Ψυχιατρική ταξινόμηση

ως πολιτική

προσωπικής καταπίεσης


Βία 11

Με τη δυνατότητα που μου δίνεται από αυτό το βήμα, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις που μου δημιουργήθηκαν ως απόρροια της αγωνίας μου και της ανάγκης να απαντήσω σε ερωτήματα που ανέκυψαν σε μένα ύστερα από μία ψυχιατρική εμπειρία που είχα στο παρελθόν. Διάφορα διαβάσματα, συζητήσεις και εμπειρίες, καθώς και η θέαση του παράλογου που κυριαρχεί γύρω μας μου έλυσαν κάποιες απορίες, ενώ μου δημιούργησαν άλλες. Αφορμή για τον τίτλο που επέλεξα για αυτή την εισήγηση υπήρξε το δοκίμιο του Τόμας Σαζ Η ψυχιατρική ταξινόμηση σαν στρατηγική προσωπικής καταπίεσης. Γράφει κάπου εκεί ο Σαζ:


«Μπορούμε να είμαστε σίγουροι για ένα πράγμα: μόνον ο άνθρωπος δημιουργεί σύμβολα και επηρεάζεται από αυτά. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι ταξινομούνται, επηρεάζονται, ενώ τα ζώα και τα πράγματα δεν επηρεάζονται. Λες έναν άνθρωπο “σχιζοφρενή” και κάτι παθαίνει. Λες ένα ποντίκι “ποντίκι” και ένα βράχο “γρανίτη” και δεν παθαίνουν τίποτα. Με άλλα λόγια, στην ψυχιατρική και στις ανθρώπινες υποθέσεις γενικά, η πράξη της ταξινόμησης είναι ένα γεγονός με τεράστια σημασία».


Νιώθει οδύνη κάποιος που εμπλέκεται σε μια ψυχική και ψυχιατρική περιπέτεια, και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η οδύνη της διάγνωσης. Η «διπολική διαταραχή» η «σχιζοφρένεια», η «κατάθλιψη» είναι κάποιες από τις διαγνώσεις που μπορεί να συνοδέψουν τον λεγόμενο «ασθενή» στην έξοδο από το ψυχιατρείο και στην είσοδό του στον νέο κόσμο. Γιατί ο κόσμος μοιάζει να έχει γκρεμιστεί και ποτέ να μην μπορεί να είναι ξανά ο ίδιος. Σε μια δεδομένη στιγμή οποιοσδήποτε μπορεί να νοσηλευτεί σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, με ή χωρίς τη θέλησή του, προκειμένου να γιατρευτεί από τις «ψευδαισθήσεις» του και τον αφόρητο ψυχικό του πόνο. Στα πλαίσια της θεραπείας, υπόκειται στην πρακτική της διάγνωσης και της χορήγησης των φαρμάκων που είναι κατάλληλα για την «αρρώστια» του.


Η ψυχιατρική διάγνωση δίνει μια ερμηνεία της συμπεριφοράς και της ψυχικής κατάστασης ενός ανθρώπου. Διαπιστώνει το γεγονός μιας ασθένειας. Στην πραγματικότητα όμως είναι μια διαδικασία ταξινόμησης των ανθρώπων, που διαχωρίζει τους λεγόμενους φυσιολογικούς από τους μη φυσιολογικούς, τους ψυχικά υγιείς από τους μη υγιείς, τους λογικούς από τους παράλογους. Όμως, με ποιο κριτήριο ορίζεται ο «ψυχικά υγιής» άνθρωπος; Πώς δικαιολογείται ο καταναγκαστικός εγκλεισμός και η κοινωνική απόρριψη του «μη ψυχικά υγιή»; Είναι δυνατόν να θεωρείται ότι ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει τον ψυχικό πόνο έχει μια ασθένεια; Ότι κάποιος που έχει δεχθεί τη διάγνωση της σχιζοφρένειας, ας πούμε, έχει την ασθένεια της σχιζοφρένειας, με την έννοια που ένας καρδιοπαθής πάσχει από την καρδιά του; Είναι η ψυχική διαταραχή μια αρρώστια της ψυχής, Που βρίσκεται η ψυχή; Βρίσκεται σε κάποιο σημείο του σώματος, όπως η καρδιά ή το συκώτι; Είναι η ψυχική διαταραχή μια ασθένεια του εγκεφάλου; Τελικά, είναι δυνατόν να εφαρμόζεται η επιστημονική γνώση της ιατρικής, που βασίζεται στον ορθολογισμό, και στο πεδίο του ψυχικού πόνου;


Στην εποχή μας γίνεται λόγος για την λεγόμενη οργανική αιτιότητα σε σχέση με τη ψυχική διαταραχή. Επιστήμονες με μεγάλο κύρος, με υπερσύγχρονα μικροσκόπια, μέσα σε αποστειρωμένα εργαστήρια, διατείνονται ότι έχουν ανακαλύψει την αιτία της ψυχικής διαταραχής στο ανθρώπινο γονιδίωμα. Υποστηρίζουν ότι ατέλειες και βλάβες στο DNA και στον εγκέφαλό, που δίνει τις εντολές, είναι η αιτία για την διαταραγμένη ψυχική ισορροπία και συμπεριφορά, χωρίς όμως να έχουν αποδείξει τίποτα. Όμως αυτή είναι μια ύποπτη και επικίνδυνη προσέγγιση που εκμηδενίζει τον άνθρωπο, καθώς η ψυχική του κατάσταση παρουσιάζεται ως μη αναστρέψιμη, με μόνη του σωτηρία τα φάρμακα που πρέπει να λαμβάνει για όλη του τη ζωή, προκειμένου να ελεγχθούν «συμπτώματα» που οφείλονται σε αυτή την υποθετική βιολογική ανωμαλία.


Η ιατρική είναι μια επιστήμη, όμως, στην ψυχιατρική, μοιάζει παράλογη η επιστημονική και αντικειμενική ματιά του ψυχίατρου, που βλέπει μόνο «συμπτώματα», ενώ συνδιαλέγεται με ανθρώπινα υποκείμενα. Ο άνθρωπος δεν είναι μια μηχανή. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένα έλλογο ον με ελεύθερη βούληση που βρίσκεται σε άμεση αλληλεπίδραση με το κοινωνικό του περιβάλλον. Βρίσκεται δηλαδή σε μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο και αυτός ο κόσμος περιλαμβάνει και τον ψυχίατρο. Ο ψυχίατρος όμως κάνει τη διάγνωση ακολουθώντας ένα επιστημολογικό μοντέλο που ορίζει ότι ο παρατηρητής δεν επηρεάζει το παρατηρούμενο αντικείμενο ούτε επηρεάζεται από αυτό, αρνούμενος έτσι μια προσωπική σχέση με τον άνθρωπο που έχει απέναντί του και πιστεύοντας ότι τα λεγόμενα «ψυχικά συμπτώματα» που παρατηρεί οφείλονται σε κάποια βιοχημική διαταραχή που συμβαίνει μέσα στο σώμα και δεν σχετίζονται με την εμπειρία του ανθρώπινου υποκειμένου και τις κοινωνικές του σχέσεις. Η διάγνωση δημιουργεί με αυτόν τον τρόπο την οντότητα μιας ασθένειας, παρά την απουσία συμπτωμάτων οποιασδήποτε συνηθισμένης αρρώστιας και ταξινομεί μια ορισμένη συμπεριφορά δίνοντας έναν χαρακτηρισμό. Ο χαρακτηρισμός αυτός με την υποχρεωτική λήψη φαρμάκων και την απουσία της ανθρώπινης ζεστασιάς και κατανόησης επιβάλλουν μια ελαττωματική ταυτότητα στο άτομο, αφού αφορούν την προσωπικότητά του, κάτι που δεν συμβαίνει όταν γίνεται η ιατρική διάγνωση της καρδιοπάθειας, ας πούμε. Και επιπλέον, κάνει μια πρόγνωση για το μέλλον και καθορίζει τη συμπεριφορά όλων απέναντι του, καθώς και τη δική του. Έτσι, η διάγνωση είναι μια πράξη με συνέπειες προς όλους, «είναι μια κοινωνική πράξη και η κοινωνική πράξη είναι ένα πολιτικό γεγονός», όπως λέει ο Λαινγκ.


Η διάγνωση, η υποχρεωτική λήψη φαρμάκων και ο καταναγκαστικός εγκλεισμός δημιουργούν στην κοινωνία την εικόνα ενός ψυχικά πάσχοντα επικίνδυνου, ανισόρροπου και υποδεέστερου ατόμου. Η κοινωνία, αρνούμενη να δει τον εαυτό της μέσα σε αυτόν, δημιουργεί τον αποδιοπομπαίο τράγο της, έναν σύγχρονο φαρμακό, και του μεταβιβάζει τους φόβους, τις αντιφάσεις και τις αποτυχίες της. Η απόρριψή του και ο εγκλεισμός του αντιπροσωπεύουν την άρνηση που επιβεβαιώνει μια υποτιθέμενη κοινωνική ομαλότητα. Μια κοινωνική ομαλότητα που συνίσταται στην τυφλή τήρηση κανόνων που συντηρούν ένα καταπιεστικό σύστημα, ομαλότητα που δεν θέλει να αποδεχτεί ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι γιατί είναι διαφορετικοί. Απ’ την άλλη μεριά, όλη αυτή η ψυχιατρική πρακτική δημιουργεί από μόνη της έναν φόβο που προκαλεί υποτακτικότητα, και μια στρεβλή αντίληψη ότι υπάρχει κάποιος δείκτης για το φυσιολογικό και υγιές. Γιατί, η επιστήμη ορίζει τι είναι ορθή σκέψη και συμπεριφορά και δίνει επιστημονικές εξηγήσεις για ό,τι είναι ξένο προς αυτές. Πώς μπορεί λοιπόν κανείς στην εποχή της λογικής που διανύουμε να αμφισβητήσει αυτή την επιστημονική εξουσία, έστω κι αν επιβάλλει καταναγκαστική θεραπεία, αφού αυτό γίνεται για επιστημονικούς λόγους και για το καλό του ασθενή; Γιατί, ο ασθενής είναι ασθενής και δεν έχει συναίσθηση των λόγων και των πράξεών του, γι’ αυτό πρέπει να υφίσταται οποιαδήποτε θεραπεία, ακόμα και ενάντια στη θέλησή του, αφού αυτός δεν μπορεί να ξέρει τι είναι καλό για τον ίδιο. Μάλλον, ολόκληρη η εποχή μας θα έπρεπε να ονομαστεί εποχή της λογικής του παραλόγου και της βαρβαρότητας.


Σε αυτή την εποχή λοιπόν και ενώ η πλειοψηφία βρίσκεται στο περιθώριο και πλήττεται από τη φτώχεια, την ανεργία και την καταστολή, βιώνει την αδικία και τον παραλογισμό, το Ψυχιατρείο, ως θεσμός της καθεστηκυίας τάξης και του κράτους, διατηρεί, με όπλο την επιστήμη, τον συντηρητικό και κατασταλτικό χαρακτήρα που κουβαλάει από τη γένεσή του. Αυτή η διημερίδα είναι η υπέρβαση. Δίνει ένα βήμα για να ακουστούν όσοι καταδικάστηκαν κάποτε στη σιωπή και τον αποκλεισμό, αλλά είναι και ένα σημαντικό βήμα για την κριτική στην εξουσιαστική λογική που ορίζει τι είναι μη υγιές και επιβάλλει καταναγκαστική θεραπεία. Η ηθική της επιστήμης της ψυχιατρικής αντίκειται στην ηθική της βοήθειας προς τον συνάνθρωπο, γιατί η πραγματική ψυχική υποστήριξη και βοήθεια δεν μπορεί να είναι επιστήμη που παρατηρεί αντικείμενα, αλλά λειτούργημα που απευθύνεται σε υποκείμενα και σέβεται την ελευθερία τους· που προσανατολίζει αυτόν που έχει χάσει τον προσανατολισμό του και έχει ανάγκη στην κατεύθυνση της ζωής, όχι της υποταγής· που τον βοηθάει να τρελαθεί και να απελευθερώσει την εμπειρία του, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον παραλογισμό του συστήματος· λειτούργημα, όπου η ψυχοθεραπευτική συνεδρία δεν εξαντλείται στο δεκάλεπτο με τη συνταγογράφηση και έναντι αδράς αμοιβής· που δεν φυλακίζει τη συνείδησή μέσα στις λέξεις της διάγνωσης και το σώμα σε απάνθρωπα κλειδωμένα κτίρια· που δεν ασκεί βία, δεν εφαρμόζει την καθήλωση, δεν καταστέλλει με ψυχοφάρμακα, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των φαρμακοβιομηχανιών· που δεν κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους, αλλά διδάσκει στην κοινωνία την ανοχή και την ωθεί προς την αποδοχή της διαφορετικότητας, με σκοπό την πανανθρώπινη απελευθέρωση. Μόνο έτσι ο ψυχίατρος μπορεί να είναι ένας θεραπευτής της ψυχής και όχι ο αστυνόμος της.
Μαρία Δρακοπούλου


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.