Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Τι πρέπει να κάνω για το πρόβλημα του “άλλου”;



Αυτό είναι ένα ερώτημα που διατύπωσε μια πελάτης μου η οποία παραπονιόταν ότι, πάντα ήταν παρούσα στην ανάγκη του “άλλου”, με ένα τρόπο ψυχαναγκαστικό που δεν είχε τέλος και την τυραννούσε.

Ο λόγος της με έκανε να σκεφτώ ότι, πολλές φορές δεν μας φτάνουν τα δικά μας προβλήματα αλλά επωμιζόμαστε και τα προβλήματα του “άλλου”. Του “άλλου” που μπορεί να είναι συγγενής, φίλος, απλός γνωστός, ακόμα και άγνωστος!

Πολλές φορές το πρόβλημα του “άλλου” μας κατοικεί, μας συνεπαίρνει, μας ρουφάει μέσα του, γίνεται κομμάτι της ζωής μας και δεν μας αφήνει να ηρεμήσουμε, να χαρούμε, να σκεφτούμε το δικό μας πρόβλημα.

Νιώθουμε άσχημα να αρνηθούμε την βοήθεια, να πούμε ότι δεν μπορούμε, ότι δεν έχουμε χρόνο και θέληση. Μια τέτοια στάση μας γεμίζει με ενοχές και νιώθουμε ντροπή. Ντροπή ακόμα και αν ο “άλλος” δεν μας έχει βοηθήσει στις δύσκολες στιγμές. Ακόμα και τότε, εμείς, προσπαθούμε χωρίς να καταλάβουμε... τι είναι αυτό που μας επιβάλλει αυτή την αυταπάρνηση για αυτόν.

Σε αυτή την περίπτωση, σκέπτομαι ότι υπάρχουν δυο διαφορετικές καταστάσεις στην σχέση μας με τον “άλλον”:
Πρώτον,
Με τον απλό συλλογισμό ότι, κάνουμε στους άλλους αυτό που θέλουμε να κάνουνε οι άλλοι για εμάς, είμαστε εύκαιροι, πάντα ανοιχτοί προς αυτόν, περιμένοντας την αναγνώριση και την ίση μεταχείριση!
Δεύτερον,
Αυτή η ενασχόληση με το πρόβλημα του άλλου, μας βοηθάει να μην αναγνωρίσουμε και να μην ασχοληθούμε με το δικός μας πρόβλημα!

Και στις δύο περιπτώσεις από την μια ο "άλλος" έρχεται να μας βοηθήσει να εκφράσουμε τις ανάγκες μας, και από την άλλη να αποφύγουμε τις ελλείψεις μας.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Pablo Solari

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

«Εσείς γιατί δεν κάνατε παιδιά;»





Διαβάζοντας το άρθρο της συναδέλφου Έρας Μουλάκη, “Χωρίς Παιδιά: δεν έτυχε, δεν ήθελα, δεν μπορούσα”1 ένιωσα τους ανθρώπους που δεν έχουν παιδιά να αισθάνονται “άβολα” μέσα στην κοινωνία. Σαν να προβάλετε επάνω τους ένα είδος ανικανότητας, ανεπάρκειας, υποτίμησης και απώλειας μιας ολοκλήρωσης την οποία επιφέρει η παρουσία παιδιού.

Χρησιμοποίησα την φράση «Εσείς γιατί δεν κάνατε παιδιά;», μέσα από το κείμενό της, σαν τίτλο, στο δικό μου άρθρο, διότι θεωρώ ότι εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που φανερώνουν από την μια την ενοχοποίηση και από την άλλη την μη εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, που πρέπει να αισθάνεται κάποιος που δεν έχει αποκτήσει παιδιά.

Με γνώμονα αυτό που επίσης αναφέρει η συνάδελφος ότι “Η κοινωνία συνεχίζει να προβάλλει την ανάγκη να κάνουμε οικογένεια και παιδιά σαν μονόδρομο, κάτι που στερεί την “συνειδητή επιλογή”, μας οδηγεί στο να σκεφτούμε ότι η οικογένεια προβάλλεται σαν την μόνη πιθανή ανάπτυξη του ατόμου και η πορεία εκτός αυτής, να θεωρείται μη φυσιολογική.

Η συνειδητή ή μη επιλογή στην ουσία, θεωρώ, ότι δεν έχει να κάνει μόνο με το παιδί, αλλά και με την οικογένεια και τον τρόπο που αυτή επιβάλλεται σαν το μόνο πλαίσιο πραγμάτωσης του ανθρώπου. Οι αποφάσεις σε αυτό τον τομέα, έχουν να κάνουν με το δεσποτικό τρόπο που εκείνη ορίζει και αξιολογεί την κοινωνική πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο η φυσιολογικότητα, ή μη μιας κοινωνικής κατάστασης ορίζεται, από το αν το υποκείμενο είναι παντρεμένο και από το αν έχει παιδιά ή όχι. Έτσι “οι” χωρίς οικογένεια, ή χωρίς παιδί, άνθρωποι να μην αποτελούν μια φυσιολογική κάστα και να θεωρούνται προβληματικοί, περίεργοι και το σπουδαιότερο εγωιστές, οι οποίοι θέλουν να κοιτάξουν τον εαυτό τους και κανέναν άλλον, πράγμα που φυσικά δεν αληθεύει.

Στο κείμενο της κυρίας Μουλάκη βλέπουμε πολύ σωστά να προβάλλεται η γυναίκα σαν το βασικό αποδέκτη της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Βλέπουμε ότι η γυναίκα στην περίπτωση οργανικών ή άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει το ζευγάρι, σηκώνει το βάρος. Παλαιότερα αλλά και ακόμα σήμερα η κοινωνία απαιτούσε και απαιτεί από αυτή να καλύψει τον άνδρα, αν εκείνος παρουσιάζει οργανικό ή άλλο πρόβλημα. Δηλαδή να δεχτεί σε πολλές περιπτώσεις να σηκώσει το “Βάρος” της απουσίας του παιδιού σαν δική της ανικανότητα και όχι ανικανότητα του συζύγου. Η απουσία παιδιού είναι ένα βάρος για την γυναίκα, ασχέτως ουσιαστικής αιτιότητας, το οποίο διαπερνά της ζωή της μέσα από τα βλέμματα, τα μισόλογα, τις ευχές και τις κρυφές, ή φανερές συζητήσεις της ευρύτερης οικογένειας, αλλά και των φίλων. Θέτουν αυτή την απουσία σαν πρόβλημα σημαντικό και αξεπέραστο για την ύπαρξη του ζευγαριού και της ίδιας.

Από την μικρή έρευνα που έκανα για αυτό το άρθρο, παρατήρησα ότι, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη η γυναίκα ενοχοποιείται για την απουσία παιδιού. Αυτή θεωρείται σαν μη “φυσιολογική”, σαν προβληματική. Βέβαια η απόδοση ευθύνης στην γυναίκα γι' αυτό το γεγονός αλλά και για άλλα είναι βαθιά χαραγμένη στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Η θέση της γυναίκας από την εμφάνιση του ανθρώπου γένους, θεωρήθηκε η αιτία πολλών δινών της ανθρωπότητας... Οι θρησκείες φρόντισαν και φροντίζουν γι αυτό.

Ξέχωρα όμως από την ενοχοποίηση της γυναίκας, υπάρχει και ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο που εκφράζει την κοινωνική εικόνα όχι μόνο αυτής, αλλά και του άνδρα που δεν έκανε παιδιά. Η λέξη άτεκνος/η, μας φέρνει στο μυαλό την εικόνα κάποιου ή κάποιας που δεν “κατάφερε” να τεκνοποιήσει. Αυτή η εικόνα ταυτίζεται με αυτή του άκληρου/ης που σημαίνει ότι δεν έχει περιουσία, εφόσον τα παιδιά θεωρούνται περιουσία για τον γονέα. Χωρίς περιουσία σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα “φτωχό/η”. Σαν φτωχός/ιά μας παραπέμπει στην λέξη κακομοίρης/α. Με την λέξη “κακομοίρης/α”,ολοκληρώνεται η κατάσταση του άτεκνου/ης, παρομοιάζοντας τον με αυτόν ο οποίος έχει ατυχήσει στην ζωή του, έχει δυστυχήσει και προκαλεί τον οίκτο, ή την συμπάθεια των άλλων.

Μέσω των παραπάνω κοινωνικών αναπαραστάσεων η κοινωνία πριν σκεφτεί αν το υποκείμενο έχει, ή όχι την επιθυμία να τεκνοποιήσει, βιάζεται να τον κατατάξει στην κατηγορία του άκαρπου του στείρου του άσφαιρου, του αποτυχημένου, του αναποτελεσματικού, αυτού ή αυτής που δεν έχει πραγματωθεί! Δεν αναγνωρίζει καν το γεγονός ότι κάποιος, ή κάποια δεν θέλει να κάνει παιδιά. Ότι μπορεί να αποφασίσει και να καθορίζει την προσωπική και κοινωνική του ανάπτυξη μακριά από το ρόλο του γονέα, κρατώντας για εκείνον και τον σύντροφό του, όλη την προσοχή και το ενδιαφέρον. Κάτι τέτοιο, στη μικρή μας χώρα και όχι μόνο, θεωρείται εγωιστικό, δεν φαίνεται αποδεκτό και μπορεί να γίνει απειλητικό. Πάντα σε μια τέτοια περίπτωση θα ψάξουμε να βρούμε κάποιο πρόβλημα και θα ερμηνεύσουμε την κατάσταση περισσότερο σαν μια ανεπάρκεια, παρά σαν μια συνειδητή απόφαση.

Επίσης οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των ζευγαριών χωρίς παιδιά εκφράζουν την σημαντικότητα η οποία αποδίδεται στην ύπαρξη τους. Η παρουσία, ή μη του παιδιού ξεπερνά και υποβιβάζει πολλές φορές την σημασία της ύπαρξης του ζευγαριού, καθώς και την αξία των μελών του. Η κοινωνία μας δείχνει ότι δεν καταλαβαίνει δυο ανθρώπους να είναι παντρεμένοι και να μην έχουν τεκνοποιήσει. Λες και η τεκνοποίηση είναι η αιτία ύπαρξης του ζευγαριού. Θεωρούν το ζευγάρι σαν παιδοποιητική μηχανή και όχι σαν μια ένωση ανθρώπων όπου η τεκνοποίηση είναι μια από τις δυνατότητες του, αλλά όχι η μόνη. Λες και η ύπαρξη του παιδιού θα δώσει νόημα στην ύπαρξή του, πράγμα που αληθεύει, αλλά δεν σημαίνει ότι άλλα νοήματα εξίσου σημαντικά μπορούν να απελευθερωθούν μέσα στο ζευγάρι χωρίς παιδιά. Η ύπαρξη του παιδιού δεν αποτελεί την πανάκεια της κοινωνικής ευτυχίας. Αντίθετα μπορεί να πυροδοτήσει καταστάσεις που το απομακρύνουν από αυτή.

Ξέχωρα από τα προβλήματα υγείας τα οποία μπορούν να εμποδίσουν τους ανθρώπους, υπάρχουν και άλλες καταστάσεις οι οποίες διαμορφώνουν την απόφαση ή μη για τεκνοποίηση. Καταστάσεις οι οποίες έχουν σχέση τόσο με τα υποκείμενα όσο και με την μορφή των σχέσεων που δημιουργούν. Επίσης έχουν σχέση τόσο με το παρελθόν τους, όσο και με το μέλλον τους. Στην απόφαση της μη τεκνοποίησης ενώ φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια ατομική “αντικοινωνική” στάση, η οποία χρωματίζεται με διαφορετικά κοσμητικά επίθετα, όπως αναφέραμε πάρα πάνω, στην ουσία δεν είναι παρά μια κοινωνική απόφαση. Μια απόφαση, η οποία έχει παρθεί κάτω από ορισμένες κοινωνικές συνθήκες. Αποτελεί προϊόν της κοινωνίας.

Εξετάζοντας τις ερμηνείες των υποκειμένων που αρνούνται την τεκνοποίηση διακρίναμε βασικούς κοινωνικούς παράγοντες. Παράγοντες που εξαρτιόνται τόσο από το θέμα της προσωπικής ελευθερίας, όσο και από το φόβο της κοινωνικής δυστυχίας, που ενεδρεύει τον μελλοντικό πολίτη των ανώνυμων πολιτειών. Η απόφαση της μη τεκνοποίησης έρχεται να δώσει μια απάντηση σε προβληματισμούς που είναι περισσότερο κοινωνικοί, παρά ατομικοί. Σε προβληματισμούς οι οποίοι αντλούν την παρουσία τους από την καθημερινότητα και αποτελούν κατασκευές των κοινωνικών καταστάσεων οι οποίες τις προσδιορίζουν. Η προσπάθεια να προσεγγίσουμε αυτό το γεγονός μέσα από την μη φυσιολογικότητα και η αναζήτηση μιας νοσηρότητας στο υποκείμενο που δεν θέλει να κάνει παιδιά είναι, από την μια σαν, να αρνιόμαστε το δικαίωμα στο καθένα να ορίσει την προσωπική του κατάσταση σαν συνειδητή απόφαση, και από την άλλη να κλείνουμε τα μάτια σε μια κοινωνική πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο οδυνηρή, τόσο για τα παιδιά, όσο και για τους γονείς τους.

Από έρευνες που έχουν γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο η οικονομική κρίση σαν κοινωνικός παράγοντας έρχεται να καθορίσει την τεκνοποίηση. Παρατηρείται σε όλες τις χώρες τις Ευρώπης και περισσότερο σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, και η Ισπανία μείωση των γεννήσεων. Το γεγονός αυτό, εκτός του ότι είναι αρκετά ανησυχητικό, μας δείχνει επίσης πόσο η παρουσία, ή όχι του παιδιού δεν είναι μόνο μια ατομική απόφαση, αλλά μια απόφαση που ορίζεται και από κοινωνικούς παράγοντες οι οποίοι μπορεί να μην είναι μόνο οικονομικοί.

Για αυτό τον λόγο πρέπει, κατά την γνώμη μου, να προσεγγίσουμε την “ατομική” απόφαση του υποκειμένου σαν στοιχείο που απορρέει από την κοινωνική του κατάσταση. Σαν κατάσταση η οποία έχει να κάνει με το ζευγάρι, την οικογένεια, την εργασία, την κοινωνία. Δηλαδή χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι οι άνθρωποι που αποφάσισαν να μην τεκνοποιήσουν απάντησαν σε κοινωνικές συνθήκες οι οποίες τους οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Έτσι είτε λόγω βιωμάτων, είτε ιδεολογικών και ψυχολογικών καταστάσεων, ή μη τεκνοποίηση αποτελεί ένα γεγονός μέσα στην γενική ατμόσφαιρα της οικογενειοκρατίας, που αξίζει να ερευνήσουμε σε βάθος όχι μόνο σαν μια άρνηση, αλλά σαν μια κατάφαση της ζωής. Με αυτό δεν υποστηρίζουμε ότι το υποκείμενο δεν είναι υπεύθυνο για την απόφασή του, αλλά το αντίθετο, παρ' όλη την αντίθεση που δημιουργεί αυτή η απόφαση σε κοινωνικό επίπεδο, αυτό ( το υποκείμενο) είναι ικανό να αναλάβει την ευθύνη της, απέναντι στον εαυτό του και την κοινωνία.

Η άρνηση τεκνοποίησης, σημαίνει πολλές φορές την ανάγκη του υποκειμένου να ορίσει την ζωή του και το χρόνο του εστιάζοντας στοn ίδιο και στο σύντροφό του, αν βρίσκεται σε ζευγάρι. Σημαίνει τον έλεγχο και τον προσδιορισμό των καταστάσεων που του ανήκουν, μακριά από παράγοντες όπως τα παιδιά τα οποία επιζητούν την ολοκληρωτική προσοχή και καταλαμβάνουν το ζωτικό χώρο του άλλου, χωρίς περιορισμούς. Η απόφαση αυτή μπορεί να οριστεί σαν άρνηση της ζωής, μόνο αν την προσεγγίσουμε από την πλευρά της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Αν την προσεγγίσουμε όμως από την ανάγκη της πλέριας βίωσης της, από την χαρά της ατομικότητας και την ελευθερία που θεωρεί αναγκαία το υποκείμενο για είναι ευτυχισμένο, δεν μπορεί να οριστεί σαν άρνηση, αλλά μόνο σαν πραγμάτωσή της.

Επίσης θέλουμε να σημειώσουμε ότι, η ικανότητα του υποκειμένου να ορίζει και να καθορίζει την προσωπική του ανάπτυξη, όποια είναι αυτή, αποτελεί εκδήλωση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Μια κοινωνίας η οποία δεν απειλείται από αυτή την ικανότητα, αλλά παρέχει την δυνατότητα έκφρασής της. Δηλαδή μιας κοινωνίας η οποία η ίδια προσφέρει το χώρο και το χρόνο στον υποκείμενο για την αυτονόμηση και αυτοπροσδιορισμό του.

Σημειώσεις:

1. Το άρθρο της Έρας Μουλάκη “Χωρίς Παιδιά: δεν έτυχε, δεν ήθελα, δεν μπορούσα” θα το βρείτε στην διεύθυνση:
http://www.eramoulaki.gr/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%AD%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B5-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%B1/

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας:virginie trabaud




Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Η απώλεια της ντροπής




ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Μάρκο Μπελπολίτι «Senza vergogna» (Guanda, 2010).

Η ντροπή δεν υπάρχει πλέον. Αυτό το συναίσθημα που μας υπαγορεύει να νιώθουμε μια ταραχή ή ένα αίσθημα αναξιοπρέπειας μπροστά στις συνέπειες μιας φράσης μας ή μιας ενέργειάς μας, που μας οδηγεί να σκύβουμε το κεφάλι, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου, να είμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι, φαίνεται ότι έχει χαθεί. Σήμερα η ντροπή, αλλά και η δίδυμη αδελφή της η σεμνότητα, δεν αποτελεί πλέον ένα φρένο στο θρίαμβο της επιδειξιομανίας, στην ηδονοβλεψία, τόσο μεταξύ των απλών ανθρώπων όσο και μεταξύ των ηγετικών τάξεων. Η απώλεια αξίας της ντροπής σχετίζεται και με ένα άλλο μοναδικό φαινόμενο: την εξιδανίκευση του κοινότοπου και του ασήμαντου. Το εντυπωσιασμένο βλέμμα των πολλών δεν στρέφεται πλέον προς πρόσωπα ηθικά ή διανοητικά σπουδαία αλλά σε ανθρώπους μέτριους, ανώνυμους, απολύτως όμοιους με τον άνθρωπο του δρόμου ή με τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παράγεται από την τηλεόραση, από ορισμένα προγράμματα με μεγάλη ακροαματικότητα, όπως ο «Μεγάλος Αδελφός». Ο Γκίντερ Αντερς, ο γερμανός φιλόσοφος που μετανάστευσε στην Αμερική κατά τη διάρκεια του ναζισμού, έγραψε ότι θα μας υποκλαπεί δόλια «η εμπειρία και η ικανότητα να παίρνουμε θέση». Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Εξαιτίας της τηλεοπτικής εικόνας έχουμε μπροστά μας έναν πολύ ευρύ ορίζοντα «σε άμεση αισθητή θέα, αλλά μόνον μέσα από τις εικόνες του». Συναντάμε την πραγματικότητα «υπό τη μορφή της φαινομενικότητας και της φαντασίωσης», όχι τον «κόσμο» αλλά «ένα καταναλωτικό αντικείμενο που μας το προμηθεύουν κατ' οίκον».

Ο Αντερς εξηγεί: «Οποιος έχει καταναλώσει μέσα στο καλά θερμαινόμενο δωμάτιό του μιαν έκρηξη ατομικής βόμβας με τη μορφή μιας εικόνας που του την προσφέρουν κατ' οίκον, αυτός ήδη θα συνδέσει όλα όσα θα τύχει να ακούσει για την ατομική βόμβα με αυτό το μικροσκοπικών διαστάσεων οικιακό γεγονός και έτσι θα χάσει την ικανότητα να κατανοήσει το ίδιο πράγμα και να πάρει σωστή θέση απέναντί του». Σε αυτό το χωρίο ο Αντερς εστιάζει σε ένα πρόβλημα που μας αγγίζει άμεσα και που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται και εκδηλώνονται τα συναισθήματά μας, μεταξύ των οποίων και η ντροπή. Η εμπειρία που αποκτάμε είναι εκείνη της έγκρισης που υποκαθιστά τη συναίνεση, δηλαδή του ανεπιφύλακτου ναι, που αποσυνδέεται από κάθε περιεχόμενο. Βρίσκεται σε εξέλιξη μια ασυγκράτητη διαδικασία ομογενοποίησης που βασίζεται στη δημοκρατία της κατανάλωσης, της οποίας η ακροαματικότητα είναι το σύστημα αξιολόγησης αλλά και ο απώτερος σκοπός: θέαμα είναι όλα αυτά που χειροκροτούμε, όσο και αν είναι ακόμα αληθινό ότι δεν είναι όλα θέαμα στον σύγχρονο κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο η ντροπή τείνει να χαθεί, ως ένα συναίσθημα που χαρακτήριζε άλλες εποχές της ανθρωπότητας, στις οποίες η ανάγκη να μας βλέπουν και να βλέπουμε τα πάντα, παντού και πάντοτε, δεν ήταν τόσο σημαντική όσο είναι σήμερα.

Σήμερα η δυνατότητα να βλέπουμε και να μας βλέπουν αναγορεύεται σε απώτερο σκοπό της ύπαρξης των ατόμων. Η ντροπή έχει γίνει ταμπού. Ή καλύτερα έχει μετατραπεί σε ντροπή να μην είμαστε επιτυχημένοι, να μην μας παρατηρούν, να μην μας προσέχουν... η τρομερή ντροπή να είμαστε ο «κανένας», να μην είμαστε αξιοπρόσεκτοι. Ενας ψυχολόγος έγραψε ότι η σύγχρονη ντροπή μας έγκειται στο συναίσθημα της αποτυχίας της επίδειξής μας. Ντρεπόμαστε να ντραπούμε επειδή αυτό συγκεντρώνει την προσοχή όλων στο μοναδικό πράγμα που θέλουμε να κρύψουμε: στην αποτυχία μας. Ο Ζαν Μποντριγιάρ μας είχε προειδοποιήσει μιλώντας για το «τέλειο έγκλημα», που διαιωνίζεται από το θρίαμβο της τηλεόρασης: αν όλα είναι εκτεθειμένα σε θέα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα πλέον για να δούμε. Η ίδια η πραγματικότητα φαίνεται να χάνεται μέσα στην ολική διαφάνεια. Σύμφωνα με την ψυχαναλύτρια Αννα Μαρία Παντόλφι, είναι πιθανό η επιδειξιομανία και η ηδονοβλεψία, που κυριαρχούν ακαταμάχητες, να είναι στην πραγματικότητα η ένδειξη μιας διαδεδομένης έλλειψης ταυτότητας, δηλαδή ενός εύθραυστου και φτωχικού ναρκισσισμού, «σύμφωνα με τον οποίο το να μας βλέπουν και να είμαστε γνωστοί, όποιο και αν είναι το τίμημα που πληρώνουμε γι' αυτό, φαίνεται να είναι το μοναδικό φάρμακο απέναντι στον κίνδυνο να νιώθουμε ότι δεν έχουμε καμιάν αξία».

Σε ό,τι αφορά την ντροπή, δεν είναι πλέον αληθινό, όπως ήταν στο παρελθόν, ότι αυτό το συναίσθημα αποτελεί σε κάθε περίπτωση μιαν αξία. Η ντροπή ήταν αυτό που διέκρινε την ανθρώπινη ύπαρξη από τα ζώα. Η ντροπή της σύγχρονης κοινωνίας είναι, όπως έχει λεχθεί, μια «επιδερμική ντροπή» (Αγκνες Χέλερ) ή, όπως λένε οι ψυχολόγοι, μια «αμοραλιστική ντροπή». Δεν είναι μια αληθινή ντροπή αλλά μια επιφανειακή ντροπή, που συνδέεται ακριβώς με την ηθική της επιτυχίας, με τον πιο βαθύ κομφορμισμό ο οποίος, παρά τα τόσα λόγια που ξοδεύει για να εξυψώσει το άτομο, το τυποποιεί όλο και περισσότερο. Οπως μας εξηγούν οι ψυχολόγοι, η «ηθική ντροπή» προϋποθέτει τη στενή σύνδεση αισθήματος ενοχής και ντροπής. Η αμοραλιστική ντροπή αντίθετα δεν συνδέεται πλέον με κάποιον κανόνα αλλά μόνο με μοντέλα κατανάλωσης, με κοινωνικές ετικέτες, με προσωπική εξουσία ή με την έκβαση του σεξουαλικού ανταγωνισμού για την κατάκτηση μιας γυναίκας ή ενός άνδρα. Η απώλεια της ντροπής. 7

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

πηγή:http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=304803

πίνακας:http://www.laboiteverte.fr/peintures-realistes-de-super-heros-en-bodypainting/

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Η εκπαίδευση στην κρίσιμη δεκαετία 1950-1960



Τα τεράστια οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που άφησε ο Εμφύλιος στο πέρασμά του είχαν, όπως ήταν αναμενόμενο, αντίκτυπο στο χώρο της εκπαίδευσης. Το ποσοστό των αναλφάβητων στη χώρα φτάνει το 1/3 του πληθυσμού, ενώ στην περιφέρεια τα 95 από τα 100 παιδιά μετά την αποφοίτησή τους από τη στοιχειώδη εκπαίδευση, δε συνεχίζουν στη μέση. Αλλά και από τους μαθητές που φοιτούσαν στο δημοτικό το 60% περίπου διέκοπτε από τη Γ΄ ή τη Δ΄ τάξη. 36

Η μόρφωση που παρέχεται είναι εντελώς ελλιπής, καθώς η σχέση δασκάλου-μαθητή στο δημοτικό είναι 1:47 και στη μέση εκπαίδευση 1:37. Εξάλλου, το επίπεδο της εκπαίδευσης δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ποσοστό του Εθνικού εισοδήματος που διατίθεται για την παιδεία είναι μόλις 1,8% ενώ σε άλλες χώρες ξεπερνάει και το 3% (Η.Π.Α. 3,4%, Σουηδία 3,2% ).37

Την ίδια εποχή, που για την παιδεία διατίθενται ελάχιστα ποσά, οι ελληνικές στρατιωτικές δαπάνες απορροφούν το 53% του προϋπολογισμού.38 Το 1951 με τον ΑΝ. 1823/26-3-1951 αναφέρεται ότι η μέση εκπαίδευση αποσκοπεί στη «διάπλασιν χρηστών πολιτών εν τω πλαισίω των ιδεωδών του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού σκοπόν έχει τούτο μεν να παράσχει την αναγκαίαν δια τον βίον γενικήν μόρφωσιν, τούτο δε να προπαρασκευάση επιστημονικώς τους αφιερωμένους να ακολουθήσωσι ανωτέρας ειδικάς σπουδάς».39

Το κυρίαρχο πνεύμα και η ιδεολογία από την οποία διέπεται ο νόμος, κατοχυρώνεται για πρώτη φορά σε συνταγματικό επίπεδο, το 1952. Στο νέο σύνταγμα που εκφράζει το πνεύμα της μετεμφυλιακής περιόδου, επικυρώνονται μέσω των διατάξεων για τα εκπαιδευτικά, οι συντηρητικές τάσεις της εξουσίας. Καθιερώνεται εκ νέου η καθαρεύουσα ως γλώσσα διδασκαλίας στα σχολεία (άρθρο 107) και ορίζεται ο σκοπός της εκπαίδευσης (άρθρο 16), που πρέπει να στηρίζεται «επί των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».40

Η δεκαετία του ‘50 επιβάλλει το πρότυπο του δασκάλου παντογνώστη, απέναντι σ’ ένα μαθητή που οφείλει να αποδέχεται και να αφομοιώνει κάθε γνώση που του παρέχει το σχολείο. Ουσιαστικά, ο δάσκαλος αποτελεί το μέσον με το οποίο θα περάσουν στο σχολείο και κατ’ επέκταση στους μαθητές-αυριανούς πολίτες, ιδέες και αξίες που θα προωθήσουν την υπακοή στις αρχές της παθητικότητας, της εξάρτησης, της θρησκευτικότητας.

Βασική επιδίωξη ήταν η προετοιμασία τους να αποδεχθούν μια τέτοιου είδους κοινωνία και να ζήσουν σ’ αυτή, χωρίς να έχουν την ικανότητα να την αμφισβητήσουν. Η τήρηση όλων των παραπάνω εναπόκειται στον έλεγχο του επιθεωρητή ο οποίος είχε και τον τελευταίο λόγο.41 Ο φόβος για τις συνέπειες της αρνητικής αξιολόγησης έπεφτε ως δαμόκλειος σπάθη στους εκπαιδευτικούς, εφόσον μόνο την περίοδο 1953-1956 είχαμε 1300 απολύσεις εκπαιδευτικών για πολιτικούς λόγους. Αποτέλεσμα ήταν η συμμόρφωση του διδακτικού προσωπικού στις οδηγίες του υπουργείου ως προς «τις εξετάσεις, τα διδακτικά βιβλία, τις μεθοδικές οδηγίες, καθώς και την ίδια τη μορφή της διδακτικής πράξης».42

Όλα όσα αναφέρθηκαν επισφραγίζονται και από το περιεχόμενο των αναγνωστικών της εποχής, που αντικατοπτρίζουν τόσο το σκοπό της εκπαίδευσης αυτής της περιόδου, όσο και το σύνολο των αρχών και αξιών που θέλει το εκπαιδευτικό σύστημα να μεταδώσει. Απόδειξη αποτελεί ότι το περιεχόμενο των αναγνωστικών του δημοτικού σχολείου βασίζεται στο τετράπτυχο Πατρίς- Θρησκεία-Οικογένεια-Εργασία. Σύμφωνα λοιπόν, με τα κείμενα των αναγνωστικών του 1954, η οικογένεια στην πατριαρχική μορφή της αγροτικής κοινωνίας είναι ένας φυσικός και αιώνιος θεσμός.

Επιπλέον διδάσκεται η φυσική ανισότητα των φύλων στα πλαίσια της οικογένειας και εξιδανικεύεται η αυταρχική παιδαγωγική. Προβάλλεται το παιδί- πρότυπο, δηλαδή το παιδί εκείνο που πρόθυμα υποτάσσεται σε διαταγές και ακολουθεί με ακρίβεια τις συμβουλές. Το περιεχόμενο αυτό προετοιμάζει το μαθητή να εξελιχθεί σε ενήλικα υποταγμένο σε κάθε αθέμιτη εξουσία, αρκεί αυτή να είναι ισχυρή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αυταρχική παιδαγωγική στην οικογένεια και το σχολείο προετοιμάζει τον πολίτη των αυταρχικών πολιτικών καθεστώτων.43

Ιδιοτυπία του ελληνικού σχολείου αποτελεί η θρησκευτική διδασκαλία, η οποία θεωρείται αυτονόητη, επειδή στην ελληνική κοινωνία δεν έγινε ο χωρισμός κράτους και Εκκλησίας όπως συνέβη στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα οι αστικές δυνάμεις δεν συγκρούστηκαν ποτέ με την Εκκλησία, αφενός εξαιτίας της Οθωμανικής κατοχής και αφετέρου της οργανωτικής δομής που διέπει την Ορθοδοξία, η οποία είναι λιγότερο μυστικιστική και δογματική από τον καθολικισμό.

Ο ρόλος της θρησκείας στα αναγνωστικά είναι κοινωνικός. Παρεμποδίζει τη σύλληψη της οικονομικής διάστασης του κόσμου και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Καλλιεργεί τη μοιρολατρία, δηλαδή την αποδοχή της κοινωνικής πραγματικότητας με όλα τα αρνητικά στοιχεία. Παρουσιάζει το Θεό αφηρημένα και διαχρονικά, να έχει ιδιαίτερη αγάπη και αδυναμία στους Έλληνες, οποιοσδήποτε κι αν είναι ο αντίπαλός τους. Αυτό πηγάζει από το αξίωμα του δυϊσμού: οι έννοιες ελληνικότητα και χριστιανισμός αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν την πολιτική διάσταση της έννοιας «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός».

Τέλος ενισχύονται δύο κοινωνικά διδάγματα:
α) ο καθένας πρέπει να παραμένει χωρίς μεμψιμοιρία στη θέση που τάχθηκε,
β) η εργασία είναι καθήκον, στοιχείο της ηθικής τάξης του κόσμου.
Ειδικότερα, ακόμα και η εργασία των ανήλικων παιδιών -παρόλο που η ελληνική νομοθεσία την απαγορεύει από το 1912- εξαίρεται μέσα στα κείμενα των αναγνωστικών. Η κοινωνία αποτελείται από άτομα που διακρίνονται από φυσικές ανισότητες. Μερικοί δουλεύουν σκληρά και τίμια για να γίνουν πλούσιοι, ενώ οι φτωχοί είναι θύματα της μοίρας ή άξιοι της τύχης τους. Οι πλούσιοι οφείλουν να είναι ελεήμονες, ενώ οι φτωχοί να είναι τίμιοι, εργατικοί και αξιοπρεπείς. Τα κοινωνικά δεδομένα δεν επιδέχονται αλλαγές και παρεμβάσεις.44

Μέσα από το μάθημα της ιστορίας, η προσπάθεια του ιδεολογικού πειθαναγκασμού είναι τόσο έντονη, ώστε η μετάδοση γνώσεων από τα βιβλία περιφρονείται τελείως. Οι επιθυμητές αρχές και αξίες μεταδίδονται πειστικότερα στα παιδιά παραποιώντας γεγονότα και μεταδίδοντας ψευδείς γνώσεις.45 Αξιοσημείωτο είναι ότι η αυστηρή προσκόλληση στο τρίπτυχο «Πατρίς- Θρησκεία-Οικογένεια» που χαρακτηρίζει τα βιβλία αυτής της δεκαετίας, δεν συναντάται στο περιεχόμενο των αναγνωστικών που είχαν εκδοθεί μετά τη μεταρρύθμιση του 1917.

Η σημαντικότερη αλλαγή αυτής της μεταρρύθμισης ήταν η εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο. Τα αναγνωστικά του μεσοπολέμου περιέχουν μια ρεαλιστική και αντικειμενική περιγραφή του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Δίνουν προτεραιότητα στη γνώση και την αξιοκρατική αποτίμηση των ατόμων. Καλλιεργούν την κοινωνική ευθύνη, την πρωτοβουλία και την υπεράσπιση κάθε ατομικής ελευθερίας. Κυριαρχεί σ’ αυτά η απουσία πολιτικής προπαγάνδας, η απουσία της θεοκρατικής αντίληψης και η λειτουργία της οικογένειας που είναι βασισμένη σε μια αντιαυταρχική αγωγή. 46

Συγκριτικά θα λέγαμε ότι τα αναγνωστικά του μεσοπολέμου είναι σαφώς πιο φιλελεύθερα από αυτά του 1954. Η ελληνική κοινωνία, λοιπόν, αποδεικνύει πως οι ιδέες της όχι μόνο δεν εξελίσσονται αλλά ακολουθούν ανάστροφη πορεία. Τα σχολικά βιβλία του 1954 ψεύδονται ασύστολα, περιγράφουν την πραγματικότητα αποσιωπώντας ό,τι δεν τα βολεύει, καλλιεργούν τη δεισιδαιμονία και την αμάθεια. Καταπολεμούν τον ορθολογισμό και προβάλουν τον αυταρχισμό και την υποταγή. Το σχολείο αντικατοπτρίζει την κοινωνική κρίση. Απομακρύνονται από το εκπαιδευτικό σώμα οι αριστεροί αλλά και οι φορείς των ιδεών μιας φιλελεύθερης αστικής κοινωνίας, ενώ η καθαρεύουσα επανέρχεται ως επίσημη γλώσσα του δημοτικού σχολείου. Το κράτος προσπαθεί να διαμορφώσει με την εκπαιδευτική διαδικασία πολίτες χωρίς γνώση και κρίση, υποταγμένους σε μια εξουσία που δε θα απειλήσουν και δεν θα αμφισβητήσουν ποτέ.47

σημειώσεις:

36 .Κοσπεντάρης, Γ., Η αγροτική οικονομία και η γεωργική εκπαίδευση, στο «Νέα Οικονομία», τ. 7, Αθήνα 1960
37 Μπουζάκης, Σ., Νεοελληνική εκπαίδευση (1821-1985), GUTENBERG, Αθήνα 1996, σσ. 96-97. 38 .Ιμβριώτη, Π., Η αναγέννηση της Παιδείας επιτακτική εθνική ανάγκη, εισήγηση στην Α΄ Πανελλήνια Συνδιάσκεψη της Ε.Δ.Α. το 1926, στο «Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση» εκδ. Ε.Δ.Α., Αθήνα 1966 σ. 79.
39 .Δημαράς, Α., Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τόμος Β΄: 1895-1967, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1973, σ. 221
40 .Δημαράς, Α., Σχολική Εκπαίδευση: Οι νέες μεταρρυθμίσεις, στο Ιστορία του νέου Ελληνισμού 1770- 2000, τόμος 9, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σ. 175.
41 .Καραφύλλης, Α., Νεοελληνική εκπαίδευση: Δυο αιώνες μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, Κριτική, Αθήνα 2002, σ. 126.
42 .Νούτσος, Χ., Προγράμματα Μέσης Εκπαίδευσης και Κοινωνικός Έλεγχος (1931-1973), Θεμέλιο, Αθήνα 1979, σ. 184.
43 .Φραγκουδάκη, Α., Τα αναγνωστικά βιβλία του Δημοτικού σχολείου: Ιδεολογικός πειθαναγκασμός και παιδαγωγική βία, Θεμέλιο, Αθήνα 1979, σσ. 30-44
44 Φραγκουδάκη, Α., ο.π. σσ. 45-92.
45 Φραγκουδάκη, Α., ο.π. σ. 94.
46 Φραγκουδάκη, Α., ο.π. σσ. 139-180.
47 Φραγκουδάκη, Α., ο.π. σσ. 180-195.

Απόσπασμα από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
του
ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τ Ι Τ Λ Ο Σ :
Το περιοδικό «Ελληνοχριστιανική Αγωγή» και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964.

Φωτογραφία:ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΥΠΑΤΗΣ

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Το εξιλαστήριο θύμα σαν προϊόν κοινωνικής ζηλοφθονίας



Ιστορικά

Το εξιλαστήριο θύμα έχει μια ιστορική πορεία. Σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες της εποχές είχε ένα κοινωνικό ρόλο. Λειτουργικά ήταν και είναι ένα μέσο αποφυγής της διάλυσης της ομάδας που ανήκει.

Εξιλαστήριο θύμα μπορεί να είναι το κάθε τι και ο καθένας. Μπορεί να είναι ένα πρόσωπο ένα ζώο, ένα πράγμα, όπως μπορεί να είναι μια ομάδα, ένα κράτος, μια ομάδα κρατών. Μπορεί να είναι μέλος μιας ομάδας, όπως και εχθρός της. Είτε μέλος, είτε εχθρός η παρουσία του έχει την .ίδια λειτουργικότητα.

Από την εποχή του Αβραάμ μέχρι σήμερα το εξιλαστήριο θύμα αποτελούσε και αποτελεί το στοιχείο, πάνω στο οποίο θα προβάλλουμε την ενοχή της αποτυχίας μας, το αίτιο της δυστυχίας και της κακομοιριάς μας.

Ήταν και είναι εδώ για να αποτρέψει το χειρότερο, για να γίνει η “δικαιολογία” του τι δεν έγινε, του γιατί, κάτι δεν πήγε καλά. Ήταν και είναι το βασικό στοιχείο ενός κοινωνικού μηχανισμού αποτροπής, αποφυγής, αλλο-εστίασης και επαναπροσδιορισμού της δυσαρέσκειας σε προσωπικό, οικογενειακό, είτε κοινωνικό επίπεδο.

Το εξιλαστήριο θύμα απομακρύνει την ευθύνη μας, αποδίδοντας την σε αυτό. Το ορίζουμε σαν πηγή της δυσαρέσκεια μας. Ο στιγματισμός του είναι ο προσδιορισμός της αμαρτίας έξω, μακριά από εμάς. Η παρουσία του απαντά σε μια ανάγκη σωτηρίας μας καθώς και σωτηρίας της ομάδας που ανήκουμε.

Είναι το υποκείμενο, ή αντικείμενο που θα “θυσιαστεί” με πολλούς τρόπους και μέσα από την “θυσία” του θα εξαγνίσει τα αμαρτήματά μας και θα επαναπροσδιορίσει την αριστεία μας. Ήταν και είναι ένα δοχείο αποδοχής της ατομικής και ομαδικής βίας, της αποστροφής, της απόρριψης, από την οικογενειακή, επαγγελματική, κοινωνική και πολιτική ομάδα. Ήταν και είναι το κοινωνικό διέξοδο της βίας.

Ο βαθμός της βίας που στρέφεται ενάντια στο εξιλαστήριο θύμα έχει σχέση με το ποσοστό της βίας που υπάρχει στη κοινωνία. Όσο η βια μεγαλώνει ανάμεσα στα μέλη της λόγω κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, τόσο μεγαλώνει και η ανάγκη εξεύρεσης του εξιλαστήριου θύματος. Εάν δεν βρεθεί τότε κινδυνεύει συνοχή της.

Με την παρουσία του λοιπόν βοηθάει στην κοινωνική ανανέωση της ελπίδας, εφόσον αυτό επωμίζεται όλο το βάρος της μέχρι τώρα αποτυχίας της. Χωρίς το εξιλαστήριο θύμα δεν ξέρουμε αν η κοινωνία θα μπορούσε να διατηρήσει την συγκρότησή της. Άρα είναι εδώ για να βοηθήσει την συνέχεια της κοινωνικής ομάδας που ανήκει, ή δεν ανήκει. Είναι ένα βασικό συστατικό της.

Το κάθε εξιλαστήριο θύμα κατασκευάζεται, μορφοποιείται ανάλογα την κουλτούρα και τις δοξασίες της κοινωνίας που τυγχάνει να είναι προϊόν της. Κουβαλιέται, σέρνεται, ή μερικές φορές έρχεται μόνο του και προετοιμάζεται να επωμισθεί την κοινωνική ευθύνη για τα κακώς κείμενα.

Καθημερινά

Σε καθημερινό επίπεδο είναι ένα πρόσωπο που είναι “κοντά” μας. Μας μοιάζει τόσο πολύ που μπορεί να είμαστε εμείς στην θέση του. Μπορεί να είναι ένα μέλος της οικογένειά μας, ένα πρόσωπο του φιλικού μας περιβάλλοντος, της πολιτικής ομάδας που ανήκουμε, ή κάποιος ξένος που όμως μα πυροδοτεί συναισθήματα απέχθειας και αποτροπιασμού.

Ο κοντινός “άλλος” γίνεται το εξιλαστήριο θύμα για τις δυσαρέσκειες της ζωής μας. Είναι εκείνος που θα βοηθήσει να μην δούμε την προσωπική μας κατάσταση και θα επωμισθεί τα βάρη της ανευθυνότητας, της αναποφασιστικότητας και της κατάντιας που οδηγούμε τον εαυτό μας.

Επίσης βοηθάει το θυμό μας, να κυλίσει ανεμπόδιστα σαν μια φυσιολογική κατάσταση που τίποτα δεν μαρτυρά τη νοσηρότητα του. Έτσι απελευθερώνει την συσσωρευμένη βία μας και δικαιολογεί την έκφρασή της.

Ο στιγματισμός του μας τοποθετεί στην θέση του κριτή. Η “αμαρτία” του μειώνει την δική μας ενοχή, την δική μας ευθύνη. Συγχρόνως... μας μεταβάλλει σε φύλακες της ηθικής, σε αγγέλους της κρίσης και της καταδίκης του. Ο στιγματισμός του μας εξαγνίζει.

Τον Καταδικάζουμε για αμαρτήματα που και εμείς θα κομίζαμε αν ήμασταν στην θέση του. Τον κυνηγάμε γιατί τόλμησε να κάνει αυτό που εμείς δεν τολμούσαμε. Το ζηλεύουμε για το θάρρος που ποτέ δεν είχαμε. Για το ρίσκο που πήρε και ποτέ εμείς δεν πήραμε.

Σε αυτή την περίπτωση χωρίς να το αντιληφθούμε δεν στρεφόμαστε εναντία στην πράξη του, αλλά ενάντια στην θέση που κατέχει. Στρεφόμαστε εναντίον του για την θέση και κοινωνική κατάσταση που έχει και που εμείς δεν καταφέραμε να εξασφαλίσουμε στον εαυτό μας. . Με λίγα λόγια τον κατηγορούμε και τον καταγγέλλουμε για τι δεν ήμαστε στην θέση του.
Σε καθημερινό επίπεδο λοιπόν, έχω την εντύπωση ότι, το εξιλαστήριο θύμα είναι ένα προϊόν κοινωνικής ζηλοφθονίας.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: David Jon Kassan

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Facebook: Ο αυταρχισμός “του προοδευτικού λόγου”



Προφορικός και γραπτός λόγος

Ο λόγος πάντα εξέφραζε και εκφράζει με την μορφή και το περιεχόμενό του, την κοινωνική και την πολιτική θέση του υποκειμένου που τον εκφέρει. “Είμαστε αυτό που λέμε”, λέει ένας φιλόσοφος. Αυτό που λέμε έχει σχέση επίσης με τον τρόπο που το λέμε.

Για να πούμε κάτι έχουμε τον προφορικό και τον γραπτό λόγο. Στον προφορικό λόγο το ύφος, ο τόνος της φωνής, οι γκριμάτσες, ή οι κινήσεις που τον συνοδεύουν, καθορίζουν το περιεχόμενο και διαμορφώνουν την μορφή επικοινωνίας με τον “άλλον”. Τα μεταγλωσσικά στοιχεία του προφορικού λόγου μπορούν να δώσουν πληροφορίες στον δέκτη του ξέχωρα από το περιεχόμενό του. Μερικές φορές οι πληροφορίες αυτές είναι αντίθετες με το περιεχόμενο και σε αυτή την περίπτωση έχουμε να αντιμετωπίσουμε το “διπλό μήνυμα”1 σαν στοιχείο δυσλειτουργίας της επικοινωνίας με τους άλλους.

Ο γραπτός λόγος έχει και ο αυτός την ικανότητα να μεταφέρει μέσα του την ζωντάνια, την ένταση, ακόμα και την αίσθηση της κίνησης αυτού που γράφει. Η δύναμη της παρουσίας του δεν υστερεί σε τίποτα από τον προφορικό. Έτσι με τον ίδιο τρόπο που ο προφορικός λόγος μπορεί να μεταφέρει την ένταση ή την ηρεμία, και ο γραπτός μπορεί να δημιουργήσει ένταση, αγωνία, φόβο. Μπορεί να είναι βίαιος, απορριπτικός, απόλυτος, όπως να είναι δημοκρατικός, ανοικτός, αποδεκτικός. Ο γραπτός λόγος μπορεί να πυροδοτήσει τον αναγνώστη και να του δημιουργήσει μια ευχάριστη ή δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση.

Τον χωρίζουμε σε τέσσερις κατηγορίες, στον αφηγηματικό, περιγραφικό, πραγματολογικό, στον επιχειρηματολογικό όπως μπορεί να είναι αυτό το κείμενο. Οι αναρτήσεις στο Facebook μπορούν να αντιπροσωπεύουν όλες τις παραπάνω κατηγορίες. Επίσης σύμφωνα με τους ερευνητές2 έχουμε τόσο στο προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο, τον διάλογο και τον μονόλογο. Προφορικό και γραπτό μονόλογο και διάλογο. Επειδή όμως στο Facebook το μήνυμα είναι πάντα γραπτό, σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με το γραπτό μονόλογο και διάλογο.

Μονόλογος, ή διάλογος

Ένα πρώτο το ερώτημα που μπορεί να τεθεί σύμφωνα με την παραπάνω προσέγγιση, είναι αν οι αναρτήσεις στο Facebook αποτελούν μια προσπάθεια για διάλογο ή είναι απόπειρες ενός μονολόγου;

Μπορούμε να πούμε ότι η ανάρτηση παρουσιάζει ένα μονόλογο, μια σκέψη του υποκειμένου ενώ τα σχόλια παρουσιάζουν την απόπειρα του διαλόγου. Ο διάλογος δικαιολογεί την παρουσία του στα σχόλια αλλά και στα “laik” που μαζεύει η ανάρτηση σαν ένα είδος αποδοχής. Περισσότερο όμως τα σχόλια εκφράζουν το διάλογο μέσα από τις περαιτέρω επεξηγήσεις, θέσεις, αντιθέσεις, οι οποίες συγκροτούν μια διαλεκτική διαδικασία σε σχέση με την αρχική ανάρτηση. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι η ανάρτηση είναι ένας μονόλογος ο οποίος προκαλεί ένα διάλογο.

Βέβαια σύμφωνα με τον Μπαχτίν3, δεν υπάρχει μονόλογος αλλά μόνο διάλογος. Αυτό που παρουσιάζεται σαν μονόλογος δεν είναι παρά το αποτέλεσμα ενός εσωτερικού διαλόγου. Αυτός ο διάλογος εκφράζει την εσωτερίκευση της σχέσης με τον άλλον και κατασκευάζει το “διαλογικό εαυτό”, θεωρία η οποία στηρίχτηκε πάνω στον Μιχαήλ Μπαχτίν και ερεύνησε και καθιέρωσε ο Χέρμανς Χούμπερτ4 Άρα κάθε φορά που μιλάμε για ένα μονόλογο, μιλάμε στην ουσία για ένα διάλογο!

Λόγος και ιδεολογική τοποθέτηση

Κάθε πολιτική επιχειρηματολογία είναι μια στρατηγική μηχανή ευπιστίας του άλλου. Η απολυταρχικότητα και ο δογματισμός καταστούν το λόγο στην κοινωνία αυταρχικό, παρ' όλο που δεν φαίνεται σαν τέτοιος. Ο αυταρχικός λόγος έχει σχέση με την συντήρηση. Την συντήρηση της κοινωνίας σε αυτό που είναι και όχι σε αυτό που μπορεί να γίνει.

Η συντηρητική ιδεολογία πάντα αναφέρεται στο παρελθόν, στα όσια και ιερά των προγόνων, στους φόβους οποιασδήποτε κοινωνικής αλλαγής που θα αμφισβητήσει το κατεστημένο. Σε σχέση με το υποκείμενο σαν πολίτη, η συντήρηση θέλει άτομα φοβισμένα, υποταγμένα σε μια αναγκαστική καθημερινότητα, η επανάληψη της οποίας καθιστά αδύνατη την αμφισβήτηση της κυριαρχία της. Αντίθετα η προοδευτική ιδεολογία εκφράζει πάντα την ανάγκη της αλλαγής, την αναζήτηση του καινούργιου, την αμφισβήτηση του εξαναγκασμού με τέτοιο τρόπο ώστε ο πολίτης να ελέγχει την καθημερινότητα του και όχι να ελέγχεται από αυτή.

Η αυταρχικότητας του λόγου λοιπόν ακολουθεί την αυταρχικότητα της κοινωνίας που ανήκει. Με την βοήθεια του θεάματος και της διαφήμισης, ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την απολυταρχικότητα του. Δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το οικοδόμημα μια κλειστής κοινωνίας η οποία κατασκευάζεται γύρω του. Με τον ίδιο τρόπο και οι πολιτικοί, οι οποίοι συμμετέχουν στην κοινωνία του θεάματος, χρησιμοποιούν το λόγο σαν ανοικτή προοπτική για τον καθένα χωρίς να φανερώνουν τα πραγματικά αυταρχικά και συντηρητικά τους κίνητρα. Τόσο οι πολιτικοί, όσο και η βιομηχανία του θεάματος μοιάζουν με τους ιερωμένους οποιασδήποτε θρησκείας οι οποίοι παρουσιάζονται ανοικτοί και συζητήσιμοι για όλα, αλλά τελικά μένουν αμετακίνητοι στο δόγμα τους.

Οι αναρτήσεις στο Facebook προβάλουν τις ιδεολογικές τοποθετήσεις αυταρχικού ή διαλλακτικού τύπου, οι οποίες εκφράζουν προοδευτικότητα ή συντηρητισμό της κοινωνίας που περιγράψαμε πάρα πάνω, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η αυταρχικότητα, ή η διαλλακτικότητα του υποκειμένου εκφράζεται επίσης μέσα από το τρόπο εκφοράς του λόγου του. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί και το συναίσθημα που προκαλούν στον αναγνώστη - ξέχωρα από την πολιτική τους τοποθέτηση – εκφράζουν τον “συντηρητισμό” ή την “προοδευτικότητα” του.

Δηλαδή η έννοια του συντηρητικού ή προοδευτικού δεν έχει σχέση μόνο με την ιδεολογία που εκφράζει το υποκείμενο, αλλά και με την συμπεριφορά του και τον τρόπο που τη προβάλλει, δηλαδή μιλά, γράφει, επικοινωνεί με τον άλλον και το συναίσθημα που προκαλεί σε αυτόν. Το συναίσθημα λοιπόν δεν έχει να κάνει μόνο με την διαφορά της ιδεολογίας , αλλά με την μορφή της εκφοράς του λόγου.

Η εκφορά του λόγου λοιπόν δεν υπόκειται μόνο σε κοινωνικά πρότυπα, αλλά όπως βλέπουμε επηρεάζεται περισσότερο από την προσωπικότητα του υποκειμένου. Η διαλεκτικότητα λοιπόν, ή απολυταρχικότητα του δεν είναι μόνο στοιχείο του λόγου, αλλά και του προσώπου που τον εκφέρει. Δηλαδή χαρακτηριστικό της “προσωπικότητας” του.

Το αποτέλεσμα της κάθε ανάρτησης, εξαρτάται από το συναίσθημα που πυροδοτεί στον αναγνώστη και τον εσωτερικό διάλογο που προκαλεί μέσα του. Επηρεάζεται από την ιδεολογία, αλλά και την προσωπικότητα του άλλου. Αν σε αυτό τον διάλογο κυριαρχεί το συναισθήματα της χαράς, της ευχαρίστησης, μέσα από την επικοινωνία, την κατανόηση, την ανταλλαγή και τη σύνθεση των απόψεων, έχουμε να κάνουμε με ένα λόγο ανοιχτό, “προοδευτικό”. Εάν συναντάμε την έλλειψη αποδοχής του λόγου, την επιθετικότητα, τον αποκλεισμό, την διαπόμπευση και την κοροϊδία τότε τα συναισθήματα που επικρατούν είναι αυτά της λύπης, του φόβου, του μίσους, δηλαδή έχουμε να κάνουμε με ένα λόγο απολυταρχικό, κλειστό, και βίαιο. Ένα λόγο “συντηρητικό”. Ανάλογα λοιπόν με τα συναισθήματα που προκαλούν οι αναρτήσεις, μπορούμε να κατατάξουμε το γραπτό πολιτικό λόγο του άλλου στο Facebook, σε “αυταρχικό” ή “διαλλακτικό” σε “προοδευτικό” ή “συντηρητικό”.


“Αυταρχικός” ή “προοδευτικός” λόγος

Τους “συντηρητικούς” τους γνωρίζουμε και έχουμε μάθει τον αυταρχισμό του λόγου τους από τη μια άκρη της ιδεολογίας τους, τη κεντροδεξιά μέχρι την άλλη, αυτή, της άκρας δεξιάς. Εκείνος ο λόγος που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι αυτός των “προοδευτικών”. Δηλαδή μας ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις με πολιτικό περιεχόμενο που προβάλλονται από “προοδευτικούς” πολίτες. Αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους “αριστερούς”.

Δυστυχώς μετά από μια αυτοσχέδια έρευνα και εμπειρία από προφίλ “προοδευτικών” πολιτών, οι οποίοι τοποθετούν τον εαυτό τους στην "αριστερά” και μάλιστα όχι αυτή του Συνασπισμού, την οποία δεν θεωρούν καν αριστερά, αλλά πιο αριστερά, αυτό που παρατηρούμε, είτε στις αναρτήσεις, του Facebook είτε στους διαλόγους που τις ακολουθούν, μας κάνει να υποθέσουμε ότι η αυταρχικότητα και η μονοδιάστατη αντίληψη της πραγματικότητας διαφεντεύουν και στους “αριστερούς”. Η απολυταρχικότητα του λόγου, φέρνει το λόγο των “αριστερών” κοντά στο λόγο των “δεξιών” Η αυταρχικότητα τους ενώνει.

Έτσι μπορούμε να τους κατατάξουμε σε σχέση με τις διαδικασίες, ασχέτως αν το περιεχόμενο της ιδεολογίας τους είναι διαφορετικό, στην ίδια κατηγορία. Αυτή της αυταρχικότητας που προκαλεί την συντήρηση. Μπορούμε να τους κατατάξουμε στην κατηγορία των απόλυτων, αποφαντικών, επίμονων, αμετάπειστων, επιθετικών, και το σπουδαιότερο αμυντικών υποκειμένων.
Δηλαδή τους βρίσκουμε πάντα σε μια συνεχή άμυνα απέναντι στους άλλους με σκοπό για να περάσουν το δικό τους και να μην περάσει η γνώμη του άλλου. Υποστηρίζουν, χρησιμοποιώντας την βία του λόγου, την δική τους θέση, η οποία σε τελική ανάλυση, δεν είναι δικιά τους, αλλά του δόγματος που υπηρετούν και στο οποίο ανήκουν.

Το συναίσθημα που πηγάζει λοιπόν από το γραπτό λόγο αυτών των αναρτήσεων, δεν έχει να κάνει με την διαφορά της ιδεολογίας την οποία αντιπροσωπεύει το άτομο, αλλά με την μορφή εκφοράς του λόγου τους. Έτσι “προοδευτικοί” και “συντηρητικοί”, συναντιούνται στην αυταρχικότητα της εκφοράς του λόγου και όχι μόνο.

Το πιο άσχημη διαπίστωση είναι ότι μερικοί τύποι “προοδευτικής” κόπιας, μέσα στο Facebook, χωρίς να το καταλαβαίνουν, αντιπροσωπεύουν με το λόγο τους, την πιο άσχημη εκδοχή του “προοδευτικού” Έλληνα. Δηλαδή στενόμυαλοι οργισμένοι, υβριστές, κοντόφθαλμοι, φωνακλάδες, οργίλοι και απόλυτοι. Χωρίς υπόβαθρο, χωρίς πολιτικό λόγο, χωρίς επιχειρήματα, με μια πρωτοφανή βία επειδή έτσι γουστάρουν.

Ο λόγος τους κουβαλά την βία, οι λέξεις εκφράζουν το μίσος, τον αποτροπιασμό, τον αποκλεισμό, την υποτίμηση, την κατηγοριοποίηση, το κάθε είδους ρατσισμό. Επικαλούνται την επίπληξη, την τιμωρία και τον αφανισμό αυτού που δεν συμφωνεί με τα λεγόμενά τους, με την πραγματικότητα που αυτοί αντιλαμβάνονται και όλα αυτά στο όνομα της “προοδευτικής” πρότασης που έχουν για την κοινωνία !!

Για αυτούς, αντίπαλος είναι όποιος δεν συμφωνεί. Όποιος δεν συμφωνεί πρέπει να απομονωθεί, να πετροβοληθεί, να συρθεί και να διαπομπευτεί χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισής του, χωρίς καν το δημοκρατικό δικαίωμά του να υπερασπιστεί την θέση του. Για αυτούς τους τύπους δεν υπάρχει άλλη γνώμη, παρά μόνο η δική τους. Δεν είναι παρά μια άλλη εκδοχή της νοοτροπίας του φασιστικής βίας τυλιγμένη σε προοδευτικό μανδύα.

Το συμπέρασμά μας λοιπόν είναι ότι “προοδευτικοί” και “συντηρητικοί”, στο Facebook, εκδηλώνουν στις αναρτήσεις τους την ίδια αυταρχικότητα της εκφοράς του λόγου. Η απολυταρχικότητα του λόγου, όχι μόνο τους ενώνει, αλλά εκφράζει και μια ίδια απολυταρχικότητα στην ζωή τους.

Τους φαντάζομαι με τα παιδιά τους, ή με τις γυναίκες τους, ή τους άντρες τους να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο με τον οποίον συμπεριφέρονται εδώ μέσα, χωρίς να υπολογίζουν κανένα, παρά μόνο τον εαυτούλη τους. Και αυτός ο καημένος στην συντήρηση, μένει κρυμμένος πίσω από μια διάτρητη ιδεολογία που παγώνει την ψυχή του αντί να του τη ζεσταίνει.

Σημειώσεις

1.http://kerentzis.blogspot.gr/2014/10/blog-post_29.html
2.(Τannen 1982· (Finegan &)· Besnier 1989 · Renkema 1993)
3.Μιχαήλ Μπαχτίν Φιλόσοφος
4.Χέρμανς Χούμπερτ: http://huberthermans.com/

Κερεντζής Λάμπρος

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Όταν κάποιος παίρνει το μονοπάτι του εαυτού του... αφήνει και τους άλλους να πάρουν το δικό τους μονοπάτι.



Οικογενειακές υποθέσεις μπροστά σε αδιέξοδα, απέναντι στο πηχτό μείγμα μιας σκληρής ατομικής καθημερινότητας. Η φαντασία γεμίζει με ανάπηρες απαντήσεις, που δεν καταφέρνουν να στίσουν τις σκαλωσιές πάνω σε ένα πάτωμα γεμάτο από τα θραύσματα πληγωμένων εαυτών.

Θραύσματα πληγωμένων υπάρξεων που ανασαίνουν μόνο μέσα από τις πληγές τους. Που ενώνονται μέσα από αυτές. Κρατιούνται γερά προσπαθώντας να τις γιάνουν με το αλάτι των δακρύων.

Δάκρυα που γέρασε η υγρασία τους και στέγνωσε στα μάγουλα των γενεών οι οποίες παίρνουν θέση για την επόμενη δεκαετία. Μάτια που κλαίνε όχι για αυτά που βίωσαν τα ίδια, αλλά για αυτά που βίωσαν οι άλλοι, οι δικοί τους άνθρωποι.
Οικογενειακές υποθέσεις τραυματισμένης αξιοπρέπειας και αιμόφυρτου σεβασμού οδηγούν στην ταπείνωση και την ανυπαρξία γονέων και παιδιών. Αγκαλιασμένοι ορμούν στο χάος που δημιουργούν ανεξέλεγκτες συνθήκες μια πραγματικότητας που δεν ελέγχουν, ενώ πασχίζουν να ελέγξουν ο ένας τον άλλον.

Διαχρονικοί καθρέφτες διαθλούν την εικόνα τους σε ενότητες οι οποίες φαίνονται χωρίς σύνδεση. Αυτό που τους ενώνει είναι ο ανείπωτος πόνος του χωρισμού. Της μοναχικότητας που ενεδρεύει την ζωή τους. Που ενώ την ψάχνουν δεν καταλαβαίνουν ότι είναι χωμένοι μέσα της. Της μοναχικότητας που νιώθουν ενώ, είναι αγκαλιασμένοι σφιχτά, δεμένοι με υποσχέσεις και λόγια που τυλίγουν το μυαλό και προσφέρουν νόημα σε κάθε κίνηση, κάθε ενέργεια της ζωής τους.

Το αποτυχημένο διάκοσμο αυτής της ενότητας το κρύβουν στις ξεχειλωμένες τσέπες στο στήθος τους! Το μεταφέρουν μέσα στο χρόνο σαν το στοιχείο που κρατά την ευτυχία της φυλακής τους πολύ βαθιά μέσα τους. Όταν προσπαθούν να το βγουν από αυτή, νιώθουν ότι σκίζονται τα σωθικά τους, ότι θα φύγει όλο το αίμα από τις φλέβες τους. Ότι θα θρηνήσουν θύματα και θα είναι αυτοί οι αίτιοι μικρών οικογενειακών εγκλημάτων. Ανάμεσα στο θύμα και στο θύτη διαλέγουν την σιγουριά του θύματος.

Σκιές φωτίζουν τα σκοτεινά σημεία των αναζητήσεων. Σκιές από το παρελθόν που δρασκελίζουν το παρόν για να βρεθούνε στο μέλλον. Η συνάντηση μαζί τους φέρνει την χαρά του πόνου και την σιγουριά θυσίας. Τη ικανοποίηση της συντροφικότητας και της ανυπαρξίας.

Χαλασμένες μηχανές οικογενειακών συνευρέσεων μουγκρίζουν στην ανηφόρα ενός σύμπαντος που δεν ανήκει σε κανένα, αλλά το διεκδικούν όλα τα μέλη του. Διεκδικούν, μέσα από την οικογενειακή καθήλωση, την ανείπωτη ευχαρίστηση μια μικρής προσωπικής προσδοκίας που ο καθένας τους κρατά κρυφά μέσα στην βάλτο της σιωπής του. Την διεκδικούν από μια πραγματικότητα που αιωρείται κρεμασμένη στις άκρες της μικρής οικογενειακής ιδιοκτησίας τους, που και αυτή δεν είναι σίγουροι ότι είναι δικιά τους. Με αυτή την σιγουριά γεμίζουν τις ξεχειλωμένες τσέπες τους στήθους!

