Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Ο... Λίγος...


Φίλε,Φίλης εδώ. Εκ του Θεόφιλος. Τον αγάπησα τον θεό. Εκείνος δεν ξέρω τι έκανε. Και δεν με αγάπησε εμένα, όταν έπρεπε. Μετά ήταν αργά. Είχε γίνει το κακό. Το είχα δει μπροστά μου να γίνεται. Και με σέρνει αυτό από την μύτη, χροοόνια τώρα. Δεν άντεξα. Και έφυγα. Δεν μου φταίγανε τίποτα τα παιδάκια μου και η γυναίκα μου. Οι τρεί γυναίκες που μ' αγαπήσανε κι ίσως με μισήσανε γι αυτό που τους έκανα.

Έφυγα. Δεν την άντεξα. Την κατάρα της μάνας μου. Μαύρη ζωή πέρασα. Με δαύτην. Μαύρη ζωή. Τι μοιροκαταριέμαι, θα πεις. Εμ, να μην πεις; Πες ότι θες. Δεν έζησα. Την ζωή μου. Την σαλαμούριασα με το κακό της μάνας μου και την κατέστρεψα. Μπορεί να κατάσρεψα και άλλους μαζί μου. Δεν το 'θελα όμως. Δεν το μπόραγα να το σηκώσω το κακό. Δεν το μπόραγα. Καταλαβαίνεις; Μακάρι να μην καταλάβεις ποτέ Μην σ' αξιώσει η ζωή να καταλάβεις. Τ' ακούς; Μην σ' αξιώσει.

“ Για όλα της φαινόμουνα λίγος. Από κοντά και ο πατέρας μου. Να την σιγοντάρει. Μη στεναχωρηθεί εκείνη και ξανακυλήσει. Και την κλείσουνε στις κλινικές και τα ψυχιατρεία. Λίγος να γίνω αρχιτέκτονας που ονειρευόμουνα. Χτίστης έμεινα στο χωριό, με το ζόρι. Μην φύγω και πως θα ζούσε χωρίς τον μοναχογιό της. Χτίστης μπας και έκτιζα σπιτάκια καλύτερα από το δικό μου, το μπαταλεμένο.

Λίγος να πάρω την γυναίκα που αγάπησα και μ' αγάπησε. Που αν η μάνα μου δεν την σκότωσε όταν το προσπάθησε, γιατί το προσπάθησε, το κατάφερε όταν έφυγα και τους παράτησα. Και την σκότωσα την γυναίκα μου. Την γυναικούλα μου. Το φως μου. Και στραβώθηκα, φίλε. Στραβώθηκα. Με τύφλωσε το μίσος και έφυγα μην σκοτωθώ ή μην τη σκοτώσω. Τη μάνα μου. Ή και τον πατέρα μου. Κι εκείνος μια ζωή κόντρα. Κάπου να ξεσπάει το ζαβό ριζικό του που πήγε και παντρεύτηκε την Μαγδάλω. Κάπου. Σε μένα. Λίγος του φαινόμουνα και για τις δουλειές στ' αμπέλια. Λίγος. Τεμπέλη με ανεβάζανε, τεμπέλη με κατέβαζανε. Λίγος σου λέω. Φίλε. Λίγος. Λίγος και τα παιδιά μου να αναθρέψω. Λίγος και τα κρασιά τους να φτιάχνω. Λίγος. Ξινισμένος μούστος. Βαρέλι γιομάτο κατακάθια. Τα δικά τους κατακάθια. Άσ' τα ρε φίλε. Φίλης εδώ. Τι σου λέω και σου βαραίνω την ψυχή....

Δεν έχω δει πιο αδίστακτη ματιά από της μάνας μου Θα με έχωνε μέσα στην γή αμα το μπορούσε. Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί. Ξέρεις τι είναι πατέρας στα τριάντα εφτά σου να παρατάς τις κορούλες σου, εφτά και κάτι η μία, χρονιάρικο μωρό η άλλη, για να γλιτώσεις από την μάνα σου; Δυο μέτρα άντρας Και πως να αντικρίσεις πάλι την γυναίκα που τις γέννησε και σε αγάπησε τόσο; Πως, μου λές;”

Απόσπασμα από το κεφάλαιο
“Φίλοι, Φίλης Καρυοφύλλι”,
από το βιβλίο

της
Σταυρούλας Σκαλίδη

Κρέας από σταφύλι
μια ιστορία ωμοφαγίας

πίνακας:Omer AMBLAS 

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Αύγουστος



Αγαπητές φίλες και φίλοι αναγνώστες, ακόμα μια φορά φτάσαμε μαζί στο μήνα Αύγουστο! Στο μήνα που δίνουμε το ελεύθερο στον εαυτό μας να πάρει κάποιες διακοπές.

Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες και όλους σας για την δυναμική σας παρουσία σαν αναγνώστες, παρουσία η οποία δίνει ώθηση ώστε:

α) να συνεχίσουμε τη προσπάθεια ενημέρωσης σε θέματα που βασικό τους στοιχείο είναι η οικογένεια και οι οικογενειακές σχέσεις.

β) να επιμείνουμε για την σημασία του ψυχολογικού βλέμματος και προσέγγισης μιας πραγματικότητας η οποία συρρικνώνεται από οικονομικές και πολιτικές ερμηνείες.

γ) και να αδράξουμε την ευκαιρία του προβληματισμού και του διάλογου για θέματα που θεωρούνται απλά, αλλά είναι τόσο “βαθιά” μέσα μας που μερικές φορές δεν τολμάμε να τα ακουμπήσουμε, αλλά και όταν θέλουμε, δεν έχουμε τον τρόπο να τα φέρουμε στην επιφάνεια.

Και πάλι ευχαριστώ πολύ και...Από το Σεπτέμβρη περισσότερα...

Κερεντζής Λάμπρος

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

“Είμαι παντού και πουθενά”




Οι επιλογές μας σαν λαός δείχνουν ότι πολλές φορές βρισκόμαστε σκορπισμένοι, διεσπαρμένοι. Είμαστε εδώ, αλλά και εκεί, μας αρέσει αυτό, αλλά και το άλλο. Κάνουμε αυτό, αλλά θα μπορούσαμε κάλλιστα να κάνουμε και το αντίθετό του.

Πάντα μας αρέσει να είμαστε παντού και πουθενά, θεωρώντας το σαν προτέρημα και όχι σαν ελάττωμα. Έτσι αυτό το “είμαι παντού και πουθενά” όχι μόνο δεν μας ανησυχεί αλλά και μας αρέσει!!

Πάντα αυτός ο διασκορπισμός, η έλλειψη συγκέντρωσης μας παρέχει την εντύπωση ότι τίποτα δεν μπορεί να μας περιορίσει!!

Όμως το “είμαι παντού και πουθενά” μαρτυρά μια κίνηση μέσα από το “παντού” η οποία αυτοαναιρείται από το “πουθενά”. Δηλαδή ενώ “είμαι” συγχρόνως και δεν “είμαι”. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το“είμαι παντού και πουθενά” δεν μπορεί να ορισθεί σαν πραγματικός χώρος/χρόνος, αλλά σαν φανταστικός. Δηλαδή προσφέρει μια ψευδή αίσθηση κινητικότητας η οποία στηρίζεται στο “πουθενά” παρά στο “παντού” και στην ουσία μας οδηγεί στην ακινησία. Φανερώνει μια κινητικότητα η οποία δεν είναι παρά μια στασιμότητα. Είναι πιο εύκολο να μην ήμαστε “πουθενά” παρά να είμαστε “παντού”.

Από την άλλη όμως ο χρόνος παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την κίνηση. Ορίζεται σαν άνυσμα ανάμεσα από την μετακίνηση της ύλης, όπως λένε οι μαρξιστές, από ένα σημείο στο άλλο μέσα στο χώρο. Η φυσική παρουσία του “είμαι” καθορίζει και την ορίζει την ύπαρξη του χωρικού πλαισίου το οποίο μπορεί να το διαμορφώσει μέσα από την κίνηση της.

Έτσι ο χρόνος του “είμαι” που εκφράζεται μέσα από την κινητικότητα του, συναντάει το χώρο δίνοντας του την “ πραγματική” διάσταση. Με άλλα λόγια το “είμαι” υπάρχει μέσα από την κίνηση και μέσα από αυτή διαμορφώνει την ύπαρξη του χρόνου και του χώρου του που σημαίνει και την δική του διαμόρφωση!.

Στην περίπτωση του “είμαι παντού και πουθενά”, σε όλη αυτή την διαδικασία της ακινητοποιημένης μετακίνησης, το πιο σημαντικό είναι το μη συγκεκριμένο. Το μη συγκεκριμένο τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο. Το “είμαι παντού και πουθενά” δηλώνει λοιπόν την αποφυγή του συγκεκριμένου, δηλαδή το μη συγκεκριμένο. Δηλώνει μια έλλειψη ορίων ή την υπέρβασή τους.

Έχω την εντύπωση ότι για το λαό μας αυτή η κατάσταση έχει παρεξηγηθεί και εκλαμβάνεται σαν τάση ανεξαρτησία μέσα από την μη προσδιορισμό της. Δίδεται η εντύπωση ότι, μη προσδιορισμός δηλώνει την αποφυγή των ορίων, που σημαίνει και εκλαμβάνεται σαν ελευθερία. Έτσι το “είμαι παντού και πουθενά” έχει την τάση να αναδεικνύει το “φλου” της κατάστασης ενός υποκειμένου σαν έκφραση της ελευθερία του. Προβάλει μια αξία η οποία στην ουσία είναι δηλώνει μια απαξίωση τόσο του χώρου όσο και του χρόνου, στο βαθμό που το υποκείμενο δεν μπορεί να τα ελέγξει αλλά ελέγχεται από αυτά.

Αντίθετα η ελευθερία εκφράζει μια ανεξάντλητη κίνηση του υποκειμένου μέσα στο χώρο/χρόνο προσπαθώντας να υπερασπιστεί περισσότερο την ύπαρξη των ορίων τους και όχι την έλλειψή τους. Διότι ανεξάντλητη κίνηση του υποκείμενου κατασκευάζει τον εαυτό του, οριοθετώντας συγχρόνως το χώρο/χρόνο αυτής της αυτό-κατασκευής.

Άρα η έλλειψη ορίων της έκφρασης “είμαι παντού και πουθενά” η οποία προβάλλεται σαν ελευθερία, δηλώνει την έλλειψη το εαυτού σαν παράγοντα διαμόρφωσης αυτών των ορίων, δηλαδή της ίδιας της ελευθερίας του.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Jean-Yves Benzi

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Το μυστικό είναι ότι δεν υπάρχει μυστικό.



...Η αλήθεια είναι ότι η ματαιοδοξία των προστατευτικών γονέων που ανέφερα στο δικαστήριο πάει πολύ μακρύτερα από το δείτε-πόσο-υπεύθυνοι-κηδεμόνες-είμαστε-εμείς. Οι απογοητεύσεις μας αποτελούν προπύργιο της ξιπασιάς μας. Ενισχύουν την εντύπωση ότι εμείς οι ενήλικες είμαστε οι μυημένοι. Αλαζονικά έχουμε αποκτήσει πρόσβαση σε ένα άγραφο Ταλμούδ, του οποίου το ψυλοκαταστροφικό περιεχόμενο έχουμε ορκιστεί να αποκρύψουμε από τους “αθώους”, για το καλό τους.

Υποθάλποντας τον απλοϊκό μύθο εξυπηρετούμε το προσωπικό μας θρύλο. Αφήνουμε να εννοηθεί ότι εμείς έχουμε αντικρίσει την φρίκη κατά πρόσωπο, σαν να κοιτάξαμε με γυμνό μάτι τον ήλιο και να μας έκαψε, γίναμε πλάσματα ταραγμένα και διεφθαρμένα, αινίγματα ακόμα και για τους ίδιους μας τους εαυτούς. Μιασμένοι από τα όσα μας αποκαλύφθηκαν, θα γυρίζαμε το χρόνο πίσω αν μπορούσαμε, αλλά δεν γίνεται να ξεμάθεις αυτό τον φοβερό κανόνα, ούτε υπάρχει επιστροφή στον ευλογημένο αθώο κόσμο της παιδικής ηλικίας, ούτε έχουμε άλλη επιλογή παρά να κουβαλάμε αυτή την μαύρη γνώση της οποίας ο μόνος ευγενής σκοπός είναι να προφυλάξει τα παιδιά μας για να μην πάρει ούτε φευγαλέα το μάτι τους την άβυσσο. Η θυσία είναι κολακευτικά τραγική.

Τελευταίο πράγμα που θα θέλαμε να παραδεχτούμε είναι ότι ο απαγορευμένος καρπός που ροκανίζουμε από όταν φτάσουμε στην μαγική ηλικία των είκοσι ενός, είναι το ίδιο το μαλακό Γκόλντεν Ντελίσιους που βάζουμε καθημερινά στο καροτσάκι των παιδιών μας για το σχολείο. Το τελευταίο πράγμα που θα θέλαμε να παραδεχτούμε είναι ότι οι καυγάδες της σχολικής αυλής προοιωνίζουν ακριβώς της μηχανορραφίες μιας αίθουσας συνεδριάσεων, ότι οι κοινωνικές ιεραρχήσεις μας είναι απλώς η επέκταση του ποιος επιλέχτηκε πρώτος για την ομάδα του ποδοσφαίρου και ότι οι ενήλικες χωρίζονται σε ξενέρωτους, σπαστικά, νταήδες, φρικιά,χονδρούς και κλαψιάρηδες, όπως στο σχολείο.

Τι απομένει να ανακαλύψει ένα παιδί; Ενδεχομένως τους προβάλουμε την σεξουαλική πράξη ως ιδιαίτερο ανδραγάθημα των ενηλίκων, αλλά και αυτή η προσποίηση φαντάζει σαν αποτέλεσμα μιας συνωμοτικής ομαδικής αμνησίας, Μέχρι και σήμερα, μερικές από τις εντονότερες σεξουαλικές αναμνήσεις μου χρονολογούνται από πριν από τα δέκα μου, όπως σου έχω εκμυστηρευτεί κάτω από τα σεντόνια σε καλύτερες μέρες. Στην πραγματικότητα εμείς οι ενήλικες είμαστε απλώς μεγαλύτερες, πιο άπληστες εκδοχές του ίδιου κοσμάκη που τρώει, χέζει και βαρβατεύει, αλλά ορκισμένοι να αποκρύβουμε, έστω και από ένα τρίχρονο, ότι, λίγο πολύ, το μόνο που κάνουμε είναι να τρώμε, να χέζουμε και να βαρβατεύουμε.

Το μυστικό είναι ότι δεν υπάρχει μυστικό
. Αυτό είναι στην ουσία που θέλουμε να κρύψουμε από τα παιδιά μας, αυτή είναι η συμπαιγνία μας, το σύμφωνο που κάνουμε μεταξύ μας οι ενήλικες, το Ταλμούδ που προστατεύουμε...

Απόσπασμα από το Βιβλίο της
Λάιονελ Σράιβερ
“Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν”

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Θεωρίες Επαγγελµατικής Ανάπτυξης



Εννοιολογικός προσδιορισµός Επαγγελµατικής Ανάπτυξης

Επαγγελµατική ανάπτυξη1 (career development) ονοµάζεται η εξελικτική πορεία του ατόµου, όσον αφορά στον προσανατολισµό του στο χώρο εργασίας και τις αποφάσεις του για το επάγγελµα, ή τα επαγγέλµατα, που επιθυµεί ή επιδιώκει να ακολουθήσει. Η χρήση του όρου αυτού αποσκοπεί στο να δειχτεί ότι η είσοδος σε ένα επάγγελµα δεν είναι αποτέλεσµα µιας στιγµιαίας απόφασης αλλά µιας µακροχρόνιας αναπτυξιακής διαδικασίας που συµβαδίζει µε την ψυχολογική εξέλιξη του ατόµου.

Ο όρος «επαγγελµατική ανάπτυξη» χρησιµοποιείται επίσης για να δηλώσει την εξέλιξη της σταδιοδροµίας του ατόµου µέσα στο συγκεκριµένο εργασιακό χώρο (οργανισµό) όπου απασχολείται. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν προτιµότερο να χρησιµοποιείται ο όρος «ανάπτυξη» ή «εξέλιξη» της σταδιοδροµίας (Κάντας & Χαντζή, 1991).

Η πορεία της θεωρείται συνεχής, δυναµική και αδιάλειπτη. ∆ιακρίνονται τρεις φάσεις που περιέχουν διάφορα στάδια ανάπτυξης. Η πρώτη φάση καλύπτει την εξέλιξη από την αρχή µέχρι και την πρώτη επαγγελµατική επιλογή. Η δεύτερη φάση καλύπτει τις επόµενες εκπαιδευτικές – επαγγελµατικές επιλογές και την προετοιµασία για κάποιο επάγγελµα και η τρίτη φάση περιλαµβάνει όλα τα στάδια, από την επιλογή της πρώτης συγκεκριµένης εργασίας και διαρκεί µέχρι τη λήξη της επαγγελµατικής του ανάπτυξης. Η όλη διαδικασία αρχίζει, µόλις το άτοµο αρχίζει να αποκτά συνείδηση του εαυτού του και του περιβάλλοντός του και να δέχεται ερεθίσµατα σχετικά µε την επαγγελµατική ζωή.


Θεωρίες Επαγγελµατικής Ανάπτυξης

Η µελέτη των θεωριών επαγγελµατικής ανάπτυξης και επιλογής κρίνεται απαραίτητη δεδοµένου ότι οι θεωρίες αυτές παρέχουν στους συµβούλους ένα πλαίσιο σχεδιασµού των συµβουλευτικών παρεµβάσεων. Ο σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι να παρουσιάσει διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις επαγγελµατικής επιλογής και ανάπτυξης, τις οποίες µπορούν να χρησιµοποιούν οι σύµβουλοι για τη διαχείριση των υποθέσεων των συµβουλευόµενων.

΄Εχουν προταθεί διάφορες ταξινοµήσεις των θεωριών επαγγελµατικής ανάπτυξης, οι οποίες προσπαθούν να συµπεριλάβουν και να κατατάξουν την πληθώρα των διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων που χαρακτηρίζουν τον τοµέα αυτό.

Ο Herr (1970) παρουσιάζει έξι κατηγορίες θεωριών για την επαγγελµατική ανάπτυξη: α) Θεωρίες χαρακτηριστικών – παραγόντων ή πραγµατιστικές θεωρίες (trait-factor theories), β) Οικονοµικές Θεωρίες, γ) Θεωρίες της κοινωνικής δοµής, δ) Θεωρίες επεξεργασίας σύνθετων πληροφοριών, ε) Θεωρίες Αναγκών και στ) Θεωρίες Αυτοαντίληψης.

Ο Crites (1969) χρησιµοποιεί τρεις ευρύτερες κατηγορίες µε υποδιαιρέσεις: α) µη ψυχολογικές θεωρίες, στις οποίες υπάγονται οι θεωρίες του τυχαίου και οι οικονοµικές, πολιτιστικές και κοινωνιολογικές θεωρίες, β) ψυχολογικές θεωρίες, στις οποίες υπάγονται οι θεωρίες χαρακτηριστικών – παραγόντων, οι ψυχοδυναµικές θεωρίες, οι εξελικτικές θεωρίες και οι θεωρίες των αποφάσεων και γ) γενικές θεωρίες.

Ο Osipow (1983) διακρίνει πέντε κατηγορίες θεωριών επαγγελµατικής ανάπτυξης: α) Θεωρίες χαρακτηριστικών – παραγόντων, β) Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της επαγγελµατικής επιλογής, γ) Εξελικτική και Θεωρία Αυτοαντίληψης, δ) Θεωρίες Προσωπικότητας και ε) Συµπεριφοριστικές Θεωρίες. Αναφέραµε µερικές από τις ταξινοµήσεις που έχουν προταθεί, για να δείξουµε την πολυπλοκότητα του θέµατος (Osipow, 1996).

Η Θεωρία του τυχαίου υπογραµµίζει ότι όσον αφορά στις επαγγελµατικές επιλογές, κάποιο τυχαίο γεγονός µπορεί µερικές φορές να καθορίσει όλη τη µετέπειτα πορεία του ατόµου. Στις περισσότερες περιπτώσεις «τύχη» θεωρείται µια µη σχεδιασµένη έκθεση του ατόµου σε ένα πολύ ισχυρό ερέθισµα.

Στις Οικονοµικές Θεωρίες θεωρείται δεδοµένο ότι ένα άτοµο επιλέγει µια σταδιοδροµία ή ένα επαγγελµατικό στόχο που θα µεγιστοποιήσει το κέρδος του και θα ελαχιστοποιήσει τις απώλειές του.

Οι Γνωστικές Θεωρίες Επαγγελµατικής Ανάπτυξης (Stitt-Gohdes, 1997) τονίζουν την αλληλόδραση µεταξύ των προσωπικών γνωρισµάτων, των παραγόντων του εξωτερικού περιβάλλοντος και των συµπεριφορών σχετικά µε την επιλογή καριέρας. ∆ίνεται έµφαση στην επίδραση της αυτοπεποίθησης και της έκφρασης/ διατύπωσης προσδοκιών ως προς επαγγελµατικούς στόχους και συµπεριφορές. ∆ηλαδή, αν τα άτοµα πιστεύουν στην ικανότητά τους να αναλάβουν ένα εγχείρηµα και υπάρχει και η προσδοκία για το αποτέλεσµα της συµπεριφοράς τους αυτής, θα συµπεριφερθούν τελικά µε ένα τρόπο που θα τους βοηθήσει να επιτύχουν το στόχο τους.

Η Θεωρία των χαρακτηριστικών και των παραγόντων παρουσιάζεται για πρώτη φορά στις απαρχές του αιώνα µας από τον Frank Parsons (1909) και βασίζεται στην ψυχολογία των ατοµικών διαφορών που εξετάζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ατόµου. Τα άτοµα διαφέρουν ως προς τις δεξιότητες, τα ενδιαφέροντα και την προσωπικότητα, όπως και τα επαγγέλµατα διαφέρουν ως προς τις απαιτήσεις που έχουν όσον αφορά στα χαρακτηριστικά των ατόµων. Τα χαρακτηριστικά είναι ενδογενείς ιδιότητες του ατόµου, κάτι το οποίο σήµερα δε γίνεται δεκτό. Συχνά χρησιµοποιείται η λογική ότι τα χαρακτηριστικά του ατόµου πρέπει να ταιριάζουν µε αυτά των ατόµων που βρίσκονται ήδη στο επάγγελµα. Έτσι, καταρτίζεται το «προφίλ» του ατόµου.

Πολλές θεωρίες της ανάπτυξης σταδιοδροµίας προέρχονται από τις θεωρίες της προσωπικότητας (Sharf, 1997). Προσπαθούν να φωτίσουν την αλληλεξάρτηση της µεµονωµένης προσωπικότητας και της συµπεριφοράς µε την εργασία και τις σταδιοδροµίες. Επιπλέον, η εστίαση στα µεµονωµένα ψυχολογικά ή χαρακτηριστικά προσωπικότητας δε λαµβάνει υπόψη το ευρύτερο περιβαλλοντικό πλαίσιο στο οποίο οι άνθρωποι λαµβάνουν τις αποφάσεις σταδιοδροµίας. Για το λόγο αυτό, η προσέγγιση αυτή έχει δεχθεί κριτική από µια σειρά θεωρητικών, οι οποίοι τονίζουν τη σηµασία των διαφοροποιηµένων εµπειριών ζωής και απαιτήσεων για επιτυχηµένη καριέρα, µεταξύ των ανδρών και των γυναικών. Αυτή η αφοµοίωση ερευνά τις ευρύτερες προοπτικές στην ανάπτυξη σταδιοδροµίας που στηρίζονται στην αναδυόµενη έρευνα που στρέφεται στο φύλο, τη φυλή, το έθνος και την κοινωνική τάξη.

Μια σειρά θεωρητικών (Fitzgerald and Betz, 1994. Leong, 1995. Naidoo, 1998) τονίζουν ότι η προσέγγιση αυτή, βασίζεται σε ορισµένες παραδοχές (σχετική οικονοµική άνεση, πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελµατική πληροφόρηση, ανοικτή και ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας, εργασία ως κεντρική αξία ζωής) και αποτυγχάνει να συµπεριλάβει ορισµένες δοµικές και πολιτισµικές παραµέτρους, οι Φύλο & Επαγγελµατική Ανάπτυξη - Ωριµότητα 11 οποίες εµποδίζουν την υιοθέτηση τέτοιων συµπεριφορών. Οι γυναίκες αντιµετωπίζουν εµπόδια, όπως οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις, τα οποία µπορεί να κρίνουν το αποτέλεσµα ανεξάρτητα από τη συµπεριφορά που οι ίδιες θα υιοθετήσουν. Η αυτοπεποίθησή τους και η αυτάρκειά τους µπορεί να έχει υπονοµευθεί από σεξιστικά στερεότυπα. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες πιο συχνά µπορεί να αποκλείσουν προοπτικές καριέρας, επειδή πιστεύουν ότι δεν είναι πραγµατικά ανοικτές για αυτές (Sharf, 1997).

Η Tυπολογική Θεωρία του Holland (1985) δέχεται ότι τη στιγµή της επαγγελµατικής επιλογής το άτοµο είναι το προϊόν της αλληλεπίδρασης της γενετικής του κληρονοµιάς µε µια σειρά από πολιτιστικές και προσωπικές δυνάµεις, στις οποίες περιλαµβάνονται οι φίλοι, οι γονείς, η κοινωνική του τάξη, η κουλτούρα και το φιλικό περιβάλλον. Μέσα από αυτή την εµπειρία το άτοµο δηµιουργεί µια ιεραρχία από συνήθειες µε τις οποίες εκτελεί τα καθήκοντά του. Τη στιγµή της επαγγελµατικής επιλογής έχει ένα έτοιµο ρεπερτόριο συµπεριφορών και προσπαθεί να συνταιριάξει τα χαρακτηριστικά αυτά µε το κατάλληλο περιβάλλον. ∆ιακρίνει έξι τύπους προσωπικότητας: το ρεαλιστικό, τον ερευνητικό, τον καλλιτεχνικό, τον κοινωνικό, τον επιχειρηµατικό και το συµβατικό, στους οποίους είναι δυνατό να ανήκουν τα άτοµα και αντιστοιχούν σε έξι τύπους περιβαλλόντων.

Παρόλο που η θεωρία του Holland δεν παραβλέπει την κληρονοµικότητα, το περιβάλλον και τον τρόπο µε τον οποίο αυτές οι παράµετροι επηρεάζουν τις επαγγελµατικές επιλογές, η έµφασή της εστιάζεται στους παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές σε ένα δεδοµένο χρονικό σηµείο. Με άλλα λόγια, µε βάση τη θεωρητική προσέγγιση του Holland, ο σύµβουλος θα επικεντρωθεί στο «τώρα», αντί να ανατρέξει στην επαγγελµατική πορεία του συµβουλευόµενου κατά το παρελθόν ή να προβλέψει την επαγγελµατική του κατάσταση από τη στιγµή που θα λάβει την επόµενη επαγγελµατική του απόφαση.

Μελετητές των θεωριών επαγγελµατικής ανάπτυξης οι οποίοι δίνουν ιδιαίτερη έµφαση στη σχέση της προσωπικότητας των ατόµων και των εργασιακών και επαγγελµατικών συµπεριφορών (Sharf, 1997) έχουν δεχθεί κριτική στο βαθµό που εξάγουν τα συµπεράσµατά τους βασιζόµενοι σε έρευνες πάνω σε άνδρες - ανώτερα στελέχη. Επιπλέον, η έµφαση στα ατοµικά ψυχολογικά ή προσωπικά χαρακτηριστικά, δε λαµβάνει υπόψη το ευρύτερο περιβάλλον µέσα στο οποίο τα άτοµα παίρνουν αποφάσεις για τη σταδιοδροµία τους, κατά συνέπεια αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψη τους περιορισµούς που συγκεκριµένες οµάδες, όπως οι γυναίκες, αντιµετωπίζουν.

Η κυριότερη Ψυχοδυναµική Θεωρία είναι αυτή που διατυπώθηκε από την κλινική ψυχολόγο Anne Roe (1956). Σύµφωνα µε τη Roe, η επαγγελµατική επιλογή έχει σχέση µε τις πρώτες εµπειρίες του ατόµου µέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Οι ανάγκες που ικανοποιούνται δεν εξελίσσονται σε κίνητρα, ενώ το αντίθετο συµβαίνει µε τις ανάγκες που ικανοποιούνται σπάνια. Η Roe υιοθετεί το σύστηµα του Maslow (1954) και κατατάσσει τις ανάγκες σε µια ιεραρχική σειρά που ξεκινά από τις φυσιολογικές ανάγκες, στο κάτω µέρος της κλίµακας και καταλήγει στην ανώτερη ιεραρχικά ανάγκη, αυτή της αυτοεκπλήρωσης. Επιπλέον, κατέταξε τα επαγγέλµατα σε οκτώ κατηγορίες µε βάση την ένταση και το είδος των διαπροσωπικών σχέσεων που συνεπάγονται κατά την άσκησή τους: α) επαγγέλµατα υπηρεσιών, β) επαγγέλµατα επιχειρηµατικών επαφών, γ) επαγγέλµατα οργάνωσης, δ) τεχνολογικά επαγγέλµατα, ε) υπαίθρια επαγγέλµατα, στ) επιστηµονικά επαγγέλµατα, ζ) επαγγέλµατα γενικής παιδείας και η) επαγγέλµατα τεχνών και ψυχαγωγίας.

Η Θεωρία της κοινωνικής µάθησης του Bandura (1977) ανήκει στις συµπεριφοριστικές θεωρίες µάθησης και αναφέρεται στο ρόλο που έχει η ενίσχυση στη µάθηση. ∆ίνει ιδιαίτερη έµφαση στην έµµεση µάθηση (vicarious learning), τη µάθηση δηλαδή που επιτελείται µέσα από τα πρότυπα (models). O Bandura ερµηνεύει τη διαδικασία αυτή µε βάση την έννοια της αυτεπάρκειας (self-efficacy), που ορίζεται ως η υποκειµενική κρίση του ατόµου όσον αφορά στην ικανότητά του να ακολουθήσει µια πορεία ενεργειών που θα αποδειχθεί αποτελεσµατική σε µια συγκεκριµένη κατάσταση. Η προσωπικότητα του ατόµου διαµορφώνεται κυρίως µέσα από τις µαθησιακές του εµπειρίες που ενισχύονται θετικά ή αρνητικά. Όσο πιο υψηλή είναι η εκτίµηση της αυτεπάρκειας, τόσο µεγαλύτερο είναι το εύρος των επαγγελµατικών προοπτικών που σκέφτονται οι άνθρωποι να επιδιώξουν.

Η κοινωκικογνωστική θεωρία προσδιορίζει την αλληλεπίδραση των προσωπικών ιδιοτήτων, των εξωτερικών περιβαλλοντικών παραγόντων και της συµπεριφοράς στη λήψη απόφασης που σχετίζεται µε τη σταδιοδροµία του ατόµου. Εστιάζει στον αντίκτυπο των πεποιθήσεων περί αυτοαποτελεσµατικότητας και των προσδοκιών στους στόχους που το άτοµο θέτει προς διεκπεραίωση αλλά και στη συµπεριφορά του (StittGohdes, 1997). ∆ηλαδή, εάν τα άτοµα πιστέψουν στη δυνατότητά τους να επιτύχουν σε οτιδήποτε αναλαµβάνουν, θα συµπεριφερθούν µε ένα τρόπο που θα τα βοηθήσει να φθάσουν στο στόχο τους. Εντούτοις, για τις γυναίκες και τους έγχρωµους, εµπόδια όπως η διάκριση ή η προκατάληψη είναι σε θέση να καθορίσουν το αποτέλεσµα, ανεξάρτητα από τη συµπεριφορά. Οι πεποιθήσεις περί αυτοαποτελεσµατικότητας ενδέχεται να υπονοµευθούν από εθνικά ή στερεότυπα ως προς το φύλο. Εποµένως, τα άτοµα µπορεί να αποκλείσουν τις επιλογές σταδιοδροµίας που αντιλαµβάνονται ως µη ανοικτές στα ίδια (Sharf, 1997). Το γεγονός ότι µερικά άτοµα είναι σε θέση να εµµείνουν και να επιτύχουν σε ένα µη υποστηρικτικό περιβάλλον αποδίδεται σε µερικές περιπτώσεις στις υψηλές προσδοκίες αυτοαποτελεσµατικότητάς τους (Farmer et al., 1997).

Οι Krumboltz et al (1978) εντοπίζουν τρεις παράγοντες που θεωρούν ότι επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά µε τη σταδιοδροµία. Ο πρώτος παράγοντας είναι οι γενετικές καταβολές και οι ειδικές ικανότητες του ατόµου, ο δεύτερος παράγοντας είναι οι περιβαλλοντικές συνθήκες και ο τρίτος οι παρελθούσες µαθησιακές εµπειρίες του ατόµου. Η αλληλεπίδρασή τους δηµιουργεί τις δεξιότητες προσέγγισης έργου, δηλαδή τις αξίες, τις συνήθειες, τα πρότυπα και τις αντιληπτικές διαδικασίες που έχει αναπτύξει το άτοµο. Η επιλογή της σταδιοδροµίας δεν είναι τυχαία αλλά το αποτέλεσµα συγκεκριµένων αιτιών, όπως οι κοινωνικοί και οικονοµικοί περιορισµοί, ως προς τη διαθεσιµότητα ορισµένων επαγγελµάτων.

Βασιζόµενοι στις Κοινωνιολογικές Θεωρήσεις, το µοντέλο του Blau και των συνεργατών του (1956) αποτελεί µια από τις πρώτες διεπιστηµονικές προσπάθειες για την περιγραφή της διαδικασίας επαγγελµατικής ανάπτυξης. Η επαγγελµατική επιλογή κατευθύνεται από δύο συσχετιζόµενες µεταξύ τους οµάδες παραγόντων: α) τις αξιολογήσεις που κάνει το ίδιο το άτοµο για τις διάφορες αµοιβές που προσφέρονται από τα διάφορα επαγγέλµατα και β) τις εκτιµήσεις που κάνει το άτοµο ως προς τις πιθανότητες που έχει να εισέλθει σε κάθε ένα από αυτά τα επαγγέλµατα. Η επαγγελµατική επιλογή µπορεί να ειδωθεί ως µια διαδικασία που εµπεριέχει µια σειρά αποφάσεων από την πλευρά του ατόµου που καταλήγουν στο να παρουσιάσει τον εαυτό του σε εργοδότες για ένα αριθµό συσχετιζόµενων µεταξύ τους επαγγελµάτων.

Ο Roberts (1981), µέσα από τη θεωρία για τη «δοµή των ευκαιριών» υποστηρίζει ότι: α) οι φιλοδοξίες των νέων θα γίνονται ολοένα και πιο συνεπείς προς τις εργασίες που έχουν, β) η ικανοποίηση από την εργασία θα αυξάνεται, καθώς θα εξελίσσεται η σταδιοδροµία τους και γ) η επαγγελµατική κινητικότητα θα µειώνεται σε συχνότητα. Οι απόψεις του αποτελούν τον κυριότερο αντίλογο στις εξελικτικές θεωρίες για επαγγελµατική ανάπτυξη.

Οι θεωρίες γνωρίσµατος και παραγόντων τείνουν να εξετάσουν τα ζητήµατα σταδιοδροµίας σε ένα χρονικό σηµείο, ενώ οι θεωρίες διάρκειας ζωής παίρνουν µια µακροπρόθεσµη, αναπτυξιακή προοπτική. Οι Θεωρίες της διάρκειας ζωής (life span theories) υιοθετούν µια µακρόχρονη αναπτυξιακή και εξελικτική προσέγγιση (Super, 1997) η οποία υποστηρίζει ότι τα άτοµα περνούν από διαφορετικά στάδια επαγγελµατικής ανάπτυξης, µε διαφορετικές αναπτυξιακές δεξιότητες κάθε φορά. Επιπλέον, ο Ball (1984)2 υποστηρίζει πως ο όρος Επαγγελµατική Ανάπτυξη σήµερα, αναφέρεται στη σχέση του ατόµου µε την εργασία στην ευρύτερή της έννοια, καθώς µπορεί να υπάρχει σαφές και σταθερό πρότυπο σταδιοδροµίας για πολλά χρόνια αλλά και συχνές αλλαγές επαγγελµάτων ή ανεργία.

Σύµφωνα µε τις Εξελικτικές Θεωρίες, η επιλογή επαγγέλµατος είναι το τελικό στάδιο µιας µακροχρόνιας αναπτυξιακής διαδικασίας, της επαγγελµατικής ανάπτυξης, που έχει τα δικά της ξεχωριστά στάδια από την πρώτη παιδική ηλικία, µέχρι την ώριµη ηλικία. Τα στάδια αυτά ακολουθούν συγκεκριµένη σειρά, έχουν τις δικές τους φάσεις και τα δικά τους ξεχωριστά αναπτυξιακά καθήκοντα. Η πρώτη ολοκληρωµένη εξελικτική θεωρία για την επαγγελµατική ανάπτυξη παρουσιάστηκε από τους Ginzberg, Axelrad και Herma (1951), οι οποίοι κατέληξαν στο συµπέρασµα ότι στη διαδικασία επιλογής του επαγγέλµατος παίζουν ρόλο τέσσερις κύριοι παράγοντες: α) ο παράγοντας της πραγµατικότητας, β) η εκπαίδευση του ατόµου, γ) η προσωπικότητα και τα συναισθηµατικά του στοιχεία και δ) οι αξίες του, εφόσον αυτές ικανοποιούνται σε διαφορετικό βαθµό στα διάφορα επαγγέλµατα. Η επιλογή επαγγέλµατος, κατά τον Ginzberg χωρίζεται στο στάδιο της φαντασίας (µέχρι 11 ετών), στο στάδιο των δοκιµαστικών επιλογών (11 έως 18 ετών) και στο ρεαλιστικό στάδιο (18 έως 24 ετών). Μέσα από την επαγγελµατική επιλογή το άτοµο προσπαθεί να βρει το καλύτερο δυνατό συνταίριασµα ανάµεσα στην προετοιµασία για τους στόχους του και την πραγµατικότητα του κόσµου της εργασίας.

Σύµφωνα µε την εξελικτική θεωρία του Donald Super (1953), οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τις ικανότητές τους, τα ενδιαφέροντά τους και την προσωπικότητά τους. Η αυτοαντίληψη, η ανάπτυξη και πραγµάτωσή της είναι τα κεντρικά σηµεία της θεωρίας του. Στην εξελικτική πορεία της επαγγελµατικής 2 ανάπτυξης, ο Super ξεχωρίζει πέντε βιοτικά στάδια (life stages): το στάδιο της ανάπτυξης, το στάδιο της διερεύνησης, το στάδιο του κατασταλάγµατος, το στάδιο της συντήρησης και το στάδιο της παρακµής. Η πορεία ολοκληρώνεται µε το συµβιβασµό ανάµεσα στην αυτοαντίληψη και την αντικειµενική πραγµατικότητα. Η συνολική σταδιοδροµία παρουσιάζεται µε ένα ουράνιο τόξο, το ουράνιο τόξο σταδιοδροµίας (career rainbow), που το µήκος του αποτελούν τα εξελικτικά βιοτικά στάδια (Κάντας & Χαντζή, 1991).

Επίσης, εξετάζει τη διαδραµάτιση πολλαπλών ρόλων και τη µεταξύ τους αλληλεπίδραση σε όλη τη διάρκεια ζωής του ατόµου (Stitt-Gohdes, 1997). Εντούτοις, µερικές µελέτες έχουν δείξει ότι τα στάδια ζωής που ο Super πρότεινε δεν ταιριάζουν απόλυτα στις γυναίκες, δεδοµένου ότι οι ρόλοι τους άλλαξαν τις τελευταίες δεκαετίες (Sharf, 1997). Ο Super θεωρεί την αυτοαντίληψη και την επαγγελµατική ωριµότητα ως καθοριστικούς παράγοντες στην επιλογή επαγγέλµατος. Τα χαµηλά αποτελέσµατα στα τεστ επαγγελµατικής ωριµότητας µπορούν να είναι µια αντανάκλαση των αντιληπτών κοινωνικών εµποδίων, της περιορισµένης πρόσβασης και των περιορισµένων ευκαιριών στην αγορά εργασίας ή µιας µη ρεαλιστικής αξιολόγησης των προσδοκιών κάποιου (Naidoo, 1998).

Στο πλαίσιο αυτών των θεωρητικών προσεγγίσεων, ιδιαίτερης σηµασίας είναι και η ανάδειξη της αλληλεπίδρασης µεταξύ των πολλαπλών ρόλων που αναλαµβάνουµε στη διάρκεια του βίου µας και των επαγγελµατικών µας επιλογών και µάλιστα διαφοροποιηµένα για άνδρες και γυναίκες. Για τις γυναίκες, η προσπάθεια που καταβάλλεται είναι εντονότερη και δυστυχώς κρίνεται συχνότερα και αυστηρότερα, όπως επίσης, πρέπει να επιβεβαιώνεται και να αποδεικνύεται έµπρακτα σε όλη τη διάρκεια της κοινωνικής και επαγγελµατικής τους ζωής και δραστηριότητας (Wahl et al, 2005).

Η δεκαετία του 1960 χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να ερµηνευτεί η διαδικασία της επαγγελµατικής επιλογής στο πλαίσιο της θεωρίας λήψης αποφάσεων. Σύµφωνα µε τους Jepsen και Dilley (1974), το εννοιολογικό πλαίσιο της λήψης αποφάσεων δέχεται ότι υπάρχει ένα άτοµο που αποφασίζει (decision-maker), µια κατάσταση για λήψη απόφασης (decision situation) και οι σχετικές πληροφορίες που προέρχονται από το ίδιο το άτοµο αλλά και έξω από αυτό (decision-making concepts). Το άτοµο επεξεργάζεται νοητικά τις εναλλακτικές λύσεις και ζυγίζει τα πιθανά αποτελέσµατα µε βάση αφενός την πιθανότητα που έχουν να συµβούν και αφετέρου την αξία ή την ωφελιµότητα που έχουν για το ίδιο το άτοµο.

Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι τα υψηλότερα σκορ επαγγελµατικής ωριµότητας είναι πιθανό να συνδέονται µε ένα αποδοτικό στιλ που προάγει µια αίσθηση ελέγχου και υπευθυνότητας στη λήψη επαγγελµατικής απόφασης (Luzzo & Jenkins-Smith, 1998). Βασιζόµενοι στην προαναφερθείσα έρευνα που αποκαλύπτει σηµαντικές συσχετίσεις ανάµεσα στην επαγγελµατική ανάπτυξη και στο θέµα του ελέγχου και στηρίζοντας τις ιδέες τους στη θεωρία του Weiner, οι Luzzo & Jenkins-Smith πρότειναν ένα αποτελεσµατικό µοντέλο λήψης επαγγελµατικών αποφάσεων.

Με βάση τη θεωρία του Weiner (1979, 1985, 1986), τα άτοµα πιθανώς ερµηνεύουν τις εκβάσεις των πράξεων τους ως σηµαντικές για τα ίδια ή µη. Η διάσταση της αιτιότητας καθορίζει τη θέση της αιτίας ως εσωτερική ή εξωτερική, η διάσταση της σταθερότητας υποδεικνύει τις αιτίες ως σταθερές ή µεταβλητές και η διάσταση εξελιξιµότητας αναφέρεται στην προσωπική ευθύνη ή στο ότι η αιτία υπόκειται στη βουλητική επιρροή του ίδιου του ατόµου.

Άτοµα που αποδίδουν την επαγγελµατική τους επιλογή σε εσωτερικές, ελέγξιµες και ασταθείς αιτίες, πιστεύουν ότι οι επαγγελµατικές τους αποφάσεις προκλήθηκαν από εσωτερικούς παράγοντες, τους οποίους οι ίδιοι ελέγχουν. Τέτοια άτοµα έχουν την πεποίθηση ότι τα σχετιζόµενα µε την καριέρα γεγονότα στη ζωή τους είναι αποτέλεσµα της σκληρής δουλειάς και προσπάθειας που τα ίδια καταβάλλουν. Από την άλλη πλευρά, τα άτοµα που αποδίδουν τις επαγγελµατικές τους αποφάσεις σε εξωτερικές, µη ελέγξιµες και σταθερές αιτίες, πιστεύουν ότι οι επαγγελµατικές τους αποφάσεις προκλήθηκαν από εξωτερικούς παράγοντες. Τέτοια άτοµα είναι πιθανό να υποθέσουν ότι υπάρχει µια µικρή συνεισφορά της προσωπικής προσπάθειας στην επιλογή καριέρας τους.

Άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις, αναδεικνύουν την αξιακή βαρύτητα της επαγγελµατικής σταδιοδροµίας ως κρίσιµο παράγοντα της επαγγελµατικής εξέλιξης. Τις αξίες, δηλαδή, µε τις οποίες τα άτοµα επενδύουν τους ρόλους της ζωής τους και µπορεί να αλλάζουν προϊόντος του χρόνου (Sharf, 1997). Ειδικότερα, ο Schein, από τους κορυφαίους της οργανωτικής ψυχολογίας, (1980) µιλά για τα «αγκυροβόλια σταδιοδροµίας» (career anchors), τα οποία ορίζει ως: «το σύνολο των αναγκών, αξιών και ταλέντων που το άτοµο δεν εγκαταλείπει εύκολα όταν πρόκειται να κάνει µια επιλογή». Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει τις εργασιακές αξίες του ατόµου, όπως αυτές διαµορφώνονται κατά την επαγγελµατική του σταδιοδροµία. Ο Schein υποστηρίζει ότι το άτοµο συνεχίζει να αναπτύσσει αξίες και κίνητρα, από τη στιγµή που αρχίζει να αποκτά εργασιακές εµπειρίες, δηλαδή θεωρεί ότι το άτοµο συνεχίζει να εξελίσσει την αυτοαντίληψή του µέσα από την εργασία και αυτό ονοµάζει ως επαγγελµατική ανάπτυξη. Πιστεύει επιπλέον ότι η πορεία πραγµάτωσης της αυτοαντίληψης (self-concept) συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή, καθώς εκδιπλώνεται η σταδιοδροµία του ατόµου. Ισχυρίζεται ότι τα πρότυπα σταδιοδροµίας δείχνουν γενικότερα την εικόνα του τι ακριβώς επιθυµεί το άτοµο, άσχετα από τη συγκεκριµένη εργασία που επιτελεί και ισχύουν για πολλά διαφορετικά πεδία του εργασιακού χώρου.

Με τα «αγκυροβόλια της σταδιοδροµίας» ο Schein προσπάθησε να περιγράψει πώς διαµορφώνονται οι αξίες και οι βλέψεις αυτών που ήδη έχουν εισέλθει στον κόσµο της εργασίας. Υποστηρίζει ότι µια «άγκυρα σταδιοδροµίας» βοηθά το άτοµο να σταθεροποιηθεί, παρέχοντάς του έναν άξονα γύρω από τον οποίο µπορούν να περιστρέφονται οι λιγότερο προσφιλείς «άγκυρες». Στην ουσία διέκρινε πέντε πρότυπα σταδιοδροµίας που αφορούν στις αξίες και τους στόχους που το άτοµο επιδιώκει: α) την αξιοποίηση ικανοτήτων, όπου η όλη σταδιοδροµία οργανώνεται γύρω από ένα συγκεκριµένο σύνολο τεχνικών και λειτουργικών δεξιοτήτων στις οποίες το άτοµο παρουσιάζει ιδιαίτερη επίδοση, β) τη διευθυντική επιτηδειότητα, όπου το άτοµο προσπαθεί να αναρριχηθεί στην ιεραρχική κλίµακα του οργανισµού και να καταλάβει διευθυντικές θέσεις, γ) τη δηµιουργικότητα, δ) την ασφάλεια και σταθερότητα στη δουλειά του, για να προσφέρει άνεση στην οικογένειά του και ε) την ανεξαρτησία που θα του δώσει την ευκαιρία να καθορίσει το δικό του ωράριο και τρόπο εργασίας αλλά και το δικό του τρόπο ζωής (Κάντας & Χαντζή, 1991).

Για ορισµένους εργαζόµενους, όπως συχνά παρατηρείται µε τις γυναίκες, η αξιακή βαρύτητα της οικογένειας µπορεί να επηρεάσει τη συµπεριφορά καριέρας, όπως µπορεί να την επηρεάσει και ο βαθµός προσχώρησης σε µια κοινωνική και πολιτισµική οµάδα. Στην ουσία ο Schein προσπάθησε να περιγράψει πώς διαµορφώνονται οι αξίες και οι βλέψεις αυτών που έχουν ήδη εισέλθει στον κόσµο της εργασίας.

Απόσπασμα
από την εργασία της
Ιωάννα Γ. Φλίγκου
με τίτλο
Η σηµασία του φύλου στην επαγγελµατική ανάπτυξη & ωριµότητα µαθητών Γ΄ Λυκείου
στο
Πανεπιστήµιο Πατρών
Σχολή Ανθρωπιστικών & Κοινωνικών Επιστηµών

πίνακας:http://www.keyword-suggestions.com/YXJ0ZSBzdXJyZWFsaXN0YQ/

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ “ΠΑΙΔΙΟΥ”



Η "αποκατάσταση" του παιδιού ήταν και θα είναι πάντα ένα θέμα οικογενειακό και κοινωνικό. Η μορφή που παίρνει εξαρτάται από το τρόπο που οι γονείς το διαχειρίζονται. Ανάλογα λοιπό την διαχείριση μπορεί να πάρει διαστάσεις ευτυχίας, όπως και τραγωδίας. Πάντα η “αποκατάσταση” σκόπευε την επιτυχή προσαρμογή του “παιδιού” στην κοινωνική πραγματικότητα και τη δυνατότητα του να διάγει ένα βίο, εύκολο και ξεκούραστο κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με αυτή ακόμα την έννοια του βίου.

Δηλαδή όπως ξέρουμε η λέξη βίος προέρχεται από την λέξη βία που σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος στην σχέση του με τον κόσμο θα πιεστεί και θα αναγκαστεί να βρει τρόπο να επιβιώσει και τελικά να ζήσει μόνο μέσα από την αναμέτρησή του με αυτόν. Πράγμα που σημαίνει, όπως θα έλεγε ο ποιητής, “να ανοίξει το δρόμο του στην ζωή” να αποκατασταθεί, πράγμα που δεν είναι εύκολο.

Άρα η “αποκατάσταση” έρχεται να προλάβει, να “διορθώσει”, αλλά και να αποτρέψει μια λανθασμένη απόφαση, ή στάση του “παιδιού” απέναντι στην ζωή. Έρχεται να επηρεάσει τις συνθήκες και να τις κάνει ευνοϊκότερες για αυτό. Η αποκατάσταση λοιπόν, είναι μια διορθωτική πράξη της οικογένεια προς τα “παιδιά” της. Η παρουσία της δικαιολογείται μόνο μέσα από την παραδοχή της ανεπάρκεια του “παιδιού” Η ανεπάρκεια του οποίο δεν είναι παρά μια κατασκευή της ίδιας της οικογένειας.

Άρα η “αποκατάσταση” είναι μια πράξη που έρχεται να διορθώσει αυτό που η ίδια δημιούργησε. Δηλαδή προσπαθεί να διορθώσει αυτό που εκείνη κατασκεύασε, με μια νέα επιδιορθωτική πράξη σαν και την “αποκατάσταση”η οποία αναπαράγει την παρουσία της, αναπαράγοντας συγχρόνως και την ανεπάρκεια του “παιδιού”. Διότι η ιδέα ότι το “παιδί” δεν θα τα καταφέρει” εκφράζει την ανησυχία των γονέων, αλλά συγχρόνως υποβιβάζει το ίδιο το “παιδί”. Θέτει σαν βασικό χαρακτηριστικό την ανεπάρκεια του στο να μπορέσει να αποφύγει μια άσχημη κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Έτσι η παρέμβαση του γονέα σκοπεύει την εξασφάλιση μιας κοινωνικής θέσης, η οποία από την μια προσφέρει την αναγνώριση και από την άλλη την οικονομική ευημερία.

Σαν παράδειγμα έχουμε τον παλιό “καλό” ελληνικό κινηματογράφο, όπου απεικόνισε μια εποχή της ελληνικής κοινωνίας, από την οποία σημερινή δεν νομίζω να έχει απομακρυνθεί πολύ. Μιλάμε βέβαια γα την εποχή του εξήντα και του εβδομήντα, δύο δεκαετίες όπου μέσα από το κινηματογράφο εκείνης της εποχής μεγαλουργούσε το αλληλέγγυο πνεύμα μιας οικογένειας με πολλές υποχρεώσεις προς τα παιδιά αλλά και πολλά “πρέπει”. Ένα από αυτά τα “πρέπει” ήταν ότι, η απομάκρυνση από την οικογενειακή εστία θα γινόταν μόνο όταν το “παιδί” παντρευόταν κάτι που επικρατεί μέχρι σήμερα.

Τότε η “αποκατάσταση” βοήθησε του σεναριογράφους να δημιουργήσουν με αυτό το θέμα ένα είδος διαπραγμάτευσης πάνω στις αποφάσεις για την ζωή των “παιδιών” και το μέλλον τους. Μέσα από τα σενάρια διακηρύσσονταν ο κυριαρχικός λόγος του γονέα απέναντι στην ανυπαρξία και έλλειψη υπόστασης του λόγου του “παιδιού” για την ζωή του. Αυτή η ακριβώς έλλειψη δικαιώματος του “παιδιού” για την διαχείριση της ζωής του, ήταν το βασικό στοιχείο στα σενάρια εκείνης της εποχής. Πάντα λοιπόν η αφαίρεση του δικαιώματος από το “παιδί” και η παραχώρησή του στους γονείς καθόριζε την έννοια του “φυσιολογικού”, του κοινωνικά αποδεκτού. Επίσης αυτή η πολιτική πρόβαλλε εκτός από το πως θα έπρεπε να ήταν η σχέση γονέα-”παιδιού“, πως θα έπρεπε να είναι οι σχέσεις ανάμεσα στον αδελφό και την αδελφή. Διότι αν το “παιδιά”, αγόρια στην οικογένεια στερούντο δικαιωμάτων, τα κορίτσια ήταν αδιανόητο να το σκεφτούν.

Η παρουσία κοριτσιού μέσα στην οικογένεια αποτελούσε ένα μειονεκτικό γεγονός για πολλούς λόγους. Το να γεννηθεί κορίτσι εκλαμβάνονταν από αρχαιοτάτων χρόνων για την οικογένεια ένα βάρος και αυτή η συμφορά δεν περιοριζόταν μόνο στο δικό μας πολιτισμό αλλά σχεδόν σε όλους . Τα κορίτσια παρουσιάζονταν ολότελα εξαρτώμενα από αυτή όπως επίσης και τα αγόρια, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο. Πολλές φορές λέγανε “σου έκατσε το λαχείο” του πατέρα που η γυναίκα του γεννούσε κορίτσι και εννοούσαν το θέμα της προίκας.

Στο παλιό “καλό” ελληνικό κινηματογράφο λοιπόν, αλλά και στην κοινωνία, το κορίτσι που δεν είχε παντρευτεί αποτελούσε ένα θλιβερό και απαξιωτικό γεγονός για την οικογένεια. Η υπευθυνότητα του κοριτσιού μεταβιβαζόταν στα αδέλφια ακόμα και όταν οι γονείς ήταν εν ζωή. Αυτά αναλάμβαναν την υποχρέωση να παντρέψουν, να “αποκαταστήσουν” την αδελφή, ή τις αδελφές του πριν εκείνα “αποκατασταθούν”. Ο αδελφός λοιπόν ήταν δεσμευμένος πολιτιστικά να αναλάβει την αδελφή του και να την “αποκαταστήσει” αλλιώς δεν γινόταν να προχωρήσει την ζωή του.

Για την οικογένεια λοιπόν του τότε, αλλά ίσως και του τώρα, ήταν αδιανόητο να σκεφτούν ότι ένα ενήλικο “παιδί” θα μπορούσε να φύγει από το σπίτι και να μείνει μόνο του. Δεν ήταν μόνο το οικονομικό πρόβλημα που δεν επέτρεπε τέτοιες σκέψεις, αλλά η λειτουργία και η πρωτοκαθεδρία της οικογένειας σαν επιλογή. Άρα είτε αγόρι ήταν αυτό, είτε κορίτσι θα εγκατέλειπε την οικογένεια μόνο όταν δημιουργούσε δικιά του, δηλαδή παντρευόταν. Βέβαια υπήρχαν περιπτώσεις που κάποιος εγκατέλειπε την οικία του και την οικογένεια για να σπουδάσει ή να δουλέψει, αλλά και πάλι το μυαλό του ήταν σε αυτή και στην επιστροφή στην αγκαλιά της. Διότι μια τέτοια κατάσταση θεωρείτο άσχημη για την οικογένεια, σαν να κουβαλούσε ένα τραύμα, σαν να είχε αποκοπεί ένα μέλος της. Σαν να είχε ακρωτηριαστεί. Όλοι περίμεναν την επιστροφή, την συγκόλληση. Πιστεύω ότι η επιστροφή στην πατρίδα, το “νόστιμον ήμαρ”, δεν εκφράζει τόσο τα πατριωτικά συναισθήματα όσο την αίσθηση πιστότητας προς την οικογένεια που με περισσή τέχνη καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται από αυτή.

Ο αποχωρισμός λοιπόν από την οικογένεια ήταν και είναι ένα τραυματικό γεγονός. Βιωνόταν και βιώνεται σαν τέτοιο, έτσι ώστε αντί να επικρατεί η χαρά, να επικρατεί το πένθος. Ο αποχωρισμός λειτουργούσε και λειτουργεί αντίθετα στην δύναμη και την συνοχή της οικογένειας και αυτό έφερνε και φέρνει μια γενική ανασφάλεια σε αυτόν ή αυτή που έφευγε και φεύγει, αλλά και σ' αυτούς που μένανε και μένουν.

Η εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας βιωνόταν και βιώνεται ακόμα σαν μια τεράστια στεναχώρια που καθορίσει την μετέπειτα ζωή της οικογένειας στέλνοντας αφειδώς την ενοχή σε αυτόν που πήρε το θάρρος να απομακρυνθεί. Σαν η οικογένεια να μην θέλει να αποδεχτεί ότι με την αποχώρηση του “παιδιού” μπαίνει σε μια νέα περίοδος εξ ίσου σημαντική με αυτή που άφησε.

Παλιά ο γάμος αποτελούσε μια “φυσιολογική” κοινωνική οδός απομάκρυνσης του “παιδιού” από την οικογένεια. Σε αυτόν όλοι συμμετείχαν. Οι γονείς μάζευαν την περηφάνια από το λόγια και τα χαμόγελα του κόσμου. Χαίρονταν και χαίρονται ακόμα την αναγνώριση της κοινωνίας που είναι δική τους αναγνώριση μέσα από την “αποκατάσταση” του”παιδιού‘”. Οι νεόνυμφοι καμάρωναν και αυτοί, έτοιμοι να ξεκινήσουν μια νέα περίοδο στην ζωής τους. Αυτή η πραγματικότητα εκφραζόταν πάντα με εκφράσεις του τύπου, “παντρέψαμε το “παιδί”,“του βρήκαμε μια καλή κοπέλα”, “παντρεύτηκε ένα παλικάρι που δουλεύει στο δημόσιο”. Όλες αυτές οι εκφράσεις πρόβαλαν τη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων μέσα από το γάμο και έδιναν την αίσθηση ότι το σημαντικότερο στην ζωή ήταν η “αποκατάσταση” μέσα απ' αυτόν. Άλλωστε όλες οι ταινίες, όπως είπαμε, του παλιού “καλού” κινηματογράφου σε αυτή την αποκατάσταση κατανάλωσαν την φαιά τους ουσία και τελείωναν οι περισσότερες με τους νεόνυμφους έξω από την εκκλησία.

Η “αποκατάσταση” λοιπόν περνούσε και περνάει μέσα από το γάμο και όλη αυτή η διαδικασία μαρτυρά το άγχος και την αγωνία με την οποία οι γονείς αντιμετωπίζουν την ανησυχία τους. Η ανησυχία αυτή τους παρείχε το δικαίωμα να παρέμβουν. Έτσι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσπαθούν όπως λένε, να κάνουν την ζωή του παιδιού τους πιο εύκολη και ξεκούραστη για... να ηρεμήσουν αυτοί.

Όμως “αποκατάσταση” σαν φροντίδα πολλές φορές υπερβαίνει το όριο ώστε μπορεί να βλάπτει το παιδί αντί να το βοηθάει. Διότι η προστατευτική στάση των γονέων περισσότερο αποθαρρύνει το παιδί, όσον αφορά την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, παρά το ενθαρρύνει. Έχω την εντύπωση ότι το βαθύτερο νόημα που αποκομίζει το “παιδί” από όλη αυτή η προσπάθεια “αποκατάστασης”, είναι ότι “δεν σε θεωρούμε ικανό να τα βγάλεις πέρα μόνος σου”.

Η "αποκατάσταση" λοιπόν είναι μια παρεμβατική πράξη στο χώρο/χρόνο της ζωής του “παιδιού” δηλώνοντας συγχρόνως ότι αυτός δεν του ανήκει. Η διαχείριση του οποίου δεν υπόκειται στην δικαιοδοσία του, αλλά σε αυτή της οικογένειας ακόμα και όταν το “παιδί”... έχει ενηλικιωθεί.

Κερεντζής Λάμπρος

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Η νεολαία και η έλλειψη νοήματος



Η διαφημιστική καμπάνια

Εκείνο που με τρελαίνει τελευταία είναι αυτή η καταιγιστική διαφημιστική καμπάνια της κινητής τηλεφωνίας που απευθύνεται στους νέους. Τους παρουσιάζει χαρούμενους και ευτυχισμένους να κατακλύζουν τους δρόμους τρέχοντας, πηδώντας, κολυμπώντας και τραγουδώντας πάντα με ένα χαμόγελο γεμάτο υγεία που η διαφήμιση το ιδιοποιείται για να πουλήσει τα προϊόντα της.

Δυστυχώς κάθε φόρα που βρίσκομαι μπροστά σε μια τέτοια διαφήμιση νιώθω το απρόσμενο και απροσμέτρητο βάθος της μεταπράτησης μιας ανύπαρκτης πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας την οποία θέλει να επιβάλλει το εμπόριο που την παρουσιάζει σαν τον παράδεισο, ο οποίος στηρίζεται μόνο στην αποδεκατισμένη φιλία και συλλογικότητα, η οποία στην “αληθινή” πραγματικότητα εκφράζει τον σκληρό ανταγωνισμό και την μοναχικότητα.

Το κάθε γκατζετ που διαφημίζεται προσπαθεί να δώσει νόημα στην ύπαρξή του, κλέβοντας το νόημα από την δροσιά, την ενέργεια και τον ερωτισμό της νεολαίας. Το κάθε καταναλωτικό προϊόν στηρίζει τη πραγμάτωση σου στην λεηλασία των χαρακτηριστικών της, τα οποία ιδιοποιείται και τα κάνει κομμάτι της ύπαρξής του.

Έτσι η κινητή τηλεφωνία προβάλει την ευκολία πρόσβασης στην επικοινωνία προσφέροντας στη νεολαία την επίλυση των προβλημάτων απόστασης, και θέτοντας σαν μόνο ουσιαστικό πρόβλημα το πόσα “μέγαμπάιτ” μπορεί να έχει στην διάθεση της για κατανάλωση της ξεγνοιασιάς .

Στην ουσία όμως αν εξετάσουμε καλά την κατάσταση της σημερινής νεολαίας οι αριθμοί δημιουργούν ρίγος σε πολλούς τομείς. Και αυτό έχει σχέση με την καταρράκωση των αξιών, με την ναρκοθέτηση του μέλλοντος από την οικονομία, με τον περιορισμό της σε κοινωνικές στάσεις που θυμίζουν σκλαβιά (χαμηλοί μισθοί για 12ωρη εργασία, απλήρωτη εργασία, καλλιέργεια της καθυπόταξης σε οποιοδήποτε οικονομικό παράγοντα, καλλιέργεια της ανασφάλειας). Το πιο τραγικό όμως είναι η αφαίρεση της δυνατότητας στην νεολαία να κατασκευάσει το δικό της νόημα.

Κανείς δεν μπορεί να αντιλειφθεί τον βαθμό έλλειψης νοήματος που έχει δημιουργηθεί για αυτήν. Οι κοινωνικοί θεσμοί, όπως Οικογένεια, Πολιτική, και θρησκεία προσπαθούν να αντικαταστήσουν αυτή την έλλειψη με την δική τους νοηματική επένδυση της πραγματικότητας. Η οικογένεια με την επαγγελματική αποκατάσταση, η εκκλησία με τον θεό, η πολιτική με το κόμμα.
Επίσης η οικτρή κατάσταση της, έχει σχέση με τον αποκλεισμό της συλλογικότητας. ¨Έχει σχέση με την καταδίκη στην οργανωμένη ατομικότητα σαν το συλλογικό περιεχόμενο ενός νοήματος. Ο υπαρξιακός απομονωτισμός δηλώνει την παντοκρατορία του σε όλο το δυτικό κόσμο. Το περιεχόμενο του σαν νόημα εκφράζει την υποταγή σε ένα κόσμο χωρίς νόημα.

Δηλαδή η ανάδυση του νοήματος σαν συνείδηση για την νεολαία εμποδίζεται από τα σημεία που το σύστημα πριμοδοτεί σαν φορείς νοήματος καθορίζοντας την κατεύθυνση του μέσα από την βιομηχανία της εμπορικής-πολιτικής προπαγάνδας. Δηλαδή π. χ. αυτό που καταστρέφει την νεολαία παρουσιάζεται σαν αυτό που την αναπτύσσει.

Άρα το σημαντικό δεν είναι ότι δεν υπάρχει νόημα, αλλά ότι η νεολαία δεν συμμετέχει στην κατασκευή του κοινωνικού νοήματος που σημαίνει την κατασκευή του δικού της νοήματος. Το νόημα που προσπαθεί να κατασκευάσει η νεολαία μέσα από συμμετοχή της στον κοινωνικό διάλογο υποτιμάται από τα κέντρα των αποφάσεων σε εμπορικό, κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο.

Έτσι όλοι οι θεσμοί που προαναφέραμε νοηματοδοτούν την πραγματικότητα του τώρα σαν μια μεταβατική πραγματικότητα του αύριο. Όλοι και όλα οδηγούν μέσα από τη καθημερινότητα των οικονομικών μηνυμάτων, ότι κανένα νόημα δεν υφίσταται εκτός από ο κέρδος. Το κέρδος μεταφράζεται εκτός από οικονομικό, σε ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό, ακόμα και θρησκευτικό.

Το νόημα

Το νόημα παράγεται για ένα υποκείμενο από την διαλογική σχέση με τον “άλλον”. Η κατάσταση αυτή ξεκίνησε σαν διαδικασία κοινωνικοποίησης από την πρώτη επαφή μας σαν βρέφη με την μητέρα, μέσα από την βλέμμα της οποίας διαμορφώθηκε η πρώτη “εικόνα” της ύπαρξή μας. Η ύπαρξή μας αρχίζει να αποκτά νόημα μέσα από αυτό το βλέμμα και αργότερα μέσα τον “βουβό” διάλογο μαζί της. Η αίσθηση του εαυτού μας σαν υποκείμενο άρχισε να υπάρχει μέσα από τον αναστοχασμό της σχέσης με την μητέρα και την ανατροφοδότηση της.

Στην διάρκεια της εξέλιξης μας την θέση της μητέρας την πήρε ο “άλλος”. Ο “άλλος” μπορεί να είναι πρόσωπο, θεσμός ή κατάσταση με την οποία καλούμαστε να μετρηθούμε και να διαμορφώσουμε τον εαυτό μας ή την υποκειμενικότητα μας μέσα από το νοηματικό περιεχόμενο που απορρέει από την σχέση μαζί του. Μέσα από τις σχέσεις αναδύθηκε και αναδύει η υποκειμενικότητα μας.

Το νόημα λοιπόν έχει σχέση με τις αυτοαναφερόμενες διαδικασίες που βοηθάνε την συνείδηση να αντλήσει και να επεξεργαστεί την ύπαρξή της σε συνάρτηση με την επαφή με τον άλλον. Ο “άλλος” λοιπόν είναι το περιβάλλον, είτε το οικογενειακό, είτε κοινωνικό μέσα από το οποίο το υποκείμενο αξιολογεί τα νοήματα που έχουν να κάνουν με τον ίδιο και τις εκάστοτε σχέσεις του. Η ικανότητα αυτοσυνειδησίας λοιπόν αποκτιέται από τον διάλογο και την δυνατότητα προσδιορισμού του υποκείμενου μέσα από αυτόν.

Στην περίπτωσή μας η νεολαία, μπορεί να θέσει τον εαυτό της σαν αντικείμενο της συνείδησης της, από την στιγμή που θα αποκτήσει την ικανότητα της αυτοπαρατήρησης της ίδιας της της φύσης. Αυτό θα το καταφέρει, αν έχει την δυνατότητα να διακρίνει και να επιλέξει, από την πληθώρα των κοινωνικών μηνυμάτων, εκείνα που θεωρεί ότι αφορούν περισσότερο την παρουσία της, και να συμμετάσχει στον σχηματισμό τους σε λόγο.

Πρόκειται για ένα νοηματικό ενέργημα το οποίο δεν έχει σχέση με το περιεχόμενο, αλλά με διανοητική κατάκτηση σου. Δηλαδή με το να το καταστήσει αντικείμενο διανοητικής επεξεργασίας. Με το να το επενδύσει λεκτικά - το “λεκτικά” δεν έχει σχέση μόνο με το λόγο, αλλά και με άλλες μορφές του, όπως γραφή, χειρονομία – Μόνο μέσα από την λεκτική κατάκτηση των γεγονότων θα μπορέσει να αποδώσει το δικό της νόημα. Άρα όπως και το υποκείμενο έτσι και η νεολαία προκειμένου να προβεί σε εννοιολογικό ενέργημα δηλαδή να “δώσει νόημα”, πρέπει επιλέξει ένα μέρος από το κοινωνικό νόημα και να επέμβει “κατακτώντας” το λεκτικά. Δηλαδή προσδίδοντας του μορφή μέσα από το δικό της λόγο, κάνοντάς το αφήγημά της.
Θα μου πείτε γιατί να επιλέξει; Μα διότι η επιλογή εκφράζει την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου. Η επιλογή εκείνων, από το κοινωνικό νόημα που θεωρεί σημαντικά για αυτό το διαφοροποιεί από τους άλλους και του δίνει είδη ένα νόημα. Του παρέχει την δυνατότητα να εκφράσει τις προθέσεις του οι οποίες έχουν σχέση την μορφή των βιωμάτων του και το νοηματικό περιεχόμενο με το οποίο τα έχει επενδύσει μέχρι τώρα. Έτσι η επιλογή δεν είναι παρά το σημείο όπου συναντιούνται οι ατομικές προθέσεις με τις κοινωνικές. Είναι το σημείο μιας διαλογικότητας του υποκειμένου και κοινωνίας όσον αφορά τις προτεραιότητες που πρέπει να ακολουθηθούν.

Βέβαια πάλι πρέπει να τονίσουμε ότι οι επιλογή των προθέσεων του υποκειμένου ήταν το αποτέλεσμα μιας “άλλης” συνάντησης, ενός “άλλου” διαλόγου στο παρελθόν ανάμεσα σε αυτό και τις οικογενειακές προθέσεις. Πάντα υπάρχει μια “δεξαμενή νοήματος“1 μέσα από το οποίο το υποκείμενο διαλέγει και σχηματίζει το δικό του νόημα. Η επιλογή έπεται μιας εσωτερικής ανασκόπησης του, πράγμα που σημαίνει ότι το υποκείμενο έχει αναπτύξει ένα “εγώ” και μια αυτοσυνειδησία από προηγούμενες επιλογές.

Από την στιγμή που προθέσεις είτε στο επίπεδο της οικογένειας, είτε της κοινωνίας μετατρέπονται μέσα από το διάλογο σε προσωπικοί στόχοι, το υποκείμενο προχωρά σε αποφάσεις. Οι αποφάσεις είναι εννοιολογικά ενεργήματα που προωθούν την δράση, δηλαδή την ενεργητική παρέμβαση στο κόσμο.

Η απόφαση εκφράζει μια εμβάθυνση του υποκειμένου στο κοινωνικό νόημα, ώστε να του δώσει το συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα από τον διάλογο και την κατάκτησή του νοητικά. Από την στιγμή λοιπόν που το κοινωνικό νόημα διαμορφωθεί μέσα από το λόγο σαν ατομικό τότε πιέζει να πραγματωθεί. Αυτό συντελείται με την μορφή κάποιας δραστηριότητας η οποία θέλει, σε αυτή την φάση, όχι να αναλύσει και να κατανοήσει αυτό που έχει επιλέξει από το κοινωνικό νόημα, αλλά θέλει να το μετασχηματίσει.

Δηλαδή μέσα από αυτές τις διανοητικές διαδικασίες το υποκείμενο περνά στην δράση μέσω τη οποία το συμβάν που απορρέει από αυτή, μόνο με την παρουσία του αλλάζει τον υπάρχοντα κόσμο των πραγμάτων και προσδίδει νόημα στο ίδιο. Δηλαδή η απόφαση έρχεται να αλλάξει την μέχρι τώρα κατάσταση και να της δώσει ένα καινούργιο νοηματικό περιεχόμενο που εξαρτάται από το ενέργημα του υποκειμένου. Αυτή η διαδικασία καταστεί το υποκείμενο σε παράγοντα εμπλουτισμού και μετατροπής των νοημάτων, στο βαθμό που το σύστημα αναφοράς του επιτρέπει να γίνει παράγοντας αλλαγής και παραγωγού νοήματος.

Η σημερινή κατάσταση της νεολαίας

Όπως είπαμε οι κοινωνικές προθέσεις επηρεάζουν την πρόθεση του υποκειμένου, και ότι οι προθέσεις του διαμορφώνονται από το διάλογο μαζί τους. Δηλαδή η επίδραση των συλλογικών προσδοκιών - και σε αυτό το σημείο πλησιάζουμε την σημερινή πραγματικότητα της διάχυτης κοινωνικής απογοήτευσης και της στέρησης της ελπίδας – μπορεί να καθορίσει μορφή των στόχων του υποκειμένου, στην περίπτωσή μας, της νεολαίας.

Η θέση της νεολαίας γίνεται τραγική διότι της απαγορεύεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η διανοητική επεξεργασία του κοινωνικού νοήματος με στόχο την κατάκτησή του και την διαμόρφωσή του σύμφωνα με την αίσθηση του εαυτού της, του “εγώ” της. Η θέση της επιδεινώνεται διότι δεν αναζητείται ένα νέο νόημα, αλλά η αποφυγή του. Η κατάσταση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την στέρηση της ενεργητικής στάσης του υποκειμένου – νεολαίας στην επιλογή και διαμόρφωση του κοινωνικού νοήματος και αυτό συμβαίνει τόσο στο χωρόχρονο της οικογένειας, της εκπαίδευσης και της κοινωνίας.

Η τραγικότητα έγκειται λοιπόν στην αφαίρεση, της δυνατότητας και ικανότητας απόφασης της νεολαίας η οποία θα απέδιδε νόημα στην ίδια, εφόσον θα μπορούσε να έκφραση την ενεργητική κοινωνική της παρουσία.

Από την στιγμή που το ουσιαστικότερο νόημα συρρικνώνεται στα “μεγαμπάιτ” που έχει στο κινητό της, αυτόματα της αφαιρείται η δυνατότητα της αυτοσυνείδησης, η οποία την καταστεί υπολογίσιμο συνομιλητή στο διάλογο με το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Σε αυτή την περίπτωση έχει υποτιμηθεί είτε, σαν καταναλωτική μάζα που οι ιδιαιτερότητες της εξανεμίζονται σαν χαρακτηριστικά που τα ιδιοποιείται το εμπορικό και πολιτικό σύστημα, είτε σαν αμελητέα ποσότητα μπροστά στις αποφάσεις των οικονομικών παραγόντων που η πρόθεσή τους είναι να την μετατρέψουν σε μια εργασιακή ή πλειοψηφική μάζα, που θα πλάθεται ανάλογα τις ανάγκες του πολιτικοοικονομικού συστήματος.

Μέσα σ' αυτό το χαρούμενο περιβάλλον η νεολαία καλείται να αποδεχτεί τους όρους που την αλλοτριώνουν σαν πριμοδότηση τρυφερότητας της κοινωνίας, αλλά και σαν πραγματικότητα την οποία δεν μπορεί να αρνηθεί, αλλά και ν' αλλάξει. Καλείται να πάρει την θέση του χαρούμενου”παιδιού” το οποίο στο μόνο που βρίσκει νόημα είναι να εξαντλήσει την νεανική της ενέργεια, όσο είναι νέα, δηλαδή στην παιδικότητα της.

Συμπεράσματα

Άρα η νεοφιλελεύθερη κοινωνία του σήμερα καταργεί τον διάλογο με την νεολαία και όχι μόνο.
Καταργώντας τον δεν της παρέχει την δυνατότητα συμμετοχής στην κατασκευή του κοινωνικού νοήματος που σημαίνει απόκτηση νοήματος για την ίδια.

Αυτό δεν βοηθά στην διαμόρφωση της συνείδησης, στην αίσθηση του “εγώ” πράγμα το οποίο με λίγα λόγια σημαίνει ότι, δεν μπορεί να γνωρίσει το “ποια είναι”, “τι θέλει” και “τι μπορεί να κάνει” είτε σε ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο.

Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιθυμητή, παντελή έλλειψη κοινωνικού νοήματος την οποία η πολιτική κατανάλωση την εκμεταλλεύεται απαντώντας στα κελεύσματα της οικονομίας για να εγκαθιδρύσει τα δικά της “κοινωνικά νοήματα”.

Κερεντζής Λάμπρος

Βιβλιογραφία:
Ιωάννα Τσιβάκου Το οδοιπορικό του εαυτού στο χώρο εργασίας. Εκδόσεις Θεμέλιο
Michel Holoquist Διαλιγικότητα Ο Μπαχτίν και ο κόσμος τους GUTENBERG