Η κακοποίηση, ο θύτης και το θύμα στη σχέση του ζευγαριού



Κάθεται χαμένος, καταβεβλημένος από την ίδια του την παρουσία, εξαϋλωμένος μέσα από την ίδια του την πράξη. Η πολυθρόνα τον σηκώνει με δυσκολία, πάνω στην οποία τεντώνεται μαζεύεται, τινάζεται και μετά παίρνει την θέση του εμβρύου κλαίγοντας γοερά και ασταμάτητα. Με τα χέρια κτυπά το κεφάλι του, κραυγάζει το γιατί. “ θέλω μόνο να την κλείσω στην αγκαλιά μου, να της πω να με συγχωρήσει και μετά θα φύγω” Αυτό το λέει συνέχεια καθώς τα δάκρυα κυλάνε , αυλακώνοντας τα μάγουλά του, μοιάζει με κάποιο παιδί αφημένο στην έρημο της συμπεριφοράς του. Μια ερημιά που κυλάει στους δρόμους, στους τοίχους της πόλης, που δεν υπολογίζει το κόκκινα φανάρια του δρόμου, μια ερημιά που μοιάζει με τον ψυχικό θάνατο, με την αλλο-προσωπεία, δηλαδή με εκείνο το συναίσθημα που δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας. Μια ερημιά που βγαίνει από μέσα του σαν κάτι ξένο και τόσο γνώριμο συνάμα. Αλήθεια πότε περπάτησε για πρώτη φορά αυτή την ερημιά; Ποιος τον οδήγησε σε αυτή την ερημιά; Ποιος την εμφύτευσε μέσα του; Πότε μπήκε στο χαοτικό τοπίο της αίσθηση του τίποτα; Και πως δημιουργείται ο εαυτός σαν μια ερμιά; Η ερημιά του εαυτού; Ερωτήματα που δεν μπορούν να πάρουν απάντηση. Τίποτα δεν υπάρχει από όπου μπορεί να πιαστεί. 
 
Εκείνη έχει τρέξει σε μια φίλη της, έχει κλειστεί ζητώντας βοήθεια κλαίει, σπαράζει πάνω στο ξένο κρεβάτι. Έχει ανοίξει την πόρτα την ώρα που για τρίτη φορά το χέρι του της έδινε ένα δυνατό χαστούκι που τίναξε το κεφάλι της σαν να έσκασε μια βόμβα και τρύπησε ότι είχε μείνει ζωντανό μέσα της για αυτόν. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, ανέβαινε τις σκάλες χωρίς να ξέρει πια είναι, μόνο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης την κρατούσε όρθια. Ένιωθε σαν ένα ζώο που απειλούταν η ζωή του. “ Όταν έφυγε και έκλεισε η πόρτα, όταν βρέθηκα μόνος κατάλαβα τι είχα κάνει. Θέλω να με συγχωρέσει, τι θα κάνω τώρα, δεν έχω κανένα, μα κανένα σου λέω, πάρτη ένα τηλέφωνο να της πεις κάτι”. 
 
Τον βλέπω να βουλιάζει στην απόγνωση και ψάχνω τον τρόπο να τον βγάλω από εκεί, όμως πως; Έχει βυθιστεί μέσα σε αυτό τον κόσμο της βίας από τότε που ήταν μικρός. Έχει κακοποιηθεί, διωχθεί ταπεινωθεί και το ταπείνωμα τώρα, πάνω στην πολυθρόνα, είναι από τότε. Ο εαυτός του είναι μια τεράστια πληγή που αιμορραγεί την βία. Μια βια στραμμένη ενάντια στον εαυτό του, στραμμένη ενάντια στον άλλον. Η βία είναι η ερημιά του. Η βία της ερήμωσης κατοικεί μέσα του. Κάθε φορά που είναι μόνος του είναι εκεί για να του πει ότι είναι ένα τίποτα. Κάτι που δεν υπάρχει, ή κάτι που υπάρχει μόνο μέσα από την βία. 
 
Η βία των άλλων που έγινε δική του βία. Μόνο μέσα από αυτή αναγνωρίζει τον εαυτό του. Ένα βίαιο εαυτό που ξερνάει την βία που κουβαλάει, την βία που κληρονόμησε τόσα χρόνια. Την βία με την οποία κατασκευάστηκε αυτό το ανασφαλές άτομο, αυτό το σαρκίο με τις εσωτερικές πληγές που καμιά αγάπη δεν μπορεί να το λυτρώσει παρά μόνο αν έχει την πλήρη καταστροφική εξουσία επάνω της. Μόνο μέσα από αυτή την εξουσία, μέσα από την περιχαράκωση του άλλου, μπορεί να αισθανθεί ότι υπάρχει. Μόνο μέσα από τον έλεγχο μπορεί να αισθανθεί ότι ο άλλος είναι εδώ και είναι δικός του. Με αυτό το συναίσθημα νιώθει ότι το σώμα του άλλου είναι δικό του, η σκέψη του άλλου να του ανήκει. Πρέπει να σχεδιάσει τα πάντα για να μπορέσει να είναι ήσυχος, όμως όλο κάτι του ξεφεύγει. Ένα βλέμμα, ένα λόγος, ένα τηλέφωνο που μπορεί να κτυπήσει, μια φίλη που μπορεί να εμφανιστεί, όλα και όλοι αναιρούν, απειλούν την παρουσία του, την ύπαρξή του. 
 
Εξαϋλωμένος, μόνος κλαίει πάνω στην πολυθρόνα. Αναγνωρίζει την παραλογικότητα των κατασκευών του, αναγνωρίσει το άγονο των σκέψεών του, όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Η στέρηση από το αντικείμενο της αγάπης του τον αφήνει γυμνό μέσα την ερημιά που κάνει ένα ανυπόφορο κρύο. Μέσα στην ερημιά του τρομαγμένου μυαλού, που σαν παιδάκι που το δέρνει ο πατέρας του, δεν ξέρει που να κρυφτεί. Τι να κάνει από εδώ και πέρα, πως να ζήσει; Σε ποιο χώρο σε ποιο χρόνο; Με ποια λόγια να εξηγήσει όλα αυτά; 
 
Τίποτα δεν μπορεί να διηγηθεί και σε κανένα. Όπως και τότε, όταν ήταν κακοποιημένο παιδί, τίποτα δεν μπορούσε να πει σε κανένα. Όλα τα κρατούσε μέσα του, βουβά και με το τρέμουλο του παιδικού του φόβου πάντα εδώ. Τελικά όλα είναι ένας πόλεμος, μια βία. Η αναγνώριση του από τον άλλον ήταν ένας αγώνας επικράτησης, ένας αγώνα επιβολής. 
 
Η επιβολή, η εξουσία αυτή ανήκε κάποτε στον πατέρα και τώρα την είχε και αυτός. Ο πατέρας τον μεγάλωσε, τον οδήγησε μέσα από αυτή την βία σε αυτό που απεχθανόταν τώρα. Ένας πατέρας που πολλές φορές δεν μπορούσε να καταλάβει την λογική του, που δεν είχε λογική, παρά μια βία που φαινόταν λογική. Τα χαστούκια στην μητέρα, τα πιάτα που κτυπάνε στο τοίχο της κουζίνας γεμάτα φαγητό και διαλύουν την εσωτερική τροφή της ζωής του, σε μικρά δείγματα του ακατέργαστου φόβου που τον κυνηγάνε από τότε. Ένας πατέρας που καταλάβαινε ότι δεν τον σεβόταν, ότι δεν ήξερε για αυτόν πολλά πράγματα και το μόνο που κρατούσε σαν στοιχείο της επικοινωνίας τους ήταν η δυνατή φωνή, το άγριο βλέμμα, και το βαρύ του χέρι πάνω στο ανοιξιάτικο σώμα της παιδικής ηλικίας του. Πόσο τον ήθελε; Πόσο ανησυχούσε για αυτόν; Ένα πατέρα που φοβόταν αλλά αγαπούσε, ναι τον αγαπούσε αν και έκανε σκέψεις για να μην ξαναγυρίσει στο σπίτι. Ένα πατέρα που τον μίσησε, που με την φαντασία του σκεφτόταν να τον εξαφανίσει. Που σκέφτηκε να τον σκοτώσει. Όλες αυτές οι σκέψεις τον γέμιζαν με ενοχές, τον γέμιζαν με ενοχές. 
 
Ξετυλίγει αυτό το ιστορικό, το αναφέρει με δακρυσμένα μάτια, πονάει για αυτόν που τώρα πλέον βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου με τον θάνατο να πλησιάζει με αργά βήματα. Πονάει για αυτόν που έπαψε να είναι ο κέρβερος που είχε τρομοκρατήσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Είχε γίνει ένα ανθρωπάκι μια σταλιά. Χωρίς να έχει την δύναμη να μιλήσει, περπατούσε ακινητοποιημένος πάνω στο κρεβάτι, προς τον θάνατο. Το πόσο φοβόταν για αυτόν, δεν μπορούσε να το καταλάβει ούτε και αυτός ο ίδιος. Η απώλεια κρεμόταν από πάνω τους με την βία του θανάτου να τους ακινητοποιεί και τους δυο. 
 
Μέχρι την απόπειρα δεν είχε καταλάβει τίποτα, μόνο τότε όταν τον είδε να κοιμάται δίπλα του στο νοσοκομείο της αποκατάστασης μόνο τότε κατάλαβε ότι είχε τρομάξει για αυτόν, μόνο τότε κατάλαβε ότι τον αγαπούσε. Ένα πατέρα που τον εσωτερίκευσε, τον εσωτερίκευσε σε μια προσπάθεια να του πει ότι τον αγαπάει, και υιοθέτησε τον αρνητικό του λόγο και πράξη. Τελικά ότι έκανε ήταν για να του δώσει να καταλάβει ότι υπήρχε, ότι ήταν το παιδί του! Και όχι κάποιος που τον είχαν μαζέψει από το δρόμο. Ότι αλητεία, αλλά και καλοσύνη έκανε ήταν για να τον προσέξει ο πατέρας. 
 
Έτσι τώρα και αυτός σαν τον πατέρα του, σαν αφέντης που το βασίλειό του εξαφανίστηκε μονομιάς και από την μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε μόνος και φτωχός να σφαντάζει για αυτό το βασίλειο που δεν υπήρξε ποτέ. Για ένα βασίλειο που μόνος του είχε κατασκευάσει όμως κανείς άλλος δεν έμενε μέσα σε αυτό παρά μόνο αυτός και αυτή δεμένη χειροπόδαρα. Όπως τότε με τον πατέρα του, όπως ήταν αυτός μαζί του, όπως ήταν με την μάνα του.

Πόσο ενωμένοι ήταν, πόσο μαζί! ¨Όλα αυτά που νόμιζε ότι είχε κατακτήσει, αυτή, την χαρά, την ευτυχία, όλα τα είχε χάσει και δεν τα είχε χάσει τώρα, αλλά πάντα χαμένα ήταν. Ολόκληρη η σχέση είχε κατασκευαστεί στην προσπάθεια να αισθανθεί σίγουρος, να νιώσει ότι τώρα, τα ελέγχει τα πράγματα και τίποτα δεν μπορεί να του ξεφύγει, γι αυτό ήταν τόσο απαιτητικός από αυτή, γι αυτό δεν την άφηνε να κάνει τίποτα μόνη της, γι αυτό παρακολουθούσε το βλέμμα της, τις κινήσεις της, τα πάντα που θα έβαζαν σε κίνδυνο το οικοδόμημα του χωρίς να καταλαβαίνει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν ο ίδιος. 
 
Η βία του, το μόνο που κατάφερε να εξαφανίσει, ήταν τον ίδιο. Πόσες φορές δεν το είχε κάνει αυτό. Πόσες φορές μέσα από απόπειρες, με ταχύτητες που προσπαθούσε να περάσει σε μια άλλη διάσταση, προσπαθούσε να ξεφύγει από το κενό που τον κυνηγούσε τόσα χρόνια, προσπαθώντας μέσα από κάθε καινούργιο πρόσωπο, από κάθε καινούργια σχέση να κρυφτεί μέσα της, να αποφύγει το κενό, να δώσει νόημα και στο τέλος το καινούργιο νόημα να ξαναγίνεται βία. Το καινούργιο νόημα να ξανά παίρνει την μορφή που πάντα φοβόταν, την μορφή του κενού, του τίποτα, της απουσίας του εαυτού. Και που είναι;; Πόσες συγνώμες μπορεί να ζητήσει από τους άλλους, από εκείνη, από τους γονείς, από την βία; Πόση συγνώμη όμως χρειάζεται για αυτόν κανείς δεν ξέρει; 
 
Η βία και ο θάνατος καραδοκούν. Πάντα ένας βίαιος θάνατος ήταν εδώ να του θυμίζει την δυνατότητα του πραγματικού άπειρου που κρύβει μέσα στην ερημιά του. Και τότε που η πατρική τιμωρία ερχόταν να του υπενθυμίσει την ύπαρξη μέσα από την βία, και τότε ο φόβος του θανάτου ήταν εδώ. Τον θυμόταν, και τον έβλεπε όταν έκλεινα τα μάτια του για να κοιμηθεί τις νύχτες. Ψιθύριζε λόγια μέσα στα όνειρά του, και έπαιρνε μορφές απροσδιόριστες, και φοβόταν , φοβόταν πολύ. Τότε φοβόταν πολύ, όπως φοβόταν και τώρα. Φοβόταν το πλησίασμα του, φοβόταν την φωνή του και μετά την τιμωρία στεκόταν χαμένος μέσα στο δωμάτιο χωρίς να ξέρει που είναι χωρίς να μπορεί να συναρμολογήσει τα κομματάκια του παιδικού του εαυτού. Έτσι σπασμένος σε ατελείωτα μαυριδερά κομματάκια καθόταν συντετριμμένος πάνω στην πολυθρόνα. Αυτό που του δίδαξε ο πατέρας δεν ήταν παρά η υποταγή. Η υποταγή στην εξουσία του και αυτό αυτό ήξερε μόνο να κάνει, να υποτάσσει και να υποτάσσεται.

Η μνήμη, είναι το κοιμητήρι των επιθυμιών που ξεστράτισαν, που ξέφυγαν από το δρόμο της ευτυχίας και μπερδεύτηκαν με το φόβο, με τα δάκρυα, με την πίκρα του ανεκπλήρωτου και του απαγορεύεται. Η μνήμη με το πτώμα της παιδικής ηλικίας που βιάστηκε ψυχολογικά, λεκτικά σωματικά, που παρατήθηκε μέσα στο άπειρο του αγνώστου με την λυχνία της ψυχής του να τρεμοσβήνει μπροστά στο σκοτάδι του θανάτου που το εσωτερίκευσε για μια ζωή, ήταν πάντα εδώ. Η μνήμη με περιεχόμενο μια βιασμένη ζωή που τελικά δεν ήθελε να είναι η δική του και όμως κάθε φορά η βία την έκανε δική της, που κάθε φορά πάλευε μαζί της για να της ξεφύγει αλλά πάντα αυτή κέρδιζε στο τέλος.

Ο παράδεισος που ήθελε να κατασκευάσει μαζί της ήταν μια κόλαση που τους κουβαλούσε μέσα του και δεν το έχει πάρει χαμπάρι. Χωρίς αυτή δεν υπήρχε, όμως εκείνος την είχε οδηγήσει στην αφάνεια. Εκείνος την είχε μετατρέψει σε ένα άβουλο πλάσμα, σε ένα ανδρείκελο που νόμιζε ότι έτσι θα έπαιρνε την αναγνώριση που ήθελε από αυτή, που νόμιζε ότι έτσι θα είχε την σιγουριά της σχέσης για την οποία τόσο καιρό μόχθησε, κουράστηκε, απογοητεύθηκε και κατέληξε να την δολοφονεί σιγά σιγά. Κατέληξε να την πνίγει νομίζοντας ότι της έδινε οξυγόνο. Μαζί με αυτή έπνιξε την σχέση και στο τέλος έπνιξε και τον ίδιο. Μόνο η παρουσία της, του έδινε ύπαρξη, τώρα απλά δεν υπάρχει. Πνιγμένος από τα ίδια του τα χέρια στέκεται μπροστά μου, χωμένος σε μια λίμνη από δάκρυα. 
 
Τώρα καταλαβαίνει πως η σχέση τους ήταν μια σχέση αφεντικού και σκλάβου, πως αυτός την νόμιζε τέλεια, αλλά δεν ήταν παρά μια σχέση εξουσίας που είχε κατασκευάσει μαζί της και εκείνη την είχε αποδεχθεί, για τους δικούς της λόγους, και μαζί γλίστρησαν ο ένας στην υποταγή και ο άλλος στην διαταγή, στην απαίτηση. Τώρα καταλαβαίνει πόσο μόνος του ήταν. Ότι αυτή την σχέση δεν την είχε κατασκευάσει μόνος του, αλλά μαζί με αυτή. Και αυτή με τον τρόπο της, με τον φόβο της, με την υποχωρητικότητα της του έδωσε το δικαίωμα να εισβάλει στην ζωή της και να την αναποδογυρίσει. Την σχέση αφέντη – δούλου μαζί την φτιάξανε και δεν ήταν μια απλή σχέση. Είναι τόσο πολύπλοκη, που μερικές φορές αναρωτιέσαι ποιος είναι ο δούλος και ποιος ο αφέντης. Διότι σε ένα επίπεδο μπορείς να βλέπεις ποιος είναι από “επάνω” και ποιος από “κάτω”, αλλά όταν προσεγγίσεις την σχέση διαφορετικά καταλαβαίνεις ότι αυτός που είναι από “πάνω”, είναι στην ουσία από “κάτω” και ο από “κάτω” είναι από “επάνω”. Έτσι και εδώ, αυτή δαρμένη, κακοποιημένη κλαίει στην αγκαλιά μια φίλης της, εξιστορεί τα διαδραματισθέντα, κουβαλώντας την σφραγίδα του θύματος, αλλά και αυτός σφαντάζει μπροστά στην πράξη του σαν θύτης που ποτέ δεν ήθελε να βρεθεί σε αυτή την θέση. Ποιος μοιράζει τις θέσεις; Ποιος κανονίζει τους ρόλους και ποιος φτιάχνει το σενάριο της βίας. Το σενάριο της βίας ανήκε εξ' ολοκλήρου σε αυτόν; Ανήκει και σε αυτή; Ανήκει και στους δυο; Το μόνο που ένιωθε τώρα ήταν την γύμνια της ερημιά του και την ερημιά της γύμνια του. 
 
Η εξουσία του καταρρακωμένη, τον βουλιάζει στο πυθμένα του τίποτα του τότε. Η εξουσία του τελικά, στραμμένη ενάντια στον εαυτό του, τον μετατρέπει και αυτόν σε θύτη. Και αυτός σαν θύμα του θύτη που ήταν γλιστράει στην αφάνεια των καταστάσεων. Η εξουσία του υπήρχε μόνο μέσα από την δική της ύπαρξη, μόνο μέσα στην σχέση και φαινόταν ότι της χειριζόταν αυτός, αλλά ήταν έτσι; Άρα πόσο αυτή η εξουσία ανήκε σε εκείνον; 
 
Το ποιος χειρίζεται τι, θα μου επιτρέψετέ να μην είμαι τόσο σίγουρος, ανάμεσα στον θύτη και το θύμα. Διότι τώρα που δεν υπάρχει η σχέση, τώρα που δεν υπάρχει αυτή, δεν υπάρχει και αυτός. Είναι και η δύο θύματα και θύτες μιας κατάστασης που εξελίχθηκε μέσα από την συνεργασία τους μέχρις αυτό το βίαιο σημείο.

Ο Θύτης, στην ερημιά της σχέσης όπου συμβαίνει η κακοποίηση, φτάνει να κακοποιήσει το θύμα επειδή, για διάφορους λόγους, του “επιτρέπει” την κακοποίηση, του επιτρέπει να υπάρχει σαν βιαστής, χωρίς να καταλαβαίνει ότι ο θύτης μέσα από την κακοποίηση, κακοποιεί και τον ίδιο του τον εαυτό. Ότι μέσα από την κακοποίηση του θύματος, ο θύτης γυρνάει την βία ενάντια στον ίδιο τον εαυτό. Άρα και ο θύτης εκφράσει μια βία μέσα στην σχέση, απλά αφήνει στον θύτη να την εκτελέσει. Αυτή την βία βλέπω να κυλάει σαν καταρράκτης από το βιασμένο σώμα του θύτη.

Κερεντζής Λάμπρος

φωτό: Jana Romanova

Σχόλια

Ο χρήστης Δώρα Μουλού είπε…
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ο χρήστης Δώρα Μουλού είπε…
Ένα διήγημα σχετικό με την κακοποίηση:

http://www.logoclub.gr/component/content/article/44-dihghma/2173-2014-06-26-15-18-38.html

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου