Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Διαμεσολάβηση και οικογένεια, ή η Οικογένεια διαμεσολαβητής


διαμεσολάβηση 2

Οριοθέτηση του αντικειμένου

Στο προηγούμενο άρθρο μιλήσαμε γενικά για την διαμεσολάβηση και το ρόλο του διαμεσολαβητή, σε αυτό θα επικεντρωθούμε στην διαμεσολάβηση σαν οικογενειακή λειτουργία. Κατ' αρχάς καλό είναι να γνωρίζουμε ότι σε μια ευρύτερη διάσταση της έννοιας της διαμεσολάβησης, όλοι είμαστε διαμεσολαβητές του “άλλου” στην σχέση του με τον κόσμο, καθώς και οι “άλλοι” γίνονται διαμεσολαβητές για εμάς. Όλοι παρέχουμε μέσα από την σχέση μας με τον “άλλον”, ένα τρόπο να βλέπει και να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα μέσα από εμάς, καθώς και εμείς μέσα από αυτόν. Όλοι αποτελούμε τον συμφιλιωτικό παράγοντα για τον “άλλον” με τον κόσμο, καθώς αντιπροσωπεύουμε ένα κομμάτι του. Η επαφή του μαζί μας, ή η δικιά μας μαζί του αποτελεί τον διακανονιστικό παράγοντα με τα άλλα του κομμάτια.

Η διαμεσολάβηση, ποιο γενικά, αποτελεί το περιεχόμενο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των υποκειμένων. Επίσης αποτελεί το περιεχόμενου ενός διαλόγου όπου το κάθε μέλος λειτουργεί σαν διαμεσολαβητής για την δημιουργία νοήματος και κατανόησης της πραγματικότητας για το άλλο. Η δημιουργία νοήματος δεν είναι μια ατομική διαδικασία αλλά μια διαδικασία της σχέσης με τον “άλλον”, έτσι χωρίς την διαμεσολάβηση κάποιου ανάμεσα σε εμένα και την πραγματικότητα δεν υπάρχει η κατανόηση της. Με τον ίδιο τρόπο η παρουσία του “άλλου” μεσολαβεί για την κατανόηση του ίδιου μου του εαυτού. Δηλαδή τον “άλλο” σαν διάμεσο δεν τον έχω ανάγκη μόνο στην σχέση μου με τον κόσμο, αλλά και στην σχέση μου με τον εαυτό μου.

Στο επίπεδο των αλληλεπιδράσεων η σημασία της διαμεσολάβησης είναι τεράστια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αλληλεπίδραση και η διαμεσολάβηση ταυτοποιούνται αλλά υπάρχει μια βασική διαφορά όσο αναφορά τον βαθμό επίδρασης και την ισχύ των υποκειμένων της αλληλεπίδρασης, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε διαμεσολάβηση. Στην αλληλεπίδραση θεωρούμε ότι τα δύο μέλη το ένα επιδρά επί ίσοις όροις προς το άλλο, στην περίπτωση όμως της διαμεσολάβησης το ένα φαίνεται ότι αναλαμβάνει το άλλο και η επίδραση είναι μεγαλύτερη, καθορίζοντας σε πρακτικό, διανοητικό καθώς και συναισθηματικό επίπεδο την σχέση του άλλου μέλους με την πραγματικότητα, αλλά και τον εαυτό του. Μια τέτοια διάσταση της διαμεσολάβησης μπορούμε να την συναντήσουμε στις παιδαγωγικές καταστάσεις όπου η διαφορά δυναμικού των μελών της σχέσης είναι καθορισμένες από το ρόλο που έχει ο καθένας μέσα σε αυτές, όπως και στις οικογενειακές.

Στην περίπτωση της εκπαίδευσης λοιπόν, είναι ξεκάθαρα τα πράγματα, ένα δάσκαλος ή καθηγητής είναι, από την φύση του επαγγέλματός του, ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στο “παιδί” και την πραγματικότητα, ανάμεσα σε αυτό και την γνώση. Άρα και στην περίπτωση της οικογένειας - στο βαθμό που έχουμε δεχτεί ότι κάθε γονέας είναι εν δυνάμει παιδαγωγός - μπορούμε να μιλήσουμε, για μια παιδαγωγικά διαμεσολαβητική σχέση. Δηλαδή κάθε γονέας σαν παιδαγωγός, διαμεσολαβεί ανάμεσα στο παιδί του και την πραγματικότητα που σημαίνει το σύνολο των μορφών που μπορούν να πάρουν οι ενέργειες βοήθειας μέσα στην οικογένεια προς το υποκείμενο - που στην περίπτωσή μας είναι το “παιδί” - με σκοπό την ανάπτυξη της χειραφέτησης του.

Διαμεσολάβηση και οικογένεια

Η διαμεσολάβηση σαν οικογενειακή λειτουργία μέσα και έξω από την οικογένεια είναι φυσιολογική και θεωρείται ότι επιτελείται πάντα με στόχο την βοήθεια του υποκείμενου, έτσι ώστε να φαίνεται παράλογο ότι μπορεί να αναφερθεί σαν στοιχείο που κάνει το αντίθετο, δηλαδή εμποδίζει και δεν βοηθάει. Ότι, τόσο στην μια όσο και στην άλλη μορφή της, στόχο έχει πρώτα την εύρυθμη και αρμονική λειτουργία της οικογένειας και μετά την επιτυχέστερη κοινωνικοποίηση των μελών της.

Από την στιγμή του ερχομού, για να μην πούμε της σύλληψης, ο γονέας γίνεται ένας μεσολαβητής ανάμεσα στο παιδί του και τον κόσμο. Ο ρόλος του αυτός είναι αναγκαίος και ουσιαστικός τόσο στην οργανική και ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη όσο και την εξέλιξη του παιδιού σαν υποκείμενο στην σχέση του με τον κόσμο, δηλαδή στην κοινωνικοποίησή του. Ο πρώτος διαμεσολαβητής, θα λέγαμε είναι η μητέρα, Αυτή με το σώμα της αλλά και την εν γένει παρουσία της εισάγει το παιδί στην κοινωνικότητα στην σχέση με τον “άλλον”. Μετά έρχεται ο πατέρας. Ωστόσο και οι δύο γονείς, όπως και τα μεγαλύτερα αδέλφια, λειτουργούν από μια στιγμή και μετά σαν διαμεσολαβητές με την πραγματικότητα, εφόσον η πραγματικότητα διαμορφώνεται από την δική τους παρουσία.

Η διαμεσολάβηση σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης λειτουργεί μόνο μέσα από την παρουσία τους. Επίσης το ίδιο το βρέφος την θέτει σε λειτουργία αυτόματα με σκοπό την “χρησιμοποίηση” του γονέα τόσο σαν εξωτερικό, όσο και σαν εσωτερικό διαμεσολαβητικό αντικείμενο στην σχέση του με τον κόσμο σύμφωνα με τον Βίννικοτ.

Δηλαδή ο γονέας διαμεσολαβεί τόσο με την σύνδεση του παιδιού με τον “έξω” κόσμο, την πραγματικότητα όσο και με τον “μέσα”, δηλαδή την διαμόρφωση του εσωτερικού του κόσμου σαν εσωτερικευμένο αντικείμενο. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε, νομίζω σε αυτό το σημείο είναι ότι, ο “έξω” κόσμος που εμφανίζεται στο παιδί μέσω της διαμεσολάβησης είναι ένα κόσμος που διαμορφώνεται και προσφέρεται από τον διαμεσολαβητή. Δηλαδή η νοηματοδότηση του κόσμου είναι καθορισμένος από τον τρόπο που ο διαμεσολαβητής τον διαμορφώνει Με τον ίδιο τρόπο ο διαμεσολαβητής επηρεάζει και την διαμόρφωση του “εσωτερικού” κόσμου του “παιδιού”. Στην ουσία λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια πραγματικότητα “εσωτερική”, και “εξωτερική”, η οποία στην παιδική ηλικία της ζωής του υποκειμένου διαμορφώνεται από τον διαμεσολαβητή.

Έτσι αν π. χ. μια μητέρα έχει φοβίες ο τρόπος με τον οποίο μεσολαβεί ανάμεσα στο παιδί του και την πραγματικότητα εμπεριέχει τον φόβο της διαμορφώνοντας την πραγματικότητα μέσα από αυτόν τόσο σαν εξωτερικό αντικείμενο (φοβάται τα σκυλιά στο δρόμο) όσο και σαν εσωτερικό βλέπει (στο όνειρό του να τον κυνηγούν σκυλιά). Άρα η έννοια, αλλά και η κατάληξη της διαμεσολάβησης εξαρτάται από τον διαμεσολαβητή και τον τρόπο λειτουργίας του. Ερχόμενοι τώρα στον τρόπο λειτουργίας της οικογένειας παρατηρούμε ότι η διαμεσολάβηση λαμβάνει χώρα εσωτερικά στις σχέσεις των μελών της και εξωτερικά στην σχέση τους με τον εξωτερικό κόσμο. Πιο αναλυτικά, στην οικογένεια η διαμεσολάβηση εκφράζεται σε τρία επίπεδα:

α)Πρώτα Η διαμεσολάβηση μέσα στην οικογένεια είναι αυτή που εκφράζεται ανάμεσα στο μέλη της οικογένειας, οπότε ο μεσολαβητής μπορεί να είναι ένα μέλος της οικογένειας και συνήθως παρατηρούμε ότι είναι η μητέρα.

β) Δεύτερον διαμεσολάβηση με τον “έξω” κόσμο η οποία εκφράζεται σαν ανάγκη ανάμεσα στα μέλη και την εξωτερική πραγματικότητα που “απειλεί” την ίδια και τα μέλη της. Σε αυτήν σαν μεσολαβητής μπορεί να είναι τόσο οι γονείς όσο και τα “μεγαλύτερα” η “ικανότερα” παιδιά.

γ) Αυτές η δύο μορφές μεσολαβήσεων μας οδηγούν σε μια άλλη στη διαμεσολάβηση με τον εαυτό. Αυτή έχει σχέση με τον εαυτό, δηλαδή ο γονέας γίνεται διαμεσολαβητής στην σχέση με του “παιδιού” με τον εαυτό του.

Η διαμεσολάβηση μέσα στην οικογένεια

Η διαμεσολάβηση μέσα στην οικογένεια εκφράζεται με την μορφή οργάνωσης της οικογένειας το οποίο καθορίζει την θέση και την λειτουργία του κάθε μέλους μέσα σε αυτή. Κοινωνικά μπορεί να έχουν οριστεί οι ρόλοι μέσα στην οικογένεια όπως ο “πατέρας”, η “μητέρα”, τα “παιδιά”, αλλά σε κάθε οικογένεια σύμφωνα με την μορφή λειτουργίας της καθορίζεται το ποσοστό διαμεσολάβησης του κάθε ρόλου προς τα άλλους. Η κατάσταση αυτή προσφέρει καινούργιες ιδιότητες στο ρόλο του κάθε μέλους που μπορεί να διαφοροποιούνται από τους γενικά καθορισμένους κοινωνικούς ρόλους. Οι ιδιότητες του ρόλου διαμορφώνουν το πεδίο ελευθερίας κινήσεων του απέναντι στους άλλους. Βέβαια οι ουσιαστικοί διαμεσολαβητικοί ρόλοι είναι αυτοί των γονιών, αλλά και τα “παιδιά” “παίξουν” ένα συνεχές διαμεσολαβητικό τους ρόλο, ο οποίος βοηθάει στην λειτουργία και την ανάπτυξη, ή όχι της οικογένειας.

Η μορφή της διαμεσολάβησης επίσης καθορίζεται από το ποσοστό του άγχους της οικογένειας και τον τρόπο που το διαχειρίζονται οι γονείς. Μιλώντας για το οικογενειακό άγχος θα πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή ότι, ξέχωρα από τα στρεσογόνα κοινωνικά φαινόμενα όπως ο φόβος της ανεργίας, της βίας, της αποτυχίας των μελών της οικογένειας, καταστάσεις που έχουν σαν πηγή εξωτερικά γεγονότα που μπορούν να απειλήσουν την συνοχή της οικογένειας, έχουμε επίσης και εσωτερικά γεγονότα, δηλαδή γεγονότα τα οποία εξαρτώνται από την μορφή των σχέσεων μέσα σε αυτή, αλλά και από την επίκτητη εμπειρία του κάθε γονέα και την αλληλεπίδρασή του με τον άλλον.

Η διαμεσολάβηση λοιπόν στην οικογένεια έχει να κάνει τόσο με το συναίσθημα αλλά όσο και με την πράξη του κάθε μέλους προς τα άλλα μέλη. Εκφράζει την ικανότητα του κάθε μέλους να ορίζει το νοηματικό περιεχόμενο των πράξεων και τις συμπεριφοράς του, όπως καθορίζει την θέση και την ισχύ του. Η διαμεσολάβηση είναι, με άλλο τρόπο η έκφραση της ισχύος του κάθε μέλους. Η ισχύς λόγω της ηλικίας καθώς και λόγω της θέσης δίπλα στα άλλα μέλη. Π. χ. όπως είπαμε ο διαμεσολαβητικός ρόλος της μητέρα είναι μεγαλύτερος από αυτόν του πατέρα λόγω της φύσης της αλλά και του χρόνου παραμονής καθώς και της εγγύτητας δίπλα στα παιδιά

Η διαμεσολάβηση με τον “έξω” κόσμο

Όπως με τις σχέσεις στην οικογένειας το “παιδί” γνωρίζει το εαυτό του και συνκατασκευάζει την ταυτότητα του έτσι και με το κόσμο η συνκατασκευή αυτή συνεχίζεται σε ένα άλλο σημαντικό στάδιο. Η σχέση με τον κόσμο, από την μια εμπεριέχει όλα αυτά που το παιδί έχει “υιοθετήσει” από την σχέση με την οικογένεια και από την άλλη γνωρίζει κάτι καινούργιο το οποίο έρχεται να διαφοροποιήσει την μέχρι τώρα εμπειρία του από αυτή. Για να μπορέσει να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει η διαμεσολαβητική παρουσία του γονέα να αλλάξει μορφή.

Συνήθως η διαμεσολαβητική στάση των γονέων αποτελεί ένα χαρακτηριστικό του ρόλου τους και εκφράζεται στην σχέση του παιδιού με τον κόσμο. Η θέση αυτή εμπεριέχει το άγχος του στην προσπάθεια απομάκρυνσης του "παιδιού" και αντιμετώπιση του περιβάλλοντος εκτός του προστατευτικού χώρου της οικογένειας.

Ο γονέας λοιπόν, φαίνεται ότι καταλαμβάνεται από το άγχος για την μορφή σχέσης του “παιδιού” με το περιβάλλον εκτός οικογένειας, όπως τον καταλαμβάνει και το άγχος για το μέλλον του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, θεωρεί αναφέρετο δικαίωμα το να επέμβει και να προσπαθήσει να διευθετήσει την σχέση του “παιδιού” με το κόσμο σαν μεσολαβητής. Αν τον ρωτήσεις γιατί επεμβαίνει, θα απαντήσει πολύ σωστά, για να το βοηθήσει. Να το βοηθήσει στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, δημιουργώντας ένα όριο προστασίας ανάμεσα σε αυτό και την ζωή, ανάμεσα σε αυτό και την κοινωνία.

Το άγχος όμως αυτό μπορεί να οδηγήσει τον γονέα σε συμπεριφορές οι οποίες συχνά “παραβιάζουν” το παιδί. Ενεργεί ορμώμενος περισσότερο από το δικό του συναίσθημα και επιθυμία μην υπολογίζοντας την δική του. Γίνεται ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε αυτό και την κοινωνία με τρόπο προστατευτικό, αμυντικό θέλοντας να αποφευχθεί το χειρότερο. Το χειρότερο όμως, μπορεί να αποτελεί περιεχόμενο μόνο της σκέψης και του συναισθήματος του και να μην αντιπροσωπεύει το παιδί. Δυστυχώς με την στάση του μεταβιβάζει το άγχος που τον κατέχει. Η διαδικασία αυτή εκφράζει σε ένα πρώτο επίπεδο την συναισθηματική διαμεσολάβηση του γονέα ανάμεσα στο παιδί και το κόσμο και μετά έπεται η πρακτική. Δηλαδή η διαμεσολάβηση μπορεί και λειτουργεί σαν ένα θυμικό πεδίο που απορρέει από την σχέση του γονέα με το κόσμο με το οποίο ο γονέας θέλει να “ντύσει” το παιδί του για να το προστατεύσει από αυτό, αποτρέποντας το να πράξει αυτό που σκέπτεται.

Η διαμεσολάβηση, όπως είπαμε, υπήρχε από την στιγμή που γεννήθηκε το “παιδί”. Υπάρχει με πολλές μορφές μέχρι την ενηλικίωση του, ίσως και μέχρι τον θάνατο του γονέα ίσως και μετά από αυτόν. Η παρουσία της δικαιολογείται από την φυσική και ψυχική ανεπάρκεια του “παιδιού” στην παιδική και εφηβική ηλικία. Τότε η διαμεσολάβηση είχε ένα ρόλο προστατευτικό, συμβουλευτικό και γενικά παιδαγωγικό. Ήταν κάτι αναγκαίο που βοηθούσε την ομαλή ανάπτυξη της σχέσεις του παιδιού με τον κόσμο. Ακόμα όμως και σε αυτή την φάση, η διαμεσολάβηση χρειάζεται να αλλάζει ακολουθώντας ή μάλλον μεταβάλλοντας την παρουσία της ανάλογα με το ποσοστό ανάπτυξης του παιδιού, όπου σήμαινε ανάπτυξη και της διαμεσολάβησης. Η διαμεσολάβηση πρέπει να λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα με την ανάπτυξη του “παιδιού”. Δηλαδή όσο μεγαλώνει το “παιδί” τόσο αυτή μικραίνει. Αναπτύσσεται μικραίνοντας!! Μικραίνοντας τον προστατευτικό και το συμβουλευτικό της ρόλο.

Δυστυχώς, ή ευτυχώς οι συμβουλές τελειώνουν. Τελειώνουν σαν διαδικασίες μετάδοσης γνώσης. Το μόνο που μπορούν να προσφέρουν από μια στιγμή και μετά είναι η ανεπάρκεια. Την ανεπάρκεια του γονέα αλλά και την ανεπάρκεια του “παιδιού”. Από ένα σημείο και μετά η διαμεσολάβηση παράγει σαν διαδικασία την ανεπάρκεια. Φαίνεται ότι τρέφεται από αυτή και την τρέφει.

Εάν και μετά την ενηλικίωση η διαμεσολάβησης συνεχίζει να υφίσταται με τον ίδιο τρόπο καθορίζει την σχέση του “παιδιού” με την κοινωνία και δεν του επιτρέπει την κατευθείαν επαφή μαζί της. Έρχεται να διαμόρφωση την σχέση του “παιδιού” με την κοινωνία με τέτοιο τρόπο ώστε να μην του επιτρέψει να την γνωρίσει. Η μορφή της τελικά όχι μόνο δεν βοηθάει, αλλά ενώ φαίνεται ότι λύνει προβλήματα στην ουσία δημιουργεί καινούργια και μάλιστα πιο σοβαρά.

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό ότι κάθε πρόβλημα έχει τη συναισθηματική και τη πρακτική του πλευρά. Το πρόβλημα της ανεργίας π. χ. που συναντάει ένα “παιδί” στην ζωή του, από την μια το χαρακτηρίζει η έλλειψη χρημάτων και από την άλλη η έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό. Ενώ το πρώτο ( εργασία) μπορεί να είναι στιγμιαίο, το δεύτερο (εμπιστοσύνη) γίνεται διαχρονικό. Ενώ το πρώτο έχει σχέση με την κοινωνία, το δεύτερο έχει σχέση με τον εαυτό. Εκείνο λοιπόν που δεν καταλαβαίνουν οι γονείς είναι ότι, όταν συνεχίζουν να μεσολαβούν βοηθώντας πρακτικά το παιδί τους, στο συναισθηματικό επίπεδο, όχι μόνο δεν βοηθάνε αλλά δημιουργούν, κτίζουν το πρόβλημα εμπιστοσύνης στον εαυτό. Έτσι λοιπόν η πράξη διαμεσολάβησης μπορεί να γίνει μια πράξη υποβίβασης του “παιδιού” σε διανοητικό συναισθηματικό αλλά και πρακτικό επίπεδο.

Η διαμεσολάβηση με τον εαυτό

Όπως είπαμε η διαμεσολάβηση από ένα σημείο και μετά όχι μόνο δεν βοηθάει, αλλά ενώ φαίνεται ότι λύνει προβλήματα στην ουσία δημιουργεί καινούργια και μάλιστα πιο σοβαρά. Δηλαδή δημιουργεί προβλήματα στην σχέση του “παιδιού” με τον εαυτό του. Αυτό συμβαίνει διότι η μεσολαβητική παρουσία του γονέα δεν επιτρέπει ή και αλλοιώνει την σχέση του με τον κόσμο. Όσο αυτή η σχέση εμποδίζεται τόσο εμποδίζεται η ανάπτυξη της γνώσης της πραγματικότητα μέσα από την οποία προβάλει η γνώση του εαυτού. Η σχέση του “παιδιού” με τον κόσμο είναι αποκαλυπτική διότι βοηθάει στην αποκάλυψη του ίδιου του εαυτού. Δηλαδή των ικανοτήτων του, των πρωτοβουλιών, και του ρίσκου που μπορεί να πάρει στην σχέσεις που καλείται να συνάψει.

Η διαμεσολάβηση δεν βοηθάει στην ανάπτυξη των ιδιαιτεροτήτων του “παιδιού”. Δεν του επιτρέπει να τις γνωρίσει, να πειραματιστεί, να κάνει λάθος για να βρει το σωστό. Η διαμεσολάβηση του προσφέρει ένα άγχος το οποίο δεν είναι δικό του. Του προσφέρει το άγχος του γονέα. Για το παιδί ο φόβος της επιτυχίας είναι κάτι άλλο από αυτόν του γονέα. Η διαμεσολάβηση δεν του επιτρέπει να τον γνωρίσει και να τον διαχειριστεί... τον τυλίγει ο γονέας με τον δικό του φόβο. Με αυτό τον τρόπο θέλω να τονίσω το γεγονός ότι η διαμεσολάβηση κρύβει την πραγματικότητα του εαυτού και την κάνει πραγματικότητα του γονέα. Θάβει το συναίσθημα κάτω από το κουραστικό φοβικό περιεχόμενο του γονέα, όπου η διαχείριση καθώς και η αυτονόμηση γίνονται μακρινά αγχωτικά τοπία.

Εκείνο που χρειάζεται η διαμεσολάβηση είναι η γνώση των αναγκών του “παιδιού”. Αυτό σημαίνει το πέρασμα σε δεύτερη μοίρα των αναγκών των γονέων για να μπορέσουν να απαλειφθούν τις ανάγκες του. Λαμβάνοντας υπ όψιν τις ανάγκες του “παιδιού” σημαίνει ότι είναι εδώ για αυτό και όχι για τον εαυτό τους. Πολλοί γονείς θα αναρωτηθούν “Γνωρίζει το παιδί τις ανάγκες του; αυτό δεν ξέρει.” Με αυτό το ερώτημα προσδίδουν στον εαυτό τους την ιδιότητα του οδηγητή και όχι του συνοδού. Προτείνουν, δοκιμάζουν , αγχώνονται και απογοητεύονται χωρίς να καταλαβαίνουν ότι σε αυτή την σχέση προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες και όχι του “παιδιού τους. Δηλαδή ο γονέας σαν διαμεσολαβητής πάντα εργάζεται για τον εαυτό του και όχι για το “παιδί”, όσο και αν δεν θέλει να το παραδεχτεί για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορεί να είναι “αντικειμενικός”, και δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί και να τιθασεύσει την δική του επιθυμία. Έτσι παρόλο που με την βοήθειά της διαμεσολάβησης το “παιδί” δεν συναντά εμπόδια, εντούτοις το μόνο εμπόδιο που φαίνεται να αναπτύσσεται με την παρουσία της είναι η έλλειψη γνώσης του εαυτού του.

Ο διπλός ρόλος της διαμεσολάβησης στην οικογένεια

Αυτό που καταλαβαίνουμε από όλα τα παραπάνω είναι ότι η απόλυτη και φυσιολογική ανάγκη του υποκείμενου να ανήκει σε μια ομάδα, κάτι που ξεκίνησε από την βρεφική ηλικία και θα συνεχίζεται μέχρι το θάνατό, επιτρέπει την παρουσία της διαμεσολαβητικής λειτουργίας αυτής της ομάδας, η μελών της, σαν στοιχείο που το βοηθάει, ή εμποδίζει στις σχέσεις του εντός και εκτός εκτός της ομάδας. Επίσης καταλαβαίνουμε ότι όπως σε όλα τα θέματα το μέτρο είναι αυτό που μπορεί να ορίσει την θετική η αρνητική επίδραση της διαμεσολάβησης.

Ότι η διαμεσολάβηση στα οικογενειακά πλαίσια μπορεί να αποτελεί το πρόβλημα αλλά και το μέσο επίλυσής του. Που σημαίνει ότι μπορεί να λάβει χώρα για την επίλυση ενός προβλήματος, δηλαδή με την επέμβαση ενός διαμεσολαβητή να δοθεί π. χ. μια λύση, μια διέξοδος σε μια διαφωνία ανάμεσα σε δυο, ΄η περισσότερα πρόσωπα ή αντίπαλες παρατάξεις, αλλά και μπορεί η λειτουργία της να δημιουργήσει πρόβλημα π. χ. Να μην επιτρέψει την κατευθείαν επικοινωνία δύο η περισσοτέρων προσώπων ή αντιπάλων παρατάξεων.

Αυτός ο διπλός ρόλος της διαμεσολάβησης, από την μια σαν πρόβλημα και από την άλλη σαν λύση, μας δείχνει να καταλάβουμε πόσο σημαντική και καθημερινή είναι η παρουσία της στην σχέση του υποκειμένου με τον εαυτό του και με τους άλλους. Πόσο δηλαδή ο προβληματικός τρόπος, ή όχι της λειτουργίας της, στο επίπεδο των σχέσεων, επιτρέπει την δημιουργία μιας συναισθηματικής κατάστασης του υποκειμένου με θετικό ή αρνητικό πρόσημο.

Δηλαδή η διαμεσολάβηση μπορεί να πάρει προεκτάσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελέσει πυροδότηση θετικών εξελίξεων για το υποκείμενο δημιουργώντας συνθήκες μεγαλύτερης διαύγειας για τις καταστάσεις στις οποίες είναι εμπλεκόμενο με τα μέλη της ομάδας όπως η οικογένεια, ή αντιθέτως να γίνει εμπόδιο στην συνειδητοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών του, καθώς και της θέσης του ανάμεσα στους άλλους.

Το πότε βοηθάει, η εμποδίζει στα οικογενειακά πλαίσια καθορίζεται από την μορφή της διαμεσολάβησης σαν διαπραγμάτευση και τον τρόπο με τον οποίο επεμβαίνει ο διαμεσολαβητής.

Κερεντζής Λάμπρος

στο επόμενο Ο Γονέας-διαμεσολαβητής.

πίνακας: Pablo Picasso,

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ρόλος



Η λέξη ρόλος προέρχεται από την μεσαιωνική λατινική λέξη rotolus, που σημαίνει ένα χαρτί τυλιγμένο κυλινδρικά πάνω στο οποίο, υπήρχε ένα γραφτό κείμενο, το οποίο στην περίπτωση του θεάτρου, ήταν τα λόγια τα οποία έπρεπε να απαγγείλει ο ηθοποιός που συμμετείχε σε μια παράσταση.

Με την έννοια της κοινωνικής λειτουργίας χρησιμοποιήθηκε το ΧΙ αιώνα Από τότε , μολονότι ο ρόλος διατήρησε πάντα τις πρώτες του έννοιες, πολλές άλλες προστέθηκαν όπως: χαρακτήρας (θεατρικό πρόσωπο) παρουσιαζόμενος από ένα ηθοποιό, μάσκα, στάση συμπεριφοράς, τρόπος λειτουργίας μέσα σε ένα σύνολο και τελικά κοινωνικός ρόλος.

Ωστόσο, μέσα σε όλες αυτές τις σημασίες, ο όρος διατηρεί μια καθαρά θεατρική έννοια, που είναι όμως δυσδιάκριτη μέσα στην έννοια του κοινωνικού ρόλου, ο οποίος καθορίζει, άλλοτε μεν την στάση συμπεριφοράς ενός ατόμου, ΄άλλοτε δε την λειτουργική του αξία για την κοινωνία

Οι δύο αυτές σημασίες καθορίζουν το ρόλο διφορούμενο, επιτρέποντας του να “παίζει” σε πολλά επίπεδα συγχρόνως, δηλαδή: στο θεατρικό, στο προσωπικό και στο κοινωνικό.

Απόσπασμα από το βιβλίο της

Ρένας Παρέλη- Κοντογιάννη

με τίτλο Η ΜΑΣΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

φωτο: οRamin Karimloo στους άθλιους του Βίκτορα Ουγκώ

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Η διαμεσολάβηση


Διαμεσολάβηση 1

Ορισμός

Η διαμεσολάβηση είναι μια τέχνη, μια τεχνική των ανθρωπίνων σχέσεων για την καλυτέρευσή τους. Η χρήση του όρου εκτείνεται σε διάφορους επιστημονικούς τομείς, όπως η ψυχολογία, η νομική, η κοινωνιολογία,η ανθρωπολογία, η φιλοσοφία και οπωσδήποτε στην οικονομία και την πολιτική. Έχει σχέση με την εξεύρεση ενός τρόπου ή μέσου το οποίο βοηθά να λυθεί ένα πρόβλημα, ή να διευκολυνθεί μια κατάσταση, να γεφυρώσουμε ένα χάσμα που έχει δημιουργηθεί στην σχέση των ανθρώπων.

Σύμφωνα με τον κ. Μπαμπινιώτη η διαμεσολάβηση ορίζεται ως «παρέμβασης ανάμεσα σε πρόσωπα, ομάδες, κράτη κτλ. για επίλυση διαφορών ή επίτευξη συμφωνίας»

Η διαμεσολάβηση λοιπόν σαν επιστημονικός όρος έρχεται να καλύψει όλα σχεδόν τα πεδία των κοινωνικών επιστημών στην προσπάθεια της να εκφράζει την ανάγκη των κοινωνιών για την επίλυση προβλημάτων με στόχο την ανάπτυξή τους. Τη διαμεσολάβηση την συναντούμε σε όλες τις μορφές κοινωνικών σχέσεων, όπως στην οικογένεια, στην εκπαίδευση, στην εργασία, και εν γένει την κοινωνική ζωή.

Ο ρόλος του διαμεσολαβητή

Η διαμεσολάβηση παίρνει σάρκα και οστά μέσω του διαμεσολαβητή. Ο διαμεσολαβητής είναι ο επαγγελματίας των σχέσεων. Βασικός σκοπός της παρουσίας του, όπως είπαμε, είναι η επίλυση προβλημάτων. Προβλημάτων τα οποία έχουν να κάνει με κράτη, εταιρίες, ιδρύματα, οργανισμούς, οικογένειες και που αφορούν, την διεύθυνση διαβουλεύσεων, διαπραγματεύσεων, συγχώνευση οργανισμών, προσπάθεια αλλαγών, πάρσιμο αποφάσεων, εύρεση της δημιουργικότητας.

Ο διαμεσολαβητής διακρίνεται από αντικειμενικότητα, και χρειάζεται σημαντική γνώση των ορίων κάθε κατάστασης. Ο ρόλος του δεν έγκειται στο να παίρνει αποφάσεις, αλλά να βοηθάει στην κατανόηση των δεδομένων για να μπορεί ο άλλος να πάρει μια απόφαση.

Η ισχύς του λοιπόν περιορίζεται στην ικανότητα της επικοινωνίας και τη δυνατότητα που παρέχει ο τρόπος λειτουργίας του ώστε να εκφραστούν οι γνώμες των μελών κάθε διαπραγμάτευσης και όχι να επικρατήσει η δικιά του. Απαραίτητα στοιχεία του διαμεσολαβητή είναι η αμεροληψία, ο σεβασμός και τέλος η προστασία του άλλου.

Ο διαμεσολαβητής λοιπόν πρέπει να στηρίζεται στην αντικειμενικότητα, τον σεβασμό, την προσοχή και το ενδιαφέρον για να μπορέσει να βοηθήσει στην επιτυχή έκβαση μιας διαπραγμάτευσης είτε αυτή έχει σχέση με διαφορές κρατών είτε με διαφορές μελών μιας οικογένειας.

Κερεντζής Λάμπρος

Στο επόμενο:
Διαμεσολάβηση και Οικογένεια, ή η Οικογένεια διαμεσολαβητής

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Αγαπημένη μου κορούλα,


Έρχεσαι από έναν κόσμο απλό, τέλειο, απέραντο και παντοτινό και έχεις μπροστά σου μια ζωή γεμάτη ερμηνείες, αντιφάσεις, διαιρέσεις και πεποιθήσεις, που χαρακτηρίζουν εμάς τους «μεγάλους».

Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σε βοηθήσω να με καταλάβεις και αν το επιθυμείς, και είσαι αρκετά πεισματάρα όπως είμαι εγώ, να κρατήσεις κάτι από αυτή την συναρπαστική τελειότητα που κουβαλάς ακόμα μέσα σου.

Σε λίγο οι ενήλικες, προκειμένου να σε «εντάξουν» στις τάξεις τους, θα σου διδάξουν τη μικρότητά τους. Θα σου μάθουν να μετράς με αριθμούς, να διαιρείς τα πάντα και να αξιολογείς το κάθε τι, βάζοντάς του ένα πρόσημο και έναν βαθμό, με βάσει έναν κατακερματισμένο, μικρόνοο και ατομοκεντρικό τρόπο αντίληψης.

Συγχρόνως θα σου μάθουν να χρησιμοποιείς λεξούλες και να βάζεις μια ταμπέλα σε κάθε τι, ξεχωρίζοντάς το από το σύνολο. Θα μάθεις επίσης ότι κάθε λεξούλα κουβαλά και μια δική της χροιά αρνητική ή θετική. Έτσι ανάλογα με αυτό που σε εξυπηρετεί, θα χρησιμοποιείς πότε τη μία λέξη και πότε την άλλη.

Θα δεις ανθρώπους, όπου ο ένας θα λέει «συνέπεια» και ο άλλος θα λέει «ακαμψία», προσπαθώντας ο πρώτος να εξηγήσει την στάση του και ο δεύτερος να χαρακτηρίσει τον πρώτο, πιστεύοντας ότι μπορεί έτσι να τον επηρεάσει. Αντί να κάνουμε την ζωή μας απλή και να δεχόμαστε ο ένας τον άλλο όπως είναι, θα μας δεις να επικαλούμαστε το κάθε τι και να χρησιμοποιούμε κάθε είδους φτηνό κόλπο, για να εξουσιάζουμε τους άλλους.

Το πρώτο ψέμα που θα ακούσεις να λέγεται, θα είναι πως όλα όσα γίνονται, είναι για το καλό σου. Μην τους πιστέψεις και μην τους αφήσεις να σε μπολιάσουν με την μικρότητά τους. Αν οι ενήλικες νιώθουν μικροί χωρίς κάποια πράγματα, εσύ αυτή τη στιγμή είσαι απέραντη και δεν σου λείπει τίποτα. Αν κάποια στιγμή νιώσεις ότι στερείσαι κάτι, θυμήσου ότι κάποιοι σε εκπαίδευσαν στη μικρότητά τους, κλέβοντας προσωρινά λίγη από την δύναμή σου.

Θα επικαλεστούν το θεό και θα ορίσουν εκπροσώπους, τους οποίους θα σε μάθουν να τους φιλάς στο χέρι με υποταγή, γιατί δεν μπορούν να βρουν τον θεό μέσα τους. Θα επικαλεστούν την ανάγκη σου να αγαπηθείς και θα σε μάθουν να προσκολλάσαι σε ομάδες και άτομα, γιατί δεν μπορούν να βρουν την αγάπη μέσα τους. Θα επικαλεστούν την συμπόρευση με την κοινωνία και θα σε μάθουν να βαδίζεις μαζί τους προς τον γκρεμό, σπρώχνοντας όμως πρώτα τον διπλανό σου πριν πέσεις και η ίδια, γιατί δεν μπορούν να κυριαρχήσουν στον εθισμό τους για συνεχή και ανούσια κατανάλωση. Θα σου μάθουν τι σημαίνει χρόνος στον κόσμο τους, βάζοντας συνεχώς ορόσημα στην άχρονη αντίληψη του παρόντος σου, και θα σου δώσουν τίτλους που δεν ζήτησες. Θα σε μάθουν να αγαπάς τις τιμές και τους τίτλους λέγοντας σου ότι αυτό είναι καλό για σένα.

Στην ουσία θα είναι οι ίδιοι που θα φουσκώνουν από κομπασμό, απομακρύνοντας όμως εσένα ακούσια ή εκούσια από όλα αυτά τα απλά και γήινα που θέλεις και ξέρεις πολύ καλά πως να διεκδικείς τώρα. Μέχρι και το όνομά σου θα αποφασιστεί με έναν τρόπο που τους χαρακτηρίζει. Κι αυτό θα είναι γι αυτούς μια συναλλαγή και μια ευκαιρία να αποδοθούν τιμές και να εξασφαλιστούν όλα αυτά που δεν έχεις μάθει ακόμα να επιθυμείς.

Θα σου μάθουν ότι υπάρχει ένα «μέσα» και ένα «έξω», σαφώς διαχωρισμένα το ένα από το άλλο. Θα σου μάθουν να αποζητάς να βρεθείς στο «μέσα» των άλλων, όχι όμως και να φτιάχνεις ένα καινούριο «μέσα» από το δικό σου απέραντο «έξω».

Το τελευταίο πράγμα που θα σου γράψω είναι κάτι που ήδη ξέρεις. Η αγάπη είναι κάτι που νιώθεις χωρίς προϋποθέσεις, γιατί απλά είναι η ανάγκη σου να τη δίνεις και όσο πιο πολλή αγάπη ακτινοβολείς, τόσο μεγαλώνει το απόθεμά σου.

Κάνε στην ζωή σου ότι πραγματικά θέλεις με τόλμη και έτσι δεν θα ξεθωριάσει ποτέ η λάμψη σου. Σε ευχαριστώ που με έμαθες τα πιο σημαντικά πράγματα στην ζωή, απλά με το βλέμμα σου. Θα είμαι πάντα δίπλα σου και θα σε αγαπώ χωρίς καμία προϋπόθεση.

Ο μπαμπάς σου. 

Σπύρος Σιμεγιάτος

πηγή:https://www.facebook.com/rebetiko.piano?fref=pb&hc_location=profile_browser

Πίνακας:Céline Deshayes, 

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Το βλέμμα των παιδιών αποκαλύπτει...


Πόσο δύσκολο μερικές φορές, είναι το βλέμμα των παιδιών μας όταν στρέφεται επάνω μας. Πόσο, το αισθανόμαστε εξεταστικό, ανταγωνιστικό, υποτιμητικό και σπάνια να μας κοιτάει με θαυμασμό και όταν το κάνει και πάλι δεν αισθανόμαστε καλά. Είναι ένα βλέμμα που πολλές φορές δεν το θέλουμε. Που προσπαθούμε να του ξεφύγουμε. Που νομίζουμε πως θα ανακαλύψει κάτι που κρύβουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Θυμώνουμε. Γινόμαστε σκληροί και σκληρές μαζί του. Τους ζητάμε να μας εξηγήσουν το γιατί μας κοιτάνε έτσι... Άλλες φορές τους ρωτάμε τι ζητάνε; Τι βλέπουνε;

-Όχι πες μου τι βλέπεις;

Και το λέμε με τέτοιο τρόπο που δεν θα μας απαντήσουν ποτέ. Δεν τους δίνουμε το δικαίωμα να μας απαντήσουν διότι... δεν την θέλουμε την απάντηση... δεν την μπορούμε Δεν την μπορούμε διότι νιώθουμε ότι βλέπουν αυτό που εμείς δεν θέλουμε να δούμε!

Το βλέμμα αυτό μας τρυπάει. Πάει ίσα μέσα στην καρδιά μας. Σε αυτά που κρύβουμε. Κάτι βλέπει εκεί μέσα, μέσα μας. Κάτι βλέπει που εμείς δεν θέλουμε να το δει κανείς, ούτε εμείς οι ίδιοι. Το βλέμμα των παιδιών ξεθάβει σκηνές, εικόνες από την παιδικότητα που βιαζόμασταν να περάσει. Ξεθάβει σκηνές, εικόνες από την εφηβεία που δεν μας κατάλαβε κανείς. Βλέπει το ανήμπορο παιδάκι που ήμασταν κάποτε. Το ανυπεράσπιστο πλάσμα που υπήρξαμε και έχουμε ξεχάσει. Μας φέρνει πίσω. Σε αυτό που με τόσα δάκρυα αφήσαμε παραπονεμένο στην γωνία του παρελθόντος. Μέσα από το βλέμμα τους νιώθουμε γυμνοί, ανυπεράσπιστοι όπως τότε κάτω από το βλέμμα των γονιών μας. Νιώθουμε μόνοι με την επίκριση να αιωρείται μέσα από το τότε βλέμμα τους. Βλέμμα και λόγια, ένα κράμα αδυσώπητο να τυλίγει το λεπτό μας κορμάκι, χωρίς να μπορούμε να του ξεφύγουμε.

Τίποτα από όλα αυτά δεν ξέρουν τα παιδιά μας. Και να ξέρουν, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να καταλάβουν. Παρ' όλα αυτά... το τωρινό βλέμμα τους το νιώθουμε σαν μια συνεχεία του τότε. Σαν μέσα του να διακρίνουμε την ίδια επικριτική διάθεση, την ίδια απόρριψη, όπως τότε με το βλέμμα των γονιών μας, την ίδια ατμόσφαιρα που μας φέρνει πίσω. Νιώθουμε το βλέμμα τους σαν κάτι να καταλαβαίνει και αυτό δεν το θέλουμε καθόλου.

Το πρόβλημα είναι ενώ παλιά παραπονιόμασταν γιατί δεν μας καταλάβαιναν, τώρα φοβόμαστε μήπως μας καταλάβουν!

Στην ουσία το βλέμμα των παιδιών μας, αναζητά και αυτό τον εαυτό του. Αναζητά, χωρίς να ξέρει, την σύνδεση με το μέλλον. Θέλει να πιαστεί από την εικόνα μας. Θέλει μέσα από την συνάντηση με το δικό μας βλέμμα να αρχίσει τη συνκατασκευή του. Αυτό που εμείς προσπαθούμε να αποφύγουμε εκείνο διψάει να το κρατήσει.

Το βλέμμα τους δεν βλέπει εμάς, αλλά ψάχνει μέσα στο δικό μας να δει τον εαυτό του. Δεν γνωρίζει την ευαισθησία των ερμηνειών που μπορούμε να του αποδώσουμε και πολλές φορές εκπλήσσεται με τον απότομο τρόπο μας. Μαζεύεται και δε τολμάει να σηκωθεί, να μας κοιτάξει. Μας αποφεύγει και κάθε φορά που μας αποφεύγει είναι σαν να αποφεύγει να κοιτάξει και τον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτή όμως η κατάσταση πόσο μας θυμίζει την δικιά μας! Τους τότε ενήλικες όταν ήμασταν παιδιά, που μας ζητούσαν να κατεβάσουμε το βλέμμα, διότι το να τους κοιτάμε στα μάτια, το θεωρούσαν αυθάδεια και προκλητικότητα. Και πως εκείνο το παιδάκι που ήμασταν δεν μπορούσε να καταλάβει τι κακό είχε ένα βλέμμα που προσπαθούσε να ξεσηκώσει εικόνες της ζωής και να τις κάνει δικές του. Που προσπαθούσε να μοιάσει μιμούμενο αυτό που έβλεπε.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε το ίδιο βλέμμα με το τότε βλέμμα των γονιών μας. Εκείνο το επικριτικό, που μας άφηνε ακάλυπτους, γυμνούς και γεμάτους ντροπή μπροστά τους. Με τον ίδιο τρόπο και εμείς, χωρίς να το θέλουμε, στην προσπάθεια να “κρυφτούμε” υιοθετούμε το δικό τους βλέμμα που αφήνει τα παιδιά μας ακάλυπτα, γυμνά, και γεμάτα ντροπή.

Επαναλήψεις...Επαναλήψεις από εικόνες γονεϊκές που συμπορεύονται στην μνήμη. Που... ότι και να κάνουμε δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε και να τις κάνουμε κάτι άλλο από αυτό που είναι προσπαθώντας να τις αποφύγουμε, παρά μόνο όταν τις αποδεχτούμε!

Αν ξέραμε ότι το βλέμμα μας ακουμπούσε το παιδί που κουβαλούσαν μέσα τους οι τότε ενήλικες, τότε... τα πράγματα θα είχα εξελιχθεί πολύ καλύτερα και για τους δύό μας. Τώρα που υποψιαζόμαστε ότι το βλέμμα των παιδιών μας ακουμπά το παιδί που επιμελώς κρύβουμε μέσα μας και αποκτά την σημασία του συναντώντας το βλέμμα των γονιών μας, ίσως μας δίνεται η ευκαιρία να τα διαχωρίσουμε και να αποκτήσει το κάθε βλέμμα την ανεξαρτησία του και την δική του ξεχωριστή σημασία για εμάς και για αυτά.

Με αυτό τον τρόπο, θα μπορούμε να διακρίνουμε και να εισπράξουμε τον θαυμασμό από το βλέμμα των παιδιών μας, αλλά και να προσφέρουμε μέσα από το δικό μας, την υποστήριξη που έχουν ανάγκη για την κατασκευή του εαυτού τους.

Κερεντζής Λάμπρος

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Ελληνική πραγματικότητα και μαγική σκέψη



Εισαγωγή

Στο προηγούμενο άρθρο ασχοληθήκαμε με την Μαγική σκέψη σαν μια διανοητική λειτουργία η οποία εκφράζει σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο την προσπάθεια επηρεασμού, αλλά και ελέγχου της καθημερινότητας.

Σαν συμπεράσματα είπαμε:

α) Ότι η μαγική σκέψη αποτέλεσε μορφή προσέγγισης της πραγματικότητας από τον πρωτόγονο άνθρωπο, όπως αποτελεί το τρόπο με το οποίο το παιδί προσεγγίζει διανοητικά την δική του πραγματικότητα. Επίσης είπαμε ότι αποτελεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μορφή προσέγγισης της πραγματικότητας για τον σύγχρονο πολίτη.

β) Ότι εκφράζει την επιθυμία της παρουσίας μιας δύναμης, η οποία δεν εξηγείται φυσιολογικά, όμως είναι εκεί για να δημιουργήσει μια ψευδή διέξοδο στο υποκείμενο που αισθάνεται ανήμπορο να αντιμετωπίσει μια δυσάρεστη πραγματικότητα.

γ) Και τέλος, το μέτρο είναι αυτό που θα μας καταδείξει το μέγεθος και την μορφή λειτουργίας της μαγικής σκέψης σαν στοιχείο που προάγει την πραγματικότητα ή την εμποδίζει.

Με αυτές τις σκέψεις εισερχόμαστε στην ελληνική πραγματικότητα των μνημονίων, δηλαδή σε μια οδυνηρή κατάσταση όπου αίσθηση του εγκλωβισμού της κοινωνίας και ο περιορισμός των λύσεων μεγιστοποίησε την ανάγκη φανταστικής διαφυγής της. Εισερχόμαστε σε κοινωνικές συνθήκες όπου το κέντρο ελέγχου της οικονομίας και κατ' επέκταση της ίδιας της ζωής δεν εδράζει στην χώρα. Έτσι η χώρα γίνεται έρμαιο αποφάσεων τις οποίες αδυνατεί να ελέγξει, αλλά και να αρνηθεί, εφόσον βρίσκεται εξαρτημένη και υπό το κράτος ενός συνεχόμενου οικονομικού εκβιασμού. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαγική σκέψη έρχεται να εκφράσει ατομικά και συλλογικά μια προσπάθεια ελέγχου της κατάστασης, η οποία πυροδοτήθηκε και πυροδοτείται από την ρητορική δεινότητα του πολιτικού κόσμου με την βοήθεια πάντα των ΜΜΕ.

Η πραγματικότητα των μνημονίων

Η πραγματικότητα των μνημονίων εκφράζει την πολιτική της λιτότητας η οποία δεν έχει σχέση μόνο με την οικονομία, αλλά καθορίζει, οριοθετεί και κατευθύνει την καθημερινότητα του πολίτη. Έρχεται να θέσει υπό αμφισβήτηση τα κοινωνικά δικαιώματά στο εργασιακό και κοινωνικό χώρο, προσπαθώντας να αποδυναμώσει την επικοινωνία, την ενσυναίσθηση, την αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών. Αποτελεί μια προσπάθεια αποδυνάμωσης των δημοκρατικών διαδικασιών της κοινωνίας και καθυπόταξης της δικαιοσύνης στο όνομα του κέρδους των οικονομικά εύπορων τάξεων, υποβιβάζοντας τις ανάγκες των φτωχότερων.

Ξέχωρα λοιπόν από τον οικονομικό απόηχο της ζωής, η καθημερινότητα του πολίτη γίνεται δυσκολότερη. Όλο και μεγαλύτερες ομάδες του πληθυσμού οδηγούνται στην φτωχοποίηση μέσω της εναργείας και ο αντίχτυπος αυτής της κατάστασης στο ψυχισμό του πληθυσμού επιφέρει τεράστιες αλλαγές οι οποίες καταγράφονται καθημερινά, έχοντας σαν βάση την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα. Κάθε μέρα το στρες, η αγωνία, ο πανικός, η μελαγχολία η κατάθλιψη, οι τάσεις φυγής, οι αυτοκτονικές σκέψεις αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά της αντίδρασης του πληθυσμού απέναντι σε ένα συνεχές βομβαρδισμό από δυσάρεστες ειδήσεις, οι οποίες του ανακοινώνουν αποφάσεις που τον περιορίζουν χωρίς καν να τον ρωτούν.

Η πραγματικότητα των μνημονίων μεγιστοποίησε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου της καθημερινότητας. Δημιούργησε αλλά και συνεχίζει να δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας και ανημποριάς μέσα στο οποίο
μπορεί να αναπτυχθεί σαν μορφή διαφυγής, η μαγική σκέψη και οι μαγικές λύσεις, ώστε να μπορέσει τόσο το άτομο, όσο και η κοινωνία να απαλύνει το βραχνά του ανεξάντλητου οικονομικού εκβιασμού.

Δηλαδή όσο μεγαλύτερη απόγνωση μοιράζει το οικονομικό σύστημα, τόσο μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια διαφυγής - όχι μόνο του πληθυσμού αλλά και της πολιτικής τάξης της χώρας - σε φανταστικές-μαγικές λύσεις. Με λίγα λόγια η πραγματικότητα των μνημονίων αναπαρήγαγε και αναπαράγει την μαγική σκέψη σε υπερβολικό βαθμό και με διαφορετικές μορφές.

Η πολιτική τάξη και οι μαγικές λύσεις

Σύμφωνα με την παραπάνω κατάσταση η πολιτική τάξη της χώρας καλείται να αντεπεξέλθει στην εξωτερική πίεση. Έχει σαν χρέος να καθοδηγήσει τον πληθυσμό σε λύσεις όπου επικρατεί η λογική, που σημαίνει την αλήθεια των πραγμάτων και όχι προσφορά λύσεων που στηρίζονται σε φανταστικές διαφυγές και ηρωισμούς που καμιά σχέση δεν έχουν με την διαγραφόμενη πραγματικότητα και οι οποίες υποβιβάζουν και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα των μνημονίων.

Δυστυχώς όμως στο βαθμό που η μαγική σκέψη επιτρέπει την φανταστική ικανοποίηση των επιθυμιών σαν μαγική λύση, από την μια επιφέρει μια αποσυμφόρηση της έντασης και αποφυγή της απελπισίας από την άλλη όμως, παρουσιάζεται σαν εμπόδιο στην κατανόηση των προβληματικών γεγονότων. Έτσι η μαγική λύση φαίνεται σαν ένα αναζητούμενο καταφύγιο για τον πολίτη, το οποίο με χαρά ο κάθε πολιτικός σχηματισμός προσέφερε και προσφέρει μέσα από την ρητορική του δεινότητα, απλόχερα στο λαό του. Έχω την εντύπωση ότι ολόκληρες εκλογικές καμπάνιες καταναλώθηκαν και θα καταναλωθούν γύρω από την ενίσχυση και εγκαθίδρυση της μαγικής σκέψης σαν το μόνο διέξοδο-λύση που φαίνεται εφικτή.

Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, οποιαδήποτε αυταρχική αρχή το μόνο που καλλιεργεί στους υπηκόους της είναι η υποταγή που σημαίνει την καθυπόταξη της ωριμότητας και παλινδρόμηση της σε παλαιά στάδια ανάπτυξης όπως είναι η παιδικότητα, καθώς και μέσω αυτής της παιδικότητας ενεργοποιείται η διαφυγή της πραγματικότητας μέσω της φαντασίας.
Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μαγική σκέψη είναι η τυπική σκέψη της παιδικής ηλικίας και δεν θα διστάζαμε να μιλήσουμε για εσκεμμένη καλλιέργεια εκ μέρους του οικονομικό-πολιτικού συστήματος σε τοπικό, ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο μιας ανωριμότητας στο εκάστοτε πληθυσμό η οποία μπορεί να ακουμπήσει τα όρια της ψυχικής ανισορροπίας.

Η καλλιέργεια της ανωριμότητας του πληθυσμού στην ελληνική πραγματικότητα εκφράζει, κατά την γνώμη μου την ανωριμότητα του πολιτικού συστήματος, η οποία εκδηλώθηκε και συνεχίζει να εκδηλώνεται με εθνικιστικές εξάρσεις τύπου χρυσής αυγής, με επαναστατικές διαθέσεις τύπου ΚΚΕ και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, με αντιστασιακές, αγωνιστικές διαθέσεις τύπου σύριζα και κεντρο-αριστεράς, και συμβιβαστικές διαθέσεις τύπου κεντροδεξιάς και δεξιάς.

Η κάθε πολιτική δύναμη από την άκρα αριστερά μέχρι την άκρα δεξιά καθώς και κοινωνικοί φορείς όπως οι εκκλησία, οργανισμοί κ.λ.π. εκφράστηκαν και εκφράζονται πολιτικά και κοινωνικά αναπαράγοντας την μαγική σκέψη προβάλλοντας λύσεις οι οποίες δεν βασίζονται στο ρεαλισμό του προβλήματος, αλλά στο συναίσθημα αποφυγής του και ιδίως στην μετατόπιση της ευθύνης. Κάτι που βολεύει τόσο το πολιτικό σύστημα όσο και το “λαό”. Έτσι οι προτάσεις των πολιτικών σχηματισμών προς την κοινωνία τις περισσότερες φορές δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Προτάσεις οι οποίες δεν μπορούν αλλά και δεν θέλουν να αναλύσουν τα δεδομένα κάτω από ένα ορθολογικό πνεύμα.

Η πολιτική τάξη της Ελληνικής κοινωνίας χάνεται μέσα στην επιθυμία, δηλαδή στο κόσμο των ιδεατών καταστάσεων οι οποίες φανερώνουν τον βαθμό που και η ίδια είναι βυθισμένη στην δική της ανεπάρκεια - την οποία την κρύβει από τον ίδιο της τον εαυτό - αλλά και στην μαγική σκέψη. Φανερώνει δηλαδή το επίπεδο της ανωριμότητας της και της προβληματικής ερμηνείας της πραγματικότητας η οποία στηριζόταν και στηρίζεται περισσότερο, όπως ανέφερα, στο συναίσθημα παρά στην λογική.

Για θυμηθείτε ότι ο πρωθυπουργός πριν εκλεγεί έλεγε ότι οι Ευρώπη θα χορεύει στους ρυθμούς που θα έπαιζε η Ελλάδα (ντέφι). Όλη αυτή η εικόνα δεν ήταν παρά το προϊόν της καλλιέργειας της μαγικής σκέψης η οποία τόσο για τον πρωθυπουργό,όσο και για τον “λαό” λειτουργούσε λυτρωτικά και δημιουργούσε ελπίδες για το αύριο.

Ο “Λαός” και οι μαγικές λύσεις

Έχω την εντύπωση ότι η πολιτική τάξη της χώρας δεν είναι αδαής. Έχει γνώση, αλλά και λογική να εξετάσει και να αναλύσει ορθολογικά τα οικονομικά δεδομένα της πραγματικότητας που αφορά την χώρα. Εκείνο όμως που κάνει είναι ότι αποφεύγει να πει την αλήθεια. Την αποφεύγει για να μην δυσαρεστήσει τον”λαό” ή να μην δυσαρεστήσει τον εαυτό της; Πιστεύω ότι ίσως και εκείνη προσπαθεί να αποφύγει την πραγματικότητα δημιουργώντας και κατασκευάζοντας τις δικές μαγικές διαφυγές είτε είναι στην αριστερά είτε στην δεξιά οι οποίες έχουν αντίκτυπο στην κοινωνία.

Από την άλλη αφουγκράζομαι και ένα “λαό” ο οποίος και αυτός με την σειρά του αποφεύγει την πραγματικότητα. Δέχεται με ευχαρίστηση την μαγική λύση όχι σαν κάτι ξένο από αυτόν, αλλά σαν κάτι δικό του. Δικό του διότι η μαγική σκέψη είναι ένα κεφάλαιο στην κουλτούρα που τον κατασκευάζει, στην οποία το ποσοστό παρουσίας της σε σχέση με τον ορθολογισμό ήταν κάτι παρά πάνω. Όλοι μεγαλώσαμε με ευχές, με φυλαχτά, με μυθικές καταβολές και μυθικούς προορισμούς, με χρησμούς και προφητείες οι οποίες έχουν εγγραφεί βαθιά στην αιώνια πορεία της φυλής, όχι μόνο της δικιάς μας αλλά και κάθε φυλής στα πέρατα του πλανήτη. Έτσι είναι ευχάριστο να ακούει κανείς ευχάριστα πράγματα ακόμα και όταν είναι ψέμα, παρά την αλήθεια που είναι δυσάρεστη.

Η μαγική σκέψη λοιπόν ήταν και είναι ένα λειτουργικό στοιχείο της κοινωνίας το οποίο μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση μιας αδυσώπητης και στυγνής πραγματικότητας για τον πολίτη, αλλά και τους ίδιους τους πολιτικούς. Κάτω από τις παραπάνω συνθήκες είναι “φυσιολογικό” η πραγματικότητα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να κατασκευάσει νοητικά διαφυγές και μαγικές λύσεις για όλες τις τάξεις της Ελληνικής κοινωνίας. Το ζήτημα είναι, όπως αναφέραμε, σε πιο μέτρο αυτή η λειτουργία έρχεται να αντικαταστήσει την αλήθεια η να την βοηθήσει;

Ο αποδιοπομπαίος τράγος

Η μαγική σκέψη στην προσπάθειά της να εξορκίσει το “κακό” καταφεύγει σε μια γνωστή λειτουργία, αυτή της δημιουργίας του αποδιοπομπαίου τράγου. Δηλαδή προκειμένου να ορίσει και να δώσει νόημα στις αντίξοες καταστάσεις προσπαθεί να βρει αυτούς που “φταίνε”. Δηλαδή να δημιουργήσει το “φταίχτη” μέσω του οποίου θα βρει την αίτια του κακού, πράγμα που θα απαλύνει την ψυχική ένταση και θα της δώσει την ευκαιρία της αποφόρτισης αποδίδοντας της σε κάποιον ή σε κάτι. Με αυτό το μηχανισμό προσωποποιεί και περιβάλλει με το γεγονός αυτούς που θεωρεί ότι φταίνε για όλα τα δεινά προσωπικά, ή συλλογικά. Έτσι η κάθε πολιτική τοποθέτηση έχει δημιουργήσει τον αποδιοπομπαίο τράγο της, όπως είναι οι ξένοι-μετανάστες, οι επιχειρηματίες και το κεφάλαιο, η αριστερά, ο ίδιος ο λαός ακόμα και η ίδια η κυβέρνηση.

Ο καθένας με την σειρά του παίρνει την θέση του στο φαντασιακό σενάριο απόδοσης ευθυνών, καθώς και στις προτεινόμενες λύσεις. Ο κάθε πολιτικός στρέφει τα βέλη του και θεωρεί υπαίτιο μιας κατάστασης, σύμφωνα με το νόημα που αυτός αποδίδει στις καταστάσεις, στον αντίπαλό του, θέλοντας να στρέψει την οργή του “λαού” και να την κατευθύνει εναντίον του. Ο καθένας προσπαθεί να επηρεάσει τον “λαό” προσπαθώντας να επιβάλλει του το δικό του νοηματικό πλαίσιο των καταστάσεων, τις δικές του ”μαγικές” ερμηνείες που τις περισσότερες φορές απέχουν από την πραγματικότητα.

Άρα η δημιουργία του αποδιοπομπαίου τράγου έρχεται να δυναμώσει την μαγική σκέψη μέσα από το τεκμήριο της παρουσία του υποκειμένου που την παρακινεί, ασχέτως αν και το ίδιο είναι ένα “μαγικό” προϊόν της. Η παρουσία του αποδιοπομπαίου τράγου προσπαθεί να κάνει την διασύνδεση σε συμβολικό επίπεδο της πραγματικότητας με τον μύθο, και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις της αποδοχής της. Έτσι νομιμοποιεί παρέχοντας φυσιολογικά τεκμήρια της υφής της. Η απόδοση ευθυνών στον αποδιοπομπαίο τράγο έτσι βοηθάει ώστε μια πραγματικότητα που στηρίζεται στην φαντασία να γίνει αληθοφανής. Συγχρόνως όμως, σαν κοινωνική λειτουργία εμποδίζει τον πληθυσμό να συνειδητοποιήσει τα πραγματικά αίτια και τον "φταίχτη" της κατάστασης.

Η Μαγική συνταγή του “Εγώ”

Στην ουσία η μαγική σκέψη του πολιτικού δεν έρχεται να απαλύνει μόνο την αγωνία του πολίτη, αλλά και την δική του. Προσπαθεί να πείσει τον πολίτη ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει μόνο μέσα από την δική του παρουσία. Εκ τούτου τόσο η δημιουργία του αποδιοπομπαίου τράγου, όσο και η περιγραφή των κοινωνικών καταστάσεων γίνονται με τέτοιο τρόπο ώστε η παρουσία του να καταστείτε απαραίτητη για την διαμόρφωση τους.

Ο πολιτικός ηγέτης το μόνο που αποζητά είναι να καταστεί απαραίτητος για την εξέλιξη της κοινωνίας. Το μόνο που προσδοκά είναι η διαμόρφωση εκείνων των κοινωνικών συνθηκών που θα βοηθήσουν στην δημιουργία της σύζευξης του “Εγώ“ του με το μέλλον του “λαού”. Σε αυτή την περίπτωση προσπαθεί να δημιουργήσει τους όρους εξάρτησης του “λαού” από αυτόν, σαν την μόνη εφικτή λύση στο κοινωνικό αδιέξοδο.

Τόσο ο ίδιος όσο και το επιτελείο του έχουν σαν στόχο ακόμα και αν οι συνθήκες δεν ευνοούν, να τις διαμορφώσουν, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα για να δημιουργήσουν συναισθηματικά το χώρο/χρόνο της ανάγκης του, δηλαδή την επιθυμία της παρουσία του σαν λύση. Βασικός στόχος είναι η εκλογή του νίκη. Για αυτό το μόνο που κάνει ο πολιτικός ηγέτης είναι να διαφημίζει την παρουσία του, δυσφημίζοντας την παρουσία των άλλων.

Πρώτα αρχίζει την δυσφήμηση με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα. Δημιουργεί σενάρια καταστροφής όπου ο αντίπαλος θεωρείται υπεύθυνος. Όσο πιο καταστροφική προβάλλεται η κατάσταση της χώρας τόσο πιο απαραίτητος γίνεται αυτός και το κόμμα του. Μετά από την διαμόρφωση των καταστροφικών συνθηκών, η παρουσία του μπορεί πιο εύκολα να καταλάβει την θέση του σωτήρα. Σαν σωτήρας, θέλει να το απαραίτητο στοιχείο στην ζωή του πολίτη. Όπως είπαμε, να εξαρτηθεί από αυτόν και η εξάρτηση αυτή να μην γίνει τόσο σε μια λογική ανάλυση των ικανοτήτων του, όσο στην φαντασιωτική παρουσία του σαν σωτήρας που περικλείει και χαρακτηριστικά που μπαίνουν στο χώρο της μεταφυσικής και της δεισιδαιμονίας.

Με αυτό τον τρόπο η παρουσία του πολιτικού βοηθάει την ανάπτυξη της μαγικής σκέψης Την βοηθάει να αναπαραχθεί, να επεκταθεί στην πραγματικότητα την οποία εκείνος και το επιτελείο του έχει διαμορφώσει. Φαίνεται ότι ο πολιτικός μετατρέπεται ο ίδιος σε μαγικό ραβδάκι στα χέρια του κάθε πολίτη με το οποίο μπορεί εκείνος να αλλάξει την κατάσταση. Άρα και αυτός δεν είναι παρά ένα το περιεχόμενο μια μαγικής σκέψης όπου ο ίδιος είναι ο δημιουργός και ο πρωταγωνιστής. Είναι και αυτός ένα μαγικό πρόσωπο, ένας Αλαντίν ο οποίος έχει τις λύσεις και οι λύσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με το συναισθηματικό του υπόβαθρο και την ιδεολογία που υπηρετεί. Οι λύσεις διαφέρουν ανάλογα την ιδεολογική τοποθέτηση αλλά δεν παύουν να είναι λύσεις.

Το κοινωνικό παιχνίδι

Η πραγματικότητα των μνημονίων ξεκάθαρα είναι μια απειλητική πραγματικότητα, μέσα στην οποία οι κινήσεις των παικτών είναι οικονομικά και κοινωνικά περιορισμένες. Το κοινωνικό και οικονομικό παιχνίδι είναι καθορισμένο από την ισχύ του αντιπάλου και οι κινήσεις του καθένα μέσα σε αυτό, μικρό περιθώριο ελευθερίας έχουν. Άρα οι κινήσεις αποσυμφόρησης έχουν οριστεί από την διαφορά ισχύος των παικτών, έτσι ώστε η δυνατότητα των συμπεριφορών να είναι θέμα προσεκτικών ενεργειών και ορθολογικής αντιμετώπισης των αντιπάλων. Άρα η δημιουργία πλεονεκτημάτων στο παιχνίδι δεν είναι, κατά την γνώμη μου, προϊόν ενεργειών που έχουν τόσο σαν βάση το συναίσθημα, αλλά την ψυχρή λογική. Πράγμα που σημαίνει την αντίληψη της ισχύος του παίχτη και των δυνατοτήτων ελιγμών μέσα στο παιχνίδι.

Στην ορθολογικότητα της οικονομικής παραλογικότητας, ο πολιτικός του σήμερα δεν γίνεται να προβάλει την ορθολογικότητα μιας φαντασιακής αντίστασης τύπου εφηβικής επαναστατικότητας - το είδαμε με την αρχική στάση του Σύριζα - όσο μια συμπεριφορά παίκτη που διακρίνεται από την ωριμότητα της αντίληψης της πραγματικότητας και την ικανότητα προσαρμογής και διαπραγμάτευσης με στόχο το μεγάλωμα των δυνατοτήτων ελευθερίας κινήσεων και ενεργειών, ελιγμών όπως είπαμε, στο πολιτικο-οικονομικό παιχνίδι που συμμετέχει. Σε αυτή την κατάσταση τόσο οι υποχωρήσεις όσο και οι συμμαχίες λειτουργούν σαν στοιχεία που τον φέρνουν πιο κοντά στο στόχο του που είναι η μεταβολή την εκβιαστικής πραγματικότητας και χρειάζεται χρόνος. Οι βιαστικές αποφάσεις έχουν σχέση με τις μαγικές λύσεις και αυτή την περίπτωση η μαγική σκέψη δεν έχει καμιά θέση!

Η μαγική σκέψη οδηγεί στην λανθασμένη αντίληψη της πραγματικότητας και τον υποβιβασμό της σοβαρότητος του εκβιασμού με στόχο την αλλαγή της κατάστασης με ευχολόγια και δοξασίες. Με αυτό τον τρόπο αποτελεί μια διανοητική πράξη, όπου στην συγκεκριμένη πολιτικο-οικονομική κατάσταση επιδεινώνει την πραγματικότητα του πολίτη και δεν την απαλύνει.

Αν εκφράζεται με βεβιασμένες κινήσεις ακράτητης “επαναστατικότητας”, ή προβληματικά αρρωστημένου εθνικισμού, όπου η ρητορική δεινότητα του κάθε γητευτή του πλήθους καλλιεργεί την υποταγή στον Σωτήρα, στην μαγική ουράνια παρουσία του για αλλαγή του σύμπαντος, είναι ότι χρειάζεται ο αντίπαλος για να προχωρήσει στο έργο της μεγαλύτερης περιχαράκωσης της ελευθερίας του πολίτη και την ουσιαστική καθυπόταξη του.

Δυστυχώς ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε τον αντίπαλο είναι να χρησιμοποιήσουμε τα όπλα του.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Alex Gross

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Η Μαγική σκέψη



Ορισμός

Η μαγική σκέψη εκφράζει την προσπάθεια του υποκειμένου να ερμηνεύσει την αιτία ενός φυσικού γεγονότος αποδίδοντας του μια σημασία, η οποία δε έχει σχέση με την πραγματικότητα.

Η μαγική σκέψη έχει σχέση λοιπόν με δυνάμεις οι οποίες ξεπερνάν την φυσική εξέλιξη των καταστάσεων και καταλαμβάνουν το χώρο του υπερφυσικού και της δεισιδαιμονίας.

Η μαγική σκέψη, προβάλλει επίσης την τάση του υποκειμένου να ικανοποιήσει κάποια επιθυμία του, ξεπερνώντας τις αντικειμενικές δυσκολίες με την δύναμη της σκέψης, χωρίς να επέμβει πρακτικά.

Η ψυχολογία υποστηρίζει ότι η μαγική σκέψη είναι μια προσπάθεια να υπερνικηθεί το άγχος του αγνώστου.

Έρευνες

Ο φιλόσοφος,κοινωνιολόγος και ανθρωπολόγος Leny-Bruhl περιέγραψε και παρομοίωσε την μαγική σκέψη σαν μια προσπάθεια του πρωτόγονου ανθρώπου να δώσει νόημα και να κατανοήσει το κόσμο εκφράζοντας το τότε υποσυνείδητό του.

Σύμφωνα με τον Pascal Boyen ψυχολόγο και ανθρωπολόγο στο πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον η μαγική σκέψη έχει σαν βάση το μυαλό, δηλαδή ότι οι σκέψεις του υποκειμένου, ή ένα τελετουργικό των σκέψεων μπορεί να ασφαλίσει την ευνοϊκή έκβαση κάποιων καθημερινών καταστάσεων με σκοπό την αποφυγή της απογοήτευση και της θλίψη. Βέβαια, σημειώνει ο Pascal Boyen ότι η μαγική σκέψη μπορεί να οδηγήσει σε ψυχαναγκασμούς, ή και ντελίριο.

H Emily Pronin καθηγήτρια του πανεπιστήμιου του Πρινστον σε μια έρευνά της απέδειξε ότι οι περισσότεροι οπαδοί του Super Bowl του αμερικάνικου ποδοσφαίρου πίστευα ότι η νίκη ή η ήττα της ομάδας τους οφειλόταν στην δική τους θερμή παρουσία. H Emily Pronin λέει ότι οι άνθρωποι πιστεύουν, σε διανοητικό επίπεδο, στην ψευδή παρουσία μιας εξουσίας διότι μπερδεύουν την πραγματικότητα με την ψευδαίσθηση της.

Για την Jacqueline Woolley ψυχολόγος του πανεπιστήμιου του Τέξας υποστηρίζει ότι η μαγική σκέψη προωθείται από την κουλτούρα κάθε χώρας και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της. Από πολύ μικρό το παιδί μπαίνει στο χώρο της φαντασίας μέσα από τα παραμύθια ή τα πιστεύω της οικογένειας. Μέσα σε αυτά η μαγική σκέψη είναι η πρωταγωνίστρια της εξελισσόμενης πλοκής της εκάστοτε ιστορίας. Και “ μαγικές” προσωπικότητες μπορούν να συντρέξουν το παιδί στις δυσκολίες που συναντά.

Η ψυχανάλυση θα την ορίσει σαν την “υπερδύναμη των ιδεών”, σαν την προβολή του ασυνείδητου η οποία έχει την βάση της στην πατροπαράδοτη κουλτούρα της κάθε περιοχής. Σύμφωνα με τον Φρόιντ η μαγική σχέση κάνει χρήση τόσο της παρομοίωσης των γεγονότων, όπως και της συνάφειας. Παραδείγματος χάριν η σχέση της φύσης και της γονιμότητας, της βροχής- σπέρματος και της γής-γυναίκας, αποτελεί μια παρομοίωση η οποία συναντάται σε σχεδόν όλες της μυθολογίες-θρησκείες, όπως και η προσπάθεια αποφυγής μερικών τροφών οι οποίες θεωρούνται ότι εμπεριέχουν άσχημα χαρακτηριστικά όσον αφορά την διαμόρφωση της προσωπικότητας, τα οποία μπορεί να ιδιοποιηθεί το παιδί.

Πολλές έρευνες έχουν προσπαθήσει να κάνουν γνωστές το τρόπο λειτουργίας της μαγικής σκέψης εκείνο όμως που είναι ενδιαφέρον και αποτελεί το ουσιαστικό στοιχείο της είναι αυτό που λέει ο Daniel M. Wegner καθηγητής της ψυχολογίας στο Χαρβατ ότι “ Για τους ανθρώπους τους οποίους τους διακρίνει μια αβεβαιότητα για τις ικανότητες τους και εμφανίζονται νωθροί στις ενέργειές τους, για αυτούς οι οποίοι αισθάνονται, ή νομίζουν ότι είναι ανεπαρκείς, η μαγική σκέψη μπορεί να είναι ένα αντίδοτο”.

Η Μαγική σκέψη είναι προϊόν της μυθολογίας η οποία επικρατεί σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Η μυθολογία αυτή έχει να κάνει με την θρησκεία, αλλά και δοξασίες οι οποίες ξεφεύγουν του επίσημου θρησκευτικού δόγματος αλλά τροφοδοτούνται από αυτό. Τα φυλαχτά π.χ οι εικόνες, το ξεμάτιασμα κ.λ.π.. είναι δείγματα μαγικής σκέψεις, όπως αν επαναλάβω μια ενέργεια για να επηρεάσω την εξέλιξη των καταστάσεων, όπως να φορέσω το ίσο ρούχο, να καθίσω στην ίδια θέσης κ.λ.π..

Η μαγική σκέψη εκτός του ότι προσπαθεί να αποφύγει το άγχος ή και τις κρίσεις, έρχεται επίσης να ελέγξει, να ερμηνεύσει, ακόμα και να αλλάξει την πραγματικότητα. Η μαγική σκέψη σύμφωνα με διάφορες θεωρίες οι οποίες έχουν να κάνουν με θεωρήσεις της πραγματικότητας που αντλούν την ύπαρξή τους από τις ανατολικές θρησκείες και τρόπους σκέψης, δεν εμποδίζει την πραγματικότητα αλλά έρχεται να την βοηθήσει.

Επίσης πολλές φορές στην ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει μια θεραπευτική τεχνική (βιζουαλιζατιον)και έχει να κάνει με το πνευματικό επίπεδο το υποκειμένου, ή της συλλογικότητας στην οποία απευθύνεται. Σαν θεραπευτική τεχνική στοχεύει την ενίσχυση του υποκειμένου ώστε να ορίσει το μέλλον μέσα από την φανταστική οργάνωση και του θετικού τρόπου προσέγγισής του. Αλλά όπως σε όλες τις καταστάσεις, το μέτρο είναι αυτό που θα μας καταδείξει το μέγεθος και την λειτουργία της μαγικής σκέψης σαν στοιχείο που προάγει την πραγματικότητα ή την εμποδίζει.

Δηλαδή αυτό που έχει παρατηρηθεί είναι ότι όσο πιο περιορισμένη είναι η αντικειμενική γνώση, η πληροφόρηση πάνω στου μηχανισμούς και την λειτουργία της κοινωνικής ζωής τόσο η έλλειψη αυτή αντικαθίσταται από την μαγική σκέψη. Δηλαδή όσο πιο αδύναμο και ανεπαρκές εμφανίζεται το υποκείμενο τόσο μεγαλύτερη έκταση καταλαμβάνει η μαγική σκέψη. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μαγική σκέψη μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκασμό και παραλήρημα.

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι η μαγική σκέψη είναι η πρώτη μορφή σκέψης του ανθρώπου. Με τον ίδιο τρόπο που αποτελεί το περιεχόμενο με το οποίο το παιδί προσεγγίζει την πραγματικότητα, αποτέλεσε μορφή προσέγγισης για τον πρωτόγονο άνθρωπο, καθώς αποτελεί για τον σύγχρονο.

Κάθε σήμα, λοιπόν της φύσης αλλά και της κοινωνικής ζωής που προκαλεί αβεβαιότητα, άγχος, αγωνία και φόβο, τόσο στο παιδί, όσο στο πρωτόγονο, αλλά και στο σύγχρονο άνθρωπο, η μαγική σκέψη έρχεται να τους παράσχει μια ερμηνεία στην προσπάθεια να τους καθησυχάσει, και να τους δώσει μια διέξοδο από τον φόβο της πραγματικότητας.

Η μαγική σκέψη λοιπόν εκφράζει την επιθυμία της παρουσίας μιας δύναμης, η οποία δεν εξηγείται φυσιολογικά, όμως είναι εκεί για να δημιουργήσει μια ψευδή διέξοδο στο υποκείμενο που αισθάνεται ανήμπορο να την αντιμετωπίσει.

Και τέλος, το μέτρο είναι αυτό που θα μας καταδείξει το μέγεθος και την μορφή λειτουργίας της μαγικής σκέψης σαν στοιχείο που προάγει την πραγματικότητα ή την εμποδίζει.

Κερεντζής Λάμπρος

πηγές:

http://www.psychomedia.qc.ca/fonctionnement-psychologique/2007-01-27/pensee-magique-et-superstition-nuisibles-chez-l-adulte
http://www.internetactu.net/2012/04/25/les-bienfaits-de-la-pensee-magique/
https://www.cairn.info/revue-cliniques-mediterraneennes-2012-1.htm

Στο επόμενο:
Μαγική σκέψη και η Πραγματικότητα των Μνημονίων.

Πίνακας:Max Ernst