Ο σεβασμός της θυσίας διεκδικεί τα πρωτεία από την θρασύτητα της υποκειμενικότητας. Από την ατομική, προσωπική σκέψη στο οικογενειακό διάκοσμο μιας ευτυχίας απομακρυσμένης, η οποία υπάρχει σαν στόχος που ποτέ δεν πραγματοποιείται για κανένα από τα μέλη της. Η ασέβεια απέναντί στο διαχρονικό νόημα των δεσμευμένων υπάρξεων θα είναι η αποδέσμευση τους.
Η αποδέσμευση απειλεί την οργανωμένη ενότητα του πόνου των οικογενειακών υποθέσεων. Το υποκείμενο φαντάζει σαν εγκληματίας που έρχεται να πάρει εκδίκηση για όσα δεν ειπώθηκαν, για όσα δεν ομολογήθηκαν.

Οι λέξεις συνωστίζονται μέσα στο μυαλό. Ζητάν το δικαίωμα να βγουν, να σκιαγραφήσουν την κατάσταση του υποκειμένου. Οι λέξεις περιγράφουν το δικό του βίωμα. Το βίωμα της θυσίας που εκλαμβάνεται σαν ενέργεια του θύτη. Οι λέξεις φαντάζουν σαν ικρίωμα που ακουμπάει η οικογενειακή ενότητα.

Με αυτές τις σκέψεις, το σφίξιμο μέσα του, μεγαλώνει. Ο πανικός απλώνεται παντού. Θέλει να γυρίσει πίσω. Θέλει να χωθεί στην αγκαλιά που έθρεψε τον πόνο του τόσα χρόνια. Να της δείξει ότι είναι πιστός σε ότι έχει διδαχτεί μέσα σε αυτή...
Δεν πρέπει να κάνει πίσω. Δεν πρέπει να προδώσει αυτό που αισθάνεται, αυτό που “βλέπει”. Οι λέξεις είναι δικές τους, είναι γέννημα και θρέμμα μιας πραγματικότητας φυλακισμένης στο χαρωπό διάκοσμο των οικογενειακών υποθέσεων. Είναι κομμάτι της πραγματικότητας των οικογενειακών υποθέσεων. Υποθέσεων οι οποίες αναπαράγουν την ισχύ τους συνοδευόμενες από το πηχτό μείγμα μιας σκληρής καθημερινότητας.

Όσο το υποκείμενο ”μιλά”, όσο οι καταστάσεις παίρνουν μορφή και συγκεκριμενοποιούνται μέσα από το λόγο του, τόσο απελευθερώνει τον εαυτό του από το οικογενειακό αγκάλιασμα του πόνου. Και δεν ελευθερώνεται μόνο αυτό!

Όχι, όχι!! Δεν απελευθερώνεται μόνο αυτό, διότι η ελευθερία ποτέ δεν είναι μια ατομική υπόθεση. Με την δική του ελευθερία, αποδεσμεύει και τους άλλους από αυτόν. Διότι δεν είναι μόνο η αγκαλιά των άλλων αποπνιχτική, αλλά και η δική του. Έτσι δίνοντας το δικαίωμα στον εαυτό του να απομακρυνθεί από τον πόνο της δέσμευσης, παρέχει και στους άλλους αυτό το δικαίωμα...

Δεν είναι είναι λοιπόν ο θύτης που καταδικάζει τους άλλους στην προδοσία, αλλά ούτε και το θύμα που δέχεται την θυσία, είναι ο ελευθερωτής που αποδεσμεύει πρώτα τους άλλους από τα δικά του δεσμά και μετά αποδεσμεύεται από αυτούς.


Όταν κάποιος παίρνει το μονοπάτι του εαυτού του, αφήνει και τους άλλους να πάρουν το δικό τους μονοπάτι.

Κερεντζής Λάμπρος

Φωτογραφία από την ταινία
“Paris Willouby”

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης


Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε από την κυρία Ειρήνη Γεωργίου στο facebook και επειδή το θεωρώ εξαιρετικό και αποκαλυπτικό για τις οικογενειακές σχέσεις, με την άδειά της, το παραθέτω εδώ με τίτλο “το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης”
και την ευχαριστώ


.
Η μαμά διαγνώστηκε με καρκίνο πριν δυο χρόνια.

Από όλη αυτήν την επώδυνη διαδικασία που μπήκαμε οικογενειακώς, θα θυμάμαι πάντα την πεισματική άρνησή της να υποβληθεί στη χημειοθεραπεία που της συνιστούσαν οι γιατροί.

Στην αρχή νόμιζα ότι φοβάται, ότι έχει παραιτηθεί και προσπαθούσα να την πείσω. Ύστερα μου είπε την αλήθεια: δεν ήθελε να έρθει αντιμέτωπη με την εικόνα του εαυτού της να καταρρέει σωματικά, να χάνει τα μαλλιά της, να σέρνεται. Θύμωσα πάρα πολύ. Νάρκισσο την ανέβαζα, ανεύθυνη την κατέβαζα. Δε με ένοιαζε τίποτα, ήθελα μόνο να ζήσει.

Εκείνη πάλι, ήθελε μόνο να διατηρήσει ανέπαφη την αξιοπρέπειά της, την εικόνα του εαυτού της, την ακεραιότητα του σώματός της. Ήθελε να έχει τον έλεγχο πάνω στο τέλος, λες και αυτό επηρέαζε την αναπαράσταση που είχε μέσα της για όλη της τη ζωή. Τώρα μετανιώνω που δεν της συμπαραστάθηκα σ΄αυτό, που δεν την κατάλαβα, που δεν είχα περισσότερη ενσυναίσθηση, που έκρινα από τη δική μου οπτική - γιατί εγώ θα έκανα τα πάντα για να ζήσω, αλλά εγώ έχω τα μισά της χρόνια και δύο ανήλικα παιδιά, που ήμουν εγωίστρια απέναντί της.

Τελικά έψαξε και βρήκε τον γιατρό που θα συμφωνούσε μαζί της και συνεργάστηκαν μια χαρά.
Σήμερα είναι καλά.

Σήμερα μπορώ να την καταλάβω κι εγώ καλύτερα, σήμερα που είναι μακριά η απειλή και ο πανικός, μπορώ να καταλάβω πόσο δύσκολο είναι για τους ασθενείς να πρέπει να διαχειριστούν τον τρόμο της ασθένειας, και επιπλέον να πρέπει να υπερασπίζονται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματός τους απέναντι στους ειδήμονες επιστήμονες, και απέναντι στους εγωιστές συγγενείς που σκέφτονται ότι δεν μπορούν να αντέξουν να τους χάσουν και γι αυτό θεωρούν ότι πρέπει να τους υποβάλουν σε κάθε μαρτύριο.

Σήμερα είναι παγκόσμια μέρα κατά του καρκίνου. Είναι ένα δώρο μια τέτοια ημέρα, γιατί ο καθένας μπορεί να αφήσει την εμπειρία του, το μάθημά του, τη μικρή του σοφία, ως δώρο προς τους άλλους. Να το δικό μου: ακούστε τους ανθρώπους που είναι άρρωστοι, ξέρουν καλύτερα, έχουν προτεραιότητα, η αρρώστια είναι κάτι που συμβαίνει σε αυτούς, δεν είναι κάτι που κάνουν σε σας.

Μαμά σ΄ ευχαριστώ και σ΄ αγαπώ.

Eirini Georgiou

πηγή: https://www.facebook.com/eirini.georgiou.5815/posts/10158218330180051?pnref=story

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Τα Γενέθλια ή οι Κρυφές φωνούλες του χρόνου


Κατ΄ αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους αυτούς που μου ευχήθηκαν για τα γενέθλιά μου, αλλά και αυτούς που δεν το έκαναν και θα ήθελα να τους πω ότι:

Τα γενέθλια είναι μια ημερομηνία που στοιχειώνει την ζωή μας και μας ακολουθεί διαπερνώντας τις διαθέσεις μας. Μια ημερομηνία που δεν ξεχνιέται και αν θέλουμε να την ξεχάσουμε... δεν την ξεχνάνε οι άλλοι. Η παρουσία ή η απουσία της δηλώνει την ύπαρξη, ή την ανυπαρξία μας.

Μια ημερομηνία ανεξέλεγκτη, που η μόνη της κίνηση είναι η ακινησία. Έτσι στέκεται σαν ένα ακινητοποιημένο ορόσημο που αποκτά κίνηση μόνο μέσα από την δική μας κίνηση απομάκρυνσης από αυτή. Απομακρύνεται μέσα στην ακινησία σκεπασμένη από τα ιστορικά συμβάντα, αλλά πάντα είναι δυνατή να τα διαπερνά και να κρατάει την βασική της υπενθύμιση, ότι η ύπαρξή μας ξεκίνησε από εκείνη, διαπερνώντας μας με διαφορετικά συναισθήματα. Από την πρώτη στιγμή γίνεται παρελθόν και ζει μέσα σε αυτό. Απομακρύνεται με μια απάθεια που μας πληγώνει. Κάποτε αν προσπαθούσαμε με μανία να απομακρυνθούμε εμείς από αυτή. Τώρα με πίκρα την βλέπουμε να απομακρύνεται αυτή από εμάς.

Κάποτε η απομάκρυνσή αυτή σήμαινε μεγάλωμα, ωριμότητα, ανεξαρτησία. Τώρα σημαίνει εκτός όλων αυτών, πλησίασμα προς το τέλος. Το τέλος μιας πορείας που κατασκευάστηκε και κατασκευάζεται ακόμα. Απομακρύνεται με βήματα που αφήνουν τα χνάρια των διαφορετικών περιόδων ηλικίας όπως της παιδικότητας, της εφηβείας, της ωριμότητας, των γηρατειών στους δρόμους της πόλης.

Βήματα που συναντιόνται και συνομιλούν μέσα στο χρόνο, με μια συνομιλία που ποτέ δεν εμφανίζεται στο συνειδητό με τον τρόπο που κυριαρχεί στο ασυνείδητο. Κρυφές φωνές του χρόνου, κρυφές κραυγές της απομάκρυνσης, που στην αρχή ήταν κραυγές θριάμβου, μαζεύονται και απλώνονται στη απόσταση που δημιουργείται όλο και μεγαλύτερη κάθε φορά. Ατελείωτα βήματα διασκορπισμένα στο χρόνο της απομάκρυνσης, σε ένα περίπατο που μας απομακρύνει συνεχώς από την ημερομηνία γέννησης.

Περίπατος καταγράφεται στην μνήμη. Στο διάβα του επιπλέουν στην επιφάνεια των πραγμάτων τα απόμακρα συμβάντα, οι καταστάσεις, οι εικόνες σαν φωτογραφίες που προβάλλονται στους τοίχους των σπιτιών, στην επιφάνεια των δρόμων. Και αν στο χρόνο που τότε που λάμβαναν χώρα, δεν είχαν αποκτήσει σημασία για εμάς, τώρα μας ακολουθούν δείχνοντας μας, ότι αυτό που έχει σημασία, δεν το ορίζουμε εμείς, αλλά... η απομάκρυνση από αυτή το ορίζει. Η απομάκρυσή νοηματοδοτεί τις καταστάσεις. Μέσα από αυτή καταλαμβάνουν την θέση τους από μόνα τους στο ιστορικό πάνθεον των γενεθλίων, σαν στοιχεία μια ταυτότητας που κτίστηκε σιγά, σιγά μέσα από αυτά τα απλά, αλλά τόσο σημαντικά γεγονότα.

Επίσης πίσω από αυτή, όσο και χαρούμενη και αν φαίνεται, κρύβει και καταστάσεις που πολλές φορές, ποτέ δεν έρχονται στην επιφάνεια των πραγμάτων. Που μένουν υπόγεια να λειτουργούν και να επηρεάζουν την έκβασή τους. Γίνεται ένα ορόσημο που η επιστροφή σε αυτό, άλλες φορές δίνει δύναμη, ελπίδα και άλλες απογοήτευση. Πολλές φορές οι ημερομηνίες γέννησης κρατάνε κρυφά τα στρωσίδια του μωρού. Βουτηγμένα στην αγωνία και την αναταραχή που έφερε η παρουσία του. Έτσι η γιορτή γινόταν και γίνεται τραγωδία. Συνωστίζονταν και θα συνωστίζονται σε αυτή την ημερομηνία. Έτσι ποτέ δεν ήταν μόνο χαρούμενο. Εμπεριείχε πάντα όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου μιας ζωής στριμωγμένης στους εξαναγκασμούς και τα πρέπει, μιας ζωής που ζητούσε την απελευθέρωση και την ανεξαρτησία.

Άρα η ημερομηνία γέννησης σαν ορόσημο είναι από την μια αυτό της εξάρτησης και της ανελευθερίας, της αδυναμίας και της απώλειας, αλλά και από την άλλη, της δύναμης, του κέρδους και της δημιουργίας. Από αυτή ξεκινάει το προσωπικό μας αφήγημα, ένα αφήγημα που μπορούν στην αρχή της ζωής μας, να το διηγούνται οι άλλοι για εμάς, αλλά στην συνέχεια, την διήγηση αυτή χρειάζεται να την κάνουμε εμείς στους άλλους.

Το ποιος μιλάει, ποιος αφηγείται και ποιος ακούει, έχει σχέση με την ημερομηνία γέννησης σαν το ορόσημο της ανάπτυξή μας και της κυριαρχίας μας πάνω στην ζωή, σαν δική μας ζωή και όχι σαν ζωή των άλλων. Με τον ίδιο τρόπο που στην παιδική ηλικία μαθαίνουμε το όνομα των πραγμάτων και των καταστάσεων που μας αφορούν, στην ενήλικη περίοδο φτιάχνουμε το αφήγημα της ζωής μας απλώνοντας το στην απόσταση από την ημερομηνία γέννησης. Το απλώνουμε με βήματα που αν στην αρχή της ζωής είναι πληγωμένα από γεγονότα που δεν ελέγχουμε, εντούτοις στην πορεία αποκτούν την περηφάνια του ελέγχου και την αξιοπρέπεια που απορρέει από αυτόν, και με αυτή την αξιοπρέπεια φτάνουμε στο τέλος.

