«Το πλήθος βλέπει οπτασίες» ή ο Διονύσης «δολοφονεί» τον Νιόνιο









Τελευταία ο κ. Σαββόπουλος έχει καταφέρει με την στάση του να μιλάνε όλοι για αυτόν. Το θέμα είναι ποιος είναι ο κ. Σαββόπουλος και τι συμβολίζει σαν πολιτικό υποκείμενο και σαν καλλιτέχνης σε αυτή την χώρα;

Κατ’ αρχάς σαν υποκείμενο, θεωρώ ότι ήταν και είναι πάντα τοποθετημένο πολιτικά. Σαν καλλιτέχνης φαίνεται ότι θέλει να μιλούν γι αυτόν και καλά κάνει. Επίσης φαίνεται ότι όσο περισσότερο μιλάει τόσο κερδίζει χρήματα και πραγματοποιεί αυτό που έλεγε  στο Μπάλο «θέλω πλούσια και ελεύθερη ζωή».

Ο κ. Σαββόπουλος ήταν ο κατ’ εξοχήν βιωματικός τραγουδοποιός. Ο εαυτός του, τα βιώματά του αποτελούσαν το εργαλεία της τέχνης του. ¨Γι’ αυτό το λόγο  ήταν και είναι πάντα πολιτικοποιημένος. Ακολούθησε μια προσωπική οδό που έφερε κάτι καινούργιο και πρωτόγνωρο, που βρήκε γρήγορα την θέση του σαν μοναδικό. Έδειχνε με την στάση του και ίσως ακόμα δείχνει, την διασφάλιση της προσωπικής του πραγματικότητας ενάντια στην εξαναγκαστική πραγματικότητα των διάφορων κινημάτων. 

Θεωρώ ότι ήταν - και ίσως είναι ακόμα - ένας ειλικρινής καλλιτέχνης που προβάλλει την αλήθεια του, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται και έφερνε - γιατί τώρα δεν φέρνει - ένα διαφορετικό αέρα ο οποίος ερμηνεύτηκε σαν «προοδευτικός», απέναντι στο κατεστημένο της εποχής. Πρόσφερε ένα καινούργιο νόημα στο αδιέξοδο που δημιουργούσε η συντηρητική, απαγορευτική κοινωνία της εθνικοφροσύνης, και αποχουντοποίησης.

Έχουμε να κάνουμε με ένα σημαντικό δημιουργό  με τον οποίο περισσότερες γενιές γαλουχήθηκαν με τα τραγούδια του, μέσα από τα οποία αποκτούσε νόημα η πραγματικότητα που βίωναν. Πολλοί λοιπόν ταυτιστήκαν μαζί του και στο πρόσωπό του ανεγνώρισαν τόσο την αμφισβήτηση των κοινωνικών δεδομένων και δομών, όσο και ένα τρόπο αντίστασης σε αυτές. Πολλοί τον είχαν σαν « καθοδηγητή» στο κοινωνικό σκοτάδι μιας συντηρητικής κοινωνίας και πολιτικής καταπίεσης.

Θεωρώ ότι είχαμε να κάνουμε μ’ ένα από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του, αλλά και των γενεών που ακολούθησαν. Ότι όπως λειτούργησε συντροφικά για το κάθε νέο της εποχής που αισθανόταν το βάρος μια κοινωνίας «στις μικρές του πλάτες» έτσι και για εμένα αποτέλεσε μια συντροφιά σε διάφορες φάσεις της ζωής μου.

Βέβαια πρέπει να γνωρίζουμε ότι η τέχνη αποκτά την αξία της μέσα από την δυνατότητα που προσφέρει στο χρήστη της, να προβάλλει δικό του συναίσθημα και να νιώσει τον εαυτό του μέσα από την επαφή του, μαζί της. Δηλαδή η λειτουργία οποιασδήποτε τέχνης  συνίσταται στην δυνατότητα που παρέχει να προβάλλει επάνω της, ο κάθε αναγνώστης, στην περίπτωση της λογοτεχνίας, ο κάθε ακροατής, στην περίπτωση του τραγουδιού, ή  ο θεατής, στην περίπτωση του θεάτρου, το δικό του περιεχόμενο που έχει να κάνει με τα προσωπικά του βιώματα, δηλαδή να μιλήσει στο υποσυνείδητο του υποκειμένου. Ο Αριστοτέλης μιλούσε για την μίμηση και την κάθαρση μέσα από αυτή.

Ο κ. Σαββόπουλος λοιπόν σαν βιωματικός τραγουδοποιός έδωσε περισσότερο την δυνατότητα ταύτισης μαζί του παρά οποιοσδήποτε άλλος καλλιτέχνης. Εξιστορούσε τις δικές του ιστορίες, και μέσα από τις δικές του έβγαιναν και οι ιστορίες του πλήθους. Μόνο που από κάποια στιγμή και μετά η αφήγησης του άλλαξε…

Φαίνεται ότι από μια στιγμή και μετά τα στοιχεία που απάρτιζαν το αφήγημα του κ. Σαββόπουλου αλλάζουν τελείως και δεν αλλάζει τόσο το αφήγημα σαν αφήγημα, όσο η συμπεριφορά του αφηγητή του. Εκείνος αλλάζει. Αλλάζει παρέες, φιλίες, συναναστροφές.  Αυτοί που είχαν πιστέψει στα λόγια του προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν τον συμβολικό τους χαρακτήρα, την πολιτική τους δύναμη. Αντιστέκονται μέσα τους, ακόμα παρ' όλη στην διαμόρφωση που επιβάλλει η συμπεριφορά του δημιουργού τους. Ακόμα και όταν εκείνος επιμένει να τα σέρνει στο καινούργιο συντηρητικό δρόμο που είχε πάρει.

Για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο Σαββόπουλου θα χρειαστεί να καταλάβουμε ότι ο κ. Σαββόπουλος εκφράστηκε σε δυο διαφορετικούς περιόδους με δυο διαφορετικές φωνές. Αυτές οι δυο διαφορετικές περίοδοι περιλαμβάνουν και την διαφορετική τοποθέτηση του απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα. Περιλαμβάνουν την διαφορετική θεώρηση της κοινωνίας και την διαφορετική ταξική του τοποθέτηση, όπως θα έλεγαν οι μαρξιστές. Δύο βασικοί στοίχοι τραγουδιών του μαρτυράν αυτή την διαφορά. Ο πρώτος, « Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις/ η Ελλάδα απέραντη παράγκα» και ο δεύτερος « Εθνική Ελλάδος Γεια σου».

Μπορούμε να πούμε ότι η πρώτη, η νεανική του περίοδος ήταν η περίοδος της δημιουργίας, η περίοδος ακμής του και της ενεργητικής στάσης απέναντι στην διαμόρφωση της πραγματικότητας. Η δεύτερη είναι η αποδοχή της πραγματικότητας σαν κάτι που ζητά τον συμβιβασμό, την ιδιοποίηση των εθνικών και θρησκευτικών αξιών για να σταθεί στα πόδια της.

Ο ανεξάρτητος, ανένταχτος καλλιτέχνης δεν αρκείται στην πορεία προς την πραγμάτωση, αλλά θεωρεί την πραγμάτωσή του ενταγμένη στο πλαίσιο του έθνους και της θρησκείας που τον περιβάλλει. Δεν του αρκεί που κάποτε κορόιδευε την εξουσιαστικούς θεσμούς, τώρα τους ιδιοποιείται και μέσα από αυτούς προσπαθεί να ξαναπεράσει το μέχρι τώρα έργο του. Μοιάζει με τον έφηβο που αντιστέκεται στην εξουσία του πατέρα του, αλλά όταν ο ίδιος γίνεται πατέρας υιοθετεί την στάση του απέναντι στο παιδί του.

Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα συμβιβασμό που κανείς δεν του τον ζήτησε αλλά το διάλεξε μόνος του. Σε αυτόν το συμβιβασμό δεν ξέρουμε τι τον οδήγησε και δεν ξέρουμε και αν ήταν συμβιβασμός. Σημασία όμως δεν έχει να ορίσουμε από ποια στιγμή ο κ.  Σαββόπουλος άλλαξε κασκέτο. Από ποια στιγμή γύρισε την πλάτη του στα ωραία λόγια, στην ανθρώπινη πλευρά της πραγματικότητας και πέρασε στην πλευρά της νομενκλατούρας με δεξιό πρόσημο.

Οι άνθρωποι σαν τον κ. Σαββόπουλο επειδή είναι κατ’ εξοχήν πολιτικά όντα, πολλές κομματικές παρατάξεις θα ήθελαν να τους έχουν στις τάξεις τους. Έτσι οι θέσεις που άρχισε να παίρνει  απέναντι στην πραγματικότητα τις είδαμε να πλησιάζουν την δεξιά. Θα μου πείτε ήταν ποτέ αριστερός ο Σαββόπουλος;. Αυτό είναι ένα ερώτημα. Όταν όμως γράφει:
« την νύχτα αυτή η αστυνομία /μάζεψε τους αλήτες από το πάρκο./ Πλάκωσε το εκατό
και ακούγονταν μέχρις εδώ η σειρήνα. /Φύγε, φύγε όσο έμεινε καιρός/ γιατί η νύχτα στα κρατητήρια είναι κρύα/ Πως κρατιέται τέτοιος εξευτελισμός/ Και το στόμα σου φαρμάκι από τα τσιγάρα/ Το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός/ Μια διαδήλωση κοιτάς από τα τσάμια».

Αυτοί οι στοίχοι δείχνουν την κοινωνική πραγματικότητα και συγχρόνως την πολιτική θέση του ποιητή, μια θέση που μπορεί να χαρακτηριστεί «αριστερή»,  στο βαθμό που καταγγέλλει διάφορες καταπιεστικές κοινωνικές δομές και μια πραγματικότητα εξαναγκαστική που αφαιρεί κάθε δικαίωμα απόφασης τοθυ πολίτη για την ζωή του.

Θα μπορούσα να περάσω όλη την ημέρα φέρνοντάς σας περισσότερα παραδείγματα από τις ποιητικές πολιτικές θέσεις του Σαββόπουλου που στιγμάτιζε την κοινωνική πραγματικότητα, που απογύμνωνε την εξουσία και τον αυταρχισμό, αλλά αυτό που έχει σημασία να αναδείξουμε σήμερα είναι αυτό που έχει κάνει ο ίδιος στον εαυτό του.

Φανερώνεται ότι ο κ. Σαββόπουλος αποτελεί μια πολύπλοκη προσωπικότητα η οποία την διαπερνά μια τρομαχτική αντίθεση. Μια αντίθεση που την εκφράζει σε πολιτικό επίπεδο και φαντάζομαι ότι θα την εξέφραζε σε κοινωνικό. Αυτό ο διχασμός που δημιουργείται ανάμεσα στον Σαββόπουλο των νεανικών χρόνων και τον Σαββόπουλο της «ωριμότητας», θα τολμούσα να πω, δημιουργεί ένα χάσμα που δεν μπορεί εύκολα να αιτιολογηθεί εκτός από απλούς κερδοσκοπικούς λόγους. Δηλαδή «Γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή»

Το ζήτημα για ένα καλλιτέχνη του αναστήματος του κ. Σαββόπουλου ήταν ότι δεν θα ήταν ένα κακοπληρωμένος τροβαδούρος αν ακολουθούσε την πορεία που είχε χαράξει, αλλά, έχω την εντύπωση ότι το «Γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή» ζητούσε ακόμα κάτι περισσότερο από αυτό που είχε αποκτήσει. Έτσι από μια στιγμή και μετά φαίνεται ότι ο Διονύσης «δολοφόνησε» τον Νιόνιο. Και όχι μόνο τον δολοφόνησε, αλλά και εκμεταλλεύτηκε το σώμα του  και συνεχίζει να το εκμεταλλεύεται προσπαθώντας να το κρατήσει ζεστό.


Καταλήγουμε στο ότι ο Διονύσης πουλούσε και πουλάει τον Νιόνιο νεκρό!.  Βέβαια για να τον πουλήσει καλύτερα θα έπρεπε να τον αποδυναμώσει, να τον κάνει ακίνδυνο και να τον προσαρμόσει στα ακριβά βαλάντια της κοινωνικής τάξης που είχε διαλέξει (ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος απολάμβανε το ποτό του μαζί με τον Διονύση Σαββόπουλο, ισχυρούς εφοπλιστές και γνωστούς επιχειρηματίες[i].). 

Έτσι ο Διονύσης αρχίζει να καταγγείλει το Νιόνιο. Τον καταγγέλλει για το ότι δεν πήγε στρατιώτης, τον καταγγέλλει για αυτά που έλεγε, και ζητά συγνώμη στους συντηρητικούς καλλιτέχνες που τους αποπήρε. Επίσης καταγγέλλει την αριστερά, υμνεί τον Μητσοτάκη και συγχρόνως, όπως είπαμε, εντάσσεται στην δεξιά. Με τον ίδιο τρόπο, στις συναυλίες του, αλλάζει τις ενορχηστρώσεις στα τραγούδια του, τους δίνει ένα άλλο χρώμα ανώδυνο και απαλό για να μπορούν να ακουστούν χωρίς να φοβίζουν. Αφαιρώντας τους το σφρίγος τους αφαιρεί και το βαθύτερο νόημα τους. Τους στερεί την δύναμη τις αμφισβήτησης που κουβαλούσαν. 

Αυτοί που μέχρι τώρα είχαν ταυτιστεί μαζί του, που είχαν κάνει τους στοίχους τους« ευαγγέλιο» που τους ψιθύριζαν και κοιμόνταν μαζί τους, μένουν μετέωροι. Ένα παγωμένο χέρι αδράχνει την ψυχή τους. Σαν κάποιος να τραβάει κάτι δικό τους χώνοντας το μολυσμένο χέρι του μέσα στα σπλάχνα τους.  Νιώθουν την προδοσία, αλλά και τόσο λεπτές είναι αυτές οι αισθήσεις. Πόσο μπορούν να σε προσανατολίσουν. Να σε κάνουν να πιστέψεις ότι ο Διονύσης έχει δίκιο και ο Νιόνιος είναι για πέταμα. Πόσο η στάση του είναι συγκρουσιακή. 

Ο ίδιος ο κ. Σαββόπουλος έχει διαχρονικά μετατραπεί σε διπλό μήνυμα για τον κόσμο του. Η παρουσία του, η συμπεριφορά του δεν ταιριάζει με τα λόγια του, με τις πράξεις του. Δημιουργεί άγχος. Το πλήθος δεν μπορεί να τον κατατάξει και όταν τον κατατάσσει, τα τραγούδια του έρχονται να το αποσταθεροποιήσουν από την αρχή. Το πλήθος πρέπει να προστατεύσει τη ψυχική του υγεία απέναναντι στον κ. Σαββόπουλο.

Ξαφνικά συνειδητοποιεί το πλήθος το στοίχο «το πλήθος βλέπει οπτασίες». Ο Νίονιος δεν ήταν παρά μια οπτασία που απάντησε στις ανάγκες του και εκείνο στις δικές του ανάγκες, αλλά τώρα δεν είναι εδώ. ‘Επίσης το πλήθος αντιλαμβάνεται καλύτερα το νόημα του στοίχου « Κατάλαβαν την φάρσα μου και με αρνήθηκαν». Το πλήθος μένει μόνο του στις σκληρές πολιτείες που περιέγραψε ο Νιόνιος  ψάχνοντας να πουλήσει το δέρμα της ψυχής του σ’ έμπορους που ο Διονύσης κάνει παρέα και χαριεντίζεται μαζί τους .

Ο Νίονιος που αγαπούσε το πλήθος και νόμιζε πως είναι μαζί του δεν υπάρχει. Την Θέση του έχει πάρει ο Διονύσης και αυτός είναι εναντίον του. Στέκεται εκεί απέναντι με κοροϊδευτικό ύφος γελώντας μέσα από την συντηρητικότητα που είχε ταυτίσει με την ωριμότητα. Σηκώνει το πολιτικό πτώμα του Νιόνιου και διαλαλεί την πραγμάτια του. Καταφέρνει να το μοσχοπουλά ακόμα, έτσι αιμόφυρτο, χωρίς, να έχει πια μέσα του, ό,τι το έκανε ελπιδοφόρο και ότι πρωτοποριακό.

Θα το ξαναπούμε: ο Διονύσης πουλάει το Νιόνιο.  Ακόμα και σήμερα οι νεανικές δημιουργίες του, του προσφέρουν τα προς το ζην, εφόσον έπαψε να δημιουργεί εδώ και πολλά χρόνια, πράγμα που είχε ομολογήσει σε μια εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου (https://www.youtube.com/watch?v=34mLfsndQDk) …

Μάλλον ο Διονύσης έπαψε να δημιουργεί από τότε που δολοφόνησε το  Νιόνιο…
Το Νιόνιο… που το πλήθος συνεχίζει να τον έχει στην ψυχή του...

Κερεντζής Λάμπρος
  


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου