Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Η διαχείριση του εαυτού και η χαρά της εφηβείας.




Ένα εύλογο ερώτημα, το οποίο σπάνια θέτουμε οι γονείς στον εαυτό μας είναι πόσο επιτρέπουμε, πόσο παρέχουμε το δικαίωμα στο παιδί μας να ασχοληθεί με τα θέματα που τον αφορούν και να δώσει τις λύσεις που αυτό νομίζει σωστές και συμφωνούν με τις επιθυμίες του;

Δηλαδή πόσο δημιουργούμε την έννοια της υπευθυνότητας στο παιδί, δίνοντας του το δικαίωμα να οργανώσει την ζωή του;

Το ερώτημα αυτό έρχεται να θέσει υπό αμφισβήτηση τις θεωρίες που στηρίζουν την “μικρότητα” του/ης εφήβου/ης και το ότι “δεν ξέρει” δικαιολογώντας την ανάγκη παρουσίας του γονέα δίπλα του. Η σκέψη, της προβληματικής εφηβείας και οι κοινωνικές αναπαραστάσεις ανεπάρκειας που έχουν οι γονείς για αυτή, μειώνουν την σημασία της τάσης του/ης εφήβου/ης να αυτονομηθεί και δικαιολογούν την παρουσία σε κάθε ενέργειά του.

Πόσο λοιπόν, η οικογένεια επιτρέπει τις πρωτοβουλίες των εφήβων; 
Πόσο δέχεται ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης και ένα διαφορετικό τρόπο ύπαρξης, ο οποίος αποτελεί την βασική τάση για την έκφραση της "αυτονομίας" του;

Όταν μιλάμε για αυτονομία πρέπει να ξέρουμε ότι η αυτονομία δεν είναι κάτι που έρχεται έτσι, από μόνο του. Η αυτονομία αποτελεί μια γνώση, δηλαδή μια διαδικασία μάθησης. Ο έφηβος μαθαίνει να είναι αυτόνομος, και το μαθαίνει όπως μαθαίνει μαθηματικά, ας πούμε. Το μαθαίνει μέσα από αυτόνομες διαδικασίες, πράγμα που σημαίνει ότι ενεργεί αυτόνομα για να φθάσει σε αυτή. Η αυτονομία είναι το μέσον, αλλά και ο στόχος της εκπαίδευσης. Η αυτονόμηση όμως του παιδιού δεν έχει να κάνει μόνο με το παιδί, αλλά αποτελεί το περιεχόμενο των σχέσεων μέσα στην οικογένεια. Αποτελεί το πλαίσιο, το "φόντο" πάνω στο οποίο εκείνο θα κατασκευάσει την ζωή του. Το ποσοστό αυτονόμησης λοιπόν του/ης εφήβου/ης είναι ανάλογο με την οικογενειακή αυτονομία.

Η προσπάθεια λοιπόν, του γονέα να κατανοήσει τον τρόπο που σκέπτεται ο έφηβος,  να μάθει τον τρόπο που προσεγγίζει τα προβλήματα που τον αφορούν και να του επιτρέψει να έχει τον δικό του τρόπο προσέγγισης, δημιουργεί ένα κλίμα θετικής αλληλεπίδρασης μαζί του, πράγμα που αναδεικνύει την σημαντικότητα του μέσα στην οικογένεια. Αυτό, δηλαδή η αίσθηση της σημαντικότητας και της αποδοχής που απορρέει από αυτή  επιτρέπει στο/ην έφηβο/η να επεξεργαστεί καλύτερα τις κοινωνικές καταστάσεις που αντιμετωπίζει, μέσα και έξω από την οικογένεια. Τον βοηθάει να πάρει χαρά από τις ενέργειες του και αυτή η χαρά είναι ένα συναίσθημα ανατροφοδότησης για τον ίδιο, δίνοντάς του την πεποίθηση ότι αξίζει και αυτή η αίσθηση του επιτρέπει να πάει παρακάτω.

Σε αντίθετη περίπτωση, ένας γονέας μπορεί να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μπερδέψει το παιδί του και να τον οδηγήσει στην παθητικότητα και την παραίτηση. Παραίτηση είναι, η αίσθηση της “μικρότητας”. Η αίσθηση του μη έλεγχου των καταστάσεων. Η αναποφασιστικότητα και η έλλειψη αντίδρασης. Η αίσθηση ότι δεν μπορεί. 

Σε αυτή την περίπτωση το πρώτο που θα κάνει - και είναι κάτι που το έχει μάθει καλά μέσα στην οικογένεια -  είναι να ανατρέξει και να ζητήσει την βοήθεια  του γονέα, δηλαδή θα ζητήσει την αποφυγή της δυσκολίας και την αναπαραγωγή της εξάρτηση από αυτόν. Από την άλλη αυτός ο τρόπος διαχείρισης, όχι μόνο δεν αποφεύγει την αίσθηση της “μικρότητας” που τον/ην διακατέχει, αντίθετα την ισχυροποιεί. Διότι αυτό που μπορεί να παραλύει έναν/μια έφηβο/η είναι η μη κατανόηση του τι του συμβαίνει, και όσο αυτό διαιωνίζεται από τις εξηγήσεις και τις αφηγήσεις των άλλων, τόσο ο έφηβος/η βυθίζεται στην εξάρτηση και στην απουσία του εαυτού του όσον αφορά την πράξη του.

Κάθε φορά λοιπόν, που επιτρέπουμε στον/ην έφηβο/η ενεργήσει μέσα από δική του πρωτοβουλία, τον βοηθάμε να κατανοήσει τον εαυτό του μέσα από την δική του κοινωνική πράξη, είτε αυτή είναι θετική, είτε αρνητική. Τον βοηθάμε να γνωρίσει τον εαυτό του, να πειραματιστεί μαζί του, να γνωρίσει τα πάθη του, καθώς και τις αιτίες που τον οδηγούν σε θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα.

Η γνώση λοιπόν τον/ην κάνει πιο δραστήριους, δηλαδή τους οδηγεί στην πράξη και λειτουργεί και αυτή, όπως η αυτονομία, σαν μέσον αλλά και σαν σκοπός. Σαν μέσον για να γνωρίσει τον εαυτό του/ης σε κάθε καθημερινή εκδήλωσή του/ης, και σαν σκοπός για να οργανώσει και να κατευθύνει την ζωή του/ης στον στόχο που έχει θέσει.

Άρα γνώση και αυτονομία είναι δυο όροι που ο ένας αλληλοσυμπληρώνει τον άλλον και οδηγούν στην πράξη.  Η απουσία ή η παρουσία του ενός οριοθετείται από την παρουσία ή απουσία του άλλου και καθορίζει την έκβασης των κοινωνικών πράξεων του ατόμου. Στην περίπτωση της εφηβεία αποτελούν τον ακρογωνιαίου λίθο στην συν-κατασκευή της, καθώς και το βασικό περιεχόμενο της συμβολής του γονέα στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού του.

Κερεντζής Λάμπρος



Δεν υπάρχουν σχόλια: