Μόνη φεύγει η Στέλλα.





Μόνη φεύγει η Στέλλα. Αφήνει το σπίτι του πατέρα της που βρικολάκιασε η νεότητα της. Το σπίτι που τίποτα δεν της ανήκε από τότε που γεννήθηκε. Δεμένη πισθάγκωνα πέρασε την παιδική της ηλικία. Εξόριστη ένιωθε σε αυτό το σπίτι. Στην εφηβεία έφυγε. Πλανήθηκε στην πόλη, πλανήθηκε σε εφήμερες σχέσεις, πλανήθηκε μέσα στην νύχτα, πέρασε από τα στενά κατατόπια της ψυχής της, αρπάχτηκε από τις τεχνητές ευημερίες του μυαλού της. Χάθηκε στον κάμπο των εξόριστων συνειδήσεων Τον μοναχικών υπάρξεων της πολυκοσμίας Εξαρτήθηκε, σύρθηκε στα πεζοδρόμια και μετά ξανασηκώθηκε.

Και επανήλθε μετά από δέκα χρόνια. Εμφανίστηκε Χρωματιστή, γεμάτη ζωή, ολόκληρη γυναίκα. Καθαρή φλερτάριζε με την άνοιξη που την συναντούσε σε κάθε χρωματισμό του βήματος της. Τηλέφωνα κτυπούσαν, άνθρωποι που την περιμένανε να την πάνε βόλτα. Όμως όσες προσπάθειες και αν έκανε με τους ανθρώπους δεν κατάφερε να στεριώσει με κανένα. Μόνη γυρνούσε 27 χρόνια ενώ ποτέ δεν είχε μείνει μόνη, όπως στο σπίτι του πατέρα της.

Ήθελε ένα παιδί, είπε. Τίποτα άλλο δεν μπορούσε να της γεμίσει την ζωή παρά μόνο ένα παιδί Ήθελε κάτι δικό της, κάτι που θα μπορέσει να αγαπήσει και από αυτή την αγάπη να ξανοιχτεί στην νέα ζωή της. Έκανε όνειρα Και έμεινε έγκυος. Πέρασε την εγκυμοσύνη, σταμάτησε τις εξόδους χάθηκε από τους φίλους απομονώθηκε και γέννησε μόνη της ένα κοριτσάκι. Στο νοσοκομείο, η αντιμετώπιση γιατρών κι νοσοκόμων ήταν απορριπτική. Πατέρας δεν υπήρχε και ήταν και πρώην τοξικό, ηπατίτιδα. Τα θανατηφόρα αμαρτήματα μπροστά στα μάτια ηθικό-φρονίμων ποντικιών Και ήρθε η Αθηνά, έτσι την είχε ονομάσει και τώρα δεν μπορούσε να φύγει μόνη και χαιρόταν για αυτό. Τώρα δεν ήταν μόνη.


Μόνη φεύγει η Στέλλα,. Φωνή καμιά. Κανείς ήχος. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δεν μοιρολογά. Βουβά, ήσυχα θάφτηκε στο νεκροταφείο λίγο πιο πέρα από τον τάφο του παιδιού της. Δεν είχε προλάβει να τον ντύσει με μάρμαρο. Φεύγει, τρέχει να συναντήσει το αγγελούδι της που είχε φύγει δυο βδομάδες πριν από αυτή. Έτσι και αυτό, ένα πρωί πριν δεκαπέντε μέρες έγειρε το κεφαλάκι του στο στήθος της περίεργα, μετά από ενάμιση μήνα ζωής Όταν το είδε η μάνα της, όρμησε επάνω της, “Το έπνιξες το μωρό”, της φώναξε το άρπαξε και άρχισε να του κάνει μαλάξεις, να του δίνει το φιλί της ζωής, μα εκείνο έμενε χωρίς ζωή, δεν ξύπνησε. Παθολογικά αίτια γράψανε οι γιατροί. Εκείνη δεν πίστευε τίποτα. Ένιωθε πως δεν είχε φύγει, αλλά θα γύριζε, το πήγαν μέχρι το νοσοκομείο θα της το φέρναν κάποια μέρα. Για αυτό συνέχιζε να του αγοράζει ρουχαλάκια για να τα φορέσει όταν θα έρθει. Τα μάζευε με τα άλλα πραγματάκια του που δεν είχε προλάβει να τα χαρεί.

Μόνη φεύγει η Στέλλα, περπατάει στην μεγάλη λεωφόρο του ουρανού με ένα χαμόγελο ανθισμένο στο πικραμένο στόμα, με τα μαλλιά της να αφήνονται στο αεράκι και το λευκό ρούχο της να σέρνεται στην χρυσόσκονη του παραδείσου. Στο ώμο της, ένα αγγελάκι καθισμένο, το παιδί της. Μαζί γυρνάνε στην χώρα την δικιά τους. Μαζί άφησαν την χώρα του πόνου, την χώρα των ψευδαισθήσεων. Την χώρα που κανείς δεν τους χάρισε δεν τους πρόσφερε ένα τόπο.

Η Στέλλα Β. 27 χρονών, βρέθηκε εχθές, νεκρή στο δωμάτιο της, στο πατρικό της σπίτι.


Σχόλια

Ο χρήστης Eva Saga είπε…
Ανατρίχιασα...
Πόσες, άραγε, Στέλλες φεύγουν έτσι... μονάχες...
Ο χρήστης Λάμπρος Κερεντζής είπε…
Πολλές, αγόρια και κορίτσια που χάνουν το τραίνο της επανένταξης διότι η κοινωνία δεν θέλει να τους επαναεντάξει σαν πολίτες με όλα τους τα δικαιώματα. Τους κρατάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ενοχή.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου