Το σύστημα αξιολόγησης στην οικογένεια



Ο ορισμός της αξιολόγησης
Ένας πρώτος ορισμός θεωρεί την αξιολόγηση ότι αποτελεί διαδικασία κρίσης και μέτρησης μιας αξίας.
Eπίσης,
Η αξιολόγηση ορίζεται σαν διαδικασία κρίσης της αξίας ενός προσώπου, ενός προϊόντος, μιας διαδικασίας ή ενός προγράμματος. (Δημητρόπουλος, 1991; Κασσωτάκης, 2003)
Όπως λέει ο κύριος Φράγκος το 2002, υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των όρων «μέτρηση» και «αξιολόγηση»
Με τον πρώτο καθορίζουμε τη μετρική διαδικασία,
Με τον δεύτερο εκφέρουμε κρίση για την αξία του μετρηθέντος αποτελέσματος.
Εμείς θα σταθούμε στην αξιολόγηση με βάση την κρίση η οποία:
Βασίζεται στην κρίση ή στην ερμηνεία της αξίας κάποιου προσώπου ή κάποιας κατάστασης.
Επηρεάζεται από τις απόψεις και τις πεποιθήσεις του προσώπου που αξιολογεί.
Με αυτή την έννοια η αξιολόγηση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι πολιτικά και ιδεολογικά «αχρωμάτιστη».
Η αξιολόγηση εξαρχής έχει ιδεολογική και πολιτική διάσταση.1

Αξιολόγηση στην οικογένεια
Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό στα πλαίσια της οικογένειας έχουμε να κάνουμε με την αξιολόγηση ενός προσώπου, του παιδιού, ή του γονέα καθώς μπορούμε να αξιολογήσουμε και τις διαδικασίες που εξελίσσονται μέσα σ' αυτή. Στην μεν πρώτη περίπτωση συνήθως την αξιολόγηση την συναντάμε σαν κρίση από τους γονείς προς τα παιδιά, ενώ την αξιολόγηση της οικογενειακής διαδικασίας την συναντάμε περισσότερο από τα παιδιά προς τους γονείς, εάν φυσικά τους το επιτρέπουν οι γονείς!
Η αξιολόγηση στην οικογένεια δεν παίρνει την μορφή που μπορεί να συναντήσουμε σε μια επιχείρηση, δηλαδή, δεν γίνεται μέσα σε ορισμένο χώρο/χρόνο, όρια και τρόπο, και σύμφωνα με κριτήρια που έχουν οριστεί για να μετρηθεί η αποδοτικότητα, ή η παραγωγικότητα της επιχείρησης. Εκεί τα άτομα που αξιολογούνται είναι ενήμερα, συμφωνούν και συμμετέχουν για το καλό το δικό τους και της επιχείρησης. Στην οικογένεια η αξιολόγηση, αν και συμβαίνει, δεν αντιμετωπίζεται σαν αξιολόγηση. Τις περισσότερες φορές όμως παίρνει την μορφή μιας συνεχούς διαδικασίας η οποία συστηματοποιείται από τους γονείς και αποτελεί το διάκοσμο της ανάπτυξης των παιδιών.
Η αξιολόγηση στην οικογένεια στηρίζεται στα κριτήρια που ορίζει κάθε κοινωνία τα οποία αποτελούν κοινωνικές αξίες οι οποίες την διέπουν και η οικογένεια αποτελεί το χώρο/χρόνο εφαρμογής τους. Οι γονείς σε κάθε κοινωνικό σύστημα έχουν επωμισθεί αυτό το ρόλο του αντιπρόσωπου της κοινωνίας μέσα στην οικογένεια, άρα και την αναπαραγωγή – μεταφορά - μετάδοση των κοινωνικών αξιών προς τα νέα μέλη της οικογένειας.
Όπως αναφέραμε στα πλαίσια της οικογένειας, η αξιολόγηση ορίζεται σαν την κρίση ή την ερμηνεία της αξίας κάποιου προσώπου ή κάποιας κατάστασης. Δηλαδή ο γονέας αξιολογεί το παιδί του και τις καταστάσεις που κατά την γνώμη του δημιουργεί η συμπεριφορά του. Αυτή η κρίση επηρεάζεται από τις απόψεις και τις πεποιθήσεις του. Έτσι το τι είναι καλό και τι όχι δεν είναι το ίδιο από την μια οικογένεια στην άλλη. Εξαρτάται όχι μόνο από τις αξίες τς κοινωνίας που ανήκει αλλά και από τις απόψεις του κάθε γονέα και τις πεποιθήσεις του. Με αυτό τον τρόπο κάθε οικογένεια έχει το δικό της τρόπο να αξιολογεί τα μέλη της, ο οποίος εξαρτάται πάντα από τα κριτήρια των γονέων.
Ξέχωρα λοιπόν από τα κοινωνικά κριτήρια στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής επεμβαίνουν και παράγοντες ψυχολογικοί, συναισθηματικοί, διανοητικοί οι οποίοι ορίζουν εκ νέου τα κριτήρια της αξιολόγησης και οι οποίοι έχουν σχέση με τον κάθε γονέα ξεχωριστά αλλά και με την σχέση των γονέων μεταξύ τους. Αλλιώς, παραδείγματος χάριν, ένας γονέας θα κρίνει το παιδί του όταν με τον σύντροφό του έχει μια σχέση ικανοποιητική και νιώθει ευχάριστα και αλλιώς αν η σχέση του είναι προβληματική και στενάχωρη. Άρα η αξιολόγηση του γονέα προς το παιδί εμπεριέχει, αλλά και επηρεάζεται από τις συνθήκες που επικρατούν στο ζευγάρι και από την θέση που έχει μέσα σε αυτή.
Οι παραπάνω καταστάσεις μπορούν να ορίσουν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης το οποίο στην βάση του στοχεύει την εξέλιξη και την ανάπτυξη του παιδιού, όπως στοχεύει επίσης, να του προσφέρει μια ώθηση για να πετύχει το στόχο του. Δηλαδή η αξιολόγηση όπως σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής έτσι και στην οικογένεια, στόχο έχει την ανάπτυξη και την εξέλιξη του παιδιού, αλλά και κάθε άλλου μέλους προσπαθώντας να οριστούν πιο ξεκάθαρα το τι έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα και τι πρέπει να στοχεύσουν στο μέλλον.

Η γονεϊκή αξιολόγηση έχει ιδεολογική διάσταση
Όπως είδαμε παραπάνω η αξιολόγηση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι πολιτικά και ιδεολογικά «αχρωμάτιστη», και ότι έχει ιδεολογική και πολιτική διάσταση.
Στην περίπτωση της οικογένειας αδυνατούμε να φανταστούμε ότι η αξιολόγηση μπορεί να έχει κάποιο ιδεολογικό χαρακτήρα, δηλαδή ότι ο γονιός μπορεί να χρησιμοποιήσει την αξιολόγηση σαν μέσο πίεσης και καθυπόταξη του παιδιού του ιδεολογικά, στο βαθμό που ο στόχος της κριτικής που ασκεί είναι να το βοηθήσει να αναπτύξει τις δυνατότητες του.
Αυτό που ξεχωρίζει την αξιολόγηση του παιδιού από μια άλλη αξιολόγηση, όπως αναφέραμε πάρα πάνω, είναι ότι μπορεί να γίνεται σε καθημερινή βάση. Κάθε μέρα ο γονέας που νιώθει αγχωμένος αλλά και αναγκασμένος ή και ευχαριστημένος, κάνει κάποιες διορθωτικές παρατηρήσεις στο παιδί του πιστεύοντας ότι έτσι θα το συνετίσει, θα το κάνει να σκεφτεί καλύτερα τις καταστάσεις που το αφορούν. Αυτές οι παρατηρήσεις-επεμβάσεις-διορθώσεις είναι μια μορφή αξιολόγησης για το παιδί όπου, από την μια γίνεται η σκιαγράφηση των προσδοκιών του γονέα και από την άλλη επιτελείται μια προσπάθεια αναπαράστασης του, από μέρους του, του μελλοντικού προφίλ του παιδιού που “επιθυμεί”. Δηλαδή χωρίς να το “καταλαβαίνει” ο γονέας προσπαθεί να καθορίσει την επιθυμία αλλά και τις αποφάσεις του παιδιού του με στόχο το δικό του κριτήριο για το τι είναι καλό, ή κακό για το ίδιο. Έτσι δημιουργεί μια συνθήκη που επηρεάζει την συμπεριφορά του παιδιού και ορίζει την “ελευθερία” των κινήσεων του με τρόπο αρκετά περιοριστικό...τις περισσότερες φορές.
Το παιδί, μη έχοντας σχηματίσει μια ξεκάθαρη εικόνα για αυτό που στοχεύει - διότι η στόχευση είναι στην βάση της βαθμιαίας ανακάλυψης της μέσα από την κοινωνική του πράξη - είναι φυσιολογικό να βρίσκεται σε μια κατάσταση σύγχυσης-αναζήτησης του “δρόμου” του. Η αξιολόγηση σε αυτή την φάση εκτός από την δημιουργία ενός στόχου, έχει σχέση και με την αποδοχή. Θέτει κάποια όρια και καθορίζει τον τρόπο που μπορεί να γίνει αποδεχτό το παιδί από το γονέα, πράγμα το οποίο μπορεί να το απομακρύνει από το στόχο του, αλλά και να αλλάξει αυτό το στόχο. Έτσι η αποδοχή των γονεϊκών στόχων στηρίζονται όχι στην συνειδητοποίηση της κοινωνική πραγματικότητας, όπως την παρουσιάζει ο γονέας, όσο στην σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σε αυτόν και το παιδί.
Στο βαθμό που η σχέση αυτή είναι μια σχέση αυταρχική ή δημοκρατική, η μορφή της με λίγα λόγια καθορίζεται ιδεολογικά. Δηλαδή εκφράζει και αντιπροσωπεύει τον τρόπο με τον οποίο πιστεύει κάποιος (γονέας) ότι πρέπει να μεταχειριστεί τον άλλον (παιδί). Η σχέση του γονέα με το παιδί του στηρίζεται σε κάποια “πιστεύω” του τα οποία σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο βρίσκουν ανταπόκριση σε κοινωνικές πρακτικές που καλύπτονται ιδεολογικά. Δηλαδή η αυστηρότητα, ή η δημοκρατικότητα ανάμεσα στο γονιό και το παιδί αντιπροσωπεύουν ιδεολογικές τοποθετήσεις. Έτσι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αξιολόγηση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι πολιτικά και ιδεολογικά «αχρωμάτιστη», και ότι η αξιολόγηση έχει ιδεολογική και πολιτική διάσταση ακόμα και στην γονεϊκή σχέση.
Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε μια άλλη “δύναμη” που καλλιεργείται και ενεδρεύει στις αυταρχικές γονεϊκές σχέσεις, την ενοχή. Μέσα από αυτή το παιδί, τις περισσότερες φορές, δέχεται να ακολουθήσει τις παραινέσεις του γονέα, θέλοντας να “φτάσει” τις προσδοκίες που εκπορεύονται από τις παρεμβάσεις του και να κερδίσει την “αγάπη” του.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, το αποτέλεσμα της επέμβασης των γονέων δεν είναι πάντα το αναμενόμενο, και τις περισσότερες φορές η οικογενειακή αξιολόγηση, μπορεί να “φρενάρει” το παιδί, να το αποδιοργανώσει και να του θέσει περαιτέρω προβλήματα από αυτά που εκείνο έχει ορίσει για να τα ξεπεράσει.

Η ισχύ της αξιολόγησης, ή αξιολόγηση της ισχύος
Καταλήγουμε λοιπόν ότι ο γονέας ασκεί με την παρουσία και τον τρόπο συμπεριφοράς του στο παιδί μια μορφή αξιολόγησης η οποία είναι διαρκής και επεκτείνεται όχι μόνο στις επιλογές για το μέλλον, αλλά και για θέματα τα οποία έχουν σχέση με τον εαυτό του, όπως εμφάνιση, φίλους, διασκέδαση. Μέσα από αυτή την στάση του καθώς και την στάση-απάντηση του παιδιού αναπτύσσεται μέσα στην οικογένεια ένα σύστημα επικοινωνίας το οποίο στηρίζεται στην αξιολόγηση. Δηλαδή κάθε αλληλεπίδραση μέσα στην γονεϊκή σχέση αποτελεί μια μέτρηση-παρατήρηση-διόρθωση του παιδιού από το γονέα και αυτή η κατάσταση παγιώνεται σαν κάτι φυσιολογικό.
Βέβαια κάθε γονέας πρέπει να γνωρίζει ότι η παρουσία του για το παιδί του είναι τόσο σημαντική ώστε ξεπερνά μερικές φορές την ιδέα της σημαντικότητας που έχει ο ίδιος για την παρουσία του δίπλα σε αυτό. Δηλαδή η σημαντικότητα που αποδίδει το παιδί του σε αυτόν είναι μεγαλύτερη από αυτή που νομίζει ο ίδιος. Για αυτό πολλές φορές υποστηρίζω ότι ο γονέας πρέπει να ζήσει το γονεϊκό ρόλο σαν ένα στοιχείο επιπλέον στην ύπαρξη του, ο οποίος τον οδηγεί σε μια νέα διάσταση του εαυτού του, ξέχωρα από αυτό που έχει ζήσει μέχρι τώρα.
Άρα η αξιολόγηση του παιδιού πρέπει να υπολογίζει το βάρος της σημαντικότητας του γονέα και να εκφράζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μετατραπεί σε ένα πιεστικό εργαλείο αλλοτρίωσης του παιδιού. Διότι η θέση του γονέα απέναντι στο παιδί του προσδίδει ένα κύρος και περικλείει μια ισχύ η οποία, πολλές φορές, μπορεί να γίνει αδυσώπητη. Στο βαθμό που η αξιολόγηση έχει μετατραπεί σε ένα σύστημα επικοινωνίας και το περιεχόμενό της σε καθημερινή βάση είναι μια μέτρηση-παρατήρηση-διόρθωση του παιδιού από το γονέα, τότε μπορεί να γίνει μια φυλακή. Δηλαδή η ίδια μπορεί να γίνει μια φυλακή στο βαθμό που δημιουργεί στενά όρια τόσο σε υπαρξιακό, νοητικό και γενικά συναισθηματικό επίπεδο όπου το παιδί δεν μπορεί να ανεχθεί να ξεπεράσει, αλλά δεν μπορεί και να ανταποκριθεί.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η αξιολόγηση κάθε φορά έρχεται να υπενθύμιση την διαφορά ισχύος ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Έρχεται να θέσει το όριο ανάμεσα στο ποιος είναι από “πάνω” και ποιος από “κάτω”, ανάμεσα στο ποιος “ξέρει” και ποιος “δεν ξέρει”, με λίγα λόγια έρχεται να τονίσει την διαφορά, την ανισότητα, την ανταγωνιστικότητα. Έτσι, όσο περισσότερο αξιολογεί ο γονέας το παιδί του, τόσο αναπαράγει την ισχύ του και όσο αναπαράγει την ισχύ του τόσο του δίνεται η δυνατότητα να το αξιολογεί. Αυτό λοιπόν που υπερισχύει δεν είναι η αξιολόγηση αλλά η ισχύς έτσι το παιδί μέσα από την αξιολόγηση δέχεται... την ισχύ του.
Για αυτό το λόγο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πολλές φορές, η αξιολόγηση στην οικογένεια, αλλά και αλλού, δεν έχει να κάνει με την καλυτέρευση του αξιολογούμενου, αλλά με την υποταγή του, με την προσπάθεια ανεύρεσης στοιχεία που θεωρούνται λάθος στην συμπεριφορά του και εν γένει στην προσωπικότητα του. Με αυτό τον τρόπο δεν στοχεύει στην εξέλιξη και την ανάπτυξη του αξιολογούμενου, αλλά στην διατήρηση της κατάστασης του, διότι κάθε φορά που στηλιτεύουμε ένα “λάθος” στον άλλον, προβάλουμε ένα “σωστό” δικό μας.

Τα όρια της αξιολόγησης
Για να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση της γονεϊκής σχέσης και η “αξιολόγηση” του παιδιού να μπορέσει να λειτουργήσει θετικά θα πρέπει κατά την γνώμη μου να εκλείψει η “ανισότητα” ανάμεσα στο γονιό και το παιδί.
Να θεωρηθεί ότι το παιδί και ο γονιός είναι “ίσοι” στο βαθμό δυσκολίας που συναντάνε ο καθένας στο τομέα του και την σχέση του με τον κόσμο που το περιβάλλει. “Ίσοι” στα πλαίσια της οικογενειακής αλληλεπίδρασης στο βαθμό που ο καθένας από τους δυο, παρ' όλο την διαφορετική του θέση, μπορεί εξ' ίσου να επηρεάσει την συμπεριφορά του άλλου. Ότι ο καθένας προβληματίζεται και έχει αδύναμα σημεία καθώς και δυνατά και ανάλογα τις καταστάσεις μπορεί και τα ενεργοποιεί.
Ότι μπορεί να κάνει λάθη, να μην είναι τέλειος, και να έχει ανάγκη την γνώμη του άλλου ξέχωρα από την διαφορά της ηλικίας. Πολλές φορές έχουμε βρεθεί σαν ειδικοί, μπροστά σε παιδιά τα οποία έχουν αναλάβει τους γονείς τους , παιδιά που τα ονομάζουμε “γονεϊκά παιδιά” και το οποίο έχει αποδείξει ότι η ωριμότητα του ξεπερνάει μερικές φορές αυτή των γονιών τους.
Αυτή η αναγνώριση της αξίας του καθένα στην οικογένεια έρχεται να αποδυναμώσει την αίσθηση της ανταγωνιστικότητας και της ανισότητας που γεννιέται στις ιεραρχημένες οικογένειες σύμφωνα με την ιδεολογία του πιο δυνατού και ότι σημαίνει αυτό στην καθημερινότητα της.
Μια τέτοια κατάσταση δεν υποτιμά τον ρόλο του γονέα, αλλά το αντίθετο, έρχεται να επιβεβαιώσει την σημαντικότητα του, διότι για το παιδί, πάντα εκείνος κατέχει την ισχύ εκείνος “γνωρίζει”. Σε αυτό που πρέπει να δώσουμε σημασία είναι ο τρόπος που την χρησιμοποιεί τόσο την γνώση όσο και την ισχύ. Ο τρόπος του φαίνεται να αποδυναμώνει την παρουσία του και αυτό είναι κάτι που δεν αρέσει καθόλου στο παιδί του.
Δηλαδή η ισχύς του γονέα, η οποία έγκειται στην κοινωνική και επαγγελματική εμπειρία του, στις γνώσεις του, στο κύρος απέναντι στο παιδί του, αποτελεί για αυτό ένα πεδίο ασφάλειας και εμπιστοσύνης τόσο σε πρακτικό, όσο και ψυχολογικό επίπεδο. Αυτό το αναγνωρίζει και το έχει ανάγκη το παιδί, η επιβολή όμως αυτής τις ισχύος, την οποία το παιδί μπορεί να την νιώσει στραμμένη εναντίον του, δημιουργεί αντίδραση όπου δεν του επιτρέπει να λειτουργήσει θετικά.
Από την μια το παιδί έχει ανάγκη να αισθάνεται την ισχύ του γονέα, όχι σαν δύναμη που του “κλίνει”, αλλά που του “ανοίγει” το δρόμο .
Από την άλλη ο γονέας πρέπει να γνωρίζει ότι είναι σαν το δάσκαλο, τον παιδαγωγό, το ψυχολόγο, δηλαδή δουλεύει με εργαλείο τον εαυτό του. Όσο καλύτερα τα έχει με αυτόν, τόσο καλύτερα τα πάει με το παιδί του...
Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας:Marie Henriot


1file:///D:/Documents%20and%20Settings/Lampros/%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%20%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82/Evaluation.pdf

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.