Ο Άντλερ, και η ατομική ψυχολογία


Άλφρεντ Άντλερ (Adler Alfred, 1870-1937) – η ατομική ψυχολογία: το αίσθημα
κατωτερότητας, η έμφυτη τάση για τελειότητα, η σειρά των γεννήσεων
.


Ο Άλφρεντ Άντλερ, αυστριακός εβραϊκής καταγωγής γεννήθηκε στη Βιέννη το 1870 και ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως ιατρός παθολόγος προτού στραφεί στην ψυχιατρική επιστήμη. Συνάδελφος και όχι μαθητής του Φρόιντ όπως συχνά εσφαλμένα αναφέρεται, επηρεάστηκε από τις απόψεις του πατέρα της ψυχανάλυσης, προτού διατυπώσει τις δικές τουαπόψεις


Ο ακρογωνιαίος λίθος της θεωρίας του Άντλερ έγκειται στο ότι αυτόπου χαρακτηρίζει το άτομο είναι η έμφυτη κοινωνικότητά του. Αυτό σημαίνειότι σε αντίθεση με τον Φρόιντ, πρώτος ο Άντλερ τονίζει τις κοινωνικές παραμέτρους της προσωπικότητας.


Τα άτομα κατά τη θεωρία του έχουν την ικανότητα να χαράζουν τη δική τους πορεία στη ζωή να υπερνικούν τα αρχέγονα ένστικτα και ένα ανεξέλεγκτο περιβάλλον, καθώς αναζητούν τηνολοκλήρωση στη ζωή τους και τέλος να κατανοούν τους εαυτούς τους καθώς και τον εξωτερικό κόσμο, μέσω της αυτό-κατανόησης. Στη μονογραφία του με τίτλο «Μελέτη της βιολογικής – οργανικής κατωτερότητας και ψυχολογικήτης ανταμοιβή» (Study of organ inferiority and its psychical compensation) υποστήριξε την άποψη ότι άτομα που έχουν κάποια οργανική αδυναμία ή ελάττωμα προσπαθήσουν να διατηρήσουν την αυτοπεποίθηση τους μέσω τηςεξάσκησης και της προπόνησης, με στόχο την εξάλειψη της αδυναμίαςτους.


Ο Άντλερ υποστήριξε ότι όχι μόνο η οργανική αδυναμία, αλλά και τα υποκειμενικά ψυχολογικά αισθήματα κατωτερότητας μπορούν να οδηγήσουν το άτομο σε έναν αγώνα κατάκτησης της τελειότητας. Τα άτομα ήδη από τη βρεφική ηλικία, καθώς είναι απολύτως εξαρτώμενα από τους γεννήτορές τους, αναπτύσσουν ένα κόμπλεξ κατωτερότητας. Όλη η ανθρώπινησυμπεριφορά καθοδηγείται από την προσπάθεια υπερνίκησης αυτών των αισθημάτων. Αισθήματα κατωτερότητας εμφανίζονται ιδίως σε άτομα που έχουν κάποια οργανική αδυναμία ή έχουν παραχαϊδευτεί ή αντιθέτως παραμεληθεί κατά την παιδική τους ηλικία. Μία ακραία περίπτωση ψυχολογικής ανταμοιβής αποτελεί το αίσθημα ανωτερότητας, τα άτομα δε που καταφεύγουν σε αυτή την τεχνική αυτοπροστασίας είναι αλαζονικά, εγωκεντρικά και σαρκαστικά.


Στόχος της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι η υπερνίκηση τηςκατωτερότητας μέσω της αυτοπραγμάτωσης ως ψυχολογικής ανταμοιβής (psychological compensating) Κατά τον Άντλερ η αυτοπραγμάτωση, η αυτό-εξέλιξη και η τάση για τελειότητα αποτελούν έμφυτες ικανότητες του ατόμου. Η τάση για τελειότητα μπορεί να εκλάβει δύο μορφές, μία αρνητική για την κοινωνία, όταν το άτομο αντιλαμβάνεται την αυτοπραγμάτωση εγωιστικά, ως προσωπική λάμψη σε βάρος των άλλων και θετική όταν λαμβάνει υπόψη τη γενικότερη κοινωνική ευημερία και τη διοχετεύει σε ευγενείςδραστηριότητες.


Η έννοια του τρόπου ή του πλάνου ζωής (Lebensstyl/lifestyle, Lebensplan/life plan/guiding image) αποτελεί έννοια κλειδί για την αντλεριανή θεωρία περί προσωπικότητας. Ο Άντλερ διέκρινε τέσσερεις τύπους προσωπικότητας ανάλογα με το βαθμό δραστηριοποίησης (degree of activity) του ατόμου για την επίλυση των προβλημάτων της ζωής (π.χ. στον τομέα της
εργασίας, της φιλίας και των προσωπικών σχέσεων), τον αρχομανή, τον παρασιτικό, τον αποφεύγοντα και τον χρήσιμο τύπο.


Ο αρχομανής τύπος (ruling type) είναι δραστήριος, όμως υπό αρνητική, αντικοινωνική έννοια, ιδίως οι ανήλικοι δε παραβάτες και οι τοξικά εξαρτημένοι εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία

Ο παρασιτικός τύπος (getting type) εξαρτάται και προσκολλάται στους άλλους προκειμένου να επιλύσει τα προβλήματα της ζωής, ομοίως χωρίς ναδιαθέτει κοινωνικό ενδιαφέρον.


Ο αποφεύγων τύπος (avoiding type) φοβάται την αποτυχία, στερείται κοινωνικών και προσωπικών στόχων και ζει με την ελάχιστη προσωπική δραστηριοποίηση

Τέλος ο κοινωνικά χρήσιμος χαρακτήρας, επιτομή της ψυχολογικής ωρίμανσης, εκδηλώνει ένα χρήσιμο ενδιαφέρον για τον κόσμο που τον περιβάλλει.


Ο όρος κοινωνικό ενδιαφέρον, που αποτελεί μετάφραση του αρχικού γερμανικού όρου Gemeinschaftsgefühl συνιστά ένα έμφυτο στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά χρειάζεται και να καλλιεργηθεί από το κοινωνικό περιβάλλον, σημαντικό ρόλο δε διαδραματίζει η μητρική φιγούρα και σε δεύτερο λόγο η πατρική ως προς την ανάπτυξη της κοινωνικότητας. Το κοινωνικό ενδιαφέρον αποτελεί κατά τον Άντλερ το βαρόμετρο της ψυχικής υγείας.


Ακριβώς όπως ο Φρόιντ, ο Άντλερ υποστηρίζει ότι το πλάνο ζωής του κάθε ατόμου αποκρυσταλλώνεται ήδη μέσα στα πρώτα χρόνια ζωής,υιοθετώντας ομοίως μία ντετερμινιστική άποψη. Αυτό το πλάνο διαμορφώνεται από τη δημιουργική ενέργεια του κάθε ατόμου. Ο Άντλερ δενξεκαθάρισε ποτέ από πού πηγάζει η δημιουργική ενέργεια, από το έργο τουόμως συνάγεται ότι τη θεωρούσε έμφυτη, προϊόν μίας μακράς ανθρώπινης εξελικτικής πορείας.


Πέρα από την κληρονομικότητα και το περιβάλλον ο Άντλερ πίστευε ότι τα άτομα είναι έμφυτα σε θέση να ελέγχουν τη μοίρα τους, πρόκειται μάλιστα για ένα φιλοσοφικό αξίωμα. Πρώτος ο Άντλερ τόνισε τη σημασία της σειράς των γεννήσεων για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τον καθορισμό του πλάνου της ζωής (Lebensplan).


Το πρωτότοκο παιδί βρίσκεται στην προνομιούχο θέση να αποτελεί για ένα διάστημα το μοναδικό παιδί. Με τη γέννηση του δεύτερου παιδιού επέρχεται η εκθρόνιση του μονάρχη, κατά τη χαρακτηριστική δήλωση του Άντλερ (the dethronement of the monarch). H στέρηση του γονεïκού ενδιαφέροντος δημιουργεί την τάση στο άτομο αυτό να είναι συντηρητικό και να επιζητά την αρχηγία και την εξουσία.


Το μοναχοπαίδι (only-born child) ανατρέφεται έχοντας τηναποκλειστική φροντίδα και προσοχή των γονιών του. Αργότερα μέσω της κοινωνικής συναναστροφής αντιλαμβάνεται ότι δεν αποτελεί το κέντρο του κόσμου και ενδέχεται να αναπτύξει δυσκολία στις κοινωνικές επαφές του.
Στο δεύτερο σε σειρά γέννησης παιδί (second-born child) παρατηρείται ένας γρήγορος ρυθμός ανάπτυξης, ίσως λόγω του ότι γεννιέται σε περιβάλλον στο οποίο υπάρχει ήδη ένα παιδί και μάλιστα μεγαλύτερο. Γι’ αυτό το λόγο είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και φιλόδοξο.
Το τελευταίο παιδί (last-born child) έχει την προσοχή όλων και μπορεί εύκολα να παραχαϊδευτεί. Από την άλλη πλευρά έχει ένα ισχυρό κίνητροστη ζωή του να ξεπεράσει τα αδέρφια του.


Μία ακόμη βασική έννοια στη θεωρία του Άντλερ είναι εκείνη του υποθετικού φιναλισμού. Ο υποθετικός φιναλισμός (fictional finalism) αποτελεί απόδοση των απόψεων του ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα ρυθμίζεται από την επιδίωξη υποθετικών στόχων (fictional goals). Ο Άντλερ επηρεάστηκε από τον ευρωπαίο φιλόσοφο Χανς Βάιινγκερ (Hans Vaihinger) και το έργο του «Η Φιλοσοφία του Εάν» (The Philosophy of as if, 1911), κατά τον οποίο τα άτομα επηρεάζονται περισσότερο από τις μελλοντικές προσδοκίες, παρά από τις προηγούμενες εμπειρίες τους. Οι στόχοι είναι υποθετικοί, διότι δεν ελέγχονται ούτε επιβεβαιώνονται, απλώς το άτομο πιστεύει στην αλήθεια τους. Λ.χ. «ο επιμένων νικά», αυτή η πίστη είναι υποθετική, διότι δεν είναι βέβαιο ότι η προσπάθεια πάντοτε ανταμείβεται ή ότι οι καλοί άνθρωποι ευτυχούν στη ζωή. Οι στόχοι αυτοί καθορίζουν την προσπάθεια και πορεία του ατόμου προς την τελειότητα και μπορούν να προσλάβουν και αρνητικό περιεχόμενο π.χ. ο υποχονδριακός τύπος που ζει με το άγχος ότι θα αρρωστήσει.


Ως προς την επιστημονική εγκυρότητα της θεωρίας η οποία αποκαλείται συχνά ατομική ψυχολογία, ακριβώς διότι τονίζει την ατομικότητα του κάθε ανθρώπου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θεωρία δεν έχει τύχει συστηματικής ενασχόλησης ως προς την επιστημονική της επαλήθευση, ίσως διότι οι έννοιες της θεωρίας είναι γενικές και πανανθρώπινες και ούτως δύσκολα εργαλειοποιήσιμες (π.χ. κοινωνικό ενδιαφέρον, υποθετικός
φιναλισμός, δημιουργικός εαυτός, κ.λπ.).


Αρκετοί επιστήμονες ασχολήθηκαν ωστόσο με την εμπειρική επαλήθευση των θέσεων αναφορικά με τη σειρά των γεννήσεων, όπως οι Ερνστ και Ανγκστ (1983) και Φάλντο και Πόλιτ (1986). Κατά τους Μπελμόντ και Μορόλλα (1973) που εξέτασαν τετρακόσιες χιλιάδες νεαρούς ενήλικες από την Ολλανδία βρήκαν θετική σχέση μεταξύ του υψηλού IQ και τουπρωτότοκου τέκνου, ομοίως και ο Μπρελάντ (1974) με ερευνητικό υποκείμενο αμερικανούς σπουδαστές. Ο Ζάγιονκ (1986) πάνω στο πνεύμα της αντλεριανής θεωρίας διατύπωσε τη θέση ότι η ανάπτυξη του IQ είναι θέμα πλούσιας προσφοράς νοητικών ερεθισμάτων· η θεωρία είναι γνωστή ως μοντέλο επάρκειας (conficience model). Κατά τους Μπάρρυ και Μπλέιν (Barry and Blane, 1977) τα τελευταία παιδιά υπερεκπροσωπούνται ανάμεσα στους αλκοολικούς, κάτι σύμφωνο με τη θεωρία του Άντλερ για το ότι τα εν λόγω
παιδιά είναι τα πιο παραχαϊδευμένα. Οι Φάλντο και Πόλιτ πάντως (Faldo and Polit, 1986) απέδειξαν ότι τα μοναχοπαίδια είναι το ίδιο σταθερά ψυχολογικάόσο και τα υπόλοιπα.


Κατά τον Άντλερ οι νευρωτικοί άνθρωποι είναι αυτοί που δεν επιδεικνύουν αρκετή δραστηριότητα στη ζωή, ώστε να μπορούν να επιλύσουν επιτυχώς τα προβλήματα της καθημερινότητας, είναι εγωιστικά άτομα, χωρίς κοινωνικό ενδιαφέρον και θέλουν να παραχαϊδεύονται και να εξαρτώνται από τους άλλους. Κατηγορίες ανθρώπων που αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για την εκδήλωση νευρώσεων είναι οι οργανικά κατώτεροι, οιπαραχαϊδευμένοι και οι παραμελημένοι. Δε διακρίνονται για το κοινωνικό τους ενδιαφέρον, αλλά και αν το διέθεταν θα το χρησιμοποιούσαν αρνητικά, στρεφόμενοι στο έγκλημα.


Την αντλεριανή ψυχολογία εφάρμοσε στην παραβατική συμπεριφορά ο Στεφενχάγκεν, που ως προλέχθηκε περιλαμβάνει τόσο την εγκληματική και την αντικοινωνική, όσο και άλλες μορφές συμπεριφορών, όπως την κατάχρηση αλκοοόλ και τοξικών ουσιών και την εν γένει αντικοινωνική συμπεριφορά.


πηγή:

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΤΙΜΠΑ (Α.Μ. 427)
ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2005

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου