Η άρνηση και ενοχή στα πλαίσια της οικογένειας






Η ενοχή

Η ενοχή είναι ένα συναίσθημα αναγκαίο στο βαθμό που αποτελεί ένα συναίσθημα όπως τα άλλα, και δεν κατακλείσει τον εαυτό και δεν αποτελεί το βασικό συναίσθημα γύρω από το οποίο κτίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του. Άρα ως ένα βαθμό η ενοχή μας βοηθάει να διορθώσουμε την σχέση μας με τους άλλους. Είναι μια φωνή από την μεριά της συνείδησης που καλά κάνει και υπάρχει σε αυτή την μορφή. Από την στιγμή που αυτή η φωνή γίνει κραυγή τότε η ενοχή αποτελεί ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα που το χαρακτηρίζει μια συνεχής ένταση για κάτι που έκανε το άτομο και δεν έπρεπε να το κάνει, ή για κάτι που δεν έκανε αλλά έπρεπε να το κάνει Όταν ένα άτομο δεν αισθάνεται ικανό να καταφέρει κάτι, αισθάνεται ένοχο. Στην συνέχεια όσο αισθάνεται ένοχο τόσο αισθάνεται ανίκανο να αντιδράσει Η ενοχή λοιπόν καταδεικνύει την αίσθηση ανεπάρκειας του ατόμου, καταδεικνύει ότι δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων.

Η καλλιέργεια της ενοχής ξεκινάει από πολύ μικρή ηλικία και μπορεί να εξελίσσεται σαν βασικό χαρακτηριστικό του ατόμου. Ο Φρόιντ λέει ότι η ενοχή παρουσιάζεται σαν το συναίσθημα που ακολουθεί το άγχος του ευνουχισμού στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Ο φόβος του πατέρα από την επιθυμία της μητέρας. Το δίκαιο του πατέρα και η απειλή που μπορεί να αισθανθεί το παιδί, από αυτόν, αποτελεί το εσωτερικό πεδίο αντιθέτων συναισθημάτων άρα της ενοχής. Ο Λακάν λέει ότι η πιο κρυφή πηγή της ενοχής είναι η αίσθηση του ατόμου κάθε φορά που θα υποκύψει στην επιθυμία του . Ο Λακάν θεωρεί πιο σημαντικό στοιχείο το αδύνατο παρά στο απαγορεύεται μιας πράξης. Διότι, όπως λέει είναι πιο εύκολο να αναμετρηθεί το άτομο με το απαγορεύεται από το να κατανοήσει το αδύνατο. Η Μελανί Κλάιν και Βίννικοτ συνδέουν την ενοχή με την μητέρα και τα αντίθετα συναισθήματα που γεννά στο παιδί η παρουσία της και η εξάρτηση από αυτή. Έχει σχέση με την προσλαβανόμενη ικανοποίηση του παιδιού από την μητέρα και την στέρηση αυτής της ικανοποίησης. Ο θυμός του παιδιού που γεννάται από την στέρηση εκλαμβάνοντας την στέρηση σαν άρνηση της μητέρας, κάνει το παιδί να βρεθεί ανάμεσα σε δυο συναισθήματα, μίσος και αγάπη.

Για τους Lewis Engel και Tom Ferguson η ενοχή έχει σχέση με την οικογένεια και την ικανότητα του παιδιού να βοηθήσει τους γονείς και γεννιέται με την ενσυναίσθηση στα προβλήματα των γονέων. Πολλές φορές το παιδί, ο έφηβος μπορεί να αισθανθεί ένοχο από την έλλειψη ικανότητας να βοηθήσει.

Στην θεωρεία των συστημάτων, στην συστημική θεωρεία, το άτομο προσεγγίζεται σαν μέλος ενός συνόλου, ενός όλου που είναι η οικογένεια και το πρόβλημα που παρουσιάζει αποτελεί στοιχείο της οικογενειακής ζωής και ο καθένας το βιώνει από διαφορετική πλευρά. Το πρόβλημα της ενοχής συνεχίζει να υπάρχει σαν στοιχείο των οικογενειακών σχέσεων, αλλά δεν είναι η ενοχή το ατόμου αλλά του μέλους και αφορά σαν λειτουργία τόσο το άτομο όσο και την οικογένεια.

Άρνηση και ενοχή

Βασικά αυτό που διαπιστώνουμε από τα παραπάνω είναι ότι η ενοχή είναι προιόν των οικογενειακών σχέσεων και έχει σχέση με την επιθυμία και την απαγόρευσή της, αλλά και την ανεκπλήρωτη επιθυμία όπως λέει ο Λακάν. Η πρώτη αίσθηση της ενοχής φαντάζομαι έχει σχέση με την επιθυμία του παιδιού κόντρα στην επιθυμία του γονέα, ή αυτό που ο γονέας εκλαμβάνει σαν αντίσταση, σαν άρνηση. Η αντίθεση του παιδιού στο γονέα αποτελεί για το παιδί μια προσπάθεια να προβάλει την παρουσία του και να επίδραση στο περιβάλλον του.

Το παιδί δεν είναι μια αμελητέα μονάδα μέσα στην οικογένεια, όπως μπορεί να πιστεύουν κάποιοι γονείς. Το παιδί αποτελεί ίσως το σπουδαιότερο παράγοντα επίδρασης της οικογένειας από την πρώτη στιγμή, από την σύλληψή του! Και οι σχέσεις των γονέων μπορούν να το καθορίσουν από την σύλληψή του! Η ενοχή σαν συναίσθημα λοιπόν έχει σχέση με την οικογένεια και την μορφή των αλληλεπιδράσεων μέσα σε αυτή. Δεν αποτελεί μόνο μια ατομική αίσθηση αλλά μια οικογενειακή.

Η άρνηση του παιδιού ή του εφήβου αποτελεί ένα στοιχείο της σχέσης γονέα-παιδιού και όχι μόνο του παιδιού. Η άρνηση είναι μια προσπάθεια επανακαθορισμού της θέσης του παιδιού στην σχέση με τον γονέα και κατ επέκταση με την οικογένεια. Είναι μια προσπάθεια του εαυτού να δηλώσει και να κτίσει την ταυτότητα του, προβάλλοντας την διαφορετικότητα του, και την αξίωση του σεβασμού αυτής της ιδιαιτερότητας, Η ενοχή, που συνοδεύει την άρνηση, δηλώνει πως όλη αυτή η διεργασία αναγνώρισης, αποδοχής και αυτονόμησης που εκφράστηκε μέσα από την άρνηση δεν είναι σωστή, δεν είναι αποδεχτή και μπορεί να επιφέρει και τιμωρία. Μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει στο παιδί, έφηβο ντροπή, ενοχή. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας να ντρέπονται για την ύπαρξή τους.

Κάθε άτομο έχει μια αλήθεια, έχει μια υποκειμενικότητα και μέσα από αυτή διαμορφώνει τον κόσμο. Η άρνηση του παιδιού, εφήβου, την υποκειμενικότητα του θέλει να κάνει σεβαστή στους άλλους. Η άρνηση της υποκειμενικότητας, όμως από τους άλλους, δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει την ενοχική ύπαρξη του παιδιού, εφήβου. Διότι η αίσθηση του εαυτού κλονίζεται από την αμφισβήτηση που εισπράττει και η άρνηση απέναντι σε αυτή δεν είναι παρά ένα μέσον άμυνας απέναντι στην επιθυμία του άλλου, που δεν είναι δική του επιθυμία. Εδώ θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την επιθυμία και την ενοχή έτσι όπως μπορεί να διαμορφωθεί στα οικογενειακά πλαίσια. Στην οικογένεια έχω την εντύπωση ότι καλλιεργείται η ενοχή της επιθυμία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταλήγουμε στην επιθυμία της ενοχής. Η επιθυμία δηλώνει την προσπάθεια αυτονόμηση του παιδιού, εφήβου, δηλώνει προσπάθεια ύπαρξης απέναντι στην επιθυμία του άλλου.


Προσδοκίες και ενοχή στην οικογένεια


. Η αντίθεση με την επιθυμία της οικογένειας, όπως είπαμε πάρα πάνω, είναι η πρώτη ενοχή που μπορεί να νιώσει ένα παιδί. Η αντίθεση αυτή μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα σε αυτό που οι γονείς περιμένουν από παιδί και σε αυτό που μπορεί αυτό να κάνει. Αυτό το χάσμα, που μπορεί να πυροδοτείται καθημερινά, αποτελεί πηγή ενοχής για το παιδί και τον έφηβο.

Η αντίθεση αυτή μπορεί να μην εκφράζει μια άρνηση, όπως μπορεί να το εκλαμβάνει ο γονέας, αλλά πραγματικά, την μην δυνατότητα του παιδιού να φτάσει την προσδοκία του γονέα. Εδώ πρέπει να πούμε ότι οι προσδοκίες του γονέα είναι ένας πήχης που το παιδί, ο έφηβος πρέπει να υπερπηδήσει και τον πήχη αυτό το κρατάν στα χέρια τους οι γονείς. Βέβαια καλό είναι να υπάρχει ένας πήχης, αλλά αυτός να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στις ικανότητες του παιδιού.

Η οικογένεια καλλιεργεί την ενοχή με διαφορετικούς τρόπους η κάθε μία σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους, αυτούς δηλαδή που θα σηκώσουν όλα τα αρνητικά της οικογένειας, αυτούς που “έχουν το πρόβλημα”.Αυτή η έλλειψη που νιώθει το παιδί στην προσδοκία του γονέα γεννά την ενοχή. Την ανεπάρκεια αυτή το παιδί, ο έφηβος μπορεί να την πληρώσει με τιμωρίες και με κατηγορίες, μπορεί να γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος, να είναι αυτός που δεν ακούει, το κακό παιδί, ο χαζός, να είναι αυτός που θα σηκώσει την ενοχή της οικογένεια σαν δικιά του ενοχή. Είναι αυτός που δεν ξέρουμε για ποιους λόγους, έχει διαλεχτεί από την οικογένεια για να κουβαλάει την ντροπή της οικογένειας.

Όλες αυτές, είναι προτάσεις που περικλείουν την απόρριψη και η απόρριψη φέρνει την ενοχή. Όλες αυτές είναι προτάσεις που δείχνουν την ανικανότητα του παιδιού, του εφήβου, συγκρίνοντάς το με τους άλλους ή με τον γονέα. Αυτή η κατάσταση μπορεί να καταλάβει μια πρωταρχική θέση στην οικογένεια, από την οποία θα εξαρτηθεί η ευτυχία της, και να γίνει ένα στοιχείο λειτουργίας της. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί, ο έφηβος έρχεται να σηκώσει το συναισθηματικό πεδίο στην οικογένεια και να φροντίσει για την υγεία της. Ένα παράδειγμα για τα παραπάνω είναι οι πανελλήνιες εξετάσεις μέσα από τις οποίες ζει και ανασαίνει η Ελληνική οικογένεια. Η Ενοχή πηγάζει από την μη ανταπόκριση στις προσδοκίες του άλλου, του γονέα. Ο φόβος του παιδιού από την μη ανταπόκριση στις προσδοκίες των άλλων, αποτελεί ένα βασικό παράγοντα δημιουργίας της ενοχής η οποία μπορεί να περιορίσει την ενεργητική του στάση στην ζωή

Τι είναι όμως η προσδοκία για τον γονέα;

Φαντάζομαι ότι οι προσδοκίες τους καθώς και η επίτευξη τους τους προσδίδουν μια ικανοποίηση στο γονέα, είναι αυτό που λέει ο λαός “δεν πήγαν χαμένοι οι κόποι μου” Κάθε γονέας θέλει να δει το παιδί του ευτυχισμένο και προσδοκά για αυτό. Η ύπαρξη του παιδιού του δίνει ζωή για να αντιμετωπίσει το μέλλον, του δίνει νόημα, ακριβώς αυτό Δίνει νόημα στην ζωή του. Οι προσδοκίες του γονέα είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ζωή του ανθρώπου και αυτές οι προσδοκίες μπορούν να περάσουν και στις επερχόμενες γενιές. Άρα οι προσδοκίες του γονέα είναι σημαντικές έτσι η αλλιώς για την ανάπτυξη του παιδιού και για την οικογένεια, μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για να πορευτεί το παιδί ελεύθερο στην ζωή του, όπως μπορεί να το κλείσουν να το φυλακίσουν και να μην του επιτρέψουν την ανεξαρτησία της ατομικότητας του.

Η προσδοκία είναι παρούσα σε κάθε μορφή οικογένειας και εξυπηρετεί την λειτουργία της Οι προσδοκίες του γονέα έχουν να κάνουν τόσο με την προσωπικότητα όσο και την συμπεριφορά του παιδιού. Οικογενειακές προσδοκίες για τις επιδόσεις του, τους φίλους του, την κοπέλα που θα γνωρίσει, τις σπουδές που θα διαλέξει, τον γάμο που θα κάνει κ.λ.π. Παντού οι προσδοκίες δεν παύουν και ανανεώνονται συνεχώς μέσα στην οικογένεια. Είναι αυτό που λέμε “για το καλό του” Ευχόμαστε και προσδοκούμε το καλό του έτσι όπως φανταζόμαστε εμείς το καλό του και όχι το παιδί, ο έφηβος, ο νέος .

Όταν προσδοκούμε κάτι ενεργούμε συγχρόνως και στο επίπεδο των αλληλεπιδράσεων μεταδίδουμε αυτή την προσδοκία με πολλούς τρόπους, με μια γκριμάτσα με ένα βλέμμα, με μια παρότρυνση, προσπαθούμε να πραγματοποιήθει η προσδοκία μας., και μάλιστα να πραγματοποιήσει ( το παιδί) την προσδοκία μας.. Από την στιγμή που δεν την πραγματοποιήσει παρεμβαίνει η με τον ίδιο τρόπο η απογοήτευση, ο θυμός, η απόρριψη και η ενοχή, από την μεριά του γονέα.
Οι προσδοκίες λοιπόν, δεν είναι κάτι απλό, είναι το φόντο της οικογενειακής σχέσης στην Ελλάδα. Αυτό το φόντο, το ντεκόρ, το συναισθηματικό τοπίο της οικογένειας, μπορεί να πάρει πολλές μορφές και σε αυτό η συμβολή του γονέα είναι καθοριστική.

Η προσδοκίες επηρεάζονται από την μορφή λειτουργίας της οικογένειας. Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τρεις μορφές οικογένειας, την δημοκρατική, την επεμβατική - αυταρχική, και την αδιάφορη.

α) Στις δημοκρατικές οικογένειες επικρατεί ένα πνεύμα εμπιστοσύνης και αποδοχής, όπου το παιδί, ο έφηβος έχει την δυνατότητα να εκφράσει την παρουσία του και τον τρόπο που αυτός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο, τότε το ποσοστό ενοχής είναι στα φυσιολογικά του όρια, και έχει να κάνει με την συνείδησή του και όχι με τους άλλους Τότε μπορεί να ξεδιπλώσει τον εαυτό του, να αναγνωρίσει τις ικανότητες του και να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες που μπορούν να παρουσιαστούν στο μέλλον.

β) Στις αυταρχικές οικογένειες το δίκιο είναι το δίκιο του γονέα. Το παιδί πρέπει να προσαρμοστεί και να ακολουθήσει την επιθυμία με δύο τρόπους είτε με την πίεση, είτε με τον φόβο. Είτε με “το πρέπει”, είτε με το “δεν πρέπει” Με το πρέπει ο γονέας γίνεται αυταρχικός, με το δεν πρέπει υπέρ- προστατευτικός. Η παρεμβατικότητα του γονέα εκφράζεται μέσα από την ανησυχία για το παιδί και μπορεί να πάρει διαστάσεις υπέρ-προστατευτικότητας. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί, ο έφηβος λόγω φόβου των γονέων, δεν έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τις ικανότητες του επειδή οι ευκαιρίες που του προσφέρει η οικογένεια είναι φτωχές. Άρα δεν του δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την πράξη του. Σαν να μην του επιτρέπεται να δοκιμάσει το σωστό ή λάθος. Έτσι μπορεί να θεωρηθεί ανίκανος να σταθεί μόνο του από τον ίδιο αλλά και από τους άλλους. Αυτή η ανικανότητα τον γεμίζει με ενοχή. Μέσα από αυτό το συναίσθημα αναπαράγει προς τον εαυτό του.

γ) Σε αδιάφορες οικογένειες όπου υπάρχουν μεγάλες αντιθέσεις, συγκρούσεις, παραιτήσεις, όπου η εμπιστοσύνη και η αποδοχή ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, είναι συναισθήματα σπάνια μέχρι εξαφανισμένα, όπου η προσδοκία δεν παίζει κανένα ρόλο για τους γονείς ούτε και για το παιδί. Η μάλλον παίζει αρνητικό ρόλο.

Άρα, για να κλείσουμε, η δημοκρατική οικογένεια είναι εκείνη που μπορεί να κρατήσει το ποσοστό ενοχής του παιδιού και του εφήβου, σε χαμηλό, δημιουργικό επίπεδο δίνοντάς του την ευκαιρία να εκφραστεί, να πειραματιστεί, και να ικανοποιηθεί από τον εαυτό του. Είναι αυτή η μορφή της οικογένειας που καλλιεργεί την απεξάρτηση από αυτή και την αυτονομία του παιδιού, εφήβου. Οι δύο άλλες μορφές η κάθε μία με τον τρόπο της καλλιεργεί το αντίθετο, την εξάρτηση και την έλλειψη αυτονόμησης του.

Η άρνηση στα οικογενειακά πλαίσια είναι η προσπάθεια του παιδιού, του εφήβου να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του, μην το γεμίζουμε με ενοχές.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:

Kazuya Akimoto Art Museum

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου