Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012


Η προτεραιότητα

στην οικονομία

οδηγεί στη βία

«Βία είναι να θέλεις να εξαλείψεις τον άλλον», ισχυρίζεται η φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Μικέλα Μαρτσάνο, υπεύθυνη της πρόσφατης έκδοσης του «Λεξικού της βίας», ενός συλλογικού έργου 200 συγγραφέων (ιστορικών, ανθρωπολόγων, ψυχαναλυτών και κοινωνιολόγων), όπου σε 300 λήμματα καταγράφονται όλες οι μορφές βίας.

«Επισήμως, όλοι συνηγορούν κατά της βίας . Στη θεωρία, όλοι αποδέχονται ότι πρέπει να σεβόμαστε και να λαμβάνουμε υπόψη τον άλλον. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, υπάρχει μια πολύ ισχυρή τάση στον άνθρωπο να εξαλείψει τους άλλους, να αρνηθεί την ιδιαιτερότητά τους. Η εξάλειψη του άλλου είναι ο πραγματικός ορισμός της βίας», λέει η Μικέλα Μαρτσάνο στην εφημερίδα «Λιμπερασιόν», με αφορμή την έκδοση στη Γαλλία του «Λεξικού» της.

«Τι ακούμε, όμως, γύρω μας; Διθυράμβους υπέρ της ανταγωνιστικότητας που κατατάσσουν τους ανθρώπους σε νικητές και ηττημένους. Η καρικατούρα, η εικόνα, δηλαδή, του επιτυχημένου πενηντάρη που φορά Ρόλεξ, έχει γενικευτεί και επιβάλλεται σε όλους. Από τη μια πλευρά υπάρχουν όλοι αυτοί που θαυμάζουμε γιατί ελέγχουν τα πάντα και προβάλλονται ως είδωλα και από την άλλη, βρίσκονται οι απαξιωμένοι, όσοι δεν τα έχουν καταφέρει. Αυτή η συλλογιστική σηματοδοτεί μια επιστροφή σε πρωτόγονες καταστάσεις οι οποίες καλύπτονται από ένα πολιτιστικό κέλυφος. Στο "Λεξικό" υπάρχουν δύο μεγάλα άρθρα αφιερωμένα σε θέματα που, με την πρώτη ματιά, δεν συνδέονται συνήθως με τη βία: "προσόντα" και "αρετές", είναι οι τίτλοι τους. Ωστόσο, αυτές οι τόσο ζηλευτές αξίες για τον επιχειρηματικό κόσμο δημιουργούν σε πολλούς εργαζόμενους απίστευτη οδύνη και δεν είναι άλλο παρά η έκφραση μιας συμβολικής βίας που μπορεί να καταστρέψει ανθρώπους. Το σχολικό και επαγγελματικό μας σύστημα ωθεί, με όποιο κόστος, στον ανταγωνισμό, στα αριστεία. Ετσι, δύσκολα δεχόμαστε τις αδυναμίες μας και ενοχοποιούμαστε αν δεν επιτύχουμε, αν δεν μπορούμε να δώσουμε λύσεις σε κάποιο πρόβλημά μας. Προκειμένου να καλύψουμε αυτές τις αδυναμίες, καταλήγουμε στο να λέμε ψέματα στον εαυτό μας, ακόμη και να ασκούμε βία επάνω μας. Αντίθετα, νομίζω πως όσοι δέχονται να αποκαλύψουν στους άλλους τις αδυναμίες τους, γίνονται πιο δυνατοί».

Σύμφωνα με την Ιταλίδα φιλόσοφο και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, η φιλελεύθερη οικονομία αποτελεί μια μορφή βίας:

«Εδώ και τρεις δεκαετίες, μια λογική κάποιων επιχειρηματιών δικαιολογεί την οικονομική βία και μετατρέπει σε ήρωα εκείνον που επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του εις βάρος των άλλων», επισημαίνει στην εφημερίδα «Λα Κρουά». «Από τη στιγμή που λησμονούμε το ευάλωτο του κάθε ατόμου και που επιβάλλουμε ιδανικά -στο όνομα της λογικής, της τεχνολογικής προόδου ή της θρησκείας- γεννιέται η χειρότερη βαρβαρότητα. Αλλά και σήμερα, και ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2008, με τις καταστροφές που προκλήθηκαν από αυτή την ιδεολογία, η αναζήτηση του μέγιστου κέρδους για πολλούς παραμένει το ζητούμενο».

(...) «Ενα από τα στοιχήματα του "Λεξικού" είναι να καταδείξει πως η προτεραιότητα που δώσαμε στην οικονομία μάς οδήγησε στο να παραβλέπουμε κάθε άλλη αξία και να δικαιώνει, εν τέλει, την προσφυγή στη βία. Οπως είναι η περίπτωση των βασανιστηρίων. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου ξανάρχισε η πρακτική των βασανιστηρίων, και εν μέρει γίνονται αποδεκτά, λόγω του φόβου ενδεχόμενων τρομοκρατικών πράξεων. Και αυτό στο όνομα μιας λογικής που έχει σχέση με την οικονομία: το κόστος και τα κέρδη. Βασανίζουμε ανθρώπους (αυτό είναι το κόστος) για να σώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους (το κέρδος).

»Εδώ και λίγο καιρό, ένα κίνημα αμφισβήτησης ορθώνεται ενάντια σε αυτές τις "οικονομίστικες" λογικές που εφαρμόζονται σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής, καθώς επί τριάντα χρόνια , συνηθίσαμε στην ιδέα πως η μόνη αξία που μετρά είναι η αξία της χρηστικότητας, η οποία δημιουργεί όμως, μεταξύ άλλων, πολλές ανισότητες.

»Σήμερα, περισσότερο από διάθεση για εξέγερση, υπάρχει μια γενικευμένη απελπισία μέσα στις κοινωνίες μας, όπως και στις σχέσεις Βορρά - Νότου. Η κραυγή κατά της αδικίας είναι παγκόσμια. Και αυτή η απόγνωση χωρίς διέξοδο βιώνεται από τους πιο ευάλωτους ως βία. Επιπλέον, στις κερματισμένες κοινωνίες μας, όλο και πιο σπάνια υπάρχει διάλογος αφού πια δεν μπορούμε να ονοματίσουμε τα πράγματα. Ετσι, οι απεγνωσμένοι αντιδρούν και αυτοί με βία. Αυτό ακριβώς συνέβη το καλοκαίρι με τις ταραχές στη Βρετανία: μια έκρηξη χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Και πώς την αντιμετωπίζουμε; Με πλήρη καταστολή που δεν βοηθά σε τίποτε. Οσο για τη "μηδενική ανοχή" που εφαρμόστηκε στις ταραχές στα παρισινά προάστια και αλλού, δεν έχει νόημα, αφού η τακτική αυτή δεν επιτρέπει την αναζήτηση των αιτιών που προκαλούν τις εντάσεις και αγνοεί τη σημασία της επινόησης ενός νέου τρόπου για να μπορούμε να ζούμε όλοι μαζί. Οι πολιτικοί υπεύθυνοι σπαταλούν το χρόνο τους καταγγέλλοντας τη βία, καμιά φορά με υπερβολικό τρόπο, λες και ονειρεύονται μια κοινωνία όπου θα έχει εξαλειφθεί εντελώς η βία. Αυτό είναι ανέφικτο. Η επιθετικότητα, οι καταστροφικές τάσεις πάντα υπήρξαν και θα υπάρχουν. Ολοι κάποια στιγμή διακατεχόμαστε από το μίσος, την οργή ή την εκδίκηση.

»Πρέπει να καταφέρουμε να αναγνωρίζουμε αυτή τη σκοτεινή στιγμή που υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο και να επιβάλουμε ένα ανυπέρβατο όριο: τον ακλόνητο σεβασμό για τη ζωή του άλλου. Δεν είναι εύκολο να ζούμε με τους άλλους, να δεχθούμε τις διαφορές. Και είναι πιο σύνθετο όταν η χρησιμότητα είναι το μοναδικό κριτήριο που αναγνωρίζεται. Από το 1847, ο Μαρξ ανήγγειλε πως θα έρθει μια μέρα όπου τα πάντα θα είναι αντικείμενα συναλλαγής και εμπορίας. Εδώ βρισκόμαστε, σήμερα».

Ποιες άλλες μορφές μπορεί να πάρει η βία;

«Το να προδώσεις την εμπιστοσύνη κάποιου είναι δείγμα μεγάλης βίας. Γιατί το να εμπιστεύεσαι είναι ένα στοίχημα, ανοίγεις τον εαυτό σου με όλα τα τρωτά σημεία σου στον άλλον, και όταν προδίδεσαι, το βιώνεις ως προσωπική καταστροφή. Ισχύει για τα άτομα, αλλά όχι μόνο. Γιατί η εμπιστοσύνη είναι το σταθεροποιητικό υλικό κάθε κοινωνίας: επιλέγουμε τους ηγέτες, τους εμπιστευόμαστε για να υπερασπιστούν το κοινό συμφέρον.

»Στην Ιταλία συμμετείχα σε μια εκπομπή όπου είχε προσκληθεί μια ομάδα εργατών. Είχαν συμφωνήσει με την εργοδοσία να δεχτούν μειώσεις μισθών με την προοπτική να μην απολυθούν. Τελικά, το εργοστάσιο έκλεισε και απολύθηκαν όλοι, παρά τις διαβεβαιώσεις των αφεντικών τους. Μετά την εκπομπή βρέθηκα στο αεροδρόμιο και κάποιος που είχε δει την εκπομπή με πλησίασε και μου είπε: "Τα ίδια συμβαίνουν παντού. Δεν αντέχουμε άλλο, δεν πιστεύουμε πια κανέναν. Η κατάσταση είναι εκρηκτική"».

πηγή: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=326829

πίνακας: Andre Masson

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012



Η επιθυμία για εξουσία

Η εξουσία είναι η έκφραση μιας επιθυμίας για εξουσία, μια επιθυμίας για κυριαρχία:

εάν για αυτόν που το ασκεί αποτελεί ένα παράγοντα ναρκισιστικής ικανοποίησης, κινδυνεύει να μεταμορφώσει αυτόν που την υφίσταται σε αντικείμενο απογυμνωμένο από την ίδια του την ύπαρξη.


Σε ακραία περίπτωση η άσκηση της εξουσίας μπορεί να πάρει παθολογική μορφή και τότε μιλάμε για το πάθος της εξουσίας συνέπεια μιας “ υπερτροφίας του Εγώ” σύμφωνα με την ψυχανάλυση. Η αυταρχικότητα σύμφωνα με την ψυχιατρική είναι ένα σύμπτωμα αυτής της ασθένειας που πλήττει τους παρανοϊκούς ή τους μεγαλομανείς:

ο σαδισμός” είναι η απόλαυσή του να ταπεινώνεις, να τιμωρείς ή να καταστρέφεις 1

1 από το βιβλίο "Η Ψυχολογία των ανθρωπίνων σχέσεων" του Raymond Chappuis

πίνακας: Andre Masson

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012


Θλίψη και κατάθλιψη


Ανάμεσα στην θλίψη και την κατάθλιψη υπάρχει μια σημαντική διαφορά στον τρόπο έκφρασης των δυο συναισθημάτων. Κατ΄ αρχάς η θλίψη φαίνεται. Ο θλιμμένος άνθρωπος ξεχωρίζει, φαίνεται ότι βιώνει κάποιο γεγονός άσχημα, ότι περνάει μια απώλεια ότι έχει πένθος. Φαίνεται από το πρόσωπό του την συμπεριφορά του. Στην κατάθλιψη αυτό μπορεί να μην είναι φανερό. Η κατάθλιψη μπορεί να κρυφτεί πίσω από άλλα συμπτώματα, όπως τον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά ή πίσω από άλλες ψυχικές δυσλειτουργίες.

Η κατάθλιψη δεν θέλει να φαίνεται, όπως δεν θέλει να σκέφτεται. Η κατάθλιψη θέλει να αποφύγει την θλίψη. Στην κατάθλιψη τα πάντα παγώνουν μέσα στο άνθρωπο, δεν θέλει να αισθάνεται. Απωθεί τον φόβο, απωθεί την συγκίνηση, ενώ η θλίψη αποτελεί την συναίσθηση του πόνου. Η Θλίψη αποτελεί το περιεχόμενο της απώλειας και την έκφρασής της, σαν περίοδο σημαντική για την ανάπτυξή του ανθρώπου. Το πένθος, η οδύνη όχι μόνο είναι κάτι φυσικό, αλλά αποτελεί μια λειτουργία απαραίτητη για εξέλιξη της ζωής. Διότι .τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο η θλίψη αποτελεί στοιχείο βασικό στην εξέλιξη τόσο του ατόμου όσο και των κοινωνιών. Οι κοινωνίες οι ίδιες, στο πέρασμα των αιώνων, επένδυσαν τελετουργικά την απώλεια και το πένθος φανερώνοντας το αναγεννητικό τους ρόλο σαν στοιχεία απαραίτητα για την εξέλιξη της κοινωνίας και το πέρασμα σε κάτι άλλο.

Τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο το βίωμα της θλίψης είναι ένα πέρασμα με ορισμένο χρόνο, είναι μια περίοδος η οποία θα περάσει. Μετά από το βίωμα αυτής της περιόδου η επόμενη μπορεί να είναι ένα καινούργιο ελπιδοφόρο ξεκίνημα. Η θλίψη λοιπόν περνάει, η κατάθλιψη παραμένει διαιωνίζεται μέσα στο χρόνο διότι το άτομο δεν έχει μάθει να βιώνει τον πόνο και τον αποφεύγει συσσωρεύοντας τον μέσα του.

Η σχέση θλίψης κατάθλιψης εμφανίζεται από τούς πρώτους μήνες ζωής του παιδιού και έχει σχέση με τον αποχωρισμό παιδιού-μητέρας και τα συναισθήματα και των δύο για αυτό τον αποχωρισμό. Ο αποχωρισμός αυτός πρέπει να ξέρουμε ότι είναι μια βασική λειτουργία της ανάπτυξης της ζωής και ξεκινά από την γέννηση δηλαδή από τον πρώτο και σημαντικό χωρισμό και έξοδο από το σώμα της μητέρας και συνεχίζεται μέχρι τον τελικό αποχωρισμό από την ζωή. Άρα η απώλεια, η θλίψη, το πένθος αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής το οποίο όμως μπορεί να μην επιτρέπεται να το βιώσει το παιδί. Η Υγιής, θα λέγαμε θλίψη αποτελεί το συναίσθημα που γεννάται από τον σταδιακό αποχωρισμό από την μητέρα. Είναι σημαντικό διότι βοηθάει το άτομο να γνωρίσει την εαυτό του και να δημιουργήσει μέσα του καινούργια δεδομένα, την γνώση για την αντιμετώπιση της.

Η μητέρα συνήθως προσπαθεί να αποφύγει το παιδί της αυτό το συναίσθημα της θλίψης, πλησιάζοντας το, από την στιγμή που βλέπει την θλίψη να εμφανίζεται στο πρόσωπό του. Έτσι το παιδί μαθαίνει κοντά στην μητέρα, αποφεύγοντας την θλίψη που στην ουσία την χρειάζεται για να μάθει να την χειρίζεται.

Ο τρόπος που μπορεί να δομηθεί μαι τέτοια σχέση ξεφεύγει από το καθαρά συνειδητό επίπεδο και δημιουργείται ένας συνδυασμός ασυνείδητων συμπεριφορών, ανάμεσα στην μητέρα και το παιδί. Η μητέρα συνήθως δεν κατανικά το άγχος της (υπέρ-προστατευτική) και δεν επιτρέπει στο παιδί της να βιώσει τον πόνο και την θλίψη του. Εάν το παιδί δεν νιώσει αυτή την θλίψη, να την βιώσει και να μάθει να ζει μαζί της χωρίς να φοβάται. Η αποκοπή αυτού του συναισθήματος και της γνώσης που το συνοδεύει, δημιουργεί ένα κενό, μια νέκρα μέσα στο άνθρωπο. Δημιουργεί την απουσία του βιώματος, την απουσία του εαυτού, την απουσία της ζωής και της αληθινής συγκινησιακής σχέσης με τους άλλους. Η απουσία του βιώματος δημιουργεί την κατάθλιψη.

Ηκατάθλιψη λοιπόν φανερώνει την προσπάθεια αποφυγής της θλίψης, κατ΄ αρχάς στην σχέση μητέρας-παιδιού, η οποία στην συνέχεια, μπορεί να εξελιχτεί, σε αποφυγή της ίδιας της ζωής.

H θλίψη είναι η προσπάθεια απαλλαγής από το βίωμα της απώλειας και του πένθους, μέσα από την βίωση του.


Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012




Ζαν-Ζακ Ρουσό

Ενοχλητική φωνή

Στα σχολικά εγχειρίδια, ο συγγραφέας του «Κοινωνικού συμβολαίου» περιγράφεται ως εξέχουσα μορφή του γαλλικού Διαφωτισμού, εισηγητής των αρχών μιας δημοκρατικής κοινωνίας και του προτύπου του πολίτη - πατριώτη. Για πολλούς συντηρητικούς ιστορικούς και φιλοσόφους, όμως, ο Ζαν–Ζακ Ρουσό αντιπροσωπεύει μια ενοχλητική φωνή –ένας πρόδρομος του «λαϊκισμού», πηγή έμπνευσης για τους Ιακωβίνους και όλες τις μεταγενέστερες μορφές ακραίας επαναστατικότητας ή και ολοκληρωτισμού. Από τη δική τους σκοπιά, δεν έχουν εντελώς άδικο.

Σε αντίθεση με τον φεουδάρχη Μοντεσκιέ και τους πλούσιους αστούς Βολταίρο, Ελβέτιο και Ντ’ Ολμπάκ, ο Ρουσό, γιος ωρολογοποιού από τη Γενεύη, μεγάλωσε σε ένα περισσότερο λαϊκό περιβάλλον. Μια μέρα, ο βαρώνος Ντ’ Ολμπάκ τον ρώτησε γιατί ήταν τόσο ψυχρός απέναντί του και εισέπραξε την απάντηση: «Παραείστε πλούσιος!».

Αν και εχθρεύεται την Εκκλησία, υιοθετεί ένα είδος πανθεϊσμού, υποστηρίζοντας ότι «οι ισχυροί, οι πλούσιοι, οι ευτυχισμένοι αυτού του αιώνα θα ανακουφίζονταν με την ιδέα ότι δεν υπάρχει Θεός. Αλλά η προσδοκία μιας άλλης ζωής παρηγορεί τον λαό και τους δυστυχισμένους σ’ αυτήν εδώ τη ζωή». Υπό την επίδραση του Ρουσό, ο Ροβεσπιέρος θα υιοθετούσε, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, τη λατρεία του Υπέρτατου Οντος, λέγοντας ότι «ο αθεϊσμός είναι αριστοκρατική φιλοσοφία».

Ενα από τα πιο ριζοπαστικά, από πολιτική άποψη (και πιο ρηχά, από φιλοσοφική) έργα του Ρουσό είναι η «Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων». Εδώ οι λίβελλοι εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας θυμίζουν συχνά πρωτεϊκό μαρξισμό ή αναρχισμό:

«Ο πρώτος που, έχοντας περιφράξει ένα κομμάτι γης, σκέφτηκε να πει: “Αυτό είναι δικό μου” και βρήκε ανθρώπους αρκετά αφελείς ώστε να τον πιστέψουν, υπήρξε ο πραγματικός ιδρυτής της κοινωνίας των πολιτών. Από πόσα εγκλήματα, πολέμους, φόνους, από πόσες αθλιότητες και αίσχη θα είχε απαλλάξει το ανθρώπινο γένος εκείνος που, ξεριζώνοντας τους πασσάλους ή σκεπάζοντας το χαντάκι, θα φώναζε στους συνανθρώπους του: Μην ακούτε αυτόν τον αγύρτη. Χαθήκατε, αν ξεχάσετε πως οι καρποί ανήκουν σε όλους και η γη δεν ανήκει σε κανέναν»! Και παρακάτω:

«Η υπερβολική φιλοδοξία, η σφοδρή επιθυμία να μεγαλώσει τη σχετική περιουσία του, όχι τόσο από πραγματική ανάγκη, όσο για να ξεπεράσει τους άλλους, γεννά σε όλους τους ανθρώπους μια σκοτεινή τάση να αλληλοβλάπτονται, μια κρυφή ζήλια, που γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη αφού για μεγαλύτερη ασφάλεια παίρνει συχνά τη μάσκα της καλοσύνης.

Με λίγα λόγια, ανταγωνισμός και αντιζηλία από τη μια, σύγκρουση συμφερόντων από την άλλη, και πάντοτε η κρυφή επιθυμία του κέρδους εις βάρος των άλλων, αυτά όλα τα δεινά είναι η πρώτη συνέπεια της ιδιοκτησίας και της αναπόσπαστης συνοδείας της, της ανισότητας που γεννιέται».

πηγή:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_2_19/06/2011_446319

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012






ΚΡΙΣΗ
ΕΙΝΑΙ
ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

ΟΠΟΥ
ΟΛΑ ΚΡΙΝΟΝΤΑΙ


Την ώρα που σαστισμένοι από τη βαναυσότητα όσων γίνονται προσπαθούμε να αγανακτίσουμε, παράλυτοι ακόμα εν μέρει και μην πιστεύοντας στα μάτια και στα αυτιά μας, ότι το φάντασμα του βάρβαρου καπιταλισμού χωρίς προσχήματα είναι πλέον πραγματικότητα.
Την ώρα που κλείνουν ή συρρικνώνονται φορείς πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ανθρώπων που πριν λίγο λέγονταν πολίτες και τώρα βλέπουν να έχουν ξεπουληθεί στην υγεία και την αξιοπρέπειά τους, οι ίδιοι και η ιστορία τους
Την ώρα που 30 χρόνια μετά τα πρώτα ανοίγματα των ασύλων και των πρώτων οραμάτων για μια κοινωνία χωρίς τείχη, ξαναγεμίζουν νέες καραβιές για τη Λέρο και γέροντες ή μη οικότροφοι κοινοτικών δομών ξαναεκτοπίζονται χωρίς να ρωτηθούν σε ιδιωτικά πια σε λίγο άσυλα
Δομές κλείνουν - Η φτώχεια αυξάνει - Οι προοπτικές σκοτεινιάζουν- παρα-βιάζεται συνεχώς η συνταγματική νομιμότητα – αίρεται η δημοκρατία
Το μήνυμα είναι πως οι αδύναμοι απλώς δεν θα επιβιώσουν – για να πληρωθούν υπέρογκοι τόκοι κεφαλαιοκρατών εισβολέων
Eίναι η στιγμή να ξανακριθούν εκ νέου πια όλα.
Να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που καταρρέει είναι το σύστημα ενός αιώνα που ποτέ δεν ήταν άλλο, απλά περίμενε να χτυπήσει τη σωστή στιγμή στον πυρήνα της συνείδησής μας: στον εφησυχασμό, την έλλειψη κοινωνικής εγρήγορσης και το φόβο μας. Είναι το ίδιο σύστημα που έστησε τα άσυλα, αυτό που τα μεταμόρφωσε με την υποστήριξη φαρμακοβιομηχανιών σε μικρότερα και πιο ευέλικτα «μεταρρυθμιστικά» ασυλάκια, αυτό που εκτίναξε στα ύψη την κατανάλωση ψυχοφαρμάκων και γέμισε τα διαγνωστικά εγχειρίδια με νέες, πολυάριθμες «ασθένειες της ψυχής», είναι το ίδιο σύστημα που αποσάθρωσε την κοινωνική συνοχή, τις ανθρώπινες σχέσεις, την αυτοδιάθεσή μας στους χώρους δουλειάς και ζωής μας, προσωπικά και συλλογικά, το ίδιο σύστημα που εξαγόρασε την συμμετοχή μας στην πολιτική με γυαλιστερά τζιπ και realiy shows, είναι το ίδιο σύστημα που μας αχρήστευσε συστηματικά για να μας ξεπουλήσει και να μας αγοράσει ως ρετάλια ανέργων, απόρων και αρρώστων ή γλοιωδών ραγιάδων που θα γυαλίζουν τα παπούτσια των ανάλγητων και ανήθικων χρηματοαφεντικών.
Να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε μπρος σε κάποια έκπληξη. Ότι καταρρέοντας όμως αυτό το οικοδόμημα μένει ο χώρος να χτίσουμε κάτι άλλο, βασισμένο στη συνείδηση, τη νόηση, την εμπειρία ζωής, τις ανάγκες, τις ικανότητες και τις αποφάσεις μας συλλογικά επεξεργασμένες, Ότι έχουμε δυνάμεις και αποθέματα εμπνευσμένα από τις δυνάμεις και τα οράματά μας.
Θέλουμε να προστατέψουμε αλληλέγγυα το δικαίωμα όλων μας για ψυχική και σωματική υγεία και ευημερία, όχι πια στα παλιά μαζικά, σπάταλα και ανερμάτιστα καταστροφικά για τις ζωές ψυχιατρικόμορφα μοντέλα, αλλά με νέους τρόπους, που όλοι μαζί θα σχεδιάσουμε και θα εφαρμόσουμε,
μια και είμαστε αυτοί που έχουν τη γνώση και τα αποθέματα στα χέρια τους, αρκεί να το αποφασίσουμε.
Σας καλούμε σε συλλογικές διαδικασίες που θα δώσουν ένα σχήμα και μια κατεύθυνση στο σαστισμένο μας βλέμμα. Να υποστηρίξουμε την ανάπτυξη οράματος και πρακτικής για μια ψυχική και σωματική υγεία βασισμένη στην αυτοδιάθεση, τη διατήρηση της προσωπικής ευθύνης για τη ζωή, την αυτοβοήθεια, την κοινωνική αλληλεγγύη, την αυτοδιαχείριση των χώρων που παρέχεται η βοήθεια σε ευάλωτους πληθυσμούς.
  • ενίσχυση της αυτοβοήθειας,
  • ευέλικτα σχήματα παρέμβασης στην κοινότητα από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες σε συνεργασία με εκπροσώπους των ευάλωτων ομάδων,
  • ενίσχυση μορφών συλλογικής ζωής και πολιτισμού που θα αυξήσει την ποιότητα ζωής στην κάθε μέρα μας και θα κάνει την όποια λεγόμενη «ασθένεια» ευκαιρία για δημιουργικές αλλαγές, μια κρίση όπου όλα κρίνονται με σεβασμό.
Η διατήρηση της συνολικής μας υγείας είναι η προϋπόθεση κάθε αντίστασης και αυτοδιάθεσης.
Αντιστεκόμενοι στην προϊούσα βαρβαρότητα με κάθε μέσο, ας αξιοποιήσουμε πρωτίστως αυτή τη στιγμή τη δυνατότητά μας να σκεφτόμαστε, να συσκεπτόμαστε και να πράττουμε ακόμα κοινά και δυναμικά και ας σχεδιάσουμε από κοινού νέες μορφές αλληλοϋποστήριξης και φροντίδας βασισμένες σε ανάγκες των ανθρώπων και όχι του καταρρέοντος συστήματος.
Σας καλούμε να πάρετε θέση περιγράφοντας τις εκτιμήσεις σας για την κατάσταση στους χώρους δουλειάς ή εξυπηρέτησής σας σε δομές υγείας και αναζητώντας από κοινού με τους υπόλοιπους λύσεις επί του πρακτέου.
«Όλα μπορείτε να μου τα πάρετε, αλλά όχι την ψυχή μου», θα έλεγε νηφάλια ένας αγωνιστής του 1821.

Θεσσαλονίκη 10.10.2011
πηγή:
http://www.paratiritiriopsy.org/2011/10/blog-post.html