Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Κάμερες επιτήρησης στα σχολεία!!


Η θλίψη κυριαρχεί. Η αίσθηση ότι η μικρή κοινωνία του σχολείου μπορεί να μετατραπεί σε χώρο επιτήρησης ορίζοντας τα παιδιά σαν εν δυνάμει κακοποιά στοιχεία παίρνει την θέση της στην πραγματικότητα της Ελληνικής επικράτειας, με μια ελαφρότητα που σκανδαλίζει. Αυτή η αφοπλιστική άγνοια σε σχέση με την εκπαίδευση και την ψυχολογία, καταντά στην χώρα μας ένα εγκληματικό στοιχείο, στο βαθμό που δεν υπολογίζονται βασικοί κανόνες παιδαγωγικών και ψυχολογικών διαδικασιών στην σχέση τόσο του παιδιού με τον εαυτό του, όσο και με τούς άλλους. Συστήματα επιτήρησης εγκαθίστανται με σαθρά προσχήματα τα οποία θα ταίριαζαν σε χώρους κράτησης, έτσι ώστε η παρουσία της κάμερας ασφαλείας, όπως λένε, θα μετατρέψει το προαύλιο του σχολείου σε προαύλιο φυλακής.
Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η έννοια της “μάθησης” δεν περιορίζεται μέσα στους τοίχους της τάξης, αλλά το σχολείο σαν ολότητα αποτελεί πεδίο μαθησιακής διαδικασίας και χώρος κοινωνικοποίησης για το κάθε παιδί, αλλά και ενήλικο που βρίσκεται μέσα του. Δεν γνωρίζουν επίσης ότι ο χώρος του προαυλίου του σχολείου καθώς και ο χρόνος που τα “παιδιά” περνάνε μέσα σε αυτό είναι ένας παιδαγωγικός χώρος. Ένα χώρος και χρόνος ο οποίος δεν στερείται σημαντικότητας από αυτόν της σχολικής τάξης.
Αν πιστεύουμε ότι το διάλειμμα είναι ένας χρόνος απλής “ξεκούρασης” από το μάθημα στην τάξη, κάνουμε ένα τεράστιο λάθος διότι το διάλειμμα είναι ένας χώρος/χρόνος κοινωνικής ζωής. Είναι χώρος/χρόνος μάθησης μέσα από την αλληλεπίδραση με τα άλλα “παιδιά”, άρα ισάξιος της σχολικής τάξης. Εάν τώρα αναγνωρίσουμε την σημασία του χώρου του προαυλίου του σχολείου σαν κοινωνικοποιητικό παράγοντα, τότε ερχόμαστε να προσεγγίσουμε την “ψυχολογία” που “κατασκευάζεται” μέσα σε αυτόν για το κάθε “παιδί” και την σημασία που έχει για την ανάπτυξη του. Η αλληλεπίδραση με τα άλλα παιδιά δημιουργεί την αίσθηση της παρουσίας του μέσα από την σχέση με τον “άλλον”. Στο χώρο του προαυλίου αυτή η διαδικασία είναι πιο σημαντική, διότι εκεί καλείται το “παιδί” να έρθει σε επαφή χωρίς την παρουσία του δασκάλου, η οποία πολλές φορές παίζει ένα προστατευτικό ή και αποτρεπτικό ρόλο.
Το κάθε “παιδί”, έφηβος, ή έφηβη βρίσκεται μόνο του σε αυτό το χώρο και χρόνο για να δημιουργήσει τον εαυτό του μέσα από την ελεύθερη αλληλεπίδραση με τον άλλο “παιδί”. Το διάλειμμα λοιπόν είναι ένας χώρος/χρόνος καθόλου εύκολος. Διότι το “παιδί” καλείται να “δοκιμάσει” τον εαυτό του στην κατ' ευθείαν σχέση με τους άλλους, χωρίς την διαμεσολάβηση του δασκάλου που σημαίνει την ανάληψη της ευθύνης της πράξης του, η οποία εκφράζει την επιθυμία του, καθώς και τα μέσα που θέτει σε ενέργεια για να πετύχει.
Είτε πρόκειται για ένα απλό παιχνίδι, είτε για κάτι πιο περίπλοκο το “παιδί” βρίσκεται πάντα σε μια προβληματική κατάσταση στην σχέση με τον άλλον, την οποία καλείται να λύσει και αυτή η διαδικασία εμπεριέχει ολόκληρη την ουσία της κοινωνικής μάθησης. Μέσω της αλληλεπίδρασης με τα άλλα “παιδιά” καλείται να θέσει σε ενέργεια αυτά που έχει “μάθει” μέσα από τις ταυτίσεις και τις μιμήσεις των κοινωνικών μοντέλων σχέσεων που έχει εσωτερικεύσει, είτε αυτά έχουν σχέση με την οικογένεια, είτε άλλες πηγές κοινωνικών προτύπων. Καλείται να τα εκφράσει και να τα δοκιμάσει και ανάλογα την απήχηση που θα έχουν στους άλλους να τα κρατήσει είτε να τα αλλάξει. Καλείται να “επιβιώσει”! Άρα διάλειμμα στο προαύλιο του σχολείου είναι ένας χωρόχρονος τόσο πλούσιος σε ερέθισμα που γίνεται ισάξιος με αυτόν της σχολικής τάξης. 'Έτσι εάν το “μάθημα” στην τάξη έχει σχέση με το γνωστικό στοιχείο της μάθησης αυτό του προαυλίου έχει με το ψυχολογικό και το κοινωνικό.
Η απουσία της επιτήρησης- καθοδήγησης του δασκάλου στο προαύλιο με την έννοια που συμβαίνει μέσα στην τάξη, δεν είναι παρά ένα παιδαγωγικό εργαλείο για την βοήθεια του “παιδιού” να έρθει σε επαφή με τα άλλα παιδιά στηριζόμενο περισσότερο στον εαυτό του. Στην ουσία η απουσία του δασκάλου-καθηγητή είναι μια τεχνητή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία “ αφήνει” τα παιδιά εκτεθειμένα στην σχέση με τον άλλον χωρίς την μεσολαβητική του παρουσία. Είναι μια “προπόνηση“, θα λέγαμε, για την κοινωνική ζωή όπου ενεργοποιείται, τόσο το άγχος της ύπαρξης, όσο και η ευχαρίστηση της επαφής με τον άλλο και της αίσθησης τους εαυτού που απορρέει από αυτή την σχέση. Είναι λοιπόν, όπως ανέφερα, το διάλειμμα, ένα εργαλείο μάθησης που βασίζεται στην έννοια της αυτονόμησης και της πρωτοβουλίας. Ο χώρος λοιπόν του προαυλίου είναι ένα χώρος κοινωνικής μάθησης, όπου δοκιμάζονται οι δεξιότητες του “παιδιού” τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο.
Κατά την γνώμη μου πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο χώρος του σχολείου είτε αυτός είναι η τάξη, ο διάδρομος, οι τοίχοι, η διακόσμηση, τα χρώματα, είτε το προαύλιο, οι μπασκέτες, τα τοιχάκια που κάθονται τα “παιδιά”, ή ακουμπάνε, είναι εκπαιδευτικοί χώροι, οι οποίοι ο καθένας εκφράζει διαφορετική μορφή στην διαδικασία της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την Μορφολογική ψυχολογία η μαθησιακή διαδικασία βασίζεται στην αντίληψη της μορφής του αντικειμένου γνώσης σαν όλον, το οποίο όλον περιλαμβάνει όχι μόνο το αντικείμενο αυτό κάθε αυτό. αλλά και τις συνθήκες που περιβάλλουν την διαδικασία της μάθησης, οι οποίες ταξινομούνται σαν μορφές και συνδέονται με το αντικείμενο θετικά ή αρνητικά. Έτσι η μάθηση λαμβάνει χώρα μέσα από τα επιμέρους κομμάτια που την αποτελούν όπως είναι η τάξη, ο καθηγητής, ο συμμαθητής,το θρανίο, ο περιβάλλοντας γενικά χώρος. Όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν τα οποία αποτελούν το περιβάλλοντα χώρο αποτελούν κομμάτια που συνθέτουν την γνωστική διαδικασία.
Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι, ο χώρος του προαυλίου του σχολείο δεν είναι ένας ανεξέλεγκτος χώρος. Είναι ένας περιοριστικός χώρος. Έχει κάγκελα που τον περιφράζουν και τον διαχωρίζουν από τον κοινόχρηστο χώρο, τα οποία περιορίζουν τις κινήσεις των μαθητών κατά την ώρα του διαλείμματος. Η πόρτα είναι κλειδωμένη και όταν κάποιος μαθητής ή μαθήτρια θέλει να βγει πρέπει να πάρει άδεια. Ακόμα και όταν κάποιος ενήλικος, γονέας επισκέπτεται το σχολείο πρέπει να του ανοίξουν. Αυτό δηλώνει την ασφάλεια του χώρου και την ικανότητα της επιτήρησης του από οποιοδήποτε σημείο. Επιτήρηση η οποία γίνεται με την παρουσία ενός δασκάλου κατά την διάρκεια των διαλειμμάτων.
Δυστυχώς σήμερα στην χώρα μας βρισκόμαστε στην δύσκολη θέση να αντιμετωπίσουμε την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας στο προαύλιο χώρου του σχολείου με το πρόσχημα την ασφάλεια. Σαν πρώτη παρατήρηση θα λέγαμε ότι η παρουσία της κάμερας δεν είναι παρά ένα μάτι που βλέπει και καταγράφει το τι συμβαίνει στο χώρο. Η γνώση της ύπαρξής της διαφοροποιεί τις αλληλεπιδράσεις στο χώρο και τις διαμορφώνει σύμφωνα με αυτό που “πρέπει” να διαδραματίζεται. Έτσι με τον ίδιο τρόπο που η παρουσία του δασκάλου έρχεται να οριοθετήσει το παιδί στην σχολική τάξη και να αφαιρέσει την αυθόρμητη έκφραση και την απρόσκοπτη χαρά του παιχνιδιού, επαναφέροντας τους όρους της γνωστικής μάθησης, έτσι και η κάμερα επιτήρησης του προαυλίου του σχολείου έρχεται να προσδιορίσει το χώρο/χρόνο του διαλείμματος.
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι, η παρουσία και μόνο της κάμερας σαν στοιχείο του προαυλίου χώρου, ξέχωρα από την λειτουργία της, αποτελεί ένα στοιχείο νομιμοποίησης της επιτήρησης ακόμα και όταν δεν συμβαίνει. Είναι ένα “βλέμμα” που επιβάλλει την πειθαρχία μετατρέποντας το διάλειμμα σε αντικείμενο παρατήρησης και επεξεργασίας των ενηλίκων, στην φαντασία των “παιδιών”. “ Μας βλέπουν”. “ Μας παρακολουθούν” Δηλαδή, το ότι ο χώρος παρακολουθείται για τα “παιδιά” δεν χρειάζεται να είναι μια πραγματικότητα, η φαντασία τους μπορεί να οργιάζει ακόμα και αν τα επιβεβαιώνουμε για το αντίθετο. Έτσι ξέχωρα από την λειτουργία της, έρχεται να οριοθετήσει την αλληλεπίδραση στο χώρο, αφαιρώντας το αυθόρμητο της συμπεριφοράς, εγκαθιδρύοντας την παρουσία της παράβασης σαν στοιχείο της διαπροσωπικής σχέσης, προκαλώντας την ενοχή και τον φόβου της τιμωρίας.
Μια τρίτη παρατήρηση έγκειται στο ότι, η κάμερα επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας δηλώνει την εν δυνάμει παρουσία της παραβατικής συμπεριφοράς. Δηλώνει ότι ο οποιοσδήποτε είναι υποψήφιος παραβάτης. Έτσι η παράβαση μέσα από την κάμερα στοχεύει την παρουσία του καθένα προβάλλοντας ότι η παραβατικότητα είναι στοιχείο που κυριαρχεί σε σχέση με τα άλλα χαρακτηριστικά των ανθρώπων, προκαλώντας το. Με αυτό τον τρόπο δεν κάνει διακρίσεις, αλλά η παρουσία της, μας οδηγεί να σκεφτούμε την παράβαση ακόμα και όταν δεν την έχουμε στο μυαλό μας. Συγχρόνως κάνει τους “παραβάτες” εν δυνάμει παρουσίες ακόμα και όταν δεν υπάρχουν. Η κάμερα ενοχοποιεί την συμπεριφορά του “παιδιού” σαν αξιόποινη πράξη.
Βέβαια οι άνθρωποι που προτείνουν αυτές τις λύσεις πρέπει να γνωρίζουν ότι τα παραδείγματα από χώρες που οι κάμερες έχουν εγκατασταθεί δεν απέδωσαν αυτό που αναμενόταν. Δηλαδή δεν απέφυγαν τους βανδαλισμούς, ούτε και την δυνατότητα ξένων στοιχείων να εισέλθουν στο προαύλιο του σχολείου από μέρη που η κάμερα αδυνατούσε να καλύψει. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε σχολεία όπου οι κάμερες εγκαταστάθηκαν ακόμα και μέσα στους διαδρόμους, ένα κύμα αντίδρασης πυροδοτήθηκε από τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες και τους συλλόγους γονέων για το περιορισμό της αυτονομίας και την περιχάραξη της ελευθερίας των μαθητών. Μπορεί φυσικά να περιόρισαν λίγο τις εκδηλώσεις βίας ανάμεσα στους μαθητές μέσα στο σχολείο, αλλά δεν απέτρεψαν την βία, η οποία μεταφέρθηκε σε χώρους που δεν υπήρχαν κάμερες.
Φυσικά μιλάμε για χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν μια μεγάλη παραβατικότητα και εκδηλώσεις παιδικής και εφηβικής βίας ακόμα και μέσα στους χώρους του σχολείου είναι πολύ μεγάλη, πράγμα που στην μικρή μας χώρα αυτό δεν συμβαίνει. Αναφερόμαστε δηλαδή σε χώρες όπου οι δεσμοί της οικογένειας έχουν χάσει την ικανότητα τους να οριοθετούν και να κοινωνικοποιούν τα νέα μέλη τους. Παρ' όλα αυτά ακόμα και οι κάμερες δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τα κρούσματα βίας ανάμεσα στα “παιδιά”. Εκτός λοιπόν από την ανασταλτική παρουσία τους, η λειτουργία τους δεν δικαιολογείται από τις σχολικές συνθήκες στην Ελληνική πραγματικότητα.
Εκείνο λοιπόν που προέχει για την μικρή μας χώρα δεν είναι ο μιμητισμός πρακτικών επιτήρησης και ελέγχου οι οποίες δεν έχουν από την μια αποτελέσματα, και από την άλλη ανάγκη ύπαρξης. Δεν έχουμε ανάγκη από πρακτικές οι οποίες δεν δικαιολογούνται από τις συνθήκες που διαμορφώνει η ελληνική κοινωνία, προβάλλοντας την δήθεν βία και τους “βανδαλισμούς” σαν στοιχεία που απαιτούν την περιχάραξη της αυτονόμησης και της ελευθερίας των “παιδιών”. Πρακτικές που προβάλλουν επίσης μια λανθασμένη εκτίμηση της ελληνικής πραγματικότητας δίνοντας την εντύπωση ότι η ελληνική κοινωνία είναι βίαιη και πρέπει να την καταστείλουμε με οποιοδήποτε μέσον.
Στην ουσία αυτές οι πρακτικές, στηρίζονται στον ψυχρό τεχνολογικό εξοπλισμό και την παρουσία απρόσωπων εταιριών παρακολούθησης χωρίς δικλίδες ασφαλείας για τα προσωπικά δεδομένα κάθε “παιδιού” και κάθε πολίτη. Αυτή η συνθήκη αποτελεί από μόνη της μια βίαιη πράξη και θεωρώ ότι πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Πρόκειται για μια πράξη βίας ενός συστήματος ελέγχου, επιτήρησης και τιμωρίας το οποίο δεν θέλει να μειώσει την βία αλλά να την προβάλει μέσα από την παρουσία του.
Έτσι η απουσία του ανθρώπινου παράγοντα όπως των σχολικών φυλάκων, όπου η ανθρώπινη σχέση αποτελούσε το στοιχείο παρέμβασης σε καταστάσεις ξεπεράσματος των ορίων και η αντικατάστασή τους από ένα τεχνολογικό υλικό αμφιβόλου προέλευσης και ελέγχου, γενικώς, δεν έρχονται να αναστείλουν την βία, αλλά έρχονται να την προβάλλουν σαν μια μελλοντική πιθανότητα η οποία δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα.
Κερεντζής Λάμπρος



Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Φθόνος 3 : Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που φθονεί!




Ό,τι άλλο είναι ο Φθόνος πάνω από όλα είναι μια μεγάλη σπατάλη πνευματικής ενέργειας. Ενώ δεν μπορεί να αποδειχθεί το αν ο φθόνος αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, πιστεύω ότι αυτό που μπορεί να αποδειχθεί είναι ότι, αν αφεθεί ελεύθερος, ο φθόνος έχει την τάση να μειώνει όλους όσους διακατέχει. 

Όπως και να λειτουργεί ο νους, ο φθόνος, το γνωρίζουμε, είναι μια από τις υπερβολές του, και ως τέτοια πρέπει να προσδιοριστεί και να καταπολεμηθεί με το μόνο μέσο που έχουμε στην διάθεσή μας: με το να μην λέμε ψέματα στον εαυτό μας, με την αυτοανάλυση και την ισορροπημένη κρίση.

Αν ο θεολογικός στοχασμός είναι απρόσιτος για εσάς, αν αυτή η έννοια το “αμαρτήματος”, του προπατορικού ή όχι, για εσάς δεν έχει κανένα νόημα, τότε αντί αυτού θα ζητούσα να θεωρήσετε τον φθόνο λιγότερο σαν αμάρτημα παρά ως κακή πνευματική υγιεινή. Παρεμποδίζει την διαύγεια, τόσο για τον εαυτό μας, όσο και για τους ανθρώπους που φθονούμε, και τελικά μας δίνει μια κακή εικόνα για τον εαυτό μας.

Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που φθονεί.
Ο φθόνος θολώνει την σκέψη, συντρίβει την γενναιοδωρία, αποκλείει κάθε ελπίδα για γαλήνη, και καταλήγει στο μαρασμό της ψυχής μας – λόγοι που αρκούν για να αγωνισθούμε με όλη μας την πνευματική δύναμη για να απελευθερωθούμε από αυτόν.

Απόσπασμα από το βιβλίο
του Joseph Epstein

Ο ΦΘΟΝΟΣ


πίνακας:Diego Fazio

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Φθόνος 2 : (Στην αρχαία Ελλάδα)




Αυτό που έκανε τους Έλληνες να διαφέρουν σύμφωνα με τον Peter Walcot1, ήταν ότι εκείνοι, ουσιαστικά, θεσμοθέτησαν τρόπους αντιμετώπισης του φθόνου. Δεν τους περνούσε από το μυαλό ότι μπορούσαν να καταπνίξουν τον φθόνο, αλλά αντ' αυτού επινόησαν τρόπους που άφηναν να ξεσπάσει και, όπου αυτό ήταν δυνατό τον έκαναν λιγότερο επιβλαβή.
Ο πολιτικός θεσμός του εξοστρακισμού, για παράδειγμα, με τον οποίον μπορούσε να καθαιρέσει καθαιρεθεί κάποιος πολιτικός ηγέτης, συχνά θεωρήθηκε ως ένα μέσο μείωσης του φθόνου που ένοιωθαν για αυτόν. 

Η πιο γνωστή – και πιθανά η πιο λαμπρή - περίπτωση εξοστρακισμού της αρχαιοελληνικής ιστορία ήταν αυτή του αρχαίου Έλληνα πολιτικού, του Αριστείδη του Δικαίου που, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, εξοστρακίστηκε λόγω μια υπερβολικής αρετής, αν θα μπορούσε ποτέ να λεχθεί ότι η αρετή μαστίζεται από κάποια υπερβολή. “ Έχω βαρεθεί πια να ακούω από παντού να αποκαλείται Δίκαιος”, υποτίθεται ότι σχολίασε κάποιος Αθηναίος πολίτης. (Θα μπορούσαμε να επιχειρηματολογήσουμε ότι ο Σωκράτης δεν εξοστρακίστηκε, αλλά καταδικάστηκε σε θάνατο για τον ίδιο λόγο – τον φθόνο για την μεγάλη του αρετή και την απόλυτη ακεραιότητά του ). Ο ναύαρχος και πολιτικός Θεμιστοκλής επίσης εξοστρακίστηκε – στην δική του περίπτωση, όμως,γιατί ζούσε πέρα από το δημοκρατικό κανόνα και επειδή θεωρήθηκε ότι αποκτούσε υπεροπτικό ύφος.

Ο εξοστρακισμός σήμαινε μια δεκαετή εξορία, χωρίς όμως την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της περιουσίας. Όποιος υποβαλλόταν σε εξοστρακισμό είχε το δικαίωμα να επιστρέψει, και μάλιστα ήταν αναμενόμενο ότι θα επέστρεφε. Αλλά, εν τω μεταξύ ο εξοστρακισμός του άφηνε ένα περιθώριο – για να χρησιμοποιήσουμε μια σημερινή έκφραση – για να κρυώσει το θέμα. Ο φθόνος που αισθάνονταν γι αυτόν οι συμπολίτες, θα είχε χρόνο να κοπάσει.

Στην αρχαιοελληνική κοινωνία παντού υπήρχε η ένταση ανάμεσα στο φυσικό συναγωνισμό και το όνειδος της υπερβολικά μεγάλης ανόδου σε σχέση με τους συμπολίτες του. Αυτό εξηγεί γιατί, τόσο συχνά, όταν διαβάζουμε για τις νίκες των αρχαίων Ελλήνων σε αθλητικούς ή σε άλλους αγώνες, βλέπουμε ότι ο νικητής μοίραζε τα πλουσιοπάροχα δώρα στους συμπολίτες, από τον φόβο ότι θα επισύρει ένα υπερβολικό έντονο κύμα φθόνου για την καλή του τύχη. 

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι ο φθόνος είναι μια ανόητη, λανθασμένη, αξιοθρήνητη συνήθεια που τελικά κυριαρχεί στο χαρακτήρα του ανθρώπου. Αλλά το ότι οι αρχαίοι Έλληνες τον κατανοούσαν με αυτόν τον τρόπο δεν σήμαινε ότι πίστευαν πως ο φθόνος μπορούσε να απαλειφθεί. Στην καλύτερη περίπτωση, ήλπιζαν ότι μπορούσε να αντιμετωπιστεί και, ίσως, να ελαττωθεί. 

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο φθόνος αποτελούσε μέρος της ανθρώπινης φύσης, ο οποίος είχε διαφορετικές εντάσεις σε διάφορους ανθρώπους, αλλά ήταν πάντα εκεί, διαρκώς έτοιμος για να αναδυθεί, σαν κουλουριασμένο φίδι, που είναι δήθεν κοιμισμένο, αλλά εύκολα μπορεί να σηκωθεί και να κάνει φαρμακερή επίθεση.


Απόσπασμα από το βιβλίο
του Joseph Epstein

Ο ΦΘΟΝΟΣ


1Ομότιμος Καθηγητής στην Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Κάρντιφ

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Ο θεραπευτής


Ο Ροχαιμ Γκέζα1 γράφει:
Στο κέντρο της κοινωνίας κάθε πρωτόγονης φυλής βρίσκεται ο θεραπευτής. Μπορεί εύκολα να αποδειχθεί ότι πρόκειται για νευρωτικό ή ψυχωτικό άτομο , ή τουλάχιστον πως η τέχνη του βασίζεται στους μηχανισμούς της νεύρωσης, ή της ψύχωσης.
Οι ανθρώπινες ομάδες εμψυχώνονται από τα ομαδικά ιδεώδη τους που βασίζονται πάντα στην νηπιακή κατάσταση. Η κατάσταση της παιδικής ηλικίας τροποποιείται και κατευθύνεται από την διαδικασία της ωρίμανσης, η οποία με την σειρά της ενεργοποιείται από την ανάγκη προσαρμογής στην πραγματικότητα και είναι πάντοτε παρούσα χορηγώντας αόρατους δεσμούς της λίμπιντο χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία ανθρώπινη ομάδα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι θεραπευτές απλά κάνουν ορατά και κοινοποιούν τα συστήματα της συμβολικής φαντασίας που είναι παρόντα στην ψυχή κάθε ενήλικου μέλους της κοινωνίας τους.
Είναι οι αρχηγοί αυτού του παιδικού παιχνιδιού και φωτεινοί ρυθμιστές του κοινού φόβου. Πολεμούν τους δαίμονες για να κυνηγήσουν οι άλλοι το θήραμα και γενικά πολεμούν την πραγματικότητα”.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ο Ήρωας με τα χίλια πρόσωπα”
του Joseph Campbell


1Ο Geza Roheim (1891-1953), ούγγρος ψυχαναλυτής, μέλος του αρχικού φροϋδικού κύκλου και εκπαιδευμένος ανθρωπολόγος 

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Φθόνος 1


Στην δημοκρατία. Οι απλοί πολίτες βλέπουν έναν άνθρωπο που βγαίνει από τις γραμμές τους και που σε λίγα χρόνια φτάνει στο πλούτο και την ισχύ' το θέαμα αυτό διεγείρει την έκπληξη και τον φθόνο τους' αναρωτιούνται πως αυτός που εχθές ήταν ίσος τους, σήμερα περιβάλλεται το δικαίωμα να τους διοικεί.
Η απόδοση της ανόδου του στα ταλέντα ή της αρετές του είναι άβολη, γιατί θα είναι σαν να ομολογούν οι ίδιοι ότι είναι λιγότερο ενάρετοι, ή ικανοί από αυτόν.
Αποδίδουν λοιπόν την κύρια αιτία σε κάποια από τα φαύλα χαρακτηριστικά, και συχνά έχουν δίκιο να το κάνουν. Διενεργείται λοιπόν κάποια αποκρουστική μείξη ανάμεσα στις ιδέες της ποταπότητας και της εξουσία, της αναξιότητας και της ευτυχίας της χρησιμότητας και της ατίμωσης.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η δημοκρατία στην Αμερική

του Αλέξης ντε Τοκβίλ, 
Πίνακας: Angelo Bronzino,

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

facebook: Κάντε μου “like”

Στο facebook, πραγματοποιείται η συνάντηση του ιδιωτικού χώρου/χρόνου με το δημόσιο. Είναι ένας χώρος/χρόνος επανακοινωνικοποίησης του υποκειμένου σαν χρήστη. Το facebook λοιπόν είναι ο δημόσιος χώρος και χρόνος μέσα στον οποίο χρήστης κατασκευάζεται το προφίλ του δηλαδή τον ιδιωτικό χωρόχρονο.
Είναι το “έξω”από το “μέσα”. Όταν ο χρήστης μπαίνει “μέσα”, είναι σαν να βγαίνει “έξω”. Σαν να κυκλοφορεί στο “δρόμο” να “συναντάει” φίλους, να χαιρετάει, να στέκεται σε μια “γωνία” για να συνομιλήσει μαζί τους. Όταν βγαίνει “έξω” συναντά ολοκληρωμένο καμβά των ανθρωπίνων συμπεριφορών. Από την μια χρήστες ανεβασμένους σε εξέδρες που βγάζουν πολιτικούς λόγους, έχοντας από κάτω οπαδούς που τους χειροκροτούν με like και από την άλλη χρήστες κρυμμένους, δειλούς που δεν θέλουν να φανερώσουν την παρουσία τους.
Το υποκείμενο λοιπόν σαν χρήστης κυκλοφορεί ανάμεσά τους αισθανόμενο την ύπαρξή του, που επιθυμεί, όπως στην πραγματικότητα, να τραβήξει την προσοχή των άλλων, τα βλέμματα, να ακούσει ένα καλό λόγο, ή να εκτονώσει την ανάγκη για αντιπαράθεση και αντιπαλότητα. Έτσι πολλές φορές θυμώνει και στεναχωριέται, ή άλλες είναι χαρούμενο και ικανοποιημένο.
Όπως στη πραγματικότητα έτσι και στην εικονικότητα το υποκείμενο σαν χρήστης εκφράζει τις ανάγκες, τις επιθυμίες του, τις χαρές και τις απογοητεύσεις του. Το συναίσθημα έρχεται να δώσει στην εικονική πραγματικότητα μια διάσταση που επηρεάζει το υποκείμενο και το συνδέει με τους “φίλους”, ανώνυμους, ή επώνυμους όπως στην πραγματική ζωή.
Το facebook λοιπόν όπως κάθε δημόσιος χώρος είναι ένας κοινωνικός χώρος που πάλλεται από τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Αλληλεπιδράσεις σε λεκτικό και εικονικό επίπεδο στο οποίο δεν στερούνται σημασίας από μια πραγματική αλληλεπίδραση των υποκειμένων σε ένα πραγματικό χώρο/χρόνο.
Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι το facebook είναι η υλική πραγματικότητα των συναισθημάτων που διέπουν την κοινωνία μας. Στο facebook ο χρήστης κουβαλάει και προβάλει όλο το εξοπλισμό της καθημερινής ταυτότητας τον οποίο νομίζει ότι “κρύβει” πίσω από το προφίλ του. Επώνυμο, ή ανώνυμο το προφίλ, πάντα φανερώνει την “προσωπικότητα” του χρήστη, φανερώνει την ανάγκη του και τους σκοπούς του προς τους άλλους.
Η πραγματικότητα της προσωπικότητας αναδύεται μέσα από το λόγο του, από τις επιλογές των αναρτήσεων του. Οι αναρτήσεις του εμπεριέχουν την χαρτογραφία του εαυτού του και προδίδουν μια κρυφή επιθυμία της επικύρωσης τους, αποδοχής του. Φωτογραφίες, τραγούδια, θέσεις και εκφράσεις καθώς και ιδεολογικές τοποθετήσεις έρχονται να φανερώσουν την ανάγκη του χρήστη για αποδοχή και μάλιστα για δόξα και επιζητούμενο κρυφά κύρος.
Έτσι σε κάθε προφίλ ξεδιπλώνεται το “είναι” του χρήστη σε μια εικονική διάσταση της οποίας τα πραγματικά στοιχεία κυριαρχούν και φανερώνουν, τόσο τα θέλω, τις αξίες, τα πιστεύω και την ιδεολογία του, όσο και τις ασυμφωνίες, της διαφορές, τους εκνευρισμούς, την επιθετικότητα και την βία του.
Το βασικό στοιχείο το οποίο συνδέει την πραγματική με την εικονική πραγματικότητα είναι η ανάγκη του υποκειμένου να γίνει αποδεχτό.
Το facebook γίνεται η χωρόχρονος της αποδοχής ή της απόρριψης. Η αποδοχή δεν είναι παρά η επιβεβαίωση της ταυτότητας και της συνέχειας της. Φανερώνει λοιπόν το κρυφό “πόλεμο” του καθένα απέναντι στην ανάγκη της επικράτησης που σημαίνει την ανάγκη επιβεβαίωσης. Στην ουσία εκφράζει την φυσιολογική ανάγκη της αποδοχής και αναγνώρισης του χρήστη από τους άλλους, όπως αυτή συμβαίνει στην καθημερινή ζωή.
Αυτή την κατάσταση δεν τη θεωρώ παράλογη και αφύσικη. Ακολουθεί το μονοπάτι της καθημερινής αγωνίας του πολίτη, ο οποίος παλεύει τόσο στην οικογένεια όσο και στην κοινωνία για την υπαρξιακή επιβίωση με την άντληση της έγκρισης, της αποδοχής και της αναγνώρισης.
Δυστυχώς στην πραγματικότητα του υποκείμενο για να φθάσει εκεί που βρίσκεται έχει περάσει μέσα από μια κοινωνική κατάσταση, η οποία δεν στηρίζεται στην αναίμακτη αποδοχή του, αλλά στην ολοένα δοκιμασία του και απόρριψή του τόσο στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι έχει αναγκαστεί να συμβιβαστεί, να δεχτεί, να υποκύψει στις απαιτήσεις των άλλων και ο φόβος της απόρριψης καταλαμβάνει το μεγαλύτερο φάσμα κάθε κοινωνικής πράξης, και κάθε ενέργειάς του.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε κοινωνίες που υποβάλλουν τους πολίτες τους σε αυθαίρετες συνεχείς αξιολογήσεις με αξιολογικά κριτήρια που δεν τα ελέγχουν. Κοινωνίες που υποβάλλουν τους πολίτες τους σε αναγκαστικές δοκιμασίες που απαιτούν αποδείξεις για την αξία τους. Που δημιουργούν την αμφιβολία και την αυτό-απόρριψη σαν αποτέλεσμα της μη αναγνώρισης και της έλλειψης αποδοχής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε κοινωνίες που η καλλιέργεια της ενοχής σαν το στοιχείο συνοχή τους, υπερτερεί. Ενοχή που εκφράζεται μέσα από την κοινωνική πράξη του υποκειμένου και λειτουργεί για την καθυπόταξη του στους όρους ενός χωρίς ορίου ανταγωνισμού.
Σε όλες αυτές τις κοινωνικές περιπτώσεις ο φόβος της απόρριψης και του εξοστρακισμού αποτελεί την ασφαλιστική δικλίδα του συστήματος. Είτε στην οικογένεια, είτε στην εκπαίδευση, είτε στην εργασία, ο φόβος της απόρριψης διαφεντεύει και οργανώνει την λειτουργία του υποκειμένου μέσα σε αυτά τα συστήματα, περισσότερο από την επιθυμία της αναγνώρισης και της αποδοχής.
Το σύστημα οργανώνει με τέτοιο τρόπο της κοινωνικές διαδικασίες ώστε η ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής και η απαίτηση τους μπορεί να εκληφθεί από αυτό σαν φαινόμενο άκραίου ναρκισσισμού .
Δεν φοβόμαστε να πούμε ότι ο φόβος της απόρριψης είναι το συναίσθημα πιο κατακλύζει την κοινωνία και είναι αυτό που ορίζει την ποσόστωση της επιθυμίας για αναγνώριση και αποδοχή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που αυτό συμβαίνει στην κοινωνία, εκφράζεται και στην εικονική πραγματικότητα. Με τον ίδιο τρόπο που στην πραγματική ζωή αναζητάμε την υπαρξιακή μας αναγνώριση, με τον ίδιο τρόπο θα το κάνουμε και στην εικονική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το facebook, λειτουργεί και αυτό σαν το πλαίσιο που εκφράζει την ανάγκη της αποδοχής, αλλά περισσότερο, πιστεύω ότι κρύβει μέσα του με περίτεχνο τρόπο, το φόβο της απόρριψης. Ο φόβος της απόρριψης ενεργοποιείται σε κάθε εικονική συνάντηση, περισσότερο από αυτόν της αποδοχής. Έτσι πολλές φορές έχουμε γίνει μάρτυρες διαπόμπευσης ανθρώπων που ψάχνουν τα like, αλλά ανάγκη των laik δεν θα πρέπει, κατά την γνώμη μου, να είναι κάτι κατακριτέο. Εκφράζει την φυσιολογική ανάγκη του κάθε υποκειμένου να γίνει αποδεχτό και ο λόγος του να έχει περάσει.
Επίσης εκφράζει την ακόρεστη φυσιολογική επιθυμία του υποκειμένου να επικοινωνήσει την παρουσία του. Να βγει “έξω” και να “συναντηθεί” με τους άλλους στο δημόσιο χώρο του facebook , όπου μέσα από αυτή την συνάντηση, την διαλογικότητα, μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει την διαφορετικότητα του, αλλά και την ομοιότητα του με τους άλλους, καθώς και να συνειδητοποιήσει τα χαρακτηριστικά κομμάτια που συγκροτούν την ταυτότητα του. Η ανάγκη λοιπόν για εκτίμηση, αναγνώριση και αποδοχή αποτελεί μαι φυσιολογική προτεραιότητα του υποκειμένου και δεν βλέπω το λόγο να μην προβάλλεται και από το facebook.
Σκέπτομαι ότι η ανάγκη για αναγνώριση, για αποδοχή από μια φυσιολογική ανάγκη τείνει να θεωρηθεί στην κοινωνία μας και κατ' επέκταση στο facebook σαν μια παρά φύση ανάγκη. Η εκδήλωση της ανάγκης του υποκειμένου να είναι αγαπητό τείνει να ενοχοποιηθεί προβάλλοντας το ναρκισσισμό, όπως αναφέραμε, σαν στοιχείο που παρακινεί αυτή την ανάγκη, δηλαδή μια χωρίς όριο εγωκεντρική τάση και όχι σαν μια φυσιολογική κατάσταση που διέπει νομοτελειακά τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις.
Αν σκεφτούμε ότι στη οικογένεια το υποκείμενο έχει γευτεί την αναγνώριση, την τρυφερότητα και την προστασία σημαίνει ότι έχει δεχτεί την απαιτούμενη προσοχή στην κατασκευή της ταυτότητας του, τότε η ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής των άλλων μπορεί να μην “παίζει” τόσο μεγάλο ρόλο. Δηλαδή δεν κινδυνεύει να διαταραχτεί η “εικόνα εαυτού” στην άρνηση, ή την απόρριψη του άλλου.
Αν αντιθέτως σε αυτό το πεδίο έχει επικρατήσει η στέρηση και ο φόβος της απόρριψης, τότε η συναισθηματική ανάγκη για αποδοχή μπορεί να ξεπεράσει το όριο στην σχέση με τον άλλον και να δημιουργήσει προβλήματα στην σχέση με τον εαυτό.
Είτε στην μία, είτε στην άλλη περίπτωση δεν νομίζω ότι πρέπει να αξιολογήσουμε την ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής σαν στοιχείο νοσηρό του υποκειμένου, αλλά σαν μια κοινωνική λειτουργία που διέπει τις αλληλεπιδράσεις των ατόμων και εκφράζει την φυσιολογική επιδίωξη του καθένός, ασχέτως του τρόπου που κατασκευάστηκε.

Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Η Σύγκρουση στην Οικογένεια


Όταν τα μέλη της οικογένειας βουλιάζουν στο ποτάμι της έντασης, της αντίθεσης, των αντιφάσεων, της διαφορετικής αντίληψης και ερμηνείας των διαδραματισμένων καταστάσεων, των φαντασιώσεων που μέσα τους ανακαλύπτουν τις αδικίες της παιδικής και εφηβικής ηλικίας να ξανασηκώνουν το ανάστημά τους, να καταβροχθίζουν την πραγματικότητα του σήμερα και να τα κάνουν να αισθάνονται μικροί και ανυπεράσπιστοι του χθες, τότε... τότε, ρέει ανεμπόδιστα το αίσθημα της απόγνωσης.
Ο θυμός, ο φόβος, η στοχοποίηση, η ανέλπιδη προσπάθεια για υπεράσπιση... γεμίζουν το σαλόνι του σπιτιού, μουσκεύουν το σώμα με το υγρό της αγωνίας. Μέσα στο φοβικό τοπίο της σύγκρουσης, το σώμα πολεμά να περιορίσει τον άλλο σώμα, ή τα άλλα σώματα, αλλά δεν μπορεί να περιορίσει το δικό του. Το δικό του είναι ένα κορμί φυλακισμένο στην ένταση που το τυλίγει, που το σηκώνει σαν πούπουλο στο αέρα και το στρέφει, το εκσφενδονίζει πάνω στα άλλα κορμιά.
Κάθε λέξη, κάθε πρόταση έρχεται να βάλει φωτιά στο μυαλό, να θολώσει το βλέμμα. Το θολωμένο μυαλό συναντά τα άλλα θολωμένα μυαλά και μαζί ρίχνονται μέσα στην ομίχλη του κενού, αυτού που δεν υπάρχει τίποτα να πιαστεί, να ακουμπήσει, να νοηματοδοτήσει την κατάσταση παρά μόνος ο πόνος του διαχωρισμού, παρά μόνο η τυφλή ανάγκη της άμυνας στο επιτιθέμενο.
Κάθε ενέργεια παρακινεί το κορμί σε ανεξέλεγκτη δράση, απέναντι σε κορμιά που αγαπήθηκαν και αγαπιούνται. Σε κορμιά που χάρηκαν, που μοιράστηκαν και ξανοίχτηκαν μαζί στα σαρκικά λιβάδια της ηδονής, της ευχάριστης απάρνησης του εαυτού και της ένωσής του με τον άλλον. Κορμιά αγαπημένα που συνοδεύουν, συντροφεύουν το δικό του, στο ταξίδι ζωής και που τώρα κτυπούν, λυσσομανούν ανεξέλεγκτα από την βίαιη συναλλαγή με την απομάκρυνση και την μοναξιά.
Από την άλλη χέρια απεγνωσμένα προσπαθούν να τιθασεύσουν τον παροξυσμό των χεριών των άλλων, νιώθοντας το φόβο από τον δικό τους παροξυσμό. Κινήσεις χωρίς έλεγχο, κινήσεις χωρίς μέτρο, αδέσποτες ορφανές κινήσεις που κανείς δεν μπορεί να τιθασεύσει παραδομένες στο χορό της βίας που έχουν αιχμαλωτιστεί. Κάθε κίνηση τιθάσευσης μεγαλώνει την έντασή τους και αυξάνει το βίαιο στριφογύρισμα τους.
Οι δράστες έχουν έρθει τόσο κοντά, αλλά είναι τόσο απομεμακρυσμένοι. Αγκαλιασμένοι, αλλά τόσο μόνοι και ανυπεράσπιστοι. Ο ένας δεν μπορεί να διακρίνει με ποιόν παλεύει από την απόσταση που τους χωρίζει. Ατελείωτες εικόνες ντροπιαστικής υποτίμησης ξετυλίγονται στην οθόνη του μυαλού. Μια ομίχλη καλύπτει τα πάντα, ένα σκοτωμένο φως που κάνει τις παρουσίες τους σκιές. Γειρτές σκιές, από το βάρος της βίας που προσφέρουν και εισπράττουν.
Και μαζί με αυτές... οι φωνές. Φωνές, κραυγές απεγνωσμένες που προσπαθούν να πιαστούν από την λογική, αλλά ματώνουν τα δάκτυλά τους πάνω στην αλλοτινή βία των φαντασιώσεων του παρελθόντος. Την ανώμαλη επιφάνεια των εσωτερικευμένων τραυμάτων που τώρα οργιάζουν κρατώντας το ρυθμό του βίαιου χορού της σύγκρουσης.
Το λαρύγγι κραυγάζει το χαμένο δίκιο του. Την ΄διαχρονικότητα της πληγωμένης του υπόστασης. Διαλαλεί την βία που εισπράττει και εκπέμπει. Την απόγνωση και τον τρόμο γι αυτό που συμβαίνει και δεν μπορεί να σταματήσει. Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο αδύνατον να βρεθεί. Από που ξεκίνησε η σύγκρουση και που θα σταματήσει και αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε.
Ο θυμός, η αδικία, η αγανάκτηση, η εκδίκηση διαπερνούν τα σώματα και κουβαλάνε τις ψυχές στο απόγειο του σκοταδιού που κανένας δεν βλέπει τίποτα, παρά μόνο νιώθουν την ανεξέλεγκτη ζωώδη δύναμη της καταστροφής, της ρήξης με μια πραγματικότητα που δεν τους αντιπροσωπεύει. Όμως κανείς δεν μπορεί να ελέγξει την ρήξη. Κανείς δεν ξέρει που πηγαίνει και πως μπορεί να την σταματήσει. Πάνω σε τι είδους ερείπια θα ακουμπήσει μετά για να συλλογιστεί .
Τα πρόσωπα της σχέσης, γδέρνονται. Οι σάρκες της ξεσκίζονται. Σέρνεται αιμόφυρτη αφήνοντας τα αποτυπώματά της στο τοίχο, πάνω στα πληγωμένα έπιπλα, πάνω στα κομμάτια από τα σπασμένα σερβίτσια της ζωής. Αιμορραγεί πεσμένη στο πάτωμα του σαλονιού περιτριγυρισμένη από τα συντρίμμια της περιουσίας της.
Οι τελευταία ενέργεια είναι η απομάκρυνση από το τοπίο της σύγκρουσης. Ο καθένας μαζεύει τα συντρίμμια της ψυχής του προσπαθώντας να απομονωθεί, να κλείσει, να περιορίσει, να ελέγξει τον εαυτό του, πετώντας τον σε ένα καναπέ, σε μια καρέκλα, ή στο κρεβάτι ανάσκελα να κοιτά στο ταβάνι να περνά η ζωή του σαν να είναι ταινία.
Καθώς η ένταση υποχωρεί... η μοναξιά βασιλεύει. Ο φόβος επίσης μένει στο πλευρό του καθένα. Η απογοήτευση διαφεντεύει με την πικρή της γεύση το λαρύγγι. Τα σώμα γυμνό εσωτερικά, στέκεται μπροστά στο παρελθόν, το ερειπωμένο παρόν και το εκφοβιστικό μέλλον της σχέσης. 
Η οντότητα του εαυτού νιώθει την τρομακτική απόσταση από τους άλλους. Νιώθει τον πανικό της εξορίας, της απομάκρυνσης, της έλλειψης νοηματικού περιεχομένου της ατομικής ύπαρξης...
Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Diego Fazio



Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Δημόσιο/Ιδιωτικό: Συνοπτική ιστορική εξέλιξη των εννοιών

Δημόσιο/Ιδιωτικό (1)




/Γενικά

Η σχέση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, τόσο σαν έννοιες, όσο και σαν χωρικές διατάξεις, εκφράζεται με μία τέτοια ποικιλία διευθετήσεων, που μόνο στατική δε μπορεί να χαρακτηριστεί. Το αστικό περιβάλλον μπορεί σε μεγάλο βαθμό να γίνει αντιληπτό ως αποτύπωση αυτής σχέσης, ως μια υλική μορφή νοηματοδότησής της. Η παρατήρηση και ερμηνεία του αστικού περιβάλλοντος, είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την κατανόηση αυτής της σχέσης. Όσο οι πολιτιστικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί κλπ παράγοντες που διαμορφώνουν μια κυρίαρχη/ηγεμονική αντίληψη για αυτήν τη σχέση μεταβάλλονται, διαπιστώνουμε πως αυτή παίρνει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο χώρος δεν αποτελεί μόνο μια αντανάκλαση των παραπάνω παραγόντων, αλλά διαθέτει μια αναπαραγωγική δύναμη, που τον τοποθετεί στο ενεργητικό πεδίο των κοινωνικών διεργασιών. Υπ’ αυτήν την έννοια οποιαδήποτε χωρική παρέμβαση, όντας μία διαπραγμάτευση αυτής της σχέσης, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αποτελεί τελικά μια τοποθέτηση πάνω στην οργάνωση των κοινωνικών σχηματισμών.
Ερωτήματα όπως: τι είναι ο δημόσιος χώρος; ποια είναι το απαράβατα όρια της ιδιωτικότητας; τι ορίζεται ως ιδιωτική και τι ως δημόσια περιουσία; κλπ. δεν έχουν μια μονοσήμαντη απάντηση τόσο στον ιστορικό χρόνο όσο και στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου.


Αρχαία Αθήνα

Για την Hanna Arendt [1958], ο τρόπος που ορίζεται η δημόσια και ιδιωτική πραγματικότητα, είναι καθοριστικός για το πως δομούνται οι κοινωνικοί σχηματισμοί. Η Αρχαία Αθήνα, αποτελεί για την Arendt τη χρονική και χωρική συνθήκη όπου για πρώτη φορά στο Δυτικό πολιτισμό, ο διπολισμός αυτός εμφανίζεται ως συγκροτητικός για την πολιτική οργάνωση μιας κοινωνίας. Το ιδιωτικό (ίδιον) νοείται ως η φροντίδα για την επιβίωση στα πλαίσια της οικογένειας, ως ο κόσμος της αναγκαιότητας. Παρότι θεωρούταν δευτερεύσουσας σημασίας σε σχέση με το δημόσιο, δεν αποσυγκροτήθηκε, γιατί αποτελούσε την προϋπόθεση, για τη συμμετοχή στα κοινά. Η εσωτερική του λειτουργία όμως, σε αντίθεση με το δημόσιο, ήταν προ-πολιτική. Η χρήση βίας στο εσωτερικό του οίκου, δε ήταν μεμπτή αν εξυπηρετούσε τη διασφάλιση των «αναγκαίων». Η ύπαρξη δούλων ή η θέση της γυναίκας, δεν θεωρούνταν κάτι το αντιφατικό για την αρχαία ελληνική δημοκρατία μιας και τοποθετούνταν εκτός της σφαίρας της πολιτικής, δηλαδή εκτός του δημόσιου χώρου. Η ιδιωτικότητα, για τα δεδομένα της Αρχαίας Αθήνας δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά περιορισμός και στέρηση. Το δημόσιο (κοινόν) θεωρείται ως η σφαίρα στην οποία λαμβάνει χώρα ο «πολιτικός βίος», ως ο κόσμος της ελευθερίας. Η πόλη, είναι ο τόπος όπου το «δημόσιο» (το πολιτικό) παίρνει υλική μορφή. Όσοι συμμετέχουν στην πόλη (στη δημόσια σφαίρα) θεωρούνται ίσοι, ανεξάρτητα αν στην ιδιωτική τους ζωή, είναι οι ίδιοι, φορείς ανισότητας. Για να έχει κάποιος το δικαίωμα συμμετοχής στο «δημόσιο», πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχει εξασφαλίσει το «ιδιωτικό», να μπορεί δηλαδή να επιβιώνει αυτόνομα. Το πολιτικό (δημόσιο), δεν ήταν το πεδίο όπου θα διευθετούνταν οι συνθήκες που εξασφαλίζουν την ιδιωτική ευημερία. Αντιθέτως, η ίδια η συμμετοχή στο δημόσιο/πολιτικό βίο, ως τέτοια, ήταν η απόλαυση της «καλής ζωής». Ο ιδιωτικός πλούτος δεν είχε κάποια αυτόνομη σημασία, αλλά ήταν το μέσο για τη συμμετοχή στα κοινά.

Η Αρχαία Ρώμη

Την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η διάκριση του ιδιωτικού με το δημόσιο φαίνεται να διατηρεί πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την Αρχαία Αθήνα. Εδώ το δημόσιο, πέρα από τόπος απόλαυσης και «καλής ζωής», έχει έντονη συμβολική διάσταση. Στο δημόσιο χώρο, προβάλλεται το «μεγαλείο» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέσω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής. Απ’ την άλλη, οι Ρωμαίοι σε αντίθεση με τους Έλληνες, φαίνεται να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ιδιωτικό. Θεωρούσαν, πως οι δύο πραγματικότητες, του δημόσιου και του ιδιωτικού, δε μπορεί παρά να υπάρχουν σε ισορροπία. Για τους Ρωμαίους, ο «οίκος», δεν ήταν απλά τόπος συγκέντρωσης πλούτου, που επέτρεπε τη συμμετοχή στα κοινά, αλλά χώρος στον οποίο αναπτύσσονταν η ενασχόληση με την τέχνη και την επιστήμη. Δεν είναι τυχαίο, πως στη Ρώμη συναντάμε το φαινόμενο των ιδιαίτερα ανεπτυγμένων πνευματικά δούλων. Έτσι, παρότι δούλοι υπήρχαν και στις δύο περιπτώσεις, φαίνεται πως στη Ρώμη, ο «οίκος» ήταν για το δούλο, ότι ήταν η «res publica» (το δημόσιο) για τους Ρωμαίους πολίτες. Στη Ρώμη, με λίγα λόγια, διατηρήθηκε μια αρκετά ισορροπημένη σχέση στη σημασία που δίδονταν στο δημόσιο και στο ιδιωτικό.

Μεσαίωνας

Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, με την άνοδο των επαγγελματικών οργανώσεων, των συντεχνιών, και γενικά τη συγκέντρωση όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων γύρω απ’ την κατοικία, οι ανθρώπινες σχέσεις μοντελοποιούνται στη βάση του «οικιακού». Εδώ το «κοινό καλό» δεν είναι συνδεδεμένο με την ύπαρξη μιας πολιτικής (δημόσιας) πραγματικότητας, αλλά με την ικανοποίηση των κοινών (υλικών και πνευματικών) συμφερόντων μιας ομάδας ατόμων, όπου «αν ο καθένας κάνει σωστά τη δουλειά του», αυτή επιτυγχάνεται. Η επικράτηση της Χριστιανικής ηθικής, ως ηγεμονικής ιδεολογίας, αφήνει έντονα το αποτύπωμά της, υποδεικνύοντας σαν ιδανικό υποκείμενο, το άτομο το οποίο με την «καλοσύνη» και την πίστη του, εξασκεί μία ταπεινή, ενάρετη ζωή. Η κρίση όμως για το καλό και το κακό, για την ταπεινότητα ή μη, μπορεί να προέλθει μόνο απ’ το Θεό, και κατ’ επέκταση τις γραφές και τους κανόνες της Χριστιανισμού. Έτσι, οποιαδήποτε πράξη τοποθετείται εκτός του πλαισίου της αναγκαιότητας (αυτό που στην αρχαιότητα ήταν «δημόσιο») δεν μπορεί να έχει δημόσιο/πολιτικό χαρακτήρα (μιας και θα έπαυε να είναι μια ταπεινή πράξη), αλλά είναι πλέον μια μοναχική «συνομιλία» με ένα υπερβατικό Υποκείμενο, το Θεό. Ενώ λοιπόν, στο εσωτερικό του οίκου και στις δραστηριότητες που τον περιβάλλουν, οι νέες ηθικές αξίες ορίζουν, ανώτερα επίπεδα ισότητας των ανθρώπινων σχέσεων (γυναίκες, δούλοι), η δημόσια σφαίρα, άρα και η πολιτική, υποχωρεί σε μεγάλο βαθμό. Αυτή η υποχώρηση και εν τέλει, αποδόμηση της δημόσιας σφαίρας κατά την Arendt, συμβαίνει ιστορικά όταν επικρατεί μια γενικευμένη αντίληψη, πως ο κόσμος οδηγείται στο «τέλος» (όπως συνέβη με την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας).

Αναγέννηση και Διαφωτισμός

Σύμφωνα με την Arendt, η Νεωτερικότητα, απ’ την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό έως το μοντερνισμό του 19ου και 20ού αιώνα, αποτέλεσε μια τομή στον τρόπο που ορίζεται η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού. Την ολοκλήρωση αυτής της τομής, η Arendt, τη βλέπει στην ανάπτυξη της μαζικής κοινωνίας και της μαζικής κουλτούρας του 20ού αιώνα. Παρότι, η νεωτερικότητα αποτελεί την ιστορική περίοδο που ο δημόσιος χώρος, σχεδιάζεται και αντιμετωπίζεται ως ένα ειδικό πεδίο μελέτης, είναι συνυφασμένη με τη διαδικασία ανάπτυξης ενός νέου μοντέλου ζωής, που συμπίπτει με τη σταδιακή μετάβαση απ’ το σύστημα της φεουδαρχίας στον καπιταλισμό. Το σημαντικό, δεν είναι μόνο η ύπαρξη, η ποσότητα ή ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου αλλά κυρίαρχα το φορτίο σημασιών που τον περιβάλλουν. Η ανάπτυξη του ανθρωπισμού ως κυρίαρχη ιδεολογία, πέρα απ’ την κατοχύρωση δικαιωμάτων και ελευθεριών για τα άτομα, συνοδεύτηκε από μία αρκετά διαφορετική διαπραγμάτευση της έννοιας του δημοσίου. Πλέον, το υποκείμενο αναφοράς, είναι ο Άνθρωπος και τα δικαιώματά του. Ενώ, λοιπόν στην Αρχαία Αθήνα η «ιδιώτευση» αποτελούσε στέρηση και αποκλεισμό από την απόλαυση της επιθυμητής δημόσιας/πολιτικής ζωής, για τη νεωτερικότητα είναι στοιχείο των θεμελιωδών ελευθεριών του ανθρώπου. Παράλληλα, σε αντίθεση με το ρόλο που είχε η εργασία στην Αρχαία Αθήνα, ως μια διαδικασία χαμηλής σημασίας που δεν είναι άξια δημόσιου λόγου, πλέον παίρνει τη θέση της κεντρικής ανθρώπινης δραστηριότητας.

Μοντερνισμός

Σύμφωνα με την Arendt το νεωτερικό αξιακό πλαίσιο, που παίρνει την καθοριστική του μορφή με το μοντερνισμό, δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο που νοείται το δημόσιο και το ιδιωτικό. Περισσότερο, θολώνει το όριο ανάμεσα στη μία και στην άλλη πραγματικότητα, ενώ αναδύεται μια νέα που έρχεται να αντικαταστήσει τον προηγούμενο διπολισμό. Αυτή για την Arendt είναι το «κοινωνικό». Ο δημόσιος βίος, ή η πολιτική, είναι κεντραρισμένη γύρω απ’ τον κόσμο της αναγκαιότητας, αυτό που στην αρχαιότητα περιορίζονταν στο ιδιωτικό. Η παραγωγή, το εμπόριο, η κατανάλωση, είναι κεντρικές έννοιες γύρω απ’ τις οποίες εκτυλίσσεται η δημόσια ζωή στο μοντέρνο κόσμο. Για την Arendt αυτό αποτελεί μια μορφή «ιδιωτικοποίησης» της δημόσιας σφαίρας. Πλέον ο δημόσιος χώρος έχει κυρίαρχα, λειτουργιστικά χαρακτηριστικά και έχει χάσει τη δύναμή του να συγκεντρώνει, να συσχετίζει και να διαχωρίζει τους ανθρώπους. Αντίστοιχα, η ανησυχία για το ιδιωτικό, ο κόσμος της αναγκαιότητας, τα ιδιωτικά συμφέροντα φαίνεται να είναι τα μοναδικά πράγματα που αποτελούν κοινό τόπο ανάμεσα στους ανθρώπους στο δημόσιο βίο. Αν η δημόσια πραγματικότητα συγκροτείται ως αντικείμενο μέσα απ’ τις πολλαπλές θεάσεις των υποκειμένων, τότε όταν αυτές περιορίζονται σε μία (τον «κοινό τόπο» της μοντέρνας κοινωνίας) τότε το δημόσιο χάνει την υπόστασή του. Η εξουσία του άντρα-μονάρχη στον αρχαίο αθηναϊκό οίκο, έχει πλέον αντικατασταθεί απ’ την «ανώνυμη» διακυβέρνηση της μαζικής κοινωνίας στο όνομα του «κοινού σκοπού», του «κοινού στόχου». 

Η ισότητα ανάμεσα στα άτομα δεν αποτελεί την αφετηρία ενός πλουραλισμού κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών πρακτικών (Αρχαία Ελλάδα – «αίεν αριστεύειν») αλλά είναι το αποτέλεσμα της κανονικοποιητικής λειτουργίας του κομφορμισμού. Ο ιδιωτικός πλούτος, δεν έχει τη σημασία που είχε η ιδιωτική ιδιοκτησία στην αρχαιότητα ως μέσο συμμετοχής στα κοινά, αλλά έχει μια αυταξία, και πλέον αποτελεί μια κυρίαρχη γλώσσα κοινωνικών συμβολισμών. Αποτελεί πεδίο δημόσιου προβληματισμού, όπου η εξασφάλισή του για τους ανθρώπους εμφανίζεται σαν το βασικό διακύβευμα για την πολιτική. Το «κοινωνικό», με όλες τις αρνητικές έννοιες που του αποδίδονται από τη Arendt, είναι μία ηγεμονική συνθήκη για τις μοντέρνες κοινωνίες, που με την ανάδυσή του καταστρέφει ταυτόχρονα τη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα.

Μεταμοντερνισμός

Προχωρώντας στη μετανεωτερική εποχή, παρατηρούμε μια αντιφατική διαδικασία. Απ’ τη μία, αναπτύχθηκε τόσο στο επιστημονικό, όσο και στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο μία έντονη κριτική για τις αλήθειες και τα δεδομένα της νεωτερικότητας και συγκεκριμένα του μοντερνισμού. Κριτικάροντας το πολιτισμικό υπόδειγμα της μαζικής κουλτούρας-μαζικής κοινωνίας και την αντίληψη του Κράτους-εγγυητή του «κοινού σκοπού», ανοίχτηκαν νέοι δρόμοι για τον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου-ιδιωτικού, αλλά και του τι ορίζεται ως «πολιτικό». Απ’ την άλλη όμως, αυτή η μεταστροφή, τουλάχιστον έτσι όπως εκφράζεται στο σύγχρονο πλαίσιο ζωής, δεν οδήγησε σε μία άμβλυνση των προβλημάτων που ήρθε να επιλύσει, αλλά μάλλον σε μία όξυνση. Μπορεί για την ιδιωτική σφαίρα πχ το δικαίωμα στη διαφορά, ως μία κατ’ εξοχήν ατομική/ιδιωτική επιλογή να θεωρείται αδιαπραγμάτευτο, όμως πρέπει παράλληλα να κατανοείται μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης των νέων υποκειμενοποιητικών (και απο-υποκειμενοποιητικών) τεχνολογιών της σύγχρονης κοινωνίας ελέγχου. Η «επανάσταση» του ατομικού, δε μεταφράστηκε σαν μία εκ νέου συγκρότηση του δημόσιου, ως ένα πραγματικά πολυ-θεατό αντικείμενο, αλλά μάλλον ως ολοκλήρωση μιας διαδικασίας εξατομίκευσης. 

Το δικαίωμα στη διαφορά και στον αυτοπροσδιορισμό, φαίνεται να χάνει το νόημά του όταν περιορίζεται στο δικαίωμα στην εξατομικευμένη κατανάλωση. Στο αφηρημένο επίπεδο της κυρίαρχης ιδεολογίας, οτιδήποτε συλλογικό, που δε σχετίζεται με το Κράτος και τους θεσμούς του, αντιμετωπίζεται καχύποπτα ως μία δυνητική μορφή επιβολής στο κοινωνικό σώμα. Ακόμα και το ίδιο το κράτος, όταν στη μοντέρνα εκδοχή του εμφανιζόταν ως ο εγγυητής του κόσμου της αναγκαιότητας (του «κοινού ιδιωτικού»), τουλάχιστον διαπερνώνταν από μία σύγκρουση διαφορετικών πολιτικο-ιδεολογικών αφηγήσεων. Στο μετανεωτερικό πλαίσιο, η υποχώρηση αυτών των συγκρούσεων, άνοιξε το δρόμο για μια περαιτέρω τεχνοκρατικοποίηση του κράτους. Τώρα, μοιάζει περισσότερο παρά ποτέ, ως ρυθμιστής των αδιαπραγμάτευτων δυνάμεων της οικονομίας. Η πολιτική, στη μετανεωτερική εποχή, αν την εξετάσουμε με βάση την αρχαιοελληνική έννοια, είναι στην πιο α-πολιτική μορφή της. Το δημόσιο, παρότι στον αρχιτεκτονικό/πολεοδομικό σχεδιασμό κατακτά κεντρική θέση, με την κριτική που ασκήθηκε στη μοντέρνα φονξιοναλιστική πολεοδομία, στην κυρίαρχη αντίληψη νοείται περισσότερο ως χώρος αναγκαστικών συναντήσεων στην καθημερινότητα της παραγωγής και της κατανάλωσης παρά ως το πεδίο του «πολιτικού βίου». Αν συνυπολογίσουμε, τη διεισδυτικότητα των υποκειμενοποιητικών μηχανισμών στην ιδιωτική σφαίρα, βλέπουμε πως αυτό που η Arendt ονόμασε «κοινωνικό», ως παράλληλη διάλυση του δημόσιου και του ιδιωτικού, γίνεται ακόμα πιο έντονο.

Όσο αφαιρετικά κι αν παρουσιάζονται οι συσχετίσεις των δύο αυτών πραγματικοτήτων, είναι καθοριστικές για το πως αρθρώνονται οι κοινωνίες ακόμα και στη φάση της σημερινής εποχής. Η ιστορική αναδρομή στη σημασία που αποδίδονταν σ’ αυτές τις έννοιες, βοηθάει αφενός στο να απεγκλωβιστούμε από μία μονοσήμαντη-εμπειρική αντιμετώπιση αυτής της σχέσης, και προχωρώντας, στο να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την πολλαπλότητα που παρουσιάζει όταν επιχειρείται να εξειδικευτεί σε συγκεκριμένες κλίμακες της κοινωνικής ζωής.

Πηγή:
απόσπασμα από την διπλωματική εργασία
των
Μάνος Αργύρης – Θάνος Μακρυνικόλας

Με τίτλο
Από την πολυκατοικία στο τετράγωνο: Ένα μοντέλο επαναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου και του ιδιωτικού

https://akea2011.com/2014/06/07/polikatikiatetragono/

πίνακας:Daniel Authouart

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Υπό το πρίσμα ενός θρησκευτικού και μεσσιανικού οράματος


... εδώ παρουσιάζεται μια από τις ενδείξεις του μυστηρίου του πως εξηγείται το γεγονός ότι πλήθος νεαρών ατόμων, από τα πλέον αξιόλογα των περασμένων γενεών, ενώ βρέθηκαν ενώπιον των πιο συντριπτικών αποδείξεων όσο αναφορά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, του πιο βάναυσου ίσως αστυνομικού κράτους που ιδρύθηκε ποτέ, της αστικής δικτατορίας του Στάλιν, συνεχίζουν να υπηρετούν, να πιστεύουν και να πεθαίνουν.
Η κατανόηση του φαινομένου μιας τέτοιου είδους στάσης είναι εφικτή μόνο μέσα από το πρίσμα ενός θρησκευτικού και μεσσιανικού οράματος, μέσα από την μεγάλη υπόσχεση ότι θα περάσεις τα μύρια όσα, αν χρειαστεί, επειδή το πεπρωμένο σε οδηγεί στο προφητικό δρόμο της ανάστασης του ανθρώπου, στο βασίλειο της δικαιοσύνης.
Ακριβώς επειδή το μεσσιανικό σενάριο της απολύτρωσης του ανθρώπου και της εγκαθίδρυσης του βασιλείου της δικαιοσύνης επί της γης συνεχίζει να αιχμαλωτίζει το ανθρώπινο πνεύμα ( έχοντας ξεφύγει προ πολλού από τα θεολογικά του ερείσματα), κάθε ελπιδοφόρα εμπειρία πυροδοτεί την φαντασία πολύ περισσότερο από τα πολιτικά γεγονότα...

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Νοσταλγία του απόλυτου
του George Steiner

πίνακας: Komar & Melamid 

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

SURVIVOR : Η κατασκευασμένη αλήθεια είναι πάντα ένα ψέμα!


Εισαγωγή
Το τηλεοπτικό παιχνίδι του SURVIVOR μόνο reality shows δεν είναι.  Ο τηλεοπτικός όρος "reality shows", που προσπαθεί να μας πείσει για την “πραγματικότητα” του εγχειρήματος, μόνο στην αλήθεια δεν αναφέρεται. Όλοι οι παράγοντες και οι συνθήκες του παιχνιδιού είναι κατασκευασμένες με επιμέλεια και φροντίδα. Στο βαθμό που αποτελούν προϊόντα με στόχο να επιφέρουν το κέρδος στον παραγωγό τους, δεν αφήνουν την “πραγματικότητα” να εξελιχθεί φυσιολογικά. Αυτό γίνεται διότι κάθε παραγωγός πρέπει να ελέγξει την παραγωγή, που σημαίνει την πραγματικότητα. Πρέπει να ελέγξει την εξέλιξη και την ανάπτυξη του παιχνιδιού- προϊόντος, για να έχει μεγαλύτερη ακροαματικότητα, που σημαίνει μεγαλύτερο κέρδος. Ας αποδεχτούμε λοιπόν ότι στην περίπτωση του SURVIVOR έχουμε να κάνουμε με μια “κατασκευασμένη πραγματικότητα”.
Από την άλλη πρέπει να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε κάθε βράδυ μπροστά σε κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι. Σε ένα πείραμα κοινωνικής ψυχολογίας το οποίο όμως έχει διαστρεβλωθεί σύμφωνα με τις τηλεοπτικές ανάγκες του κάθε καναλιού και τους κερδοσκοπικούς του στόχους. Η διαστρέβλωση επικρατεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη όπου παρουσιάζεται. Είμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα πείραμα του οποίου οι συμμετέχοντες δεν είναι μόνο αυτοί που παίζουν, αλλά και αυτοί που παρακολουθούν, οι οποίοι καλούνται κάθε φορά να διαλέξουν ένα παίχτη που θα συνεχίσει ή θα αποκλειστεί από την ομάδα. Δηλαδή η έννοια του πειραματόζωου δεν σταματάει στους πρωταγωνιστές του παιχνιδιού αλλά και σε εμάς, του θεατές!

Κάθε χώρα λοιπόν διεκδικεί το δικό της παιχνίδι. Στην Αμερική υπάρχει εδώ και 30 χρόνια σε ετήσια βάση. Στην Γαλλία κλείνει δέκα χρόνια συνεχούς παρουσίας. Στην μικρή μας χώρα μετά από μία παύση 13 χρόνων επανέρχεται.
Όμως για να δούμε πάνω σε τι στηρίχτηκε αυτό το παγκόσμιο παιχνίδι.
Το πείραμα της Οκλαχόμα
Ο ιδρυτής της κοινωνικής ψυχολογίας Muzafer Sherif την δεκαετία του 601, θέλησε να παρατηρήσει και να αναλύσει την συμπεριφορά δύο ομάδων παιδιών σε σχέση με το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα και την επίδραση που θα είχε στις σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες.
Τι έκανε λοιπόν αυτός ο επιστήμονας; Σε ένα πάρκο της Οκλαχόμα, από το οποίο πήρε και το όνομά του το πείραμά του, σε πρώτη φάση μάζεψε 22 αγόρια 11 και 12 χρονών σε μια κατασκήνωση χωρίς αυτά να γνωρίζουν ότι ήταν υποκείμενα πειράματος. Πριν φθάσουν στην κατασκήνωση είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες. Την πρώτη εβδομάδα τα παιδιά δεν ήξεραν ότι υπήρχε και μια άλλη ομάδα στο πάρκο της κατασκήνωσης.
Οι ερευνητές στο διάστημα αυτό, φρόντισαν να ενδυναμώσουν του δεσμούς της ομάδας. Δημιούργησαν ευχάριστα παιχνίδια όπου ο καθένα μπορούσε να βρει την θέση του και να έρθει κοντά στους άλλους. Επίσης τα έβαλαν να βρουν ένα όνομα το οποίο το έγραψαν όλα στα μπλουζάκια τους και βρήκαν και μια σημαία - λάβαρο το οποίο το κρέμασαν, ορίζοντας την περιοχή τους.
Έτσι κατάφεραν να δημιουργήσουν συνεκτικούς δεσμούς ανάμεσα στα παιδιά και να μεγαλώσουν το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα. Δηλαδή να δημιουργήσουν μια ταυτότητα της ομάδας και κάθε παιδί να αναλάβει ένα ρόλο μέσα σε αυτή.
Σε δεύτερη φάση και εφόσον η ταυτότητα της ομάδας είχε παγιωθεί οι ερευνητές δημιουργούν μια αναστάτωση φανερώνοντας ότι υπάρχει και μια άλλη ομάδα στο πάρκο. Η επαφή τους δεν ήταν εύκολη και τις έφερε αντιμέτωπες, έτοιμες να συγκρουστούν λεκτικά.
Για να το πάνε πιο μακριά οι ερευνητές προτείνουμε κάποιους αθλητικούς αγώνες ανάμεσα στις δύο ομάδες στους οποίους όρισαν ότι μόνο η μια ομάδα θα μπορούσε να είναι νικήτρια. Σε αυτή την περίπτωση η αντιπαλότητα ανάμεσα τους έφθασε στο παροξυσμό. Παρατηρήθηκαν προκλήσεις, επιθετικές συμπεριφορές και εμφανίστηκαν αρνητικά στερεότυπα.
Στο τέλος όταν μια ομάδα κέρδισε κατέβασε την σημαία της άλλης και τοποθέτησε την δικιά της σαν στοιχείο κυριαρχίας της. Επίσης άρχισαν να τραγουδάνε κοροϊδευτικούς στοίχους για την άλλη ομάδα και σε αυτή την φάση δεν δέχονταν να φάνε μαζί. Συνέχιζαν να δημιουργούν στερεότυπα αρνητικά, η μία για την άλλη, να αναπτύσσουν ιδεολογήματα εις βάρος της και μα μιλάνε υποτιμητικά και με μεγάλη αποστροφή για την παρουσία των μελών της.
Στην τρίτη φάση οι ερευνητές έβαλαν στόχο την επανασύνδεση των δύο ομάδων και την μείωση της έντασης μεταξύ τους. Έτσι σαν πρώτη πράξη μάζεψαν τις δύο ομάδες για να δουν ένα φιλμ μαζί, πράγμα που δεν λειτούργησε όπως περίμεναν. Μετά προτείνουν στις ομάδες να λύσουν από κοινού κάποια προβλήματα. Τους είπαν π.χ. ότι το νερό της πηγής που έπιναν κάτι έγινε και δεν ήταν καθαρό πλέον και ότι έπρεπε να βρουν μια καινούργια πηγή, κάτι που ανάγκασε τις δύο ομάδες να συνεργαστούν και να οργανώσουν από κοινού την έρευνά τους, πράγμα που το καταφέρνουν. Στην δεύτερη δοκιμασία τα παιδιά βρέθηκαν με μεγαλύτερη ευκολία να συνεργάζονται και στο τέλος δέχτηκαν να φάνε και μαζί. Από εκείνη την στιγμή και μετά οι σχέσεις του βελτιώθηκαν σημαντικά ώστε να φαίνονται σαν μια ομάδα.
Τα συμπεράσματα από του πείραμα ήταν:
α) πρώτον, ότι η αντίληψη που έχουμε για τις άλλες κοινωνικές ομάδες εξαρτάται από τον τύπο των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις ομάδες καθώς και στην ομάδα που ανήκουμε.
β) Δεύτερον, ότι όταν υπάρχει μια ανταγωνιστική κατάσταση ανάμεσα στις ομάδες αναπτύσσεται και στα μέλη τους. Κάθε μια υποτιμά την άλλη και γενικά σχηματίζεται και διατηρείται μια αρνητική εικόνα για αυτή και για τα μέλη της.
γ) Τρίτον η αντιπαλότητα προς την άλλη ομάδα μεγαλώνει την συνοχή της κάθε ομάδας. Μεγαλώνει την αίσθηση της διαφορετικότητας τους από τους άλλους και την αρνητική αντίληψη για τα χαρακτηριστικά των μελών της άλλης ομάδας.
Ο SURVIVOR
Με το παραπάνω λοιπόν πείραμα βλέπουμε ο SURVIVOR δεν είναι ένα απλό παιχνίδι, αλλά επανάληψη ενός πειράματος του οποίου έχουν αφαιρεθεί βασικά χαρακτηριστικά της αρχικής πειραματικής συνθήκης. Πρέπει να ξέρουμε ότι κάθε πείραμα έχει και δικλίδες ασφαλείας. Δηλαδή οι συνθήκες του πειράματος είναι διαμορφωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί η πραγμάτωσή του χωρίς να ξεφύγει από τον αρχικό προγραμματισμό του.
Στο πείραμα του Muzafer Sherif η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα ανάμεσα στις ομάδες είχε κάποιο όριο ασφαλείας το οποίο οι επιστήμονες δεν επιτρεπόταν να περάσουν. Στην περίπτωση του SURVIVOR παρατηρούμε ότι ηθελημένα οι δικλίδες ασφαλείας έχουν καταργηθεί. Ότι η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα μέσα και έξω από την ομάδα ωθείται μέχρι την ψυχολογική συντριβή του άλλου και με την βοήθεια των θεατών!
Δηλαδή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το πείραμα έχει διαστρεβλωθεί τόσο ο χαρακτήρας του όσο και ο σκοπός του. Σε αυτή την περίπτωση διακρίνουμε τρεις βασικούς πρωταγωνιστές τους οποίους η “κατασκευασμένη” πραγματικότητα χρησιμοποιεί με διαφορετικό τρόπο αλλά πάντα για το δικό της ιδεολογικό και κερδοσκοπικό συμφέρον. Τον παίχτη, την ομάδα και τον θεατή
Α) Ο Παίχτης
Παίρνοντας δυο ομάδες ανθρώπων και στερώντας τους την τροφή σαν στοιχείου του παιχνιδιού, δηλαδή ποντάροντας στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ήδη τους γυρνάς στο πρωτογονισμό, αφαιρώντας τους οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό που τους διακρίνει. Το γεγονός ότι ο κάθε παίχτης παρουσιάζεται με κάποια ιδιότητα που είχε στην κανονική του ζωή δεν έχει καμιά σημασία για εκείνον όσο για την φαντασίωση του θεατή.
Αυτό που βλέπουμε σαν παίχτη είναι ένα υποκείμενο το οποίο στην ουσία δέχτηκε, έναντι χρηματικής προσφοράς, να στερηθεί την ταυτότητα του, και να αφεθεί σε ένα χώρο του οποίου οι συνθήκες δεν ελέγχονται από τον ίδιο. Συμφώνησε λοιπόν με το παιχνίδι που του ζητά να απογυμνωθεί από οποιαδήποτε ιδιότητα που το διέκρινε στην κανονική του ζωή και να προσπαθήσει να κατασκευάσει μια καινούργια ταυτότητα, μέσα στην ομάδα, με αντικείμενο συμμετοχής, αθλήματα που το οδηγούν στην παιδικότητα.
Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με “παίχτες” οι οποίοι δέχτηκαν να “πουλήσουν” την εικόνα τους και να δεχτούν την στέρηση και τις δοκιμασίες που ορίζει η “κατασκευασμένη πραγματικότητα” για να κερδίσουν το μεγάλο... χρηματικό έπαθλο.
Β) Η ομάδα
Στο βαθμό, που όπως αναφέραμε το υποκείμενο έχει απογυμνωθεί από την προσωπικότητα του, η ομάδα γίνεται ένας σημαντικός παράγοντας χαράς, ή θλίψης, συντροφικότητα, ή μοναξιάς. Η ομάδα είναι αναγκαστική, είναι και αυτή μια “κατασκευασμένη” συνθήκη η οποία δεν επιβεβαιώνει κανένα μέλος της, αλλά πολύ εύκολα μπορεί να γυρίσει εναντίον του. Η ομάδα μπορεί να φαίνεται υποστηρικτική, αλλά στην ουσία είναι επικριτική. Είναι πάντα εκεί για να κρίνει το υποκείμενο και να ορίσει την παρουσία του σαν θετικό, ή αρνητικό παράγοντα.
Το συναίσθημα αλληλεγγύης που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στην ομάδα, στην ουσία δεν έχει συνέχεια. Αποτελεί ένα περιφερειακό στοιχείο και μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί σαν παραβατική συμπεριφορά σύμφωνα με τον κανόνα της. Η κατάσταση αυτή αφήνει ακάλυπτο το υποκείμενο έτσι ώστε η μοναχικότητα του να αποτελεί από την μια τον εφιάλτη του και από την άλλη την σωτηρία του.
Μέσα στην ομάδα, ο φόβος που κυριαρχεί απέναντι στα μέλη της, είναι μεγαλύτερος από το φόβο της άλλης ομάδας. Η υπακοή στο κανόνα του παιχνιδιού που ζητά τον εξοστρακισμό κάποιου μέλους από τα άλλα, κάνει στην ομάδα να επικρατεί η αρνητικότητα για τον άλλον. Έτσι σε συνεχή βάση η παρουσία του άλλου, για το υποκείμενο είναι ανταγωνιστική ακόμα και όταν το αγκαλιάζει και εκδηλώνει την χαρά του.
Ο κάθε παίκτης λοιπόν δεν μπορεί να αισθανθεί σιγουριά και συμμαχία ούτε μέσα της, αλλά ούτε έξω από αυτή. Είναι απομονωμένος ακόμα και αν φαίνεται να ανήκει σε αυτή. Άρα η βασική πειραματική συνθήκη στο πείραμα του Muzafer Sherif να κάνει τους παίχτες να αισθανθούν και να αφομοιωθούν από την ομάδα, να αισθανθούν ότι “ανήκουν” σε αυτή, στο SURVIVOR δεν υφίσταται καν!
Σε αυτή την περίπτωση η ομάδα είναι μέσον και όχι σκοπός. Δηλαδή είναι το εργαλείο για να φθάσει το υποκείμενο στο προσωπικό του στόχο. Την χρησιμοποιεί αλλά δεν πρέπει να αισθάνεται κομμάτι της. Μέσα από τους όρους του παιχνιδιού είναι καταδικασμένος να είναι με τους άλλους, αλλά να μην ξεχνά ότι πολεμά μόνο για το τομάρι του και για κανένα άλλο.
Οι άλλοι είναι σκαλοπάτια για να φθάσει στο σκοπό του. Έτσι η συλλογικότητα είναι ένα στοιχείο χρήσιμο για να προάγει μόνο την ατομικότητα και για κανένα λόγο την συντροφικότητα. Δηλαδή ο κάθε συμμετέχων χρησιμοποιεί την ομάδα που ανήκει για το δικό του συμφέρον. Ποτέ όλοι μαζί δεν θα φτάσουν κάπου, έτσι η επικοινωνία και η αλληλοβοήθεια, είναι ιδέες περιχαρακωμένες από τους όρους του παιχνιδιού. Ο στόχος του κάθε παίχτη είναι να περιοριστεί η παρουσία των μελών της ομάδας, για να μείνει ο μόνος νικητής της.
Όπως είναι φυσικό οι συναισθηματικές σχέσεις που μπορούν να αναπτυχθούν στην ομάδα είναι πάντα εκτεθειμένες στο βασικό νόμο το παιχνιδιού ο οποίος τα μόνα συναισθήματα που πυροδοτεί και επιτρέπει στα μέλη της, είναι ο ανταγωνισμός, η αντιπαλότητα, ο διαχωρισμός και η διαφορετικότητα. Ακόμα λοιπόν και αν υπάρξουν στιγμές αλληλεγγύης αυτές είναι στα πλαίσια του βασικού στόχου του αποκλεισμού του άλλου.
Όπως καταλαβαίνετε έχουμε να κάνουμε με ένα οργανωμένο σύστημα το οποίο ποντάρει στον έναν ή την μια, τον πιο δυνατό ή την πιο δυνατή, τον πιο ανθεκτικό, ή την πιο ανθεκτική,. Ποντάρει σε αυτήν, ή αυτόν που θα μπορέσει να επιβιώσει όχι στις δήθεν συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά στους νόμους και τα πλαίσια του κατασκευασμένου, αχαλίνωτου ανταγωνισμού του παιχνιδιού!
Με λίγα λόγια στο SURVIVOR έχουμε την αναβίωση συνθηκών του καταστροφικού νέο-φιλελευθερισμού όπου επικρατεί η αγριότητα του ανθρώπινου πρωτογονισμού. 'Όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θριαμβεύει, ακόμα και όταν η αφθονία ρέει από παντού. 'Έτσι το υποκείμενο σαν μονάδα πορεύεται ενάντια στους άλλους, αναγκασμένο να τους χρησιμοποιεί, σαν απλά μέσα για το συμφέρον του και το αντίθετο.
Όλα λοιπόν τα άλλα συναισθήματα αλληλεγγύης και συντροφικότητας που προβάλλονται ανάμεσα στους παίχτες είναι για την κατανάλωση του θεατή. Είναι περιχαρακωμένα από το βασικό όρο του παιχνιδιού την αντιπαλότητα και την προσπάθεια εξόντωσης του αντιπάλου μέχρις εσχάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο όπως είπαμε μεγαλώνουν τα στερεότυπα για τον άλλον, και για την άλλη ομάδα. Μεγαλώνουν οι διαφοροποιήσεις και τα ιδεολογήματα που καλλιεργούν την ανωτερότητα και την κατωτερότητα, την υπεροχή και την ανάγκη της υποταγής, την απομόνωση και την επιθετικότητα στον αδύνατο από το φόβο μήπως ο καθένας μετατραπεί σε αποδιοπομπαίος τράγος της ομάδας, δηλαδή γίνει ο αδύνατος και εισπράξει την βία των άλλων.
Σε αυτή την “κατασκευασμένη πραγματικότητα” τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα είναι τεχνικά τοποθετημένα ακόμα και η καλλιέργεια του σεξισμού εφόσον ένας απαράβατος όρος του παιχνιδιού είναι οι παίχτες να είναι πολύ ελαφριά ντυμένοι έτσι ώστε να εξάπτουν το σεξουαλική φαντασίωση του θεατή. Δηλαδή τα γυμνά γυμνασμένα ηλιοκαμένα κορμιά των παιχτών είναι απαράβατοι όροι για την επίτευξη της τηλεθέασης και αποτελούν όρο στην αγοραπωλησία τους.
Όλο αυτό το εφιαλτικό γεγονός της κοινωνικής απογύμνωσης λοιπόν, θάβεται κάτω από σώματα γυμνασμένα ηλιοκαμένα που θυμίζουν την ατελείωτη προσπάθεια του κάθε καταπιεσμένου πολίτη της κοινωνίας μας για τον έλεγχο της εικόνας σώματος. Τατουάζ που ξεδιπλώνουν την σημειολογία της ενότητας του καθένα κάτω από την προσπάθεια ελέγχου του μόνου που του έχει απομείνει, αυτού του σώματος, το οποίο λειτουργεί περισσότερο σαν στοιχείο προβολής και όχι ικανοποίησης.
Γ) Οι θεατές
Γ.1.Η ταύτιση
Ο θεατής είναι ο βασικός στόχος του παιχνιδιού. Το παιχνίδι καλλιεργεί τις συνθήκες περισσότερο για τον θεατή παρά για του παίχτη. Καλεί τον θεατή και μάλιστα τον νέο, να ταυτιστεί με την “κατασκευασμένη” πραγματικότητα. Εφόσον εξασφαλίζει την παρακολούθηση, τον κάνει σύμμαχο και αποδέκτη των όρων του παιχνιδιού σαν μια πραγματικότητα πιθανή και επιτρεπτή. Μια πραγματικότητα της οποίας η παρουσία νομιμοποιείται μέσα από το παιχνίδι, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Μαθαίνει να γίνεται αποδεχτή η υποταγή στο σύστημα του άκρατου κοινωνικού ανταγωνισμού, δηλαδή του νέο-φιλελευθερισμού. Έτσι ο κάθε νέος πολίτης μπορεί να είναι ένας εν δύναμή παίχτης του κοινωνικού SURVIVOR της καθημερινότητας.
Το SURVIVOR επαναλαμβάνει την ζωή στο χειρότερό της επίπεδο δίνοντας την εντύπωση του καινούργιου που στην ουσία είναι η επιστροφή στο παλιό. Αν “Γνωστοί” ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι τα νέα παιδιά αναζητάνε μέσα από αυτό το παιχνίδι την ταυτότητα τους, και προσπαθούν να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου, και αν ισχυρίζονται χωρίς μεγάλη σκέψη, ότι το SURVIVOR τους προσφέρει αυτή την ευκαιρία, θα συμφωνήσω εν μέρη, αλλά θα ήθελα να πω ότι η ταύτιση αυτή είναι επικίνδυνη για τον κάθε νέο θεατή.
Διότι αυτό που παρακολουθούν κάθε βράδυ οι θεατές δεν είναι παρά υποβιβασμένες υπάρξεις παραδομένες στις συνθήκες ενός σαρκοφάγου συστήματος. Η ικανότητα τους να αντεπεξέλθουν και να νικήσουν, αποπροσανατολίζει την ταύτιση, όχι τόσο στο “περιεχόμενο” του παιχνιδιού, αλλά όσο στις “διαδικασίες” του.
Γ.2. Το “περιεχόμενο”και η “διαδικασία”
Οι παίχτες μέσα από την αλλοτρίωση τους γίνονται οι ήρωες που αποδεχόμενοι τις παράλογες συνθήκες υποταγής θα βγούνε νικητές υποτάσσοντας τους άλλους στο δρόμο τους. Η ταύτιση του θεατή μαζί τους, με την προσπάθειά τους έχει συνειδητά αλλά και ασυνείδητα σημεία.
Σε συνειδητό επίπεδο ο θεατής ταυτίζεται με την “διαδικασία” με τη συμπεριφορά του πρότυπου του “άγριου” άντρα, του “ κυνηγού”, που τόσες αιώνες επέβαλε την βίαιη παρουσία του και από την άλλη ταυτίζεται με το πρότυπο της γυναίκας σαν σεξουαλικό αντικείμενο. Ασυνείδητα η ταύτιση έχει να κάνει με το “περιεχόμενο”, δηλαδή με την “εσωτερίκευση” της διαταγής, της “αποδοχής” της συνθήκης υποταγής, της “ανημποριάς” μπροστά στην δύναμη του συστήματος που επιβάλλει το παιχνίδι του.
Το “περιεχόμενο” λοιπόν είναι η πλήρης αποδοχή των εξευτελιστικών όρων ύπαρξης του υποκειμένου για οικονομική αμοιβή. Το “περιεχόμενο” εμπεριέχει το άγχος της έλλειψης επιλογής, την αγοραπωλησία του υποκειμένου και την εξάρτησή-αιχμαλωσία του σαν παίχτης από το σύστημα.
Η “διαδικασία” είναι το παιχνίδι με τους άλλους παίχτες για την επιβίωση και την νίκη. Η “διαδικασία” του παιχνιδιού παρουσιάζει την ψευδό-αντίσταση του παίκτη στις κατασκευασμένες συνθήκες. Παρουσιάζει ότι πολεμά! Αντιστέκεται!
Γ.3. Το άγχος
Άρα αυτό που κάνει τους νέους θεατές να παρακολουθούν το SURVIVOR μπορεί να μην είναι η ευχαρίστηση της αντίστασης, δηλαδή της “διαδικασίας”, όπως μπορεί να ισχυριστούν οι “Γνωστοί” ψυχολόγοι, όσο το άγχος του “περιεχομένου”. Το άγχος που μπορεί να έχει σχέση με τους παίχτες του παιχνιδιού, αλλά έρχεται να “ακουμπήσει” το εσωτερικευμένο άγχος για την δική τους εξέλιξη και ανάπτυξη στο επερχόμενο κοινωνικό παιγνίδι που δεν προσφέρει παρά μια επιλογή στο νέο και στην νέα, αυτή της ανεργίας, ή της υποταγής στους σκληρούς όρους εκμετάλλευσης του κοινωνικού “παιχνιδιού”.
Δεν έχουμε να κάνουμε λοιπόν, μέσα από την ταύτιση με τους παίχτες του SURVIVOR, με την απόκτηση ταυτότητας, αλλά με την έλλειψη της. Εφόσον οι παίχτες, όπως αναφέραμε πάρα πάνω είναι απογυμνωμένοι από τις ιδιότητες τους και κρατάνε μόνο το πρωτογονισμό, τόσο του υποκειμένου, όσο και του συστήματος, με αυτό που μπορούν να ταυτιστούν οι νέοι είναι αυτός ο πρωτογονισμός. Με τις συνθήκες του παιχνιδιού που τους γεμίζουν άγχος και απογοήτευση. Η αγωνία του θεατή από ένα σημείο και μετά γίνεται ένα κατασκευασμένο προϊόν- και δεν εξαρτάται από ίδιο, αλλά από το σύστημα.
Τέλος...
Το SURVIVOR προετοιμάζει και θέλει να μάθει τους νέους να υποτάσσονται και να αποδέχονται μια “κατασκευασμένης πραγματικότητας” προβάλλοντας μια μορφή αντίστασης η οποία δεν την καταργεί, αλλά την αναπαράγει. Απλά κάθε παίκτης του SURVIVOR μόνο ταυτιζόμενος με το σύστημα της “κατασκευασμένης πραγματικότητας” θα μπορέσει να επιβιώσει.
Μόνο όταν ο ίδιος γίνει αδυσώπητος όπως το σύστημα θα καταφέρει να νικήσει. Μόνο όταν “κατασκευαστεί” σαν ο σούπερ ήρωας, ο οποίος, στην ουσία δεν παρουσιάζεται να νικάει το σύστημα, αλλά γίνεται αυτός το σύστημα που ισοπεδώνει τους άλλους.
Θεωρώ όμως ότι το πιο σημαντικό είναι να έχουμε υπόψιν, σαν θεατές του SURVIVOR, ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης, οι αντιπαλότητες, τα μίση, και οι αντιπαραθέσεις, δεν είναι στοιχεία του χαρακτήρα των παιχτών όσο των “κατασκευασμένων συνθηκών”, δηλαδή των νόμων του παιχνιδιού, στους οποίους οι συμμετέχοντες αναγκάζονται να υποταχθούν για να επιβιώσουν και να... κερδίσουν.
Κερεντζής Λάμπρος
σημειώσεις

http://www.madmoizelle.com/conflits-groupes-243575

φωτό: Ο Σάκης Τανιμανίδης