Η φυλακή




Τα σωφρονιστικά καταστήματα

Εισαγωγή

Η φυλακή, η ποινική δικαιοσύνη και η αστυνομία ανήκουν στους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος. Αποτελούν τα μέσα με τα οποία τα κράτη επιδιώκουν να διασφαλίσουν την ηρεμία, την τάξη και την ασφάλεια των πολιτών τους. Τα σωφρονιστικά καταστήματα λειτουργούν ως μέσο τιμωρίας για όσους έχουνδιαπράξει μια παράνομη πράξη. Έτσι για ένα συγκεκριμένο διάστημα ο δράστης στερείται το πολυτιμότερο για τον άνθρωπο αγαθό, την ελευθερία του. «Η στέρηση της
ελευθερίας αποτελεί μια μορφή έντονης αντίδρασης στο έγκλημα. Η κοινωνική αντίδραση στο έγκλημα και η τιμωρία του ποινικού παραβάτη έχει διανύσει πολλές φάσεις στην ανθρώπινη ιστορία» (Foucault, 1976: 303).

Οι λόγοι και οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται και τιμωρούνται οι δράστες ήταν λόγος μεγάλης αντιπαράθεσης των επιστημόνων αλλά και της πολιτείας η οποία και καθορίζει τους νόμους. Η τιμωρία μιας άνομης πράξης είναι αυτό που σκέφτεται ο νομοθέτης ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δραστηριότητα επιζήμια για το δημόσιο συμφέρον και βέβαια η τιμωρία η ίδια είναι το αντανακλαστικό των κυβερνήσεων μπροστά στην αύξηση των εγκλημάτων. Έτσι κινητοποιούνται η
αστυνομία και τα δικαστήρια ώστε τα εγκλήματα να τιμωρηθούν πιο σίγουρα αλλά και σωστά. «Μια απαγόρευση που δε συνοδεύεται από μια τιμωρία αυτού που την παραβίασε δεν έχει ισχύ… Η πολιτεία τιμωρεί για να επιζήσει. Τιμωρεί για να διατηρήσει το δικαίωμα να θέτει στην ελευθερία κανόνες, όρια, προστασίες. Τιμωρεί για να ορίσει αυτό που είναι νόμιμο και αυτό που δεν είναι» (Peyrefitte, 1981: 296-297).

Στόχος και σκοπός της δημιουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων ήταν και είναι ο εκφοβισμός των κρατουμένων ώστε στο μέλλον να μην παραβούν και πάλι τους νόμους. Με άλλα λόγια τα σωφρονιστικά καταστήματα από τη μια μεριά επικεντρώνονται στο δράστη και στις πράξεις του, προσπαθώντας να του περάσουν το μήνυμα ότι η πράξη του αυτή είναι εσφαλμένη και δεν πρέπει να την επαναλάβει και για αυτό τιμωρείται.

Επίσης λειτουργεί και ως εκφοβιστικό μέτρο για όσους σκέφτονται να παραβούν τους νόμους. «…Η ποινική κύρωση, δηλαδή η φυλάκιση επιβάλλεται ως η δημόσια αντίδραση στο έγκλημα, η πιο προφανής και η πιο συνηθισμένη. Γιατί η ποινή λίγο πολύ αποτρέπει και δίνει ένα μάθημα δικαιοσύνης του οποίου η αποτρεπτική αποτελεσματικότητα δεν είναι μηδενική» (Cusson, 2002:258).
Τα σωφρονιστικά καταστήματα είναι αμφιλεγόμενα, έχουν γίνει αντικείμενο πολλών διαφωνιών και κριτικών σχετικά με τον τρόπο που διοικείται μια φυλακή, κάτι που συνδέεται άμεσα και με τη πολιτική μιας χώρας καθώς διαφορετικά αντιμετωπίζονται για παράδειγμα οι κρατούμενοι σε ένα δημοκρατικό κράτος και διαφορετικά σε ένα κράτος όπου του έχει επιβληθεί δικτατορία. Κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974), για παράδειγμα, στην Ελλάδα
πολλοί εξορίζονταν λόγω διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών από την κρατούσα. Παλιά οι φυλακές λειτουργούσαν περισσότερο σαν ανθρώπινες χωματερές, ήταν χώρος ταπείνωσης και βίας και σε ελάχιστες περιπτώσεις ήταν τόπος βελτίωσης της προσωπικότητας του ατόμου. Οι αντιλήψεις αυτές βέβαια ήταν σύμφωνες με τα πιστεύω της εποχής εκείνης όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν έννοιες που δεν είχαν την ίδια βαρύτητα με τη σημερινή εποχή.

Εδώ και αρκετά χρόνια, με την εξέλιξη των ανθρωπιστικών επιστήμων, παρατηρείται μια σχετική πρόοδος όσον αφορά τον τομέα που έχει να κάνει με τη προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Άλλωστε το γεγονός ότι κάποιος έχει διαπράξει ένα έγκλημα και βρίσκεται στη φυλακή δεν σημαίνει ότι παύει ως άνθρωπος να έχει δικαιώματα τα οποία το κράτος οφείλει και πρέπει να τα σεβαστεί. Έτσι οι κρατούμενοι δικαιούνται συχνότερη επικοινωνία με το οικείο τους περιβάλλον, άδειες
(προνόμιο που τα τελευταία χρόνια κέρδισαν οι κρατούμενοι) καθώς και πιο ανθρώπινη μεταχείριση από τους υπεύθυνους των φυλακών.

1.1. Ιστορική αναδρομή στο θεσμό της φυλάκισης

Η φυλακή δεν είναι και τόσο πρόσφατη όσο υποστηρίζουν διάφοροι ειδικοί, όπως για παράδειγμα κοινωνιολόγοι ερευνητές, το είδος αυτό της τιμωρίας (φυλάκιση) παρατηρείται από πολύ πριν τη συστηματική της πλέον χρησιμοποίηση που γίνεται με τη χρήση των ποινικών νόμων.
Το έγκλημα αλλά και γενικότερα η απόκλιση από τα κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα, υπήρχε σε όλες τις κοινωνίες από τα πανάρχαια χρόνια, μόνο που τότε η αντιμετώπιση του εγκλήματος (στις πρώτες κοινωνίες) ήταν ιδιωτική υπόθεση. Όποιος, για παράδειγμα, θεωρούσε ότι θίγονταν από την εγκληματική συμπεριφορά κάποιου ήταν και αρμόδιος για την τιμωρία του δράστη. Κατάλοιπα τέτοιων αντιλήψεων φτάνουν μέχρι τις μέρες μας με τη μορφή της «βεντέτας», βεντέτα συνηθίζουν να λένε την εκδίκηση που παίρνουν οι συγγενείς κάποιου που δολοφονήθηκε, σκοτώνοντας το
δράστη ή κάποιον συγγενή του. Ο φόνος δηλαδή που τελείται με κίνητρο την εκδίκηση για έναν άλλο. «Είναι ένας κοινωνικός κώδικας που στηρίζεται στην έννοια της τιμής και της προστασία της…» (Νικολακάκης,1996:5).

Τα πράγματα διαφοροποιούνται από τη στιγμή που αρχίζουν να ισχύουν οι πρώτοι νόμοι περί σωφρονισμού που αναφέρουν πως ο σωφρονισμός είναι αρμοδιότητα της κοινότητας. «Αργότερα η τιμωρία των εγκληματιών ήταν αρμοδιότητα της ίδιας της κοινότητας και της πολιτικής της οργάνωσης, δηλαδή του κράτους. Οι νόμοι του Σόλωνα ήδη στην αρχαία Αθήνα, θεωρούσαν τη σύλληψη και τη τιμωρία των εγκλημάτων ως δημόσια υπόθεση» (Φαρσεδάκης, 1990:17). Τα σωφρονιστικά καταστήματα έχουν διαμορφωθεί ανεξάρτητα από το δικαστικό σύστημα από τότε που άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες κοινωνίες και οι άνθρωποι διαχώριζαν το καλό από το κακό,
από τότε που άρχιζαν να σχηματίζουν τα πρώτα κοινωνικά συστήματα και να μελετάται η ανθρώπινη συμπεριφορά.

Η ανάγκη των ατόμων ώστε να υπάρχει ένας μηχανισμός που θα λειτουργούσε περισσότερο εκφοβιστικά ώστε να αποφεύγονται οι παράνομες πράξεις οδήγησαν στη δημιουργία του θεσμού της φυλακής πριν ακόμα ο νόμος τη καθορίσει ως τη κατεξοχήν ποινή. «Η καθιέρωση της φυλακής ως τόπου εκτέλεσης της ποινής οφείλεται σε επίδραση του κανονικού δικαίου της καθολικής εκκλησίας. Το κανονικό δίκαιο θεωρούσε την αντικοινωνική συμπεριφορά ως έγκλημα και τον εγκληματία ως αμαρτωλό που έπρεπε να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο με την μόνωση και την τιμωρία. Η σύνοδος της Beziers είχε αποφασίσει ήδη από το 1266, ότι οι κατάδικοι έπρεπε να
υποβάλλονται σε απομόνωση τη νύχτα και την ημέρα να τηρούν το κανόνα της απόλυτης
σιωπής» (Δασκαλάκης, 1985).

«Στη καμπή του δέκατου όγδοου προς το δέκατο ένατο αιώνα μια καινούρια νομοθεσία καθορίζει την εξουσία του κολασμού σαν γενικό δικαίωμα της κοινωνίας, εξουσία που ασκείται με τον ίδιο τρόπο πάνω σε όλα τα μέλη της κοινωνίας και όπου το κάθε άτομο έχει τα ίδια δικαιώματα, καθιστώντας όμως τη φυλάκιση ως τη κυριότερη ποινή, εισάγει διαδικασίες κυριαρχίας που χαρακτηρίζουν ένα ιδιαίτερο τύπο εξουσίας» (Foucault, 1976: 304).

 Η φυλακή εκτός από τιμωρία λειτουργεί και ως χώρος όπου οι δράστες μετανιώνουν για τις πράξεις τους, τα αδικήματα που διέπραξαν και τη βλάβη που προκάλεσαν όχι μόνο στο θύμα αλλά και στην κοινωνία ολόκληρη.

Ο νόμος και η δικαιοσύνη (αναφερόμενοι στους νόμους εννοούμε τη νομοθεσία γενικά και τα άρθρα του συντάγματος ενώ μιλώντας για δικαιοσύνη εννοούμε κάτι ιδεατό, δηλαδή την ιδέα της έννοιας της δικαιοσύνης που διαχωρίζει τις σωστές από τις παράνομες πράξεις) αξιολογούν τη πράξη του δράστη και έτσι ανάλογα με τη σοβαρότητα του αδικήματος και λαμβάνοντας υπόψη του τα άρθρα του συντάγματος, το δικαστήριο βγάζει και την απόφαση της τιμωρίας που μπορεί να είναι από μέρες, μήνες μέχρι και χρόνια.

«Η έννοια της φυλάκισης βασίζεται ακόμα στο ρόλο της - τον υποθετικό ή τον επιβεβλημένο - ως μηχανισμού μεταμόρφωσης των ατόμων. Και πώς να μην είναι η φυλακή πρόθυμα αποδεκτή αφού εγκλείοντας, αναμορφώνοντας, καθυποτάσσοντας, αναδημιουργεί, εντείνοντάς τους κάπως, όλους τους μηχανισμούς που υπάρχουν κιόλας στο ελληνικό σώμα; Η φυλακή είναι ένας στρατώνας κάπως αυστηρός, σχολείο χωρίς επιείκεια, ζοφερό εργαστήρι - αλλά ουσιαστικά, τίποτα το ποιοτικά διαφορετικό» (Foucault, 1976: 305).

1.3. Ομοιότητες της κοινωνίας των ελεύθερων πολιτών με αυτή των κρατουμένων

«Η κοινωνία της φυλακής είναι διαμορφωμένη σε τρία επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αποτελείται από το μικρό πυρήνα των αρχηγών και των φίλων τους, δηλαδή τους ευνοημένους, το δεύτερο από ένα μεγαλύτερο αριθμό κρατουμένων που φιλοδοξούν να συμπεριληφθούν στον ηγετικό αυτό πυρήνα και που θα έκαναν τα πάντα για επιτύχουν το σκοπό τους και στο τρίτο και τελευταίο επίπεδο έχουμε το μεγάλο αριθμό των κρατουμένων που ενεργοποιούνται σπάνια κυρίως όταν γίνεται κάποια μεγάλης σε έκταση σύγκρουση με μία ή και με πολλές ομάδες» (Λαμπροπούλου 1994:255).

Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο, μέσα στις ομάδες αυτές οι κρατούμενοι υιοθετούν ρόλους και χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν και το προφίλ τους μέσα στη φυλακή. Έτσι οι τύποι των κρατουμένων είναι ο «ωραίος», ο «ψευτοπαλληκαράς», ο «ρουφιάνος» και ο «μάγκας». «…Ο «ωραίος», ο οποίος αντιστοιχεί στον right guy των αμερικάνικων ερευνών, κρατά τις αποστάσεις και από το προσωπικό και από τους συγκρατούμενους του, αλλά σε κρίσιμες καταστάσεις υπερασπίζεται το δίκαιο των κρατουμένων. Ο «ψευτοπαλληκαράς», που αντιστοιχεί στο τύπο του ανθρώπου που από
τη μια δείχνει να είναι υπέρ των δικαιωμάτων των κρατουμένων αλά όμως δεν πάει ενάντια στους κανονισμούς γιατί φοβάται (outlaw). Ο «ρουφιάνος», που είναι το καρφί της φυλακής και ο «μάγκας» που είναι απείθαρχος με τους κανονισμούς αλλά πάντα αλληλέγγυος προς τους συγκρατούμενους του» (Λαμπροπούλου 1994: 256).

Τέλος να αναφέρουμε και μια έρευνα που έγινε από τη Panagopoulos το 1979 στις γυναικείες φυλακές του Κορυδαλλού και επιβεβαίωσε το μοντέλο της πολιτισμικής διαφοράς. «Χρησιμοποίησε έναν συνδυασμό μεθόδων και τεχνικών για την έρευνά της, δηλαδή συμμετοχική παρατήρηση, συνεντεύξεις με τις κρατούμενες και το προσωπικό, ανάλυση φακέλων, ευχετήριων καρτών, προσωπικό εγγράφων των κρατουμένων, συχνότητα επισκεπτηρίου» (Λαμπροπούλου 1994: 256). Με τον τρόπο αυτό η ερευνήτρια έβγαλε ορισμένα συμπεράσματα που σχετίζονταν με τις αξίες. Διαπίστωσε ότι οι αξίες της ελληνικής κοινωνίας και οι αξίες στη ζωή των φυλακών παρουσιάζουν
έντονες ομοιότητες.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν και σήμερα άλλωστε είναι γνωστή σε όλους η φράση: «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Η Panagopoulos μελέτησε επίσης την αντιμετώπιση της κρατούμενης από το προσωπικό αλλά και από τις συγκρατούμενες της. Σαν αποτέλεσμα μέσα από την έρευνα βγήκε πως πραγματικά η φυλακή είναι ένας μικρόκοσμος όπου υπάρχουν οι ισχυροί αλλά και οι αδύναμοι οι οποίοι πέφτουν συχνά θύματα εκμετάλλευσης. «Ο μικρόκοσμος της κοινωνίας της φυλακής δε διαφέρει καθόλου από το μακρόκοσμο της κοινωνίας των νομοταγών. Ο νόμος ότι το μεγάλο ψάρι
τρώει το μικρό ισχύει και εδώ και μάλιστα με τις ευλογίες του σωφρονιστικού προσωπικού» (Κουράκης και συν., 1995: 256).

Είναι ευρέως γνωστό ότι το σωφρονιστικό σύστημα της Ελλάδας παρουσιάζει πολλά λειτουργικά προβλήματα. Αρνητικά χαρακτηριστικά των σωφρονιστικών καταστημάτων της Ελλάδας είναι η έλλειψη της κατάλληλης κτιριακής υποδομής, η έλλειψη προσωπικού, η ελλιπής κατάρτιση των σωφρονιστικών προγραμμάτων που δε μπορούν να καλυφθούν από τον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό.

«Η απόγνωση των κρατουμένων για τις συνθήκες κράτησής τους αποδεικνύει, και στον τομέα αυτό, την αναποτελεσματικότητα του κράτους να τους παράσχει ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης και ασφάλειας στις υπάρχουσες φυλακές. Είναι γνωστό σε όλους ότι η κατάσταση είναι συχνά εκτός ελέγχου λόγω της δράσης εγκληματικών ομάδων, αποτελούμενων από κρατούμενους και επίορκους κρατικούς λειτουργούς, στο εσωτερικό των φυλακών. Η έκθεση-καταπέλτης του Συμβουλίου της
Ευρώπης περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τη κατάσταση στις ελληνικές φυλακές. Πέραν του ανθρωπιστικού ζητήματος, το κατ’ επίφαση «σωφρονιστικό σύστημα» κοστίζει τεράστια ποσά στον φορολογούμενο πολίτη. Η Φιλελεύθερη Συμμαχία προτείνει δέσμη μέτρων που θα συμβάλλουν, αν και όποτε εφαρμοστούν, στην επίλυση αυτού του οξύτατου κοινωνικού προβλήματος» (Φιλελεύθερη λαλιά, 2008:1)

Ουσιαστικά η Φιλελεύθερη Συμμαχία (ομάδα κρατουμένων από όλα τa σωφρονιστικά καταστήματα της Ελλάδας) προτείνει να δοθεί η δυνατότητα σε ειδικευμένες ιδιωτικές εταιρείες να κατασκευάσουν, ή να χρονομισθώσουν, την κτιριακή υποδομή σωφρονιστικών καταστημάτων, τα οποία στη συνέχεια θα στελεχώσουν με διοικητικό προσωπικό και σωφρονιστικούς υπαλλήλους ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες που θα καθορίζονται από λεπτομερείς συμβάσεις σχετικά με τη διοίκηση και διαχείριση των σωφρονιστικών αυτών καταστημάτων.

Μια ουτοπική πρόταση η οποία είναι δύσκολο έως και ακατόρθωτο να πραγματοποιηθεί καθώς πάντα θα υπάρχουν κάποιοι παράγοντες, κυρίως πολιτικοί, που θα υπονομεύουν αυτές τις ενέργειες. Θα πρέπει όλοι μας να αντιληφθούμε πως εκεί μέσα ζουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να υπέπεσαν σε λανθασμένες - για τα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα - πράξεις αλλά παρόλα αυτά το κράτος θα πρέπει να τους βοηθήσει ώστε όταν έρθει η ώρα της αποφυλάκισής τους να μπορέσουν να προσαρμοστούν στην κοινωνία με το καλύτερο δυνατό τρόπο.


πηγή:
Αποσπάσματα
από την διπλωματική εργασία
 των
Δανδουλάκη Μαρία
Κωστέρη Βαλεντίνα
Μηλακη Βιργινια

με τίτλο
Η ψυχολογία των κρατουμένων.
Η περίπτωση των φυλακών Νέας Αλικαρνασσού.


πίνακας:. (Van Gogh - La ronde des prisonniers - 1890 - Musée de Leipzig)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου