Για τους μύθους του γάμου



Le regard


«Έρως ανίκατε μάχαν;»: 
Μια εμπειρική έρευνα

Οι μύθοι για την οικογένεια και το γάμο ορίζονται ως κοινά αποδεκτές πεποιθήσεις αναφορικά με τους συγκεκριμένους θεσμούς, οι οποίες δεν στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα (Larson, 1988). Οι μύθοι, γενικά, αποτελούν πρώτη ύλη των στερεοτύπων και, όπως αυτά, αξιώνουν συσχετίσεις που βασίζονται στη γνωστική κατηγοριοποίηση, την υπεραπλούστευση και την αυθαίρετη γενίκευση (Tajfel, 1981).

Για παράδειγμα, η αντίληψη ότι «τα παιδιά φέρνουν ευτυχία» αναμένεται να ισχύει και να είναι διαχρονικά έγκυρη, ανεξάρτητα από άλλες παραμέτρους (π.χ., ποιότητα της συζυγικής σχέσης, επαγγελματική-οικονομική κατάσταση των γονέων). Επίσης, στην πρόταση αυτή υπονοείται λανθασμένα ότι η ευτυχία είναι μια κατηγορική μεταβλητή διωνυμικού τύπου, η οποία είτε υπάρχει είτε όχι. Η μελέτη παρόμοιων πεποιθήσεων εμπίπτει στο πεδίο της κοινωνικής γνώσης (social cognition), η οποία παρέχει στην κοινωνικοψυχολογική έρευνα ένα σύνολο υποθέσεων εργασίας για την κατανόηση της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς και των παρεμβαλλόμενων ενδοατομικών, γνωστικο-συναισθηματικής φύσης, παραγόντων που την καθορίζουν (Fiske & Taylor, 1991).

Σύμφωνα με μια άλλη προσέγγιση, οι μύθοι για την οικογένεια και το γάμο είναι ενσωματωμένοι στις κοινωνικές αναπαραστάσεις (social representations) των θεσμών αυτών, δηλαδή ουσιαστικά αφορούν συστήματα αξιών, πεποιθήσεων και πρακτικών, τις οποίες οι άνθρωποι χρησιμοποιούν για να κατανοήσουν τον κόσμο και να επικοινωνήσουν (Lawes, 1999).

Πρόκειται για σημεία αναφοράς, με βάση τα οποία ένα άτομο ή μια ομάδα παρατηρεί και ερμηνεύει τα γεγονότα και τις καταστάσεις. Στο παράδειγμά μας, η πρόταση «τα παιδιά φέρνουν ευτυχία» ενεργοποιεί ορισμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις στον αποδέκτη της σχετικά με το τι σημαίνει παιδική ηλικία και τι ευτυχία, υπονοώντας ότι αμφότερα τα μέρη της επικοινωνίας συμμερίζονται ως ένα βαθμό κοινές βασικές γνώσεις για το κοινωνικό νόημα των παραπάνω εννοιών.

Μια διαφορά ανάμεσα στην προσέγγιση της κοινωνικής γνώσης και σε αυτή των κοινωνικών αναπαραστάσεων είναι ότι, στη μεν πρώτη, το περιεχόμενο των πεποιθήσεων διαχωρίζεται από τις γνωστικές διαδικασίες της επεξεργασίας του, ώστε αυτές να διερευνηθούν ως οικουμενικές ψυχολογικές ιδιότητες, ενώ στη δεύτερη δεν υφίσταται τέτοια διάκριση1. Και οι δύο προσεγγίσεις, ωστόσο, αποκαλύπτουν πώς η κατηγοριοποίηση μπορεί να ερμηνεύσει την πρόσληψη και τη διαιώνιση των μύθων του γάμου με μηχανισμούς, όπως η ενσωμάτωση των νέων πληροφοριών στα ήδη υπάρχοντα γνωστικά σχήματα (η οποία καταλήγει στη σταδιακή «εξοικείωση με το ανοίκειο») και κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ιδιαίτερα όταν οι προσλαμβανόμενες πληροφορίες είναι ελλιπείς ή ασαφείς (Semin, 1995).

Λειτουργίες των μύθων του γάμου

Το περιεχόμενο των μύθων του γάμου συχνά αντανακλά παραδοσιακές οικογενειακές αξίες (Larson, 1988). Ως έκφραση αξιών, οι μύθοι του γάμου αποτελούν μια νοερή σύλληψη του κοινωνικά επιθυμητού. Σκιαγραφούν τον «ιδανικόγάμο», ο οποίος λειτουργεί ως πρότυπο, ως σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης. Η εκδήλωση συμπεριφορών που είναι συμβατές με τις αξίες, προσδίδει ικανοποίηση στο άτομο. Έχει επισημανθεί εξάλλου ο λειτουργικός ρόλος των στάσεων ως
προεκτάσεων των αξιών (Katz, 1960).

 Σύμφωνα με τη θεωρία της προσδοκίας-αξίας (expectancy-value), η ελκυστικότητα μιας συμπεριφοράς και, συνακολούθως, η πιθανότητα δραστηριοποίησης του ατόμου εξαρτάται από τις αξίες που αναμένεται ναπροαγάγουν ή να υπονομεύσουν οι συνέπειες τις συγκεκριμένης συμπεριφοράς (Feather, 1990). Η υιοθέτηση στάσεων και συμπεριφορών σχετικά με την οικογένεια και το γάμο, οι οποίες αντανακλούν ενσωματωμένους μύθους στο αξιοκρατικό σύστημα του ατόμου, συμβάλλει στην περαιτέρω ενίσχυση και διαιώνιση των αντιλήψεων αυτών.

Γιατί όμως οι αξίες συνδέονται με μύθους, δηλ. γενικές πεποιθήσεις που δεν συνάδουν με την πραγματικότητα; Είναι γεγονός ότι οι σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές επηρέασαν τη δομή και τη λειτουργία της οικογένειας, στην Ελλάδα (Georgas, 1989) και διεθνώς (Morris & Carter, 1999). Ως αποτέλεσμα, ορισμένες παραδοσιακές αξίες απώλεσαν το λειτουργικό χαρακτήρα τους και επιβιώνουν πλέον ως μύθοι, εφόσον η αλλαγή των αξιών συντελείται με βραδύτερο ρυθμό από ό,τι οι τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις (Μουσούρου, 1999).

Ένας άλλος ρόλος των γενικών πεποιθήσεων για το γάμο είναι ο γνωστικός και προέρχεται, επίσης, από το λειτουργικό μοντέλο των στάσεων (Katz, 1960). Οι μύθοι χρησιμεύουν ως στρατηγικές αντιμετώπισης προβλημάτων. Σε γνωστικό επίπεδο, ενισχύουν τις «δυνάμεις έλξης» και αντιμάχονται τα «εμπόδια», δηλ. τα κόστη που συνεπάγεται μια σχέση, σύμφωνα με την ορολογία του Levinger (1999), το μοντέλο του οποίου προέρχεται από τις θεωρίες της κοινωνικής ανταλλαγής (social exchange).

 Σε συναισθηματικό επίπεδο, οι μύθοι του γάμου τροφοδοτούν τους συζύγους με θετικά συναισθηματικά αποθέματα. Σε πρακτικό επίπεδο, αποτελούν χρηστικούς «οδηγούς συμπεριφοράς» που αναπληρώνουν την έλλειψη εμπειρίας και τα κενά γνώσεων των συζύγων. Είναι ακριβώς η αναγνώριση της απουσίας σχετικής προετοιμασίας των νέων ζευγαριών, η οποία έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη συστηματικών προγραμμάτων εκπαίδευσης για το γάμο, ως ενδεικνυόμενη μορφή πρόληψης, σε αντιδιαστολή με τις παρεμβάσεις «εκ των υστέρων», όπως η οικογενειακή θεραπεία και η συμβουλευτική ζευγαριών (Hawkins, Carroll, Doherty & Willoughby, 2004).

Η πολιτισμική διάσταση των αντιλήψεων για το γάμο συνδέεται με το γενικότερο αξιοκρατικό σύστημα και τη δομή της οικονομικής-κοινωνικής οργάνωσης, εφόσον η κοινωνική αναπαράσταση του γάμου και η θεσμική αντιμετώπισή του αναμένεται να διαφέρουν διαπολιτισμικά. Έρευνα του Levine και των συνεργατών του σε 11 χώρες αποκάλυψε ότι οι ατομικιστικές κοινωνίες, συγκριτικά με τις κοινωνίες συλλογικότητας, τείνουν να αποδίδουν μεγαλύτερη έμφαση στον έρωτα, ιδιαίτερα όσον αφορά στη σύναψη του γάμου (Levine, Sato, Hashimoto & Verma, 1995). Η ίδια η έννοια του έρωτα φαίνεται ότι ορίζεται με διαφορετικό τρόπο μεταξύ πολιτισμών. Οι Smith και Bond (2005) συνοψίζουν τα αποτελέσματα ερευνών που δείχνουν ότι ο έρωτας συνδέεται διαπολιτισμικά με μία
τόσο ευρεία γκάμα συναισθημάτων, η οποία κυμαίνεται από την ευτυχία μέχρι τη θλίψη. Οι Simmons, Von Kolke και Shimizu (1986, αναφ. στο Smith & Bond, 2005) βρήκαν ότι ορισμένες πεποιθήσεις για τον έρωτα σε κάποιες χώρες αποτελούν μύθους (δηλ. υιοθετούνται από τη μεγάλη πλειοψηφία των ατόμων) ενώ σε άλλες όχι. Για παράδειγμα, η πρόταση «οι ερωτευμένοι πρέπει να λένε στο σύντροφό τους οτιδήποτε είναι σημαντικό γι’ αυτούς» συνάντησε την αποδοχή του 75% των Γερμανών, του 53% των Αμερικανών και μόνο του 25% των Ιαπώνων. Η συσχέτιση των αντιλήψεων για την οικογένεια και το γάμο με πολιτισμικές παραμέτρους αποτελεί αξιόλογη συνεισφορά της διαπολιτισμικής έρευνας στη μελέτη των στενών διαπροσωπικών σχέσεων (Dion & Dion, 1996).

Συναφής με την πολιτισμική διάσταση των μύθων του γάμου είναι η αναπαραγωγή τους μέσω των μηχανισμών της κοινωνικοποίησης και του επιπολιτισμού. Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαδικασία πολιτισμικής μάθησης. Η πρόσληψη των κοινωνικών αναπαραστάσεων για ζητήματα ηθικής, γενικά, είναι αποτέλεσμα της επαναλαμβανόμενης εμπλοκής των παιδιών σε σχετικές συζητήσεις με ενήλικες, οι οποίοι «χαράσσουν τα όρια μιας κανονιστικής πραγματικότητας και βοηθούν [τα παιδιά] να ενταχθούν εντός του πλαισίου της» (Shweder, 1991, σελ. 191). Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να εντοπίσει δείγματα αναπαραγωγής – μη συστηματικής, έστω, αλλά πάντως όχι γι’ αυτό λιγότερο αποτελεσματικής – των μύθων του γάμου από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τη βιομηχανία της διασκέδασης (ας θυμηθούμε εδώ το γνωστό κινηματογραφικό happy end!).

Συνέπειες των μύθων του γάμου

Οι μύθοι του γάμου έχουν ερευνητικό ενδιαφέρον από κοινωνικοψυχολογική άποψη εξαιτίας των συνεπειών τους. Στο βαθμό που προϋπάρχουν μιας στενής διαπροσωπικής σχέσης, δημιουργούν μη ρεαλιστικές προσδοκίες στα άτομα (π.χ., ότι ο/η σύζυγος μπορεί να είναι συγχρόνως έμπιστος φίλος, τρυφερός εραστής, σοφός σύμβουλος και στοργικός γονέας). Αποτελεί εδραιωμένο εμπειρικό εύρημα η διαπίστωση ότι οι αρχικές προσδοκίες επηρεάζουν τη μελλοντική πορεία μιας στενής
διαπροσωπικής σχέσης με πολλούς τρόπους (Berscheid & Reis, 1998): κατευθύνουν την προσοχή προς τις επιβεβαιωτικές πληροφορίες και την απομακρύνουν από τις μη επιβεβαιωτικές, προκαλούν μεροληπτικές αιτιακές αποδόσεις της συμπεριφοράς του συντρόφου και επηρεάζουν την ανάσυρση των πληροφοριών από τη μνήμη με επιλεκτικό τρόπο. Η, συχνά αναπόφευκτη, διάψευση των ανεδαφικά υψηλών προσδοκιών που θέτουν οι μύθοι του γάμου, επηρεάζει αρνητικά το επίπεδο
ικανοποίησης των συζύγων, δυσχεραίνει την προσπάθεια για ορθολογική αντιμετώπιση των προβλημάτων και συνδέεται με τον αυξανόμενο αριθμό των διαζυγίων (Crosby, 1985).

Η εγκαθίδρυση της ταυτότητας της δυαδικής σχέσης, ως ξεχωριστής οντότητας από το «εγώ» και το «εσύ», διαμορφώνεται με την επίτευξη συμφωνίας γύρω από τις προτεραιότητες και τις αξίες που προάγει η σχέση αυτή (Morris & Carter, 1999). Η συμφωνία υπονομεύεται από τις διαφορετικές, ακόμα και αντικρουόμενες, προσδοκίες που ενδέχεται να εκδηλώσουν τα δύο μέρη, ως απόρροια
της υιοθέτησης μη ρεαλιστικών πεποιθήσεων για τη σχέση. Τέτοιες είναι, π.χ., οι προσδοκίες που βασίζονται στο μύθο της ρομαντικής αγάπης ή στους συζυγικούς ρόλους των δύο φύλων (Larson, 1988).

Μια άλλη διάσταση των αρνητικών επιπτώσεων των μύθων του γάμου είναι η διαμόρφωση αντιφατικών προσδοκιών σε ενδοατομικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο υιοθετεί στάσεις που δεν συμβαδίζουν μεταξύ τους, όπως ο σύζυγος που επιθυμεί η γυναίκα του να εργάζεται έξω από το σπίτι, αλλά ταυτόχρονα η ίδια να αναλαμβάνει και τις οικιακές εργασίες. Οι αλληλοσυγκρουόμενες στάσεις υπονομεύουν την αυτοαντίληψη του ατόμου και την επικοινωνία με τον/τη σύντροφό
του (Feather, 1990).

Εφόσον οι γενικές πεποιθήσεις για το γάμο συνδέονται με τη λειτουργία της κατηγοριοποίησης, είναι πιθανό ότι ενθαρρύνουν τη χρήση στερεοτύπων. Τα σύγχρονα μοντέλα της κοινωνικής γνώσης έχουν δείξει ότι όσο περισσότερο τα άτομα επιδιώκουν να δημιουργήσουν ακριβείς εντυπώσεις κατά την επικοινωνιακή διαδικασία, τόσο πιο πολύ τείνουν να στηρίζονται σε πραγματικές πληροφορίες, παρά
σε κατηγοριακές γενικεύσεις (Fiske & Taylor, 1991). Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει την εγκατάλειψη των μύθων του γάμου ή άλλων στερεοτύπων, και την αιτιακή απόδοση της συμπεριφοράς με βάση τα αντιλαμβανόμενα χαρακτηριστικά του/της συντρόφου.

πηγή:
Βασίλης Γ. Παυλόπουλος
Διδάκτορας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1998. 
Από το 2004 είναι Λέκτορας Διαπολιτισμικής Ψυχολογίας στο ίδιο Τμήμα.

πίνακας:

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου