Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Μέρες μοναξιάς, μέρες αναστοχασμού, μέρες ανασύνθεσης της ταυτότητας.






Το γραφείο της Νικόλ ......Την Νικόλ μου την είχε συστήσει ο Μισέλ ο καθηγητής μου στο μεταπτυχιακό. Την είχα συνάντησει σε ένα σεμινάριο ομαδικής ψυχοθεραπείας και μου άρεσε σαν παρουσία. Αυτό που μου άρεσε από τότε σε αυτήν, ήταν η γαλήνη και η ετοιμότητα των επεμβάσεων της στην ομάδα. Την πήρα λοιπόν μετά από πολύ σκέψη, διότι πίστευα πως δεν χρειαζόμουν θεραπεία, αλλά το έκανα διότι ήταν απαράβατος όρος για να ασκήσω αυτό το επάγγελμα. Το σκέπτομαι τώρα και γελάω με την στάση που κρατούσα τότε. Θεωρούσα ότι είχα ζήσει σε μια οικογένεια η οποία ήταν ισορροπημένη. Αυτή η οικογενειακή κατάσταση όμως πίστευα ότι, με είχε βοηθήσει να αυτονομηθώ πιο γρήγορα μέσα από την εργασία και ότι δεν είχα προβλήματα, αλλά και αν είχα πίστευα ότι μπορούσα να τα λύσω μόνος μου, θεωρώντας ότι ο θεραπευτής δεν θα μου έλυνε το πρόβλημα Ένα ακόμα λάθος παρανόησης για την δουλειά του θεραπευτή ήταν ακριβώς αυτό, ότι ο θεραπευτής θα μου έλυνε τα προβλήματα. Λάθος, τεράστιο λάθος που το έβλεπα τώρα και συνέχιζα να χαμογελώ για αυτό που ήμουν κάποτε. 
 
Το γραφείο της Νικόλ .....το θυμάται στην οδό, rue de Charronne 54. Όταν έφευγα από το σπίτι μου πήγαινα πάντα με τα πόδια. Μου άρεσε να το κάνω αυτό διότι με βοηθούσε να σκέπτομαι και σκεπτόμουν καλύτερα όταν οι άλλοι δεν με περιτριγύριζαν, δεν με πλησίαζαν διαρρηγνύοντας την απόσταση ασφαλείας από εμένα και αυτούς, όπως θα γινόταν μέσα σε ένα λεωφορείο, ή το βαγόνι του μετρό. Μια φορά την εβδομάδα συνήθως πέμπτη, ή παρασκευή έκανα αυτή την διαδρομή μέσα στο Παρίσι. Συνήθως απογευματάκι ήταν, την ώρα που γλύκαινε η ατμοσφαίρα και οι περαστικοί ήταν χαλαροί από την ένταση της ημέρας και καθόντουσαν στα καφέ πίσω από τις τζαμαρίες, ανταλλάσσοντας χαμόγελα Τα πορτοκαλί λεωφορεία περνούσαν και αυτά χαλαρά και εγώ με βηματισμό απαλό διένυα την απόσταση από την εξωτερική πραγματικότητα για να φθάσω στην εσωτερική. Η μεγάλη εξώπορτα άνοιγε και ανέβαινα στον τέταρτο από την παλιά αρχοντική σκάλα με το κόκκινο χαλί να πνίγει το θόρυβο των βημάτων μου. Εκείνη με περίμενε πάντα πιστή στο ραντεβού μας Την έβλεπα σαν να ήταν τώρα μπροστά μου με τον τοίχο πίσω της σκεπασμένο με ένα υφασμένο πίνακα από την ανατολή, δίπλα το παράθυρο με απαλά πορτοκαλιές και κόκκινες κουρτίνες, πιο πέρα, διάφορα πουφ, και οι ψάθινες πολυθρόνες στολισμένες και αυτές με υφάσματα που κουβαλούσαν την γαλήνη και την ηρεμία. Αφού μου άνοιγε έπαιρνε την θέση της απέναντί μου σε μια πέτσινη πολυθρόνα, αφημένη στα παραπανίσια κιλά της πάνω της, με το ηλικιωμένο της πρόσωπο γαλήνιο και τα μάτια της να με ακουμπάνε απαλά, χωρίς να περιμένουν τίποτα χωρίς να κρίνουν τίποτα από το λόγο μου. Πιο πέρα ένα παλιό γραφείο ανεκτίμητης αξίας πνιγμένο στο βιβλίο και στα χαρτιά. Τι ευδαιμονία υπάρχει στο να μπορέσεις να απλώσεις την ζωή σου στα μάτια του άλλου χωρίς να φοβάσαι την κρίση και την σύγκριση.

Ναι όταν σκέπτομαι την Νικόλ μια γαλήνη έρχεται και μια θαλπωρή, μέσα στην οποία ακουμπούσα το περιεχόμενο της ψυχής μου για τρία ολόκληρα χρόνια. Τότε είχα δει να βγαίνουν από μέσα του οι δικοί μου “άλλοι” να κινούνται μέσα στο χώρο να φωνάζουν και να χειρονομούν εναντίον μου, να κλαίνε και να με πιέζουν μέσα από αυτό το κλάμα. Τότε θυμάται κάθε φορά που μιλούσα για εμένα, ένιωθα ότι μιλούσα για τους “άλλους”, που χτυπιόταν μέσα μου. Πότε τους αγκάλιαζα και πότε τους πετούσα και έπεφτα και εγώ κάτω και κυλιόμασταν στα δικά μου τοξικά πατώματα βογκώντας και προσπαθώντας να τους διώξω, αλλά όταν έφευγαν έμενα μόνος μου τρέμοντας από τον φόβο. Τρία ολόκληρα χρόνια και κάτι μήνες μιλούσα για τους “άλλους” αλλά στην ουσία μιλούσα για τον εαυτό μου μέσα από αυτούς. Πόσο κατοικημένος ένιωθα, βεβηλωμένος από τις παρουσίες των αγαπημένων “άλλων”. Ατελείωτες επεμβάσεις, αθέλητες επεμβάσεις που κανείς ούτε οι εισβολείς, αλλά ούτε και εγώ ήξερα τι επίδραση ασκούσαν και ασκούσα και εγώ στην οικογενειακή και ατομική εξέλιξη αυτών των “άλλων”. Εισβολείς που τους αποζητούσα ασχέτως, αν το “καλό” που μου έκαναν με το πέρασμα των χρόνων γινόταν ένα “κακό”. Αυτές οι εισβολές με έκαναν να φύγω μακριά από τους δικούς μου “άλλους” 
 
Όλη μου η θεραπεία στηριζόταν στην σχέση με τους “άλλους”, τους “άλλους” σαν σύνολο, ή σαν μονάδες. Από τότε ένιωσα πως όλη μου η ύπαρξη ήταν κομμάτι στα χέρια τους, την οποία έπρεπε να την αποσπάσω δίνοντάς της το δικό της νόημα την δική της σημασία. Ο τρόμος της μοναξιάς του κενού του απόντος “άλλου” και του απόντος εαυτού η έλλειψη ταυτότητας ήταν πάντα εδώ. Απλωνόταν στο γραφείο της Νικόλ το γέμιζε ασφυκτικά.
Ποιος είμαι;
Τι κάνω;.
Είμαι αυτό που κάνω; 
 
Μέρες τρόμου και μέρες χαράς, μέρες πόνου, μέρες λύπης στην συνειδητοποίηση της σημαντικότητας των “άλλων” και της μηδαμινότητας του εαυτού. Πήγαινα και τις ακουμπούσα στο παχύ χαλί της Νικόλ, ακουμπούσα τις ενοχές μου, και εκείνη με άκουγε χωρίς να επεμβαίνει και την θαύμαζα και την παρατηρούσα και ήθελα να της μοιάσω. Να πάρω κάτι από την γαλήνη που εξέπεμπε, που ήταν σαν να έριχνε βάλσαμο πάνω από πυρακτωμένο λόγο μου και έσβηνε την κάψα μου και τις περισσότερες φορές έφευγα ανάλαφρος, αλλά γεμάτος από τον εαυτό μου. 
 
Από τότε κατάλαβα ότι ψυχοθεραπευτής το μόνο που κάνει είναι να είναι ΕΚΕΊ. Είναι ένας καινούργιος “άλλος”, ένας θεμιτός άλλος μπροστά στον οποίο ο “θεραπευόμενος” ξανά-διηγείται τα συμβάντα της ζωής του, αλλά με ένα καινούργιο τρόπο παίρνοντας μια καινούργια διάσταση και σημασία και αυτό οφείλεται στην παρουσία του καινούργιου “άλλου” του θεραπευτή. Δια μέσω αυτής της σχέσης ο “θεραπευόμενος” βρίσκει έναν “άλλον” που τον ακούει, δεν επεμβαίνει, δεν αγχώνει, αποδέχεται, αλλά δίνει επίσης την δυνατότητα να δει το άτομο από μια καινούργιο σκοπιά τα συμβάντα της ζωής του, ανακαλύπτοντας καινούργιες πτυχές τις οποίες δεν είχε ανακαλύψει μέχρι τώρα, ή φοβόταν να της υιοθετήσει.
Μέρες μοναξιάς, μέρες αναστοχασμού, μέρες ανασύνθεσης της ταυτότητας στο γραφείο της Νικόλ...


Κερεντζής Λάμπρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: