Η τύφλωση της εξουσίας
Ως τα δεκάξι μου χρόνια παπούτσια δεν φόρεσα, μήτε καινούργιο ρούχο. Ο πατέρας μου μιαν έννοια είχε, να αποχτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερις γέννες. Μα της ζήσανε μόνο εφτά παιδιά και από τούτα τα τέσσερα της τά φάγαν οι πόλεμοι. Δεν θυμάμαι να μου ΄δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι να αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήταν να μεταλάβω μαζί με τα δυο μικρότερα αδέλφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συγχώρεση, με την κρυφή ελπίδα πως θα ΄βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει. Κινήσαμε τότες και πήγαμε να φιλήσουμε το χέρι των νουνών μας, μήπως και έβγαινε από εκεί τίποτα. Όταν μας δώσανε από ένα γρόσι στο καθένα ξετρελαθήκαμε! Ο πιο μικρός, ο Σταμάτης, έτρεξε ίσια στο μπακάλικο του κυρ Θόδωρου, που είχε κάτι χρωματιστά κάντια, μεγάλα σαν λιθάρια και χόρτασε με αυτά την λίμα του. Ο Γιωργής κι ...