Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Ο “εαυτός” σαν ένας εσωτερικός στίβος των δικαιωμάτων των “άλλων”



Ο “εαυτός” πολλές φορές γίνεται ένας εσωτερικός στίβος όπου συναντιόνται πρόσωπα αγαπημένα που διεκδικούν τα δικαιώματα τους μέσα μας όσον αφορά την εξέλιξη και την ανάπτυξη μας . Έτσι φαίνεται ότι έχουμε συνάψει μαζί τους μια συμφωνία, παρέχοντας το δικαίωμα της συν-διαχείρισης των “προσωπικών “μας θεμάτων σαν να είναι δικά τους.

Μάταια ψάχνουμε να βρούμε πως και πότε ξεκίνησε αυτό. Οι ρίζες του είναι βαθιά μέσα μας με τέτοιο τρόπο που αναγνωρίζουμε ότι είναι κομμάτι του οργανισμού μας, του “εαυτού”μας. Ότι είναι κάτι δικό μας που μας στηρίζει και μας συντηρεί σαν ύπαρξη, αλλά συγχρόνως... μας υποτιμά και μας αποκλείει από την διαχείριση των καταστάσεων. Έτσι πολλές φορές αισθανόμαστε το "εαυτό" σαν ένα “στοιχειωμένο” χώρο όπου δυνάμεις που αποφεύγουμε να ονομάσουμε ενεργούν και καθορίζουν την σκέψη , το συναίσθημα και τελικά την συμπεριφορά μας.

Αυτή η κατάσταση, αφαιρεί το άγχος της υπευθυνότητας απέναντι στην ζωή, αποδίδοντας τις περιστάσεις σε διαδικασίες οι οποίες είναι οργανωμένες από τους άλλους και οι οποίες δεν ζητούν παρά μόνο την προσαρμογή μας. Με αυτό τον τρόπο παρέχουν μια σιγουριά και την αποφυγή του ρίσκου καθώς και την αποφυγή του φόβου της αποτυχίας. Με αυτό τον τρόπο ακόμα... και η αποτυχία μπορεί να αποδοθεί στους άλλους.

Αυτή η διευθέτηση είναι βολική, διεκπεραιωτική, αλλά ορίζει τον εαυτό σαν απουσία παρά παρουσία. Σε αυτή διευθέτηση όμως, η συνείδηση επαναστατεί. Επαναστατεί όταν η υφή των πραγμάτων κυλά χωρίς την συμμετοχή της. Η θέληση και η επιθυμία γίνονται καταπιεσμένες εκφάνσεις του εαυτού, ασφυκτιούν καθημερινά ανάμεσα στο επιτρέπεται και στο απαγορεύεται όχι σαν ένα νόμο εξωτερικό, αλλά σαν μια εσωτερικευμένη κατάσταση που αιμορραγεί μέσα μας και καθοδηγούμαστε στην σιωπή και την παθητικότητα. Άρα η ματαιότητα πολεμάει με τον φόβο και την αναγκαιότητα της επιβίωσης της θέλησης και της επιθυμίας. 

Η συνείδηση λειτουργεί υπόγεια και αντιδρά αισθανόμενη τον παραγκωνισμό της από μια οργάνωση που της ζητά μόνο την αποδοχή της και όχι την συμμετοχή. Η έκφρασή της μπορεί να ερμηνευτεί σαν παραβατική συμπεριφορά από το περιβάλλον, που, από την μια γεμίζει τον “εαυτό” με ντροπή και από την άλλη με ένοχη.

Σε αυτή την περίπτωση ο “εαυτός” γίνεται όχι μόνο ο στίβος όπου συναντιόνται πρόσωπα αγαπημένα που διεκδικούν τα δικαιώματα μας από εμάς, αλλά και ο χώρος αντιπαλότητας τους. Γίνεται ένας χώρος διχοτομημένος, ένα πεδίο μάχης όπου προσπαθούμε με τα κουρέλια της συνείδησης μας να καλύψουμε τις γυμνές συνειδήσεις των άλλων, αφήνοντάς μας έκθετους στο κρύο και την μοναξιά της απουσίας μας.

Κερεντζής Λάμπρος


φωτο: Alexa Meade

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ποιος φταίει;




Μετά από το το προτελευταίο μου άρθρο με τον τίτλο “Μια Πόρσε στην εθνική οδό, ή Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου”1 θεώρησα σωστό να ξεδιαλύνουμε ένα θέμα το οποίο δημιούργησε κάποια ερωτηματικά όσο αναφορά την αιτιότητα των καταστάσεων και την απόδοση των ευθυνών στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής. Η αναζήτηση της αιτίας των καταστάσεων εξαντλούνταν και εξαντλείται ακόμα στην προσπάθεια να ορίσουμε το αίτιο για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε το αποτέλεσμα. Η αιτιότητα λοιπόν σαν όρος έρχεται να ερμηνεύσει την παρουσία ενός γεγονότος το οποίο επηρεάζει το ατομικό ή το κοινωνικό γίγνεσθαί, την ύπαρξη του υποκειμένου, ή και τον ίδιο τον κόσμο δημιουργώντας μια άλλη πραγματικότητα. Σε αυτή την περίπτωση η αιτία είναι αποδοτική εφόσον αποτελεί την πηγή μιας καινούργιας πραγματικότητας η οποία ονομάζεται αποτέλεσμα.

Γραμμική αιτιότητα

Αυτή την μορφή αιτιολόγησης των καταστάσεων την ονομάζουμε γραμμική αιτιότητα. Σαν γραμμική απόδοση ευθυνών λοιπόν, ορίζουμε ότι το Β είναι αποτέλεσμα του Α και απαντάει στο ερώτημα “ποιος έκανε, σε ποιόν και τι; ”. Δηλαδή στην γραμμική αιτιότητα ο ορισμός της αιτίας ενός φαινομένου ορίζει την ύπαρξή του, που σημαίνει ότι ο αποκλεισμός της αιτίας αποκλείει και το αποτέλεσμα. Δηλαδή αποκλείοντας το Α μπορεί να αποκλειστεί και το αποτέλεσμα Β που προκαλεί. Έτσι υπάρχει μια γραμμική σχέση ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα με τρόπο τέτοιο ώστε ο ορισμός της αιτίας να δικαιολογεί το αποτέλεσμα. Στην γραμμική αιτιότητα αναζητάμε τον φταίχτη των καταστάσεων, αναζητάμε αυτόν που θα οριζόταν σαν ο βασικός υπαίτιος των δεινών, τον κατηγορούμενο, τον θύτη, τον ένοχο, προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στην γραμμική απόδοση ευθυνών, η οποία ορίζει ότι για το οποιοδήποτε αποτέλεσμα υπάρχει, όπως είπαμε μια αιτία.

Πάντα αφιερωμένοι λοιπόν, στην ανεύρεση της αιτίας, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το αποτέλεσμα και να δικαιολογήσουμε οποιαδήποτε κατάσταση προσπαθώντας να καταλάβουμε τι την προκαλεί. Αυτή η ερμηνεία των φαινομένων δίνει μια ευκολία στην εξήγηση του τι συμβαίνει, αλλά δυστυχώς εμφανίζεται ότι παραβλέπει πολλούς παράγοντες που ενεργούν ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα και οι οποίοι μπορούν και αλλοιώνουν την σημασία τους. Επίσης στο τέλος της αναζήτησης της γραμμικής αιτιότητας, δυστυχώς καταλήγουμε στο “θεό” σαν την αιτία πολλών φαινομένων κάτι που δεν χρησιμοποιείται μόνο από την θρησκεία, αλλά και από την φιλοσοφία, την μεταφυσική, ακόμα και από επιστήμες...

Στο βαθμό που θέλουμε να αναφερθούμε στην οικογένεια και τις οικογενειακές σχέσεις η έννοια της αιτιότητας των καταστάσεων, ξέχωρα από την φιλοσοφική και κοινωνική της δυναμική, εμπεριέχει και αυτή των αλληλεπιδράσεων, έτσι ώστε η γραμμικότητα της αιτιότητας να μην μπορεί πάντα να ερμηνεύσει το φαινόμενα που παρατηρούνται στις σχέσεις των μελών της. Μπορεί να μας πρόσφερε την ικανοποίηση να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, αλλά θέτει όριο στην σκέψη όταν πλησιάζουμε την κοινωνική και οικογενειακή λειτουργία. Ίσως μέχρι σήμερα να βοήθησε τις κοινωνικές καταστάσεις να βρουν κάποια λύση, και περισσότερο τις κοινωνικές καταστάσεις και τις επιστήμες οι οποίες σχετίζονται με την δικαιοσύνη, αλλά στην καθημερινότητα, στην πολιτική και κοινωνική ζωή του υποκειμένου περιορίζει την εμβέλεια του πνεύματός του και την ικανότητα του να θέτει ερωτήματα και να κάνει υποθέσεις για καταστάσεις που ακόμα και αν φαίνονται ξεκάθαρες και αιτιολογικά δικαιολογημένες εντούτοις κρύβουν μέσα από την γραμμικότητα τους μια μονοδιάστατη κατάσταση τόσο του πνεύματος όσο και της ίδιας της ζωής. Αιτία-Αποτέλεσμα είναι λοιπόν το περιοριστικό δίπτυχο μιας ερμηνείας η οποία περιορίζει τον πλούσιο χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων. Η γραμμική αιτιότητα μπορεί να “βολέψει” το υποκείμενο. Προσφέρει μια ερμηνεία της κατάστασής του, αποδίδοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλον. Περιορίζοντας όμως την προσωπική του ευθύνη τον οδηγεί στο να αποδεχτεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, την ανεπάρκειά του, για την οποία μπορεί και να υπερηφανευτεί εφόσον θεωρεί ότι δεν είναι υπεύθυνος για τίποτα και ότι διαδραματίζεται στην ζωή του εξαρτάται από τους άλλους, (γονείς, καθηγητές, πολιτικοί) .

Η κυκλική αιτιότητα

Πρώτος ο ανθρωπολόγος Γκρέγκορι Μπέιτσον2 και το σχολείο του Πάολο Άλτο για την συστημική θεραπεία, έπαψε να ρωτάει “γιατί” κάποιο πρόσωπο κινείται περίεργα και μετέθεσε την ερώτηση “σε ποιες συνθήκες” αυτό κινείται, μέσα σε ποιο “σύστημα σχέσεων” και ποια η σημασία των ενεργειών του για το ίδιο το σύστημα. Πρώτος ο Γκρέγκορι Μπέιτσον έθεσε το θέμα της κυκλικής αιτιότητας στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει αυτό που παρατηρούσε στις οικογένειες σχιζοφρενών.
Στην κυκλική αιτιότητα το Α επιφέρει ένα αποτέλεσμα Β, το Β ένα αποτέλεσμα Γ, το Γ ένα Δ, το Δ ένα Α. Αυτή η κυκλικότητα του αίτιου και αποτελέσματος όπου το αποτέλεσμα γίνεται αίτιο και το αίτιο αποτέλεσμα, περιλαμβάνει την έννοια της κυκλικότητας των φαινομένων. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι το υποκείμενο σαν αποτέλεσμα μιας κατάστασης, μιας αιτίας, γίνεται και το ίδιο αίτιο για να δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση, ένα καινούργιο αποτέλεσμα. Δηλαδή αν πάρουμε ένα παράδειγμα. Ο Α έγινε χρήστης ναρκωτικών ουσιών, διότι ο πατέρας του ήταν βίαιος. Η χρήση όμως του Α μπορεί να γίνει το αίτιο για την οικονομική κατάρρευση του πατέρα. Η μητέρα συνεργάστηκε με τον χρήστη με αποτέλεσμα ο πατέρας να φύγει από αυτό. Η αδελφή διαφώνησε με την μητέρα και ακολούθησε τον πατέρα στο χωρισμό κ.ο.κ.ε.
Αυτή η προσέγγιση αποδίδει την αιτιότητα των καταστάσεων με μια κυκλική μορφή με τρόπο τέτοιο ώστε το κάθε υποκείμενο μέσα σε μια κατάσταση να αποτελεί ένα αίτιο της κατάστασης καθώς και ένα αποτέλεσμα. Σε αυτή την περίπτωση δεν ψάχνουμε για την απόδοση της ευθύνης όπως θα κάναμε στην γραμμική αιτιότητα. Η αναζήτηση μας έχει να κάνει με την μορφή λειτουργίας του συστήματος μέσα στο οποίο κάθε μέλος μιας οικογένειας αποτελεί την αιτία και συγχρόνως το αποτέλεσμα της κατάστασης της.
Κάθε μέλος συμμετέχει με τον τρόπο του σαν αιτία στην εξέλιξη και την ανάπτυξη της οικογένειας. Μπορεί ο βαθμός της ισχύος του να παρουσιάζεται διαφορετικός, αλλά η διαφορετικότητα αυτή θεωρώ ότι είναι παραπλανητική διότι στηρίζεται στην ιδέα του ρόλου του καθένα και όχι στην λειτουργικότητα του, μέσα στο οικογενειακό σύστημα. Εάν προσεγγίσουμε τον κάθε ρόλο μέσα από την λειτουργικότητα του, τότε θα διακρίνουμε την ισότητα και μάλιστα την ουσιαστική διαφορά της ισχύος του καθένα η οποία πηγάζει από τον τρόπο που λειτουργεί και όχι από τον ρόλο και την θέση που κατέχει. Έτσι στο προηγούμενο παράδειγμά μας, ο χρήστης οποίος παρουσιάζεται σαν ανίσχυρος μπροστά σε ένα ισχυρό πατέρα μέσα από την χρήση που σημαίνει τον τρόπο λειτουργία του, αποκτά μια ισχύ, η οποία οδηγεί τον πατέρα καθώς και την μητέρα - ο καθένας με το δικό του τρόπο - να υποταχθεί στις ανάγκες του. Άρα η αδυναμία του χρήστη, γίνεται δύναμη απέναντι στην δύναμη του πατέρα που μετατρέπεται σε αδυναμία.
Απέναντι λοιπόν στην γραμμική αιτιότητα των καταστάσεων, η συστημική θεραπεία έρχεται να προτείνει την κυκλική αιτιότητα διαφοροποιώντας το ερώτημα του “ποιος έκανε τι” στο “κάτω από ποιες συνθήκες έγινε κάτι”. Αυτό το “κάτι”, η κυκλική αιτιότητα το ψάχνει στο παρόν ενώ η γραμμική το αναζητά στο παρελθόν.
Με την κυκλική αιτιότητα των καταστάσεων, η αίτια ενός προβλήματος δεν αναζητείται διότι δεν θεωρείται ότι το “πρόβλημα” είναι αποτέλεσμα μιας αιτίας, αλλά σαν γεγονός το οποίο “γεννιέται” από μια πολυεστιακή κατάσταση. Στα πλαίσια της οικογένειας το “πρόβλημα” θεωρείται σαν αποτέλεσμα της δράσης διαφόρων μελών της οικογένειας που το “κατασκευάζουν” και δεν “κατασκευάζεται” μόνο από έναν.
Δηλαδή από ένα επίπεδο και μετά το κάθε μέλος της οικογένειας όπως είπαμε, αποτελεί αιτία και αποτέλεσμα της κατάστασης που διαμορφώνεται μέσα σε αυτή, σαν,
α) διαμορφωτής και χρήση της αυτής της διαμόρφωσης,
β) διαχειριστής και χρήστης της διαχείρισης,
γ) παραγωγός και αποδέχτης της παραγωγής
δ) συνκατακευαστής και χρήστης της κατασκευής.

Για αυτό το λόγο, στο ερώτημα “ποιος φταίει”; η απάντηση ποτέ δεν μπορεί να είναι ξεκάθαρη στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής. Ποτέ δεν μπορούμε να ορίσουμε με επιτυχία και ακριβώς πότε ξεκίνησε κάτι και ποιος ευθύνεται ολοκληρωτικά γι αυτό. Πάντα, αυτή η τάση θα εμπεριέχει ένα μεγάλο ποσοστό λάθους. Πάντα θα αποτελεί μια προσπάθεια εντοπισμού της αιτίας, αλλά θα κινδυνεύει να μετατραπεί πολύ εύκολα σε μια προσπάθεια στιγματισμού και αποπομπής ενός προσώπου, μιας ομάδας, μιας κατάστασης σαν υπεύθυνου των γεγονότων, παραβλέποντας την συμμετοχή περισσότερων παραγόντων, όπως ιδεών, εικονικών προδιαγραφών, φανταστικών υποθέσεων, ανυποψίαστων προσώπων, πραγματικών γεγονότων ...


Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Dorothy TANNING

1http://kerentzis.blogspot.gr/2017/03/blog-post.html
2Γκρέγκορι Μπέιτσον (1904-1980) Άγγλος Ανθρωπολόγος, εθνολόγος, σημειολόγος, γενετιστής, κηβερντιστής...

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Στη Γυναίκα...



Εικόνες θελκτικές, της έκστασης και της αγωνίας σέρνονται μέσα μας στάζοντας μέλι στις συνάψεις των ημισφαιρίων. Κατασκευάζουν την φαντασία, δημιουργούν τους φθόγγους, τις φωνές, τις κραυγές. Φτιάχνουν τη γλώσσα!! Η γυναίκα οργανώνει το χώρο και το χρόνο της σκέψης αποδίδοντας με τη παρουσία της, το νόημα σε κάθε περίοδο της ζωής μας.

Η Γυναίκα γλιστρά στα δάκτυλα μας το νερό της ζωής. Είναι λίμνη που βυθιζόμαστε μέσα της με διάφορους τρόπους, από διάφορες εποχές, με διάφορες εικόνες εαυτού. Κομμάτια από την σάρκας της που επιπλέουν, γίνονται σωσίβια πρόωρων ανησυχιών, ταραγμένων σκέψεων, προσδοκιών, ερωτικών διαδικασιών, ενεργειών που δεν τελειώνουν την κατασκευή μας, την ανάδυση μας, την ύπαρξή μας δίπλα της.

Από τότε που το σώμα της, φιλοξένησε τα βηματάκια της παιδικότητας μας, αναρριχόμαστε στις λείες επιφάνειες του. Νιώθουμε την γεύση του με διάφορους τρόπους, για διάφορους λόγους. Μας μεταφέρει κρεμασμένους από το στήθος της μέχρι τα γηρατειά. Έτσι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, είναι ανεξέλεγκτο κομμάτι του κορμιού της. Αλλάζει τις διαστάσεις του δικού μας κορμιού. Αλλάζει τις μορφές μας, σύμφωνα με την αλλαγή της... δική της μορφής.

Η ανθισμένη της ανάσα φυσάει τον έρωτα, που δίνει πνοή σε ότι μας περιτριγυρίζει και κάνει το χαμένο μας κορμί να μεστώνει, να μεγαλώνει, να ανθίζει, να βγάζει καρπούς. Η μεταξένια της ανάσα απλώνει το κήπο της επαγγελίας πάνω στην γη. Κουβαλά τον παράδεισο μ' ένα χαμόγελο, μ' ένα βλέμμα, μ' ένα νεύμα, γι αυτό και οι θρησκείες την μίσησαν, και αν μπορούσαν θα την είχαν εξαφανίσει. Κουβαλά το νόημα των φυσικών φαινομένων, των κοσμικών καταστάσεων γι αυτό και οι φιλόσοφοι την περιφρόνησαν, την κατηγόρησαν και την υποβίβασαν σε οικοσκευή.

Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να φύγουμε μακριά της. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να την αρνηθούμε. Είμαστε αιχμάλωτοι καθώς την κουβαλάμε αιχμάλωτη μέσα μας! Την βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Χανόμαστε στα διαφορετικά πρόσωπα της, στα διαφορετικά βλέμματα της, στις διαφορετικές καμπύλες του σώματός της.

Η Γυναίκα, μας περιείχε καθώς την περιέχουμε. Μας πυροδοτεί, μας αναστατώνει, μας θυμίζει ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Η απουσία της φέρνει την ερήμωση, της σκέψης, της γλώσσας, της σάρκας... της αίσθησης,
Η απουσία της κουβαλά τον θάνατο.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Louis TRESERRAS

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ




Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η γη να μη γυρίζει πια
Και τα πουλιά να σταματάνε το τραγούδι
Ο ήλιος τη λάμψη του ν’ αρνιέται
Και να παγώνει το τοπίο.
 
Η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.
 
Οι γέροι με τα πρόσωπα τα καπνισμένα
Στέκονται εκεί κρατώντας ζυγαριές παλιές
Όταν η γη πια δε γυρίζει
Όταν το χόρτο δε βλασταίνει πια
Είναι γιατί φτερνίστηκε ένας γέρος
Κι από των γέρων ό,τι βγει το στόμα
Μύγα φριχτή
Γέρικη νεκροφόρα.
 
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Πόσο πνιγόμαστε μες στην ομίχλη
Μέσα στων γέρικων γερόντων την ομίχλη.
 
Κι όταν στην παιδική ηλικία ξαναγυρίσουν
Στην παιδική ηλικία ξανακουμπάνε
Βοηθό δεν έχει η παιδική ηλικία
Πάντοτε αυτή το τέλος τους σημαίνει.
 
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η παιδική μας ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.

Ζακ Πρεβέρ
Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος (Jacques Prévert) 

Φωτογραφία: Robert Doisneau

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου



Το θέμα του ατυχήματος με την Πόρσε στην εθνική Αθηνών - Λαμίας και την απώλεια τεσσάρων ζωών μας παρέχει την δυνατότητα να αντιληφθούμε καλύτερα την επικρατούσα κοινωνική κατάσταση σε οικογενειακό αλλά και κοινωνικό επίπεδο. Μέσα από τα σχόλια των πολιτών της μικρής μας χώρας αντιλαμβανόμαστε την σημασία που ο καθένας αποδίδει στα χαρακτηριστικά του ατυχήματος, τα οποία είναι τα πρόσωπα και η συμπεριφορά τους, το μέσον (Πόρσε), το αποτέλεσμα ( θάνατος). Εκτός αυτών τα οποία αποτελούν τις άμεσες συνθήκες του ατυχήματος, υπάρχουν και άλλες τις οποίες θα μπορούσαμε να τις ορίσουμε σαν έμμεσες όπως αυτή κυρίως της οικογένειας των επιβαινόντων. Το στοιχείο το οποίο συνδέει τα κομμάτια του ατυχούς γεγονότος είναι, η έλλειψη ορίων σε πολλαπλά επίπεδα.

1. Σαν πρώτη άμεση συνθήκη του ατυχήματος θα θεωρούσα την ύπαρξη της Πόρσε ένα αμάξι το οποίο έχει σχεδιαστεί για να “σπάει” τα όρια. Αμάξι που δεν εμπεριέχει την σύνεση αλλά την πρόκληση, την επιθετικότητα, την βία θα έλεγα, άλλωστε για αυτό έχει σχεδιαστεί. Απευθύνεται σε αυτούς που βρίσκονται “εκτός” κοινωνικών ορίων. Σε αυτούς που έχουν ξεπεράσει την καθημερινότητα του πολίτη και βιώνουν την ύπαρξή τους πέρα από τους περιορισμούς που θέτει μια τέτοια καθημερινότητα. Απευθύνεται στους σύγχρονους ημίθεους, θα έλεγα, που δεν τους αφορούν, ούτε οι νόμοι, ούτε τα σταθμά την κοινωνίας. Η οικονομική τους επιφάνεια τους έχει οδηγήσει μακριά από τα όρια που επιβάλλονται στον απλό πολίτη της μικρής μας χώρας.

Όμως τι σημαίνει σε συμβολικό επίπεδο μια Πόρσε; Εκτός αυτών που αναφέραμε παραπάνω, μια Πόρσε από μόνη της είναι μια κοινωνική πρόκληση. Τονίζει την κοινωνική διαφορά. Αποτελεί το φετίχ των “πλουσίων”. Η παρουσία της διατυμπανίζει την κοινωνική τάξη του χρήστη. Επίσης η Πόρσε σαν αντικείμενο δεν έρχεται να επιλύσει μια βασική ανάγκη του χρήστη, που σημαίνει “αξία χρήσης”, αλλά την ανάγκη που έχει σχέση με την αξία αναπαράστασης, όπως λέει ο Ραούλ Βενέγκεμ1. Η αξία αναπαράστασης είναι αυτή, σύμφωνα με την οποία, η χρήση του αντικείμενου δεν γίνεται για πρακτικούς, αλλά περισσότερο για ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους. Ένας βασικός ψυχολογικός λόγος είναι αυτός της κοινωνικής προβολής.

Η έννοια της κοινωνικής προβολής αποτελεί την κινητήρια δύναμη της συμπεριφοράς των ανθρώπων και κατέχει μια σημαντική θέση-λειτουργία για το κάθε υποκείμενο. Εκφράζει τη σχέση του με την κοινωνική ομάδα που ανήκει καθώς και την σχέση με τον εαυτό του. Η κοινωνική αναγνώριση, το βοηθάει στην συγκρότηση της ταυτότητας του. Όπως κάθε τι σε αυτή την ζωή έτσι και η κοινωνική αναγνώριση υπόκειται σε κανόνες. Δηλαδή η ανάγκη της θεωρείται “φυσιολογική” ανάλογα το μέτρο έκφρασης της. Έτσι η δυνατότητα να έχουν πρόσβαση δύο 23χρονοι σε ένα αμάξι τέτοιου κυβισμού δεν συνοδευόταν από την ικανότητα που χρειάζεται για χρησιμοποιηθεί με σύνεση. Δηλαδή ξεπέρασαν το όριο στην προσπάθεια να “επιδείξουν” την ανωτερότητα και την διαφορά από τους απλούς οδηγούς μελαγχολικών αυτοκινήτων στην εθνική οδό.

2. Σαν δεύτερη άμεση συνθήκη του ατυχήματος θα θεωρούσα τον οδηγό και το συνεπιβάτης του. Δύο νέοι στην ηλικία των 23 ετών, σε μια ηλικία της οποίας η ικανότητα διαπραγμάτευσης με την πραγματικότητα δεν ήταν ανεπτυγμένη, όχι μόνο για το ότι ήταν νέοι, άρα περιορισμένης εμπειρίας , αλλά και η διαπαιδαγώγησή τους είχε στηριχτεί πάνω σε αυτή την διαφορετικότητα που προσφέρει η οικονομική άνεση και η αίσθηση ανωτερότητας από τους άλλους. Και σε αυτό το σημείο εισέρχεται ο έμμεσος παράγοντας, η έμμεση συνθήκη η οποία δεν είναι παρά η οικογένεια. Δηλαδή η σύνεση που έλλειπε στους νέους δεν την επέδειξαν ούτε και οι γονείς τους, ώστε να τους αποτρέψουν και να μπορέσουν να τους προστατεύσουν από το θάνατο, αλλά να προστατευτούν και αυτοί από την οδύνη.

3. Σαν τρίτη συνθήκη του ατυχήματος, λοιπόν, αλλά αυτή την φορά έμμεση, θεωρώ τις οικογένειες των δύο νέων. Η μία οικογένεια εμπιστεύεται μια Πόρσε στα χέρια του παιδιού τους και η άλλη, αυτή του συνοδηγού “επιτρέπει” στο παιδί τους να ακολουθήσει, το φίλο του στο ταξίδι μέσα σε αυτό το αμάξι.

Η έλλειψη ορίου και εδώ διαφεντεύει. Πρωταρχικά έχει να κάνει με τον γονέα, τον πατέρα, ο οποίος εμπιστεύτηκε αυτό το αμάξι του στο παιδί του θεωρώντας ότι ήταν αναγκαίο να το πάρει για τις διακοπές του. Άρα η αίσθηση “κατανόησης” του γονέα για την “ανάγκη” κοινωνικής προβολής του παιδιού του φανερώνει την δική του ανάγκη. Είδε την οικογένειά του να χάνεται από την μεγάλη του "αγάπη". γράφει σε ένα άρθρο για τον πατέρα. Η αγάπη του αυτή για την Πόρσε και την ταχύτητα δεν ήταν παρά η αδυναμία του, δηλαδή έλλειψη ορίου για τον ίδιο, η οποία δεν τον βοήθησε να βάλει όριο στο γιο του, αρνούμενος να του το παραχωρήσει. Αντίθετα μύησε το παιδί του στην δική του αδυναμία.

Δεύτερον έλλειψη ορίου στην εμπιστοσύνη προς τον 23χρονο ότι θα κάνει σωστή χρήση του αντικειμένου που του προσφέρθηκε. Πράγμα που υποθέτω ότι η οικογένεια και περισσότερο ο πατέρας, θεωρούσε το παιδί του ικανό, δυναμικό και έμπειρο περισσότερο από όσο έπρεπε. Με λίγα λόγια υπερεκτιμούσε τις ικανότητες του, πράγμα που φανερώνει μια υπερτίμηση και των δικών του ικανοτήτων. Ένας γιος έξυπνου μεγαλοεπιχειρηματία δεν μπορεί παρά να είναι έξυπνος και αυτός.

Έλλειψη ορίου επίσης για την χαροκαμένη μάνα η οποία δέχτηκε και αυτή την προσφορά χωρίς να προβάλλει αντιρρήσεις. Πράγμα που υποθέτω ότι δεν μπορούσε, δεν επιτρεπόταν να αρθρώσει την αντίρρησή της, η οποία θα μπορούσε να αποτρέψει το γεγονός. Βασικά όποιον και να υπολογίσουμε σαν ενεργό παράγοντα του παραπάνω γεγονότος όλοι και όλα είναι εκτός ορίων.

Συμπεράσματα

α) Η επιθυμία της κοινωνικής προβολής δεν ήταν μόνο ένα χαρακτηριστικό της ηλικίας των επιβαινόντων στην “μοιραία” Πόρσε, αλλά και των οικογενειών τους. Θα τολμούσα να πω ότι ήταν περισσότερο ένα χαρακτηριστικό των οικογενειών που αναπαράχθηκε και αναπαράγεται μέσα από τα παιδιά τους. Άρα η οικογένεια σαν έμμεση συνθήκη των γεγονότων αποδεικνύεται ότι ήταν η πιο άμεση για την έκβασή τους. Με αυτό θέλω να πω ότι η παρουσία ενός αντικειμένου “εκτός ορίου” όπως η Πόρσε φανέρωνε την τάση της οικογένειας να αυτοκαθορίζεται εκτός του συνηθισμένου, πράγμα που επιθυμούσε και μεταλαμπάδευσε αυτή την αίσθηση και στο παιδί της.

β) Έτσι ανάγκη ξεπεράσματος του ορίου δεν αποτελούσε στοιχείο μόνο των νέων που οδηγούσαν την Πόρσε, αλλά και της οικογένειας που τους την είχε εμπιστευτεί. Αποτελούσε ένα στοιχείο διαπαιδαγώγησης, όπου ο διαχωρισμός, η ανωτερότητα, της υπεροχής που προσφέρει η οικονομική επιφάνεια δεν έχουν όριο. Σε αυτή την περίπτωση οποιαδήποτε χρήση μετατρέπεται σε κατάχρηση και τα αποτελέσματα της δεν λειτουργούν θετικά για το υποκείμενο αλλά αρνητικά.

γ) Από την στιγμή λοιπόν που σε ένα νέο 23 ετών, δίδεται η ευκαιρία να “ξεφύγει” όποτε θέλει. Να βγει εκτός ορίων, τόσο σε σχέση με την ταχύτητα, αλλά και την αίσθηση της “Μεγαλειότητας” και της περίοπτης κοινωνικής και οδικής ανωτερότητας την οποία περικλείει η Πόρσε σαν αντικείμενο κοινωνικής προβολής, δυστυχώς οι παραπάνω συνθήκες κατασκευάζουν το επικίνδυνο γεγονός με μια ευκολία που τρομάζει.

δ) Ο Θάνατος στην περίπτωσή του γεγονότος αυτού, θα τολμούσα πάλι να πω, ότι είναι μια οικογενειακή κατασκευή η οποία μπορεί να πήρε χρόνο, αλλά δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του, όχι μόνο για τους θύτες που στην ουσία ήταν θύματα, αλλά και για άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν στο διάβα του.

Κερεντζής Λάμπρος

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Τι πρέπει να κάνω για το πρόβλημα του “άλλου”;



Αυτό είναι ένα ερώτημα που διατύπωσε μια πελάτης μου η οποία παραπονιόταν ότι, πάντα ήταν παρούσα στην ανάγκη του “άλλου”, με ένα τρόπο ψυχαναγκαστικό που δεν είχε τέλος και την τυραννούσε.

Ο λόγος της με έκανε να σκεφτώ ότι, πολλές φορές δεν μας φτάνουν τα δικά μας προβλήματα αλλά επωμιζόμαστε και τα προβλήματα του “άλλου”. Του “άλλου” που μπορεί να είναι συγγενής, φίλος, απλός γνωστός, ακόμα και άγνωστος!

Πολλές φορές το πρόβλημα του “άλλου” μας κατοικεί, μας συνεπαίρνει, μας ρουφάει μέσα του, γίνεται κομμάτι της ζωής μας και δεν μας αφήνει να ηρεμήσουμε, να χαρούμε, να σκεφτούμε το δικό μας πρόβλημα.

Νιώθουμε άσχημα να αρνηθούμε την βοήθεια, να πούμε ότι δεν μπορούμε, ότι δεν έχουμε χρόνο και θέληση. Μια τέτοια στάση μας γεμίζει με ενοχές και νιώθουμε ντροπή. Ντροπή ακόμα και αν ο “άλλος” δεν μας έχει βοηθήσει στις δύσκολες στιγμές. Ακόμα και τότε, εμείς, προσπαθούμε χωρίς να καταλάβουμε... τι είναι αυτό που μας επιβάλλει αυτή την αυταπάρνηση για αυτόν.

Σε αυτή την περίπτωση, σκέπτομαι ότι υπάρχουν δυο διαφορετικές καταστάσεις στην σχέση μας με τον “άλλον”:
Πρώτον,
Με τον απλό συλλογισμό ότι, κάνουμε στους άλλους αυτό που θέλουμε να κάνουνε οι άλλοι για εμάς, είμαστε εύκαιροι, πάντα ανοιχτοί προς αυτόν, περιμένοντας την αναγνώριση και την ίση μεταχείριση!
Δεύτερον,
Αυτή η ενασχόληση με το πρόβλημα του άλλου, μας βοηθάει να μην αναγνωρίσουμε και να μην ασχοληθούμε με το δικός μας πρόβλημα!

Και στις δύο περιπτώσεις από την μια ο "άλλος" έρχεται να μας βοηθήσει να εκφράσουμε τις ανάγκες μας, και από την άλλη να αποφύγουμε τις ελλείψεις μας.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Pablo Solari

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

«Εσείς γιατί δεν κάνατε παιδιά;»





Διαβάζοντας το άρθρο της συναδέλφου Έρας Μουλάκη, “Χωρίς Παιδιά: δεν έτυχε, δεν ήθελα, δεν μπορούσα”1 ένιωσα τους ανθρώπους που δεν έχουν παιδιά να αισθάνονται “άβολα” μέσα στην κοινωνία. Σαν να προβάλετε επάνω τους ένα είδος ανικανότητας, ανεπάρκειας, υποτίμησης και απώλειας μιας ολοκλήρωσης την οποία επιφέρει η παρουσία παιδιού.

Χρησιμοποίησα την φράση «Εσείς γιατί δεν κάνατε παιδιά;», μέσα από το κείμενό της, σαν τίτλο, στο δικό μου άρθρο, διότι θεωρώ ότι εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που φανερώνουν από την μια την ενοχοποίηση και από την άλλη την μη εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, που πρέπει να αισθάνεται κάποιος που δεν έχει αποκτήσει παιδιά.

Με γνώμονα αυτό που επίσης αναφέρει η συνάδελφος ότι “Η κοινωνία συνεχίζει να προβάλλει την ανάγκη να κάνουμε οικογένεια και παιδιά σαν μονόδρομο, κάτι που στερεί την “συνειδητή επιλογή”, μας οδηγεί στο να σκεφτούμε ότι η οικογένεια προβάλλεται σαν την μόνη πιθανή ανάπτυξη του ατόμου και η πορεία εκτός αυτής, να θεωρείται μη φυσιολογική.

Η συνειδητή ή μη επιλογή στην ουσία, θεωρώ, ότι δεν έχει να κάνει μόνο με το παιδί, αλλά και με την οικογένεια και τον τρόπο που αυτή επιβάλλεται σαν το μόνο πλαίσιο πραγμάτωσης του ανθρώπου. Οι αποφάσεις σε αυτό τον τομέα, έχουν να κάνουν με το δεσποτικό τρόπο που εκείνη ορίζει και αξιολογεί την κοινωνική πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο η φυσιολογικότητα, ή μη μιας κοινωνικής κατάστασης ορίζεται, από το αν το υποκείμενο είναι παντρεμένο και από το αν έχει παιδιά ή όχι. Έτσι “οι” χωρίς οικογένεια, ή χωρίς παιδί, άνθρωποι να μην αποτελούν μια φυσιολογική κάστα και να θεωρούνται προβληματικοί, περίεργοι και το σπουδαιότερο εγωιστές, οι οποίοι θέλουν να κοιτάξουν τον εαυτό τους και κανέναν άλλον, πράγμα που φυσικά δεν αληθεύει.

Στο κείμενο της κυρίας Μουλάκη βλέπουμε πολύ σωστά να προβάλλεται η γυναίκα σαν το βασικό αποδέκτη της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Βλέπουμε ότι η γυναίκα στην περίπτωση οργανικών ή άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει το ζευγάρι, σηκώνει το βάρος. Παλαιότερα αλλά και ακόμα σήμερα η κοινωνία απαιτούσε και απαιτεί από αυτή να καλύψει τον άνδρα, αν εκείνος παρουσιάζει οργανικό ή άλλο πρόβλημα. Δηλαδή να δεχτεί σε πολλές περιπτώσεις να σηκώσει το “Βάρος” της απουσίας του παιδιού σαν δική της ανικανότητα και όχι ανικανότητα του συζύγου. Η απουσία παιδιού είναι ένα βάρος για την γυναίκα, ασχέτως ουσιαστικής αιτιότητας, το οποίο διαπερνά της ζωή της μέσα από τα βλέμματα, τα μισόλογα, τις ευχές και τις κρυφές, ή φανερές συζητήσεις της ευρύτερης οικογένειας, αλλά και των φίλων. Θέτουν αυτή την απουσία σαν πρόβλημα σημαντικό και αξεπέραστο για την ύπαρξη του ζευγαριού και της ίδιας.

Από την μικρή έρευνα που έκανα για αυτό το άρθρο, παρατήρησα ότι, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη η γυναίκα ενοχοποιείται για την απουσία παιδιού. Αυτή θεωρείται σαν μη “φυσιολογική”, σαν προβληματική. Βέβαια η απόδοση ευθύνης στην γυναίκα γι' αυτό το γεγονός αλλά και για άλλα είναι βαθιά χαραγμένη στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Η θέση της γυναίκας από την εμφάνιση του ανθρώπου γένους, θεωρήθηκε η αιτία πολλών δινών της ανθρωπότητας... Οι θρησκείες φρόντισαν και φροντίζουν γι αυτό.

Ξέχωρα όμως από την ενοχοποίηση της γυναίκας, υπάρχει και ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο που εκφράζει την κοινωνική εικόνα όχι μόνο αυτής, αλλά και του άνδρα που δεν έκανε παιδιά. Η λέξη άτεκνος/η, μας φέρνει στο μυαλό την εικόνα κάποιου ή κάποιας που δεν “κατάφερε” να τεκνοποιήσει. Αυτή η εικόνα ταυτίζεται με αυτή του άκληρου/ης που σημαίνει ότι δεν έχει περιουσία, εφόσον τα παιδιά θεωρούνται περιουσία για τον γονέα. Χωρίς περιουσία σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα “φτωχό/η”. Σαν φτωχός/ιά μας παραπέμπει στην λέξη κακομοίρης/α. Με την λέξη “κακομοίρης/α”,ολοκληρώνεται η κατάσταση του άτεκνου/ης, παρομοιάζοντας τον με αυτόν ο οποίος έχει ατυχήσει στην ζωή του, έχει δυστυχήσει και προκαλεί τον οίκτο, ή την συμπάθεια των άλλων.

Μέσω των παραπάνω κοινωνικών αναπαραστάσεων η κοινωνία πριν σκεφτεί αν το υποκείμενο έχει, ή όχι την επιθυμία να τεκνοποιήσει, βιάζεται να τον κατατάξει στην κατηγορία του άκαρπου του στείρου του άσφαιρου, του αποτυχημένου, του αναποτελεσματικού, αυτού ή αυτής που δεν έχει πραγματωθεί! Δεν αναγνωρίζει καν το γεγονός ότι κάποιος, ή κάποια δεν θέλει να κάνει παιδιά. Ότι μπορεί να αποφασίσει και να καθορίζει την προσωπική και κοινωνική του ανάπτυξη μακριά από το ρόλο του γονέα, κρατώντας για εκείνον και τον σύντροφό του, όλη την προσοχή και το ενδιαφέρον. Κάτι τέτοιο, στη μικρή μας χώρα και όχι μόνο, θεωρείται εγωιστικό, δεν φαίνεται αποδεκτό και μπορεί να γίνει απειλητικό. Πάντα σε μια τέτοια περίπτωση θα ψάξουμε να βρούμε κάποιο πρόβλημα και θα ερμηνεύσουμε την κατάσταση περισσότερο σαν μια ανεπάρκεια, παρά σαν μια συνειδητή απόφαση.

Επίσης οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των ζευγαριών χωρίς παιδιά εκφράζουν την σημαντικότητα η οποία αποδίδεται στην ύπαρξη τους. Η παρουσία, ή μη του παιδιού ξεπερνά και υποβιβάζει πολλές φορές την σημασία της ύπαρξης του ζευγαριού, καθώς και την αξία των μελών του. Η κοινωνία μας δείχνει ότι δεν καταλαβαίνει δυο ανθρώπους να είναι παντρεμένοι και να μην έχουν τεκνοποιήσει. Λες και η τεκνοποίηση είναι η αιτία ύπαρξης του ζευγαριού. Θεωρούν το ζευγάρι σαν παιδοποιητική μηχανή και όχι σαν μια ένωση ανθρώπων όπου η τεκνοποίηση είναι μια από τις δυνατότητες του, αλλά όχι η μόνη. Λες και η ύπαρξη του παιδιού θα δώσει νόημα στην ύπαρξή του, πράγμα που αληθεύει, αλλά δεν σημαίνει ότι άλλα νοήματα εξίσου σημαντικά μπορούν να απελευθερωθούν μέσα στο ζευγάρι χωρίς παιδιά. Η ύπαρξη του παιδιού δεν αποτελεί την πανάκεια της κοινωνικής ευτυχίας. Αντίθετα μπορεί να πυροδοτήσει καταστάσεις που το απομακρύνουν από αυτή.

Ξέχωρα από τα προβλήματα υγείας τα οποία μπορούν να εμποδίσουν τους ανθρώπους, υπάρχουν και άλλες καταστάσεις οι οποίες διαμορφώνουν την απόφαση ή μη για τεκνοποίηση. Καταστάσεις οι οποίες έχουν σχέση τόσο με τα υποκείμενα όσο και με την μορφή των σχέσεων που δημιουργούν. Επίσης έχουν σχέση τόσο με το παρελθόν τους, όσο και με το μέλλον τους. Στην απόφαση της μη τεκνοποίησης ενώ φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια ατομική “αντικοινωνική” στάση, η οποία χρωματίζεται με διαφορετικά κοσμητικά επίθετα, όπως αναφέραμε πάρα πάνω, στην ουσία δεν είναι παρά μια κοινωνική απόφαση. Μια απόφαση, η οποία έχει παρθεί κάτω από ορισμένες κοινωνικές συνθήκες. Αποτελεί προϊόν της κοινωνίας.

Εξετάζοντας τις ερμηνείες των υποκειμένων που αρνούνται την τεκνοποίηση διακρίναμε βασικούς κοινωνικούς παράγοντες. Παράγοντες που εξαρτιόνται τόσο από το θέμα της προσωπικής ελευθερίας, όσο και από το φόβο της κοινωνικής δυστυχίας, που ενεδρεύει τον μελλοντικό πολίτη των ανώνυμων πολιτειών. Η απόφαση της μη τεκνοποίησης έρχεται να δώσει μια απάντηση σε προβληματισμούς που είναι περισσότερο κοινωνικοί, παρά ατομικοί. Σε προβληματισμούς οι οποίοι αντλούν την παρουσία τους από την καθημερινότητα και αποτελούν κατασκευές των κοινωνικών καταστάσεων οι οποίες τις προσδιορίζουν. Η προσπάθεια να προσεγγίσουμε αυτό το γεγονός μέσα από την μη φυσιολογικότητα και η αναζήτηση μιας νοσηρότητας στο υποκείμενο που δεν θέλει να κάνει παιδιά είναι, από την μια σαν, να αρνιόμαστε το δικαίωμα στο καθένα να ορίσει την προσωπική του κατάσταση σαν συνειδητή απόφαση, και από την άλλη να κλείνουμε τα μάτια σε μια κοινωνική πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο οδυνηρή, τόσο για τα παιδιά, όσο και για τους γονείς τους.

Από έρευνες που έχουν γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο η οικονομική κρίση σαν κοινωνικός παράγοντας έρχεται να καθορίσει την τεκνοποίηση. Παρατηρείται σε όλες τις χώρες τις Ευρώπης και περισσότερο σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, και η Ισπανία μείωση των γεννήσεων. Το γεγονός αυτό, εκτός του ότι είναι αρκετά ανησυχητικό, μας δείχνει επίσης πόσο η παρουσία, ή όχι του παιδιού δεν είναι μόνο μια ατομική απόφαση, αλλά μια απόφαση που ορίζεται και από κοινωνικούς παράγοντες οι οποίοι μπορεί να μην είναι μόνο οικονομικοί.

Για αυτό τον λόγο πρέπει, κατά την γνώμη μου, να προσεγγίσουμε την “ατομική” απόφαση του υποκειμένου σαν στοιχείο που απορρέει από την κοινωνική του κατάσταση. Σαν κατάσταση η οποία έχει να κάνει με το ζευγάρι, την οικογένεια, την εργασία, την κοινωνία. Δηλαδή χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι οι άνθρωποι που αποφάσισαν να μην τεκνοποιήσουν απάντησαν σε κοινωνικές συνθήκες οι οποίες τους οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Έτσι είτε λόγω βιωμάτων, είτε ιδεολογικών και ψυχολογικών καταστάσεων, ή μη τεκνοποίηση αποτελεί ένα γεγονός μέσα στην γενική ατμόσφαιρα της οικογενειοκρατίας, που αξίζει να ερευνήσουμε σε βάθος όχι μόνο σαν μια άρνηση, αλλά σαν μια κατάφαση της ζωής. Με αυτό δεν υποστηρίζουμε ότι το υποκείμενο δεν είναι υπεύθυνο για την απόφασή του, αλλά το αντίθετο, παρ' όλη την αντίθεση που δημιουργεί αυτή η απόφαση σε κοινωνικό επίπεδο, αυτό ( το υποκείμενο) είναι ικανό να αναλάβει την ευθύνη της, απέναντι στον εαυτό του και την κοινωνία.

Η άρνηση τεκνοποίησης, σημαίνει πολλές φορές την ανάγκη του υποκειμένου να ορίσει την ζωή του και το χρόνο του εστιάζοντας στοn ίδιο και στο σύντροφό του, αν βρίσκεται σε ζευγάρι. Σημαίνει τον έλεγχο και τον προσδιορισμό των καταστάσεων που του ανήκουν, μακριά από παράγοντες όπως τα παιδιά τα οποία επιζητούν την ολοκληρωτική προσοχή και καταλαμβάνουν το ζωτικό χώρο του άλλου, χωρίς περιορισμούς. Η απόφαση αυτή μπορεί να οριστεί σαν άρνηση της ζωής, μόνο αν την προσεγγίσουμε από την πλευρά της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Αν την προσεγγίσουμε όμως από την ανάγκη της πλέριας βίωσης της, από την χαρά της ατομικότητας και την ελευθερία που θεωρεί αναγκαία το υποκείμενο για είναι ευτυχισμένο, δεν μπορεί να οριστεί σαν άρνηση, αλλά μόνο σαν πραγμάτωσή της.

Επίσης θέλουμε να σημειώσουμε ότι, η ικανότητα του υποκειμένου να ορίζει και να καθορίζει την προσωπική του ανάπτυξη, όποια είναι αυτή, αποτελεί εκδήλωση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Μια κοινωνίας η οποία δεν απειλείται από αυτή την ικανότητα, αλλά παρέχει την δυνατότητα έκφρασής της. Δηλαδή μιας κοινωνίας η οποία η ίδια προσφέρει το χώρο και το χρόνο στον υποκείμενο για την αυτονόμηση και αυτοπροσδιορισμό του.

Σημειώσεις:

1. Το άρθρο της Έρας Μουλάκη “Χωρίς Παιδιά: δεν έτυχε, δεν ήθελα, δεν μπορούσα” θα το βρείτε στην διεύθυνση:
http://www.eramoulaki.gr/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%AD%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B5-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%B1/

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας:virginie trabaud