Και πάλι ευχαριστώ για τις ευχές σας

Κερεντζής Λάμπρος

πινακας:Louis TRESERRAS,

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Ο φόβος του φασισμού ή ο φασισμός του φόβου.




Ο φόβος

Ο φόβος είναι το πιο παλιό συναίσθημα στον άνθρωπο. Θεωρείται φυσιολογικό ανάλογα με το βαθμό παρουσίας του. Τόσο η απουσία φόβου, όσο και η παρουσία του σαν πανικός ξεπερνά τα φυσιολογικά όρια. Βέβαια εξαρτάται και από τα ερεθίσματα που τον προκαλούν. Μια ερμηνεία λέει ότι ο φόβος αποτελεί το σύνολο των φαινομένων οργανικών και ψυχολογικών που ακολουθούν την συνειδητοποίησης ύπαρξης ενός κινδύνου.

Ο φόβος εμφανίζεται όταν μια απειλή πλανιέται. Κάθε απειλή που αισθάνεται το υποκείμενο είναι ικανή να δημιουργήσει το αίσθημα του φόβου. Διακατέχεται από ανασφάλεια και τα συμπτώματα που μπορούν να εκδηλωθούν είναι ψυχολογικής και οργανικής φύσης. Μία απειλητική κατάσταση είναι πραγματική, όταν θέτει σε κίνδυνο την περιουσία, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την υγεία και τέλος την ίδια την ζωή του υποκειμένου. Μπορεί να είναι άμεση, και έμμεση. Άμεση με την κατευθείαν άσκηση βίας στο υποκείμενο( ξυλοδαρμός), έμμεση με τον φόβο ότι θα του ασκηθεί βία.

Με οποιαδήποτε μορφή του ο φόβος έχει σχέση με τον “άλλον”. Έχει σχέση με τις προθέσεις του “άλλου”. Έχει σχέση με την αδυναμία του υποκειμένου να απαντήσει στις απαιτήσεις που οι άλλοι θέτουν. Όπως γονείς, φίλοι, συνάδελφοι, και γενικά πρόσωπα που βρίσκονται στο πεδίο συναναστροφής του. Ο φόβος του άλλου μπορεί να πάρει δυο μορφές. Είτε σαν φόβος ότι ο άλλος είναι “πάνω” από το υποκείμενο και μπορεί να τον εξαναγκάσει σε συμπεριφορές που δεν θέλει ασκώντας βία, είτε ότι είναι “ κατώτερος” από αυτόν, δηλαδή διαφορετικός, ξένος. Δηλαδή κάποιος που με την παρουσία του απειλεί την καλή κοινωνική του κατάσταση.

Και στην μια περίπτωση, και στην άλλη, η απειλή έχει σχέση με την αίσθηση της αμφιβολίας του υποκειμένου για την συμπεριφορά του “άλλου”. Έχει σχέση με το φόβο ότι ο “άλλος” δεν θα σεβαστεί την παρουσία του, αλλά ούτε και τους κοινωνικούς κανόνες (όρους) σύμφωνα με τους οποίους λειτουργεί η σχέση τους. Άρα ο φόβος δεν έχει σχέση μόνο με την ισχύ του άλλου, αλλά και με την έλλειψή της. Έχει σχέση περισσότερο με την διαχείρισή της ισχύος του “άλλου” εκτός των κοινωνικών δεδομένων (συμβολαίου) συμπεριφοράς και αντιπαράθεσης. Δηλαδή με την αχρειότητα, και την αθλιότητα του.

Η πολιτική

Στην πολιτική ο φόβος ήταν και είναι ένα εργαλείο πολύ χρήσιμο για την επικράτησή της. Από αρχαιοτάτων χρόνων ο φόβος και η απειλή, αποτέλεσαν τα εργαλεία της επιβολής της. Σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο βρισκόμαστε μπροστά στην γενική αναβίωση του φόβου. Οι κοινωνικές ομάδες αισθανόμενες την ανασφάλεια να διατρέχει την σπονδυλική τους στήλη, συμμαζεύονται, οχυρώνονται πίσω από ψευδή επιχειρήματα ενάντια στον “άλλον”, διαμορφώνοντας μια αμυντική συμπεριφορά η οποία οδηγεί στο κλείσιμο, τον περιορισμό, την υποψία και τελικά στην ανελευθερία. Φασιστικές οργανώσεις ξεπετάγονται και διεκδικούν τον περιορισμό του “άλλου” του διαφορετικού, του ξένου, θεωρώντας τον υπαίτιο της κατάστασης που βιώνουν, του φόβου που εξαπλώνεται με μεγάλη ταχύτητα από την μια άκρη του πλανήτη στην άλλη.

Η προστασία από τον φόβο επικαλείται την δυνατότητα να ασκήσουμε πραγματική βία ενάντια στην υποτιθέμενη. Έτσι όλοι και όλα οργανώνονται γύρω από την απειλή της βίας που ενεδρεύει ανά πάσα στιγμή να διαλύσει την κοινωνική και οικογενειακή ευτυχία μιας κοινωνίας που διαμορφώνει την παρουσία της ασκώντας η ίδια την βια που χρειάζεται για να μπορεί να λειτουργήσει. Ανάμεσα λοιπόν στην “εσωτερική” βίας της κοινωνίας που εκφράζεται με διαφορετικές μορφές και την “εξωτερική” βία που ονομάζεται “τρομοκρατία” η σχέση τους είναι συμπληρωματική. Δηλαδή η βία του “τρομοκράτη”, του ξένου, του διαφορετικού έρχεται να καλύψει την καθημερινή βία ενός απάνθρωπου συστήματος το οποίο οδηγεί τον πολίτη στην υποταγή και την αποδοχή των συνθηκών που καθορίζει η κερδοσκοπία. Όχι μόνο την καλύπτει αλλά κάνει τον πολίτη να την υπερασπιστεί!

Ο φασισμός λοιπόν, αυτό το εγκληματικό μόρφωμα που αναδύεται μέσα από την ιστορία και κουνά τα βρωμερά μέλη του με διάφορες μορφές ενάντια στον αδύνατο, τον ξένο τον διαφορετικό. Έχει καταφέρει να σπείρει τον φόβο και την βία στο πληθυσμό της μικρής μας χώρας, αλλά και στο παγκόσμιο στερέωμα, επικαλούμενο την υποτιθέμενη βία του “άλλου”. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι όπως παλιά, έτσι και σήμερα μαζί με την οικονομική καταπίεση έχουμε και την φασιστική παρουσία ανεξέλεγκτων υποκειμένων τα οποία βρίσκουν χώρο και χρόνο να σπείρουν το μίσος και την βία σε λαούς.

Η κατάσταση αυτή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά, αλλά είναι το επίτευγμα μια σιγανής και σίγουρης επαναφοράς της κοινωνίας στους δρόμους της απολυτότητας και του φασισμού μέσα από την ματαίωση και την απελπισία, (εσωτερική βία) που έχει οδηγηθεί από το πολιτικοί-οικονομικό σύστημα. Τα μηνύματα του φασισμού και του μίσους βρίσκουν αντίκρισμα, βρίσκουν έφορο έδαφος σε λαούς όπου η έλλειψη ικανοποίησης, ασφάλειας, και μέλλοντος μεγαλουργούν.

Η διαστροφικότητα του πολιτικό-οικονομικού συστήματος.

Συμβαίνουν πολλά και διαφορετικά φαινόμενα τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ατομικό επίπεδο έτσι ώστε η ψυχολογία να συναντά την κοινωνιολογία και να δημιουργούν αυτό το αμάλγαμα μιας κοινωνίας που ποντάρει την ευτυχία της πάνω στο φόβο και την τρομοκράτηση. Ενός φόβου που προσφέρει την δυνατότητα στην φασιστική νοοτροπία να καμουφλάρει τη πραγματική πηγή της βίας και να ιδιοποιείται το ρόλο του σωτήρα με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραβιάζει την ελευθερία του πολίτη ακόμα περισσότερο, επικαλούμενη την προστασία του.

Ο φόβος διαπερνά το σώμα του πληθυσμού με κοινωνικές αναπαραστάσεις, από την μια, της μιζέριας και της αδυναμίας του να αντεπεξέλθει στις κοινωνικές ανισότητες που κατασκευάζει το πολιτικοί-οικονομικό σύστημα, (εσωτερική βία) και από την άλλη της “τρομοκρατίας”, που όπως είπαμε απειλεί την ηρεμία και την τάξη της ζωής του, (εξωτερική βία). Έτσι ο πληθυσμός μια χώρας, από την μια έχει μάθει να φοβάται την ανεργία και την ανέχεια, και από την άλλη , ψάχνει την αιτία και την βρίσκει – με την βοήθεια τής βιομηχανία του θεάματος – όχι όμως στις συνθήκες μιας λεηλατημένης καθημερινότητας, αλλά στη παρουσία του “άλλου” του διαφορετικού. Και σε αυτό το σημείο βρίσκεται η διαστροφικότητα του πολιτικό-οικονομικού συστήματος.

Από έρευνες που έχουν διεξαχθεί βλέπουμε ότι ο πληθυσμός ο οποίος, πιο εύκολα υιοθετεί φασιστικές τακτικές ενάντια στον ξένο, το μετανάστη, τον κατατρεγμένο, είναι αυτός του χαμηλού μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. ( Billet και De Witte 1995). Δηλαδή το υποκείμενο σαν πολίτης, μαθαίνει να ψάχνει τα αιτία της δυστυχίας και τα βρίσκει, “καθοδηγούμενο”... στον ξένο, τον μετανάστη, τον αδύναμο, στον διαφορετικό, στο διπλανό. Σε πρόσωπα τα οποία ανήκουν σε μια υποβαθμισμένη ομάδα του πληθυσμού, της οποίας και αυτός αποτελεί μέρος, σύμφωνα με ορισμένα χαρακτηριστικά. Πράγμα που σημαίνει ότι το υποκείμενο βιώνει τον αποκλεισμό και την απόρριψη, όπως ο ξένος, ο μετανάστης, ο διαφορετικός κ.λ.π., αλλά υπό άλλες συνθήκες. Σε τελική ανάλυση το υποκείμενο βρίσκεται στην ίδια αδυναμία ικανοποίησης και απόλαυσης με αυτόν που στοχοποιεί. Τιμωρώντας αυτόν που του μοιάζει είναι σαν να τιμωρεί τον ίδιο του τον εαυτό.

Υιοθετώντας λοιπόν την στάση των καταπιεστών του, τιμωρεί ή θέλει να τιμωρήσει τον ξένο, τον μετανάστη, διότι τον θεωρεί ανάξιο, κατώτερο, διαφορετικό από τα πρότυπα με τα οποία έχει γαλουχηθεί κοινωνικά και τα οποία ούτε και αυτός δεν έχει μπορέσει να τα φτάσει. Διότι και ίδιος βιώνει την διαφορετικότητα και νιώθει αποκλεισμένος από την κοινωνική συμμετοχή λόγω της οικονομικής και κοινωνικής του κατάστασης. Η παρουσία κατώτερου από αυτόν, τον κάνει να νιώθει ανώτερος. Του προσφέρει την εντύπωση ότι η παρουσία του ξένου τον κάνει ίσο με αυτούς που αισθανόταν διαφορετικός. Ανώτερος όμως δεν θα νιώσει με το να συνδράμει την δυστυχία του “άλλου”, αλλά μόνο αν ασκήσει βία απέναντί του, όπως και ο ίδιος έχει βιώσει αυτή την βία καθημερινά στο πετσί του.

Η διαστροφικότητα του πολιτικοοικονομικού συστήματος εμπεριέχεται στην καθημερινότητα της ματαίωσης και της ανηδονίας και εκφράζεται με την βία και το μίσος στον διπλανό. Σε αυτή την περίπτωση ο φόβος όχι μόνο καταφέρνει και κρύβει την πηγή του, αλλά υποδεικνύει τον αίτιο, στο πρόσωπο του ξένου, του διαφορετικού. Με λίγα λόγια κατασκευάζει τον “εχθρό”. Δημιουργεί θύματα τα οποία είναι αθώα, στρέφοντας την προσοχή , σε υποκείμενα τα οποία υπόκεινται στις ίδιες κοινωνικές συνθήκες με τους θύτες τους. Έτσι από την μια κατασκευάζονται τα θύματα και από την άλλη οι θύτες.

Η διχόνοια

Εκτός όμως από τον φόβο που υιοθετείται το πολιτικό-οικονομικό σύστημα υιοθετεί και τη διχόνοια κάτι που αποτελεί το προπύργιο του φασισμού. Δηλαδή την στροφή μιας ομάδας πολιτών ενάντια στην άλλη και την εύρεση δικαιολογίας αυτής της τάσης. Η διχόνοια εμπεριέχει την ματαίωση και τον φόβο που προκαλείτο πολιτικό-οικονομικό σύστημα, μια ματαίωση και ένα φόβο που δεν αποδίδεται στην δική του δυσλειτουργία, αλλά έχει την ικανότητα μέσω της βιομηχανίας του θεάματος να την αποδίδει και να στοχοποιεί κάποιον “άλλον” σαν αιτία της κατάστασης. Μέσω αυτής της στοχοποίησης καταφέρνει να δημιουργεί τον διαχωρισμό. Διαχωρίζει τους ανθρώπους ανάμεσα σε καλούς και κακούς, ανάμεσα σε θύματα και θύτες.
Η διχόνοια κατασκευάζεται ευκολότερα με την εμφύτευση της βίας του διαχωρισμού. Με την κατεύθυνση του φόβου στον αδύναμο και το διαφορετικό που εποφθαλμιά την “ευτυχία” του υποκειμένου. Με την στροφή του ενός ενάντια στον άλλον. Του πλούσιου ενάντια στο φτωχό, τον εργαζόμενου ενάντια στον άνεργο, το κακό, ενάντια στο καλό, τους πατριώτες ενάντια στους ανθέλληνες. Δηλαδή με την στροφή μιας ομάδας πολιτών ενάντια στην άλλη και την εύρεση δικαιολογίας αυτής της τάσης.

Μέσα από αυτή την λειτουργία άτομα, ομάδες ατόμων, ολόκληρα κράτη, στοχοποιούνται για την διαφορετικότητα τους. Θεωρούνται αίτιες για τις προβληματικές καταστάσεις που κατασκευάζει το ίδιο το πολιτικό-οικονομικό σύστημα και αντιμετωπίζονται σαν εχθροί. Ο διαχωρισμός επίσης, ορίζει ένα σύστημα αξιολόγησης, το οποίο εγκαθιδρύεται από το πολίτικο-οικονομικό σύστημα, που αναγάγει τον εαυτό του από αιτία των προβλημάτων σε σωτήρα των καταστάσεων που δημιουργεί .

Η διχόνοια λοιπόν είναι η εχθρότητα που κατασκευάζεται και οδηγεί στην ματαίωση του υποκειμένου, η οποία μετατρέπεται σε βια και φόβο ενάντια στο διπλανό του. Κατηγοριοποίηση, ο διχασμός και το μίσος για την ύπαρξη του “άλλου” γίνεται πεδίο λαμπρό για επιχειρήσεις κάθαρσης και απονομής δικαιοσύνης, διαμεσολαβώντας ανάμεσα στους ανθρώπους και τις ομάδες τους Με αυτό τον τρόπο η διχόνοια αποτελεί ένα όπλο του πολιτικού -οικονομικού συστήματος με στόχο την επιβίωση του. Με στόχο την ανάδειξή του σε διαμεσολαβητή που θα φέρει την κοινωνική ειρήνη και συμφιλίωση ενώ δημιουργεί την εχθρότητα και το διαχωρισμό.

Η Ομοιογένεια

Ο φόβος αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της εγκαθίδρυσης ενός πολιτικού-οικονομικού συστήματος το οποίο θεωρεί τον πολίτη μέσο για την επικύρωση της ισχύος του. Αυτό πετυχαίνεται μόνο μέσα από την ομαδοποίηση και τον περιορισμό της διαφορετικότητας σαν κάτι απειλητικό. Μέσα από την ομογένεια.

Η ομοιογένεια εξασφαλίζει την αποφυγή της ανομίας. Δημιουργεί την αίσθηση του “ανήκω”, την ομαδοποίηση η οποία, έως ένα βαθμό προσδίδει μια σιγουριά στο υποκείμενο ταυτιζόμενο με την δύναμη της μάζας ενάντια στον αδύνατο, τον διαφορετικό. Η ομογένεια όμως δεν είναι κάτι σταθερό. Δεν την διέπει μια σταθερότητα, όπως λέει ο Μπατάιγ, αλλά χρειάζεται πάντα ο ανακαθορισμός της ενάντια σε στοιχεία τα οποία εναντιώνονται σε αυτή.

Σε κοινωνικό επίπεδο η κρατική παρέμβαση ασφαλίζει, από την μια την ισχύ και από την άλλη την προσαρμογή του κοινωνικού σώματος σε μια ομοιογένεια ενάντια στην ανομοιογένεια. Δυστυχώς το πολίτικο-οικονομικό σύστημα με τον τρόπο που αναπτύσσεται οδηγεί στην αδράνεια και την ανεργία πολλές ομάδες του πληθυσμού. Έρχεται από μόνο του να διαταράξει την ομογένεια δημιουργώντας μια ανομοιογένεια η οποία το απειλεί. Όπως πάλι μα λέει ο Μπατάιγ “ πλησιάζουμε μορφές τοξικές και επικίνδυνες για την κοινωνική συνοχή στο βαθμό που μια σπουδαία σε αριθμό κοινωνική ομάδα από ομοιογενή άτομα παύουν να αποκομίζουν κάποιο κέρδος από την μορφή της ομοιογένειας που υπάρχει1

Ο φασισμός δεν είναι παρά μια μορφή ανομοιογένειας στην κοινωνία στο βαθμό που σαν στοιχείο επεμβαίνει διαβρωτικά διακηρύσσοντας... την ομογένεια. Δηλαδή αντιτίθεται σε αυτό που κατά την γνώμη του έρχεται να διαταράξει την ομοιογένεια του πληθυσμού. Αυτό που προτείνει είναι ο αποκλεισμός μια μορφής κοινωνικής ομοιογένειας η οποία στηρίζεται στην αποδοχής κοινών συνισταμένων συνεύρεσης των ατόμων που δεν έχουν σχέση με την προέλευση, αλλά με την πρόθεση της συμβίωσης και της συνύπαρξης κάτω από την αποδοχή κοινών αξιών. Σε αυτή την περίπτωση η ομοιογένεια δεν στηρίζεται στο χρώμα του δέρματος, ή στην καταγωγή, αλλά στην κοινή αξία η οποία απορρέει από την επιθυμία συνύπαρξης, από την ανάγκη συνεργασίας και σεβασμού, στοιχεία τα οποία ενυπάρχουν από την αρχή της ανθρωπότητας και πάνω στα οποία στηρίχτηκε η ανάπτυξη και η συνοχής της κοινωνίας. Η κοινωνική συνοχή λοιπόν δεν ψάχνει να εδραίωση της παρουσία της, πάνω στην διαφορετικότητα του άλλου, δηλαδή σε αυτό που τον κάνει διαφορετικό, αλλά σε αυτό που τον κάνει όμοιο. Άρα στην ομοιογένεια.

Ο φασισμός, από την δική του μεριά, σαν στοιχείο ανομοιογένειας της κοινωνίας έρχεται να διακηρύξει μια ομοιογένεια βασισμένη στον αποκλεισμό και στην θυσία των στοιχείων που εκείνος θεωρεί ότι διαταράσσουν την ομοιογένεια της. Διακηρύσσει τον φόβο του διαφορετικού, κρύβοντας τον φόβου του ομοίου. Έτσι επιτρέπει όχι μόνο τον περιορισμό του διαφορετικού και την απομόνωσή του σαν στοιχείο μιαρό, ανομοιογενή και με το οποίο δεν πρέπει να ερχόμαστε σε επαφή, αλλά επιτρέπει και την εκμετάλλευση του. Παραδείγματος χάριν, μπορεί να κατηγορεί την φυλετική διαφορά σαν στοιχείο υποβιβασμού και κατωτερότητας του “άλλου”, αλλά δεν τον εμποδίζει να την χρησιμοποιεί με διαφορετικούς τρόπους για προσωπικό του κέρδος. Έτσι τα εγκληματικά μορφώματα του φασισμού υιοθετούν τον φόβο και το φόβο ιδιοποιούνται και πάνω σε αυτόν κατασκευάζουν την ισχύ τους και υποστηρίζουν τα οικονομικά συμφέροντά τους.

Ο υποκειμενικός φόβος

Ο φόβος, κάτω από την επίδρασή του, κάνει τους ανθρώπους λίγο πολύ να μην σκέπτονται. Να μην μπορούν να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα παρά μόνο λαμβάνοντας υπ' όψιν εκείνα τα στοιχεία που είναι φοβικά και επικεντρώνοντας την προσοχή τους μόνο σε αυτά. Έτσι ο φόβος προετοιμάζει την εξουσία του φασισμού, μέσα τους.

Πάρα πάνω μιλήσαμε ότι οι κοινωνίες έχουν “εσωτερικούς” φόβους όπως η ανεργία, η φτώχεια ο κοινωνικός αποκλεισμός, όπως έχουν και “εξωτερικούς” φόβους από την παρουσία των ξένων, των διαφορετικών, των αλλοθρήσκων. Με τον ίδιο τρόπο και το υποκείμενο έχεις τους “εσωτερικούς” του φόβους, αυτούς που έχουν να κάνουν με την προσωπική ιστορία της ανάπτυξή του, καθώς και τους “εξωτερικούς” φόβους αυτούς που συναντά στην καθημερινότητα του.

Σε αυτό το σημείο δεν θα ακολουθήσουμε την ψυχαναλυτική ερμηνεία του φόβου σαν κάτι εσωτερικό το οποίο κινείται σαν κομμάτι του ασυνειδήτου, που απειλεί την τάξη του υποκειμένου, όπως αναφέραμε πάρα πάνω. Εδώ θα σταθούμε στον φόβο σαν κατασκευή. Σαν μια κατασκευή που έχει σχέση με την περίοδο της αδυναμίας και της ανεπάρκειας που πέρασε το υποκείμενο όταν ήταν παιδί και έχει επίσης σχέση με την στάση των “άλλων”, οι οποίοι χωρίς να σκεφτούν τις επιπτώσεις, το απειλούσαν και το φόβιζαν όταν δεν υποτασσόταν στις επιθυμίες τους. Έχει με λίγα λόγια σχέση με τις διαδικασίες της “υποταγής”, που με τόση χαρά μερικές φορές οι οικογένειες εφαρμόζουν για το καλό των παιδιών τους.

Η καλλιέργεια το φόβου, η οποία παλιά αποτελούσε ένα μέσο διαπαιδαγώγησης, αποτελεί και το εσωτερικό στοιχείο που ενεδρεύει μέσα στο υποκείμενο και το κάνει να “γυρίσει” πίσω, να παλινδρομήσει, όπως θα έλεγε ο Φρόιντ, από την παρουσία κάποιου, ο οποίος απειλεί, συμπεριφέρεται βίαια και θεωρείται ανεξέλεγκτος. Η παρουσία μιας εξωτερικής απειλή διεγείρει τους φόβους που έχει βιώσει το υποκείμενο σαν παιδί, κάνοντας το να νιώθει ανυπεράσπιστο, ενώ δεν είναι. Ο παραλογισμός της βίας, το οδηγεί μπροστά σε κάτι άγνωστο και απειλητικό το οποίο έχει σχέση με τα πιο άσχημα βιώματά του. Ο φόβος λοιπόν εκτός από “εξωτερικός”, υπάρχει και σαν “εσωτερικός”. Η κατασκευή του λοιπόν όταν συμβαίνει “εξωτερικά” συμβαίνει και “εσωτερικά”.

Η “εσωτερίκευση” είναι ένας μηχανισμός αμύνης του εγώ, όπως μας λέει ο Φρόιντ, που βοηθά το άτομο στην αντιμετώπιση μιας πραγματικότητας και στην κοινωνικοποίηση του. Δυστυχώς το υποκείμενο δεν μπορεί να “ξέρει” τι “εσωτερικεύει” και πως. Αυτό θα το καταλάβει αργότερα είτε μέσα από την διαδικασία της ψυχοθεραπείας, είτε από άλλες μορφές συνειδητοποίησης. Άρα η “εσωτερίκευση” λειτουργεί ασυνείδητα και με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και ο φόβος. Η παρουσία του φόβου στην μορφή του φασίστα, πυροδοτεί τον “εσωτερικό” φόβο, αυτό που κατασκευάστηκε είτε στην οικογένεια, είτε στο σχολείο, έτσι ώστε η παρουσία του να παίρνει διαστάσεις μέσα μας, που αυτός δεν μπορεί να τις αντιληφθεί.

Με αυτό δεν θέλω να πω ότι στην πραγματικότητα φασισμός δεν είναι επικίνδυνος και δεν πρέπει να προστατευτούμε. Και επικίνδυνος είναι και να προστατευτούμε χρειάζεται, αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι η δύναμή του ενισχύεται όταν η παρουσία του μας οδηγεί στο σκοτεινό δωμάτιο των φόβων που κουβαλάμε προσωπικά και οι οποίοι δεν έχουν να κάνουν με την παρουσία του φασίστα, παρά μόνο σαν το έναυσμα τους.

Αυτό που κατά την γνώμη μου πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι η κατασκευή του φόβου μπορεί να έχει ένα αποτρεπτικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα, αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό. Μπορεί να επηρεάσει και να καθορίσει την ανάπτυξη και εξέλιξη του υποκειμένου με πολλούς τρόπους. Ένας είναι αυτός του φασισμού, είτε με την μορφή της αποφυγής του και υποταγής σε αυτόν, είτε με την υιοθέτησή του.

Ο φόβος λοιπόν αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα ακουμπήσει ο φασισμός και αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε.

σημειώσεις
1.G. Bataille, La Structure psychologique du fascisme, 

Κερεντζής Λάμπρος