Ο... Λίγος...


Φίλε,Φίλης εδώ. Εκ του Θεόφιλος. Τον αγάπησα τον θεό. Εκείνος δεν ξέρω τι έκανε. Και δεν με αγάπησε εμένα, όταν έπρεπε. Μετά ήταν αργά. Είχε γίνει το κακό. Το είχα δει μπροστά μου να γίνεται. Και με σέρνει αυτό από την μύτη, χροοόνια τώρα. Δεν άντεξα. Και έφυγα. Δεν μου φταίγανε τίποτα τα παιδάκια μου και η γυναίκα μου. Οι τρεί γυναίκες που μ' αγαπήσανε κι ίσως με μισήσανε γι αυτό που τους έκανα.

Έφυγα. Δεν την άντεξα. Την κατάρα της μάνας μου. Μαύρη ζωή πέρασα. Με δαύτην. Μαύρη ζωή. Τι μοιροκαταριέμαι, θα πεις. Εμ, να μην πεις; Πες ότι θες. Δεν έζησα. Την ζωή μου. Την σαλαμούριασα με το κακό της μάνας μου και την κατέστρεψα. Μπορεί να κατάσρεψα και άλλους μαζί μου. Δεν το 'θελα όμως. Δεν το μπόραγα να το σηκώσω το κακό. Δεν το μπόραγα. Καταλαβαίνεις; Μακάρι να μην καταλάβεις ποτέ Μην σ' αξιώσει η ζωή να καταλάβεις. Τ' ακούς; Μην σ' αξιώσει.

“ Για όλα της φαινόμουνα λίγος. Από κοντά και ο πατέρας μου. Να την σιγοντάρει. Μη στεναχωρηθεί εκείνη και ξανακυλήσει. Και την κλείσουνε στις κλινικές και τα ψυχιατρεία. Λίγος να γίνω αρχιτέκτονας που ονειρευόμουνα. Χτίστης έμεινα στο χωριό, με το ζόρι. Μην φύγω και πως θα ζούσε χωρίς τον μοναχογιό της. Χτίστης μπας και έκτιζα σπιτάκια καλύτερα από το δικό μου, το μπαταλεμένο.

Λίγος να πάρω την γυναίκα που αγάπησα και μ' αγάπησε. Που αν η μάνα μου δεν την σκότωσε όταν το προσπάθησε, γιατί το προσπάθησε, το κατάφερε όταν έφυγα και τους παράτησα. Και την σκότωσα την γυναίκα μου. Την γυναικούλα μου. Το φως μου. Και στραβώθηκα, φίλε. Στραβώθηκα. Με τύφλωσε το μίσος και έφυγα μην σκοτωθώ ή μην τη σκοτώσω. Τη μάνα μου. Ή και τον πατέρα μου. Κι εκείνος μια ζωή κόντρα. Κάπου να ξεσπάει το ζαβό ριζικό του που πήγε και παντρεύτηκε την Μαγδάλω. Κάπου. Σε μένα. Λίγος του φαινόμουνα και για τις δουλειές στ' αμπέλια. Λίγος. Τεμπέλη με ανεβάζανε, τεμπέλη με κατέβαζανε. Λίγος σου λέω. Φίλε. Λίγος. Λίγος και τα παιδιά μου να αναθρέψω. Λίγος και τα κρασιά τους να φτιάχνω. Λίγος. Ξινισμένος μούστος. Βαρέλι γιομάτο κατακάθια. Τα δικά τους κατακάθια. Άσ' τα ρε φίλε. Φίλης εδώ. Τι σου λέω και σου βαραίνω την ψυχή....

Δεν έχω δει πιο αδίστακτη ματιά από της μάνας μου Θα με έχωνε μέσα στην γή αμα το μπορούσε. Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί. Ξέρεις τι είναι πατέρας στα τριάντα εφτά σου να παρατάς τις κορούλες σου, εφτά και κάτι η μία, χρονιάρικο μωρό η άλλη, για να γλιτώσεις από την μάνα σου; Δυο μέτρα άντρας Και πως να αντικρίσεις πάλι την γυναίκα που τις γέννησε και σε αγάπησε τόσο; Πως, μου λές;”

Απόσπασμα από το κεφάλαιο
“Φίλοι, Φίλης Καρυοφύλλι”,
από το βιβλίο

της
Σταυρούλας Σκαλίδη

Κρέας από σταφύλι
μια ιστορία ωμοφαγίας

πίνακας:Omer AMBLAS 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου