Habitus (Η έξις, διάθεση ή προδιάθεση)



 



Μια από τις πιο βασικές έννοιες στο θεωρητικό σχήμα του Bourdieu είναι αυτή του
habitus.
Ο Bourdieu περιγράφει τo habitus (το οποίο μεταφράζεται από μερικούς συγγραφείς ως έξις και από άλλους ως διάθεση ή προδιάθεση) ως ένα σύστημα σχημάτων αντίληψης, σκέψης και δράσης τα οποία αποτελούν προϊόντα της ενεργής παρουσίας των εμπειριών του παρελθόντος, και παράγουν ατομικές και συλλογικές πρακτικές. (Bourdieu, 2006, σελ. 90-91)

Ο Bourdieu υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος από την πρώτη παιδική του ηλικία «μαθαίνει» τον κόσμο, είτε σκόπιμα και στοχευμένα, είτε άτυπα, μέσω της καθημερινότητάς του, ανατρεφόμενος –μέσω ενός οσμωτικού τρόπου- στο πλαίσιο της οικογένειάς του. Τα βασικά στοιχεία και ο τρόπος δόμησης και έκφρασης του εξωτερικού κόσμου, εισάγονται μέσω της κοινωνικοποίησης και ενσωματώνονται στο παιδί, παράγοντας και εγκαθιστώντας διαθέσεις (dispositions). Αυτές τις διαθέσεις ο Bourdieu τις ονόμασε habitus και «δεν νοούνται ως ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις… αλλά ως προδιαθέσεις, ως τάσεις, ως “σχήματα” να σκέπτεται, να αισθάνεται, να αντιλαμβάνεται, να αξιολογεί και να ενεργεί το άτομο με σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό ιδιάζοντα τρόπο» (Μυλωνάς, 2009, σελ. 53). Αποτέλεσμα αυτού είναι όσοι κοινωνικοποιούνται σε παρόμοιες εξωτερικές συνθήκες να αναπτύσσουν παρόμοια συστήματα σχημάτων αντίληψης, σκέψης και δράσης.

Το habitus ως μια εσωτερικευμένη σύνθεση διαρκών και μεταθέσιμων προδιαθέσεων και δομημένων τάσεων ενός ατόμου γεννά και οργανώνει τις αρχές των πρακτικών και των αναπαραστάσεων του και επιτυγχάνει την επίτευξη των σκοπών με την επιλογή των αναγκαίων ενεργειών με τρόπο μη συνειδητό και χωρίς να υπακούει σε κάποιους συγκεκριμένους κανόνες. Αποτελεί κατά ένα οξύμωρο σχήμα «γενεσιουργό αρχή ρυθμισμένων αυτοσχεδιασμών» (Bourdieu, 2006, σελ.95). Το habitus δηλαδή είναι μια δεύτερη φύση, ένας εσωτερικός ορίζοντας που εκδηλώνεται αυθόρμητα, ασυνείδητα και χωρίς πρόθεση.

Το παραπάνω σύστημα διαρκών και μεταθέσιμων προδιαθέσεων διαμορφώνεται μέσα από τις ευρύτερες αντικειμενικές συνθήκες του κοινωνικού κόσμου (Bourdieu, στο Throop & Murphy, 2002). Δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τους περιορισμούς ή τις δυνατότητες που παρέχουν, συμβάλλουν στην παραγωγή προδιαθέσεων που βρίσκονται σε συμφωνία με αυτές τις συνθήκες, δηλαδή τείνουν προς ό,τι θεωρείται –εκ των προτέρων- επιτρεπτό. «Έτσι οι
πλέον απίθανες πρακτικές αποκλείονται πριν από κάθε εξέταση ως αδιανόητες…» (Bourdieu, 2006, σελ. 90). Τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα οι αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες έχουν γεννηθεί οι προδιαθέσεις να επιβάλλουν το αποδεκτό και αναπόφευκτο ως επιθυμητό και προσδοκώμενο. Το habitus (έξη) «… τείνει να αποκλείει … όλες τις “τρέλες”, (“δεν είναι για μας”), όλες τις συμπεριφορές που θα μπορούσαν να κυρωθούν αρνητικά διότι είναι ασύμβατες με τις αντικειμενικές συνθήκες.» (Bourdieu, 2006, σελ. 93)

Ο Βourdieu προσδιορίζει τις παραπάνω προδιαθέσεις ως διαρκείς διότι διαρκούν (δε χάνονται) στο πέρασμα του χρόνου και μεταθέσιμες γιατί μπορούν να είναι ενεργές μέσα σε μια μεγάλη ποικιλία σκηνών κοινωνικής δράσης. (Maton, 2008). Επομένως, αυτές οι προδιαθέσεις είναι «ανθεκτικές» στο χρόνο και ευέλικτες τόσο, ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται στις παρούσες συνθήκες.

 Ο Topper (2001) υποστηρίζει ότι η μεταθεσιμότητα των προδιαθέσεων αυτών συνίσταται στο ότι μπορούν να μεταβάλλονται και να διαμορφώνουν αντιλήψεις, συναισθήματα και πράξεις, μέσα σε πεδία διαφορετικά από εκείνα μέσα στα οποία δημιουργήθηκαν. Ο Μουζέλης (1994, σελ 59) αναφερόμενος στην ευελιξία και την πολυσημία των προδιαθέσεων τις χαρακτηρίζει “πολυθετικές”, «…με την έννοια πως παίρνουν πολυάριθμες συγκεκριμένες μορφές στο επίπεδο δράσης ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν». Ωστόσο o Bourdieu διευκρινίζει ότι παρόλο που, ανάλογα με το πλαίσιο, οι προδιαθέσεις είναι δυνατό να οδηγήσουν σε άπειρο αριθμό πρακτικών, αυτές οι
πρακτικές υπακούν σε αυτό που λέμε κοινή λογική. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Και διότι η έξη, όπως κάθε τέχνη του επινοείν, επιτρέπει να παραχθούν άπειρες και σχετικά απρόβλεπτες πρακτικές (όπως οι αντίστοιχες καταστάσεις), αλλά εν τούτοις περιορισμένες σε ό,τι αφορά την ποικιλία τους. Με λίγα λόγια η έξη … τείνει να παράγει όλες τις “λογικές συμπεριφορές”, συμπεριφορές του “κοινού νου”….» (Bourdieu, 2006, σελ.93)

Επιπλέον, το habitus χαρακτηρίστηκε από τον Bourdieu (2006) ως μια συλλογική “ενορχήστρωση χωρίς μαέστρο” γιατί πρόκειται για δομημένες δομές οι οποίες λειτουργούν και ως δομούσες δομές δίνοντας συστηματικότητα, συνοχή και σταθερότητα στις πρακτικές του ατόμου. Ως δομημένες αλλά και δομούσες δομές χαρακτηρίστηκαν επειδή δομούνται από τις συνθήκες ύπαρξης του παρελθόντος και του παρόντος ενός ατόμου (ή μιας ομάδας ή ενός θεσμού) αλλά και δομούν (παράγουν) πρακτικές, απόψεις, αντιλήψεις και συναισθήματα στο παρόν και το μέλλον του σε συμφωνία πάντα με τη δομή τους.

Το habitus κατά τον Bourdieu συνδέει το ατομικό με το κοινωνικό αφού οι εμπειρίες ενός ατόμου μπορεί να είναι μοναδικές ως προς το περιεχόμενό τους αλλά η δομή τους είναι κοινή με αυτή άλλων ατόμων που ανήκουν στην ίδια τάξη, φύλο, εθνικότητα, σεξουαλικότητα, επάγγελμα, θρησκεία κλπ. (Maton, 2008, σελ.53)

Πρόκειται για μια πολύ χρήσιμη έννοια διότι με αυτή ο Bourdieu μας προσφέρει την ευκαιρία να σκεφτούμε πάνω στην όχι και τόσο “αθώα” φύση της καθημερινότητάς μας η οποία –όπως υποστηρίζει- καθορίζεται από πρότυπα τα οποία παρεισφρύουν σε αυτήν και οδηγούν στην αναπαραγωγή τους μέσα από τις συνήθειές μας.(Blommaert, 2005)

Το habitus μπορεί να θεωρηθεί προϊόν “μαθητείας” το οποίο, με ασυνείδητο τρόπο, γεννά στρατηγικές σύμφωνες με τις επιταγές της προηγηθείσας “διδασκαλίας”. « Η έξις, σύστημα διαθέσεων που αποκτήθηκαν από άρρητη ή ρητή μαθητεία που λειτουργεί σαν ένα σύστημα γενετήριων σχημάτων, γεννά στρατηγικές που μπορεί να είναι αντικειμενικά σύμφωνες προς τα αντικειμενικά συμφέροντα των δημιουργών τους, χωρίς να έχουν γίνει σαφώς αντιληπτές με αυτόν τον τρόπο.» (Μπουρντιέ, 1994, σελ.70)

O Λάμνιας (2002, σελ. 157) υποστηρίζει ότι το habitus είναι αποτέλεσμα μιας σειράς κοινωνικοποιήσεων οι οποίες πραγματοποιούνται μέσα στο περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται ο κοινωνικά δρων: «Τελικά το habitus είναι ένα σύστημα προδιαθέσεων, το οποίο οργανώνεται μέσα από μια διαδοχική σειρά κοινωνικοποιήσεων. Οι κοινωνικοποιήσεις αυτές πραγματοποιούνται στα πλέγματα των κοινωνικών δομών που αναπτύσσεται το άτομο…».
Συνεπώς οι εμπειρίες που βιώνει το άτομο στη ζωή του έχουν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του habitus του. «Προϊόν της ιστορίας, η έξη παράγει ατομικές και συλλογικές πρακτικές, άρα ιστορία, σύμφωνα με τα σχήματα που γεννά η ιστορία.

Εξασφαλίζει την ενεργή παρουσία των εμπειριών του παρελθόντος που, εναποτεθειμένες σε κάθε οργανισμό υπό μορφή σχημάτων αντίληψης, σκέψης και δράσης, τείνουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα από όλους τους τυπικούς κανόνες και τα ρητά κανονιστικά πρότυπα να εξασφαλίσουν την ομοιομορφία των πρακτικών και τη σταθερότητά τους στο χρόνο». (Bourdieu, 2006, σελ. 90-91)
Οι Gallahan & Sandlin (2007) τονίζουν ότι το habitus δεν αναπαριστά απλώς το σύστημα των πεποιθήσεών μας, αλλά περιλαμβάνει το σύνολο των τρόπων με τους οποίους σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και πράττουμε.

Πιο συγκεκριμένα, τονίζοντας τον καθοριστικό τρόπο με τον οποίο επιδρά το habitus στην καθημερινότητά μας, αναφέρουν ότι επηρεάζει [το habitus] τον τρόπο που περπατάμε και μιλάμε, τον τρόπο που παίρνουμε αποφάσεις, το είδος της διασκέδασης που επιλέγουμε, τον τρόπο που εκδηλώνουμε συναισθήματα όπως ο θυμός, η χαρά και η λύπη, καθώς και όλα τα άλλα στοιχεία της ύπαρξής μας, μέσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο χώρο. (ό.π)

Εφόσον οι εξωτερικές συνθήκες και το περιβάλλον έχουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του habitus, αναπόφευκτα επηρεάζεται, σε ένα πρώτο επίπεδο, από την οικογένεια, τους γονείς, τους φίλους κλπ. και, σε ένα δεύτερο επίπεδο από τη μόρφωση, την εργασία κλπ. (Ernste, 2006). Η οικογένεια είναι ο δημιουργός του πρωτογενούς συστήματος διαθέσεων (πρωτογενούς habitus), αυτών δηλαδή των διαθέσεων που σχηματίζονται κατά την πρώτη παιδική ηλικία. Οι μετέπειτα εμπειρίες του ατόμου, όπως αυτές που προέρχονται από τη μόρφωση την εργασία, τη συμμετοχή του σε ομάδες κλπ. δημιουργούν δευτερογενή habitus τα οποία αφομοιώνουν το αρχικό χωρίς
να καταστρέφουν τις δομές του. (Μυλωνάς, 2009, σελ. 54).

Γενικά, η έννοια του habitus μπορεί να προσεγγιστεί ως ένα εργαλείο ικανό να εξηγήσει πώς οι αντικειμενικές δομές και οι υποκειμενικές αντιλήψεις επιδρούν πάνω στην ανθρώπινη δράση. (O’ Brien & Fathaigh, 2004).

Με πιο απλά λόγια το habitus εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε, αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε, πράττουμε και υπάρχουμε. Είναι η ιστορία μας την οποία φέρουμε στις παρούσες συνθήκες και με βάση αυτήν επιλέγουμε να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους ενώ οι επιλογές μας διαμορφώνουν τις μελλοντικές μας δυνατότητες. Έτσι το habitus παρουσιάζεται ως σύνδεσμος μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, αφού στην ουσία πρόκειται για την επιβίωση του παρελθόντος στο παρόν και τη διαμόρφωση του μέλλοντος.

πηγή:
Απόσπασμα από την διπλωματική εργασία
της
Μωυσίδου Ευαγγελίας
με τίτλο
  TO EΡΓΑΣΙΑΚΟ HABITUS
ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΠΟΛΥΘΕΣΙΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ
ΜΟΝΑΔΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

πίνακας: Tetsuya Ishida   300 × 198 - japaniz.over-blog.com

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου