειδική σχέση ισχύος. Έτσι όταν μέσα στην σχέση, ο Α αναπτύσσει μια ισχύ απέναντι στον Β, στο βαθμό να τον αναγκάσει να κάνει κάτι που δεν θέλει, τότε έχουμε να κάνουμε με μια σχέση εξουσίας.

Η εξουσία είναι μια μορφή σχέσης και εκφράζεται μόνο μέσω αυτής. Άρα η εξουσία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μια σχέσης και όχι ένα χαρακτηριστικό του ατόμου.

Η σχέση

Η διαπροσωπική σχέση είναι ένα ζωντανός οργανισμός που ζει και ανασαίνει. Που ανθίζει, αναπτύσσεται, εξελίσσεται, αλλάζει και πεθαίνει. Που διαμορφώνεται από τα μέλη της διαμορφώνοντάς τα.

Η σχέση με τον “άλλον” δεν είναι κάτι απλό όσο και αν φαίνεται. Αποτελεί το χωρόχρονο της ύπαρξης του υποκειμένου και το διαμορφώνει καθώς εκείνο προσπαθεί να την διαμορφώσει. Η σχέση είναι ο χώρος έκφρασης και διαμέσου αυτής της έκφρασης “παρουσιάζεται” το υποκειμένου σαν τέτοιο. Είναι μια θεατρική σκηνή, θα λέγαμε, όπου το υποκείμενο καλείται να “παίξει” τον ρόλο που έχει διαλέξει. Ένα θέατρο του οποίου πρωταγωνιστής είναι το ίδιο, το σενάριο όμως το γραφεί με άλλους. Μπορεί το θέατρο αυτό να το διακρίνει ένας αυθορμητισμός, αλλά οι ρόλοι έχουν γραφεί και ξαναγραφεί στο πέρασμα του χρόνου, με τέτοιο τρόπο ώστε η αυθορμησία της στιγμής να κρύβει μια ιστορικότητα που χρειάζεται έρευνα σε βάθος για να αποκαλυφθεί. Αυτό όμως δεν μειώνει την σημασία του αυθόρμητου της σχέσης.

Η σχέση επίσης ενώ φαίνεται ότι είναι ένας χώρος εξωτερικός στην ουσία καλύπτει ένα “εσωτερικό” χώρο που είναι δύσκολο να τον συνειδητοποιήσουμε. Καλύπτει ένα πεδίο “εσωτερικό” που πολλές φορές είναι μεγαλύτερο από αυτό που φανταζόμαστε. Δεν μπορούμε να την φανταστούμε διότι συνεχώς, όπως η σχέση “εξωτερικά” παίρνει πάντα νέες διαστάσεις και επεκτείνει, ή περιορίζει τα όρια της, με τον ίδιο τρόπο η εσωτερικότητα της αλλάζει και μεταμορφώνεται ανάλογα με τις εξωτερικές της αλλαγές.

Για να δώσει δική του τροπή στη σχέση το υποκείμενο καλείται να εκφράσει μέσα στα πλαίσια της την δική του εσωτερικότητα. Τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται και να ορίζει τα πράγματα, δηλώνοντας την ενεργητική παρουσία του μέσα από τον λόγο και την πράξη. Η ικανότητα αυτή ορίζει την ισχύ που έχει αποκτήσει μέσα στην σχέση και δηλώνει το δικαίωμα να καταλάβει τον χώρο τον οποίον θεωρεί ότι του ανήκει μέσα σε αυτή. Για να αποκτήσει αυτή την ικανότητα λοιπόν πρέπει να τολμήσει, να διεκδικήσει, ώστε η σχέση να του παράσχει την δυνατότητα έκφρασης.

Η σχέση όπως έχουμε αναφέρει είναι μια συνκατασκευή, μια συνεργασία με τον “άλλον” και χωρίς τον άλλον δεν μπορεί να υπάρξει. Σε αυτή την συνεργασία ο καθένα καλείται να προσφέρει την δυνατότητα εξέλιξής της. Η δυνατότητα αυτή εκφράζεται μέσα από την ενεργητική του, όπως αναφέραμε, παρουσία, μέσα από την πρωτοβουλία, καθώς και την διεκδίκηση της ελευθερίας να ενεργήσει μέσα σε αυτή και να την καθορίσει. Η δυνατότητα αυτή λοιπόν, έχει σχέση με τις ικανότητες του. Η ικανότητα ορίζει την ισχύ που έχει μέσα στην σχέση. Η ισχύς θέτει, αλλά και εκφράζει τα όρια της ανάπτυξης του υποκειμένου και αναπτύσσεται μαζί με αυτό.

Τόσο σε οργανικό επίπεδο, όσο σε ψυχολογικό, ή κοινωνικό, η ισχύς έρχεται σαν φυσιολογική εξέλιξη του υποκειμένου να ορίσει μέσα από την ανάπτυξή του, τις όλο και μεγαλύτερες ικανότητες του να επηρεάσει το περιβάλλον του και να το διαμορφώσει, σύμφωνα με τις ανάγκες του, δημιουργώντας, κατασκευάζοντας τον χώρο/χρόνο της ύπαρξής του στην σχέση με τον άλλον.

Η σχέση σαν χώρος/χρόνος ισχύος

Όπως αναφέραμε πάρα πάνω η εξουσία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας σχέσης και όχι ένα χαρακτηριστικό του ατόμου. Το θέμα λοιπόν της ισχύος (εξουσία) του υποκειμένου τίθεται στην συναναστροφή με τον άλλον και μέσα από αυτή αναπτύσσει της παρουσία ή την απουσία της.

Υπάρχω, σημαίνει ύπαρξη σχέσης με τον άλλον. Εφόσον όμως η σχέση με τον άλλο εκφράζει μια μορφή ισχύος, δεν μπορώ να υπάρξω, να επιζήσω, παρά μόνο, παζαρεύοντας με τους άλλους την θέληση μου να κάνω αυτό που μου ζητάνε, ή όχι. Να απαντήσω ή όχι στις προσδοκίες που έχουν για μένα. Αυτή η διαπραγμάτευση αποτελεί το ουσιαστικό περιεχόμενο της σχέσης.
Η σχέση λοιπόν, σαν χώρος/χρόνος ισχύος είναι χώρος/χρόνος διαπραγμάτευσης και συνεχούς επαναπροσδιορισμού της θέσης μου μέσα σε αυτή. Η προσέγγιση στις πηγές της εξουσίας, δηλαδή η δυνατότητα εναλλακτικής συμπεριφοράς και η συναισθηματική χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, αποτελεί τον όρο, όχι μόνο της σχέσης με τον άλλον, αλλά αποτελεί και το προτσές της προσωπικής ανάπτυξης και πρόσβαση στην δημιουργία ταυτότητας.

Η ισχύς του υποκειμένου μέσα στην σχέση αποτελεί ένα σημαντικό όρο ανάπτυξής του καθώς και της ανάπτυξης της μορφής της σχέσης. Η ισχύς αυτή, η οποία εκφράζει το ποσοστό δύναμης (εξουσίας) του υποκειμένου δεν έχει σχέση τόσο με την επιβολή και την καταπίεση του άλλου, όσο με την οριοθέτηση του. Έχει να κάνει με την περιφρούρηση ενός νοητικού και ψυχολογικού χώρου ελευθερίας κίνησης του υποκειμένου μέσα σε αυτή.

Η Ισχύς κατοικεί μέσα στην ελευθερία την οποία διαθέτει ο καθένας εκ των μελών της σχέσης. Άρα η ισχύς δηλώνει την ελευθερία και η ελευθερία την ισχύ του υποκειμένου. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς ισχύ.

Δηλαδή η ισχύς δηλώνει την δυνατότητα του υποκειμένου να αρνηθεί αυτό που του ζητάει ο άλλος. Εκφράζει την ικανότητα διαπραγμάτευσης μέσα στην σχέση. Η διαπραγμάτευσή περιλαμβάνει την αποδοχή, αλλά και την άρνηση όρων που δεν συμφέρουν το υποκείμενο. Η Ισχύς λοιπόν, εκφράζεται την ικανότητα διαπραγμάτευσης η οποία ορίζεται από την δυνατότητα άρνησης αποδοχής δεδομένων. Η άρνηση στα πλαίσια της διαπροσωπικής σχέσης, έρχεται να διαμορφώσει την σχέση και να ορίσει το πλαίσιο ελευθερίας του κάθε υποκειμένου μέσα σε αυτή.

Η άρνηση λοιπόν έχει σχέση με την προσπάθεια προστασίας και επιβεβαίωσης της ελευθερίας του υποκειμένου μέσα στην σχέση. Δηλώνει την προσπάθειά του να ορισθεί σαν υποκείμενο μέσα από το δικό του λόγο και όχι μέσα από το λόγο του άλλου. Μέσα από τα δικά του μάτια και όχι μέσα από τα μάτια των άλλων. Η δυνατότητα άρνησης παρέχει στο υποκείμενο ένα πλαίσιο ελευθερίας το οποίο μπορεί να ορισθεί σαν ζώνη αβεβαιότητας για τον άλλον της σχέσης, δηλαδή μη γνώσης της συμπεριφοράς του μέσα σε αυτή.

Η ύπαρξη μιας ζώνης αβεβαιότητας εκφράζει το απρόβλεπτο της συμπεριφοράς του υποκειμένου, προσφέροντας του την δυνατότητα έλεγχου, απέναντι στους συν κατασκευαστές της σχέσης. Ή “αβεβαιότητα” αυτή δηλώνει την δυνατότητα προστασία του χώρο/χρόνου ελευθερίας του μέσα στην σχέση. Δηλαδή πολύ απλά, όσο η συμπεριφορά του υποκειμένου δεν είναι δεδομένη και προβλέψιμη τόσο η ισχύς του είναι μεγάλη και ικανή να διαμορφώσει την σχέση, όσο είναι δοσμένη και προβλέψιμη τόσο η ισχύς του είναι μειωμένη και αναγκάζεται να συμμορφωθεί στην επιθυμία του άλλου, που σημαίνει υποταγή στην εξουσία του.

Η ισόβαθμη λοιπόν, ισχύς των μελών βοηθάει την σχέση τους να γίνει ένα πεδίο διαύγασης του εαυτό του και του “άλλου”, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης. Την κάνει ένα χώρο/χρόνο ελευθερίας και ανακάλυψης του κάθε υποκειμένου και της ίδιας της σχέσης. Πυροδοτεί την ύπαρξη της ισχύος σαν στοιχείο ενότητας και αλληλεγγύης και όχι διαχωρισμού και απόρριψης. Βοηθάει στην διαλογικότητα των μελών της προσπαθώντας να περάσουν πίσω από τα φαινόμενα και να μπουν στην ουσία των συναισθημάτων και των νοημάτων που διακυβεύονται στην συνακατασκευή της σχέσης.

Άρα η ισόβαθμη ισχύς του κάθε υποκειμένου στην συνκατασκευή της σχέσης διατηρεί μια ισορροπία που βοηθάει στην ανάπτυξή τόσο της σχέσης, όσο και των μελών της. Το αντίθετο, η διαφορά ισχύος οδηγεί σε ανισόρροπες σχέσεις, σε σχέσεις εξουσίας. Σε σχέσεις φόβου και ενοχής, όπου η ισχύς ανήκει και την μονοπωλεί μόνο το ένα μέλος και το άλλο νιώθει ανίσχυρο και υποταγμένο, χωρίς το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του μέσα σε αυτή.

Σημειώσεις

1.Varela Franancisco, « L’individualité : l’autonomie du vivant »
2.CROZIER M. και FRIEDBERG E1977, L'acteur et le système

Σας εύχομαι ευτυχισμένο το 2017 και σας ευχαριστώ πολύ για την αντοχή σας.

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας:Νίκου Εγγονόπουλου