Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Πως ερμηνεύουμε τις οικογενειακές καταστάσεις





Αιτία – αποτέλεσμα

 Η εντύπωση την οποία έχω αποκομίσει από την εμπειρία μου σαν επαγγελματίας με κάνει να σκεφτώ ότι έχουμε μια λανθασμένη προσέγγιση στην οικογενειακή αλλά και ευρύτερα κοινωνική πραγματικότητα μέσα από τον τρόπο που προσπαθούμε να την ερμηνεύσουμε. Ψάχνουμε λοιπόν να διαμορφώσουμε μια γνώμη την οποία μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε μονοσήμαντη, στο βαθμό που προσπαθεί να συνδυάσει ένα οικογενειακό γεγονός με μια αιτία.

Συνήθως συνδέουμε, στην προσπάθεια της κατανόησης ενός γεγονότος, με ένα μέλος της οικογένειας, αποδίδοντας το στην συμπεριφορά του και συνδέοντας το μόνο με αυτό. Αυτή η έλλειψη δυνατότητας να έχουμε διαφορετικές προσεγγίσεις, σημαίνει ότι στερούμαστε ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης πάνω στην οικογενειακή πραγματικότητα. Δηλαδή παραβλέπουμε ότι μπορεί να υπάρχουν διαφορετικά αίτια για μια κατάσταση και ότι μια συμπεριφορά δεν είναι καθορισμένη εκ τον προτέρων από ένα μόνο αίτιο. 

Η τάση μας αυτή ίσως, έρχεται να μας δώσει μια υποτιθέμενη λύση, και μπορεί εκ πρώτης όψεως να μας ησυχάζει σαν γονείς, αλλά στην συνέχεια μπορεί να δημιουργεί μεγαλύτερη ανησυχία μέσα στην οικογένεια. Αυτή βέβαια η μονοσήμαντη ερμηνεία που συνεχίζουμε να υιοθετούμε σαν γονείς καταδεικνύοντας τον/ην έφηβο/η ως τον υπεύθυνο της κατάστασης, δημιουργεί μια ενοχοποιητική συμπεριφορά, αποδίδοντας την οποιαδήποτε κατάσταση σαν να προέρχεται από την δική του μόνο συμπεριφορά. Δηλαδή μια προβληματική συμπεριφορά μέσα στην οικογένεια όχι μόνο την αποδίδουμε με μεγάλη ευκολία στον/ην έφηβο/η, αλλά αναπτύσσεται και ένα σύστημα ανατροφοδότησης αυτής της γνώμης, όταν ξανάβρεθούμε σε μια παρόμοια δυσκολία. 

 Με αυτόν το τρόπο υιοθετούμε επίθετα που προσπαθούν να εξηγήσουν την θετική ή αρνητική εξέλιξη μιας κατάστασης αποδίδοντας την στον/ην έφηβο/η, λέγοντας πως είναι νευρικός/η, είναι αφηρημένος/η, είναι χειριστικός/η, κ. λ. π. Έτσι αξιολογούμε την κατάσταση σαν να βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πλαίσιο ατομικών διεργασιών και όχι σε ένα πλαίσιο αλληλεπιδραστικών διεργασιών καθώς επίσης αποδίδουμε μια αιτιότητα στις κατάσταση γραμμική, παρά μια κυκλική.



Γραμμική και κυκλική αιτιότητα.

Θα πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή μας στο γεγονός ότι για κάθε συμβάν στην οικογένεια αλλά και πιο ευρύτερα στην κοινωνία, η τάση μας είναι να το αποδώσουμε σε μια αιτία και να την συνδέσουμε με ένα αποτέλεσμα. Έτσι ανάμεσα σε ένα γεγονός και την αιτία του υπάρχει μια γραμμική σύνδεση. Δηλαδή ένα αποτέλεσμα Β παράγεται από ένα γεγονός Α. 

Αυτού του είδους λοιπόν η μορφή ερμηνείας των καταστάσεων, δεν μα δίνει την δυνατότητα να σκεφτούμε πιο γενικά και σε πιο εκτεταμένο πλαίσιο, την αιτιότητα των γεγονότων μέσα στην οικογένεια, διότι δεν λαμβάνουμε υπ όψιν το γεγονός της ανάδρασης σε μια επικοινωνιακή σχέση στην οικογένεια. 

Η ανάδραση παρουσιάζει την ανατροφοδότηση μια συμπεριφοράς ή μια επικοινωνίας και γενικά ενός συστήματος, Μπορούμε να έχουμε, όπως λέει η επιστήμη της φυσικής. θετική, αλλά και αρνητική ανάδραση. Στην περίπτωσή μας το Β είναι το αποτέλεσμα μια ενέργειας του Α αλλά το Β με την αντίδρασή του επηρεάζει το Α το οποίο με την αντίδρασή του θα επηρεάσει εκ νέου το Β. Με αυτό το σχήμα των αλλελεπηρεασμών ανάμεσα στο Α και το Β εισάγουμε την κυκλική αιτιότητα των καταστάσεων μέσα στην οικογένεια, πράγμα που μας επιτρέπει να εξετάσουμε σε μεγαλύτερο φάσμα την μορφή που μπορεί να πάρει η επικοινωνία μέσα σε αυτή.


Κερεντζής Λάμπρος 

πίνακας:http://tut.gr/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%B6-abigail-reynolds/
600 × 495 - tut.gr


Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

M. F. Skinner




Ο κορυφαίας αμερικάνικος νεοσυμπεριφοριστής Μ.Φ. Σκίνερ γεννήθηκε το 1904 και πέθανε το 1990. Είναι διάσημος στο χώρο της Ψυχολογίας για τα γνωστά πειράματά του πάνω σε ζώα, με τα οποία κατέδειξε την δύναμη της επιβράβευσης και της ενίσχυσης στην διαμόρφωση της συμπεριφορά. Ο Σκίνερ χρησιμοποίησε τροφή, μοχλούς και άλλα περιβαλλοντικά ερεθίσματα και απέδειξε ότι αυτό που φαίνεται ως αυτόματη αντίδραση είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα ερεθισμών, γεγονός που έθεσε υπό αμφισβήτηση την αντίληψη περί ελεύθερης βούλησης, αντίληψη που ήταν για πολύ καιρό αποδεκτή. Ο Σκίνερ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του μελετώντας και τελειοποιώντας αυτό που ονόμασε συντελεστική εξαρτημένη μάθηση, τα μέσα, δηλαδή με τα οποία οι άνθρωποι μπορούν να εκπαιδεύουν άλλους ανθρώπους, ή και ζώα, προκειμένου αυτοί ή αυτά να εκτελούν ολόκληρο σύνολο εργασιών και να αναπτύσσουν τις δεξιότητες τους μέσω της θετικής ενίσχυσης.

Ο Σκίνερ ισχυρίστηκε ότι ο νους, ή αυτό που τότε ονομάζαμε νοησιαρχία1, ήταν άσχετος ακόμα και ανύπαρκτος, και ότι η Ψυχολογία θα πρέπει να επικεντρώνεται μόνο σε χειροπιαστές και μετρήσιμες συμπεριφορές. Οραματίστηκε να δημιουργήσει μια παγκόσμια κοινότητα που θα κυβερνούσαν συμπεριφοριστές ψυχολόγοι οι οποίοι θα διαμόρφωναν ή θα εκπαίδευαν τους πολίτες της σε φάλαγγες καλοπροαίρετων ρομπότ. Από όλους τους ψυχολόγους του 20ού αιώνα τα πειράματα και τα συμπεράσματα του Σκίνερ σχετικά με την μηχανιστική φύση των ανδρών και των γυναικών είναι ίσως αυτά που έχουν υποστεί και τον μεγαλύτερο διασυρμό, ωστόσο παραμένουν επίκαιρα στην εποχή μας η οποία κατακλύζεται όλο και περισσότερο από την τεχνολογία.

Απόσπασμα από το βιβλία
Το κουτί της ψυχής
της Lauren Slater

1 Νοησιαρχία ( ή Μοντελισμός) φιλισοφική αντήληψη που θεωρεί την νόηση (σκέψη) προταρχική αιτία όλων των ψυχικών φαινομένων. Δέχεται την νόηση ως ανώτερη ψυχική δύναμη που υπερτερεί τηε βούλησης και του συναισθήματος.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

H άνοδος της ασημαντότητας





I. H απουσία κριτικής σκέψης.

H εργασία των διανοουμένων θα έπρεπε να είναι εργασία κριτικής. Kαι τέτοια ήταν συχνά στην Iστορία, όπως, παραδείγματος χάριν, κατά τη στιγμή της γέννησης της φιλοσοφίας στην αρχαία Eλλάδα. Tότε, οι φιλόσοφοι αμφισβητούν τις κατεστημένες συλλογικές παραστάσεις, αμφισβητούν τις ιδέες για τον κόσμο και τους θεούς, αμφισβητούν την ορθή τάξη της πολιτείας. Ομως, αρκετά γρήγορα, η στάση αυτή εκπίπτει, εκφυλίζεται.

Οι διανοούμενοι εγκαταλείπουν τον κριτικό ρόλο τους. Tον προδίδουν. Mεταβάλλονται σε εκλογικευτές της πραγματικότητας και σε απολογητές της καθεστηκυΐας τάξης. Tο πιο ακραίο παράδειγμα αλλά, χωρίς αμφιβολία, το πιο χαρακτηριστικό- ακόμη και μόνο διότι ενσαρκώνει τη μοίρα και την κατάληξη της κληρονομημένης φιλοσοφίας – είναι ο Xέγκελ. Tελικά, ο Xέγκελ έφθασε να διακηρύσσει πως «ό,τι είναι ορθολογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό».

Στο δικό μας αιώνα έχουμε δύο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτού του φαινομένου: στη Γερμανία, ο Xάιντεγκερ και η βαθιά του προσχώρηση, πέρα από τα γνωστά συμβάντα και την ανεκδοτολογία, στο «πνεύμα» του ναζισμού· στη Γαλλία, ο Zαν-Πολ Σαρτρ, ο οποίος δικαιολόγησε τουλάχιστον μετά το 1952 τα σταλινικά καθεστώτα και, όταν, τέλος πάντων, ξέκοψε με τον τρέχοντα κομμουνισμό, άρχισε να υποστηρίζει τον Φιντέλ Kάστρο, τον Mάο Tσε Tουγκ, κ.λπ.

Οι διανοούμενοι

Mέχρι σήμερα η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει ως προς την ουσία της, αλλά, απλώς, ως προς την έκφρασή της. Mετά από την κατάρρευση των ολοκληρωτικών καθεστώτων και την κονιορτοποίηση του μαρξισμού-λενινισμού, οι δυτικοί διανοούμενοι στην πλειοψηφία τους περνούν τον καιρό τους εγκωμιάζοντας τα δυτικά καθεστώτα ως καθεστώτα «δημοκρατικά», ίσως όχι ιδανικά (δεν ξέρω ποιο είναι το ακριβές νόημα της έκφρασης αυτής), αλλά πάντως ως τα καλύτερα ανθρωπίνως εφικτά.
Mας διαβεβαιώνουν, επίσης, ότι η οποιαδήποτε άσκηση κριτικής προς αυτές τις ψευδο-δημοκρατίες οδηγεί κατευθείαν στα Γκουλάγκ. Eτσι, λοιπόν, συνεχίζεται αυτή η χωρίς τέλος επανάληψη της κριτικής του ολοκληρωτισμού, μια κριτική που έρχεται με καθυστέρηση τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα ετών (πολλοί από τους σημερινούς «αντιολοκληρωτικούς» διανοούμενους στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ήταν ακόμη μαοϊκοί).

Ομως αυτή η στάση, δηλαδή η χωρίς τέλος επανάληψη της κριτικής του ολοκληρωτισμού, επιτρέπει να αποσιωπώνται τα φλέγοντα προβλήματα του παρόντος, που είναι: η αποσύνθεση των δυτικών κοινωνιών, η απάθεια, ο κυνισμός και η πολιτική διαφθορά, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η κατάσταση στις εξαθλιωμένες χώρες κ.λπ. Yπάρχει, επίσης, μία παραλλαγή της ίδιας ουσιαστικά στάσης: αποσύρεται κανείς στον πλαστικό πύργο του και εκεί ασχολείται με την πολύτιμη προσωπική του παραγωγή.

Πρέπει να σταματήσουμε να υπερ-εκτιμούμε και, ταυτοχρόνως, να υπο-τιμούμε το ρόλο των διανοουμένων. Yπήρξαν ασφαλώς διανοητές και συγγραφείς οι οποίοι έχουν ασκήσει τεράστια επιρροή στην Iστορία – όχι, εξάλλου, πάντα προς το καλύτερο. Ο Πλάτων χωρίς αμφιβολία είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα, αφού ακόμη σήμερα όλος ο κόσμος, και χωρίς να το ξέρει, σκέφτεται με όρους πλατωνικούς. Ωστόσο, από τη στιγμή που κάποιος επιχειρεί να εκφραστεί για την κοινωνία, την ιστορία, τον κόσμο, το είναι, τότε, οπωσδήποτε, εισχωρεί στο πεδίο των κοινωνικοϊστορικών δυνάμεων. Kαι σ’ αυτό το πεδίο μπορεί να παίξει ένα ρόλο του οποίου η σημασία κυμαίνεται από το απειροελάχιστο μέχρι το αξιοσημείωτο. Tο να θεωρήσουμε ότι ο ρόλος αυτός είναι «ρόλος εξουσίας», κατά τη γνώμη μου αποτελεί γλωσσική κατάχρηση.

Kρίση της κριτικής

Ο συγγραφέας και ο διανοητής, με τα ιδιαίτερα μέσα που του δίνουν η κουλτούρα του και οι ικανότητές του, ασκεί επιρροή στην κοινωνία. Ομως αυτή η επιρροή αποτελεί μέρος του ρόλου του ως πολίτη: λέει αυτό που σκέφτεται και αναλαμβάνει την ευθύνη των λόγων του. Kανείς δεν απαλλάσσεται από αυτή την ευθύνη. Ούτε καν εκείνος που σωπαίνει και, ως εκ τούτου, αφήνει να μιλούν οι άλλοι και να καταλαμβάνεται ο κοινωνικο-ιστορικός χώρος ενδεχομένως από ιδέες τερατώδεις. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να καταγγέλλουμε την «εξουσία των διανοουμένων» και, ταυτοχρόνως, να θεωρούμε ότι οι Γερμανοί διανοούμενοι που σώπασαν μετά το 1932 είναι συνένοχοι των ναζί.

Mία από τις εκδηλώσεις – μόνο μία – της γενικής και βαθιάς κρίσης της κοινωνίας είναι η κρίση της κριτικής. Γεγονός είναι ότι υπάρχει γενικευμένη ψευδο-συναίνεση. H κριτική και η εργασία των διανοουμένων απορροφώνται από το σύστημα τώρα πολύ περισσότερο από άλλοτε και με τρόπο πολύ πιο έντονο. Ολα τα αλέθουν τα Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης. Tα δίκτυα συνενοχής είναι παντοδύναμα. Σήμερα, τις αποκλείνουσες και ετερόδοξες φωνές δεν τις καταπνίγουν ούτε η λογοκρισία ούτε οι εκδότες. Tις καταπνίγει η γενικευμένη εμπορευματοποίηση.

Aκόμη και σε ό,τι είναι τελείως κοινότοπο και τετριμμένο δίδεται χροιά «επαναστατική». Για τη διαφήμιση ενός βιβλίου χρησιμοποιείται συχνά η εξής φράση: «Iδού ένα βιβλίο που φέρνει επανάσταση στον τομέα του». Aλλά και για τη διαφήμιση των ζυμαρικών την ίδια φράση χρησιμοποιούν: «τα ζυμαρικά Panzani έφεραν επανάσταση στη μαγειρική». H λέξη «επαναστατικός» – όπως, επίσης, οι λέξεις «δημιουργία» και «φαντασία» – έχει καταντήσει διαφημιστικό σλόγκαν (αυτό το φαινόμενο ονομάστηκε πριν από λίγα χρόνια ιδιοποίηση).

H περιθωριακότητα παίρνει μία θέση κεντρική και γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης. H ανατροπή είναι μία ενδιαφέρουσα γραφικότητα που συμπληρώνει την αρμονία του συστήματος. H σύγχρονη κοινωνία έχει μία τρομερή ικανότητα να πνίγει κάθε αληθινή απόκλιση, είτε αποσιωπώντας την, είτε μετατρέποντάς την σε ένα ακόμη φαινόμενο ανάμεσα στα άλλα· ένα φαινόμενο εμπορευματοποιημένο όπως τα άλλα.

Mπορούμε να γίνουμε ακόμη πιο διεξοδικοί. Οι κριτικοί μόνοι τους προδίδουν το ρόλο τους ως κριτικών. Οι συγγραφείς προδίδουν την υπευθυνότητα και τη σοβαρότητά τους. H συνενοχή του κοινού είναι τεράστια. Tο κοινό ασφαλώς μόνον αθώο δεν είναι, αφού αποδέχεται το παιχνίδι και προσαρμόζεται σε ό,τι του δίνουν. Tα πάντα γίνονται εργαλείο του συστήματος, ενός συστήματος ανώνυμου. H κατάσταση αυτή δεν είναι ούτε έργο ενός δικτάτορα, ούτε έργο μιας χούφτας μεγάλων καπιταλιστών, ούτε έργο μιας ομάδας διαμορφωτών της κοινής γνώμης· είναι, απεναντίας, ένα τεράστιο κοινωνικο-ιστορικό ρεύμα, το οποίο έχει πάρει μια τέτοια κατεύθυνση που όλα τα κάνει να γίνονται ασήμαντα.

H τηλεόραση

H τηλεόραση αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα: κάτι που βρίσκεται στο κέντρο της επικαιρότητας για ένα εικοσιτετράωρο, γίνεται τελείως ασήμαντο (παύει να υπάρχει) ακριβώς μετά από αυτό το εικοσιτετράωρο, είτε διότι βρέθηκε είτε διότι πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο για να πάρει τη θέση του. Λατρεία του εφήμερου, η οποία καταλήγει στην πιο ακραία συρρίκνωση του χρόνου. Aυτό που στην αμερικανική τηλεόραση ονομάζεται attention span, δηλαδή ο ωφέλιμος χρόνος προσοχής του θεατή, πριν από μερικά χρόνια ήταν δέκα λεπτά.

Στη συνέχεια, βαθμιαία, έπεσε σε πέντε λεπτά, σε ένα λεπτό και, τώρα, είναι μόλις δέκα δευτερόλεπτα. Tο τηλεοπτικό σποτ των δέκα δευτερολέπτων θεωρείται το πιο αποτελεσματικό. Tόση είναι η διάρκεια που έχουν τα σποτ τα οποία χρησιμοποιούνται στις προεκλογικές προεδρικές καμπάνιες. Eίναι απολύτως κατανοητό ότι αυτά τα σποτ δεν περιέχουν τίποτα το ουσιαστικό, αλλά επικεντρώνονται σε δυσφημιστικούς υπαινιγμούς. Προφανώς, αυτό είναι το μόνο πράγμα που ο θεατής είναι ικανός να αφομοιώσει.

Tούτο όμως είναι και αληθές και ψευδές. H ανθρωπότητα δεν έχει εκφυλιστεί βιολογικά. Οι άνθρωποι είναι ακόμη ικανοί να παρακολουθήσουν ένα λόγο με επιχειρήματα και με κάποια χρονική διάρκεια. Ομως είναι, επίσης, αληθές ότι το σύστημα και τα Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης «καλλιεργούν» – δηλαδή παραμορφώνουν με τρόπο συστηματικό – τους ανθρώπους, ούτως ώστε να μην είναι σε θέση τελικά να ενδιαφερθούν για κάτι το οποίο έχει διάρκεια μεγαλύτερη από κάποια δευτερόλεπτα, το πολύ κάποια λεπτά. Yπάρχει εδώ μια συνομωσία, όχι με την αστυνομική αλλά με την ετυμολογική έννοια του όρου: όλα «συν-ομνύουν», όλα τείνουν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση μιας κοινωνίας στην οποία κάθε κριτική χάνει την αποτελεσματικότητά της.

II. Tο βαρύ προνόμιο της Δύσης.

Στην ιστορία της Δύσης υπάρχουν αναρίθμητες φρικαλεότητες, τις οποίες η Δύση διέπραξε τόσο εναντίον των άλλων όσο και εναντίον του ίδιου του εαυτού της. Οι φρικαλεότητες όμως δεν αποτελούν προνόμιο της Δύσης. Παντού στον κόσμο υπάρχει συσσώρευση φρίκης, είτε πρόκειται για την Kίνα, την Iνδία, την Aφρική πριν από την αποικιοκρατία, είτε για τους Aζτέκους. H ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Eίναι η ιστορία των φρικαλεοτήτων – αν και όχι μόνον αυτή.

Yπάρχει, οπωσδήποτε, ένα θέμα προς συζήτηση: το θέμα του ολοκληρωτισμού. Eίναι ο ολοκληρωτισμός – όπως το νομίζω – η κατάληξη της τρέλας για κυριαρχία ενός πολιτισμού ο οποίος διέθετε τα μέσα εξόντωσης και χρησιμοποίησε την πλύση εγκεφάλου σε τέτοια κλίμακα που ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε η Iστορία; Eίναι ο ολοκληρωτισμος ένα διεστραμμένο πεπρωμένο, εγγενές στη σύγχρονη εποχή, με όλες τις αμφισημίες που τη χαρακτηρίζουν;
Eίναι, μήπως, κάτι άλλο ο ολοκληρωτισμός; Για τη συζήτησή μας το θέμα αυτό, αν μπορώ να πω, είναι θεωρητικό. Kαι είναι θεωρητικό στο μέτρο που τις φρικαλεότητες του ολοκληρωτισμού η Δύση τις έστρεψε εναντίον των δικών της (των Eβραίων συμπεριλαμβανομένων). Eίναι θεωρητικό στο μέτρο που η φράση «σκοτώστε τους όλους, ο θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του», δεν είναι φράση του Λένιν, αλλά ενός πολύ θεοσεβούμενου χριστιανού δούκα και ελέχθη όχι τον 20ό αλλά το 16ο αιώνα. Eίναι θεωρητικό, στο μέτρο που οι ανθρώπινες θυσίες έχουν εφαρμοστεί αφειδώς και σε τακτά χρονικά διαστήματα από τις μη ευρωπαϊκές κουλτούρες κ.λπ. Tο Iράν του Xομεϊνί οπωσδήποτε δεν είναι προϊόν του Διαφωτισμού.

Yπάρχει όμως κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Eλλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Eυρώπη. Aυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής.

H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα -τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς- να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Mαύρων, την εξόντωση των Iνδιάνων στην Aμερική. Ομως δεν έχω δει τους απογόνους των Aζτέκων, των Iνδών ή των Kινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Aπεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Iάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.

Tις πταίει

Οι Aραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ. ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Eυρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση εκατόν τριάντα χρόνια (έτσι συνέβη στην Aλγερία, 1830-1962). Ομως οι ίδιοι αυτοί Aραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Eυρωπαίων, είχαν υποστεί για πέντε αιώνες το ζυγό των Tούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Mέση Aνατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Aλλά οι Aραβες, καθώς οι Tούρκοι κατακτητές τους ήταν ομόθρησκοί τους μουσουλμάνοι, δεν μιλούν για την κυριαρχία αυτή.

Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης. Eξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Aίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Aραβες, όπως δεν υπήρχαν Aραβες, τότε, ούτε στη Λιβύη ούτε στην Aλγερία ούτε στο Mαρόκο ούτε στο Iράκ.

Οι Aραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία. Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Kατά τον αυτό τρόπο, μιλάμε βεβαίως για το δουλεμπόριο των Mαύρων απο τους Eυρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Mαύρων στην Aφρική τα εγκαινίασαν Aραβες έμποροι (11ος – 12ος αιώνας και εντεύθεν, με τη συνενοχή – συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων). Eπίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα.

Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότά του της αυτοαμφισβήτησης και της αυτοκριτικής. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες.

Aλλά όμως μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση, αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Aπό το βιβλίο του Kορνήλιου Kαστοριάδη «H άνοδος της ασημαντότητας».

πηγή: http://invisiblelighthouse.wordpress.com/2011/10/05/h-%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82/

Πίνακας Valentina Brostean

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Μετανάστες/τριες και ΜΜΕ



  Παρουσίαση των μεταναστών/τριών και διαμόρφωση της κοινής γνώμης μέσω της είδησης

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν σημαντική επίδραση στη διαδικασία ένταξης των μεταναστών/τριών και των μειονοτήτων στις κοινωνίες των χωρών υποδοχής. Ιδιαίτερη συζήτηση γίνεται για την αντιμετώπιση των μουσουλμάνων μεταναστών/τριών από τον τύπο μετά τις εκδηλώσεις διακρίσεων εις βάρος των μουσουλμανικών κοινοτήτων και την αυξανόμενη ισλαμοφοβία στην Ευρώπη, ύστερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μαδρίτη.

Τα ΜΜΕ συνήθως έχουν αρνητική στάση απέναντι στους μετανάστες/τριες κάνοντας χρήση των στερεοτύπων απέναντι στην ύπαρξη του διαφορετικού. Εμποδίζουν έτσι τις προσπάθειες να δημιουργηθεί αίσθηση εμπιστοσύνης μεταξύ των μεταναστών/τριών και της κοινωνίας, ως μέτρο για ομαλή κοινωνική ένταξη. Η διαφορά δε συνιστά μειονεξία. Η ομαλή κοινωνική ένταξη σημαίνει ένταξη με παράλληλη διατήρηση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και όχι πλήρη προσαρμογή στο νέο πολιτισμό. Ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη διαδικασία έχει η δράση σε εθνικό επίπεδο της ισορροπημένης παρουσίασης των μουσουλμανικών κοινοτήτων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτό συμβαίνει γιατί το οικουμενικό φαινόμενο της μετανάστευσης δεν αποτελεί ηθικής τάξης πρόβλημα. Είναι πρωτίστως πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέχουν μια σαφή θέση στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης σχετικά με την καθιέρωση και τη διάδοση κοινών πολιτιστικών αναφορών καθώς και με την παραγωγή των κοινωνικών εκφράσεων των μεταναστών/τριών και των μειονοτήτων στην κοινωνία. Ο ενεργός δημοκρατικός ρόλος τους επηρεάζεται από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες. Διαμορφώνουν, αλλά όχι πάντοτε με τους λογικά αναμενόμενους και επιθυμητούς τρόπους, απόψεις, αντιλήψεις
και συμπεριφορές της πλειονότητας απέναντι στις μειονότητες. Η χρήση συγκεκριμένων προσδιορισμών και κατηγοριοποιήσεων, συνήθως αρνητικών, όταν περιγράφονται ζητήματα που έχουν σχέση με τους μετανάστες/τριες, μπορεί να αφορούν μικρό αριθμό ατόμων. Αυτά τα γνωρίσματα όμως τείνουν να αποδίδονται ως κοινά γνωρίσματα ταυτότητας όλης της ομάδας. Επίσης τα μέσα προωθούν κατά κανόνα τις εθνικές θέσεις και αντιλήψεις. Οι μετανάστες/τριες μπορεί να
κατηγορηθούν για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τόσο οι ίδιοι όσο και η πλειονότητα. Συνήθως προσδιορίζονται ως η αιτία των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, αλλά και ως οι υπεύθυνοι για την αύξηση της εγκληματικότητας. Η εικόνα των μεταναστών/τριών διαστρεβλώνεται γιατί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με μια γενικότερη κοινωνική διαδικασία. Μέσα από την παρουσίαση της είδησης εκφράζονται οι εθνικές προκαταλήψεις και οι υπονοούμενες στερεοτυπικές πεποιθήσεις και αντιλήψεις.

«Αν δε σταματήσουν τα μέσα ενημέρωσης, αν η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, ο Τύπος που έχουν δύναμη στην Ευρώπη δε σταματήσουν να προβάλουν τους μετανάστες/τριες ή τις ξένες κοινότητες ως εχθρούς, ως εξτρεμιστές που απειλούν τους δημοκρατικούς θεσμούς, δε θα υπάρξει κλίμα αλληλοκατανόησης», είναι η άποψη του Μπάσι Κουρέσι, προέδρου του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά του Ρατσισμού43. Η Μπάρμπαρα Νόλαν, επικεφαλής της μονάδας κατά των διακρίσεων, της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων αναφέρει ότι «η στάση απέναντι στους μετανάστες/τριες ή τους
Ρομά μιας μερίδας του ευρωπαϊκού Τύπου έχει απασχολήσει την Κομισιόν». Ταυτόχρονα όμως επισημαίνει ότι το θέμα είναι λεπτό γιατί έχει σχέση με την οριοθέτηση της ελευθερίας έκφρασης. «Νομίζω ότι ο μόνος τρόπος να καταπολεμηθεί το φαινόμενο αυτό είναι η καλύτερη ενημέρωση, η καλύτερη παιδεία και παράλληλα η συνεχής προσπάθεια να πεισθούν τα μέσα ενημέρωσης να είναι συνεπή και υπεύθυνα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εξετάσει πρόταση να απαγορευτεί η «υποκίνηση εχθρότητας», αλλά η πρόταση αυτή δεν έχει υιοθετηθεί από το Συμβούλιο Υπουργών ακριβώς διότι οι
ισορροπίες είναι τόσο λεπτές»44.

Στην έκθεση της EUMC45, μετά από έρευνα σχετική με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ τις μειονότητες στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρεται ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αντικατοπτρίζουν, αν και πολλές φορές διαστρεβλωμένα, την κοινωνία μέσω δύο κατευθύνσεων. Τα μέσα μπορεί να παρέχουν εικόνες μέσω των οποίων ερμηνεύεται ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, οπότε μπορεί να δημιουργηθεί διαστρέβλωση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενίσχυση της
προκατάληψης μεταξύ του αναγνωστικού κοινού. Σε διαφορετική περίπτωση, αν η προκατάληψη είναι διαδεδομένη στην κοινωνία και κατά συνέπεια ανάμεσα στους δημοσιογράφους είναι πιθανό τα μέσα να απεικονίσουν αυτή την προκατάληψη.

Τα μέσα προσπαθούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού. Γι’ αυτό και οι πληροφορίες που παρέχουν είναι προσαρμοσμένες στα πρότυπα και τα συμφέροντα των αναγνωστών. Στα ευρωπαϊκά κράτη τα θέματα που κυριάρχησαν περισσότερο στην ειδησεογραφία ήταν η εγκληματικότητα, η βία και η αστυνόμευση, ενώ αγνοήθηκαν άλλα θέματα που αφορούσαν τις διαφορετικές εκφάνσεις της ζωής των μεταναστών/τριών. Στη Βρετανία υπήρξε δυσανάλογη κάλυψη των εγκλημάτων στα οποία συμμετείχαν μαύροι. Στη Γερμανία, όταν καλύπτονται θέματα που αφορούν μετανάστες/τριες, γίνεται αναφορά κυρίως στους Τούρκους, σα να είναι η πιο
αντιπροσωπευτική από όλες τις ομάδες των «αλλοδαπών». Επίσης οι Τούρκοι είναι συνδεδεμένοι, περισσότερο από άλλες ομάδες, με αρνητικές πράξεις και ειδικότερα με βίαιες πράξεις και εγκλήματα. Οι μετανάστες/τριες όμως δεν έχουν τη δυνατότητα να αντικρούσουν τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς που προβάλλονται από τον τύπο, επειδή είναι περιορισμένη η δυνατότητα πρόσβασής τους στα ΜΜΕ. Έτσι οι μειονότητες αντιπροσωπεύονται κυρίως ως «βουβοί δράστες» που συμμετέχουν σε αρνητικές πράξεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη δίκαιη και ισορροπημένη απεικόνιση αυτών των ομάδων.

Η επιλογή και παρουσίαση της είδησης περιορίζεται από παράγοντες οι οποίοι έχουν σχέση με την ιδιοκτησία των μέσων, τους πολιτικούς συσχετισμούς, τον έλεγχο, τις πολιτικές των εκδοτών και τις σχέσεις μεταξύ τύπου και πολιτικής. Ο δημοσιογράφος έχει περιορισμένη ατομική ελευθερία να παρουσιάσει με διαφορετικό τρόπο την είδηση, αφού υιοθετείται ένα συγκεκριμένο ύφος ειδήσεων από το μέσο στο οποίο εργάζεται. Το ύφος και τα συμβατικά σχήματα των ειδήσεων είναι καθορισμένα από τις εκδοτικές πολιτικές. Εάν αγνοούνται τα γεγονότα και οι απόψεις που έρχονται σε αντίθεση με τα κυρίαρχα στερεότυπα, τότε διατηρείται στον τύπο μια διαστρεβλωμένη ή
προκατειλημμένη εικόνα για τους μετανάστες/τριες και τις μειονότητες.

Οι ορισμοί των ειδήσεων στηρίζονται στην κυρίαρχη προοπτική του ισχυρού και σε μια κοινή ενίσχυση των επίσημων και δημοφιλών προοπτικών στον καθορισμό των
κοινωνικών προβλημάτων. Αυτή η προσέγγιση υποθέτει ότι το είδος του λόγου διαδραματίζει έναν κρίσιμο ρόλο στην αναπαραγωγή της εθνικής προκατάληψης και του ρατσισμού επειδή οι πεποιθήσεις και οι απόψεις της πλειονότητας για τις μειονότητες διαμορφώνονται μέσω της επικοινωνίας και της γλωσσικής χρήσης. Επειδή όμως τα περισσότερα μέλη της πλειονότητας δεν έχουν τη δυνατότητα καθημερινής επαφής με μετανάστες/τριες, γι’ αυτό οι πεποιθήσεις τους και η γνώση τους για τις μειονότητες διαμορφώνονται κυρίως από τα ΜΜΕ.

Οι πληροφορίες πρέπει να παρουσιαστούν με ένα συμπυκνωμένο και σύντομο τρόπο. Για το λόγο αυτό απαιτείται η γενίκευση και η περιληπτική παρουσίαση της πληροφορίας. Αυτές οι διαδικασίες όμως τείνουν να έχουν ιδεολογικές προκαταλήψεις. Το είδος του λόγου της είδησης αποτελεί κοινωνική και γνωστική πρακτική. Οι αρνητικές ανταποκρίσεις παράγονται μέσα από τις κυρίαρχες ιδεολογίες και κωδικοποιούνται στη δομή του κειμένου της είδησης. Οι πεποιθήσεις για τις μειονότητες οργανώνονται μέσα από μια σίγουρη δομή. Παραδείγματος χάριν, οι πεποιθήσεις για
τους πρόσφυγες διαμορφώνονται από διάφορες προτάσεις όπως: «μεγάλοι αριθμοί που δεν μπορούν να ελεγχθούν», «άφιξη μέσω εγκληματικών οργανώσεων και λαθρεμπόρων» και «πιθανόν να καταλήξει σε παράνομες και εγκληματικές δραστηριότητες». Μέσω της λεκτικής ανάλυσης και της επιχειρηματολογίας γίνεταικατανοητό πως τέτοιου είδους πεποιθήσεις χρησιμοποιούνται για να δικαιολογηθούν πολιτικές αποφάσεις που σχετίζονται με τις επεμβάσεις για τη διατήρηση της τάξης και τον περιορισμό του δικαιώματος του πολιτικού ασύλου. Επιπλέον η απεικόνιση των μεταναστών/τριών και των μειονοτήτων στις ειδήσεις ελέγχονται από τις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις και τοποθετήσεις σχετικά με τη γενικότερη απειλή και την ιδιαίτερη παρεκκλίνουσα συμπεριφορά των μεταναστών/τριών, οι οποίες αποθηκεύονται στην κοινωνική μνήμη.

Οι τρόποι με τους οποίους γίνονται κοινωνικά αποδεκτές, διαμορφώνονται και αναπαράγονται οι εθνικές πεποιθήσεις και οι απόψεις μέσω των ΜΜΕ είναι εξαιρετικά πολλαπλοί και σύνθετοι. Είναι μια διαδικασία που θεσπίζεται μέσω της γλώσσας και των εικόνων που χρησιμοποιούνται. Οι έννοιες της «κοινής αίσθησης» και οι «ορισμοί των καταστάσεων» κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις απόψεις διάφορων δραστών των ειδήσεων. Οι εθνικές πεποιθήσεις και οι απόψεις αποκαλύπτονται μέσα από τις υποθέσεις και τις έννοιες που χρησιμοποιούνται και εκφράζονται με το λόγο.
Είναι κοινή αίσθηση ότι τα μέσα μπορούν να τροφοδοτήσουν με αισθήματα φόβου και πανικού την κοινωνία. Επικρίνονται συνήθως ότι ενισχύουν τους φόβους του κοινού με την προβολή αρνητικών ειδήσεων. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι ένα ισχυρό όργανο ελέγχου της κοινής γνώμης. Σχετικές έρευνες 46 απέδειξαν ότι οι αρχικές πηγές του κοινού σχετικά με τους μετανάστες/τριες, τη μετανάστευση και την πολιτισμική ποικιλομορφία προέρχονται από τα ΜΜΕ. Η κάλυψη των γεγονότων από τα μέσα διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και μιλούν οι άνθρωποι για τους μετανάστες/τριες και τις μειονότητες.


Σύμφωνα με την καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Λιντς στη Βρετανία, Μύρια Γεωργίου, η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης τηρεί γενικά υπεύθυνη στάση. «Η πλειοψηφία των ΜΜΕ, τόσο ο Τύπος όσο και η τηλεόραση, δε δημιουργούν και δεν αναπαράγουν, συνειδητά τουλάχιστον, τις εικόνες των μεταναστών/τριών ωςδιψασμένων για έγκλημα, διψασμένων για δουλειά κλπ. Αυτό που γίνεται, όμως, είναι ότι η μειονότητα των ΜΜΕ που παράγει αυτές τις εικόνες, τις παράγει και τις
αναπαράγει με πηχυαίους τίτλους, με εικόνες και βίντεο τα οποία σοκάρουν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται από τη μία μεριά η αίσθηση ότι τα ΜΜΕ είναι ρατσιστικά και από την άλλη να προβάλλεται σε μία ευρεία ομάδα του πληθυσμού η αντίληψη ότι οι μετανάστες/τριες είναι απειλή για την οικονομία, για την ασφάλεια, για τα κοινωνικά προνόμια και τις κατακτήσεις σε διάφορες χώρες της Ευρώπης».

Αν και οι έρευνες των περασμένων χρόνων εστίαζαν στην προκατάληψη και τη διαστρέβλωση, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο ρόλος των μέσων μπορεί και μην είναι μόνο αρνητικός. Προβάλλουν επίσης αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες, αλληλεγγύη στις ομάδες των μειονοτήτων και επικρίνουν τις αρνητικές πολιτικές αποφάσεις. Γι’ αυτό και βαθμιαία οι καινούριες έρευνες στρέφονται στη δυναμική χρήση των μέσων και στις διαφορετικές απεικονίσεις των μειονοτήτων. Επίσης παρατηρείται μια κίνηση μετατόπισης από τις κυρίαρχες ιδεολογίες και τις κλασικές απεικονίσεις σε πιο δημοκρατικά και δυναμικά πρότυπα παραγωγής ειδήσεων, τα οποία θα απεικονίζουν την
παρούσα και τη μελλοντική πραγματικότητα των διεθνοποιημένων κοινωνιών.

σημειώσεις
43Δόξα Σιβροπούλου, Ο ρόλος των ΜΜΕ
http://www.bbc.co.uk/greek/specials/1841_immigration/page12.shtml
 44 Δόξα Σιβροπούλου, Ο ρόλος των ΜΜΕ
http://www.bbc.co.uk/greek/specials/1841_immigration/page12.shtml
45 RACISM AND CULTURAL DIVERSITY IN THE MASS MEDIA An overview of research and
examples of good practice in the EU Member States, 1995-2000 on behalf of the EUMC, Vienna by
ERCOMER. Edited by Jessika ter Wal, Vienna, February 2002
fra.europa.eu/fra/material/pub/media_report/MR-CH4-15-United-Kingdom.pdf -
 46 RACISM AND CULTURAL DIVERSITY IN THE MASS MEDIA: MAIN THEORETICAL
APPROACHES, Marcello Maneri and Jessika ter Wal (1998) σ. 426-440. Η έκθεση εστιάζει στις εξής προσεγγίσεις:  Θεωρητικές προσεγγίσεις: οι
έρευνες βασίστηκαν σε διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις που απαντούν στο ερώτημα «γιατί τα μέσαπαρουσιάζουν τόσο συχνά αρνητικές εικόνες των αλλοδαπών, των εθνικών μειονοτήτων και των
μεταναστών/τριών».News-Making Approach, Social
Constructinist Approach, Discourse Analytical Approach, News and Public Attitudes Approach.
fra.europa.eu/fra/material/pub/media_report/MR-CH4-15-United-Kingdom.pdf -

Πηγή: απόσπασμά από την
Διπλωματική εργασία
των
Κανονίδου Πολυξένη
Κυρέζη Αθανασία
Σορώτου Φλώρα

 Με τίτλο
Μουσουλμάνοι/ες μετανάστες/τριες στην Αθήνα:
Ισλαμοφοβία - Κοινωνικός Αποκλεισμός - Ένταξη


πίνακας: Candido PORTINARI (1903-1962)230 × 300 - crcb.org

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Ρατσισμός: Αίτια – Συνέπειες

 


 Τα βασικά αίτια της εμφάνισης του ρατσισμού μπορούν να συνοψιστούν ως
εξής:


α) Η αύξηση της ανεργίας δημιουργεί εχθρότητα ενός τμήματος του πληθυσμού προς τους μετανάστες θεωρώντας τους υπεύθυνους για τα προβλήματά τους. Τη ιδέα αυτή προωθούν οι ρατσιστικές οργανώσεις έστω κι αν είναι λανθασμένη αφού κατά κανόνα οι οικονομικοί μετανάστες κάνουν τις δουλειές που αρνιούνται να κάνουν οι ντόπιοι.

β) Στις μέρες μας υπάρχει έλλειμμα «κοινής λογικής» και ταυτόχρονα εδώ και χρόνια διανύουμε μια περίοδο κρίσης αξιών. Τα φαινόμενα αυτά τροφοδοτούν τα ρατσιστικά κινήματα.

γ) Ο πολιτικός κόσμος παρουσιάζει ανησυχητικά φαινόμενα διαφθοράς και αναποτελεσματικότητας. Κάποιοι πολιτικοί οδηγούν ένα τμήμα του πληθυσμού να ψηφίζει σε «ένδειξη διαμαρτυρίας» υπέρ ρατσιστικών ή κρυπτορατσιστικών κινημάτων.

δ) Η έλλειψη σωστής και ολοκληρωμένης ιστορικής πληροφόρησης μεγάλων τμημάτων της νεολαίας γύρω από τα θέματα αυτά συμβάλλει στο να βρίσκουν γόνιμο έδαφος και να αναπτύσσονται οι απόψεις αυτών των κινημάτων, απομακρύνοντας άλλες πτυχές της ιστορίας και της πολιτικής που συνετέλεσαν στις μετακινήσεις αυτές των διαφόρων εθνοτικών ομάδων. Πολλά μάλιστα ρατσιστικά
κινήματα προσπαθούν, με βίαια πολλές φορές μέσα, να προωθήσουν και να επιβάλλουν τις θέσεις τους στην κοινωνίας. Μέσω αυτών δημιουργείται έλλειψη σεβασμού προς τον «βάρβαρο» άνθρωπο (μετανάστη, αλλοδαπό, αλλόθρησκο, ομοφυλόφιλο) και από μη σκεπτόμενους πολίτες.

ε) Οικονομικοί λόγοι (π.χ. εκμετάλλευση ατόμων που αποτελούν φθηνά εργατικά χέρια).

στ) Έλλειψη παιδείας (οι απαίδευτοι εύκολα γίνονται θύματα προπαγάνδας. Δεν μπορούν να κρίνουν. Οι επιτήδειοι μπορούν να καλλιεργήσουν στους ανθρώπους αισθήματα κατωτερότητας ή να τους φανατίσουν εναντίον άλλων ομάδων).

η) Οικονομικά και πολιτικά προβλήματα μιας (η βία και η εγκληματικότητα δημιουργούν ένταση η οποία εκτονώνεται πάνω στους ξένους που γίνονται τα εξιλαστήρια θύματα).

θ) Επιθυμία ατόμων και λαών για απόκτηση δύναμης και εξουσίας (οικονομικά, εδαφικά, πολιτικά συμφέροντα)

ι) Βαθμός επιρροής των θρησκευτικών δοξασιών

κ) Ηθική εξαχρείωση. Οι άνθρωποι υιοθετούν ρατσιστικές αντιλήψεις προκειμένου να εκμεταλλευτούν τον συνάνθρωπό τους

λ) Κοινωνική διαστρωμάτωση. Ανισότητα στην παροχή ευκαιριών. Η κοινωνική ισότητα είναι περισσότερο θεωρία παρά πρακτική.


μ) Προκαταλήψεις που δημιουργούνται από την οικογένεια, την παράδοση, το περιεχόμενο των σπουδών του οικονομικού μας συστήματος.

ν) Εθνικιστικά αίτια (οι μικροί λαοί φοβούνται την αφομοίωσή τους από τους μεγάλους και ισχυρούς και χρησιμοποιούν τον εθνικισμό ως ασπίδα διασφάλισης της ταυτότητά τους).

Ως φαινόμενα ρατσισμού μπορούν να χαρακτηριστούν τα παρακάτω:

ü Μεροληπτική αντιμετώπισης έγχρωμων από τους λευκούς

ü Εθνικιστικές αντιλήψεις

ü Αναβίωση ναζιστικών θεωριών

ü Μη ισότιμή αντιμετώπιση της γυναίκας ή εκμετάλλευση των παιδιών

ü Ρατσιστική αντιμετώπιση μειονοτήτων ή παρεπιδημούντων (που μένουν προσωρινά σε έναν τόπο) ατόμων: Τσιγγάνοι, Αλβανοί, άτομα από τριτοκοσμικές χώρες.

ü Κοινωνικός αποκλεισμός ομάδων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ομοφυλόφιλοι, ναρκομανείς, άτομα με AIDS, άτομα με ειδικές ανάγκες).

ü Ρατσισμός που πηγάζει από την επαγγελματική θέση, την οικονομική κατάσταση, τη θρησκευτική πίστη, την καταγωγή των ατόμων, κλπ.

Αυτά τα φαινόμενα έχουν ως συνέπειες:

ü Οικονομική εκμετάλλευση ατόμων και λαών

ü Τις σκοταδικές αντιλήψεις, με αποτέλεσμα την παρακώλυση της κριτικής σκέψης του μέσου ατόμου και την πνευματική ανελευθερία.

ü Την υπονόμευση της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών από την κυριαρχία της αδικίας, αναξιοκρατίας, την περιφρόνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

ü Την περιθωριοποίηση ατόμων και ομάδων, παρεμποδίζοντας τη δημιουργική τους συμμετοχή στην κοινωνία και την εξέλιξη τόσο των ίδιων όσο και της κοινωνίας.

ü Την αύξηση του εθνικισμού που μπορεί να οδηγήσει σε βία ή και πολεμικές συγκρούσεις

ü Τη στέρηση από τους λαούς-θύματα του ρατσισμού την ευκαιρία να
αναπτύξουν πολιτισμό.

ü Την επικρότηση του φόβου ανάμεσα στους ανθρώπους, οπότε και δημιουργείται κοινωνική δυσλειτουργία, καθώς τα άτομα μιας κοινωνίας δεν συνεργάζονται μεταξύ τους αρμονικά.


πηγή: 
απόσπασμά από την
ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
με τίτλο
ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ
ΠΟΤΟΥΡΙΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ – ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

φωτο 2816 × 2112 - chabaudlouis.unblog.fr

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Η διαχείριση του εαυτού και η χαρά της εφηβείας.




Ένα εύλογο ερώτημα, το οποίο σπάνια θέτουμε οι γονείς στον εαυτό μας είναι πόσο επιτρέπουμε, πόσο παρέχουμε το δικαίωμα στο παιδί μας να ασχοληθεί με τα θέματα που τον αφορούν και να δώσει τις λύσεις που αυτό νομίζει σωστές και συμφωνούν με τις επιθυμίες του;

Δηλαδή πόσο δημιουργούμε την έννοια της υπευθυνότητας στο παιδί, δίνοντας του το δικαίωμα να οργανώσει την ζωή του;

Το ερώτημα αυτό έρχεται να θέσει υπό αμφισβήτηση τις θεωρίες που στηρίζουν την “μικρότητα” του/ης εφήβου/ης και το ότι “δεν ξέρει” δικαιολογώντας την ανάγκη παρουσίας του γονέα δίπλα του. Η σκέψη, της προβληματικής εφηβείας και οι κοινωνικές αναπαραστάσεις ανεπάρκειας που έχουν οι γονείς για αυτή, μειώνουν την σημασία της τάσης του/ης εφήβου/ης να αυτονομηθεί και δικαιολογούν την παρουσία σε κάθε ενέργειά του.

Πόσο λοιπόν, η οικογένεια επιτρέπει τις πρωτοβουλίες των εφήβων; 
Πόσο δέχεται ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης και ένα διαφορετικό τρόπο ύπαρξης, ο οποίος αποτελεί την βασική τάση για την έκφραση της "αυτονομίας" του;

Όταν μιλάμε για αυτονομία πρέπει να ξέρουμε ότι η αυτονομία δεν είναι κάτι που έρχεται έτσι, από μόνο του. Η αυτονομία αποτελεί μια γνώση, δηλαδή μια διαδικασία μάθησης. Ο έφηβος μαθαίνει να είναι αυτόνομος, και το μαθαίνει όπως μαθαίνει μαθηματικά, ας πούμε. Το μαθαίνει μέσα από αυτόνομες διαδικασίες, πράγμα που σημαίνει ότι ενεργεί αυτόνομα για να φθάσει σε αυτή. Η αυτονομία είναι το μέσον, αλλά και ο στόχος της εκπαίδευσης. Η αυτονόμηση όμως του παιδιού δεν έχει να κάνει μόνο με το παιδί, αλλά αποτελεί το περιεχόμενο των σχέσεων μέσα στην οικογένεια. Αποτελεί το πλαίσιο, το "φόντο" πάνω στο οποίο εκείνο θα κατασκευάσει την ζωή του. Το ποσοστό αυτονόμησης λοιπόν του/ης εφήβου/ης είναι ανάλογο με την οικογενειακή αυτονομία.

Η προσπάθεια λοιπόν, του γονέα να κατανοήσει τον τρόπο που σκέπτεται ο έφηβος,  να μάθει τον τρόπο που προσεγγίζει τα προβλήματα που τον αφορούν και να του επιτρέψει να έχει τον δικό του τρόπο προσέγγισης, δημιουργεί ένα κλίμα θετικής αλληλεπίδρασης μαζί του, πράγμα που αναδεικνύει την σημαντικότητα του μέσα στην οικογένεια. Αυτό, δηλαδή η αίσθηση της σημαντικότητας και της αποδοχής που απορρέει από αυτή  επιτρέπει στο/ην έφηβο/η να επεξεργαστεί καλύτερα τις κοινωνικές καταστάσεις που αντιμετωπίζει, μέσα και έξω από την οικογένεια. Τον βοηθάει να πάρει χαρά από τις ενέργειες του και αυτή η χαρά είναι ένα συναίσθημα ανατροφοδότησης για τον ίδιο, δίνοντάς του την πεποίθηση ότι αξίζει και αυτή η αίσθηση του επιτρέπει να πάει παρακάτω.

Σε αντίθετη περίπτωση, ένας γονέας μπορεί να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μπερδέψει το παιδί του και να τον οδηγήσει στην παθητικότητα και την παραίτηση. Παραίτηση είναι, η αίσθηση της “μικρότητας”. Η αίσθηση του μη έλεγχου των καταστάσεων. Η αναποφασιστικότητα και η έλλειψη αντίδρασης. Η αίσθηση ότι δεν μπορεί. 

Σε αυτή την περίπτωση το πρώτο που θα κάνει - και είναι κάτι που το έχει μάθει καλά μέσα στην οικογένεια -  είναι να ανατρέξει και να ζητήσει την βοήθεια  του γονέα, δηλαδή θα ζητήσει την αποφυγή της δυσκολίας και την αναπαραγωγή της εξάρτηση από αυτόν. Από την άλλη αυτός ο τρόπος διαχείρισης, όχι μόνο δεν αποφεύγει την αίσθηση της “μικρότητας” που τον/ην διακατέχει, αντίθετα την ισχυροποιεί. Διότι αυτό που μπορεί να παραλύει έναν/μια έφηβο/η είναι η μη κατανόηση του τι του συμβαίνει, και όσο αυτό διαιωνίζεται από τις εξηγήσεις και τις αφηγήσεις των άλλων, τόσο ο έφηβος/η βυθίζεται στην εξάρτηση και στην απουσία του εαυτού του όσον αφορά την πράξη του.

Κάθε φορά λοιπόν, που επιτρέπουμε στον/ην έφηβο/η ενεργήσει μέσα από δική του πρωτοβουλία, τον βοηθάμε να κατανοήσει τον εαυτό του μέσα από την δική του κοινωνική πράξη, είτε αυτή είναι θετική, είτε αρνητική. Τον βοηθάμε να γνωρίσει τον εαυτό του, να πειραματιστεί μαζί του, να γνωρίσει τα πάθη του, καθώς και τις αιτίες που τον οδηγούν σε θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα.

Η γνώση λοιπόν τον/ην κάνει πιο δραστήριους, δηλαδή τους οδηγεί στην πράξη και λειτουργεί και αυτή, όπως η αυτονομία, σαν μέσον αλλά και σαν σκοπός. Σαν μέσον για να γνωρίσει τον εαυτό του/ης σε κάθε καθημερινή εκδήλωσή του/ης, και σαν σκοπός για να οργανώσει και να κατευθύνει την ζωή του/ης στον στόχο που έχει θέσει.

Άρα γνώση και αυτονομία είναι δυο όροι που ο ένας αλληλοσυμπληρώνει τον άλλον και οδηγούν στην πράξη.  Η απουσία ή η παρουσία του ενός οριοθετείται από την παρουσία ή απουσία του άλλου και καθορίζει την έκβασης των κοινωνικών πράξεων του ατόμου. Στην περίπτωση της εφηβεία αποτελούν τον ακρογωνιαίου λίθο στην συν-κατασκευή της, καθώς και το βασικό περιεχόμενο της συμβολής του γονέα στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού του.

Κερεντζής Λάμπρος



Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

«Η ιστορική θεμελίωση της αναμορφωτικής/ ιδρυματικής αγωγής ανηλίκων στη χώρα μας.



Μια σύντομη παρουσίαση ένος (επαν)εκπαιδευτικού θεσμού και σύγχρονες παιδαγωγικές προοπτικές*».
 *

Είναι κοινός τόπος ότι η ιστορία της σωφρονιστικής πολιτικής αποτελεί παγκοσμίως ευρύτατο πεδίο αλλαγών μέσα από πολιτισμικές εκφάνσεις, ιδεολογικούς προσανατολισμούς, κοινωνικούς μετασχηματισμούς, πολιτειακές επιλογές, επιστημονικές προσεγγίσεις και μεταθεωρητικούς προβληματισμούς. Αφενός μία από τις πολλές αλλαγές  στο πλαίσιο των σωφρονιστικών συστημάτων, σε επίπεδο τόσο θεωρητικών συλλήψεων όσο και πρακτικών εφαρμογών, είναι και αυτή που σε συνδυασμό με την πολιτιστική εξέλιξη των κρατών, αποτυπώθηκε σε διεθνείς οργανισμούς, με σκοπό την υιοθέτηση συγκεκριμένων αρχών και κατευθυντηρίων από τα κράτη-μέλη. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών (1934), έπειτα τους κανόνες του ΟΗΕ (1957) και αργότερα τους κανόνες Συμβουλίου της Ευρώπης (1973) που αντικαταστάθηκαν από τους νεώτερους σωφρονιστικούς κανόνες (1987) [1]. Αφετέρου μία σύντομη ιστορική επισκόπηση της ίδιας της σωφρονιστικής πολιτικής καταδεικνύει θεωρητικά ερείσματα, τα οποία αποτέλεσαν την ιδεολογική της βάση, όπως το τιμωρητικό πρότυπο, το προνοιακό ή θεραπευτικό πρότυπο και το δικαιϊκό πρότυπο [2].

Συνολικά, οι επιρροές των παραπάνω ιδεολογικών ρευμάτων σχετίζονται άμεσα με το βαθμό της κοινωνικής και πολιτισμικής περιθωριοποίησης του ανηλίκου σε διαχρονική ιστορικά βάση και τη διαδικασία ετικετικοποίησής του ως παραβάτη του νόμου[3]. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να διερευνήσουμε την ιστορική θεμελίωση της αναμορφωτικής / ιδρυματικής αγωγής ανηλίκων στη χώρα μας και δη ως παρεμβατικού μηχανισμού (επαν)εκπαίδευσης παιδιών και εφήβων μέσα από σωφρονιστικές διαδικασίες.

Συγκεκριμένα, το τιμωρητικό πρότυπο, είναι αυτό που απεικονίζει το πνεύμα του περασμένου αιώνα και σπέρματά του βρίσκουμε μέχρι τις αρχές του αιώνα μας. Εκπροσωπείται από την Κλασσική Σχολή Ποινικού Δικαίου. Σύμφωνα με την παραπάνω σχολή, έγκλημα είναι κάθε πράξη που απαγορεύει ο ποινικός νόμος και η εγκληματική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα ατομικών χαρακτηριστικών, τα οποία και δικαιολογούν την ύπαρξη της εγκληματικής πράξης. Η ποινή είναι ανάλογη με την εγκληματική πράξη, αποτελεί έκφραση ηθικής αποδοκιμασίας του δράστη και ανταπόδοσης του κακού προκειμένου να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη [4]. Έτσι, στο συγκεκριμένο πρότυπο η ποινή αποτελεί τρόπο εξιλέωσης του κρατούμενου για το έγκλημά του απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους. Έχει τιμωρητικό και εξιλαστικό χαρακτήρα και επιτυγχάνεται με τον περιορισμό του κρατουμένου στη φυλακή, η οποία εκπροσωπεί την εξουσία και επιβάλλει την τάξη. Οι φύλακες είναι οι αυταρχικοί εκπρόσωποι της εξουσίας. Η εργασία αποτελεί μέρος της ποινής, γι’ αυτό και ο χαρακτήρας της κρίνεται άσκοπος και ανιαρός. Οι δυνατότητες για εκπαίδευση και κοινωνικο-πολιτική δραστηριότητα είναι μηδαμινές [5]. Ο τιμωρητικός χαρακτήρας της ποινής επιτυγχάνεται με: α) την εκπαίδευση και τη διδαχή κάποιας τέχνης, β) την ηθική και τη θρησκευτική αγωγή, και γ) την πειθαρχία και την υποταγή στους νόμους [6].

Στη συνέχεια, το πνεύμα του προνοιακού προτύπου κυριάρχησε κατά τα έτη 1900-1960 [7]. Η «προνοιακή» αντίληψη ενισχύθηκε από τους απανωτούς πολέμους στις αρχές του αιώνα, που είχαν ως αποτέλεσμα τα εκατοντάδες ορφανά, άπορα και εγκαταλελειμμένα ανήλικα. Πάντως, στην καθιέρωσή του συντέλεσαν οι ιδέες της Νέας Κοινωνικής Άμυνας και του Συνόλου Στοιχειωδών Κανόνων για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων του ΟΗΕ (1955). Στο συγκεκριμένο πρότυπο η ποινή δεν είναι ανταπόδοση του κακού, αλλά στοχεύει στην άμυνα του κοινωνικού συνόλου. Ειδικότερα, η ποινή και η στέρηση της ελευθερίας αποσκοπούν στην ηθική βελτίωση της προσωπικότητας του κρατουμένου και την κοινωνική «επαναπροσαρμογή» του. Η προνοιακή/ θεραπευτική προσέγγιση συνέβαλε στην εξατομίκευση της μεταχείρισης [8] του κρατουμένου και μετέθεσε το βάρος από την πράξη στην προσωπικότητα, από το έγκλημα στον εγκληματία. Η αντεγκληματική πολιτική ορίστηκε με γνώμονα τη μεταβολή της δομής της προσωπικότητας του εγκληματία στις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες [9].

Στο προνοιακό πρότυπο παρουσιάζει ενδιαφέρον η παρέμβαση της Πολιτείας, όσον αφορά στην εμπλοκή του ατόμου στις (ημι)ποινικές διαδικασίες και την εισαγωγή του σε ιδρύματα [10]. Ωστόσο, παρέχεται στοιχειώδης γραμματική και επαγγελματική εκπαίδευση και η αγωγή είναι ηθικοκοινωνικής κατεύθυνσης. Η εργασία θεωρείται ωφέλιμη και παραγωγική. Η επικοινωνία του κρατουμένου με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον είναι θεμιτή. Το σωφρονιστικό προσωπικό είναι υποχρεωμένο να σέβεται την αξιοπρέπεια του κρατουμένου. Υπάρχει και εδώ αυταρχικότητα, αλλά εκφράζεται με πιο ήπιο τρόπο. Ο κρατούμενος θεωρείται άτομο κοινωνικά δυσπροσάρμοστο, γι’ αυτό και η μεταχείρισή του έχει πατερναλιστικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στη διάπλαση ενός ατόμου πειθαρχημένου [11]. Συμπερασματικά, το πρότυπο προνοίας αποβλέπει στην αναζήτηση ενός αποτελεσματικού τρόπου “μεταχείρισης” του ατόμου, και δη και του ανηλίκου, με βάση τη διερεύνηση των αναγκών του και με σκοπό να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο κατά παραγωγικό τρόπο. Πρόκειται δηλαδή για ένα μοντέλο, κατά το οποίο η απονομή της κοινωνικής δικαιοσύνης στηρίζεται σε κοινωνικο-προνοιακές μεθόδους του κρατικού φορέα, στο οποίο συμμετέχουν επιστήμονες από διάφορους τομείς της ανθρώπινης συμπεριφοράς [12].

Ενώ στο προνοιακό πρότυπο σκοπός είναι η ηθική βελτίωση του κρατουμένου και η κοινωνική του αναπροσαρμογή, στο δικαιϊκό το κέντρο βάρους εντοπίζεται: α) στο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κρατουμένου, β) στην εκούσια υποβολή του σε προγράμματα αγωγής, και γ) στην ελαχιστοποίηση της παραμονής του στα καταστήματα κράτησης. Σύμφωνοι με το πνεύμα αυτό είναι οι Ευρωπαϊκοί Σωφρονιστικοί Κανόνες του 1973 και του 1987. Στο παρόν πρότυπο γίνεται λόγος για την αγωγή του κρατουμένου και την κοινωνική του επανένταξη. Ιδιαίτερα για τους ανήλικους παραβάτες κύριο ρόλο παίζει η διαπαιδαγώγησή τους. Ωστόσο, στη διαπαιδαγώγηση αυτή σημαντική είναι η προσωπική συμμετοχή του ανηλίκου, με παράλληλο όμως σεβασμό από την πλευρά της Πολιτείας προς την αξία και τα δικαιώματά του ως ελεύθερης προσωπικότητας [13]. Η εργασία, η αγωγή και η εκπαίδευση παύουν να είναι ηθοπλαστικού και αναμορφωτικού χαρακτήρα και αποκτούν νέα διάσταση προσδίδοντας νέα προοπτική, ως μέσα στην επαγγελματική αποκατάσταση και την κοινωνική επανένταξη του κρατούμενου. Η επικοινωνία με το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον επιβάλλεται σε μια προσπάθεια ενός ανοίγματος της φυλακής, ενός κλειστού-ιδρυματικού καταστήματος, προς τον έξω κόσμο [14]. Συμπερασματικά, το δικαιϊκό πρότυπο ή αλλιώς πρότυπο δικαιοσύνης είναι ένα μοντέλο απονομής δικαιοσύνης, το οποίο διέπεται «από ουσιαστικούς και δικονομικούς κανόνες που εγγυώνται μια δίκαιη διαδικασία» [15].
Η Κ. Δ. Σπινέλλη συμπληρώνει και το «πρότυπο συμμετοχής», το οποίο αποτελεί εναλλακτική λύση και αποβλέπει στη μεγιστοποίηση της συμμετοχής όλων των πολιτών και στην ελαχιστοποίηση αυτής του κρατικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συγκρούσεων [16].

Σήμερα, το σωφρονιστικό σύστημα έχει αναδιαρθρωθεί παραμερίζοντας τις κατασταλτικές πρακτικές της παραδοσιακής Σωφρονιστικής, μέσα από την υιοθέτηση ψυχοπαιδαγωγικών πρακτικών και την εφαρμογή ψυχοδιαγνωστικών, κλινικών και θεραπευτικών μεθόδων στο πλαίσιο της σωφρονιστικής εκπαίδευσης (correctional education). Επιπλέον, είναι εμφανής στη διεθνή βιβλιογραφία η μελέτη του φαινομένου της νεανικής παραβατικότητας μέσα από την οπτική της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης [17], κλάδου της επονομαζόμενης Ειδικής ή Θεραπευτικής Παιδαγωγικής. Παιδιά και έφηβοι με αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά και, γενικά, νεαρά άτομα που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα ή ηθικό παράπτωμα, παρουσιάζοντας έτσι παρεκκλίνουσα συμπεριφορά απέναντι στις κοινωνικές νόρμες, αποτελούν σύγχρονο αντικείμενο έρευνας και παιδαγωγικής αντιμετώπισης εκ μέρους της Ειδικής Αγωγής. Υπό τη διάσταση αυτή εξετάζονται ως «υποκείμενα της Εποπτευόμενης Αγωγής» (Education surveillée) [18].

Ταυτόχρονα, στη διεθνή βιβλιογραφία γίνεται λόγος για νέες στρατηγικές παρέμβασης, και μάλιστα πρώιμης, οι οποίες στηρίζονται σε εκπαιδευτικά προγράμματα, που με τη σειρά τους προάγουν την υγεία, περιφρουρούν την ασφάλεια, διασφαλίζουν την πρόληψη, θέτουν ως προϋπόθεση τη συμμετοχική εκπαίδευση και συνδέουν το σχολικό περιβάλλον με την υπόλοιπη κοινότητα[19].
Τέλος, υπό την ιστορική εξέλιξη των παραπάνω ιδεολογικών επιρροών, η ιδρυματική μεταχείριση των ανηλίκων στη χώρα μας ξεκινά θεσμικά στις αρχές του αιώνα μας με τη μορφή ασύλων [20]. Η σύνταξη των νόμων 1681/1919, 1682/1919 και 2018/1920 γίνεται από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η αλητεία και η επαιτεία τιμωρούνται από το νόμο και λαμβάνονται μέτρα προστασίας ιδιαίτερα για τους ανηλίκους.

Ιδιαίτερα, η ίδρυση και η οργάνωση των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής πραγματώνεται στον αιώνα μας. Ο Έλληνας νομοθέτης θεσμοθέτησε την ίδρυση και τη λειτουργία των Αναμορφωτικών Καταστημάτων [21] με το π. δ. 2.12.1926 και κυρίως με τον α. ν. 2724/1940. Αρχικά συναντάμε τις έννοιες ίδρυμα ή άσυλον [22]. Από τα μέσα της τρίτης δεκαετίας [23] και ύστερα συναντάμε τα Αναμορφωτικά Καταστήματα ως επίσημο θεσμό του κράτους. Ωστόσο, μέχρι το 1940 λειτουργούν περισσότερο ως «άσυλα αλητοπαίδων». Με τον α. ν. 2724/1940 αρχίζουν να λειτουργούν ως Αναμορφωτικά Καταστήματα [24]. Τα Αναμορφωτικά Καταστήματα αργότερα μετονομάστηκαν σε Ιδρύματα Αγωγής (π.δ. 602/19.8.1976). Η λειτουργία των Ιδρυμάτων Αγωγής ανηλίκων Κορυδαλλού (αρρένων) και Παπάγου (θηλέων) έπαψε με το π. δ. 180/10.7.1997, ενώ συνεχίστηκε η λειτουργία του Ιδρύματος Αγωγής ανηλίκων αρρένων Βόλου.

Συγκεκριμένα, τα Ιδρύματα Αγωγής [25] υπάγονται στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ειδικότερα των Υπηρεσιών του Τμήματος Συνθηκών Λειτουργίας Ιδρυμάτων Αγωγής Ανηλίκων και Σωφρονιστικών Καταστημάτων, το οποίο μεριμνά για την ίδρυση, την κατάργηση, την οργάνωση και τη λειτουργία των Ιδρυμάτων Αγωγής. Σκοπός τους είναι η άσκηση αγωγής και η απόκτηση επαρκών επαγγελματικών εφοδίων προς επίτευξη της επαγγελματικής αποκατάστασης [26] και της κοινωνικής (επαν)ένταξης των ανηλίκων, οι οποίοι έχουν δώσει αποδείξεις ηθικής παρεκτροπής ή έχουν υποπέσει σε αξιόποινες πράξεις. Γενικά, η παροχή επαγγελματικής κατάρτισης στη χώρα μας υπήρξε χαμηλή και οι δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης ελάχιστες έως μηδαμινές.
Ο Δικαστής Ανηλίκων καταφεύγει στον εγκλεισμό του ανηλίκου σε Ίδρυμα, όταν έχουν εξαντληθεί τα άλλα αναμορφωτικά μέτρα, όπως η επίπληξη, η ανάθεση της επιμέλειάς του στους γονείς, τους επιτρόπους, τους κηδεμόνες του, σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων, και όταν οι συνθήκες ζωής του ανηλίκου είναι τέτοιες που επιβάλλουν την ιδρυματική μεταχείριση, π.χ. οικονομική ανέχεια, επικίνδυνες φιλίες κ.λπ.

Σήμερα, η διαδικασία της αποϊδρυματοποίησης, δηλαδή η αποφυγή των παραδοσιακών τρόπων μεταχείρισης ανηλίκων σε κλειστά ιδρύματα, ενισχύεται κυρίως στο εξωτερικό και ελάχιστα στη χώρα μας με θεσμούς, όπως ο θεσμός της «διαμεσολάβησης» για τη διευθέτηση της σύγκρουσης μεταξύ δράστη και θύματος, ο θεσμός της «εργασίας για την κοινότητα», ή «κοινωφελούς εργασίας» και «ενδιάμεσης θεραπείας», η ταχεία απόλυση με όρους ή με δοκιμαστική άδεια και η χρησιμοποίηση ημιελεύθερης διαβίωσης είτε κατά τη διάρκεια της ημέρας για εκπαιδευτικούς σκοπούς είτε κατά τη διάρκεια της νύκτας για εργαζόμενους κρατούμενους [27].       

Καταλήγοντας, η παραμονή σε ένα ίδρυμα, εφόσον κρίνεται αναγκαία από τους φορείς κοινωνικού ελέγχου, μπορεί να οδηγήσει στη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης μόνο, εάν ο τρόπος λειτουργίας των ιδρυμάτων αυτών είναι προσανατολισμένος προς στόχους αγωγής, εκπαίδευσης και ένταξης, γεγονός που θα διατρανώσει την πεποίθησή του ίδιου του νεαρού ατόμου στη διαδικασία μιας επιτυχημένης μαθητείας στους κοινωνικούς κανόνες. Σε κάθε περίπτωση, η αγωγή τόσο από τη σκοπιά της πρόληψης όσο και από τη σκοπιά της θεραπείας μπορεί να λειτουργήσει ως βασική παράμετρος στη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης προσωπικότητας με κοινωνική προοπτική, συναισθηματική σταθερότητα, πνευματική ανάπτυξη και προσωπική ευεξία. Η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου είναι δυνατή, σε ένα πλαίσιο διορθωτικής παρέμβασης για την τροποποίηση της συμπεριφοράς βάσει εκπαιδευτικών στόχων και ψυχοπαιδαγωγικών εφαρμογών. Συνεπώς, η πρωτογενής πρόληψη, όπως αυτή διαμορφώνεται από το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον έχει θεμελιώδη σημασία στην κοινωνική συμμετοχή και τη σχολική  συμπερίληψη του νεαρού ατόμου και σαφώς όχι η δευτερογενής πρόληψη, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την παρέμβαση κατασταλτικών μηχανισμών και φορέων της ποινικής δικαιοσύνης, π.χ. εγκλεισμός σε σωφρονιστικά καταστήματα κ.λπ.

Ολοκληρώνοντας, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει την αξία που έχει ένα διδακτικό και μαθησιακό γεγονός ως εμπειρία και μίμηση εκπαιδευτικού και κοινωνικού προτύπου, εφόσον η διδασκαλία στη θεωρία και την πράξη εμφορείται από τις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Αυτό το παιδαγωγικό περιβάλλον διαμορφώνει καθοριστικά μια Παιδαγωγική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[28], το πνεύμα της οποίας πρέπει να συνοδεύει την όποια παιδαγωγική και διδακτική προσέγγιση, όπου και εάν αυτές λαμβάνουν χώρα, ακόμη και σε ένα ιδρυματικό πλαίσιο.

Βασιλική Ιωαννίδη,
Δρ Παιδαγωγικής 

Υποσημειώσεις
[1] Σ. Α. Αλεξιάδη, Σωφρονιστική, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 47.
[2] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική Νομοθεσία, ελληνική-διεθνής, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1995, σελ. 78-79.
[3] Πρβλ. H. S. Becker, Οι περιθωριοποιημένοι, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000/ Κ. Δ. Σπινέλλη, «Ανήλικοι εγκληματίες ή νεαροί παραβάτες; Το πρόβλημα υπό το πρίσμα της “θεωρίας της ετικέττας”», Ποινικά Χρονικά, 26, 1976, σ. 785-800.
[4] Π. Σαββουλίδη, «Αντεγκληματική Πολιτική. Κοινωνικός Έλεγχος ανηλίκων». Στο Β΄ Πανελλήνιο Συμπόσιο Επιμελητών Δικαστηρίων Ανηλίκων, Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων Βέροιας, Βέροια-Παναγία Σουμελά, 4-6 Σεπτεμβρίου 1992, σελ. 83.
[5] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική…, ό.π., σελ. 79-80.
[6] Ν. Ε. Κουράκη, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, Α΄, Θεωρία και πρακτική της ποινικής καταστολής, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1991, σελ. 54-55.
[7] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σελ. 241.
[8] Ν. Ε. Κουράκη, Ποινική Καταστολή, (συνεργασία-επιμέλεια: N. K. Kουλούρης), εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σελ. 232 κ. εξ. και 241.
[9] Π. Σαββουλίδη, «Αντεγκληματική…», ό.π., σελ. 83-84.
[10] Ν. Ε. Κουράκη, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, Α΄, ό.π., σελ. 56.
[11] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική…,  ό.π., σελ. 80-84.
[12] Κ. Δ. Σπινέλλη, «Πρότυπο Πρόνοιας, Πρότυπο Δικαιοσύνης και οι Κανόνες του Πεκίνου». Στο συμπόσιο: Μπεζέ Λουκία (επιμελήτρια έκδοσης), Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1990, σελ. 173-174.
[13] Ν. Ε. Κουράκη, «Δίκαιο ανηλίκων και δικαιώματα του ανθρώπου. Παλαιότερες και νεότερες τάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό». Στο 42ο Διεθνές Σεμινάριο της Διεθνούς Εταιρείας Εγκληματολογίας, Δρ. Λ.-Α. Σισιλιάνος (επιμελητής έκδοσης), Η στέρηση της ελευθερίας στο ποινικό σύστημα και τα δικαιώματα του ανθρώπου, Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του ανθρώπου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1991, σελ. 399-401.
[14] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική…, ό.π., σελ. 84-87.
[15] Κ. Δ. Σπινέλλη, «Πρότυπο Πρόνοιας…», ό.π., σελ. 174.
[16] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό…, ό.π., σελ. 243.
[17] S. Kirk, Η εκπαίδευσις των αποκλινόντων παιδιών, μετάφρ. Κ. Ι. Τσιμπούκη, Αθήναι 1973.
[18] Γ. Σ. Κρουσταλάκη, Παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες στην οικογένεια και το σχολείο. Ψυχοπαιδαγωγική παρέμβαση, Αθήνα, χ.χ., σελ. 28 κ.εξ. και 13.
[19] Βλ. M. Shaw, Promoting Safety in Schools: International Experience and Action, International Centre for the Prevention of Crime, 2004/ M. Shaw, Investing in Youth: International Approaches to Preventing Crime and Victimization, International Centre for the Prevention of Crime. 2004/ M. Shaw, Police, Schools and Crime Prevention: A preliminary review of current practices, International Centre for the Prevention of Crime, 2004/ Β. Algozzine, Ρ. Kay, Preventing Problems Behaviors. A Handbook of Successful Prevention Strategies. Council for Exceptional Children. Corwin Press, Inc., 2002.
[20] H. Korsten, Αναμορφωτήρια, Μ.Π.Ε., τ. 1ος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα-Ηerder, Αθήναι 1967, σελ. 214.
[21] Βλ. Α. Τρωιάνου-Λουλά, Η ποινική νομοθεσία των ανηλίκων. Κείμενα-Βιβλιογραφία-Νομολογία-Σχόλια, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 1995, σελ. 207 κ.εξ. και 413 κ. εξ./ Συλλογή Νομοθεσίας Ανηλίκων, Υπουργείον Δικαιοσύνης, Γενική Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως, Διεύθυνσις Εκτελέσεως Ποινών, Τμήμα Ανηλίκων, Εν Αθήναις εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1968/ Ραπτάρχη, Κώδικας Διαρκούς Νομοθεσίας και Κ. Σιφναίου, Πανδέκται Νέων Νόμων και Διαταγμάτων. Επίσης, βλ. πληροφοριακά Εκτέλεσις Ποινών και Μεταποινικά Θέματα, Συλλογή Νομοθεσίας υπό Ιωάννου Θεοδωράκη, ελεγχθείσα υπό Ανδρέου Χριστοδούλου, Υπουργείον Δικαιοσύνης, Εθνικόν Τυπογραφείον 1960/ Προσωπικόν Φυλακών και Αναμορφωτικών Καταστημάτων Ανηλίκων, Συλλογή Νομοθεσίας μετά υπομνήματος υπό Αγγέλου Μ. Σπινέλλη, ελεγχθείσα και συνοδευομένη υπό υπομνήματος Σπυρίδωνος Δήμητρα, Υπουργείον Δικαιοσύνης, Εθνικόν Τυπογραφείον, 1959.
[22] Σχετικοί είναι οι νόμοι 1681/1919, 1682/1919 και 2018/1920.
[23] Βλ. αναλυτικά Δ. Π. Στασινού, Η ειδική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Αντιλήψεις, θεσμοί και πρακτικές. Κράτος και ιδιωτική πρωτοβουλία (1906-1989), εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1991, σελ. 77-82.
[24] Δ. Χριστοφίδη, «Τα αναμορφωτικά καταστήματα εις την Ελλάδα», Ακτίνες, 15, 1952, σελ. 18.
[25] Βλ. Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σελ. 118 κ.εξ.
[26] Βλ. Νεανική Παραβατικότητα και επαγγελματική ένταξη. Συγκριτική μελέτη για τις αναπτυσσόμενες πολιτικές στην Ελλάδα και στη Βρετανία, «Άρσις», Εταιρεία Κοινωνικής Υποστήριξης Νέων, Αθήνα 1995, σελ. 16.
[27] Κ. Δ. Σπινέλλη, Α. Τρωιάνου, Δίκαιο Ανηλίκων. Ποινικές ρυθμίσεις και εγκληματολογικές προεκτάσεις, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Β΄ έκδοση αναθεωρημένη, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σελ. 138, 140 και 144-145.
[28] Πρβλ. V. Lenhart, Παιδαγωγική των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2006

Πηγή:  Δοκίμιο της Δρ. Βασιλικής Ιωαννίδη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο αντικείμενο της Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών 

 http://argolikivivliothiki.gr/

Το παρόν αποτελεί επεξεργασμένο και εμπλουτισμένο δοκίμιο, το οποίο βασίζεται σε βιβλιογραφική έρευνα στο πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής από το Ι.Κ.Υ., με θέμα: «Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ/ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΑΓΩΓΗΣ. Παιδαγωγική θεμελίωση και πράξη». Αθήνα-Κομοτηνή: νομικές εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001. [Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, 1999. Σπουδαστήριο Παιδαγωγικής].

 Φωτό:
Φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου του Xose Tarrio Gonzales, «Τρέξε άνθρωπε τρέξε – Ημερολόγιο από τις φυλακές FIES». Έκδοση του Ταμείου αλληλεγγύης και οικονομικής υποστήριξης των φυλακισμένων αγωνιστών, Αθήνα, 2011. Επιλογή φώτο: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Αυνανισμός: πόσοι και ποιοι το κάνουν





Ο αυνανισμός είναι ένα από τα σεξουαλικά θέματα τα οποία αποφεύγονται τόσο στις συζητήσεις όσο και στην επιστημονική έρευνα. Ο κύριος λόγος που ο αυνανισμός δεν αναφέρεται στις συζητήσεις μας είναι φυσικά πως ανήκει στην ευρύτερη ομάδα των προσωπικών σεξουαλικών επιλογών/προτιμήσεων οι οποίες είναι από μόνες τους ένα απαγορευμένο θέμα συζήτησης. Η φύση του θέματος όμως το κατέστησε και απαγορευμένο ακόμη και για την επιστημονική έρευνα, καθώς είναι δύσκολο να αποσπάσει κανείς σαφή και αξιόπιστα δεδομένα για τον αυνανισμό όταν όλοι προτιμούν να μην μιλάνε γι’ αυτόν.

Μία από τις πιο πρόσφατες έρευνες στις ΗΠΑ[1][2] προσπάθησε να βγάλει κάποια στατιστικά σχετικά με τα χαρακτηριστικά των ατόμων που αυτοϊκανοποιούνται. Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 18-60 ετών οι οποίοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε μια σειρά από ερωτήματα σχετικά με την σωματική και ψυχική τους υγεία ανάμεσα στα οποία υπήρχε και η ερώτηση “Πόσο συχνά αυνανιστήκατε τον τευλευταίο χρόνο;”. Τα αποτελέσματά της έδειξαν πως το 38% των γυναικών της έρευνας αυνανίστηκε τουλάχιστον μια φορά τον τελευταίο χρόνο, ενώ το αντίστοιχο για τους άνδρες ήταν 61%.

Αυτά τα νούμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί πως αντικατοπτρίζουν επακριβώς την πραγματικότητα καθώς τα άτομα απαντούσαν απευθείας σε κάποιον πειραματιστή, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες πολλοί συμμετέχοντες απλά να ντράπηκαν να πουν την αλήθεια. Παρόλα αυτά, η έρευνα αυτή είναι μια καλή βάση για να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικα με τον αυνανισμό.

Πέραν από το πόσο συχνά αυνανίζονται οι άνδρες και οι γυναίκες ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά στην ηλικία έναρξης του αυνανισμού. Συγκεκριμένα, οι άνδρες αρχίζουν τον αυνανισμό ήδη από την ηλικία των 18 ετών και συνεχίζουν με παρόμοιες συχνότητες έως και την ηλικία των 50, οπότε και η συχνότητα αυνανισμού μειώνεται αισθητά. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες βρέθηκε πως αργούν περισσότερο να πειραματιστούν με τον αυνανισμό και τον σταματάνε πιο γρήγορα. Η ηλικία έναρξης για τις γυναίκες ήταν τα 20 χρόνια και λήξης τα 40. Μετά τα 40 η συχνότητα αυνανισμών μειώνεται κατακόρυφα.

Αναλύοντας το κοινωνικο προφίλ όσων απάντησαν πως αυνανίζονται, ορισμένοι θα εκπλαγούν, καθώς βρέθηκε πως το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, οι πειραματισμοί την ώρα της ερωτικής πράξης, αλλά και ο αριθμός των σεξουαλικών σχέσεων που έχει κάνει κάποιος στη ζωή του σχετίζονται θετικά με τον αυνανισμό. Με άλλα λόγια όσο πιο μεγάλες τιμές παίρνουν οι παράγοντες αυτοί, τόσο πιο συχνός είναι και ο αυνανισμός. Αυτά τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με την κοινή λογική, σύμφωνα με την οποία όσοι αυνανίζονται είναι μάλλον άτομα χαμηλού κοινωνικού επιπέδου που είτε δεν μπορούν να εμπλακούν σε σεξουαλικές σχέσεις, είτε ντρέπονται να πειραματιστούν με το ταίρι τους.
Μέσα στα πλαίσια των παραπάνω ευρημάτων μπορούμε να κατανοήσουμε τον αυνανισμό ως ένα ακόμη ερωτικό παιχνίδι που δεν υποκαθιστά την ερωτική πράξη, αλλά την συμπληρώνει. Βεβαίως όλα αυτά ισχύουν μέσα στα πλαίσια του μέτρου και σε καμμία περίπτωση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν άτομα που αυνανίζονται γιατί φοβούνται να αναζητήσουν έναν ερωτικό σύντροφο ή για να αποκαταστήσουν την χαμένη σεξουαλική τους ζωή. Αυτή η κατηγορία φυσικά και υπάρχει, αλλά φαίνεται πως πρόκειται για μειοψηφία. 

 πηγή:

ΨΥΧΟΛΟΓΕΙΝ
Κλεφτες ματιες στον κοσμο της ψυχολογιας
Ο Δημήτρης Αγοραστός  
 Πτυχιούχος ψυχολογίας 
κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος 
στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες.

  1. Das, A. (2007). “Masturbation in the United States,” Journal of Sex and Marital Therapy 33(4): 301-317 []
  2. Castleman, M. “How Common is Masturbation, Really?” Psychology Today []
πίνακας 
λεπτομέρεια από  
Jérôme Bosch Le jardin des délices