Η Χαμένη τιμή της σάρκας




Η Χαμένη τιμή της σάρκας κυλάει πάνω στην πλατφόρμα του εμπορείου με δόντια που έχουν χαθεί εδώ και χρόνια, με δάκτυλα που τρέμουν μπροστά στην βιτρίνα με τα κουστούμια με το σάλιο να συνωστίζεται στην πληγωμένη στοματική κοιλότητα και να μην ξέρει που να πάει. Είμαι εκεί με την ψυχή στο στόμα . Είμαι μπροστά στους κάμπους της πόλης που βρωμάνε τα χνώτα της καθώς καταστρεμένα κορμιά με τρύπια χέρια κινούνται για να κάνουν αέρα στους έμπορους του σφαγείου που κανείς δεν βλέπει και κανείς δεν λογαριάζει. Αυτοί ανεβασμένοι στα ψιλά σε διαμερίσματα διευθυντικών προδιαγραφών κρεμάνε ταμπέλες υπερήφανοι με το όνομα τους και για το σφαγείο που αντιπροσωπεύουν. Έμποροι ξοφλημένων ιδεολογιών, έμποροι ελπίδων που πατάνε, που πατάνε πάνω στα πτώματα του μεσημεριού, στα πτώματα του μεροκάματου, γι΄ αυτό βρωμάει τόσο ακριβή σόλα τους και βγάζουν τα παπούτσια μόλις μπαίνουν στο γραφείο τους και βάζουν άλλα με καθαρές σόλες
Απλώνω το μυαλό μου για να τα χωρέσει όλα αυτά, αλλά όσο και αν έχει γεράσει δεν μπορεί να τα περιβάλει μέσα στα λογικά του όρια γι΄ αυτό έχει ξεχειλώσει και αυτό, έχει γίνει λάστιχο σαν την ζωή , που δεν ξέρει από που έρχεται και που πηγαίνει. Και δεν είμαι κάποιος τυχαίος, λέω στον εαυτό μου. Όχι είμαι στηριγμένος σε μια καλή σπονδυλική στήλη που κρατάει καλά τις μάζες της σφιχτά επάνω της φοβισμένη την χαλάρωση των γηρατειών, Αλλά αυτό που γέρασε είναι το βλέμμα μου. Αυτό έχει γίνει διακοσίων ετών που βλέπει παντού την σκοτεινιά στο βλέμμα των μικρών παιδιών. Που βλέπει την χαμένη τιμή της σάρκας να σέρνεται μέσα σε σανατόρια εργασίας με διακυμάνσεις διαθέσεων, με χαμόγελα από στόματα χωρίς δόντια. Και που είναι η αγάπη; η αγάπη για αυτή την σάρκα που που χλόμιασε, που κιτρίνισε και κρέμεται από το στύλο του πεζοδρομίου χωρίς να μπορεί να ακουμπήσει σε κανένα. Κανείς δεν περνάει από μπροστά της όλοι έχουν περάσει από μέσα της, όλοι έχουν από τότε που ήταν τρυφερή και απαλή, από τότε που τύλιγε ένα νέο οργανισμό, καινούργιο και λαμπερό που κατρακυλούσε στου βρώμικους δρόμους της πόλης και βρώμισε και αυτή.
Όχι, όχι δεν την προστάτευσε κανείς η νόμιζε πως την προστάτευσε, αλλά χωρίς να καταλαβαίνει ασελγούσε επάνω της, Πατεράδες δεν της δίνανε μεγάλη σημασία, μανάδες την κλείνανε στο κρεβάτι τους, την χάιδευαν και την παραχάιδευαν έτσι που την έκαναν να χάσει την λαμπρότητα της. ,Οι δάσκαλοι την φτύνανε και στρατηγοί χάραξαν στις φλέβες την υπερηφάνεια της πατρίδας Την έσταξαν με σύριγγες ξεχαρβαλωμένου εθνικισμού και να την τώρα κυλάει πάνω στην πλατφόρμα του εμπορείου με δόντια που έχουν χαθεί εδώ και χρόνια, με δάκτυλα που τρέμουν μπροστά στην βιτρίνα με τα κουστούμια με το σάλιο να συνωστίζεται στην πληγωμένη στοματική κοιλότητα και να μην ξέρει που να πάει παρά μόνο για την επόμενη Δόση.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου